Θεωρητική συνέχεια και πολιτικές ασυνέχειες στο έργο του Λουί Αλτουσέρ
Τεύχος 34, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1991


Θεωρητική συνέχεια και πολιτικές ασυνέχειες στο έργο του Λουί Αλτουσέρ  
των Δ. Δημούλη και Γ. Μηλιού

Η μεγάλη οικογένεια των παντός είδους και απανταχού σοσιαλδημοκρατών μας έθαψε πανηγυρικά μέσα στο φέρετρο τον στρουκτουραλισμού. Σαν ταφή ήταν καλή. Τα χρόνια πέρασαν αλλά η ταφή συνεχίζεται.

Λ. Αλτουσέρ, Στοιχεία αυτοκριτικής, 1972

Φαίνεται ότι πέρασε η μόδα των συζητήσεων για τον εργαλειακό χαρακτήρα τον κράτους διότι υποχώρησε το αλτουσεριανό στρουκτουραλιστικό παράδειγμα. Αυτό μοιάζει να είναι ευτύχημα γιατί(...) ωθεί σε μια γνώση λιγότερο δογματική(...) των αδιάκοπων αλλαγών.

Justice penale, delinquances, deviances, Paris 1989

Δεν διάβασα σχεδόν καθόλου τον Αλτουσερ.

]. Habertnas, Die neue Unuebersichtlichkeit, Frankfurt M 1985

1. Εισαγωγή

Να διαβάσουμε τον Αλτουσέρ. Αυτή η αμφίβολης αποτελεσματικότητας1 προτροπή δεν αποτελεί μια απλή ανταπόδοση οφειλής σ' αυτόν που έδειξε γιατί και πώς πρέπει να διαβάζουμε τους κλασικούς του μαρξισμού. Εκφράζει την ανάγκη να μελετηθεί σοβαρά, πέρα από άγονες πολεμικές περί «στρουκτουραλισμού» και «σταλινισμού», ένα έργο μοναδικής θεωρητικής οξύτητας για το οποίο υπήρξαν, με λίγες εξαιρέσεις, «τελεσίδικες κριτικές, εντονότατες επιφυλάξεις καθώς και αυστηρές... παρατηρήσεις» (Αλτουσέρ 1983, σ.33), δηλαδή έλλειψη κατανόησης και εμπάθεια από όσους δεν συμφωνούσαν με το ότι «είναι απολύτως απαραίτητο να έχει υιοθετήσει κανείς προλεταριακές θέσεις προκειμένου να μπορέσει... να οει και να κατανοήσει τι συμβαίνει σε μια ταξική κοινωνία» (Αλτουσέρ 1991). Το κείμενο του 1989 που παραθέσαμε στην προμετωπίδα, και στο οποίο απαντά εκ των προτέρων ο Αλτουσέρ, μαρτυρεί για τη συνεχιζόμενη έλλειψη κατανόησης, την εμπάθεια, και τις πολιτικές αιτίες τους.

Το έργο του Αλτουσέρ είναι σε μεγάλο βαθμό δυσπρόσιτο: δυσπρόσιτο αρχικά με τυπική έννοια (η πρόσβαση στις εκατό περίπου δημοσιεύσεις του Αλτουσέρ είναι δυσχερέστατη εφόσον τα περισσότερα βιβλία του δεν επανεκδίδονται, άρθρα του είναι διάσπαρτα σε περιοδικά μικρής κυκλοφορίας ή δεν έχουν καν δημοσιευθεί στα γαλλικά ενώ η πρώτη σοβαρή προσπάθεια έκδοσης των Απάντων του - στα γερμανικά με επιμέλεια των P. Schoettler και F. Ο. Wolf (Argument Verlag) - βρίσκεται ακόμη στην αρχή της, με την έκδοση δύο από τους ήδη προγραμματισμένους οκτώ τόμους). Δυσπρόσιτο όμως και με την «νοηματική» έννοια δεδομένου ότι η κοινή αντίληψη περί «ερμητικότητας» των σημαντικότερων κειμένων του Αλτουσέρ δεν φαίνεται να είναι απόλυτα εσφαλμένη.

Αυτές οι δυσχέρειες επιτείνονται σημαντικά από την εμφανή ασυνέχεια των κειμένων του Αλτουσέρ. Έχει διαπιστωθεί επανειλημμένα ότι στο έργο του Αλτουσέρ, πέραν των συνεχών αυτοκριτικών διορθώσεων, υπάρχει μια μείζων διαφοροποίηση που γίνεται φανερή στα μέσα της δεκαετίας του '70. Το φιλοσοφικό της «σύμπτωμα» είναι η μεταβολή του ορισμού της φιλοσοφίας ενώ το πολιτικό σύμπτωμα η αμείλικτη κριτική στα κομμουνιστικά κόμματα και την πρακτική της Αριστεράς εν γένει. Θα επιχειρήσουμε, αναφερόμενοι στα κείμενα του Αλτουσέρ και τις προσπάθειες «περιοδολόγησης» που έχουν γίνει ως τώρα, να διακρίνουμε σε τι ακριβώς συνίσταται αυτή η «αλλαγή», ποιες είναι οι συνέπειές της και κατά πόσον μπορεί να αποτελέσει «κλειδί» για την κατανόηση των προϋποθέσεων και των αποτελεσμάτων της θεωρητικής παρέμβασης του γάλλου φιλοσόφου.

Πρέπει να διευκρινίσουμε εξ αρχής ότι η υπό εξέταση «αλλαγή» δεν έχει τη μορφή θεωρητικής τομής, ή αποκήρυξης των προηγούμενων θέσεων, δηλαδή δεν εμφανίζει ουσιώδεις ομοιότητες με τα είδη θεωρητικής μετατόπισης που είναι γνωστά στην ιστορία του εργατικού κινήματος και των θεωρητικών του. Δεν πρόκειται για θεωρητική τομή, δηλαδή για «αναθεώρηση ορισμένων από τις σημαντικότερες θέσεις για το κράτος και την πάλη των τάξεων» (Μηλιός 1990, σ. 66, όπου ανάλυση της σχετικής τομής στο έργο του Ν. Πουλαντζά μετά το 1976), εφόσον στον Αλτουσέρ δεν φαίνεται να υπάρχει αλλαγή οπτικής και ριζική μεταβολή των θέσεών του, ενώ αντίθετα έχουν πραγματοποιηθεί περιοδικά «στιγμιαίες» (και αιτιολογημένες) διορθώσεις. Κατά μείζονα λόγο, δεν διαπιστώνεται αποκήρυξη των θέσεών του και «αποχώρηση» από το πεδίο του μαρξισμού, διαδικασία που έχει λάβει χώρα επανειλημμένως και λαμβάνει τέτοια δημοσιότητα ώστε δεν χρειάζεται να αναφερθούν παραδείγματα.

2. Ορισμένες προσπάθειες περιοδολόγησης Οι Β. Hahn και P.Schoettler (1988) διέκριναν πρόσφατα δύο περιόδους στο έργο του Αλτουσέρ. Η πρώτη ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του '60 και σηματοδοτείται από την προσπάθειά του να «διαλύσει» το (σταλινικό) σύστημα του «διαλεκτικού υλισμού», επιλέγοντας όχι το δρόμο «επιστροφής στο Χέγκελ» και το νεαρό Μαρξ που ακολουθούσαν τα κομμουνιστικά κόμματα και οι επίσημοι φιλόσοφοι τους αλλά το δρόμο μελέτης και κατανόησης της «θεωρητικής επανάστασης» του Μαρξ. Επιχειρεί δηλαδή, θα λέγαμε συμπληρώνοντας, να εκφράσει τη φιλοσοφική διάσταση του επαναστατικού μαρξισμού στηριζόμενος αφ' ενός στη λενινιστική πολιτική και θεωρητική πρακτική και αφ' ετέρου σε φιλοσοφικά και πολιτικά κείμενα που δεν εντάσσονται στο μαρξισμό αλλά επιτρέπουν να αντιληφθούμε (να διαβάσουμε) τα κείμενα του μαρξισμού. Κατά τους συγγραφείς, βασικό χαρακτηριστικό του αλτουσεριανού έργου είναι η αναζήτηση ενός νέου «τρόπου γραφής»: ο Αλτουσέρ πραγματοποιεί μια «αποφασιστική διεύρυνση της πρακτικής ανάγνωσης και γραφής» (σ. 4) μέσω μιας μη ερμηνευτικής θεωρίας της ανάγνωσης (Lire   le   Capital) , η οποία τον οδηγεί σε διαρκείς πειραματισμούς για την εύρεση νέων τρόπων έκθεσης της προβληματικής του.

