Το υπαρκτό, το τεχνητό και το «ανύπαρκτο»
Τεύχος 38, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1992


Το Υπαρκτό, το Τεχνητό και το «Ανύπαρκτο»
Μερικές σκέψεις με αφορμή το λεγόμενο «Μακεδόνικο»
του Άκη Γαβριηλίδη

«Μια συστηματική εξέταση της ιστορίας του σύγχρονου κόσμου θα έδειχνε, νομίζω, ότι σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις το κράτος προηγήθηκε του έθνους και όχι αντίστροφα, όπως διδάσκει ένας διαδεδομένος μύθος»

Immanuel Wallerstein

Τα τελευταία χρόνια, στο εσωτερικό του κυρίαρχου ιδεολογικού λόγου του νεοελληνικού κράτους, όλο και πιο κεντρική θέση καταλαμβάνει η αναφορά - ή η επισήμανση, ή η καταδίκη, ή όπως αλλιώς το πούμε - ενός κατ' αυτόν ανύπαρκτου θέματος - ή μάλλον του υπαρκτού θέματος που συνιστά η εκ μέρους άλλων υποστήριξη ενός κατ' αυτόν ανύπαρκτου θέματος. Πρόκειται βέβαια για το (πάντα απαραίτητα εντός εισαγωγικών τιθέμενο) Μακεδονικό ζήτημα.

Ο λόγος της κυρίαρχης ιδεολογίας περί Μακεδονικού έχει την τυπική δομή κάθε ιδεολογικής έγκλησης: θέτει ένα αγαθό, το οποίο μάλιστα είναι τόσο αυτονόητα αγαθό ώστε δεν χρειάζεται καν να χαρακτηριστεί ως τέτοιο (η εθνική ταυτότητα, η διαχρονική ενότητα του ελληνισμού), επισημαίνει έναν κίνδυνο που απειλεί το αγαθό αυτό (οι Σκοπιανοί ή και, κατά περίπτωση, οι «ανθέλληνες», τα «ξένα κέντρα αποφάσεων» κ.ο.κ.) και προσδιορίζει μια σειρά από καθήκοντα που αβίαστα συνάγεται ότι τίθενται για τα υποκείμενα που ο λόγος αυτός εγκαλεί (γι' αυτό θα πρέπει όλοι μαζί, απαλλαγμένοι από κομματικές σκοπιμότητες, να χαράξουμε επιτέλους μια εθνική εξωτερική πολιτική. .. κ.λπ. κ.λπ.).

Οι Σύγχρονοι Μακεδονομάχοι
Η σχετική φιλολογία το διάστημα αυτό γνωρίζει αναμφίβολα τη μεγαλύτερη της άνθιση, απ' τη στιγμή που αυτό που προηγουμένως θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπερβολική κινδυνολογία φαίνεται τώρα να δικαιώνεται πανηγυρικά απ' τα ίδια τα πράγματα: οι επιβουλευόμενοι τον ελληνισμό έκαναν ήδη το πρώτο βήμα, αρχίζοντας τη διαδικασία για τη συγκρότηση τους σε κράτος. Οι εθνικοί μας ιδεολόγοι δεν κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια: αρχίζουν ήδη να εκπονούν τακτικές προτάσεις για την αναχαίτιση τους και να αναπτύσσουν την κατάλληλη επιχειρηματολογία για να τις στηρίξουν. Και αν για τις πρώτες υπάρχουν κάποιες αποκλίσεις, επί της δεύτερης παρουσιάζεται εντυπωσιακή ομοφωνία εκ μέρους όλων των «εθνικών δυνάμεων».

