Για τον «ιδανικό μέσο όρο» και τις μορφές μετάβασης
Τεύχος 33, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1990


Παράρτημα: για τον «ιδανικό μέσο όρο» και τις μορφές μετάβασης
του Louis Althusser
μετάφραση Χρ. Γιαννούλη και Δ. Δημούλης

Μια λέξη μόνο για δύο σημαντικά θεωρητικά προβλήματα που έχουν άμεση σχέση με την ανακάλυψη του Μαρξ και τις μορφές έκφρασης της: πρόκειται για το πρόβλημα του ορισμού του αντικειμένου του Κεφαλαίου ως «ιδανικού μέσου όρου» του υπαρκτού καπιταλισμού - και το πρόβλημα των μορφών μετάβασης από έναν τρόπο παραγωγής σε κάποιον άλλο.

«Σε μια τέτοια γενική έρευνα» γράφει ο Μαρξ «θα προϋποτίθεται πάντα ότι οι πραγματικές σχέσεις αντιστοιχούν στην έννοια τους ή, πράγμα που είναι το ίδιο, οι πραγματικές σχέσεις θα εκτίθενται μόνο στο μέτρο που εκφράζουν το γενικό τύπο τους (allgemeinen Typus)...»'

Ο Μαρξ ορίζει επανειλημμένα αυτό το γενικό τύπο ως τον «ιδανικό μέσο όρο» (idealer Durchschnitt) του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο χαρακτηρισμός αυτός με τον οποίο ο μέσος όρος και το ιδανικό συνδυάζονται εννοιολογικά, χωρίς να παύουν να αναφέρονται σε κάποια υπαρκτή πραγματικότητα, θέτει για άλλη μια φορά το ζήτημα της φιλοσοφικής προβληματικής που βρίσκεται πίσω από αυτούς τους όρους: δεν πάσχει άραγε από εμπειρισμό; Αυτό θα μας έκανε να πιστέψουμε · το ακόλουθο απόσπασμα από τον Πρόλογο της πρώτης γερμανικής έκδοσης του Κεφαλαίου:

«Ο φυσικός παρατηρεί τις φυσικές διαδικασίες είτε εκεί όπου εμφανίζονται με την πιο έντονη μορφή και ελάχιστα θολωμένες από ενοχλητικές επιδράσεις είτε, όπου αυτό είναι δυνατό, κάνει πειράματα σε συνθήκες που εξασφαλίζουν την καθαρή εξέλιξη της διαδικασίας. Στο έργο αυτό έχω να μελετήσω τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και τις σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής που αντιστοιχούν σ' αυτόν. Ο κλασικός τόπος του είναι μέχρι τώρα η Αγγλία. Γι αυτό ακριβώς το λόγο χρησιμεύει ως κύριο μέσο ανάγλυφης παρουσίασης της θεωρητικής μου ανάπτυξης»3.

Ο Μαρξ επιλέγει λοιπόν το παράδειγμα της Αγγλίας. Ωστόσο υποβάλλει το παράδειγμα αυτό σε μια σημαντική «κάθαρση» μια και, όπως ο ίδιος ομολογεί, το αναλύει αφού κάνει την υπόθεση ότι το αντικείμενο του δεν περιλαμβάνει παρά μόνο δύο τάξεις (κατάσταση για την οποία δεν έχουμε παράδειγμα στον κόσμο) και ότι η παγκόσμια αγορά υπάγεται ολόκληρη στην καπιταλιστική παραγωγή, πράγμα που είναι επίσης εκτός πραγματικότητας. Ο Μαρξ λοιπόν οεν - μελετά καν το παράδειγμα της Αγγλίας, παρ' ότι αυτό είναι κλασικό και καθαρό, αλλά ένα ανύπαρκτο παράδειγμα, αυτό που ορθά αποκαλεί «ιδανικό μέσο όρο» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο Λένιν επισήμανε αυτή την εμφανή δυσχέρεια στις Νέες παρατηρήσεις για τη θεωρία της πραγματοποίησης τον 1899 (Έργα, γαλ. έκδ.,τ.ΙΥ, σς. 8788):