Η έναρξη της δεύτερης περιόδου εντοπίζεται στις αρχές της δεκαετίας του '70 (έκδοση της «Απάντησης στον Τζ. Λιούις» και της «Αυτοκριτικής») με την τροποποίηση της θεωρητικής διάρθρωσης των κειμένων του και κυρίως την καταστροφική για τον ίδιο «επιτάχυνση ρυθμού»: ο Αλτουσέρ επιχειρεί να συγχρονισθεί με το ρυθμό των ιστορικών εξελίξεων και θέτοντας στο προσκήνιο την ταξική πάλη. συνδέεται όλο και περισσότερο με την πολιτική, δρα «σαν κυνηγημένος» (σ. 5). Καταστρέφει ή δεν δημοσιεύει τα περισσότερα χειρόγραφα αυτής της περιόδου και οι νέοι δρόμοι πολιτικής σκέψης και πρακτικής που προτείνει (επαναστατική πολιτική «έξω από το κράτος») δεν αποτελούν επεξεργασμένες λύσεις αλλά «αδιευκρίνιστα προβλήματα». Ο Αλτουσέρ επιδίδεται κυρίως σε διάλογο με τον εαυτό του και απομακρύνεται από τη θεωρία. Η «αποτυχία» του επισημαίνει σήμερα «ανοιχτά προβλήματα: το πρόβλημα του τρόπου γραφής και το πρόβλημα της πολιτικής πρακτικής» (σ. 5).

Αυτή η προσπάθεια ερμηνευτικής «κατάταξης» του αλτουσεριανού έργου βασίζεται στην επισήμανση της «αυτοκριτικής» στροφής του Αλτουσέρ μετά το 1972, η οποία είχε αναλυθεί σε κείμενα της εποχής εκείνης (π.χ. Lecourt 1975, Schoettler σε Althusser 1975), ενώ παράλληλα υποδεικνύει εκ των υστέρων την «αποτυχία» του Αλτουσέρ, την αιτία της (υιοθέτηση του ρυθμού της πολιτικής) και τη γονιμότητά της (ουσιαστική θέση του προβλήματος της γραφής).

Ο Ε. Μπαλιμπάρ (1989) αναφέρεται στην αυτοκαταστροφή του έργου του Αλτουσέρ, σημάδια της οποίας υπάρχουν από το 1976 με τη σύνταξη του κειμένου «La decouverte du Docteur Freud» που ανέτρεπε την αλτουσεριανή πρακτική της αυτοκριτικής ρητής διόρθωσης των λαθών και «αντέστρεφε» σιωπηρά την προσωπική ιστορία του2. Σε άλλα κείμενα της διετίας '76'-78, ο Αλτουσέρ αναιρεί τις θέσεις του περί των σχέσεων διανοούμενων-θεωρίας-πολιτικής (δίνοντας προτεραιότητα στην επεξεργασία μιας γνήσια προλεταριακής πολιτικής) και ισχυρίζεται ότι «δεν υπάρχει μαρξιστική θεωρία του κράτους... της επαναστατικής οργάνωσης... της πολιτικής». Πρόκειται για την «τροχιά μιας γραφής που αυτοαναιρείται» (Μπαλιμπάρ, 1989, σ. 61), πράγμα που οφείλεται και στην εγγενή αστάθεια των αλτουσεριανών θέσεων. Ο συγγραφέας προτείνει για το φαινόμενο αυτοαναίρεσης μια τριπλή εξήγηση (ψυχολογική - οι επιπτώσεις μιας παθολογικής «παρέκκλισης», πολιτική - το αδιέξοδο που δημιουργεί η κρίση του μαρξισμού, φιλοσοφική - η διαγραφή των λέξεων που αναφέρονται σε μια αντιφατική πραγματικότητα και μάλιστα «μέσα» στη φιλοσοφία όπου, κατά τον Αλτουσέρ, «δεν συμβαίνει τίποτε»). Σύμφωνα με τον Μπαλιμπάρ η αλλαγή πορείας του Αλτουσέρ (η πορεία του προς τη σιωπή κατά την οποία όμως δεν εγκαταλείπει θέσεις όπως η ύπαρξη της πάλης των τάξεων και η αντικειμενικότητα της γνώσης) οδήγησε τη θεωρητική του παρέμβαση στην ταλάντευση μεταξύ δύο μορφών εξαφάνισης: τον «πολιτικό θάνατο» που επιβάλλει ένας ορισμένος συσχετισμός δυνάμεων και τη «διάλυση» μέσα στην ιστορία, η οποία παρήγαγε τη θεωρία και μετασχηματίστηκε (και) από αυτή3.

Η τεκμηριωμένη ερμηνεία του Μπαλιμπάρ θέτει σε πρώτο πλάνο τα πολιτικά αίτια της στροφής του Αλτουσέρ (1976, το ΚΚΓ φτάνει στο σημείο «μη επιστροφής» στην αριστερή πολιτική) και τον ψυχολογικό «επικαθορισμό» τους, στοιχεία που οδηγούν από κοινού στην αρχικά αντιφατική και στη συνέχεια βίαιη «λύση» των εγγενών στο έργο του Αλτουσέρ θεωρητικών αποριών.

Θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να δούμε με βάση ποιες κανονικότητες δομείται ο «χρόνος του Αλτουσέρ» ως θεωρητικού του μαρξισμού, έχοντας υπ' όψη ότι ως κρίσιμο διάστημα «αλλαγής» έχει εντοπισθεί το πρώτο μισό της δεκαετίας του '70.

3. «Τι σημαίνει μαρξισμός». Η θεωρητική «παρέκβαση» στην πολιτική φιλοσοφία και η συνέχεια της. Στο αυτοβιογραφικό τμήμα της «Υποστήριξης της Αμιένης» (1975), ο Αλτουσέρ αναφέρεται στην περίοδο μελέτης της πολιτικής φιλοσοφίας και των «κλασικών» φιλοσόφων που αρχίζει το 1949 (Αλτουσέρ 1983α και επίλογος του F. O. Wolf σε Althusser 1987). Η σημασία αυτής της θεωρητικής εργασίας (στο πλαίσιο μιας διατριβής που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ) δεν περιορίζεται στα όσα δηλώνει ως ακαδημαϊκή στρατηγική ενός νεαρού μαρξιστή φιλοσόφου, ο οποίος δεν μπορεί (ή δεν του «επιτρέπεται») να μιλήσει ευθέως για τη μαρξιστική φιλοσοφία και επιχειρεί να αναφερθεί έμμεσα σ' αυτή, θέτοντας παράλληλα, με την επεξεργασία κειμένων της αστικής φιλοσοφίας, τους όρους μιας πανεπιστημιακής καριέρας.

Σύμφωνα με την ερμηνεία του Αλτουσέρ, η οποία επαληθεύεται τόσο από το περιεχόμενο των δημοσιευμένων εργασιών του στον τομέα αυτό όσο και από τη μεταγενέστερη εξέλιξη του, η «θεωρητική παράκαμψη (...) στη φιλοσοφία και την πολιτική στο 18ο αιώνα» είναι «απαραίτητη προπαίδεια για την κατανόηση της σκέψης του Μαρξ» (Αλτουσέρ 1983α, σσ. 123-4). Πρόκειται για μια «μεροληπτική» ανάγνωση κλασικών κειμένων που γίνεται με πρακτικούς στόχους (να εντοπισθούν προβλήματα της ταξικής πάλης στα οποία δόθηκαν ιδεολογικές απαντήσεις αλλά με παράλληλη σωστή τοποθέτηση των ζητημάτων) αλλά και, ευρύτερα, για να δειχθεί η δυνάμει ταύτιση πολιτικής και φιλοσοφίας στη διαδικασία συγκρότησης της αστικής ιδεολογικής ηγεμονίας (αυτό που ο Αλτουσέρ ονόμασε το 1977 με έναν όρο που δεν έχει προσεχθεί «πρωταρχική πολιτική συσσώρευση», Althusser 1987).

Από την περίοδο αυτή είναι γνωστές μελέτες για τους Λοκ, Ρουσσώ και Μοντεσκιέ - πρόκειται για το εκτενέστερο και σημαντικότερο κείμενο, στο οποίο γίνεται μαρξιστική ερμηνεία τόσο της παρέμβασης του Μοντεσκιέ όσο και της μορφής που έχουν οι ταξικές συμμαχίες στη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό όπως και η εισαγωγή και μετάφραση του Φόυερμπαχ, ενώ οι μεταγενέστερες αναφορές στους Σπινόζα, Καντ, Χέγκελ έχουν προφανώς την ίδια χρονική αφετηρία. Αυτή η δραστηριότητα, που συμπληρώνεται από τις αδημοσίευτες παραδόσεις στην Ecole Normale (Wolf σε Althusser 1987) και τα όσα γράφτηκαν (και επίσης δεν δημοσιεύθηκαν) εν όψει της διατριβής, δείχνει αρχικά τη θεωρητική εμβέλεια του Αλτουσέρ και τη γονιμότητα της «αρνητικής» οριοθέτησης του μαρξισμού μέσω μιας ανάγνωσης των θεωρητικών της κυρίαρχης τάξης, που δεν θα αρκείται στην προφάνεια της καταγγελίας των αστών ως αστών αλλά θα αποτιμά το κάθε έργο και, δείχνοντας την ειδική θέση που καταλαμβάνει στο θεωρητικό πεδίο, θα εντοπίζει σ' αυτό αναλύσεις που βοηθούν να «σκεφθούμε» την ιστορία (παραδείγματα: η θεωρία της ιδεολογίας, ο αντιανθρωπισμός και το κριτήριο της αλήθειας στον Σπινόζα, η σύλληψη της ιστορίας ως διαδικασίας χωρίς υποκείμενο στον Χέγκελ, η ανάγκη να τοποθετηθεί ο διανοούμενος στη θέση των εκμεταλλευόμενων προκειμένου να κατανοήσει τη λειτουργία μιας ταξικής κοινωνίας στον Μακιαβέλι). Τα κείμενα αυτά δείχνουν ότι ο φιλόσοφος Αλτουσέρ κατανοεί πολύ γρήγορα (βοηθούμενος προφανώς και από την κομμουνιστική του στράτευση) ότι η φιλοσοφία είναι άμεσα πολιτική και η φιλοσοφική παρέμβαση γίνεται πιο αποτελεσματική αν λάβει σοβαρά υπ' όψη την πολιτική της «φύση». Η παρέκβαση στα κείμενα πολιτικής φιλοσοφίας αποδεικνύει έμπρακτα στον Αλτουσέρ ποια είναι η πρακτική της φιλοσοφίας και παρέχει σ' εμάς ισχυρές ενδείξεις για τον συστατικά (αντικειμενικά και «υποκειμενικά») πολιτικό χαρακτήρα της παρέμβασής του4.