«Ακούσατε τον γεωγραφικό όρο Μακεδονία, τον οποίο οι Έλληνες γνωρίζουν επί 2.500 χρόνια και ξαφνικά, πριν 47 μόλις χρόνια, την 2 Αυγούστου 1944, μας προέκυψαν: το κράτος "Μακεδονία", η "Μακεδονική" γλώσσα, το έθνος της "Μακεδονίας". Αυτοί λοιπόν είναι οι Σκοπιανοί...», λέει μεταξύ άλλων προς τους «υψηλούς ξένους» του (συνέδρους διεθνούς συμποσίου) ο Γ.Γ. του Υπουργείου Μακεδονίας Θράκης κ. Γ. Τσαλουχίδης1. Και συμπληρώνει: «Οι ταχείες εργαστηριακές διαδικασίες για να προκύψει "έθνος" είναι απότοκες ιστορικής πλαστογραφίας και παραχάραξης, αφού η περιοχή είναι γνωστή ως "Μπανοβίνα Βαρντάρσκα"». Και έτερος κατεξοχήν «μακεδονομάχος», ο κ. Σ. Παπαθεμελής, συμπληρώνει: «Κατασκευάζεται εντός της γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας νέο σλαβικό έθνος και νέα σλαβική γλώσσα. Όλα παίρνουν το ελληνικό όνομα Μακεδονία»2.

Από πού έρχονται τα Έθνη;
Σ' αυτά τα εντελώς τυχαία παρμένα δείγματα αποτυπώνεται ο πυρήνας κάθε σχετικής αγόρευσης που εντάσσεται σε αυτό το «σχηματισμό του λόγου»: ένας πυρήνας που μαρτυρεί και έμπρακτα εκδηλώνει μία ορισμένη αντίληψη (αλλά και χρήση) της ιστορίας. Η αντίληψη αυτή συνοψίζεται στα εξής δύο σημεία:

1. Κάθε έθνος είναι «φυσικό». Απ' τη στιγμή που ένα έθνος υπάρχει πρώτα ως φυσική πραγματικότητα, τότε και μόνο αποκτά το δικαίωμα να συγκροτηθεί σε μία κρατική οντότητα, η οποία πάντα αποτελεί απόρροια της φυσικής ύπαρξης του έθνους και από αυτήν αντλεί τη νομιμότητα της.

Πώς διαπιστώνεται η αντικειμενική αυτή ύπαρξη του έθνους; Μα, μέσω της επιστήμης. Οι επιστήμες (κυρίως της ιστορίας, αλλά και άλλες που γειτνιάζουν ή, κατά περίπτωση, εντάσσονται σε αυτήν: η ανθρωπολογία, η λαογραφία, η γλωσσολογία) είναι αυτές που γνωματεύουν κάθε φορά και κομίζουν τα απαιτούμενα πειστήρια για το αν ένα σύνολο ανθρώπων έχει τους νόμιμους τίτλους να ανακηρυχθεί σε έθνος και άρα, ως εκ τούτου, να συγκροτηθεί σε κράτος. Παράδειγμα: (τι άλλο;) ο ελληνισμός. Ο ελληνισμός υπήρχε ανέκαθεν, ως ένα σύνολο ιδιοτήτων και χαρακτηριστικών κοινών μεταξύ κάποιων ανθρώπων, οι οποίοι αυταπόδεικτα ανήκαν στο ίδιο έθνος. Τώρα αν το έθνος αυτό αισθάνθηκε την ανάγκη να συγκροτηθεί σε κράτος μόνο τους τελευταίους δύο από τους τριάντα περίπου αιώνες της αδιάλειπτης παρουσίας του, αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα· ο ελληνισμός πάντως υπήρχε, έστω ως ενδιάθετη δυνατότητα - κάτι σαν την αφηρημένη ιδέα του Χέγκελ πριν την αλλοτρίωση της - που όταν της δόθηκε η ευκαιρία πέρασε στην πραγματική ιστορία και υλοποιήθηκε.

2. Το έθνος της Μακεδονίας είναι τεχνητό έθνος· απόφανση η οποία, σύμφωνα με την πρώτη θέση, προφανώς σημαίνει: είναι ένα μη έθνος. Είναι προϊον «εργαστηριακών διαδικασιών» και πλαστογραφίας της ιστορίας. Ακόμα χειρότερα: ξέρουμε μάλιστα και πότε ακριβώς κατασκευάστηκε· έχει συγκεκριμένη γενεαλογία. Η κατασκευή του είναι τόσο πασιφανής, ώστε είναι δυνατό να της αποδοθεί και ορισμένη ημερομηνία: η «2 Αυγούστου 1944»3. Συνεπώς δεν έχει τίποτε το κοινό με τα άλλα αυθόρμητα και φυσικά δημιουργηθέντα έθνη, και η υπόσταση του είναι εντελώς διαβλητή αφού αριθμεί «μόλις 47 χρόνια» και δεν έχει προαιώνια ύπαρξη όπως ο ελληνισμός.

