Έθνη, τάξεις, πολιτική. Αναφορά στις μαρξιστικές επεξεργασίες για τον πόλεμο. Μέρος Γ'
Τεύχος 40, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1992


Έθνη, τάξεις, πολιτική. Αναφορά στις μαρξιστικές επεξεργασίες για τον πόλεμο. Μέρος Γ'
του Δημήτρη Δημούλη και της Χριστίνας Γιαννούλη

8.0 μαρξισμός ως κοινωνικός ειρηνισμός
Οι μαρξιστικές αναλύσεις για την οργάνωση του στρατού και τη στρατηγική που ακολουθείται σε μια πολεμική σύγκρουση ξεκινούν από την κριτική του μιλιταρισμού, περιλαμβάνουν τις επεξεργασίες για την οργάνωση του στρατού και καταλήγουν στην τοποθέτηση απέναντι στον πόλεμο.

8.1. Η κριτική στο μιλιταρισμό και η θεώρηση του αντιμιλιταρισμού. Ο αντιμιλιταρισμός αποτελεί βασική συνιστώσα του μαρξιστικού ειρηνισμού και επικεντρώνεται στην ανάλυση του μιλιταρισμού μέσα στο κοινωνικό ταξικό του πλαίσιο, στη [διαμόρφωση και λειτουργία του στο αστικό κράτος. Παρά τη συσσώρευση οργανωμένης βίας και τις «ειδικές» σχέσεις εξουσίας, ο μιλιταρισμός δεν συνιστά - ούτε ως ; στρατιωτική οργάνωση ούτε ως πολεμική τεχνολογία - έναν αυθύπαρκτο «εχθρό». Αποτελεί μέσο κατάκτησης, καταπίεσης και εκμετάλλευσης ολόκληρων λαών ή ενός μέρους του λαού και συνιστά σύμπλεγμα οργανωτικών σχηματισμών, οικονομικών, [πολιτιστικών και εθνικιστικών τάσεων με πυρήνα την οργάνωση του στρατού [(Liebknecht 1960, σ.469). Ο μιλιταρισμός διαθέτει ισχυρή ιδεολογική συνιστώσα ρου διαπλέκεται με τον εθνικισμό, με ανδροκρατικά στερεότυπα «τόλμης» και με αντιλήψεις περί ιεραρχίας) και υπάρχει, τουλάχιστο σε λανθάνουσα μορφή, σε όλες τις καπιταλιστικές κοινωνίες, οι οποίες διαφοροποιούνται συγχρονικά και διαχρονικά μόνο ως προς την ένταση του μιλιταρισμού.

Ως η οξύτερη μορφή συγκέντρωσης πολιτικής εξουσίας (Liebknecht 1958.1 σ.350), ο μιλιταρισμός δεν είναι ειδικά καπιταλιστικό φαινόμενο, όπως τονίζει ο Λήμπκνεχτ, επισημαίνοντας όμως διαρκώς στους σοσιαλδημοκράτες ότι «είμαστε αντιμιλιταριστές ως αντικαπιταλιστές» (Liebknecht 1958, σ.266, 363επ., 419, 432, 441 και 1960, σ.467, 480). Σημασία έχει η διαπλοκή του μιλιταρισμού με τον καπιταλισμό μέσω της δημιουργίας μεγάλων στρατών από τις απαρχές του καπιταλισμού, που γενίκευσε την υποχρεωτική στράτευση και δημιούργησε στρατούς επαγγελματικά «πλαισιωμένους» και «ανοιχτούς» στη διαρκή τεχνική βελτίωση1.

Ο μιλιταρισμός δεν εκδηλώνεται μόνο με τον πόλεμο αλλά και με την ένοπλη ' ειρήνη και αφορά τη στρατιωτική οργάνωση, την πολεμική τεχνολογία και τους εξοπλισμούς. Η μιλιταριστική οργάνωση και ιδεολογία επιδρά σε τρία επίπεδα: στον εν ενεργεία στρατό ως «σύστημα ζωντανών μηχανών που πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί με το σωστό πνεύμα», στον εφεδρικό στρατό και, τέλος, στον υπόλοιπο πληθυσμό (Liebknecht 1958, σ.288). Ο κατασταλτικός μηχανισμός του στρατού χρησιμοποιεί τη μιλιταριστική ιδεολογία στην καθαρότερη μορφή της και τη διαχέει - με τη βοήθεια της γενικότερης «πολεμικής κουλτούρας» - στο σύνολο της κοινωνίας. Ο «αυθεντικός» μιλιταρισμός, πάντως, αφορά τον κλειστό χώρο του στρατού και δεν αποτελεί ιδεολογικό στοιχείο όλων των «υποκειμένων», όπως ο εθνικισμός.

Ο μιλιταρισμός στρέφεται κατά του εξωτερικού και του εσωτερικού εχθρού, με άμεση σύνδεση των δύο «μετώπων»: σε περιπτώσεις ενεργοποίησης του πρώτου (εξωτερικοί πόλεμοι) βρίσκεται σε επιφυλακή και ο δεύτερος (Engels 1973, σ.412, ' Marx 1972, σ.95επ., 419επ., 447επ., 1982, σ.259, Liebknecht 1958, σ.267επ., 362επ., Luxemburg 1987, σ.397). Το μέγεθος και η οργάνωση του στρατού καθορίζονται ωστόσο πρωταρχικά από τις ανάγκες του εξωτερικού μιλιταρισμού καθώς ο διεθνής ανταγωνισμός επιβάλλει ομοιομορφία στη στρατιωτική οργάνωση, τον εξοπλισμό κλπ.. Ο Λήμπκνεχτ παρατηρεί ότι η δημιουργία τακτικού στρατού επικράτησε και σε μη ανεπτυγμένες χώρες λόγω των επιταγών της διεθνούς συγκυρίας, παρότι οι ανάγκες του εσωτερικού μιλιταρισμού ως μέσου καταστολής θα επέτρεπαν εθνικές ιδιαιτερότητες αφού δεν απαιτούν τον ίδιο βαθμό ανάπτυξης στην τεχνολογία και τη στρατηγική (Liebknecht 1958, σ.283επ., 1960, σ.467, 470).

Από την άλλη πλευρά, η - τουλάχιστον ανεπίσημη - συνεργασία των κρατών 1 όσον αφορά το εμπόριο και την τεχνολογία των όπλων, ερμηνεύεται ως υπεροχή της | διεθνούς συμφωνίας και αλληλεγγύης του εσωτερικού μιλιταρισμού (Liebknecht 1960, σ.470), ο οποίος εδώ υπερισχύει του εξωτερικού μιλιταρισμού. Τα σύγχρονα ! όπλα εξυπηρετούν ταυτόχρονα τον εσωτερικό και τον εξωτερικό μιλιταρισμό καθώς «το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα», παρότι, βέβαια, υπάρχουν ευκαιρίες στερέωσης της διεθνούς θέσης εθνικών κεφαλαίων μέσω του «πατριωτικού» προσωπείου σε περίπτωση πολεμικής σύρραξης (Liebknecht 1974, σ.71επ., 260επ.). Οι πολύπλοκες στρατηγικές του κεφαλαίου απέναντι στη σκοπιμότητα του πολέμου δείχνουν ότι ο εξωτερικός και ο εσωτερικός μιλιταρισμός αλληλοσυμπληρώνονται. Στο σημείο αυτό τίθεται το ερώτημα ποια αντιμιλιταριστική «στρατηγική» αντιστοιχεί στις μαρξιστικές τοποθετήσεις, οι οποίες απομυθοποιούν την «πανεθνική»προστατευτική λειτουργία του στρατού, καταγγέλλοντας τη στρατιωτική ιεραρχία και την ταξική λειτουργία του στρατού στο εσωτερικό και εξωτερικό μέτωπο. Αναμφίβολα δεν είναι αποτελεσματική η στρατηγική φθοράς ή εξάντλησης («Ermattungsstrategie»), που αναμένει την κατάρρευση του μιλιταρισμού μέσα από το σύστημα. Η εξέλιξη του στρατιωτικού συστήματος από τους μισθοφορικούς στρατούς στην καθολική υποχρέωση στράτευσης παρουσιάζει βέβαια χαρακτηριστικά που εκ πρώτης όψεως αντιστρατεύονται τα καπιταλιστικά συμφέροντα. Στο φαινόμενο της γενικής στράτευσης έχει επισημανθεί η αντίφαση του καπιταλισμού με την επέκταση του μιλιταρισμού (άμεση εμπλοκή των πολιτών στο σύστημα του που δεν περιορίζεται σε έναν αυστηρά επαγγελματικό στρατό αλλά οπλίζει και εκπαιδεύει τον «εσωτερικό εχθρό», τείνοντας στη δημιουργία λαϊκού στρατού που ίσως απειλήσει την καπιταλιστική «ασφάλεια» - βλ. παρ.5.1.).

Η διαπίστωση αυτή διατυπώθηκε ως πρόβλεψη ότι το μιλιταριστικό σύστημα του μαζικού στρατού οδηγείται σε πολιτική κατάρρευση μέσα από τη διαλεκτική της εξέλιξης του, την οποία επιταχύνει η οικονομική καταστροφή λόγω τεράστιου κόστους (Engels 1972c, σ.158επ., 1975, σ.5βεπ., 66, Liebknecht 1958, σ.319, 1960, σ.471). Αυτή η «διαλεκτική» πρόβλεψη είναι ισχυρή ως σύνθημα που επισημαίνει το αδύνατο σημείο του μιλιταρισμού και υποδεικνύει ένα δυνάμει επαναστατικό ρήγμα στις δομές του. Δεν είναι όμως ορθή ως νομοτελειακή πρόβλεψη κατάρρευσης του μιλιταρισμού μέσα από το καπιταλιστικό σύστημα διότι παραγνωρίζει τη συνθετότητα (και «ανισομέρεια») της ταξικής πάλης και την αποτελεσματικότητα των ιδεολογικών μηχανισμών.

Η άποψη περί κατάρρευσης του μιλιταρισμού μέσα από τη διαλεκτική των αντιφάσεων του - ουτοπικός καταστροφισμός που διαψεύδεται ιστορικά - διακρίνει μεν την αντιφατική εξέλιξη του τακτικού στρατού σε λαϊκό στρατό αλλά παρουσιάζει δύο βασικές αδυναμίες: Πρώτον, επικεντρώνεται στον εσωτερικό - άμεσα ταξικό - μιλιταρισμό, παραβλέποντας ότι ο στρατός οργανώνεται πρωτίστως ως «εθνικός», j στρεφόμενος κατά του εξωτερικού εχθρού. Αγνοεί τη θεμελιώδη σημασία της «εθνικής» διάστασης του μιλιταρισμού, δηλαδή δεν συνυπολογίζει τις ιδεολογικές 1 βάσεις του εξωτερικού μιλιταρισμού και τη σύνδεση του με τον εθνικισμό. Δεύτερον, επικεντρώνεται στην ένοπλη σύγκρουση, υποτιμώντας τις λανθάνουσες μορφές του μιλιταριστικού φαινομένου. Η καθολική υποχρέωση στράτευσης δυσχεραίνει ένα στρατιωτικό πραξικόπημα (Engels 1975, σ.66) και το ενδεχόμενο της εμφύλιας σύρραξης συνιστά ανασταλτικό παράγοντα για ένα στρατιωτικό ξέσπασμα κατά του εσωτερικού εχθρού ενώ, σύμφωνα με τον Λένιν, η Κομμούνα του Παρισιού και η Ι ρωσική επανάσταση του 1905 δείχνουν ότι είναι αδύνατο να καταργηθεί ο μιλιταρισμός με άλλο τρόπο εκτός από το νικηφόρο αγώνα ενός μέρους του τακτικού στρατού κατά του άλλου (Leninb, σ.254). Ωστόσο ο μιλιταρισμός δεν συνδέεται μόνο με τον πόλεμο αλλά και με την ένοπλη ειρήνη, εξαναγκάζοντας εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς, στην καλύτερη περίπτωση, σε διατήρηση του status quo.

Η διαπλοκή του εξωτερικού με τον εσωτερικό μιλιταρισμό και η διαπλοκή του εθνικού με το ταξικό στοιχείο δεν επιτρέπουν ερμηνείες περί αντίρροπων τάσεων που αλληλοεξουδετερώνονται, οδηγώντας σε κατάρρευση του μιλιταρισμού. Ο μιλιταρισμός ως ζωτική ανάγκη και «αμαρτία» του καπιταλισμού μπορεί να στραφεί εναντίον του (Liebknecht 1958, σ.318), αλλά μόνο με οργανωμένη αντίδραση (Engels 1974, σ.393επ., Marx 1977, σ.231, Marx Engels 1982, σ.379). Είναι προϊόν της κοινωνικής εξέλιξης και μπορεί να οδηγήσει μέσω του τακτικού στο λαϊκό στρατό, αλλά αυτό δεν θα προκύψει αυτόματα από το υπάρχον στρατιωτικό σύστημα χωρίς πολιτικούς αγώνες μέσα και έξω από το στρατό (Luxemburg 1987, σ.398, 454, 1987J a, σ.445, Liebknecht 1958, σ.439).

Περαιτέρω, ο μιλιταρισμός δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί ως αυτόνομος κίνδυνος, έξω από τις κοινωνικές σχέσεις που τον δημιουργούν. Όσον αφορά τις αντιφάσεις στη σχέση μιλιταρισμού καπιταλισμού γίνεται λόγος και για τάση αυτονόμησης του μιλιταρισμού που καθίσταται «αυτοσκοπός» - διαπίστωση που ίσως είναι δικαιολογημένη στο δεύτερο μισό του 19ου και τις αρχές του 20ου αι., σε εποχή αδιάκοπων πολέμων και εσωτερικών συγκρούσεων («ο μιλιταρισμός καταβροχθίζει { την Ευρώπη» - Engels 1972 - c, σ.158, Liebknecht 1958, σ.288επ., 358 και 1960, σ.474). Αυτή η διαπίστωση δεν αναιρεί τη θεμελιώδη εξάρτηση του μιλιταρισμού από τον καπιταλισμό, αλλά εκφράζει μια ιστορική συγκυρία στην οποία ο τακτικός] στρατός βρίσκεται στο προσκήνιο της πολιτικής δράσης όσον αφορά τους εξωτερικούς και εσωτερικούς αγώνες. Πρόκειται για την ιστορική στιγμή που επιβάλλει τη] συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα2.

Τα περί αυτονόμησης του μιλιταρισμού συνδέονται με την ουτοπική ελπίδα ότι Ι κάποιος «μεγάλος», απόλυτος πόλεμος θα «ξεφύγει από τον έλεγχο» και θα σημάνει ! το τέλος του καπιταλισμού (Engels 1973b, σ.371, Liebknecht 1963, σ.427). Ωστόσο το «παραμύθι του τελευταίου πολέμου» είναι μικροαστικός μύθος (Lenin 1960, σ.27) και ο μιλιταρισμός αντιμετωπίζεται μόνο στο συγκεκριμένο πεδίο του με πολιτικά μέσα. Παρά την εξασθένηση του - στην οποία συμβάλλει σήμερα η «διάχυτη» ειρηνιστική στάση - δεν μεταβάλλεται ο οργανικά καπιταλιστικός χαρακτήρας του. «Ο μιλιταρισμός είναι και στις δυο μορφές του - τόσο ως πόλεμος όσο και ως ένοπλη ειρήνη - παιδί του καπιταλισμού» (Luxemburg 1986, σ.493επ.) και «θα πέσει μόνο με τον καπιταλισμό ως τελευταία ταξική κοινωνία» (Liebknecht 1958, σ.319, 432επ. και 1960, σ.480), πτώση που δεν μπορεί να είναι τυχαία (καταστροφικός πόλεμος) ή «αυτόματη» (καταστροφή λόγω εσωτερικών αντιφάσεων).