Ο Αλτουσέρ απομακρύνεται προοδευτικά από αυτό το πεδίο έρευνας [όχι οριστικά, όπως δείχνουν οι μεταγενέστερες αναφορές στους ίδιους φιλοσόφους πλέον όμως σε άμεσο συσχετισμό με τη μαρξιστική θεωρία - και το κείμενο για τη «Μοναξιά του Μακιαβέλι» (1977), Althusser 1987 και πρώτη γαλλική δημοσίευση περ. Futur   ant e rieur τ. 1 1990] με τη σύνταξη από το 1960 ως το 1963 μιας σειράς δοκιμίων που θίγουν καίρια θέματα ερμηνείας του μαρξισμού και θα αποτελέσουν τον κορμό του «Για το Μαρξ» (1965). Η έκδοση του «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο» την ίδια χρονιά συμπληρώνει την έκθεση των απόψεων του Αλτουσέρ, δηλαδή της πολεμικής του σε κυρίαρχες τάσεις της μαρξιστικής θεωρίας, οι οποίες ονομάζονται, αναλύονται και τεκμηριωμένα απορρίπτονται στα κείμενα της περιόδου αυτής. Τίθενται έτσι οι βάσεις «αυτού που ονομάστηκε "αλτουσερισμός"» (Μπαλιμπάρ).

Οι αναλύσεις που περιέχονται στα κείμενα αυτά είναι μάλλον γνωστές και πάντως το να συνοψισθούν δεν εμφανίζει καμιά χρησιμότητα: ο Αλτουσέρ κατανοεί πλήρως τη θεωρητική «μοναξιά» του (φαινόμενο που επανειλημμένα θα διαπιστώσει σε πολλούς θεωρητικούς και θα αναλύσει παράλληλα με την έννοια του ορίου -«σκέψη στα όρια», «θέση στα όρια») και για το λόγο αυτό δίνει στα πρώτα κείμενα προγραμματικό χαρακτήρα, εξετάζοντας όλες τις βασικές μαρξιστικές έννοιες, πράγμα που καθιστά αδύνατη μια περιληπτική αναφορά στις θέσεις του. Θα αναφέρουμε μόνο μια φράση του Αλτουσέρ, ο οποίος μιλώντας εκ των υστέρων για τα κείμενα αυτά, θεωρεί ως βασικές (και ισχύουσες) τις θέσεις «για το θεωρητικό αντιανθρωπισμό, αντιεμπειρισμό, αντιιστορικισμό, αντιεξελικτικισμό και αντιοικονομισμό» (Althusser 1975, σ. 14).

Στα δοκίμια της περιόδου '60'-65 ο Αλτουσέρ διαπιστώνει την «καθυστέρηση» της μαρξιστικής φιλοσοφίας και επιχειρεί να τη συγκροτήσει ως «επιστήμη» («θεωρία της θεωρητικής πρακτικής», θεωρία της πρακτικής εν γένει που τοποθετείται σε στρατηγική θέση διότι εκφράζει την «ουσία» των λοιπών πρακτικών - Althusser 1965, σ. 169-173). Με βάση τη μη ουσιοκρατική και μη ερμηνευτική θεωρία ανάγνωσης που αναπτύσσει (και της οποίας γνωστότερο στοιχείο είναι η μέθοδος «ενδεικτικής ανάγνωσης», Althusser 1968, τ. Ι), επιχειρείται η θεμελίωση της μαρξιστικής φιλοσοφίας με βάση τα κείμενα των κλασικών του μαρξισμού. Ο Αλτουσέρ δηλώνει και δείχνει ότι δεν επιδιώκει τίποτε πέρα από το να κατανοήσει τι ακριβώς «σημαίνουν» τα κείμενα αυτά. Οι αντιρρήσεις που μπορούν να προβληθούν (και προβλήθηκαν) για το «δογματισμό» και τη «θρησκευτική προσήλωσή» του σε Γραφές ή, αντίστροφα, για την αυθαίρετη ερμηνεία υπό τα ανωτέρω προσχήματα, είναι «εξωτερικές» προς την (αν μη τι άλλο πρωτότυπη) μέθοδο ερμηνείας που πρότεινε, δηλαδή «παρακάμπτουν το ειδικό πρόβλημα ενός νέου λόγου της θεωρίας και της πολιτικής» (Hahn - Schoettler 1988).

Οι ενστάσεις αυτές έχουν πλέον μικρή σημασία αφού μας δόθηκε η πλήρης ιστορική απόδειξη ότι οι αναλύσεις του Αλτουσέρ - είτε προέρχονται από τον ίδιο είτε από τους κλασικούς, είτε είναι αφόρητα δογματικές είτε απόλυτα καινοφανείς λειτουργούν στην κατεύθυνση ριζικής κριτικής των αντιλήψεων που επικράτησαν στα κομμουνιστικά κόμματα και οι οποίες στήριξαν την εγκατάλειψη κάθε επαναστατικής πολιτικής. Ωστόσο πέρα από τη βασιμότητα τέτοιων ενστάσεων, η «μέθοδος έκθεσης» που επέλεξε στα κείμενα αυτά ο Αλτουσέρ έχει καθ' εαυτή συγκεκριμένες πολιτικές συνέπειες, συνιστά μια πολιτική στρατηγική: σε μια εποχή που τα κομμουνιστικά κόμματα εξακολουθούν να θεωρούν «ατσάλι» και «αλήθεια» τα κείμενα των Μαρξ Ένγκελς Λένιν, ο Αλτουσέρ, πρώτον, εγκαλεί τους θεωρητικούς στο «καθήκον» της συστηματικής ανάγνωσής τους και, δεύτερον, αποδεικνύει με «κατά γράμμα» (όπως διαρκώς τονίζει) ερμηνεία ότι αυτά τα κείμενα λένε εντελώς άλλα από αυτά που προβάλλει ο επίσημος «μαρξιστικός» λόγος. Αυτή η «κομφορμιστική» στρατηγική ανάγκασε τους αντιπάλους του Αλτουσέρ να του απαντήσουν επί της ουσίας και επί κειμένων  - δηλαδή να τον λάβουν υπ' όψη παρ' ότι δεν διέθετε κομματική στήριξη - και δείχνει καθαρά ότι ο Αλτουσέρ «πίσω από το γραφείο του» έκανε πολιτική και μάλιστα με αποτελεσματικό τρόπο: παρενέβη στη συγκυρία με τους όρους που αυτή έθετε και κατόρθωσε να μεταθέσει «το πεδίο της συζήτησης» (Αλτουσέρ 1983α, σ. 126), να θέσει στο προσκήνιο της διαμάχης τη θεωρητική ανακάλυψη του Μαρξ και την εξέταση της «απαγορευμένης ηπείρου» του μαρξισμού (Althusser σε Karz 1975).

Την ίδια εποχή ο Αλτουσέρ κάνει πολιτική και ευθέως, δηλαδή παρεμβαίνοντας στο ζήτημα της εξέλιξης της ταξικής πάλης στη Σοβιετική Ένωση, τη χώρα που εμφανιζόταν ως μοντέλο «οικοδόμησης του σοσιαλισμού» και μόλις είχε αποτινάξει το ζυγό της προσωπολατρίας βαδίζοντας στην Εδέμ με αποκατεστημένη «σοσιαλιστική νομιμότητα». Αμφισβητώντας τη «μη μαρξιστική» (στη συνέχεια θα την χαρακτηρίσει «αστική») ερμηνεία περί «προσωπολατρίας» που κατά την ανάλυσή του είναι ψυχολογιστική - ανθρωπιστική (ιδίως Althusser 1965, σσ. 227-258), ο Αλτουσέρ δηλώνει την άμεση πολιτική διαφωνία του για τη «δεξιά» γραμμή του κόμματος, επιλέγοντας για την αντιπαράθεση το θεωρητικό προκάλυμμά της και αμφισβητώντας όχι την ορθότητα ή σκοπιμότητα αλλά τον ίδιο το μαρξιστικό χαρακτήρα των κομματικών αναλύσεων. Αυτή η διαφωνία, που δείχνει τη δυνατότητα εφαρμογής των θεωρητικών οριοθετήσεων του Αλτουσέρ στην καθημερινή πολιτική, έχει τα χαρακτηριστικά της ανατρεπτικής πολιτικής παρέμβασης μέσω του «κομφορμισμού» που διαπιστώσαμε προηγουμένως και, πάνω απ' όλα, σέβεται το πλαίσιο αντιπαράθεσης που θέτουν τα κομμουνιστικά κόμματα: ο Αλτουσέρ αποδέχεται ότι η «σοσιαλιστική βάση» αναπτύσσεται στην ΕΣΣΔ χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα και η εμπλοκή εντοπίζεται στην υπερδομή (γενικότερα πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο Αλτουσέρ ακόμη και όταν θέτει ρητά το ερώτημα ποιες είναι οι σχέσεις παραγωγής στην ΕΣΣΔ - Αλτουσέρ 1977, Althusser 1976 - δεν απαντά σ' αυτό και θεωρεί ότι πρόκειται για κοινωνία μετάβασης που «οικοδομεί το σοσιαλισμό» παρά τα εμπόδια που θέτει η εξέλιξη της ταξικής πάλης).