«Ας σταματήσουμε για λίγο ακόμη σε ένα πρόβλημα που απασχολεί εδώ και πολύ καιρό τον Στρούβε: ποια είναι η αληθινή επιστημονική αξία της πραγματοποίησης;

Είναι ακριβώς η ίδια με την αξία όλων των άλλων θέσεων της αφηρημένης θεωρίας τον Μαρξ. Αν ο Στρούβε ταράζεται από το ότι "η απόλυτη πραγματοποίηση είναι το ιδανικό της καπιταλιστικής παραγωγής αλλά επ' ουδενί λόγω η πραγματικότητα της", θα του υπενθυμίσουμε ότι και όλοι οι υπόλοιποι νόμοι του καπιταλισμού που ανακαλύφθηκαν από τον Μαρξ εκφράζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ως ιδανικό τον καπιταλισμού και επ' ουδενί λόγω ως πραγματικότητα τον. "Σκοπός μας" έγραφε ο Μαρξ "είναι να παρουσιάσουμε αποκλειστικά την εσωτερική οργάνωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, θα λέγαμε στον ιδανικό μέσο όρο του". Η θεωρία του κεφαλαίου προϋποθέτει ότι ο εργάτης παίρνει ολόκληρη την αξία της εργατικής του δύναμης. Αυτό είναι το ιδανικό του καπιταλισμού αλλά επ' ουδενί λόγω η πραγματικότητα του. Η θεωρία της προσόδου προϋποθέτει ότι το σύνολο του αγροτικού πληθυσμού χωρίζεται σε ιδιοκτήτες γης και μισθωτούς εργάτες. Αυτό είναι το ιδανικό του καπιταλισμού και επ' ουδενί λόγω η πραγματικότητα του. Η θεωρία της πραγματοποίησης προϋποθέτει μια αναλογική κατανομή της παραγωγής. Αυτό είναι το ιδανικό του καπιταλισμού και επ' ουδενί λόγω η πραγματικότητα του».

Ο Λένιν επαναλαμβάνει απλώς τα λόγια του Μαρξ, αντιπαραθέτοντας, με αφετηρία τον όρο «ιδανικός» στην έκφραση «ιδανικός μέσος όρος», την ιδανικότητα (idealite) του μαρξικού αντικειμένου στην υφιστάμενη ιστορική πραγματικότητα. Αν επιμείνουμε περισσότερο σ' αυτή την αντίθεση θα πέσουμε ξανά στις παγίδες του εμπειρισμού, ιδίως αν καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο Λένιν χαρακτηρίζει τη θεωρία του Μαρξ ως μια «αφηρημένη» θεωρία που μοιάζει έτσι να αντιπαρατίθεται με φυσικότητα στο συγκεκριμένο ιστορικό χαρακτήρα της πραγματικότητας των υφιστάμενων μορφών του καπιταλισμού. Αλλά και εδώ μπορούμε να κατανοήσουμε την πραγματική πρόθεση του Μαρξ εννοώντας αφ', ενός αυτή την ιδανικότητα (idealite) ως ιδεατότητα (ideelite), δηλαδή ως την απλή εννοιολογική κατασκευή του αντικειμένου του Μαρξ, και αφ' ετέρου το «μέσο όρο» ως το περιεχόμενο της έννοιας του αντικειμένου του - και όχι ως το αποτέλεσμα μιας εμπειρικής αφαίρεσης. Το αντικείμενο του Μαρξ δεν είναι ένα ιδανικό αντικείμενο που αντιπαρατίθεται σε ένα πραγματικό αντικείμενο και, λόγω αυτής της αντίθεσης, διακρίνεται από αυτό, όπως το δέον διακρίνεται από το είναι, ο κανόνας από το γεγονός. Το αντικείμενο της θεωρίας του είναι ιδεατό, δηλαδή ορίζεται με γνωσιολογικούς όρους, με την αφαιρετικότητα της έννοιας. Ο ίδιος ο Μαρξ το λέει, γράφοντας ότι «ο ειδικός χαρακτήρας της (ενν. της καπιταλιστικής παραγωγής, στμ)... εκδηλώνεται (sich darstellt) σε ολόκληρη την εσωτερική μορφή τον πυρήνα της (In ihrer ganzen...Kerngeslah)»''. Αυτή η «Kerngestalt» και οι προσδιορισμοί της αποτελούν το αντικείμενο της ανάλυσης του Μαρξ στο βαθμό που αυτή η ειδοποιός διαφορά ορίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ως καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αυτό που σε αγοραίους οικονομολόγους, όπως ο Στρούβε, φαίνεται να αντιφάσκει προς την πραγματικότητα, αποτελεί για το Μαρξ την ίδια την πραγματικότητα, την πραγματικότητα τον θεωρητικού αντικειμένου τον. Για να το καταλάβουμε αυτό αρκεί να θυμηθούμε όσα λέχθηκαν για το αντικείμενο της θεωρίας της ιστορίας και συνεπώς της θεωρίας της πολιτικής οικονομίας: το ότι μελετά τις θεμελιώδεις μορφές ενότητας της ιστορικής ύπαρξης, δηλαδή τους τρόπους παραγωγής. Το ίδιο μας λέει άλλωστε και ο Μαρξ αν θελήσουμε να πάρουμε κατά γράμμα τα λόγια του στον πρόλογο της πρώτης γερμανικής έκδοσης (του Κεφαλαίου, στμ), όπου μιλά για την Αγγλία:

«Στο έργο αυτό έχω να μελετήσω τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και τις σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής που αντιστοιχούν σ' αυτόν» (ό.π.).

Αν διαβάσουμε προσεκτικά το κείμενο του Μαρξ, η Αγγλία αποτελεί απλώς πηγή παραδειγμάτων και ανάγλυφης παρουσίασης και επ' ουδενί λόγω αντικείμενο θεωρητικής μελέτης: «Ο κλασικός τόπος του είναι μέχρι τώρα η Αγγλία. Γι αυτό ακριβώς το λόγο χρησιμεύει ως κύριο μέσο ανάγλυφης παρουσίασης της θεωρητικής μου ανάπτυξης» (ό.π.).

Αυτή η σαφέστατη δήλωση τοποθετεί στη σωστή προοπτική την πρώτη φράση του αποσπάσματος που αναφερόταν στο παράδειγμα της φυσικής με όρους που θα άφηναν κάποιον να εννοήσει ότι ο Μαρξ αναζητούσε ένα «καθαρό» αντικείμενο που δεν «θολώνει από ενοχλητικές επιδράσεις». Υπ' αυτή την έννοια, και η Αγγλία είναι ένα μη καθαρό και διαταραγμένο αντικείμενο, αλλά αυτή η «έλλειψη καθαρότητας» και η «διατάραξη» δεν δημιουργούν καμιά δυσχέρεια στη θεωρία διότι θεωρητικό αντικείμενο τον Μαρξ δεν είναι η Αγγλία αλλά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής στην «Kerngestalt» τον και οι ' προσδιορισμοί αυτής της «Kerngestalt». Συνεπώς, όταν ο Μαρξ μας λέει ότι μελετά ένα «ιδανικό μέσο όρο», πρέπει να εννοήσουμε ότι αυτή η ιδανικότητα δεν συνδηλώνει το μη πραγματικό ή την ιδανική νόρμα αλλά την έννοια του πραγματικού - και ότι αυτός ο «μέσος όρος» δεν είναι ένας εμπειρικός μέσος όρος, και άρα δεν συνδηλώνει το μη ιδιαίτερο αλλά αντίθετα συνδηλώνει την έννοια της ειδοποιού διαφοράς του εξεταζόμενου τρόπου παραγωγής.