Με τη θεώρηση του μιλιταρισμού ως «προϊόντος» της ταξικής πάλης, οι μαρξιστές διαφοροποιούνται από τον ειρηνιστικό και αναρχικό αντιμιλιταρισμό, οι οποίοι προβάλλουν το αυτοτελές αίτημα αφοπλισμού και κατάργησης του μιλιταρισμού έξω από κάθε ταξικό αγώνα, δηλαδή με «κενές φράσεις» και «ανθρωπιστικό» «κήρυγμα περί ειρήνης», χωρίς ανάλυση του ιδιαίτερου χαρακτήρα κάθε σύγκρουσης (Lenin 1960, σ.152επ., 259, 299). Τα αιτήματα αμοιβαίου αφοπλισμού, οι προσπάθειες διεθνούς αποστρατιωτικοποίησης και η κριτική της επεκτατικής πολιτικής θα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν μόνο αν ιδρυόταν ένα παγκόσμιο ομοσπονδιακό κράτος, κάτι που δεν φαίνεται δυνατό (Liebknecht 1958, σ.420, Luxemburg 1984, σ.450 - για την κριτική του υπεριμπεριαλισμού βλ. παρ.5.4.). Επομένως ο αποτελεσματικός αντιμιλιταρισμός προϋποθέτει πολιτικό αγώνα - δεν αρκεί η τακτική της «φθοράς» και δεν επαρκούν τα αιτήματα αφοπλισμού3.

Η εναντίωση όσων υφίστανται την εκμετάλλευση στον εσωτερικό μιλιταρισμό είναι αναγκαία: ο εσωτερικός μιλιταρισμός αποτελεί, ως συνέπεια της καπιταλιστικής ανάπτυξης, κύριο μέσο ταξικής πάλης. Ο ρόλος του στρατού ως απεργοσπάστη και η άμεση επέμβαση του για την καταστολή λαϊκών εξεγέρσεων (Liebknecht 1958, σ.327, 361επ., 427επ.) είναι το έσχατο μέσο της ταξικής καταστολής (στο μεταξύ - και σε «ηπιότερο» κλίμα ταξικών διεκδικήσεων - αρκεί η επαγρύπνηση της αστυνομίας) ενώ η λειτουργία του ως μηχανισμού άσκησης βίας στους ένοπλους πολίτες καταγγέλλεται χωρίς αυταπάτες περί «εκδημοκρατισμού» και καθαρά «αμυντικής» δράσης.

Δυσχερέστερη είναι η θεμελίωση της αντίθεσης στον εξωτερικό μιλιταρισμό, όπου εμπλέκεται η «προφάνεια» της πατριωτικής ιδεολογίας. Αλλωστε κάθε πόλεμος δεν στρέφεται άμεσα κατά του εσωτερικού εχθρού, αφού κύριο αίτιο πολέμου είναι ο αγώνας για τη λεία, τη διανομή του κέρδους ανάμεσα στις εθνικές αστικές τάξεις (Lenin 1960, σ.344επ.). Η όξυνση του παγκόσμιου οικονομικού ανταγωνισμού εντείνει τις πολιτικές και εθνικές αντιθέσεις και ενισχύει το μιλιταρισμό (Liebknecht 1958, σ.274, 363επ., 421επ. και 1960, σ.469). Οι πραγματικοί ηττημένοι, αυτοί που δεν επωφελούνται από τη στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας και τη διανομή της «λείας» όσο πατριωτισμό και αν επιδείξουν, είναι εκείνοι που υφίστανται την εκμετάλλευση (Lenin 1960a, σ. 172, Liebknecht 1963, σ.424επ. 1966, σ.63επ.).

Με το σύνθημα «ο κύριος εχθρός βρίσκεται μέσα στην ίδια μας τη χώρα» (Λήμπκνεχτ, Λένιν) ανατρέπεται η επιχειρηματολογία του «εξωτερικού εχθρού» και του «σπιτιού που καίγεται» (όπως την ειρωνεύτηκε η Λούξεμπουργκ, 1987a, σ. 132), καθώς η προβληματική του (εξωτερικού) αντιμιλιταρισμού συνδέεται με τη θεωρία του κράτους και την επανάσταση: η «πατρίδα» δεν απειλείται απ' έξω, ο κίνδυνος πηγάζει από τον κρατικό μηχανισμό (Liebknecht 1974, σ.296). Η κυρίαρχη πατριωτική και εθνικιστική ιδεολογία θεωρεί αυτή τη μορφή αντιμιλιταρισμού ως εσχάτη προδοσία (Lenin 1960, σ.277, Liebknecht 1958, σ.418), αλλά οι μαρξιστικές αντιμιλιταριστικές θέσεις δεν εμπλέκονται σ' αυτή τη συλλογιστική. Όπως θα πεί ο Λήμπκνεχτ, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία δεν πρέπει να υιοθετήσει αντιπατριωτική και αντεθνική στάση, αλλά απατριωτική, συνεπή στη διεθνή αλληλεγγύη και την ειρήνη των λαών, αποβλέποντας σε μείωση των εθνικών αντιθέσεων και κατάργηση του μιλιταρισμού (Liebknecht 1958, σ.362, 444επ.).

Ο αγώνας για κατάργηση του μιλιταρισμού και η αντίσταση στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους κλιμακώνεται σε διάφορα επίπεδα (μείωση της στρατιωτικής θητείας και εκδημοκρατισμός του στρατού, γενικές απεργίες για να αντιμετωπισθεί η απειλή πολέμου, κήρυξη «πολέμου στον πόλεμο» και αγώνας αντικατάστασης του τακτικού από το λαϊκό στρατό, την πολιτοφυλακή). Τελικός στόχος είναι η εξέγερση όχι μόνο ενάντια στον πόλεμο αλλά και ενάντια στη μιλιταριστική ειρήνη του ιμπεριαλισμού (Liebknecht 1958, σ.419επ.). Η στρατιωτική άσκηση βίας, η κακομεταχείριση των στρατιωτών και η μιλιταριστική «δικαιοσύνη» λειτουργούν και ως μέσα απελευθέρωσης που στρέφονται κατά του ίδιου του μιλιταρισμού (Engels 1974, σ.393επ., Liebknecht 1958, σ.318).

8.2. Πολιτοφυλακή; Ο Ένγκελς τάσσεται υπέρ μιας βαθμιαίας πορείας προς εξάλειψη του μιλιταρισμού: «η βαθμιαία μείωση της θητείας είναι ο καλύτερος τρόπος μετάβασης από τον τακτικό στρατό στην πολιτοφυλακή» (Engels 1974, σ.371επ.). Το αίτημα της λαϊκής πολιτοφυλακής συνδέεται καταρχήν με τη μείωση της στρατιωτικής θητείας, αποσκοπεί όμως στο να στερήσει από τον τακτικό στρατό τη δυνατότητα καταπολέμησης του εσωτερικού εχθρού (Luxemburg 1986, σ.525). Πράγματι, ενώ κατά του εξωτερικού εχθρού μπορούν να επιστρατευθούν - κατά κυριολεξία - οι λαϊκές μάζες, κατά του εσωτερικού εχθρού μπορεί να κινητοποιηθεί μόνο ο τακτικός στρατός (Liebknecht 1960, σ.475). Φυσικά, η καθιέρωση της πολιτοφυλακής δεν εγγυάται την εξάλειψη της κρατικής καταστολής. Αποτελεί το «μίνιμουμ» διεκδικήσεων στο πλαίσιο αμφισβήτησης της στρατιωτικής οργάνωσης του καπιταλιστικού κράτους (Luxemburg 1984, σ.227). Ο Λένιν θα τονίσει τη σημασία που έχει η πολιτοφυλακή ως απλός μηχανισμός ασφάλειας και διοίκησης που αυξάνει την πολιτική εμπειρία του λαού με τη συμμετοχή όλων των ενηλίκων ανδρών και γυναικών (Λένιν 1975, σ.48επ.).

Το αίτημα δημιουργίας πολιτοφυλακής αποβλέπει στην πραγματική κατάργηση του μιλιταρισμού. Είναι ευνόητο ότι ο μιλιταρισμός μπορεί να αναπτυχθεί μόνο στο κλειστό, «πειθαρχικού» χαρακτήρα περιβάλλον του τακτικού στρατού και χάνει - σε ιδεολογία και πρακτική απόλυτης ιεράρχησης και υπακοής - την ισχύ του, όταν οι στρατιωτικές λειτουργίες ασκούνται περιοδικά από όλους τους πολίτες, πρόκειται για την τάση κοινωνικοποίησης των λειτουργιών άμυνας και τήρησης της τάξης που απομυθοποιεί την αναγκαιότητα του αυταρχικού ιεραρχικού στρατού και την επιθετική ιδεολογία του μιλιταρισμού. Σ' αυτό αναφέρεται η πολεμική που άσκησε η Λούξεμπουργκ κατά της άποψης ότι ο στρατός είναι «τεχνικά» αναγκαίος (Schippel) για να απαλλαγεί η κοινωνία από το «βάρος» της άμυνας με τις λιγότερες δυνατές δαπάνες (π.χ. Luxemburg, 1987 σ.44βεπ.). Η ανάλυση της ταξικής λειτουργίας του στρατού δείχνει ότι οι τεχνοκρατικές θέσεις περί «αναγκαιότητας» ειδικών θεσμών, αποκρύπτουν το πραγματικό περιεχόμενο τους (μόνο από αστική οπτική είναι αναγκαίος ο μιλιταρισμός του τακτικού στρατού - Luxemburg 1987, σ.447). Ανεξάρτητα από τη «συμβατότητα» της πολιτοφυλακής με τον καπιταλισμό, η στρατηγική σημασία του αιτήματος λαϊκού ελέγχου των στρατιωτικών λειτουργιών φαίνεται από το γεγονός ότι οι μαρξιστές θεωρούν την κατάργηση του τακτικού στρατού και την αντικατάσταση του από τον «ένοπλο λαό» της πολιτοφυλακής (Μαρξ 198βα, σ.79) ως την πρώτη - και απολύτως αναγκαία - πλευρά του συστήματος μετάβασης στο σοσιαλισμό που αποκλήθηκε «δικτατορία του προλεταριάτου» (Μπαλιμπάρ 1989, σ.48). Με τον τρόπο αυτό οι αναλύσεις περί μιλιταρισμού εντάσσονται στη θεωρία του κράτους και της μετάβασης στο σοσιαλισμό, ως «πλευρά» της ρήξης με τις πρακτικές του αστικού κράτους.

Οι θέσεις υπέρ της πολιτοφυλακής ως μέσου κατάργησης του μιλιταρισμού με διατήρηση των λειτουργιών άμυνας, αποτελούν μια «απλή λύση» που γνώρισε τις αναμενόμενες δυσκολίες εφαρμογής στην πρακτική των σοσιαλιστικών επαναστάσεων. Το πρόβλημα της διεξαγωγής πολέμου σε πιεστικές συνθήκες πολύπλευρης επίθεσης οδήγησε στη Σοβιετική Ένωση στο σχηματισμό του Κόκκινου Στρατού με πυρήνα τους τεχνικούς και αξιωματικούς του τσαρικού στρατού και τους «σοβιετικούς» αξιωματικούς που εκπαιδεύονταν σε παλαιού τύπου σχολές ως φορείς της «επιστήμης του πολέμου» (Τρότσκι). Πολύ γρήγορα υιοθετήθηκαν οι στρατιωτικοί κανόνες της πειθαρχίας και της ιεραρχίας και ο έλεγχος από στρατιωτικά σοβιέτ αντικαταστάθηκε από την πρακτική των «πολιτικών επιτρόπων» που επέβλεπαν τους «ειδικούς», ενώ παράλληλα περιορίσθηκε η δράση των τοπικών αποσπασμάτων προς όφελος του κεντρικού ιεραρχικού στρατού. Πιεζόμενος από την ανάγκη αποτελεσματικότητας, ο Τρότσκι θα αρνηθεί ότι υπάρχει «προλεταριακός τρόπος» διεξαγωγής του πολέμου, προβάλλοντας τη μηχανιστική άποψη ότι ο στρατός, ως ουδέτερο «εργαλείο», εκφράζει τα συμφέροντα της δύναμης που τον χρησιμοποιεί (Bettelheim 1974, σ.244επ.) και αγνοώντας έτσι τις αναλύσεις περί αστικής υφής του μιλιταρισμού.

Εάν ο Κόκκινος Στρατός δεν διέφερε από τους υπόλοιπους στρατούς (αν εξαιρέσουμε το ότι αυτοαναγνωριζόταν ως ταξικός, ερχόμενος σε ρήξη με τις αστικές πρακτικές εμφάνισης των ταξικών λειτουργιών ως καθολικά αναγκαίων), η εμπειρία των πολέμων στην Κίνα και το Βιετνάμ έδειξαν με ποιόν τρόπο είναι δυνατό να συνδυασθεί η αποτελεσματικότητα με την τάση κατάργησης του μιλιταρισμού. Όπως προκύπτει από τις αναλύσεις της εμπειρίας αυτής, βασικό στοιχείο επιτυχημένης διεξαγωγής μιας σοσιαλιστικής επανάστασης, δηλαδή αντιμετώπισης του ισχυρότερου εχθρού και δημιουργίας όρων που δεν αναπαράγουν τα σχήματα της αστική κυριαρχίας, είναι η «διαλεκτική» μεταξύ οργανωμένου τακτικού στρατού και δράσης ανταρτών με λαϊκή σύνδεση και πρωτοβουλία.

Ο Μάο θα τονίσει την ανάγκη να υπάρχει «τακτικός» επαναστατικός στρατός' με οργάνωση και πολιτική καθοδήγηση, διότι αποτελεί το μόνο τρόπο για να νικηθεί ο ισχυρότερος αντίπαλος (1967, σ.6βεπ.). Αυτή η θέση - που υιοθετεί απόλυτα τη «λογική» του σοβιετικού στρατού - συνοδεύεται από νέες επεξεργασίες για τις προϋποθέσεις διεξαγωγής πολέμου. Υπογραμμίζεται η πολιτική διάσταση κάθε σύγκρουσης (παρ.5.5) που επιβάλλει να ληφθεί υπόψη η κοινωνική προέλευση των στρατιωτών και να υπάρξει πολιτική «δουλειά» στο εσωτερικό του στρατού, διότι η πολιτική υπευθυνότητα φέρνει στρατιωτική αποτελεσματικότητα.

Παράλληλα, μια σειρά οργανωτικών μέτρων, όπως η εσωτερική δημοκρατία και η ισότητα αμοιβής των στρατευμένων, η λειτουργία του στρατού ως μονάδας παραγωγής και πολιτικής εκπαίδευσης, ο σεβασμός της «ηθικής» που επιβάλλει την αποφυγή τυφλών ενεργειών εκδίκησης ή λεηλασίας, διαφοροποιούν έναν επαναστατικό στρατό από τους αντίστοιχους «αστικούς». Συνοψίζοντας την ανάλυση αυτή μπορούμε να πούμε ότι ένας επαναστατικός στρατός δεν πρέπει να είναι απλό «όργανο» που θα εγκαθιδρύσει μια νέα τάξη με παραδοσιακές μεθόδους καταναγκασμού αλλά να αποτελεί μια εκ των προτέρων έκφραση της τάσης κοινωνικού μετασχηματισμού, το οργανωτικό μόρφωμα μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας (π.χ. Mao 1967, σ.8βεπ., 118επ., 179επ.).