Σ' αυτή την πολεμική προστίθεται η επίθεση στην πολιτική του ΚΚΓ με τον πρόλογο στο «Για το Μαρξ». Ο Αλτουσέρ διαπιστώνει το θεωρητικό κενό του ΚΚΓ, μέρος της εν γένει «γαλλικής αθλιότητας», και απορρίπτοντας την αντίληψη περί πολιτικής μέσω πολιτικής (που στη Γαλλία μάλιστα δεν συνδέεται με τον «αυθορμητισμό των μαζών» αλλά με την παντοδυναμία του μηχανισμού) διεκδικεί το δικαίωμα των διανοουμένων να παραμείνουν διανοούμενοι και ως τέτοιοι να λειτουργήσουν πολιτικά.

Η διπλή διεκδίκηση της «ελευθερίας έκφρασης» και του δικαιώματος συμμετοχής στη διαμόρφωση της πολιτικής με την, μη ευθέως αναγώγιμη στην πολιτική, επιστημονική φιλοσοφική πρακτική, «ολοκληρώνει» τις πολιτικές παρεμβάσεις του Αλτουσέρ σε πρώτο στάδιο και μας δίνει το στίγμα τους: ο Αλτουσέρ λειτουργεί πολιτικά, πρώτον, εντός του πλαισίου της «γραμμής» (ως μέλος του κόμματος που ασκεί μια εντός των ορίων κριτική) και, δεύτερον, ως διανοούμενος που αποδεικνύει έμπρακτα τις περγαμηνές της θεωρητικής του συγκρότησης. Το τελευταίο στοιχείο καθορίζει και τον τρόπο γραφής, τα «πολιτικά πειράματα γραφής» του (Hahn Schoettler 1988): η ερμητικότητα (στο βαθμό που δεν είναι πολιτικός μύθος όσων μπορούσαν αλλά δεν ήθελαν να διαβάσουν το έργο του, βλ. Habermas) δεν απορρέει μόνο από τη δυσχέρεια των ζητημάτων που πραγματεύεται. Οφείλεται κυρίως στην προσπάθειά του να δείξει ότι είναι διανοούμενος και ορισμένα πράγματα δεν μπορούν να επιλυθούν «απλά» αλλά απαιτούν ανάλυση (και κατάρτιση) που υπερβαίνει το επίπεδο της τρέχουσας πολιτικής και «προπαγάνδας» (μόνο οι τίτλοι των βιβλίων αποτελούν συνθήματα). Οι αντιλήψεις που επιχειρεί να «(επαν)εισαγάγει» ο Αλτουσέρ στο εργατικό κίνημα, δίνονται με τρόπο που δικαιολογεί έμπρακτα (έγγραφα) την ανάγκη ύπαρξης κομμουνιστών διανοουμένων και τη σχετική αυτονομία της πρακτικής τους. Έχοντας από την αρχή κατανοήσει ότι η φιλοσοφία είναι πολιτική, ο Αλτουσέρ προσπαθεί να την «κατευθύνει» αποτελεσματικά ακολουθώντας τη «σωστή» στρατηγική γραφής, προσπαθώντας δηλαδή να μιμηθεί τον Λένιν στον οποίο διακρίνει «μια ασύγκριτη θεωρητική και φιλοσοφική κατάρτιση που έγινε πολιτική» (Althusser 1968, τ. Ι, σ. 91)

Σε μεταγενέστερα κείμενα του ο Αλτουσέρ θα δηλώσει ότι πάντα έκανε πολιτική, θα προσφέρει την απόδειξη (οι αντίπαλοι το κατάλαβαν και άσκησαν βίαιη πολεμική, Αλτουσέρ 1983, σ. 34 και 1980 σσ. 9 - 10) και θα δείξει να εκπλήσσεται γιατί ορισμένοι θεωρούν ότι μιλά για πολιτική μόνο μετά την «Απάντηση στο Τζών Λιούις». Ο Αλτουσέρ παραβλέπει εδώ ότι οι ενστάσεις περί ύστερης «πολιτικοποίησης» απορρέουν ακριβώς από τη μορφή πολιτικής που ασκεί αρχικά. Πρόκειται για πολιτική σε «δεύτερο βαθμό» με την έννοια ότι τα κείμενά του είναι ηθελημένα απρόσιτα στις μάζες - εξ ονόματος των οποίων μιλά - και απευθύνονται σε όσους μπορούν να ανταποκριθούν στους όρους που τα κείμενα θέτουν και, παράλληλα, έχουν τη δυνατότητα να τα επεξεργασθούν περαιτέρω ώστε να γίνουν άμεσα πολιτικά: απευθύνονται στους (μικροαστούς) μαρξιστές διανοούμενους που μπορούν να εννοήσουν την προβληματική ενός επαγγελματία φιλοσόφου και στην ηγεσία του κόμματος (απέναντι στην οποία κάνει παραχωρήσεις «νομιμοφροσύνης» θεωρώντας ότι μπορεί να ασκήσει αποτελεσματική κριτική μόνο ως οργανωμένος κομμουνιστής).

Στην προσπάθειά του αυτή ο Αλτουσέρ βρίσκει αντικειμενικά ερείσματα όχι μόνο στα μη μαρξιστικά κείμενα της «θεωρητικής προπαίδειας» που αναφέραμε πριν αλλά και «σε μια ορισμένη γαλλική υλιστική παράδοση του ρασιοναλισμού», όπως επανειλημμένα θα ομολογήσει (εδώ Αλτουσέρ 1980, σ. 12). Καλύπτοντας το θεωρητικό κενό του τρέχοντος μαρξισμού με την αναφορά σε αναγνωρισμένους θεωρητικούς ο Αλτουσέρ αφ' ενός ενισχύει το εννοιολογικό οπλοστάσιο και την ακαδημαϊκή του εγκυρότητα (τη θέση του διανοουμένου που διεκδικεί) και αφ' ετέρου καθιστά εμφανέστερη την «απομάκρυνση» από την πρακτική των κομμουνιστικών κομμάτων που τείνει στη (θεωρητική, πολιτική αλλά και αισθητική - σοσιαλιστικός ρεαλισμός) απλούστευση. Η θέση του ακαδημαϊκού διανοούμενου αποκλείει την πολιτική αμεσότητα ή η αντικειμενική ανάγκη για «συγκρατημένη» πολιτική δράση επιβάλλει την καταφυγή στην «αυστηρή επιστήμη»; Σίγουρα συμβαίνουν και τα δύο αν και πρωταρχικό μέλημα του Αλτουσέρ είναι πάντα η αποτελεσματική παρέμβαση στην πολιτική.

4. Συνέπεια αλλά όχι γραμμικότητα (Schoettler). Ο αστερισμός της αυτοκριτικής (Μπαλιμπάρ). Η βασανιστική για τον Αλτουσέρ ανάγκη ορθότητας των θέσεών του, τον οδηγεί στη διαδικασία της αυτοκριτικής την οποία ο ίδιος όρισε μάλιστα ως «μαρξιστική-λενινιστική» αρχή σε ένα πολύ σημαντικό κείμενο (Althusser 1975, σ. 97 επ. και εισαγωγή του Schoettler, Μπαλιμπάρ 1989). Η διαδικασία αυτή δεν τίθεται σε κίνηση με το γνωστό «σύμπτωμα» των αυτοκριτικών του '72 αλλά ξεκινά ήδη από το '65 (αλλαγή ορολογίας για τη φιλοσοφία - Althusser 1965, σ. 33 - η οποία αναγνωρίζεται εξ αρχής ως έννοια που συμπυκνώνει αντιφάσεις και προβλήματα).