Ας προχωρήσουμε. Επανερχόμενοι στο αγγλικό παράδειγμα και συγκρίνοντας το με το εμφανώς αποκαθαρμένο και απλουστευμένο αντικείμενο του Μαρξ - τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής με δύο τάξεις - θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πραγματικό υπόλειμμα: και συγκεκριμένα - για να περιοριστούμε σ' αυτό το καίριο σημείο - αντιμετωπίζουμε την πραγματική ύπαρξη των άλλων τάξεων (ιδιοκτήτες γης, τεχνίτες, μικροκαλλιεργητές). Δεν θα ήταν παραδεκτό να αγνοήσουμε αυτό το πραγματικό υπόλειμμα επικαλούμενοι αποκλειστικά το γεγονός ότι ο Μαρξ έχει ως μόνο αντικείμενο την έννοια της ειδοποιού διαφοράς του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και αναφερόμενοι στη διαφορά μεταξύ της πραγματικότητας και της γνώσης της!

Ωστόσο αυτά που λέχθηκαν για το status της θεωρίας της ιστορίας αποκτούν το πλήρες νόημα τους μέσω αυτής ακριβώς της φαινομενικά καίριας δυσκολίας - η οποία αποτελεί και το μείζον επιχείρημα για την εμπειριστική ερμηνεία της θεωρίας του Κεφαλαίου. Κι αυτό διότι ο Μαρξ δεν μπορεί να μελετήσει την ειδοποιό διαφορά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής παρά μόνο εάν μελετήσει ταυτόχρονα τους άλλους τρόπους παραγωγής. Και υπό την προϋπόθεση να μελετήσει όχι μόνο τους άλλους τρόπους παραγωγής ως τύπους ειδικής ενότητας της Verbindung (συναρμογής) των παραγόντων της παραγωγής αλλά επίσης και τις σχέσεις των διάφορων τρόπων παραγωγής μεταξύ τους στη διαδικασία συγκρότησης των τρόπων παραγωγής. Η έλλειψη καθαρότητας του αγγλικού καπιταλισμού είναι ένα πραγματικό και καθορισμένο αντικείμενο που ο Μαρξ δεν θέλησε να μελετήσει στο Κεφάλαιο, αλλά το οποίο εμπίπτει στο πεδίο της μαρξιστικής θεωρίας: αυτή την έλλειψη καθαρότητας μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε προσωρινά, στην άμεση μορφή της, ως «επιβίωση» στο εσωτερικό του κυρίαρχου στη Μεγάλη Βρετανία καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ορισμένων μορφών άλλων τρόπων παραγωγής, οι οποίοι δεν έχουν ακόμη διαλυθεί και υποτάσσονται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αυτή η υποτιθέμενη «έλλειψη καθαρότητας» αποτελεί συνεπώς ένα αντικείμενο που εμπίπτει στο πεδίο της θεωρίας των τρόπων παραγωγής και ιδίως στη θεωρία μετάβασης από έναν τρόπο παραγωγής σε κάποιον άλλο, η οποία συνδέεται άρρηκτα με τη θεωρία της διαδικασίας συγκρότησης ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής, δεδομένου ότι όλοι οι τρόποι παραγωγής συγκροτούνται με αφετηρία τις υπάρχουσες μορφές ενός πρότερου τρόπου παραγωγής. Αυτό το αντικείμενο ανήκει αυτοδικαίως στη μαρξιστική θεωρία και εάν ξέρουμε να αναγνωρίζουμε τους νόμιμους τίτλους ενός τέτοιου αντικειμένου δεν μπορούμε να μεμφθούμε τον Μαρξ για το ότι δεν μας έδωσε τη θεωρία του. Όλα τα κείμενα του Μαρξ για την πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου αποτελούν τουλάχιστον την πρώτη ύλη, αν όχι και τη σκιαγράφηση αυτής της θεωρίας, όσον αφορά τη διαδικασία συγκρότησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δηλαδή τη μετάβαση από το φεουδαρχικό στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Πρέπει συνεπώς να αναγνωρίσουμε αυτό που πράγματι μας πρόσφερε ο Μαρξ και αυτό που, ενώ δεν μπόρεσε να μας προσφέρει, μας επιτρέπει να αντλήσουμε. Όπως μπορούμε να πούμε ότι διαθέτουμε μόνον τη σκιαγράφηση μιας μαρξιστικής θεωρίας των τρόπων παραγωγής που προηγήθηκαν του καπιταλιστικού, έτσι μπορούμε να πούμε και μάλιστα οφείλουμε να πούμε δεδομένου ότι η ύπαρξη αυτού του προβλήματος και κυρίως η ανάγκη να τεθεί με την κατάλληλη θεωρητική μορφή δεν έχουν αναγνωρισθεί γενικά - ότι ο Μαρξ δεν μας έδωσε μια θεωρία μετάβασης από έναν τρόπο παραγωγής σε κάποιον άλλο, δηλαδή θεωρία συγκρότησης ενός τρόπου παραγωγής. Γνωρίζουμε ότι αυτή η θεωρία είναι αναγκαία, πολύ απλά για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις ανάγκες αυτού που ονομάζεται οικοδόμηση του σοσιαλισμού και αντικείμενο της οποίας είναι η μετάδοση από τον καπιταλιστικό στο σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής, ή ακόμη για να επιλύσουμε τα προβλήματα που τίθενται από τη λεγόμενη «υπανάπτυξη» των χωρών του τρίτου κόσμου. Δεν μπορώ να εξετάσω λεπτομερώς τα θεωρητικά προβλήματα που θέτει αυτό το νέο αντικείμενο αλλά μπορούμε να θεωρήσουμε βέβαιο ότι η διατύπωση και η επίλυση αυτών των προβλημάτων που είναι καυτά και επίκαιρα, βρίσκονται στο επίκεντρο της μαρξιστικής έρευνας. Μ' αυτές τις θεωρητικές έρευνες συνδέονται άμεσα όχι μόνο τα προβλήματα της περιόδου της «προσωπολατρίας» αλλά και όλα τα σύγχρονα προβλήματα που εκφράζονται με τη μορφή του «εθνικού δρόμου προς το σοσιαλισμό», του «ειρηνικού» ή μη «δρόμου» κ.λπ.