Στη σύγχρονη πολεμική ιστορία είναι απόλυτη η κυριαρχία του τακτικού στρατού, ως σχηματισμού αναγκαίου για τη διεξαγωγή πολέμου. Ο ανταρτοπόλεμος αντιμετωπίζεται ως κατώτερη μορφή που κατ' ανάγκη χρησιμοποιείται, και αντισταθμίζει την αδυναμία του με την πλήρη επικράτηση της στρατοκρατικής αντίληψης, αποτελώντας στον τρόπο οργάνωσης και τις συμβολικές πρακτικές «αντίγραφο» του τακτικού στρατού. Η εμπειρία του επαναστατικού ανταρτοπόλεμου δεν αμφισβητεί την προτεραιότητα του τακτικού στρατού, αλλά αποδίδει ειδική σημασία στις ομάδες παρτιζάνων που οργανώνονται με λαϊκή πρωτοβουλία. Εδώ είναι ενδιαφέρουσες οι αναλύσεις για τη «διαλεκτική» των δύο μορφών οργάνωσης: αναγνωρίζεται η ανάγκη συγκέντρωσης των δυνάμεων και υπέρβασης της οργανωτικής αδράνειας των παρτιζάνων αλλά αποδίδεται σημασία στη διατήρηση μικρών μονάδων που συνδυάζουν την αυθεντική λαϊκή πρωτοβουλία με την αποτελεσματικότητα. Η συνύπαρξη των δύο μορφών θεωρείται απαραίτητη για τη διεξαγωγή πολέμου και την εκπαίδευση των μαχητών που εντάσσονται σταδιακά σε μεγάλες μονάδες (Mao 1967, σ.273επ., 1960a, σ.77επ.).

Ανάλογη ήταν και η εμπειρία του απελευθερωτικού πολέμου στο Βιετνάμ, όπου η κομμουνιστική καθοδήγηση του στρατού αξιοποίησε την παράδοση λαϊκών αγροτικών στρατών στη χώρα και θεώρησε τον πόλεμο ως κυρίως πολιτική διαδικασία, στην οποία τον τελευταίο λόγο δεν έχει η τεχνική επάρκεια αλλά η πολιτική εμπειρία, η εύρεση της «κατάλληλης» στιγμής με την ορθή «ανάγνωση» των συγκυριών, τη διόρθωση των λαθών και την αξιοποίηση όλων των επιπέδων δράσης, από την επίσημη διπλωματία μέχρι τις μεμονωμένες ενέργειες σαμποτάζ. Οι στρατιωτικές μονάδες επιδίωξαν την άμεση σύνδεση με τους αγροτικούς πληθυσμούς και τις τοπικές οργανωτικές δομές και αξιοποίησαν τη «διαλεκτική» παρτιζάνων και τακτικού στρατού (Boudarel 1968, σ.190επ., Trihn Van Thao 1985).

Η συνοπτική αναφορά στις τάσεις οργάνωσης επαναστατικών στρατών έχει «παραδειγματική» σημασία, αφού δείχνει ότι είναι δυνατό να διεξαχθεί πόλεμος με άμεση αμφισβήτηση των ιεραρχικών δομών και της μιλιταριστικής ιδεολογίας και να λειτουργήσουν στην πράξη σχηματισμοί ένοπλου λαού έξω από το πλαίσιο του «άρτια» οργανωμένου στρατού (πολεμώντας με επιτυχία απέναντι σε ισχυρότερες δυνάμεις παραδοσιακού τύπου). Τέτοιες εμπειρίες απομυθοποιούν τα περί αναγκαιότητας και μοναδικότητας του «τακτικού» στρατού. Παράλληλα όμως δείχνουν ότι, όσον αφορά τη διεξαγωγή του πολέμου, η μαρξιστική παράδοση αναγνωρίζει ως πρωταρχική την πολιτική διάσταση στο επίπεδο της οργάνωσης και της συνειδητής συμμετοχής των μαχητών, θεωρώντας αναγκαία τη σύνδεση του στρατού με τη λαϊκή βάση, σε σχέση αμοιβαίας τροφοδότησης. Η αποτροπή της στεγανοποίησης των ενόπλων ομάδων επιτρέπει την αντιστροφή δύο τάσεων εγγενών στις συγκρούσεις: την τάση δημιουργίας ενός στρατιωτικού σχηματισμού που αντισταθμίζει το χωρισμό του από την κοινωνία με την ανάπτυξη μιας ιδιαίτερης ιδεολογίας, της μιλιταριστικής, αλλά και την τάση συγκρότησης ενόπλων ομάδων που στερούνται λαϊκής στήριξης και επιχειρούν να αναπληρώσουν την αδυναμία τους με μια «θεαματική» παρέκκλιση προς την χωρίς προοπτική βία, όπως συνέβη με τις τρομοκρατικές ομάδες που φαντασιώθηκαν δια των όπλων την αντιπροσωπευτικότητα που στερούνταν. Στη μαρξιστική οπτική, η έννοια της πολιτικής είναι συνώνυμη με τη μαζική πολιτική που αποτρέπει τη διπλή αυτή παρέκκλιση, τον πειρασμό της στεγανοποίησης.

Η αντιμετώπιση του πολέμου όχι ως «επιστήμης» αλλά ως άμεσης πρακτικής εμπειρίας προκύπτει σε μεγάλο βαθμό από την άμεση εμπλοκή του λαϊκού στοιχείου στον πόλεμο και τις «άτακτες», δηλαδή πολιτικές, μορφές διεξαγωγής του με λαϊκή πρωτοβουλία (π.χ. Mao 1967, σ.200επ., Trinh Van Thao 1985, σ.524επ.). Το ουσιαστικό στοιχείο του λαϊκού στρατού είναι η λειτουργία του σε πλήρη αντίθεση με τα μιλιταριστικά πρότυπα μιας τυποποιημένης πολεμικής «επιστήμης». Οι διαρκείς αλλαγές στρατηγικής, η εκμάθηση του πολέμου όχι από τα βιβλία αλλά από την εμπειρία, καταλήγει σε μια στάση απέναντι στον πόλεμο που αντικαθιστά τη λογική των στρατηγών από εκείνη των μαζικών επιδιώξεων και, πρωταρχικά, της ειρήνης.

8.3. Πόλεμος; Είναι για πολλούς παράδοξη η διαβεβαίωση ότι ο μαρξισμός αποτελεί μια μορφή ειρηνισμού. θα επιχειρήσουμε εδώ μια συστηματοποίηση των δεδομένων προηγούμενων αναλύσεων που συνηγορούν σ' αυτή την εκτίμηση.

8.3.1. Η κοινωνική ιστορία του 20ου αιώνα επιβεβαιώνει ότι οι μαρξιστές υποστήριξαν τα ειρηνιστικά κινήματα και αντιστάθηκαν στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, προβάλλοντας αντίσταση στην κατάκτηση εδαφών ή τη μεταβολή του συσχετισμού υπέρ της νικήτριας δύναμης. Η αντίθεση αρχής στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, δηλαδή στο μέγιστο μέρος των πολέμων που ξεσπούν, δεν χρήζει απόδειξης και δείχνει ότι οι μαρξιστές τοποθετήθηκαν στις περισσότερες συγκρούσεις στο ειρηνιστικό «στρατόπεδο», κάτι που αποσιωπάται από όσους προβάλλουν την «επιθετικότητα» του μαρξισμού, μη παραλείποντας να υπερασπίσουν ως «αναγκαιότητα» κάθε ιμπεριαλιστικό πόλεμο που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας τους - αντιπαραθέτοντας δηλαδή στο μαρξισμό τη συναίνεση προς την αστική βία.

Από την άλλη πλευρά, η επιθετικότητα των «σοσιαλιστικών» χωρών και η απολογητική του σοβιετικού μαρξισμού και των κομμουνιστικών κομμάτων για τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους του «υπαρκτού σοσιαλισμού», είναι μεν πραγματικό γεγονός αλλά δεν μπορεί να καταλογισθεί στη μαρξιστική θεωρία που - χωρίς σκοπιμότητες στήριξης των καθεστώτων που εμφανίσθηκαν ως «σοσιαλιστικά» ενώ αποτελούσαν κοινωνίες κρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού4 -, δείχνει ότι η αντίθεση στον ιμπεριαλισμό δεν επηρεάζεται από το νομιμοποιητικό λόγο των εξουσιών με «σοσιαλιστικό» προκάλυμμα.

Η κάθε μορφής αντίσταση στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους (βλ. παρ.5.3 και 8.1) συνδυάζεται με την κριτική στις προϋποθέσεις και τις δομές που συντηρούν την επιθετικότητα σε καιρούς ειρήνης είτε πρόκειται για το μιλιταρισμό (παρ.8.1) είτε για την επιθετικότητα που υποκρύπτει ο εθνικισμός (παρ.7). Τα παραπάνω εκφράζουν την έμπρακτη αντίθεση του μαρξισμού στον πόλεμο που ως απειλή ή πραγματικότητα επιδρά στις κοινωνικές εξελίξεις.

8.3.2. Η αναφορά στον πρακτικό ειρηνισμό των μαρξιστικών κινημάτων και την αντίθεση τους στους μηχανισμούς που γεννούν τον πόλεμο είναι ατελής όσο δεν εξετάζει τη στάση απέναντι στην πολεμική σύγκρουση εν γένει. Αφετηρία αποτελεί η παραδοχή ότι ο πόλεμος συνάπτεται δομικά με τις ταξικές κοινωνίες, τον ανταγωνισμό και την εκμετάλλευση και δεν είναι δυνατό να παύσει (αλλά μόνο να αποτραπεί προσωρινά) όσο θα υπάρχουν ταξικές κοινωνίες. Υιοθετώντας αυτή την ιστορικά δικαιολογούμενη θέση, οι μαρξιστές απορρίπτουν τον απόλυτο ειρηνισμό ως ουτοπική αντίληψη που ελπίζει ότι δια του Λόγου θα επιτύχει την εγκαθίδρυση ειρήνης χωρίς αλλαγή της πολεμογενούς πραγματικότητας, αλλά και ως πολιτική στάση «άμυνας» (χωρίς όπλα) σε πολεμικές εξελίξεις που την υπερβαίνουν (παρ.3).

Οι μαρξιστές αναγνωρίζουν την πραγματικότητα της ταξικής πάλης και αποβλέπουν στον κοινωνικό μετασχηματισμό. Επιδιώκουν συνεπώς να παρέμβουν σε μια συγκυρία κρίσης, όπως ο πόλεμος, για να οργανώσουν το κίνημα αμφισβήτησης με τον προσφορότερο τρόπο: την κινητοποίηση κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου αλλά και τη χρησιμοποίηση του ενάντια στη λογική του ιμπεριαλισμού με την τροπή σε επανάσταση (που είναι βίαιη στο βαθμό που το επιβάλλει η εκδήλωση της αστικής αντίδρασης). Η αναγνώριση της ταξικής πάλης οδηγεί σε παρέμβαση στον πόλεμο, ο οποίος αποτελεί μέσο επιτάχυνσης των εξελίξεων. Η «πολεμική» διάσταση του μαρξισμού είναι εγγενής στο βαθμό που απορρέει από την αναγνώριση των ταξικών ανταγωνισμών και την προσπάθεια μεταβολής του συσχετισμού σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Οι σχετικές θέσεις μπορούν να συνοψισθούν στο ότι η μη παρέμβαση στην πολεμική πραγματικότητα ισοδυναμεί με εγκατάλειψη των μαρξιστικών θέσεων που δοκιμάζονται κατ' ανάγκη στα πλαίσια αδιάκοπων συρράξεων. Οι έμπρακτες αποδείξεις για την αποτυχία της ειρηνικής και μεταρρυθμιστικής στρατηγικής και των αφηρημένων τοποθετήσεων υπέρ του σοσιαλισμού ή της ειρήνης, επιβάλλουν την αναγνώριση της ανάγκης γενίκευσης των εθνικών πολέμων, στην κατεύθυνση της σοσιαλιστικής μετάβασης που περιλαμβάνει την «εκπαίδευση» στην «αιματηρή σχολή των εξεγέρσεων» και αποτελεί «ολοκλήρωση» των απελευθερωτικών διεκδικήσεων που εκφράσθηκαν με πολέμους από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης (π.χ. Μαρξ 1975, σ.41επ., 79επ., Lenin 1960, σ.87επ., 38βεπ., 1960b, σ.72επ., 92επ., 152επ., 189επ., 244επ., 278επ.).

8.3.3. Αν οι μαρξιστές αναγνωρίζουν την ανάγκη παρέμβασης στον πόλεμο (και τα κινήματα απελευθέρωσης διεξήγαγαν εθνικοαπελευθερωτικούς και επαναστατικούς πολέμους), καθοριστική σημασία έχει η οριοθέτηση αυτής της «πολεμικής» τάσης, ο εντοπισμός των ορίων της που δείχνουν ότι ο μαρξισμός δεν αποτελεί ειρηνισμό μόνο με την «αναμενόμενη» δράση κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου, αλλά και στο πεδίο των πολέμων που εξυπηρετούν την απελευθερωτική στόχευσή του.

Η ειρηνιστική διάσταση προκύπτει από την αναγκαιότητα της μαζικής πολιτικής. Σημασία έχει η απόρριψη της «παραδειγματικής» τρομοκρατίας και η καταδίκη της στρατηγικής των «Teilaktionen» που εμφανίσθηκε στα εργατικά κινήματα μετά τον Α' παγκόσμιο πόλεμο. Η λογική του πραξικοπήματος και της απομονωμένης δράσης ενόπλων αποσπασμάτων για να «ξυπνήσει» το εργατικό κίνημα, επικρίθηκε από τους περισσότερους μαρξιστές με την επισήμανση της ανάγκης να υπάρξει μαζική πολιτική που βαθμιαία θα επιβάλλει την ανατροπή του καπιταλισμού (Anderson 1978, σ.98επ.). Είναι έτσι ευνόητο ότι ο μαρξισμός διαφοροποιείται από τους αυτόκλητους εκπροσώπους του «προλεταριάτου» που αντισταθμίζουν δια των όπλων την αδυναμία τους, προκαλώντας όξυνση της αστυνομικής βίας και λαϊκή επιφυλακτικότητα απέναντι σε κάθε απελευθερωτική πολιτική, όταν αυτή ταυτίζεται με την τρομοκρατία.