Μια από τις κύριες πλευρές αυτής της, μοναδικής ίσως στην ιστορία της φιλοσοφίας, πρακτικής («ξέρετε πολλούς φιλοσόφους που αναγνώρισαν ότι έσφαλαν;» Althusser 1974, σ. 18) αποτελεί το αντικείμενο στο οποίο ασκείται: θα μπορούσαμε να πούμε - πρόχειρα και στηριζόμενοι εν μέρει στην αινιγματική διατύπωση του Αλτουσέρ περί «κριτικής του εαυτού» - ότι η αυτοκριτική είναι στενά υποκειμενική και ως στόχο της θέτει την «ιδεολογία» του Αλτονσέρ και όχι αυτό που ο ίδιος αντιλαμβάνεται και εκθέτει ως μαρξιστική θεωρία. Με τα παραπάνω εννοούμε, και νομίζουμε ότι η ανάγνωση του Αλτουσέρ υπ' αυτό το πρίσμα το αποδεικνύει, ότι ο Αλτουσέρ ποτέ δεν «έκρινε» (αναθεώρησε) το σύστημα των εννοιών που πρότεινε ως μαρξιστικές και τις οποίες οριοθέτησε με επίπονη εργασία πάνω στα κείμενα του μαρξισμού -και πάντα σε αντιπαράθεση με άλλα κείμενα και ερμηνείες. Έννοιες όπως ο τρόπος παραγωγής, το σύνθετο και επικαθοριζόμενο Όλο, η διαλεκτική, η θεωρητική ανυπαρξία του Ανθρώπου και της «ιδιωτικής κοινωνίας», η έννοια του ιστορικού χρόνου και πλήθος άλλες που συγκροτούν την επιστημονικότητα του μαρξισμού - θέση που ο Αλτουσέρ δεν θα πάψει να υποστηρίζει αναφερόμενος σε «αντικειμενικές γνώσεις επαληθευμένες και επαληθεύσιμες» - (Αλτουσέρ 1983, σ. 31), δεν αναθεωρούνται και δεν υποβάλλονται σε κριτική. Αυτό που ο Αλτουσέρ «είδε» στη μαρξιστική θεωρία είναι οριστικό, η επιστημονική «αναγνώριση» εννοιών που γίνεται στο έργο του επιδέχεται συμπλήρωση ή διευκρίνηση αλλά όχι διόρθωση. Μ' αυτή την έννοια το έργο του Αλτουσέρ χαρακτηρίζεται από θεωρητική συνέχεια και είναι «ολοκληρωμένο» ήδη από το 1965 5. Αυτό άλλωστε επισημαίνει έμμεσα και ο ίδιος λέγοντας ότι η κύρια τάση των κειμένων του είναι υλιστική, συνεπώς σωστή και εκτός κριτικής (Αλτουσέρ 1983, σ. 70). Εκείνο που χρήζει διόρθωσης είναι η γενική αντίληψη του Αλτουσέρ για το μαρξισμό και ιδίως για τη φιλοσοφία, δηλαδή η «κοσμοθεωρία» και η «αυθόρμητη φιλοσοφία» του ως θεωρητικού του μαρξισμού.

Κατανοούμε όμως ότι μια τέτοια διόρθωση (διόρθωση αυτού που εκ των υστέρων χαρακτηρίζεται ως ιδεολογικό, ακριβέστερα μη εντασσόμενο στην «προλεταριακή ιδεολογία», δηλαδή μη ανταποκρινόμενο σε «προλεταριακές ταξικές θέσεις»), ως βαθιά εσωτερική διαδικασία («κριτική του εαυτού») είναι και θεμελιωδώς εξωτερική προς τη θεωρία. Αυτή η «προκλητική» διατύπωση επαληθεύεται από το περιεχόμενο των αυτοκριτικών: ο ορισμός της φιλοσοφίας ως ταξικής πάλης στη θεωρία - για να περιορισθούμε στο χαρακτηριστικότερο παράδειγμα - δεν έχει για τον Αλτουσέρ άμεσες θεωρητικές συνέπειες, δεν οδηγεί σε διόρθωση συγκεκριμένων θέσεων που είχε υποστηρίξει (ο Αλτουσέρ αναφέρεται στα «επιγενόμενα του θεωρητισμού» αλλά ποτέ δεν αναφέρει κάποια επίπτωσή του στις επιμέρους αναλύσεις). Οι αυτοκριτικές δεν αποτελούν παρά την αφορμή για μια νέα σύλληψη της ιδεολογίας (όχι σφάλμα αλλά στοιχείο της ταξικής πάλης) και δίνουν πολύτιμες ενδείξεις για μια (νέα) πολιτική πρακτική. Η αναφορά σε «ερωτοτροπίες» του παρελθόντος και η «καταγγελία» τους δεν αλλάζουν τίποτε στην ουσία: επιχειρούν απλώς να εισαγάγουν τον αναγνώστη σε μια νέα «ατμόσφαιρα» (όρος συνώνυμος με την ιδεολογία στον Αλτουσέρ), να του δώσουν ένα νέο πρίσμα ανάγνωσης των ίδιων ακριβώς αναλύσεων.

Ένα άλλο βασικό στοιχείο της αλτουσεριανής αυτοκριτικής είναι ο διαρκής και κλιμακωτός χαρακτήρας της. Η αυτοκριτική αρχίζει ήδη από το '65, όπως αναφέραμε, και προεκτείνεται σε κάθε νέο κείμενο. Κι εδώ το προνομιακό παράδειγμα είναι η φιλοσοφία: η απλή ανάγνωση της «Προειδοποίησης» στο Lire   le   Capital, των κειμένων για τον Μαρξ και τον Λένιν απέναντι στον Χέγκελ, της «Αυθόρμητης φιλοσοφίας» και ενδιάμεσων μικρών κειμένων (αντιστοίχως, Althusser 1968, 1974, 1972, Αλτουσέρ 1983α) δείχνουν ότι η προσέγγιση φιλοσοφίας και ταξικής πάλης έγινε σταδιακά με δραστικές ενδιάμεσες αλλαγές ορισμού, εις τρόπον ώστε τα κείμενα του '72 να αποτελούν απλώς την κωδικοποίηση και όχι τον τόπο εκφοράς της αυτοκριτικής. Συνεπώς η αυτοκριτική όχι μόνο δεν έχει άμεσα θεωρητικούς «στόχους» (δεν αναθεωρεί αναλύσεις για τον μαρξισμό) και αποτελεί κυρίως εσωτερικό διάλογο του Αλτουσέρ με τη γενική αντίληψή του για τα πράγματα (αυτοκριτική ιδεολογίας), αλλά και ταυτόχρονα τα όποια αποτελέσματα της επέρχονται σταδιακά, «διαλύονται» στη διάρκεια της παρέμβασής του και δεν επιτρέπουν σε καμιά περίπτωση να μιλήσουμε για «αυτοκριτική τομή» στον Αλτουσέρ.

5. Ο Αλτουσέρ υποσχέθηκε «να μην ξεχάσει ποτέ πια» στο μέλλον την ταξική πάλη (Hahn-Schoettler) Η σημασία των αυτοκριτικών του '72 (Αλτουσέρ 1977 και 1983) δεν συνδέεται με το κύριο περιεχόμενο τους, που είναι όπως είδαμε απλή κωδικοποίηση και αιτιολογημένη έκθεση των λόγων που έθεταν για τον Αλτουσέρ την ταξική πάλη «στην πρώτη γραμμή» ήδη από το 1968. Δεν συνδέεται επίσης με τις πολύτιμες διευκρινίσεις που παρέχουν για την ιστορία («διαδικασία χωρίς υποκείμενο σκοπό-τέλος, με κινητήρια δύναμη την πάλη των τάξεων», θέση που επίσης ανάγεται στο 1968  - «Η σχέση του Μαρξ με το Χέγκελ»), τη σημασία της θεωρητικής ταξικής πάλης («πάντα δευτερεύουσα» - Αλτουσέρ 1983, σ. 69), την έννοια της ιδεολογίας και της «αλήθειας», τη μαρξιστική έννοια της εκμετάλλευσης (απόρριψη της λογιστικής αντίληψης περί υπεραξίας, Αλτουσέρ 1977, σ. 89, η ελληνική μετάφραση αποδίδει το «λογιστική» ως «μετρήσιμη») κ.λπ.

Η σημασία τους είναι κατ' αρχήν «αρνητική» διότι στο εξής ο Αλτουσέρ θα πάψει να τροποποιεί τις απόψεις του για τα ζητήματα αυτά, θα παγιώσει δηλαδή δίπλα στη «θεωρία» και την αντίληψή του για τη φιλοσοφία. Στη συνέχεια θα αναφέρεται στις έννοιες του διαλεκτικού υλισμού και την πολιτική-ταξική αντίληψη περί φιλοσοφίας με τρόπο συνοπτικό, υπενθυμίζοντας τα «κεκτημένα» για τη συναγωγή νέων συμπερασμάτων (π.χ. Αλτουσέρ 1991), επαναλαμβάνοντας συχνά όχι μόνο ιδέες αλλά και εκφράσεις προηγούμενων κειμένων. Η ουσιαστική απουσία πρωτότυπης θεωρητικής εργασίας στα πεδία που ήδη είχαν εξερευνηθεί  - μιλάμε πάντα για το δημοσιευμένο έργο επισημαίνοντας ότι «κανένα από τα εκτενή χειρόγραφα της δεκαετίας του '70 δεν έφτασε στη δημοσίευση», Hahn/Schoettler 1988 - δημιουργεί ένα «εκδοτικό» κενό (μεταξύ των αυτοκριτικών του '72 και των κειμένων για το Φρόυντ του 1976 δεν δημοσιεύεται καμιά σημαντική μελέτη - Schoettler 1977).