Και σ' αυτό το σημείο ο Μαρξ δεν μας άφησε χωρίς ενδείξεις ή υλικό - παρ' ότι ορισμένες από τις διατυπώσεις του τείνουν να προκαλέσουν παρεξηγήσεις. Αν μπορούμε να θέσουμε ως θεωρητικό πρόβλημα το ζήτημα της μετάβασης από έναν τρόπο παραγωγής σε κάποιον άλλο - και έτσι όχι μόνο να κατανοήσουμε τις προηγούμενες μεταβάσεις αλλά και να πούμε κάτι για το μέλλον, να «πηδήσουμε πέρα από τον καιρό μας» (πράγμα που δεν μπορούσε να κάνει ο εγελιανός ιστορικισμός) - αυτό δεν συναρτάται με μια υποτιθέμενη «πειραματική δομή» της ιστορίας αλλά με τη μαρξιστική θεωρία της ιστορίας ως θεωρίας των τρόπων παραγωγής, με τον ορισμό των συστατικών στοιχείων των διάφορων τρόπων παραγωγής και με το γεγονός ότι τα θεωρητικά προβλήματα που θέτει η διαδικασία συγκρότησης ενός τρόπου παραγωγής (με άλλη διατύπωση τα προβλήματα του μετασχηματισμού ενός τρόπου παραγωγής σε κάποιον άλλο) εξαρτώνται άμεσα από τη θεωρία των προκείμενων τρόπων παραγωγής5. Γι αυτό ακριβώς μπορούμε να πούμε ότι ο Μαρξ μας έδωσε τα μέσα να σκεφθούμε πάνω σ' αυτό το πρόβλημα που είναι θεωρητικά και πρακτικά καθοριστικό: τα προβλήματα της μετάβασης μπορούν να τεθούν και να επιλυθούν με αφετηρία τη γνώση των προκείμενων τρόπων παραγωγής. Γι αυτό το λόγο μπορούμε να πούμε κάτι για το μέλλον και να κατασκευάσουμε τη θεωρία αυτού του μέλλοντος και κυρίως των μεθόδων και των μέσων που θα μας εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση του.