Καίρια σημασία έχει όμως το ότι, όπως προκύπτει από την υφή του εργατικού κινήματος και του συσχετισμού δύναμης στις καπιταλιστικές κοινωνίες, η ανατροπή του καπιταλισμού δεν μπορεί να περάσει μέσα από την αιφνίδια όξυνση της βίας. Απαιτεί τη συνεχή πολιτική δράση που οδηγεί στη διαμόρφωση ενός όσο το δυνατό μαζικότερου κινήματος, το οποίο θα αντιτάξει το μόνο ισχυρό του σημείο απέναντι στην αστική στρατιωτική ισχύ: το πλεονέκτημα της μαζικότητας που καμιά δύναμη δεν μπορεί βίαια να αντιστρέψει. Οι παρατηρήσεις του Ένγκελς για το πλεονέκτημα των εργατών απέναντι στα κανόνια (δηλ. για την ενότητα που αντισταθμίζει την τεχνική και υλική αδυναμία του λαού και απαιτεί πολιτικές προσπάθειες για να επιτευχθεί, αντιπαρατασσόμενη στην «ένοπλη αστική τάξη» - κάτι που δεν πραγματώνεται με «παραδειγματική» βία ούτε με επαναστατική βιασύνη), δείχνουν την «αναγκαστικά» ειρηνική διάσταση του επαναστατικού κινήματος, το οποίο έχει κάθε συμφέρον να περιορίσει την ένοπλη αντιπαράθεση, δρώντας στο μόνο πεδίο που «τρέμουν» όλες οι «μεγάλες δυνάμεις»: την επαναστατικά προσανατολισμένη πολιτική δράση που έχει το πλεονέκτημα της μαζικότητας απέναντι στην κατεστημένη βία των μηχανισμών (Engels 1973, σ.152, 412, 1982, σ.8). Η επιχειρηματολογία του Λένιν για πάση θυσία σύναψη ειρήνης με τους Γερμανούς μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης, δείχνει ότι ο ειρηνισμός της εργατικής τάξης είναι εγγενής διότι δεν υπάρχουν άλλα μέσα αντιμετώπισης του ισχυρότερου αντίπαλου και επιχειρεί, με παραχωρήσεις, να εξασφαλίσει την ειρήνη.

Από την προτεραιότητα της πολιτικής απέναντι στη στρατιωτική οπτική προκύπτει ότι η αλλαγή του συσχετισμού δύναμης επιχειρείται με «διαλογικά» μέσα. Η εμπλοκή των εργατικών κινημάτων στον πόλεμο γίνεται με ανάληψη δράσης είτε στα πλαίσια ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου που έχει ήδη ξεσπάσει είτε στη διαδικασία του εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου, στην οποία οι μαρξιστές επιδιώκουν να ηγεμονεύσουν, συνεχίζοντας την πολεμική σύγκρουση που έχει ξεκινήσει για εθνικιστικούς λόγους, υπό την ηγεσία της εγχώριας αστικής τάξης. Συνεπώς, δεν είναι «επιτιθέμενοι» αλλά παρεμβαίνουν στην πραγματικότητα του πολέμου, όπως αυτή δίνεται από τα χαρακτηριστικά της αστικής κοινωνίας και με την πεποίθηση (Lenin 1960, σ.275, 291) ότι η επαναστατική δράση συνιστά «πόλεμο στον πόλεμο», οδηγώντας σε μια δυνάμει διαρκή ειρήνη και εκφράζοντας τις ειρηνιστικές τάσεις των μαζών.

Η ανάγνωση του «βίαιου» Λένιν θα καθιστούσε σαφές ότι το σκεπτικό του βασίζεται στην αξιοποίηση της ειρηνιστικής διάθεσης του λαού, στην υπόσχεση για κατάπαυση του πολέμου που ανταποκρίνεται στις λαϊκές επιθυμίες και που μόνο αν πραγματωθεί παρέχει εναλλακτική λύση στην επιθετικότητα του ιμπεριαλισμού. Επιπλέον, εκφράζει μια πολιτική αντίληψη της επανάστασης ως σταδιακής ωρίμανσης, η οποία προϋποθέτει συνθήκες επαναστατικής κρίσης και δίνει στο εργατικό κίνημα την πιθανότητα να επικρατήσει μόνο όταν υπάρξουν οι πρόσφορες συνθήκες, με δράση σε όλα τα πολιτικά μέτωπα και μείωση της βίας στο ελάχιστο αναγκαίο, δηλαδή με πολιτική εξασθένιση του αντιπάλου (Lenin 1960, σ.20βεπ., 458επ., 1960a, σ. 179).

Αυτές οι θέσεις εκφράζονται ως φιλοσοφική «παραβολή» με την αναφορά του Μάο στον ιμπεριαλισμό ως «τίγρη» (1969, σ.97επ.). Ο ιμπεριαλισμός (και ο υπερεξοπλισμός του) είναι «πραγματική τίγρη» διότι απειλεί με τεράστιες καταστροφές και δεν διστάζει να θέσει σε κίνηση την καταστροφική του δύναμη. Είναι όμως ταυτόχρονα και «χάρτινη τίγρη» γιατί μακροπρόθεσμα αδυνατεί να επιβάλλει τη θέληση του απέναντι στη λαϊκή καταδίκη των πρακτικών του, την πολιτική οργάνωση και την εξέγερση ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση. Εδώ διαγράφεται μια αντιμετώπιση του πολέμου που χαρακτηρίζεται από τακτική απαισιοδοξία (αδυναμία του λαϊκού κινήματος απέναντι στο σύστημα καταπίεσης και καταστολής) και από στρατηγική αισιοδοξία (η λαϊκή δύναμη είναι «τελικά» ανίκητη). Ο υλικός συσχετισμός δύναμης είναι δυσμενής αλλά αυτό συμβαίνει προσωρινά, διότι τίποτε δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα της τελικής νίκης.

Η «παραβολή της τίγρης» αποτελεί περιγραφή της πορείας του κινέζικου κινήματος εθνικής ανεξαρτησίας που νίκησε τη «χάρτινη τίγρη» αλλά, βαθύτερα, εκφράζει την ειρηνιστική μαρξιστική προσέγγιση. Η στρατηγική αισιοδοξία δεν βασίζεται στα όπλα και την απειλή πολέμου αλλά στην «ήρεμη δύναμη» της λαϊκής δυσαρέσκειας που υπερισχύει με πολιτικά μέσα, επιβάλλοντας μια λύση που εξασφαλίζει τη λαϊκή συναίνεση. Στη διαδικασία αυτή, η πολεμική στιγμή μπορεί να είναι αποφασιστική και αναγκαία. Δεν είναι όμως η προνομιακή, αφού η πολεμική δύναμη βρίσκεται στα χέρια των εκμεταλλευτών, και είναι στιγμιαία σε σχέση με τη διαδικασία οικοδόμησης μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας με διαδοχικούς μετασχηματισμούς στην παραγωγή, την πολιτική και τη μόρφωση.

Ο ειρηνισμός του μαρξισμού εκφράζεται από τη στρατηγική πολυμορφία και ρευστότητα στο ζήτημα της επανάστασης. Χωρίς να είναι δυνατή μια αναλυτική αναφορά, στο μαρξισμό έχουν υποστηριχθεί όλες οι λύσεις μετάβασης, από την απόλυτα ειρηνική (π.χ. Μαρξ 1989, σ.6βεπ.) μέχρι την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας. Η ανάγκη «καταστροφής» του αστικού κράτους είναι δεδομένη για τον επαναστατικό μαρξισμό, αλλά τα μέσα επίτευξης της σε μια μακροχρόνια διαδικασία μετάβασης δεν είναι δεδομένα: εξαρτώνται από το συσχετισμό δύναμης και τις πολιτικές εκτιμήσεις για την πρόσφορη στιγμή και τα πρόσφορα μέσα.

Από την πολεμική της Λούξεμπουργκ ενάντια στη «στρατηγική» προσέγγιση που πρότεινε ο Κάουτσκυ δεν πρέπει να κρατήσουμε μόνο την απόρριψη της ρεφορμιστικής πολιτικής της «φθοράς» που, σύμφωνα με την αφελώς εξελικτιστική άποψη, αντικαθιστούσε τη στρατηγική της «κατάκτησης». Μεγαλύτερη σημασία έχει η απόρριψη της συλλογιστικής που χρησιμοποιεί πολεμικές μεταφορές και «στρατηγικά μοντέλα», επιβάλλοντας τον εφ' άπαξ καθορισμό του προσφορότερου. Σύμφωνα με την προσέγγιση της «πολιτικής ρευστότητας», κρίσιμη είναι η συγκεκριμένη ταξική ανάλυση που σε κάθε συγκυρία συνδυάζει τα παρεχόμενα μέσα, από την εξέγερση και την παρέμβαση σε πολέμους που απειλούν το εργατικό κίνημα μέχρι τη γενική απεργία και την καθημερινή πολιτική δράση. Η επιλογή είναι «στιγμιαία», δηλαδή επιδέχεται διαρκείς διορθώσεις ενόψει πολιτικών αναλύσεων. Ο μη δογματισμός τον μαρξισμού, υποβιβάζει την πολεμική στιγμή, θέτοντας στο προσκήνιο τη μαζική και δημόσια πολιτική δράση και εκφράζοντας την ειρηνιστική διάσταση των διαδικασιών που τείνουν στην ανατροπή του καπιταλισμού5.

Καμιά πρόταξη της βίας δεν είναι νοητή, δεδομένης της «στρατηγικής ανισότητας» στις ταξικές κοινωνίες και των στοχεύσεων της διαδικασίας απελευθέρωσης. Στην πολιτική ρευστότητα (που δεν σημαίνει ασάφεια ή έλλειψη αρχών αλλά αναγνώριση της πρωταρχικότητας του συγκεκριμένου), αποδυναμώνεται η καταγγελία του μαρξισμού ως βίαιου κινήματος που αγνοεί άλλους, «ειρηνικούς δρόμους». Η «κατάκτηση» και η «φθορά» συνυπάρχουν στη μαζική διάσταση της πολιτικής.

Η αναφορά στο μαρξιστικό ειρηνισμό δείχνει ότι δεν είναι ορθή η κοινή εκτίμηση, ότι ο πόλεμος αποτελεί για τους μαρξιστές αναγκαίο εργαλείο που «δικαιολογείται» από την υπόσχεση εγκαθίδρυσης της ειρήνης σε ένα τελικό στάδιο. Ο μαρξισμός είναι ειρηνιστικός επειδή αποβλέπει στην οριστική εγκαθίδρυση της ειρήνης (παρ. 11.2) αλλά και επειδή στην καθημερινή δράση καταγγέλλει τον πόλεμο, επιδιώκοντας την κατά το δυνατό ειρηνικότερη «μετάβαση», θεωρεί τον πόλεμο ως καταστροφικό «εργαλείο» που απειλεί το εργατικό κίνημα, το οποίο επιδιώκει να παρέμβει αυτόνομα στην πολεμική πραγματικότητα, με σκοπό τη μεταβολή του συσχετισμού. Καταγγέλλοντας την αστάθεια της ειρήνης και τις συνθήκες προσωρινής εξειρήνευσης στις ταξικές κοινωνίες (για πόσον καιρό ειρήνη και ποια ειρήνη, είναι τα ερωτήματα που συνοψίζουν τη μαρξιστική κριτική), ο μαρξισμός δεν παύει να προωθεί έναν κοινωνικό ειρηνισμό, προσανατολισμένο στην επιδίωξη της κοινωνικής αλλαγής.

9. Παρέκβαση: η ειρήνη δια του δικαίου
Η αριθμητική λογική έλεγε ότι μετά από το ιστορικά πρωτοφανές γεγονός των δύο παγκόσμιων πολέμων στο διάστημα τριών δεκαετιών, αναμένεται και ο τρίτος. Η απομάκρυνση από την προοπτική παγκόσμιου πολέμου, περιόρισε τα «αποκαλυπτικά» σχέδια για τον τρόπο και τις συνέπειες της διεξαγωγής του ενώ οι πρόσφατες τάσεις αφοπλισμού στην Ευρώπη και παγίωσης μιας «τάξης» που αποκαλείται νέα και αναγορεύεται διαρκής, κατέστησαν επίκαιρα τα «σχέδια ειρήνης», θα αναφερθούμε εδώ στην πρόσφατη ανάλυση του «ερευνητή ειρήνης» D. Senghaas.

Η τοποθέτηση του Senghaas (1990) είναι προβληματική ως προς τη διάγνωση της κατάστασης στην Ευρώπη αλλά και τα μέσα εγκαθίδρυσης της ειρήνης. Ξεκινά από τη διαπίστωση ότι επιτεύχθηκε για πρώτη φορά στην Ευρώπη η εξομοίωση των «συστημάτων», που έχει βασικό στοιχείο τη θεσμική προσέγγιση, με την καθολική υιοθέτηση του δυτικού νομικού πλαισίου. Ως κύριο αίτημα των «επαναστάσεων» του 1989 - και χαρακτηριστικό της σημερινής Αν. Ευρώπης - κρίνεται η νομική μεταβολή (εισαγωγή του δυτικού συνταγματικού μοντέλου με ατομικά δικαιώματα, διάκριση των εξουσιών, αποτελεσματική διοίκηση και ανεξάρτητη δικαιοσύνη - Senghaas 1990, σ.57επ.).

Η πολιτικιστική αντίληψη των αλλαγών στην Αν. Ευρώπη αρκείται στα επιφαινόμενα της κίνησης ανατροπής και εκλαμβάνει ως επίδικο αντικείμενο τα ατομικά δικαιώματα και το δυτικό δίκαιο, υποτιμώντας τη βάση των αλλαγών. Ευθυγραμμίζεται έτσι με τις αντιλήψεις της αστικής κοινωνιολογίας (κάθε κοινωνική σύγκρουση είναι μάχη για την πολιτική εξουσία προκειμένου να επιβληθεί μια «πολιτική» βούληση και να ελεγχθεί η οικονομία) αλλά και με την δημοσιογραφική αντίληψη της επικαιρότητας, όπου «γεγονότα» αποτελούν οι ίντριγκες του πολιτικού ιδεολογικού μηχανισμού.

Η συλλογιστική αυτή δεν θέτει το καθοριστικό για την Αριστερά ερώτημα του ποια ήταν η κοινωνική φύση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, με το πρόσχημα ότι στην Αν. Ευρώπη η οικονομία ήταν «πολιτικοποιημένη» και «άρα» τα πάντα καθορίζονται από την πολιτική αλλαγή (Senghaas 1990, σ.7βεπ.). Πρόκειται για άποψη που εναρμονίζεται με τους πανηγυρικούς της δυτικής απολογητικής περί «τέλους του ολοκληρωτισμού» και με τις επιδιώξεις της ανατολικής γραφειοκρατίας που προβάλλοντας τη «δημοκρατικότητα» της θέλει να διατηρήσει τα προνόμια της στη διαδικασία μετάβασης στον ανταγωνιστικό καπιταλισμό (βλ. π.χ. την υπογράμμιση της «δικαιοκρατικής»πολιτικής πλευράς και τις ελάχιστες αναφορές περί οικονομίας στο πρόσφατο και τελευταίο πρόγραμμα του ΚΚΣΕ - Le Monde 27.7.9l)6.

Η θεώρηση αυτή οδηγεί τον Senghaas στο συμπέρασμα ότι μετά την επίτευξη της «βασικής» (νομικής θεσμικής) προσέγγισης, υπάρχουν στην Ευρώπη προϋποθέσεις διαρκούς ειρήνης με συνεργασία των «κρατών δικαίου». Αποσιωπώνται έτσι οι οικονομικές ανισότητες και η αδυναμία για μεσοπρόθεσμη ενοποίηση της ευρωπαϊκής «αγοράς» (Μηλιός 1990, Menzel 1991) και παραβλέπεται το ότι η πολιτική μετάβαση αφήνει ανοιχτή σε συγκρούσεις την οικονομική εξέλιξη και δεν αίρει τους ταξικούς - εθνικούς ανταγωνισμούς. Πρόσφατες αναλύσεις δείχνουν όμως ότι η αναβίωση κλασικών μορφών σύγκρουσης (π.χ. ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός ΗΠΑ Ιαπωνίας ΟΔΓ για τη διανομή της παγκόσμιας αγοράς και ηγεμονίας που διαβλέπει ο Menzel 1991) εμπεριέχει τη δυνατότητα «εξαγωγής» των πολεμικών συγκρούσεων στην «περιφέρεια», χωρίς να αποκλείονται οι μετωπικές συγκρούσεις.

