Αλτουσέρ 1992
Τεύχος 41, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1992


Αλτουσέρ 1992
του Δημήτρη Δημούλη

1. Το παρόν

Ενδιαφέρον, επιφυλάξεις, επανάληψη των βασικών αρχών αντικομμουνισμού, ύβρεις. Ο Τύπος φρόντισε για τα παραπάνω με αφορμή την έκδοση (Απρίλιος 1992) δύο αυτοβιογραφικών κειμένων του Αλτουσέρ (L'avenir dure longtemps Les Faits) σε ενιαίο τόμο, τον πρώτο της αναγγελθείσας σειράς κειμένων του γάλλου φιλοσόφου, και την ταυτόχρονη δημοσίευση του α' τόμου της βιογραφίας του (Y. Moulier Boutang, Louis Althusser. La formation du mythe).

Δεδομένου ότι το παρόν περιοδικό αποτελεί έναν από τους βασικούς φορείς1 της Αλτουσέριανής παρέμβασης στην Ελλάδα2 θεωρούμε χρήσιμη την ακόλουθη αναφορά στην επάνοδο του Αλτουσέρ στο διανοητικό προσκήνιο. Πρόκειται για μια σημείωση που αφορά τη φιλοσοφική συγκυρία και μια «πρόσκληση» για διαφορετική ανάγνωση του Αλτουσέρ.

Η αυτοβιογραφία του Αλτουσέρ είναι ένα κείμενο που «τα λέει όλα». Παιδικά τραύματα, σεξ, προσωπικές εξομολογήσεις, interna του κομμουνιστικού κόμματος, ανέκδοτα της γαλλικής φιλοσοφίας. Ένα μίγμα ειλικρίνειας με την επιθυμία αυτοτιμωρίας και μια αμήχανη προσπάθεια να διαλευκανθούν οι λόγοι και οι συνθήκες που οδήγησαν τον Αλτουσέρ να στραγγαλίσει τη σύζυγο του Helene Legotien Rytmann.

Το κείμενο αυτό ανήκει δικαιωματικά στην ιστορία ενός φιλόσοφου που έζησε με δραματικό τρόπο ανάμεσα στη διανοητική εργασία, την απόπειρα της πολιτικής παρέμβασης, το βάρος της διασημότητας, την ψυχική ασθένεια, τη διαρκή εμπειρία του ψυχιατρείου και, βέβαια, εκείνη την εξόχως «ιδιωτική» δραστηριότητα που αποκαλείται σεξουαλική και συνήθως δεν εμφανίζεται ως προσωπική εμπειρία στο «δημόσιο» χώρο και λόγο, όταν δηλαδή το σώμα παρουσιάζεται ως σιωπηλός φορέας της εργασίας, του πνεύματος, της δόξας.

Η «εξαίρεση» του Αλτουσέρ, ο οποίος αποφασίζει να μιλήσει δημόσια (αν και μεταθανάτια) για τους χώρους του ιδιωτικού, θα έπρεπε να αντιμετωπισθεί με το σεβασμό που της αξίζει, θα μπορούσε έτσι να βοηθήσει τους αναγνώστες της να σκεφθούν τι δηλώνουν οι εμπειρίες του Αλτουσέρ για τις σημερινές κοινωνίες, για τις κυρίαρχες επιταγές και συμβάσεις και, ιδίως, για εκείνα τα «ιδιωτικά» μορφώματα που ο Αλτουσέρ είχε αποκαλέσει ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους. Να συλλογισθούν δηλαδή - μια και βρισκόμαστε στο προσωπικό - τη θέση όλων ημών, των «ελεύθερων και υπεύθυνων ατόμων», στο εσωτερικό των μηχανισμών αυτών.

Πριν από τη δημοσίευση της αυτοβιογραφίας, ο Ετιέν Μπαλιμπάρ αναφερόταν στις χυδαιότητες που εξαπλώνονται, στις κακόπιστες ή οικτίρμονες «μαρτυρίες» και στις «έρευνες» για τον Αλτουσέρ που έχουν ως σκοπό - ή πάντως αποτέλεσμα - να καθιστούν αδύνατη κάθε ουσιαστική παρέμβαση και εκτίμηση της σκέψης του φιλοσόφου (σημείωμα στο αφιέρωμα Αλτουσέρ του περιοδικού Μ, τ. 43, 1991, σ. 12). Μετά τη δημοσίευση της αυτοβιογραφίας, οι κριτές βιβλίων και κακώς κειμένων βρήκαν μια θαυμάσια αφορμή για να μας αποκαλύψουν την «αλήθεια» του Αλτουσέρ. Η αποκάλυψη αυτή πήρε τη μορφή κατηγορητηρίου, βασικά κεφάλαια του οποίου είναι α) ο εγκληματικός μαρξισμός που ο Αλτουσέρ διέδιδε3, β) η ηθική αναξιότητά του και γ) η αμάθεια του.