Η «θετική» σημασία αυτών των κειμένων για την εξέλιξη του Αλτουσέρ βρίσκεται στη νέα μέθοδο γραφής και παρέμβασης που εγκαινιάζουν: «για να είναι αποτελεσματική στη θεωρητική ταξική πάλη, η μαρξιστική φιλοσοφία θα έπρεπε να συνοψίσει και "ενοποιήσει" τις "σωστές ιδέες". Έτσι μπόρεσαν να δημιουργηθούν στην περίοδο που ακολούθησε κείμενα πιο ευκολανάγνωστα και πιο σαφή» (Hahn/ Schoettler 1988, σ. 5). Ήδη στην «Απάντηση» γίνεται φανερό ότι ο Αλτουσερ γράφει απλούστερα και - γεγονός που καθορίζει τον τρόπο γραφής - μιλά ευθύτερα και εκτενέστερα για την πολιτική, θεωρεί επιτακτική ανάγκη να μιλήσει για την πολιτική των κομμουνιστικών κομμάτων και να τονίσει τις διαμετρικά αντίθετες πολιτικές συνέπειες που έχει (θα είχε) η υιοθέτηση των θεωρητικών θέσεων του επαναστατικού μαρξισμού. Με άλλη διατύπωση, ο Αλτουσέρ εξάγει με τον πιο αυστηρό και ταυτόχρονα νομιναλιστικό τρόπο τις συνέπειες που έχει η αυτοκριτική του περί θεωρητικισμού. Το αντίθετό της είναι η πολιτική και η ευκρίνεια.

Ο θεωρητικισμός δεν είναι μόνο μια φιλοσοφικά «λανθασμένη» θέση. Η δυνάμει εξίσωση πολιτικής-φιλοσοφίας δείχνει ότι είναι πολιτικό σφάλμα, και στην άμεση γλώσσα της πολιτικής θεωρητικισμός σημαίνει «δύσκολο κείμενο». Αυτή την «κατά γράμμα» ερμηνεία δίνει ο Αλτουσέρ σε φυλλάδιο που παρουσιάζει τη σειρά Theorie το 1973: θεωρητικισμός είναι η «αφηρημένη γλώσσα» και η «Απάντηση» είναι πιο «ευανάγνωστη, σαφής, απλή και πολύ πολιτική. Προοδεύουμε! Και ελπίζουμε να τα πάμε ακόμη καλύτερα».

Το σχήμα που εκθέσαμε προηγουμένως για τη μορφή πολιτικής παρέμβασης του Αλτουσέρ στην περίοδο 1949-1972 (ένας ακαδημαϊκός διανοούμενος που εκφράζεται πολιτικά «σε δεύτερο βαθμό» μέσω ενός μοναδικού στη μαρξιστική θεωρία έργου που συνδυάζει αυστηρότητα, πρωτοτυπία και χρήση των πιο ποικίλων θεωρητικών πηγών) αντιστρέφεται ως ένα σημείο. Ο Αλτουσέρ επιχειρεί να παρέμβει ως πολιτικός (έχοντας παρουσιάσει θεωρητικά τους τίτλους που νομιμοποιούν αυτή την άμεση παρέμβαση) και, αντλώντας με συνέπεια θέσεις από το θεωρητικό του παρελθόν, επιχειρεί να τις ενεργοποιήσει πολιτικά, μετατρεπόμενος σε «σχολιαστή της πολιτικής» που χρησιμοποιεί την προηγούμενη θεωρητική του εργασία.6 Μετά την «Απάντηση», συνθήματα δεν είναι μόνο οι τίτλοι των έργων αλλά και το περιεχόμενό τους. Κατ' αυτό είναι ορθή η εκτίμηση των Hahn/Schoettler που εντοπίζουν στο «συγχρονισμό» με την πολιτική και την αλλαγή «ύφους» μετά το '72 τη μεταβολή του θεωρητικού (δια)βήματος του Αλτουσέρ.

Η μη δημοσίευση πρωτότυπων κειμένων στην τετραετία '72-76 (η «Υποστήριξη της Αμιένης» του '75 απλά συγκεφαλαιώνει για ακαδημαϊκούς σκοπούς την πορεία του Αλτουσέρ) αναβάλλει την εκδήλωση των συμπτωμάτων της ευθείας «πολιτικοποίησης». Η παρέμβαση του Αλτουσέρ θα γίνει αισθητή μετά το 1976 σε μια συγκυρία πολύ γνωστή (Τσεκούρας 1987, Μηλιός 1990), η οποία φέρνει στο προσκήνιο τους θεωρητικούς («έχουν τεθεί στην ημερήσια διάταξη των κομματικών συζητήσεων... φιλοσοφικά ζητήματα» - Αλτουσέρ 1980, σ. 10). Ο Αλτουσέρ θα προσπαθήσει να δείξει ότι «η πολιτική στρατηγική της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι νικηφόρα γιατί δεν αμφισβητεί την αστική πολιτική στρατηγική, αλλά εντάσσεται σ' αυτή ως μια "προοδευτική" εκδοχή της». Στη συνέχεια θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες της ήττας αφού «η πολιτική αυτή παρέμβαση, που σχηματικά μπορεί να ονομασθεί "κριτική από τ' αριστερά" ηττήθηκε από την κυρίαρχη "ευρωκομμουνιστική" στρατηγική» (και τα δύο αποσπάσματα από Μηλιός 1990, σσ. 64-5).

Η συγκυρία αυτή στην οποία ο Αλτουσέρ είναι, όπως είδαμε, «έτοιμος» να παρέμβει διαθέτοντας εκ των προτέρων τα «όπλα» του, θέτει ως επίδικο αντικείμενο το κράτος (την έννοια του και το μέλλον του) και το κόμμα. Σ' αυτά τα ζητήματα θα απαντήσει ο Αλτουσέρ με κείμενα που σε πολλά σημεία θυμίζουν - με το διδακτικό ύφος και τις επαναλήψεις - παρεμβάσεις μαρξιστών ηγετών σε στιγμές έντονης εσωκομματικής αντιπαράθεσης.

Ο Αλτουσέρ θα επικρίνει βίαια τα κομμουνιστικά κόμματα, την πολιτική και τη λειτουργία τους με μια σειρά θέσεις που έχουν άμεσο ενδιαφέρον για όσους θεωρούν ότι το ιστορικό παρόν δεν είναι ασύμβατο μ' αυτό που ορίσαμε παραπάνω ως «επιθετική στρατηγική». Η πρακτική του δείχνει όμως και την αντιφατικότητα της προσπάθειας να γίνει άμεση πολιτική (να ληφθούν συγκεκριμένες θέσεις σε κάθε συγκυρία και να επιχειρηθούν συμμαχίες) με ταυτόχρονη αναφορά σε ένα συνεκτικό και αυστηρό σύστημα εννοιών (παραδείγματα: η εγκατάλειψη της «δικτατορίας του προλεταριάτου» από το ΚΚΓ είναι επαινετέα διότι δηλώνει έμπρακτα τη ρήξη με το σοβιετικό μοντέλο και ταυτόχρονα απορριπτέα διότι χωρίς αυτή την έννοια δεν μπορούμε να πούμε τίποτε για το κράτος και το σοσιαλισμό - η δυνατότητα «ειρηνικού δρόμου» στο σοσιαλισμό δεν πρέπει να αποκλεισθεί αλλά η συντριβή του αστικού κράτους είναι απολύτως απαραίτητη - Αλτουσέρ 1980).

Πέρα από την εμφανή διακύμανση μεταξύ μιας μάλλον ευνοϊκής αντιμετώπισης του ΚΚΓ το 1976 και της οριστικής ρήξης το 1978 (το Κόμμα έχει μεταβληθεί σε ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους και «μιμείται» απόλυτα το κράτος στις κατασταλτικές και ιδεολογικές του πρακτικές, μη επιτρέποντας την άσκηση επαναστατικής πολιτικής) (Αλτουσέρ 1980 και 1978 αντιστοίχως), οι παρεμβάσεις αυτής της περιόδου καταγγέλλουν το κόμμα-κράτος, την πρακτική χειραγώγησης των μαζών και τη συνομωσία σιωπής γύρω από την ιστορία, διαπιστώνοντας ότι υπάρχει «βαθιά μόλυνση της θεωρητικής σύλληψης της πολιτικής από την αστική ιδεολογία» (Αλτουσέρ 1980α, σ. 16). Επικεντρώνονται έτσι στο αίτημα μιας επαναστατικής πολιτικής «έξω από το κράτος» (το οποίο, όπως διαρκώς τονίζει ο Αλτουσέρ, πρέπει να συντριβεί) και ταυτόχρονα «μέσα στις μάζες» (η θεωρητική θεμελίωση της «εξωκρατικότητας» γίνεται με την ανάλυση του πολιτικού ιδεολογικού μηχανισμού στη «Σημείωση» του 1976, Αλτουσέρ 1987).

Η πολιτική τοποθέτηση του Αλτουσέρ είναι κατ' αρχήν συνεπής προς τη νέα αντίληψή του για τη φιλοσοφία (διττά συνεπής: ο Αλτουσέρ ασκεί άμεσα πολιτική και παράλληλα «δίνει το λόγο στις μάζες», αποδεχόμενος τον καθοριστικό τους ρόλο που οδηγεί στην υπέρβαση όχι μόνο των θεωρητικά επικυρωμένων μορφών οργάνωσης - κόμμα, συνδικάτο - αλλά και του ίδιου του μαρξισμού εφόσον οι συνθήκες κρίσης και το «σημείο μηδέν» της επίσημης θεωρίας καθιστά δυνατό κάθε μετασχηματισμό του υπάρχοντος). Είναι όμως συνεπής και προς τις αλτουσεριανές αναλύσεις του παρελθόντος: χωρίς αναφορά στις θέσεις ενάντια στον ανθρωπισμό και τον οικονομισμό και τις αναλύσεις για τους τρόπους παραγωγής, τους οικονομικούς νόμους του καπιταλισμού, την αμείλικτη δυναμική της αναπαραγωγής, τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, οι πολιτικές επαναστατικές θέσεις που προτείνονται στερούνται κάθε νοήματος. Ο Αλτουσέρ περιορίζεται στο να συνάγει τις λογικές συνέπειες αυτών των αναλύσεων που δεν παύει να διεκδικεί ως επιστημονικές.