Εκτός αυτών, η θέση ότι η ύπαρξη «κρατών δικαίου» επιτρέπει συνεργασία και ειρήνη, μια και τα τελευταία 50 χρόνια δεν έγινε πόλεμος μεταξύ των «κρατών δικαίου» της Δ. Ευρώπης (Senghaas 1990, σ.37επ., 81επ.), δεν είναι πειστική: πόλεμος δεν έγινε ούτε μεταξύ των διαφορετικών συστημάτων της Ευρώπης και αυτό οφείλεται αποκλειστικά στο συσχετισμό δύναμης που τον απέτρεψε, παρά τις θεσμικές ανομοιογένειες που ο Senghaas θεωρεί γενεσιουργές σύγκρουσης.

Το ότι η υπεριμπεριαλιστική ειρήνη είναι αδύνατη δεν σημαίνει βέβαια ότι ο πόλεμος βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη. Η απόφαση περί πολέμου είναι πολιτική και αυτό καθιστά δυνατή την αποτροπή του, παρά τη «δομική» έλλειψη εγγύησης ειρήνης. Εάν όμως μέχρι τώρα η ασταθής ισορροπία της ειρήνης κρίθηκε επωφελέστερη, τίποτε δεν εξασφαλίζει τη διατήρηση της και δεν εξαλείφει την απειλή πολέμου που επιδρά στις εξελίξεις κάθε χώρας. Η μεταβολή στην ισορροπία της Ευρώπης και η μείζων εξάρτηση των ανατολικών χωρών δείχνει μόνο ότι οι προϋποθέσεις ειρήνης είναι διαφορετικές και ίσως πιο περίπλοκες.

Σε κάθε περίπτωση, οι επανεκδιδόμενες από τον Senghaas καντιανές αρχές του ρεπουμπλικανισμού και του ορθού λόγου που ενσαρκώνεται σε νομικούς κανόνες και θεσμούς συνεργασίας, παραβλέπουν τη θεμελιώδη αστάθεια ενός συστήματος εσωτερικού (τάξεις) και εξωτερικού (ιεραρχημένη διεθνής αλυσίδα) ανταγωνισμού που δεν έχει τα μέσα να απαλείψει τις αιτίες σύγκρουσης. Η πίστη στους θεσμούς συνεργασίας των αστικών κρατών αρκείται σε μια εγγύηση εξωτερική προς τους κοινωνικούς εθνικούς ανταγωνισμούς, και δείχνει την αδυναμία του θεσμοκρατικού ειρηνισμού που ελπίζει ότι οι ευχές του ταυτίζονται με τα συμφέροντα των ισχυρών. Η ευθυγράμμιση του ειρηνισμού με τις αντιλήψεις περί πρωτοκαθεδρίας και «διαπλαστικότητας» των νομικών θεσμών εκφράζει μια πολιτική στάση που νομιμοποιεί το «ειρηνιστικό» πλαίσιο, στο οποίο συντηρείται η απειλή της ένοπλης σύγκρουσης7.

10. Δίκαιος πόλεμος;
10.1. Η θεωρία για τους δίκαιους και τους άδικους πολέμους «μας δίνει πιο επιστημονική ταξινόμηση των πολέμων. Υπάρχουν δύο είδη πολέμων: α) οι δίκαιοι [οι αμυντικοί, απελευθερωτικοί ή αντικαπιταλιστικοί, Δ.Δ.Χ.Γ.], β) ο άδικος πόλεμος: αυτός που επιδιώκει εδαφικές προσαρτήσεις, που αποβλέπει στην κατάκτηση και υποδούλωση άλλων χωρών και άλλων λαών... Όλοι οι δίκαιοι πόλεμοι βοηθούν στην πρόοδο της κοινωνίας... ο μαρξισμός λενινισμός αναγνωρίζει σαν προοδευτικούς, δίκαιους και αναγκαίους, τους πολέμους που κάνουν οι καταπιεζόμενες τάξεις ενάντια στους καταπιεστές τους» (Ρόζενταλ Γιουντίν 1963, σ.433 4 και Hoffmann 1960, σ.31επ.).

Η θεωρία περί δίκαιου πολέμου - που έχει ως συμπλήρωμα τον «αναγκαίο πόλεμο» -, είναι προβληματική όχι τόσο λόγω της αναγόρευσης μιας ηθικής διάκρισης σε επιστημονική όσο ενόψει της βεβαρυμένης προϊστορίας της έννοιας «δίκαιος πόλεμος». Η διάκριση των πολέμων σε δίκαιους και άδικους προέρχεται από αντίστοιχες διακρίσεις της χριστιανικής παράδοσης (Engelhardt σε Steinweg 1980, Schmitt 1950) και αποδίδει την παλιότερη (και από στρατηγική άποψη προφανή) διάκριση των πολέμων σε αμυντικούς και επιθετικούς. Η πλούσια και αντιφατική συνέχεια της έννοιας στο διεθνές δίκαιο (Schmitt 1950) αναγορεύει σε δίκαιους τους πολέμους που διεξάγονται σύμφωνα με τους «διεθνώς παραδεδεγμένους» κανόνες και αναγνωρίζει μόνο τους πολέμους που διεξάγονται «αξιοπρεπώς» (τα κράτη δεν είναι πειρατές θα πει ο Σμιττ) από «κυρίαρχα» κράτη με τακτικό στρατό, μη παραλείποντας να τιμωρήσει ως εγκληματίες πολέμου, όσους οι νικητές καθορίσουν ως τέτοιους.

Η προέλευση της έννοιας του δίκαιου πολέμου επιβάλλει δύο κριτικές. Πρώτον, την επισήμανση της αυθαιρεσίας της διάκρισης (εφαρμογή ηθικών κριτηρίων που δεν είναι μόνο υποκειμενικά αλλά και απόλυτα μεροληπτικά αφού καθορίζονται «αυθεντικά» από τους εκάστοτε νικητές). Δεύτερον, την κριτική στη θεσμική και «ηθική» καταξίωση της κρατικής μορφής των ιμπεριαλιστικών πολέμων ως δίκαιων ή πάντως έννομων, με εξοβελισμό των πρακτικών λαϊκής αντίστασης ή εσωτερικής αμφισβήτησης που εκδηλώνονται ως ανταρτοπόλεμος χωρίς την «εγγύηση» των επαγγελματιών του πολέμου, της «στρατιωτικής τιμής» και «εγκυρότητας» τους. Η κριτική αυτή ασκήθηκε από τον Σμιττ, ο οποίος στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει το γερμανικό ιμπεριαλισμό και να στραφεί κατά των προσπαθειών ποινικής δίωξης της γερμανικής ηγεσίας μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους, κατήγγειλε τη διαμόρφωση μιας «διαφοροποιητικής» (αξιολογικής) έννοιας του πολέμου στο διεθνές δίκαιο εκ μέρους των νικητών (Schmitt 1938, 1950)8. Λιγότερο γνωστή είναι η κριτική που είχε ασκήσει ο Ένγκελς στην αμφισβήτηση του χαρακτήρα της αυθόρμητης αντίστασης του γαλλικού πληθυσμού απέναντι στους Πρώσους μετά την κατάρρευση του αυτοκρατορικού στρατού το 1870. Η λαϊκή αντίσταση θεωρήθηκε αθέμιτη επειδή δεν προερχόταν από τακτικό στρατό και τιμωρήθηκε με εμπρησμούς και εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού (Engels 1979, σ.167επ.), κατ' επιβολή της ηθικής των κρατικών στρατών.

10.2. Παρότι ασαφής και ηθικολογούσα, η διάκριση των πολέμων σε δίκαιους και άδικους χρησιμοποιήθηκε από τους μαρξιστές, για δικαιολόγηση εθνικοαπελευθερωτικών και επαναστατικών πολέμων. Η έννοια της δικαιότητας έχει «στρατηγική» σημασία για τη νομιμοποίηση των πολέμων αυτών, αν ληφθεί υπόψη η κατ' αρχήν εναντίωση των μαρξιστών στην ένοπλη βία και τον πόλεμο που θεωρείται όχι μόνο επώδυνος αλλά και καταστροφικός για τις τάξεις που υφίστανται την εκμετάλλευση. Ανάλογη σημασία έχει για τους ειρηνιστές η απόρριψη της διάκρισης (όλοι οι πόλεμοι είναι εξίσου άδικοι και απορριπτέοι διότι εντάσσονται στο είδος «πόλεμος» και καθίστανται αδιαφοροποίητα - με μόνη εξαίρεση τους καθαρά αμυντικούς πολέμους για υπεράσπιση «εθνικού» εδάφους - φορείς των κακών της βίας).

Στη θεωρία περί δίκαιου πολέμου έχει καταλογισθεί εύλογα η απολογητική χρήση της για δικαιολόγηση πολέμων επέκτασης της σφαίρας επιρροής κρατών που αναγορεύονταν σε «σοσιαλιστικά». Επισημάνθηκε επίσης η αδυναμία της «θεωρίας» αυτής να ερμηνεύσει τις συγκρούσεις που έγιναν μεταξύ «σοσιαλιστικών» χωρών και, κυρίως, η ομοιότητα της χρήσης του «δίκαιου» πολέμου σε Ανατολή και Δύση: τα καθεστώτα και οι ιδεολόγοι τους αναγορεύουν τις συγκρούσεις σε δίκαιες για το στρατόπεδο τους και άδικες για τον αντίπαλο (Jahn σε Steinweg 1980, σ.164επ.)9.

Η προσφορότητα της διάκρισης για απολογητική χρήση, δηλαδή για τη μιλιταριστική εθνικιστική προπαγάνδα, δεν οφείλεται μόνο στον ταξικό χαρακτήρα του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Προκύπτει από την εννοιολογική αστάθεια της έννοιας δίκαιος πόλεμος, η οποία επιτείνεται από την ηθική χροιά της (διάκριση καλού κακού). Πιστεύουμε ωστόσο ότι η έννοια αυτή είναι πιο πρόσφορη από την απλούστευση του «ποτέ πια πόλεμος».

10.3. Η χρήση της έννοιας σε μαρξιστική προοπτική προσκρούει στην άμεση σύνδεση της με την έννοια της «δικαιοσύνης». Όπως δείχθηκε πειστικά (Kalischeuer 1986, σ.125επ.), η δικαιοσύνη στερείται «υπερβατικού» ή αξιολογικού νοήματος και αποτελεί το ιδεολογικό όνομα της αντιστοιχίας ορισμένης πρακτικής με δεδομένο σύστημα παραγωγής: «η δικαιότητα κοινωνικών θεσμών και συμπεριφορών βασίζεται στο ότι τέτοιοι θεσμοί και συμπεριφορές προκύπτουν από τις σχέσεις παραγωγής και παίρνουν νομικές μορφές... το περιεχόμενο των οποίων είναι δίκαιο εφόσον ανταποκρίνεται στον τρόπο παραγωγής και άδικο εφόσον αντιβαίνει σ' αυτόν... Η δικαιοσύνη είναι για τον Μαρξ αποτέλεσμα μιας ειδικής μορφής ορθολογικότητας» (σ. 129 30).

Χωρίς να αναφερθούμε αναλυτικά στη σημασία και τα όρια αυτής της προσέγγισης, μπορεί να λεχθεί ότι η προβολή ενός «δικαίου» που αντιβαίνει στην ειδική ορθολογικότητα ενός συστήματος παραγωγής δεν είναι σκόπιμη, διότι χωρίς να μεταβάλλει τα αντικειμενικά δεδομένα των προσλαμβανόμενων κοινωνικά ως «δίκαιων» συμπεριφορών, νομιμοποιεί την ιδεολογική έννοια της δικαιοσύνης, συντηρώντας την αστική υποστασιοποίησή της με το να αναζητά ένα «άλλο» κριτήριο. Συνεχίζει με άλλα μέσα την αναζήτηση μιας χίμαιρας και ενισχύει τις «ανθρωπιστικές» προσπάθειες εμφάνισης του μαρξισμού ως σχεδίου ηθικοποίησης του κόσμου.

Από την άλλη πλευρά όμως, το σύνθημα «έχουμε δικαίωμα να εξεγειρόμαστε» εκφράζει μια αξιοπρόσεκτη «ηθική» δικαιολόγηση της εξέγερσης που ο Αλτουσέρ διευκρίνισε λέγοντας ότι η ταξική πάλη άρχισε με την πρωτοφανούς βιαιότητας επίθεση των κεφαλαιοκρατών και συνεπώς κάθε μεταγενέστερη κίνηση ανατροπής αποτελεί μια εύλογη (και αναγκαία) απάντηση στην επίθεση της αστικής τάξης (Αλτουσέρ 1983, σ.6βεπ.). Έτσι παρέχεται μια διπλή δικαιολόγηση της εξέγερσης (και των πολέμων): η επίθεση της πρωταρχικής συσσώρευσης και οι έκτοτε αδιάκοπες επιθέσεις τείνουν στην εγκαθίδρυση και αναπαραγωγή ενός συστήματος εκμετάλλευσης και, ως εκ τούτου, είναι «άδικες». Αντίθετα, οι «απαντήσεις» που δίνονται από τις λαϊκές τάξεις φαίνονται δίκαιες, στο βαθμό που τείνουν στην άρση της εκμετάλλευσης.

Εδώ εντοπίζεται μια πρώτη διόρθωση της θέσης ότι η «δικαιότητα» έχει νόημα μόνο όταν ανταποκρίνεται στην ειδική ορθολογικότητα του κάθε συστήματος παραγωγής: η χρήση του όρου «δίκαιος» από το κίνημα ανατροπής δεν είναι αυθαίρετη αλλά ανταποκρίνεται στα βαθύτερα χαρακτηριστικά του συστήματος. Εκφράζει την εσωτερική τάση διάλυσης του καπιταλισμού στην κατεύθυνση μιας μη εκμεταλλευτικής σοσιαλιστικής κοινωνίας. Είναι εσωτερικά «δικαιολογημένη» στο βαθμό που προκύπτει από τα αντιφατικά χαρακτηριστικά του ίδιου του καπιταλισμού (η διάλυση του εκφράζει μια εσωτερική ορθολογικότητα) και στηρίζεται στη μαρξιστική θεωρία που αποκαλύπτει και αναλύει την έννοια της εκμετάλλευσης και την τάση υπέρβασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μέσα από τα στοιχεία του. Πρόκειται για μη αυθαίρετη χρήση του όρου «δίκαιος», η οποία θεμελιώνεται σε θεωρητικές αναλύσεις για την υφή του καπιταλισμού, και δείχνει ότι είναι «δίκαιη» η εξέγερση ενάντια στην τάξη βίας και εκμετάλλευσης.