Εφόσον το νόθο αυτό τέκνο εφοδιάστηκε με μια ημερομηνία γέννησης, απομένει να βρούμε και τον πατέρα. «Ποιος είναι ο υπαίτιος της πλαστογραφίας;» διερωτάται μεγαλοφώνως ο προαναφερθείς Γ. Τσαλουχίδης. Και χωρίς κανένα δισταγμό δίνει ο ίδιος την απάντηση: «Η αλήστου μνήμης Κομιντέρν, ο αρχιπλαστογράφος Τίτο και η Μαρξιστική - λενινιστική ιδεολογία η οποία κατέρρευσε αλλά η νοοτροπία της εδώ στα βόρεια σύνορα μας επιζεί». Στο σημείο αυτό υπάρχει πλήρης συμφωνία και από τη «σοσιαλδημοκρατική» εκδοχή του περί Μακεδονίας λόγου, αν και με κάποια τήρηση αποστάσεων στο επίπεδο της τακτικής: το επιχείρημα περί της μαρξιστικής - λενινιστικής ιδεολογίας και της «νοοτροπίας» της αναφέρεται κυρίως λόγω της πειστικότητας που αναμένεται να έχει στα αυτιά εκείνων στους οποίους απευθύνεται: «Ας δούμε όμως με ωμό ρεαλισμό και ψυχρή λογική περί τίνος πρόκειται: Υπάρχει ένα πολιτικό κατασκεύασμα του τιτοϊκού κομμουνιστικού καθεστώτος στα 1944 - το "κομμουνιστικού" ας το υπενθυμίζουμε στον πάντοτε ενεργό αμερικανικό αντικομουνισμό» (Παπαθεμελής, ο.π.). Ο αντικομουνισμός συνεπώς είναι των Αμερικανών, όχι δικός μας· πρέπει ωστόσο με ωμό ρεαλισμό και ψυχρή λογική να τον χρησιμοποιούμε, δεδομένου ότι «τα εθνικά μας θέματα είναι βέβαιο ότι σε πρώτο και τελευταίο βαθμό κρίνονται στα αμερικανικά κέντρα αποφάσεων» (στο ίδιο).

Το «Δικαστήριο του Λόγου»
Είναι εντυπωσιακό το πόσο, ακόμα και στα εντελώς «πεζά» και πρακτικά αυτά ζητήματα (ορθότερο βέβαια θα ήταν να πούμε: κυρίως σ' αυτά) ο ιδεολογικός λόγος του νεοελληνικού κράτους οργανώνεται και συγκροτείται πάνω σε ορισμένες βασικές σταθερές της αστικής ιδεολογίας. Πρώτον, η όλη διαμάχη συλλαμβάνεται και διεξάγεται ως ένα πρόβλημα δίκαιον. Το επίδικο αντικείμενο είναι, κυριολεκτικά, ένα «δικαίωμα επί του ονόματος», μία πατέντα· πρόκειται για το ελληνικότατο όνομα «Μακεδονία», το οποίο μας ανήκει κατ' αποκλειστικότητα και κάποιοι άλλοι επιδιώκουν να σφετεριστούν. Βρίσκονται όμως εν αδίκω, γιατί «εμείς» το ξέρουμε και το χρησιμοποιούμε επί 2.500 χρόνια, ενώ «αυτοί» μόνο επί 47. Prior tempore potior jure, που έλεγαν και οι Ρωμαίοι νομικοί. Γι αυτό και οι ενέργειες της αντίπαλης πλευράς περιγράφονται πάντα σχεδόν με όρους ποινικού δικαίου: η χρήση του ονόματος συνιστά ιδιοποίηση· υπεύθυνος είναι ο «αρχιπλαστογράφος Τίτο»· προκηρύσσοντας το δημοψήφισμα, η κυβέρνηση των Σκοπίων προχώρησε σε «πράξεις που συνιστούν αρχή εκτελέσεως»· αντίστοιχα, στην επιτυχή έκβαση των ενεργειών αυτών συντελεί και «η επί μακράν περίοδο Ελλαδική ερημοδικία» κ.ο.κ.