Εφαρμόζοντας στην πράξη τη θέση του ότι σε «συγκρουσιακές επιστήμες» σαν το μαρξισμό «κανένας συμβιβασμός δεν είναι δυνατός» (Αλτουσέρ 1991) και προσπαθώντας να καλύψει - στη θέση του Κόμματος - το κενό επαναστατικής πολιτικής, αντιμετωπίζει βέβαια το ενδεχόμενο της προσωπικής ήττας. Αντιμετωπίζει παράλληλα και την πραγματικότητα της αντίφασης που αποτυπώνει στα κείμενά του η σκληρή πολιτική αντιπαράθεση: η ανάγκη καταγγελίας της αποστέωσης του μαρξισμού τον οδηγεί στιγμιαία στο να «σπάσει το ραβδί» δηλώνοντας ότι δεν υπάρχει θεωρία του κράτους, της επαναστατικής οργάνωσης, της ιδεολογίας (Αλτουσέρ 1980 και 1990), δηλαδή ότι η συλλογική θεωρία του μαρξισμού που ο ίδιος προσπάθησε να ανασυγκροτήσει πρέπει να δώσει τη θέση της σε μια κατάδυση στον αυθορμητισμό των μαζών. Και τέλος αντιμετωπίζει τον «επικαθορισμό» της ψύχωσης που προφανώς δεν αντανακλάται μόνο στη συμπεριφορά των τελευταίων χρόνων δημόσιας ζωής, αλλά συνδέεται με τα κείμενά του και τις «διαγραφές» ορισμένων «περιοχών» τους.

Η πολιτική ήττα, η ψύχωση, το θέαμα ενός θεωρητικού που εμπλέκεται στην καθημερινή πολιτική χωρίς να του ζητηθεί για να «σπάσει τα μούτρα του» όχι μόνο μέσα στη φιλοσοφία όπως ο ίδιος είχε προβλέψει, αλλά και δημόσια την ώρα που προτείνει ως πολιτική τις αντιφάσεις του, αποτελούν άραγε, όπως θεωρεί ο Μπαλιμπάρ, «ικανή αιτία για να μη μπορέσει ποτέ κανείς να μιλήσει για "έργο του Αλτουσέρ"»;

6. «Αποτυχία» του Αλτουσέρ; Η θεωρητική παρέμβαση του Αλτουσέρ διαπλέκεται άμεσα με το προσωπικό δράμα και έτσι οι αναφορές στα κείμενά του έχουν κατ' ανάγκη ισχυρή φόρτιση: μείγμα οίκτου και αλαζονείας στους σημερινούς νικητές (στις περιπτώσεις που εξαιρετικές συνθήκες, όπως ο βιολογικός του θάνατος, επιβάλλουν κάποια μνεία), συγκίνηση και φόβος της «κοινής μοίρας» στους ηττημένους που εξακολουθούν να συνδέονται με το έργο του. Η σκιά της αποτυχίας διακρίνεται και στις δύο περιπτώσεις.

Είναι όμως προφανές ότι ο Αλτουσέρ δεν απέτυχε. Η εντύπωση περί αποτυχίας του Αλτουσέρ οφείλεται στη χρονική σύμπτωση μιας προσωπικής περιπέτειας με μια αντικειμενική κατάσταση  - η οποία προσωρινά ονομάζεται «θάνατος του μαρξισμού». Αυτό δείχνει ίσως ότι η επικρατούσα άποψη για τις αναλύσεις του Αλτουσέρ θα ήταν εντελώς διαφορετική αν δεν συνέβαιναν τα παραπάνω. Και δείχνει περαιτέρω, επειδή scripta manent, ότι τίποτε δεν μπορεί να προδικάσει την αποτίμηση του έργου του σε μια μελλοντική συγκυρία όπου μάλιστα το δράμα του παρόντος δεν θα λειτουργεί συγκινησιακά.

Τη μη αποτυχία τον Αλτονσέρ δείχνει όμως μια άλλη, αυτή τη φορά αναγκαία, σύμπτωση. Όσοι επιμένουν να είναι μαρξιστές κατανοούν στην πράξη ότι το να πάψουν να αναφέρονται στο έργο τον Αλτουσέρ, δηλαδή να το μελετούν και να οριοθετούνται απέναντι τον, είναι αδύνατο γιατί οι θεωρητικοί τους ορίζοντες και τα πολιτικά τους ενδιαφέροντα εμπίπτουν στο πεδίο του Αλτουσέρ. Και αυτοί ακριβώς γνωρίζουν ότι οι συλλογικές εκρήξεις εμπεριέχουν και προσωπικά οράματα.

 
Althusser L. (1965), Pour Marx, Paris.

Althusser L. (1968), Lire le Capital, Paris.

Althusser L. (1972), Lenine et la philosophie, Paris.

Althusser L. (1974), Philosophie et philosophie spontanee des savants, Paris.

Althusser L. (1975), Elemente der Selbstkritik, (εισαγωγή P.Schoettler, Widerruf oder Berichtigung), Westberlin.

Althusser L. (1976), «Geschichte beendet, endlose Geschichte», σε D. Lecourt, Proletarische Wissenschaft?, Westberlin.

Althusser L. (1987), Machiavelli, Montesqieu, Rousseau, Berlin.

Karz S. (1975), Theorie und Politik: Louis Althusser, Frankfurt /M.

Lecourt D. (1975), «Louis Althusser, la philosophie et la lutte des classes», αναδ. στου ίδιου, La philosophie sans feint e, Paris 1982.

Schoettler P. (1977), «Bibliographie der Arbeiten von L. A. 1950-1976» σε Althusser L., Ideologie und ideologische Staatsapparate, Hamburg Westberlin.

Schoettler P., B. Hahn (1988), «Ein Denken an den Grenzen», KultuRRevolution τ. 20.

Αλτουσέρ Α., Τζ. Λιούις (1977), Απάντηση στον Τζων Λιούις και Κριτική του έργου του Λ. Αλτουσέρ, Αθήνα

Αλτουσέρ Λ. (1978), Τι πρέπει ν' αλλάξει στο κομμουνιστικό κόμμα, Αθήνα.

Αλτουσέρ Λ. (1980), Για την κρίση του μαρξισμού, Αθήνα.

Αλτουσέρ Λ. κ.ά (1980α), Συζήτηση για το κράτ ος, Αθήνα.

Αλτουσέρ Λ. (1983), Στοιχεία αυτοκριτικής, Αθήνα.

Αλτουσέρ Λ. (1983α), Θέσεις, Αθήνα.

Αλτουσέρ Λ. (1987), «Σημείωση σχετικά με τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους», Θέσεις τ. 21.

. Αλτουσέρ Λ. (1990), «Μαρξισμός, ένας κριτικός απολογισμός», εφ. Η Εποχή, 28.10.90.

Αλτουσέρ Α., (1991), «Για τον Μαρξ και τον Φρόυντ», Θέσεις, τ. 35.

Δημούλης Δ. (1990), «Παρατηρήσεις για τα σοβιετικά Συντάγματα του 1918 και 1936», Θέσεις τ. 33.

Μηλιός Γ. (1990), «Από τη συντριβή του "κρατικού μηχανισμού" στην "κρίση και μετεξέλιξη" του κράτους», Θέσεις τ. 30.

Μπαλιμπάρ Ε. (1989), «Σώπαινε ακόμα Αλτουσέρ!», Ο Πολίτης, τ. 98

Τσεκούρας θ. (1987), «Ποιος θυμάται την επανάσταση;», Θέσεις τ. 19

 
 
1. Στη σημερινή συγκυρία «θανάτου» του μαρξισμού  - ένα από τα εμβλήματα της οποίας είναι και ο θάνατος εκείνου που παρουσιάσθηκε ως ο «τελευταίος» μαρξιστής φιλόσοφος - διαγράφονται δύο στρατηγικές απεμπλοκής από το ναυάγιο της αριστεράς. Η «αμυντική», που επιδιώκει να συγκροτήσει ευρείες (άρα ασταθείς και μινιμαλιστικές) συμμαχίες για την εξασφάλιση και, ει δυνατόν, διεύρυνση των «κεκτημένων», και η «επιθετική» που επιμένει να υπενθυμίζει έστω και «εν τη ερήμω» ότι οι βασικές θέσεις του μαρξισμού για τον καπιταλισμό, το αστικό κράτος, και τα πρόσφορα μέσα ανατροπής τους διατηρούν πλήρη ισχύ. Η πρώτη στρατηγική αναζητά τις προϋποθέσεις για την άρθρωση ενός συναινετικού και «δημοκρατικού» λόγου, ενώ η δεύτερη δεν παύει να προσδιορίζεται μέσω των αναλύσεων και της πρακτικής του επαναστατικού μαρξισμού. Το γεγονός ότι η πρώτη φαίνεται σήμερα ηγεμονική και η δεύτερη απλώς «νοσταλγική», δείχνει γιατί τα κείμενα του Αλτουσέρ (όπως και όσα αναφέρονται σ' αυτόν) εξακολουθούν να είναι για τους περισσότερους «ανεπίκαιρα» (ενοχλητικά).