Η οριοθέτηση αυτή εντάσσει στη μαρξιστική προοπτική την έννοια του δίκαιου πολέμου (δεν πρόκειται για ιδεαλιστική προβολή προσωπικών κρίσεων αλλά για έκφραση μιας εσωτερικής τάσης που καθιστά «εύλογη» την ανατροπή) χωρίς όμως να επιτρέπει την αποκλειστική χρήση από το κίνημα αμφισβήτησης: αν δίκαιος είναι ένας πόλεμος που τείνει στην άρση ή το μετριασμό της εκμετάλλευσης (επανάσταση ή εθνική ανεξαρτησία), κατά μείζονα λόγο είναι «δίκαιος» (με τη μη αξιολογική και απομυθοποιητική έννοια που δίνει στον όρο ο Μαρξ) ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος που τείνει στην επέκταση του χώρου συσσώρευσης του κεφαλαίου, δηλαδή απορρέει από την εγγενή τάση αναπαραγωγής στην ευρύτερη δυνατή κλίμακα με τις ευνοϊκότερες προϋποθέσεις. Για τον ίδιο λόγο είναι «άδικος» ο πόλεμος του αντιπάλου (εργατικού κινήματος ή άλλου αστικού κράτους) που εμποδίζει την ομαλότητα της αναπαραγωγής. Επανερχόμαστε έτσι στο φαύλο κύκλο του δίκαιου πολέμου, αφού η l κάθε πλευρά μπορεί με αναφορά σε αντικειμενικές τάσεις να χαρακτηρίζει τον πόλεμό «της» ως δίκαιο.

Πρέπει να γίνει όμως και μια δεύτερη διευκρίνηση. Ο Αλτουσέρ έδειξε ότι ο μαρξισμός δεν αποτελεί μια επιστήμη που αποκαλύπτει την «αλήθεια», εξασφαλίζοντας «συναίνεση» για την επιβολή της ενάντια στην πλάνη ή το σφάλμα, αλλά συνιστά μια συγκρουσιακή μεροληπτική επιστήμη, που εντάσσεται από τη στιγμή της συγκρότησης της στη διαδικασία του ταξικού ανταγωνισμού, γνωρίζει κρίσεις και διορθώνεται στη διαδικασία αυτή: «η συγκρουσιακότητα της μαρξιστικής θεωρίας είναι συστατική της επιστημονικότητας, της αντικειμενικότητας της... η μαρξιστική επιστήμη και ο μαρξιστής ερευνητής οφείλουν να πάρουν θέση στη σύγκρουση... πρέπει να υιοθετήσουν (προλεταριακές) θεωρητικές ταξικές θέσεις [κάτι που] αντιτίθεται σε ολόκληρη τη θετικιστική παράδοση» (Αλτουσέρ 1991, σ.55 6).

Η αρχή της «μεροληψίας» που οι μαρξιστές εντάσσουν στους τίτλους της επιστημονικής πρακτικής τους, προκύπτει από την ένταξη του «υποκειμένου» στη διαδικασία της σύγκρουσης και τον επηρεασμό του από τα αποτελέσματα της. Κλειδί της ανάλυσης αποτελεί η έννοια της οπτικής, του «σημείου θέασης», στο οποίο τοποθετείται ο ερευνητής για να κατανοήσει την πραγματικότητα. Η οπτική εκείνων που υφίστανται την εκμετάλλευση δεν δίνει μόνο τη δυνατότητα ορθής ανάλυσης της καπιταλιστικής πραγματικότητας αλλά και εκτίμησης, αξιολόγησης του χαρακτήρα της.

Η εκτίμηση ότι ένας πόλεμος που στρέφεται έμμεσα ή άμεσα κατά του συστήματος εκμετάλλευσης είναι «δίκαιος», δεν έχει μόνο την ιδεολογική σημασία του ότι κάθε πλευρά προσλαμβάνει το συμφέρον ως δίκαιο, ούτε μόνο την υλιστική έννοια της δικαιοσύνης ως αντιστοιχίας ορισμένης πρακτικής με τις τάσεις του συστήματος: έχει, περαιτέρω, την έννοια ότι με τη «μεροληπτική» οπτική του μαρξισμού, ορισμένοι πόλεμοι φαίνονται δίκαιοι βάσει της ανάλυσης για την υφή του καπιταλιστικού συστήματος και των πορισμάτων της θεωρίας του κράτους για την υπέρβαση του. Είναι δίκαιοι ως πρόσφορα μέσα κατάργησης της εκμετάλλευσης και ως δικαιολογημένη αντίσταση στις τάσεις αναπαραγωγής της. Αυτό εκφράζει ο «κυκλικός» χαρακτήρας του μαρξισμού ως θεωρίας που προκύπτει από μια πολιτική θέση και τείνει με την αναλυτική της ισχύ να την εκφράσει ακριβέστερα και αποτελεσματικότερα. Σε ένα συγκρουσιακό και «κυκλικό» σύστημα, η αξιολόγηση μιας πρακτικής ως δίκαιης στηρίζεται θεωρητικά στη διαπλοκή των αναλύσεων με την επιστημολογική «μεροληπτικότητα». Η αναφορά σε δίκαιο πόλεμο διαθέτει το γνωσιολογικό αντίστοιχο της μαρξιστικής θεωρίας που δείχνει τη δικαιότητα ορισμένων πολέμων.

Αυτή την έννοια του δίκαιου πολέμου συναντούμε στον Λένιν, ο οποίος χρησιμοποιεί ένα εμπειρικό (και μεροληπτικό) κριτήριο για να τον ορίσει: απαντώντας στον Σουβάριν που θεωρούσε δυσχερή και ρευστή τη διάκριση των επαναστατικών από τους «αντιδραστικούς» πολέμους, ο Λένιν προτείνει ως κριτήριο την «χωρίς δισταγμό» τοποθέτηση των σοσιαλιστών υπέρ ή κατά του πολέμου (Lenin 1960b, σ.202). Πρόκειται για τη συγκεκριμένη (και άρα «μη αντικειμενική») οπτική που εκτιμά τη «δικαιότητα», στηριζόμενη στην πολιτική εμπειρία και το θεωρητικό οπλισμό που επιτρέπει την τεκμηρίωση της διάκρισης. Μπορούμε συνεπώς να πούμε, επιστρέφοντας στην αρχική διάκριση, ότι δίκαιοι είναι οι επαναστατικοί και εθνικό απελευθερωτικοί πόλεμοι διότι εκφράζουν αντίσταση στην εκμετάλλευση και τη· πολεμούν επειδή οι διεκδικήσεις τους συναντούν αντίδραση. Επιχειρούν να επιβληθούν και διαβαθμίζουν την άσκηση βίας ανάλογα με τη «δύναμη αδράνειας» που θα προβάλλουν όσοι επιδιώκουν τη διατήρηση της κυριαρχίας τους. Ο επαναστατικός πόλεμος είναι δίκαιος επειδή είναι αμυντικός με την ουσιαστική έννοια του όρου, αποτελεί την κατάλληλη απάντηση στην προϋπάρχουσα (και διαρκή) επίθεση που συνιστούν οι κοινωνικές σχέσεις εκμετάλλευσης.

Τα παραπάνω ισχύουν με την επιφύλαξη που προκύπτει από την υλιστική έννοια της δικαιοσύνης. Όσο υπάρχει ταξικός ανταγωνισμός, το «δίκαιο» μπορούν να προβάλλουν και οι δύο πλευρές με επιχειρήματα που είναι πειστικά ως «ενδοσυστημικά». Η επίκληση της δικαιότητας δεν μεταβάλλει την αντικειμενική πραγματικότητα της ένοπλης σύγκρουσης, όταν αυτή, δίκαιη ή μη, διεξάγεται με την καταστροφική της δύναμη. Συνοψίζοντας τα παραπάνω μπορεί να υποστηριχθεί η φιλοσοφική θέση ότι ο μαρξισμός αναγνωρίζει τους δίκαιους πολέμους αλλά, αρνούμενος την ιδεαλιστική έννοια της δικαιοσύνης, δεν αναφέρεται σε «άδικους» πολέμους10. Η μαρξιστική ανάλυση προβάλλει μια «διαφοροποιητική έννοια» του πολέμου, αποδεχόμενη την οριακή αναγκαιότητα του και παρέχοντας, με την (μεροληπτική και επιστημονική) οπτική της, κριτήρια για αξιολόγηση κάθε πολέμου: «δικαίωση» του πολέμου που έχει επαναστατική προοπτική και έμπρακτη καταδίκη των επιθέσεων που εκφράζουν τις ιμπεριαλιστικές τάσεις της κεφαλαιοκρατικής «λογικής».

11. Ο αναγκαίος πόλεμος και το επαγγελόμενο τέλος του
11.1. Το πνεύμα των καιρών και η μαρξιστική υπόσχεση. Η παρούσα ιστορική στιγμή χαρακτηρίζεται από την πλέον οξεία κρίση της μαρξιστικής θεωρίας και πολιτικής. Η αναφορά στο «θάνατο του μαρξισμού» είναι δικαιολογημένη στο βαθμό που οι θέσεις του τείνουν στο σημείο μηδέν της πολιτικής αποτελεσματικότητας, φαίνονται «αποτυχημένες». Οι αναφορές στα πορίσματα του εκτιμώνται σήμερα ως «εκτός ιστορίας» εκκρεμότητες, οι οποίες συντηρούνται από νοσταλγούς ενός θεωρητικού παρελθόντος ή από εκμεταλλευτικά καθεστώτα στα πρόθυρα της διάλυσης.

Η ψυχραιμότερη θεώρηση της συγκυρίας δείχνει το βεβιασμένο μιας τέτοιας εκτίμησης (και την ιστορική προσωρινότητα της) ενώ, παράλληλα, η ορθότητα των μαρξιστικών αναλύσεων δεν επηρεάζεται από τις πολιτικές συγκυρίες και τις τάσεις της «επιστημονικής κοινότητας» που αλλάζει «παράδειγμα», πιστή στις επιταγές της συγκυρίας και τις απολογητικές της δεσμεύσεις. Η ευστοχία και η ζωτικότητα της σημερινής μαρξιστικής έρευνας δεν απαιτεί μακροσκελείς αποδείξεις και η με πάθος «συνεχιζόμενη ταφή» (Αλτουσέρ) του μαρξισμού δείχνει ότι η απειλή του «φαντάσματος της επανάστασης» είναι παρούσα παρά τις αντίθετες πανηγυρικές διαβεβαιώσεις.

Αν τα παραπάνω είναι γνωστά ως κοινή θέση των επιμενόντων μαρξιστών, θεωρούμε σκόπιμη τη διατύπωση δύο αλληλένδετων ιστορικών φιλοσοφικών επιχειρημάτων που συνηγορούν στη δυνατότητα υπέρβασης της «κρίσης του μαρξισμού». Κατά πρώτο λόγο11 όλοι οι ιστορικώς γνωστοί τρόποι παραγωγής γνώρισαν μια διαδικασία διάλυσης, «ηττώμενοι» από νέα συστήματα παραγωγής σε ποικίλους συνδυασμούς διαδοχής, παρότι οι φορείς τους δεν ανέμεναν τη διάλυση και αναπαριστούσαν την κοινωνία τους ως αιώνια ή φυσική τάξη πραγμάτων. Ο κυρίαρχος σήμερα καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι εσωτερικά ασταθής και δεκτικός ανατροπής από την ίδια τη «λογική» του: δεν έχει προφανώς τη δυνατότητα να ακινητοποιήσει την ιστορία, εξασφαλίζοντας την αιωνιότητα. Η προκύπτουσα από την ανεξαίρετη ιστορική εμπειρία θέση περί αναγκαίας καταστροφής του καπιταλισμού, δεν μπορεί (ατυχώς για τους κυρίαρχους) να αμφισβητηθεί. Τίποτε δεν εγγυάται βέβαια ότι ο δρόμος καταστροφής θα είναι ο προβλεπόμενος από τη μαρξιστική θεωρία της μετάβασης και, κατά μείζονα λόγο, ότι η αταξική κοινωνία θα υπάρξει ιστορικά. Ωστόσο η προσωρινότητα του καπιταλισμού δείχνει ότι κάθε θεωρία που προβλέπει τη μετάβαση και καταδεικνύει τα μέσα επίτευξης της έχει μια μελλοντική δυναμική που δεν μπορεί να καταργηθεί αλλά μόνο να μετασχηματισθεί. Ο μαρξισμός δεν είναι «καταδικασμένος», χωρίς αυτό να εξασφαλίζει την αποκλειστική σύνδεση του με το κίνημα ανατροπής.

Κατά δεύτερο λόγο (και εγγύτερα στο παρόν), ο μαρξισμός προβάλλει ιδεολογικά ένα όραμα απελευθέρωσης, το οποίο ενέχει την ιστορικά δραστική υπόσχεση μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από την εκμετάλλευση και την «ανάγκη». Ανεξάρτητα από το εφικτό μιας τέτοιας υπόσχεσης (και την προβληματικότητα κάθε εσχατολογίας), δεν μπορεί να παραγνωρισθεί η πολιτική ισχύς της, δηλαδή η υπεροχή της απέναντι στην πραγματικότητα των καπιταλιστικών κοινωνιών. Μπορεί να υποτεθεί ότι ένα μελλοντικό κίνημα που θα εκφράζει οργανωμένα και τεκμηριωμένα την υπόσχεση αυτή, θα γνωρίσει την απήχηση που του εξασφαλίζει το ιστορικό του πλεονέκτημα: η υπεροχή απέναντι σε κάθε «ρεαλιστικά» περιδεή στάση που αδυνατεί να προβάλλει εναλλακτικές λύσεις και να συγκρατήσει την πολύπλευρη δυσαρέσκεια απέναντι στην πραγματικότητα της εκμετάλλευσης. Αν η σημερινή απολογητική καταγγέλλει επίμονα το μαρξισμό ως ιδεολογία, ως αποτυχημένο όραμα και «θρησκεία», αυτό οφείλεται στην υπεροχή του μαρξισμού, στην ισχύ της υπόσχεσης που προβάλλει. Αυτό που οι αστοί θεωρητικοί καταγγέλλουν ως θρησκεία, εκφράζει την «υπεροχή του μέλλοντος» απέναντι στο καπιταλιστικό παρόν και αναλύεται από τους μαρξιστές (με την υλιστική παρουσίαση των δεδομένων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης) ως τάση προς τον κομμουνισμό.

11.2. Το τέλος τον πολέμου ως επιμέρους υπόσχεση. Στις περί πολέμου μαρξιστικές αναφορές είναι «διάχυτη» η υπόσχεση ότι η μετάβαση στην κομμουνιστική κοινωνία θα επιφέρει την οριστική κατάργηση του πολέμου, την αρμονική συμβίωση που θα εγκαθιδρύσει την ειρήνη «εις τον αιώνα των αιώνων» (Mao 1967a. σ.158επ.). Προϋπόθεση μιας τέτοιας «αιώνιας ειρήνης» είναι η πλήρης επικράτηση της παγκόσμιας επανάστασης, διότι η οικοδόμηση μεμονωμένης κομμουνιστικής κοινωνίας (αν κάτι τέτοιο είναι δυνατό) αποτελεί μεν «κοσμοϊστορική» ευκαιρία για επίτευξη ειρήνης (αφού αίρει μονομερώς την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα) αλλά δεν καταργεί την ανάγκη διεξαγωγής αμυντικών πολέμων ενάντια στην επιθετικότητα του καπιταλιστικού κόσμου. Η εργατική τάξη είναι ο μόνος αληθινός φορέας ειρήνης αλλά η δράση της δεν είναι επαρκής όσο η επανάσταση δεν επικρατεί απόλυτα (π.χ. Luxemburg 1984, σ.450, 1987a, σ.228επ., 275επ.).