Ένα δεύτερο όμως σημείο που έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία είναι η συγκεκριμένη «αυθόρμητη» αντίληψη για την επιστήμη και την ιστορία που εκδηλώνεται έμπρακτα στη διάρθρωση αυτού του λόγου. Η «επιστημολογική» εξέταση των παραπάνω αγορεύσεων μας δείχνει ότι είναι κάλλιστα δυνατό να συνυπάρχουν αρμονικά, στο εσωτερικό του ίδιου λόγου, ο ιδεαλισμός και ο θετικισμός. Ιδεαλισμός, στο βαθμό που το έθνος νοείται ως μια ιδέα που προϋπάρχει και δεν εξαρτάται από τη συγκεκριμένη ιστορική ύπαρξη του αντίστοιχου κράτους - αντίθετα μάλιστα, είναι αυτή που την καθορίζει και που κρίνει τη νομιμότητα της. θετικισμός όμως απ' την άλλη γιατί η επιστήμη καλείται να διαγνώσει, με βάση τις εξωτερικές της εκδηλώσεις, την αντικειμενική ύπαρξη αυτής της ιδέας, και στη συνέχεια, αφού γίνει αυτό, τα (ατομικά ή συλλογικά) υποκείμενα καλούνται να αναγνωρίσουν και να υποταχθούν στην αναντίρρητη αλήθεια και να εγκαταλείψουν τις ως τότε εσφαλμένες ιδέες τους. Εκφράζεται μάλιστα ειλικρινής έκπληξη όταν δεν το κάνουν.

«Ιστορική αλήθεια και αρχαιολογική έρευνα με μοναδικές μάλιστα αποκαλύψεις τα τελευταία χρόνια στάθηκαν ατελέσφορες να ανατρέψουν τα παραμύθια που έστηνε η πολιτική σκοπιμότητα» (Παπαθεμελής, ο.π.).

Το «κίνητρο»
Το παραπάνω απόσπασμα, το οποίο εκφράζει τη γνήσια αυτή απορία της ορθολογικής - διαφωτιστικής αντίληψης για την ιδεολογία (Μα καλά, για τι δεν αποδέχονται την ιστορική αλήθεια;) δίνει και το ίδιο την απάντηση: υπαίτια είναι η περίφημη «πολιτική σκοπιμότητα», η οποία στήνει παραμύθια που η ιστορική αλήθεια «στάθηκε ατελέσφορη» να ανατρέψει. Οι Σκοπιανοί κατά βάθος το ξέρουν ότι δεν είναι Μακεδόνες, το ισχυρίζονται όμως προκειμένου να πετύχουν τους σκοπούς τους. «Η ταυτόχρονη προαγωγή ενός παράλληλου πολιτικού πλάσματος εφευρήματος περί "διηρημένης Μακεδονίας"... αποτέλεσε το εργαλείο του σκοπιανού αλυτρωτισμού και το κίνητρο της εθνολογικής μετάλλαξης τους» (υπογρ. δική μου). Με άλλα λόγια, οι «Σκοπιανοί», ενώ προηγουμένως είχαν άλλη εθνολογική σύσταση, ξαφνικά κάποια ωραία πρωία (και μάλιστα όχι «κάποια» έτσι γενικά, αλλά μία συγκεκριμένη: την 2α Αυγούστου 1944) αποφάσισαν συνειδητά να «μεταλλαγούν εθνολογικά», με βάση ένα σατανικό σχέδιο εις βάρος του ελληνισμού. Εδώ, όπως και αλλού, αυτό που δεν αποτελεί παρά αποτέλεσμα και παρεπόμενο του σλαβομακεδονικού (και κάθε άλλου) εθνικισμού, η αντιπαράθεση του με τους άλλους εθνικισμούς και η τάση ή η ευχή για εδαφική επέκταση, αποδίδεται αναδρομικά ως «σκοπός» στους φορείς του και ως τέτοιος καλείται να ερμηνεύσει την ίδια την ύπαρξη του φαινομένου. Και εκεί η τελεολογική ερμηνεία της ιστορίας κλείνει τον (φαύλο) κύκλο της: ο σχηματισμός εθνικής συνείδησης αποδίδεται σε μια προηγούμενη συνειδητή απόφαση, (αν όχι μηχανορραφία), και αυτή η απόφαση αποδίδεται σε έναν προϋπάρχοντα σκοπό των υποκειμένων της απόφασης, των «Σκοπιανών», οι οποίοι ωστόσο δεν συστάθηκαν ως τέτοιοι, δηλαδή ως υποκείμενα, παρά μόνο μετά την υποτιθέμενη «απόφαση»! Αλλά βέβαια, όπως ξέρουμε, «η εσωτερική συνοχή δεν ήταν ποτέ το ισχυρό σημείο του επίσημου κρατικού λόγου»4.