Με βάση μια αναφορά της δεύτερης αυτοβιογραφίας, από την οποία προκύπτει ότι ο Αλτουσέρ είχε μελετήσει τη σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία (πράγμα που όλοι αποσιώπησαν) και είχε επεξεργασθεί «μόνο» ένα τμήμα της φιλοσοφικής παράδοσης, πλήθυναν οι αναφορές στην αμάθεια του Αλτουσέρ, κατηγορία που, κατά τους εμπνευστές της, επισύρει την ποινή του συγγραφικού θανάτου διότι ουδείς χάνει το χρόνο του με αμαθείς. Κανείς βέβαια δεν διερωτήθηκε τι έχει διαβάσει ο ίδιος (και τι έχουν διαβάσει οι σημερινές φιλοσοφικές διασημότητες) από τα εκατομμύρια σελίδων φιλοσοφίας που διατίθενται στο εμπόριο. Και φυσικά κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ανατρέξει στη θεωρητική παραγωγή του Αλτουσέρ για να διαπιστώσει τι κομίζει στη φιλοσοφία ο εν λόγω αμαθής.

Η στάση αυτή αποτελεί απόδειξη, ανάμεσα στις χιλιάδες, ότι η νομική ιδεολογία κυριαρχεί στην εποχή μας, έστω και στη μεσαιωνική παραλλαγή της: αρκεί η ομολογία του δράστη του εγκλήματος φιλοσοφικής ραθυμίας και το έργο του παύει να μας απασχολεί. Έχοντας αποδώσει δικαιοσύνη, αναμένουμε την επόμενη ομολογία για να ελαφρύνουμε τη βιβλιοθήκη μας. Για να φανεί και εδώ ότι ο λόγος και η δημοσιότητα μπορούν να έχουν ως μόνο στόχο τη σιωπή και τη συγκάλυψη4.

Δεν αναφέρουμε τα παραπάνω φιλοδοξώντας να αναλάβουμε το ρόλο του τιμητή των τιμητών ούτε για να δείξουμε το αυτονόητο, ότι δηλαδή το έργο ενός κομμουνιστή δεν μπορεί παρά να ενοχλεί τους αντιπάλους του. Σκοπός μας είναι να θυμίσουμε - απέναντι στα αναθέματα - ότι πριν από την εκφορά οποιασδήποτε κρίσης θα έπρεπε να μελετηθεί το πολιτικόφιλοσοφικό έργο του Αλτουσέρ. Και όμως αυτό που, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θα συμβεί είναι το ακριβώς αντίθετο: η μεγάλη διεθνής προβολή των «βιογραφικών» κειμένων («συνοψίζουν μια εποχή», έλεγε το σχετικό τέλεξ της dpa) και οι μεταφράσεις που θα επακολουθήσουν5 δεν θα ανανεώσουν το ενδιαφέρον για το έργο του Αλτουσέρ, αλλά απλώς θα ωθήσουν χιλιάδες αναγνώστες να προμηθευθούν το διαφημιζόμενο προϊόν, την αυτο- και ετερο-βιογραφία. Κάτι τέτοιο μπορεί δε να θεωρηθεί αποτέλεσμα της λειτουργίας - σε μικρότερη βέβαια κλίμακα - εκείνων των μηχανισμών μαζικής χειραγώγησης που οδήγησαν π.χ. εκατομμύρια ευαίσθητες ψυχές να προμηθευθούν το τόσο πρωτότυπο μυθιστόρημα της κ. A. Ripley υπό τον τίτλο Scarlett.

Θα ισχυρισθούμε ότι, με εξαίρεση τους φιλοσοφικούς πολιτικούς αντιπάλους του Αλτουσέρ - που είδαμε τι προπαγανδιστικά οφέλη αποκόμισαν -, τους ενδιαφερόμενους για ψυχαναλυτικές μαρτυρίες6 και τους γνωρίζοντες το έργο του Αλτουσέρ7, οι αναγνώστες θα απογοητευθούν από τα βιογραφικά κείμενα μόλις ικανοποιηθεί η αρχική περιέργεια για τα σκάνδαλα και τις εξομολογήσεις. Αυτό δε οφείλεται στο ότι οι αυτοβιογραφίες του Αλτουσέρ δεν είναι καλογραμμένες ή θεωρητικώς ενδιαφέρουσες, ενώ η βιογραφία συνδυάζει ανιαρές λεπτομέρειες και δημοσιογραφικές κοινοτοπίες (π.χ. η διαρκής αναφορά στον «σταλινικό Αλτουσέρ») με την ενοχλητική επίδειξη της ευρυμάθειας και του ανακριτικού δαιμονίου του βιογράφου. Είναι λοιπόν επιβαλλόμενη η σύσταση προς τον υποψήφιο αναγνώστη να προμηθευθεί πριν απ' όλα τη μελέτη του G. Elliott8 που σκιαγραφεί με άρτιο και κατανοητό τρόπο τη διανοητική ιστορία του Αλτουσέρ, συνδέοντας την με τις πολιτικές συγκυρίες και εισάγοντας στις προβληματικές του έργου του. Όσοι δε επιθυμούν να γνωρίσουν ουσιαστικά τον Αλτουσέρ - δηλ. να πάψουν να τον γνωρίζουν ως αντικείμενο συντόμων (επί)κρίσεων9, ή ως συγγραφέα του με κάθε ευκαιρία παραπεμπόμενου δοκιμίου για τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς -, θα έπρεπε να μην ασχοληθούν με τη διαφημιζόμενη έτοιμη τροφή, αλλά με τις μελέτες του ίδιου του φιλοσόφου.