Μια τέτοια υπόσχεση λειτούργησε ως αντιστάθμισμα των διακηρύξεων για την ανάγκη επαναστατικής δράσης, διότι προβάλλει ένα κοινωνικό όραμα που, πραγματοποιούμενο με την εξέγερση, θα εγγυηθεί το τέλος των πολεμικών δεινών. Το τέλος του πολέμου θα επέλθει με την ένοπλη εξέγερση, αφού έτσι θα εξαλειφθεί ο γενεσιουργός πολέμου ιμπεριαλισμός (π.χ. Mao 1967, σ.203). Είναι φανερό ότι η «διαλεκτική» αυτή εμφανίζει ομοιότητα με τις πάγιες αστικές υποσχέσεις περί ειρήνης μετά από έναν «τελευταίο»αναγκαίο πόλεμο, τις οποίες διαρκώς κατήγγελλε ο Λένιν...

Είναι επίσης προφανές ότι η υπόσχεση περί τέλους του πολέμου δεν επιδέχεται ορθολογική θεμελίωση στα πλαίσια της μαρξιστικής θεωρίας διότι είναι άγνωστες οι συνθήκες και οι αντιφάσεις που θα διαμορφωθούν σε μια κομμουνιστική κοινωνία και, συνεπώς, δεν μπορεί να ειπωθεί εάν θα οδηγούν σε πολεμικές συγκρούσεις (και, κυρίως, ποια συμφέροντα θα εκφράζουν αυτές). Με άλλη διατύπωση, ο μαρξισμός δεν είναι μελλοντολογία αλλά ανάλυση του παρόντος και κάθε υπόσχεση περί «τέλους...» (ή «επίτευξης...») αποτελεί ιδεολογική προβολή του μέλλοντος από τα κινήματα που εμπνέει ο μαρξισμός.

Μια τέτοια υπόσχεση θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ουτοπική ή απατηλή, δεδομένου ότι λειτουργεί ως αντιστάθμισμα της πολεμικής πραγματικότητας και είναι ανάλογη με τις θεολογικής προελεύσεως υποσχέσεις περί «παραδείσου» και αρμονίας. Από μαρξιστική άποψη, η επιφύλαξη αυτή ανάγεται σε ένα γενικότερο πρόβλημα: την επικρατούσα άποψη ότι η αταξική κοινωνία θα επιφέρει μια γενική «απλοποίηση» των κοινωνικών σχέσεων, εγκαθιδρύοντας την αρμονία με το «τέλος» της πολιτικής και τη μετάβαση σε κοινωνίες αφθονίας, που θα λειτουργούν «απλά» και με βάση «τεχνικές αναγκαιότητες», καταργώντας κάθε στοιχείο σύγκρουσης ή καινοτομίας μέσω αντιπαράθεσης. Αυτή η «προοπτική» εμφανίζει προβληματικά στοιχεία και απηχεί σαινσιμονικές επιρροές περί αντικατάστασης της κοινωνικής ζωής από έναν τεχνοκρατικό αυτοματισμό (Γιαννούλη 1991, σ.109 10). Η πραγματικά κομμουνιστική τάση πρέπει να ανιχνευθεί μάλλον στην κατεύθυνση έντασης της πολιτικής που δεν αποκλείει τον ανταγωνισμό και την ανάδυση νέων αντιφάσεων τα (κατά) την «επίλυση» των προβλημάτων που γεννούν οι καπιταλιστικές κοινωνίες. Για το λόγο αυτό, η υπόσχεση περί τέλους του πολέμου δεν εμφανίζεται μόνο ανεπίδεκτη θεμελίωσης αλλά και καθ' εαυτή προβληματική, στο μέτρο που εντάσσεται στις σαινσιμονικές αντιλήψεις περί τέλους της σύγκρουσης μέσω «απλοποίησης».

Τα παραπάνω δεν αρκούν για την απόρριψη αυτής της θέσης. Δείχνουν απλώς ότι η πορεία προς τον κομμουνισμό δεν επιδέχεται βεβαιότητες ή εγγυήσεις. Αν όμως το τέλος του πολέμου αποτελεί ευχή, αυτό δεν σημαίνει και ότι είναι απραγματοποίητη. Αντίθετα, μια τέτοια εκτίμηση φαίνεται εύλογη για δύο λόγους. Εν πρώτοις, μπορεί να γίνει δεκτή με μινιμαλιστική (ή αρνητική) έννοια, δεδομένου ότι όσο υφίστανται καπιταλιστικές κοινωνίες εκμετάλλευσης και ανταγωνισμού, οι ανισότητες και οι ιμπεριαλιστικές τάσεις δεν είναι δυνατό να ανασταλούν, οδηγώντας στην οριστική ειρήνη. Έτσι, τα περί τέλους του πολέμου στην κομμουνιστική κοινωνία έχουν τη «μινιμαλιστική» έννοια ότι το τέλος του πολέμου δεν είναι δυνατό να επέλθει όσο θα κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, που γνωρίζει τη διαδοχή περιόδων «οικοδόμησης της ειρήνης», όπως η παρούσα, και ταχύτατης διάψευσης των προσδοκιών ενόψει έκρηξης των αντιφάσεων που είχαν τεχνητά «συμπιεσθεί». Με άλλη διατύπωση, οι ταξικές κοινωνίες και η διάκριση του κόσμου σε δυνάμει ανταγωνιστικά κράτη συνδέεται αναγκαία με τον πόλεμο: αν υποτεθεί ότι η εξάλειψη είναι δυνατή, θα απαιτήσει μια εντελώς διαφορετική διαμόρφωση της παγκόσμιας ζωής, η οποία θα εξαλείφει «δομικά» τους ανταγωνισμούς.

Σε δεύτερο επίπεδο, η θέση περί τέλους του πολέμου εμφανίζει πιθανότητες πραγμάτωσης στις κομμουνιστικές κοινωνίες. Εάν εξαλειφθούν οι λόγοι που δημιουργούν τις κοινωνικές συγκρούσεις, λόγω της καταστατικής (αν και όχι προσωπικά παγιωμένης) ανισότητας, αν δηλαδή μεταβούμε από την τάση σύγκρουσης στην τάση αρμονίας, φαίνεται πιθανή η παύση του πολέμου, ο οποίος θα καταστεί «παράλογος» (αδιανόητος) λόγω του ότι η προοπτική της βίαιης σύγκρουσης θα απέχει από τις καθημερινές εμπειρίες συνεργασίας και μη εκμετάλλευσης, θα είναι πολιτιστικά αδιανόητη, λόγω της δημιουργίας μιας «κουλτούρας» ειρηνικής επίλυσης των διαφορών. Αυτό προκύπτει από τον «εξαρτημένο» χαρακτήρα του πολέμου, δηλαδή από τη σχέση συνέχειας που, όπως είχε αναλύσει ο Κλαούζεβιτς, υπάρχει μεταξύ της αιματηρής σύγκρουσης και των λοιπών οικονομικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων (παρ. 4.2). Η υπόσχεση μιας πολιτιστικής επανάστασης δείχνει ότι η κατάργηση του πολέμου δεν είναι αδιανόητη, εάν υπάρξει μια νέα «μήτρα» μη ανταγωνιστικής κοινωνικής οργάνωσης.

Το τέλος του πολέμου αποσυνδέεται με τον τρόπο αυτό από το «τέλος των αντιφάσεων» και εκφράζεται, σε φιλοσοφικό επίπεδο, από τις αναλύσεις περί μη ανταγωνιστικών αντιφάσεων, δηλαδή αντιφάσεων «στους κόλπους του λαού», οι οποίες επιδέχονται ειρηνική επίλυση εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις μιας πραγματικής (και όχι μόνο ιδεολογικής) κοινότητας συμφερόντων. Η ύπαρξη των αντιπαραθέσεων δεν οδηγεί στην ένοπλη σύγκρουση, αλλά αντίθετα στη διεύρυνση του πεδίου της πολιτικής, στο οποίο εντάσσονται προβλήματα που οι αστικές κοινωνίες αποκλείουν από αυτό (διότι είτε «δεν συζητούνται» είτε επιλύονται βίαια, αντικαθιστώντας την πολιτική από τη βίαιη συνέχεια της, τον πόλεμο). Χωρίς να παύει να αποτελεί εξόχως αβέβαιη «υπόσχεση», η θέση περί τέλους του πολέμου παίρνει διαφορετικό περιεχόμενο διότι δεν συνδέεται με τα οράματα απλοποίησης αλλά με διεύρυνση της πολιτικής, την υπερίσχυση της διαλογικής επί της βίαιης διάστασης1 των κοινωνικών αντιπαραθέσεων.

Στην ίδια κατεύθυνση συνηγορεί και η θέση του Μαρξ στα Grundrisse περί ανθρωπολογικής θεμελίωσης του πολέμου, ο οποίος συνδέεται με το ζήτημα της ιδιοκτησίας και της επιβίωσης, αποτελώντας το σημαντικότερο συλλογικό καθήκον μιας οργανωμένης ομάδας, που κινείται επιθετικά για την υπεράσπιση ή βελτίωση των όρων επιβίωσης της (Μαρξ 1989, σ.288). Αυτή η θέση δεν πρέπει να γίνει αντιληπτή ως βιολογιστική ή ψυχολογιστική (ενστικτώδης επιθετικότητα «του ανθρώπου», ριζωμένη στα γενετικά του χαρακτηριστικά) αλλά ως κοινωνική ανθρωπολογική: το ζήτημα της ιδιοκτησίας και της βιοτικής ανασφάλειας οδηγεί έλλογα (και όχι «ενστικτωδώς») στο πόλεμο. Αν ερμηνευθεί με τον τρόπο αυτό (ως ανθρωπολογικά αισιόδοξη θέση), δείχνει ότι κοινωνίες που θα οργανώνονται με αρχές ειρηνικής συνύπαρξης και ανεμπόδιστης πρόσβασης στην πολιτική, στη γνώση και στους όρους ικανοποιητικής διαβίωσης, δηλαδή κοινωνίες που θα έχουν λύσει το πρόβλημα της ανταγωνιστικής ιδιοποίησης των φυσικών πόρων και του κοινωνικού πλούτου, θα απαλλαγούν από την ένοπλη σύγκρουση που τείνει, σε τελική ανάλυση, στην εξασφάλιση τέτοιων όρων σε ένα κοινωνικό πλέγμα ιεράρχησης και ανισότητας. Αυτές οι ενδείξεις δείχνουν το εύλογο της υπόσχεσης περί εξάλειψης των βίαιων συγκρούσεων που παραμένει ωστόσο μακρινή, τουλάχιστον όσο και η αταξική κοινωνία.

Πρέπει να αναφέρουμε, ολοκληρώνοντας, τη θέση του θ. Βέικου, ο οποίος (ασκώντας κριτική στις αντιλήψεις του Rüssel περί «επιβολής της ειρήνης» μέσω του δεσποτισμού, δηλαδή κυριαρχίας ενός «παγκόσμιου κράτους», το οποίο θα εκφράζει την κοινή βούληση των ισχυρότερων), σημειώνει με επιγραμματική ευστοχία ότι «η ειρήνη πρέπει να θεωρείται μάλλον καρπός της ελευθερίας και της ισοτιμίας των λαών παρά η ελευθερία καρπός της ειρήνης» (Βέικος 1987, σ.34). Η πραγματολογική προαπαίτηση της ελευθερίας και της ισότητας εκφράζει την έννοια που αποδίδουμε εδώ στο «τέλος του πολέμου». Μόνο με την οικοδόμηση μιας κοινωνίας που θα εγγυάται ουσιαστικά την ισότητα και την ελευθερία είναι δυνατό να υπάρξουν οι προϋποθέσεις μιας πραγματικά «διηνεκούς ειρήνης».

12. Επίλογος: η ειρήνη
Οι θέσεις του μαρξισμού για την πραγματικότητα του πολέμου και την επιθυμητή διαμόρφωση προϋποθέσεων ειρήνης καταλήγουν σε ένα ανοιχτό ιστορικό πρόβλημα: τη διαμόρφωση μιας αριστερής πολιτικής που θα απαντά με τον κατάλληλο τρόπο σε κάθε συγκυρία σύγκρουσης, προβάλλοντας τον ειρηνισμό ως καταγγελία των ιμπεριαλιστικών πολέμων και διαμορφώνοντας συμμαχίες που θα επιτρέψουν τη μετάβαση σε κοινωνίες απαλλαγμένες από την αμφίδρομη βία που γεννά η ταξική εκμετάλλευση. Ο τονισμός της πολιτικής διάστασης κάθε πολέμου και της προτεραιότητας των πολιτικών μέσων επί της «στρατιωτικής λογικής», αποτελούν θεωρητική «εγγύηση» απέναντι στη βιαιότητα κάθε ένοπλης σύγκρουσης. Αυτή η εγγύηση είναι μόνο ιστορικά ασταθής αλλά και καθ' εαυτήν σχετική: η αναγνώριση της ανάγκης παρέμβασης στην πολεμική πραγματικότητα με τις μορφές που αναλύθηκαν, εκφράζει τη συγκρουσιακή διάσταση της μαρξιστικής προσέγγισης.

Αν οι θέσεις του μαρξισμού θίγουν τα ειρηνιστικά συναισθήματα των περισσοτέρων, αυτό οφείλεται στην οντολογική προτεραιότητα της πραγματικότητας έναντι της γνώσης της. Αν η πραγματικότητα είναι δυσάρεστη, η γνωστική ιδιοποίηση της δεν μπορεί παρά να αποτυπώνει θεωρητικά τα χαρακτηριστικά της. Ίσως δε και να υποβάλλει στη δοκιμασία της πολιτικής επαλήθευσης ορισμένες θέσεις για τη διαδικασία μετασχηματισμού της πραγματικότητας αυτής.

Οκτώβριος 1991

Σημειώσεις

1. Για την ιστορική μορφή του μιλιταρισμού στις αστικές κοινωνίες, Engels 1972a, σ.414επ., 1972b (Armee), 1972c, σ.154επ., 1973a, σ.474επ., 1974, σ.380επ., 1975, σ.41 επ., Luxemburg 1987, σ.396 επ., Liebknecht 1958, σ.266 επ., 358.

2.. Όταν τεθούν οι στρατιωτικές ενέργειες σε κίνηση, ακολουθούν τους δικούς τους νόμους και συχνά ξεφεύγουν από τον έλεγχο των πολιτικών αποφάσεων (Engels 1982, σ.3), δηλαδή σε δεδομένη περί1 πτώση η πολεμική δράση του στρατού αυτονομείται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το στρατιωτικό σύστη1 μα αποσυνδέεται από την πολιτική και το σύστημα παραγωγικών σχέσεων. Στις αναφορές περί αυτονόμησης του μιλιταρισμού υπάρχει ο κίνδυνος σύγχυσης στρατιωτικού και πολιτικού ρόλου του στρατού: Ι όταν ο τάδε «μεγάλος πατριώτης και στρατιώτης» αναλάβει την εξουσία ή επιβάλλει δικτατορία, δεν Ι υπάρχει επικράτηση του μιλιταρισμού και αυτονόμηση του στρατού ως «κέντρου εξουσίας». Όταν τμήματα του στρατιωτικού μηχανισμού εκφράζουν τα γενικά συμφέροντα της αστικής τάξης, ο στρατός είναι πολιτική δύναμη και προσφέρει ένα διαφορετικής προέλευσης πολιτικό προσωπικό που εκφράζει μια συγκυρία σκλήρυνσης της ταξικής πάλης, αλλά και παίρνει την πολιτική «ευαισθησία» που του επιβάλλει η νέα θέση του. Η μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας υπό το πρίσμα των σχέσεων στρατού πολιτικής, πρέπει να λάβει υπόψη τη διαφοροποίηση των ρόλων του στρατιωτικού μηχανισμού: ο στρατηγός πρωθυπουργός είναι κυρίως πρωθυπουργός, εκφράζει την πολιτικοποίηση του στρατού. Αφετηρία ερμηνείας Ι αποτελεί εδώ η προτεραιότητα του πολιτικού στο στρατιωτικό και ο «καθορισμός» των φορέων από τις| ανάγκες της κάθε κοινωνικής λειτουργίας.