Το Έθνος και η Επιστήμη
Την παραπάνω διαπίστωση, βέβαια, χρειάζεται να τη θυμόμαστε ακόμα και όταν έχουμε να κάνουμε με την «επιστημονική» τεκμηρίωση του πρακτικού ιδεολογικού αυτού αγώνα. Π.χ. σε ένα κείμενο του κ. Κ. Βακαλόπουλου - ο οποίος μάλιστα είναι καθηγητής της Ιστορίας(Ι) στο Α.Π.Θ. - βλέπουμε να επισημαίνεται η απουσία από τον ελλαδικό χώρο της επιστημονικής έρευνας της ιστορίας των βαλκανικών χωρών («Αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι διαθέτουμε εθνική πολιτική, τότε πρέπει να γνωρίζουμε την ιστορία των βαλκανικών λαών, με τους οποίους συμβιώνουμε. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει την ιστορική εξέλιξη των βαλκανικών λαών..;»), και στη συνέχεια, λίγες μόλις σειρές παρακάτω, βρίσκουμε διατυπωμένη με απόλυτα καταφατικό τρόπο μια απόφανση, η οποία δεν θα μπορούσε να επαληθευθεί ή να διαψευσθεί παρά από αυτήν ακριβώς την έρευνα που δεν έχει γίνει: «Το Κυπριακό, το "Μακεδόνικο", το θρακικό δεν είναι μόνο πολιτικά ζητήματα, είναι και πνευματικά πολιτιστικά και των οποίων η ανάλυση και η ενδελεχής διερεύνηση αποδεικνύει ακριβώς τη διαχρονική ενότητα και την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού (Αρχαιότητα Βυζάντιο Νεότερος Ελληνισμός)»5. Αν είναι έτσι, θα αναρωτιόταν κανείς τι χρειάζεται τελικά η επιστημονική αυτή ερευνά, εφόσον τα συμπεράσματα της τα ξέρουμε ήδη από τώρα.

Στην πραγματικότητα, αυτό δεν συνιστά κανένα παράδοξο· αντίθετα μας δείχνει με τον καλύτερο τρόπο τι συμβαίνει όταν ζητάμε από την «επιστήμη» να αποφανθεί για την ύπαρξη ή μη ενός έθνους: η επιστήμη δεν είναι ένας ουδέτερος διαιτητής, αλλά παίρνει ήδη η ίδια μέρος στο παιχνίδι· δεν είναι η ιστορία που καθορίζει την εθνικότητα, αλλά ακριβώς το αντίστροφο: η γέννηση των σύγχρονων εθνών είναι αυτή που έκανε δυνατή και αναγκαία (κυρίως αναγκαία) τη γέννηση της ιστορίας ως επιστήμης. Αν έχουμε αυτό στο μυαλό μας, δεν θα νιώσουμε καμία έκπληξη από το γεγονός ότι αυτού του τύπου η έρευνα βρίσκει πάντα στο τέλος της αυτό το οποίο είχε αποτελέσει την αρχή της - από το γεγονός π.χ. ότι η ελληνική ιστοριογραφία δεν κουράζεται να αποδεικνύει την αδιάλειπτη παρουσία του ελληνισμού, η σλαβική την αδιάλειπτη παρουσία του σλαβισμού, η τουρκική του οθωμανισμού κ.ο.κ., και όλα αυτά με βάση τα πλέον σύγχρονα πορίσματα της ιστορικής έρευνας.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, δεν θα πρέπει να έχουμε πολλή αγωνία για την έκβαση του ιδεολογικού «Μακεδόνικου αγώνα». Πραγματικά, δεν φαίνεται πιθανό ότι μπορούμε, όσα συντριπτικά επιστημονικά στοιχεία και αν προσκομίσουμε, να πείσουμε δύο εκατομμύρια ανθρώπους ότι ως τώρα είχαν πάθει ομαδική παράκρουση και ότι έχουν άλλη εθνική ταυτότητα από ό,τι οι ίδιοι πιστεύουν ότι έχουν. Αυτό όχι γιατί το αυτοαποκαλούμενο μακεδόνικο έθνος είναι «γνήσιο», άρα «μη κατασκευασμένο», αλλά γιατί κάθε έθνος είναι στην ουσία του κατασκευασμένο.