Η μαρξιστική θεωρία της ιστορίας, εννοούμενη με τον τρόπο που την ορίσαμε πριν, μας παρέχει αυτό το δικαίωμα, με την επιφύλαξη ότι θα μπορέσουμε να ορίσουμε με ακρίβεια τους όρους της και τα όρια της. Αλλά ταυτόχρονα μας κάνει να αναλογισθούμε τι μας μένει να κάνουμε - και μένουν πάρα πολλά - για να ορίσουμε με όλη την επιθυμητή ακρίβεια αυτές τις μεθόδους και αυτά τα μέσα. Αν είναι αλήθεια - υπό τον όρο να μη δώσουμε σ' αυτή την έκφραση ιστορικιστική χροιά - ότι η ανθρωπότητα αναλαμβάνει μόνο υποχρεώσεις τις οποίες μπορεί να εκπληρώσει, θα πρέπει επίσης να συνειδητοποιήσει απόλυτα τη σχέση μεταξύ των υποχρεώσεων και των δυνατοτήτων της, να δεχθεί να γνωρίσει αυτούς τους όρους και τη σχέση τους, δηλαδή να αμφισβητήσει αυτές τις υποχρεώσεις και τις δυνατότητες, προκειμένου να καθορίσει τα μέσα που είναι πρόσφορα για να παράγει το μέλλον της και να κυριαρχήσει σ' αυτό. Στην αντίθετη περίπτωση και μέσα στη «διαφάνεια» των νέων οικονομικών σχέσεων, θα κινδυνεύσει - εμπειρία που γνώρισε ήδη μέσα στη σιωπή του τρόμου, και που μπορεί να ζήσει μια ακόμη φορά με τις ευλογίες του ανθρωπισμού - θα κινδυνεύσει να κατευθυνθεί, με καθαρή συνείδηση, προς ένα μέλλον που εξακολουθεί να είναι φορτωμένο κινδύνους και σκιές.

1.. L. Althusser, E. Balibar, Lire le Capital, τ.II, Paris 1968, 6' έκδ., σα. 7278. Πρόκειται για τον «επίλογο» του σημαντικού έργου του Αλτουσέρ το οποίο εξακολουθεί να παραμένει αμετάφραστο στα ελληνικά.

2.. Karl Marx, Das Kapital, τ. 3, Marx Engels Werke, τ. 25, Berlin 1989, σ. 152. Τα αποσπάσματα του «Κεφαλαίου» μεταφράζονται εδώ από το γερμανικό πρωτότυπο και όχι από την μη ακριβή γαλλική μετάφραση που χρησιμοποιείται στο Lire le Capital. Οι υπογραμμίσεις δεν υπάρχουν στο γερμανικό πρωτότυπο (Στμ).

3. Das Kapital, τ. 1, MEW, τ. 23, Berlin 1988, σ. 12 (Στμ).

4.. Das Kapital, τ. 3, ό.π., σ. 254. Η υπογράμμιση και οι εντός παρενθέσεως αναφορές oto γερμανικό κείμενο έχουν γίνει από τον Αλτουσέρ. Στο Lire le Capital το εν λόγω απόσπασμα μεταφράζεται ως εξής: η «ειδοποιός διαφορά του καπιταλιστικού συστήματος εκδηλώνεται σε ολόκληρη τη δομή του πυρήνα του» (Στμ).

5. Βλ. τη μελέτη του Μπαλιμπάρ [στον ίδιο τόμο σ. 79 επ., στμ].