3. Τα παραπάνω επιχειρούν να θεμελιώσουν την αντίθεση σε κάθε υποστασιοποίηση του μιλιταρισμού με αναγωγή του σε πρωταρχικό «κακό» (έναντι του οποίου όλοι πρέπει να συμμαχήσουν) ή, «θεωρητικότερα», σε καθοριστικό παράγοντα της κοινωνικής εξέλιξης (εδώ εντάσσονται τα περί «στρατιωτικού καπιταλισμού» με κυριαρχία των πολεμικών βιομηχανιών που περιστρέφουν τον πλανήτη στην τροχιά των κερδών τους και υπαγορεύουν στους πολιτικούς «παράλογες» αποφάσεις με σκοπό την αύξηση των πωλήσεων όπλων, π.χ. Μέλμαν 1991). Η τάση υπερτίμηση ςαυτονόμησης του μιλιταρισμού επιτρέπει στους «ερευνητές ειρήνης» να επιδείξουν «προοδευτικότητα», μη αναφερόμενοι στις κυρίαρχες, δηλαδή τις μη πολεμικές, διαστάσεις του καπιταλισμού, στις στρατηγικές που υπερβαίνουν το μιλιταρισμό.

4. Βλ. σχετικά το αφιέρωμα στην ΕΣΣΔ, θέσεις τ.33

5.. Για την πολεμική της Λούξεμπουργκ κατά της «πολεμικής στρατηγικής αντίληψης» στο εργατικό κίνημα και τον τονισμό του συνεχούς πολιτικού αγώνα με όλα τα μέσα βλ. Luxemburg 1986, σ.344επ., 401επ.. Επίσης Lenin 1960, σ.423επ. και επισκόπηση της συζήτησης σε Anderson 1978 σ.118επ. Για τις μαρξιστικές στρατηγικές κατάληψης της εξουσίας, την πολυμορφία τους και την προτεραιότητα της πολιτικής, Μπενσαΐντ (1989).

6. Για την κριτική αυτής της άποψης που αγνοεί όσα προ εικοσαετίας επισήμαινε ο Αλτουσέρ σχετικά με την αφερεγγυότητα κάθε ερμηνείας βασισμένης στην υπερδομή, Δημούλης 1990, σ.7βεπ. και 89.

7. Η προσέγγιση του Senghaas εκφράζει τη συγγένεια του θεσμοκρατικού ειρηνισμού με τη σημερινή Αριστερά, η οποία υιοθετεί τον καπιταλιστικό Λόγο ως pragmatische Vernunft: επιχειρώντας να ασκήσει κάποια κριτική στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, ο Senghaas δηλώνει πίστη στη «ρύθμιση της αγοράς» και διεκδικεί μόνο τη φιλανθρωπία της κρατικής παρέμβασης και την οικολογική ευαισθησία (1990, σ.62επ., 7βεπ.).

8. Είναι αξιοσημείωτο ότι η «ειρηνιστική» αντιμετώπιση του πολέμου (όλοι οι πόλεμοι είναι άδικοι, «παράνομοι») αντιστρέφει απλώς τη σμιττιανή λογική που θεωρούσε θεμιτές όλες τις lege belli συγκρούσεις. Και οι δύο προϋποθέτουν έναν «παρατηρητή» που κρίνει αμερόληπτα τις μεταβαλλόμενες πραγματικότητες και τα - μη αναγόμενα σε «κατηγορικές προσταγές» και «απόλυτες αρχές» - συμφέροντα που βρίσκονται στη βάση τους.

9. Βλ. την υπό μαρξιστικό ένδυμα απολογητική του ανατολικογερμανού στρατηγού Hoffmann (1960), ο οποίος εμφανίζει το σοβιετικό ιμπεριαλισμό ως δίκαιο με κλισέ περί «συνομωσίας των καπιταλιστών» και ανάγκης να αντιμετωπισθεί η «ιμπεριαλιστική απειλή» μέσω ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων του «σοσιαλισμού» υπό τις διαταγές του Κόμματος.

10. Η θέση δηλώνει ότι στο μαρξισμό υπάρχουν δύο έννοιες της δικαιοσύνης (η απορρέουσα από την ορθολογικότητα του συστήματος και η προκύπτουσα από την «προλεταριακή οπτική») αλλά δεν υπάρχει έννοια του αδίκου (ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος δεν είναι άδικος αλλά αντίθετος στα συμφέροντα του εργατικού κινήματος). Η ορθότητα της θέσης αυτής δεν είναι δεδομένη αλλά η «αινιγματικότητά» της δεν δικαιολογεί ούτε τις εύκολες καταγγελίες που βασίζονται στην κοινοτυπία ότι ο μαρξισμός δεν είναι ηθική και αδιαφορεί για τη «δικαιοσύνη» ούτε τις «παρεξηγήσεις» (δεν «δικαιολογούμε» τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο αλλά τον εντάσσουμε στην έννοια που απέδωσε ο Μαρξ στη δικαιοσύνη, ελπίζοντας σε περαιτέρω συζήτηση).

11. Το ακόλουθο επιχείρημα έχει διατυπώσει, σε διαφορετική μορφή, ο Ε. Μπαλιμπάρ (Race, Nation, Classe, σ.208επ.).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Anderson P. (1978), Sur Gramsci, Paris

Baldus M. (1987), Carl Schmitt im Hexagon, Der Staat, σ.56βεπ.

Balibar E. (1988), La forme nation, histoire et ideologie in: E.Balibar I.Wallerstein, Race, Nation, Classe, Paris

Balibar E. (1989), La proposition de l'egaliberte, Les conferences du Perroquet, no 22, Paris

Balibar E. (1991), Es gibt keinen Staat in Europa. Racisme et politique dans l'Europe d'aujourd'hui, Futur anterieur, no 5

Balibar R. Laporte D. (1974), Le francais national, Paris

Bauer 0. (1924), Die Nationalitaetenfrage und die Sozialdemokratie (1907), Wien

Bettelheim Ch. (1974), Les luttes de classes en URSS, t.l, Paris

Boudarel G. (1968), Essai sur la pensee militaire vietnamienne, L'Homme et la societe, no 7

ChemillierGendreau M. (1991), Le droit confisque par la politique, L'evenement europeen, no 13

Chesneaux J. (1991), Un autre revisionnisme, Le Monde diplomatique, mai 1991

Clausewitz von C. (1952), Vom Kriege (183234), Berlin

Deiseroth D. (1991), Krieg im Namen der Vereinten Nationen?, Blaetter fuer deutsche und internationale Politik, Nr.3

Engels F. (Marx Engels Werke) Bd.5 (1973), Bd.6 (1959), Bd.7 (1973a), Bd.9 (1972), Bd.10 (1982), Bd.ll (1972a), Bd. 14 (1972b), Bd.16 (1975), Bd.17 (1979), Bd.20 (1972c), Bd.21 (1973b), Bd.22 (1974), Berlin (Ost)

Foucault M. (1977), Microfisica del potere, Torino

Giannoulis Ch. (1991), Die Idee des «Europa der Bürger» und ihre Bedeutung für den Grundrechtsschutz, Magister des Europarechts, Univ. des Saarlandes (υπό δημοσίευση)

Hahn B., Schoettler P. (1988), Ein Denken an den Grenzen, KultuRRevolution Nr.20

Haupt G. κ.ά. (εισαγ. και εκδ.) (1974), Les marxistes et la question nationale, Paris

Hoffmann H. (1960), Die marxistischleninistische Lehre vom Krieg und von de

Streitkraeften, Berlin (Ost)

Hornberger H. (1991), Besuch in Ludwigshafen im Sommer 1944 (χειρογρ.) Kallscheuer 0. (1986), Gerechtigkeit und Freiheit bei Marx, Prokla Nr.65 Kant I. (1984), Zum ewigen Frieden (1795), Stuttgart Lauermann M. (1988), Althusser und Carl Schmitt, KultuRRevolution Nr.20 Lenin W. (Werke), Bd.21 (1960), Bd.22 (1960a), Bd.23 (1960b), Berlin (Ost) Liebknecht K. (Gesammelte Reden und Schriften) Bd.l (1958), Bd.III (1960),

Bd.V (1963), Bd.VI (1974), Bd.VIII (1966)

Luxemburg R. (Gesammelte Werke), Bd.l (1987), Bd.2 (1986), Bd.3 (1984), Bd.4

(1987a), Berlin (Ost)

MaoTseToung (Oeuvres choisies) t.I (1967), t.II (1967a), t.IV (1969), Pekin

Marx K. (MarxEngelsWerke) Bd.9 (1972), Bd. 10 (1982), Bd. 12 (1977)

Marx K. Engels F. Bd.10 (1982), Bd. 11 (1972), Bd. 18 (1981)

Menzel U. (1991), Jenseits des OstWest Konflikts, Prokla Nr.84

Paucot J. (1986), Interdits nucleaires et strategies indirectes, Cahiers de

philosophie juridique et politique no 10

Preve C. (1990), Contro Γ entropia del presente. Per il diritto al future, Marx centouno, no 1

Rodinson M. (1968), Le marxisme et la nation, L'Homme et la societe, no 7 Rodinson M. (1971), Nation et ideologie, Encyclopaedia Universalis, vol.XI Rodinson M. (1985), Nation Nationalite in: G.LabicaG.Bensussan, Dictionnaire critique du marxisme, Paris

Schmitt C. (1938), Die Wendung zum diskriminierenden Kriegsbegriff, Berlin Schmitt C. (1940), Totaler Feind, totaler Krieg, totaler Staat (1937), in: Positionen und Begriffe, Hamburg

Schmitt C. (1940a), Ueber das Verhaeltnis der Begriffe Krieg und Feind (1938), in: Positionen und Begriffe, Hamburg

Schmitt C. (1950), Der Nomos der Erde, Koeln

Schmitt C. (1975), Theorie des Partisanen (εκδ.1963), Berlin (West)

Senghaas D. (1990), Europa 2000. Ein Friedensplan, Frankfurt M

Steinweg R. (επιμ.) (1980), Der gerechte Krieg: Christentum, Islam, Marxismus, Frankfurt M.

Suess W. (1981), NATO und Warschauer Pakt zwischen Ruestungswahn und

Herrschaftskalkuel, Prokla Nr.45

Thompson E. (1982), L'exterminisme. Armement nucleaire et pacifisme, Paris TrinhVanThao (1985), Guerre du peuple in: G.LabicaG.Bensussan, Dictionnaire

critique du marxisme, Paris

Αλτουσέρ Λ. (1983), Μαρξισμός και πάλη των τάξεων οτον τόμο: θέσεις, Αθήνα

Αλτουσέρ Λ. (1991), Για τον Μαρξ και τον Φρόυντ, θέσεις τ.35

Ανθόπουλος Μπ. (1985), Η θεωρία του παρτιζάνου και ο Carl Schmitt, θέσεις τ.10

Βασιλόγιαννης Φ. (1991), Dezisionismus? Συμβολή στην παρουσίαση της περί θεωρίας του C. Schmitt (υπό δημοσίευση)

Βέικος θ. (1987), Ειρήνη και πόλεμος. Μερικά επίκαιρα φιλοσοφικά ερωτήμαp ra, Αθήνα

Γιαννούλη Χρ. (1991), Το τέλος της εκμετάλλευσης και η βασιλεία των παρα ωγών. Η σαινσιμονική ουτοπία, θέσεις τ.37

Δημούλης Δ. (1990), Παρατηρήσεις για τα Σοβιετικά Συντάγματα του 1918 και 1936, θέσεις τ.Ή

Δημούλης Δ., Μηλιός Γ. (1991), θεωρητική συνέχεια και πολιτικές ασυνέχειες στο έργο του Λουί Αλτουσέρ, θέσεις τ.34

Ζιάκας θ. (1988), Μαρξισμός και εθνισμός σε Κοροβίνη Ζιάκα, Αναζητώντας μια θεωρία για το έθνος, Αθήνα

Καψάλης Δ. (1991), Λουί Αλτουσέρ, οι οφειλές της ανάγνωσης, Ο Πολίτης τ.112

Κυπριανίδης Τ. (1991), Τα σημάδια μιας νέας αυγής (σημειώσεις για την κρίση στον Κόλπο), θέσεις τ.35

Λένιν Β. (1975), Γράμματα από μακριά, Αθήνα

Μαρξ Κ. (1975), Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία (1850), Αθήνα

Μαρξ Κ. (1986), Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (1852), Αθήνα

Μαρξ Κ. (198βα), Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία (1871), Αθήνα

Μαρξ Κ. (1989), Για το κράτος, Αθήνα

Μαρξ Κ. (1990), Για τη γαλλική επανάσταση, Αθήνα

Μέλμαν Σ. (1991), Στρατιωτικός κρατικός καπιταλισμός, Ο Πολίτης, τ.113

Μηλιός Γ. (1988), Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, Αθήνα

Μηλιός Γ. (1988α), Η μαρξιστική θεωρία για το κράτος και ο Carl Schmitt, θέσεις τ.25

Μηλιός Γ. (1990), Η Ανατολική Ευρώπη ενσωματώνεται οικονομικά στη Δύση;, θέσεις τ. 32

Μηλιός Γ. (1991), Σχέσεις εξουσίας και εθνικά ζητήματα, Σοσιαλιστική θεωρία και πράξη τ.1

Μηλιός Γ., Κυπριανίδης Τ. (19881990), Το Κυπριακό μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, θέσεις τ.25, 26, 28, 29, 31

Μπαλιμπάρ Ε. (1988), Έρευνες πάνω στον εθνικισμό και το ρατσισμό, θέσεις τ.25

Μπαλιμπάρ Ε. (1989), Δικτατορία του προλεταριάτου, θέσεις τ26

Μπενσαΐντ Ντ. (1989), Στρατηγική και κόμμα, θέσεις τ26

Πουλαντζάς Ν. (1984), Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αθήνα

Ρόζενταλ Μ., Γιουντίν Π. (1963), «Πόλεμος», Μικρό Φιλοσοφικό Λεξικό, Αθήνα

Σμιττ Κ. (1988), Η έννοια του πολιτικού (1932), Αθήνα

Σούρλας Π. (1991), Η ηθική της ειρήνης, Το Βήμα 10.2.91

Σταμάτης Γ. (1984), Μη αναπαραγωγικές δαπάνες, κρατικές δαπάνες, κοινωνική αναπαραγωγή και κερδοφορία του κεφαλαίου, θέσεις τ.6

Τυροβούζης Χρ. (1989), Για την ιστορική διάσταση του «Μακεδονικού», θέσεις τ.27