Οι χωροχρονικές μήτρες του Ελληνισμού

Πρόκειται λοιπόν για «άσφαιρα πυρά»; Κατά μία έννοια, ναι· από την άποψη της διεθνούς της πειστικότητας, φαίνεται ότι η όλη επιχειρηματολογία περί «Σκοπιανών» δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα - από άλλες δε απόψεις θα έχει πολλά αρνητικά αποτελέσματα, τα οποία εντοπίσθηκαν και αλλού.6.

Θα πρέπει άρα να αναμένουμε σύντομα κάποια υποχώρηση της σχετικής φιλολογίας; Γι αυτό ας μην είμαστε τόσο σίγουροι· γιατί πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως, πέρα από τα «λάθη» και τις «ανακρίβειες» του, το ιδεολογικό αυτό μόρφωμα ριζώνει σε κάποιες μονιμότερες, υλικές αιτίες που ευνοούν την επίμονη εμφάνιση και επανεμφάνιση του. Να αναρωτηθούμε δηλαδή - για να παραφράσουμε τον Φουκώ - μήπως τελικά η αποτυχία του «περί Μακεδονίας λόγου» συνιστά στην πραγματικότητα την ίδια τη λειτουργία του.

Αν η κατασκευή του σύγχρονου έθνους κράτους στηρίζεται, όπως προσπάθησε να δείξει ο Νίκος Πουλαντζάς, στη συνένωση μιας χωρικής και μιας χρονικής μήτρας7, δηλαδή στη συγκρότηση ενός εδάφους και μιας ιστορίας ως ειδικά εθνικού εδάφους και εθνικής ιστορίας αντίστοιχα, τότε μπορούμε καλύτερα να κατανοήσουμε γιατί ο ελληνικός εθνικισμός επιλέγει και αναδεικνύει ως ύψιστο κίνδυνο το ενδεχόμενο ίδρυσης μακεδόνικου κράτους: όχι βέβαια λόγω του (ανύπαρκτου) μεγέθους του, αλλά γιατί το γεγονός και μόνο της ύπαρξης ενός τέτοιου κράτους θέτει ταυτόχρονα σε αμφισβήτηση με την ίδια κίνηση (δηλαδή με τη χρήση του «ελληνικότατου ονόματος Μακεδονία») τόσο τη χωρική όσο και τη χρονική μήτρα του νεοελληνικού κράτους· το γεγονός και μόνο της ύπαρξης του, όπως θαυμάσια (αν και με κάποια δόση υπερβολής) το εκφράζει ο κ. Παπαθεμελής, «συνδέεται με το σφετερισμό της μισής σχεδόν ελληνικής ιστορίας και τη διεκδίκηση της μισής τουλάχιστον Ελλάδας».