2.. «Κανείς δεν έχει πολιτικά το δικαίωμα να "γράφει εκ νέου" τη δική του ιστορία, να διορθώνει το παρελθόν του χωρίς να το λέει» (Althusser 1975, σ. 97)

3. Το σχήμα του Μπαλιμπάρ υιοθετεί κατά βάση ο Α. Μπαλτάς «Τα μέρη του λόγου και τα μέρη του ρήματος», Ο Πολίτης, τ. 100, 1989). Ο «πρώτος χρόνος του ρήματος του Αλτουσέρ» είναι «θεωρητικιστικός», συνδέεται με τον ορισμό της φιλοσοφίας ως «θεωρίας της θεωρητικής πρακτικής» και αποτελεί τη φιλοσοφική ανάγνωση των κλασικών κειμένων του μαρξισμού (σ. 41). Ο «δεύτερος χρόνος» («η φιλοσοφία ταξική πάλη στο χώρο των θεωρητικών σχηματισμών») τείνει να αποτελέσει μια «αυστηρά συμμετρική... παρέκκλιση», τον «πρακτικισμό» και μόνος τρόπος να τον αποφύγει είναι να «διαγράψει... μια προς μια. όλες τις θέσεις» του «πρώτου χρόνου» (σ. 42), αναμένοντας εν σιωπή την πολιτική φιλοσοφική συνέχεια σε άλλη συγκυρία.

Αυτή η συμμετρίας χάριν «ανακατασκευή» της πορείας του Αλτουσέρ αφ' ενός ανάγει το «σύμπτωμα» των φιλοσοφικών ορισμών σε άξονα περιστροφής του αλτουσεριανού έργου (δεδομένου ότι η αναφορά στους πολιτικούς λόγους της σιωπής σε συνθήκες εν γένει «ήττας» της αριστεράς δεν συνδέεται οργανικά με το προηγούμενο «αυτοκαταστροφικό» σχήμα) και αφ' ετέρου (και κυρίως) αγνοεί τόσο τη διαρκή διόρθωση θέσεων πριν την αλλαγή του «ορισμού» όσο και την επίμονη, «διαχρονιχή» υποστήριξη (και μη «διαγραφή») εκ μέρους του Αλτουσέρ, ορισμένων θεμελιωδών θέσεων οι οποίες υπερβαίνουν σε πολιτικές συνέπειες και θεωρητική ισχύ τους «συμμετρικούς» ορισμούς φιλοσοφίας και τις «γεωμετρικές» ασκήσεις εφαρμογής τους.

4. Η παρέκβαση στη θεωρία της ψυχανάλυσης (ιδίως Αλτουσέρ 1983α και Αλτουσέρ 1991) αποτελεί επίσης προσπάθεια «αρνητικής» οριοθέτησης του μαρξισμού και ταυτόχρονα ενίσχυσης θέσεων του, αλλά έχει διαφορετικές προϋποθέσεις (συμπληρωματικότητα, κοινή κριτική λειτουργία, συγκρουσιακή υφή της ψυχανάλυσης και του μαρξισμού που έρχονται σε αμετάκλητη ρήξη με την αστική ιδεολογία) και δεν είναι δυνατόν να εξετάσουμε εδώ τα αμφίβολα αποτελέσματά της (Μπαλιμπάρ 1989), που πρέπει να συσχετισθούν και με την ψυχαναλυτική - ψυχιατρική εμπειρία του Αλτουσέρ.

5. Η λέξη ολοκληρωμένο τίθεται σε εισαγωγικά γιατί εδώ δεν θα εξετασθούν - αλλά μόνο θα αναφερθούν - δύο μείζονες εισφορές του Αλτουσέρ στη μαρξιστική θεωρία. Η πρώτη - παραγνωρισμένη όσο και σημαντική - αφορά τις διαδοχικές επεξεργασίες (από το Lire   le   Capital ως τα Στοιχεία αυτοκριτικής ) για το πρόβλημα της αλήθειας. Ο Αλτουσέρ, ξεκινώντας από τη θέση του Σπινόζα περί «εσωτερικότητας» (η αλήθεια βρίσκεται στην αλήθεια) απορρίπτει απόλυτα το μεταφυσικό νομικό «κριτήριο» της αλήθειας, δείχνοντας ότι υπάρχει μόνο πρακτική, σύγκρουση και θέσεις με ταξικούς προσδιορισμούς και αποτελέσματα. Οι σχετικές αλτουσεριανές θέσεις δεν καταρρίπτουν μόνο τους θετικιστικούς βαυκαλισμούς αλλά και τη φιλελεύθερη τελευταία λέξη της επιστημολογικής μόδας που «ανακαλύπτοντας» ότι κανένας δεν μπορεί να επικαλεσθεί «ακόμη» ισχυρό κριτήριο αλήθειας (και θεωρώντας «προφανώς» αναγκαία και δυνάμει εφικτή την ανεύρεςή του) καταλήγει στο ότι όλες οι απόψεις είναι εξ ίσου θεμιτές-ισχυρές. Απέναντι στη θετικιστική διαφάνεια και τον εκ του πανεπιστημιακού ασφαλούς «αναρχισμό» ο Αλτουσέρ διακρίνει την πραγματικότητα της σύγκρουσης και τα αποτελέσματά της. Η δεύτερη μείζων εισφορά του Αλτουσέρ  - που όλοι γνωρίζουν και εμπράκτως αγνοούν - είναι η θεωρία για τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους. Πρόκειται για ένα αμιγώς διαπλαστικό  - σε αντίθεση με την αναγνωριστική συμβολή στην επεξεργασία άλλων εννοιών - τμήμα του έργου του (κύριος τόπος εκφοράς, Αλτουσέρ 1983α) που αποτελεί το τρίτο «γεγονός» της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους (Δημούλης 1990) και, πρακτικότερα, την πληρέστερη μαρξιστική ερμηνεία των φοιτητικών εξεγέρσεων της δεκαετίας του '60. Η σημασία που έχει για την πληρότητα της θεωρίας του κράτους (στην οποία εισάγεται «οργανικά» μέσω της προβληματικής της αναπαραγωγής) αλλά και την επεξεργασία μιας «νέας πρακτικής της πολιτικής» μένει να εκτιμηθεί. Σημειώνουμε τέλος ότι η εργασία του Αλτουσέρ σ' αυτά τα φαινομενικά ανεξάρτητα πεδία έχει ένα συνδετικό κρίκο, χωρίς τον οποίο δεν θα ήταν δυνατή η διατύπωση των θέσεών του. Πρόκειται για τις επίσης «διαχρονικές» επεξεργασίες για την ιδεολογία με τις οποίες δημιουργεί τη μαρξιστική της έννοια - από τον πρώτο ορισμό και την καίρια ανάλυση για την αναγκαιότητα της ιδεολογίας σε μια αταξική κοινωνία ( Pour   Marx ) ως τη «Σημείωση» του 1976 (Αλτουσέρ 1987, επίσης Αλτουσέρ 1983 και 1983α).

6.. Ένα από τα κλειδιά κατανόησης αυτής της μεταβολής είναι η θέση του Αλτουσέρ για τους διανοούμενους, για την οποία θα γίνει εδώ μόνο μια νύξη. Σύμφωνα με τον Μπαλιμπάρ (1989), ο Αλτουσέρ αναιρεί πλήρως την ανάλυση του Pour   Marx και του Lire   le   Capilal για την αυτονομία των διανοουμένων και τη δομική εξωτερικότητά τους προς το εργατικό κίνημα στο οποίο «εισάγουν» τη θεωρία, με το να υποστηρίξει το 1976 (Αλτουσέρ 1987 και ιδίως 1991) ότι είναι ανάγκη να «γίνει κανείς προλετάριος» για να επεξεργασθεί μια επαναστατική θεωρία. Πιστεύουμε ότι δεν πρόκειται για «μη διαλεκτική ενότητα των αντιθέτων» διότι και στα κείμενα του '76 αναγνωρίζεται ότι οι μεγάλοι μαρξιστές θεωρητικοί μπόρεσαν να παρέμβουν μόνο επειδή είχαν «αστική» μόρφωση και θεωρείται μάλιστα ως ζωτικής σημασίας η ανάγκη να συνεχίσουν οι διανοούμενοι να είναι διανοούμενοι (άρα να διαφέρουν από τους «προλετάριους» που δεν έχουν τη δυνατότητα να «είναι διανοούμενοι»). Η διαφορά είναι ότι τα κείμενα αυτά προχωρούν πιο πέρα και δείχνουν ποιο είναι το στοιχείο που κάνει έναν αστό διανοούμενο, θεωρητικό της εργατικής τάξης: πρόκειται για την υιοθέτηση της προλεταριακής «οπτικής» που τον στρέφει ενάντια στην αστική ιδεολογία και τα άμεσα συμφέροντα του. Σ' αυτό το σημείο ο Αλτουσέρ δεν «διαγράφει» τις θέσεις του αλλά απομακρυνόμενος από την ακαδημαϊκή πρακτική προσθέτει στα φαινόμενα την αιτία τους.