Το να κάνεις πολιτική, έλεγε ο Carl Schmitt, σημαίνει να διακρίνεις τον εχθρό από το φίλο8. Η πολιτική των «οργανικών διανοουμένων» του ελληνικού κράτους, αν διακρίνει αυτόν ειδικά τον εχθρό ανάμεσα σε άλλους πιθανούς, είναι κυρίως γιατί έτσι μπορεί καλύτερα να συγκροτεί και να οργανώνει τον «φίλο» ως τέτοιο - να συγκροτεί δηλαδή και να οργανώνει την υπαγωγή του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στις οικείες χωροχρονικές του μήτρες, στις ιδεολογίες του «προαιώνια ελληνικού εδάφους» και της «διαχρονικής ενότητας του Ελληνισμού». Ο σλαβομακεδονικός εθνικισμός, αμφισβητώντας όπως είδαμε τόσο τη μια όσο και την άλλη κατά τρόπο που δεν το κάνει ούτε ο τουρκικός, ούτε ο βουλγαρικός, ούτε οποιοσδήποτε άλλος εθνικισμός, είναι ο κατεξοχήν πρόσφορος αντίπαλος, ικανός να πείσει τα εγκαλούμενα υποκείμενα να δεχτούν ως αυτονόητες αλήθειες αποφάνσεις όπως: «ο τόπος έχει απόλυτη ανάγκη κοινωνικής συνοχής, πολιτικής συναίνεσης, επαναπροσδιορισμού των δογμάτων της εθνικής μας πολιτικής...»9 ή: «Οι πολιτικοί μας ηγέτες έχουν την υποχρέωση να συνεννοούνται από κοινού στα εθνικά ζητήματα... Ας μην ξεχνούν ότι δουλεύουν για την Ελλάδα και για τον Ελληνισμό και όχι για τα κόμματα»10. Αν λοιπόν η στρατηγική του ελληνικού εθνικιστικού λόγου είναι σήμερα να εκφράζεται προνομιακά μέσα από επιθέσεις κατά του αντίστοιχου σλαβομακεδονικού, αυτό συμβαίνει γιατί έτσι του δίνεται η ευκαιρία να συμπυκνώνει τα βασικά θέματα του σε μια αγόρευση με στοιχειώδη συνοχή και πειστικότητα. Μια τέτοια στρατηγική του λόγου μπορεί να κάνει ακόμα και την «αποτυχία» της επιχείρημα: αν δεν καταφέρει (όπερ και το πιθανότερο) να ματαιώσει την ίδρυση του εν λόγω κράτους, αυτό θα αποτελεί ένα λόγο περισσότερο υπέρ της συσπείρωσης του ελληνισμού, της εθνικής ενότητας κ.ο.κ. για την αντιμετώπιση του κινδύνου που θα βρίσκεται πλέον προ των πυλών. Και κατ' αυτή την έννοια, δεν πρόκειται καθόλου για άσφαιρα πυρά· πρόκειται μάλλον για πυρά που βάλλουν κυρίως κατά του εσωτερικού και όχι τόσο του εξωτερικού εχθρού - ή μάλλον που, ακριβώς σαν τον τοξότη του Μακιαβέλι, σημαδεύουν ψηλότερα από το στόχο που θέλουν πραγματικά να πετύχουν.

Σημειώσεις

1. Εφημερίδα «Μακεδονία», 26991.

2. Σ. Παπαθεμελή, «Προς Σκόπια: ως εδώ και μη παρέκει», Ελευθεροτυπία 21991.

3.. Αγνοούμε τι ακριβώς συνέβη τη συγκεκριμένη ημερομηνία· αυτό όμως δεν έχει και τόση σημασία. Υποθέτουμε ότι οποιαδήποτε άλλη, λίγο πριν ή λίγο μετά, θα ήταν εξίσου κατάλληλη.

4. Από το σημείωμα της σύνταξης του περ. θέσεις, τ. 36, σ. 5

5.. Κ. Βακαλόπουλος, «Προϋποθέσεις γιο εθνική στρατηγική». Ελευθεροτυπία 6891. (Οι υπογραμμίσεις και τα εισαγωγικά του συγγραφέα).

6.Βλ. Α. Ελεφάντης, εφημ. Εποχή 29.9.91

7. Βλ. Ν. Α. Πουλαντζά, Το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός, θεμέλιο 1982, σ. 133 κ.ε.

8. Βλ. Carl Schmitt, H έννοια του πολιτικού, Κριτική 1988.

9. Παπαθεμελής, ο.π.

10. Βακαλόπουλος, ο.π.· η υπογράμμιση του συγγραφέα.