Είναι κι αυτό μια μορφή αντίστασης...

2. Το μέλλον;

Λίγο μετά το θάνατο του φιλοσόφου γραφόταν στις «Θέσεις»: «Να διαβάσουμε τον Αλτουσέρ. Αυτή η αμφίβολης αποτελεσματικότητας προτροπή εκφράζει την ανάγκη να μελετηθεί σοβαρά (...) ένα έργο μοναδικής θεωρητικής οξύτητας για το οποίο υπήρξαν, με λίγες εξαιρέσεις, "τελεσίδικες κριτικές, εντονότατες επιφυλάξεις καθώς και αυστηρές... παρατηρήσεις" (Αλτουσέρ), δηλαδή έλλειψη κατανόησης και εμπάθεια από όσους δεν συμφωνούσαν με το ότι "είναι απολύτως απαραίτητο να έχει υιοθετήσει κανείς προλεταριακές θέσεις προκειμένου να μπορέσει... να δει και να κατανοήσει τι συμβαίνει σε μια ταξική κοινωνία" (Αλτουσέρ)»10. Αυτή η πρόταση συμπυκνώθηκε από τον Δ. Καψάλη στη φράση: «Να ξεχάσουμε, κατά τον δραστικότερο δυνατό τρόπο την "περίπτωση Αλτουσέρ" και να διαβάσουμε τα κείμενα του Αλτουσέρ»11.

Βρισκόμαστε σήμερα στο ακριβώς αντίθετο σημείο: στη λογόρροια για το «σκάνδαλο Αλτουσέρ» και στη σιωπή για το έργο του, στην οποία συνεργούν δυστυχώς και οι συνδεόμενοι με το έργο του Αλτουσέρ με το να προτείνουν όλο και συχνότερα τη «μεθοδολογική» προσέγγιση ενός κατ' εξοχήν πολιτικού φιλοσόφου12.

Τα πολιτικοφιλοσοφικά αίτια της σημερινής απώθησης των αναλύσεων του Αλτουσέρ επισημάνθηκαν από τον Ε. Μπαλιμπάρ: «Πρόκειται για μια χαρακτηριστική πλευρά ενός γενικότερου εγχειρήματος λογοκρισίας, η στόχευση του οποίου είναι σαφής: επιδιώκει να αρνηθεί ότι, ιδίως κατά τις δεκαετίες του '60 και του '70, ο μαρξισμός ήταν κάτι διαφορετικό από την επανάληψη δογματικών φράσεων προερχόμενων από τον Μαρξ, τον Ένγκελς, τον Λένιν, τον Στάλιν ή τον Μάο, να αρνηθεί ότι στο εσωτερικό του μαρξισμού παρήχθησαν αλλαγές και πραγματικά γεγονότα σε σύνδεση με τα αληθινά προβλήματα της τότε κοινωνίας και πολιτικής. Φαίνεται ότι είναι απόλυτα επιτακτικό να ξεχαστεί ότι υπήρξε δραστηριότητα, πνευματική παραγωγικότητα στα πλαίσια του μαρξισμού, ότι υπήρξαν απόπειρες και σφάλματα και όχι μόνο απαγγελίες και ψευδαισθήσεις. Οι μαρξιστές και ιδίως οι κομμουνιστές διανοούμενοι πρέπει να εμφανισθούν πάση θυσία... σαν να μην ήταν ποτέ ικανοί να σκεφθούν οι ίδιοι»13.

Ο Αλτουσέρ, ένας φιλόσοφος που έθετε προβλήματα ενάντια στην κυρίαρχη «θεωρία» και τις επιταγές του Κόμματος και απαντούσε μέσω της διαρκούς αυτοκριτικής, παραμένοντας ωστόσο ανυποχώρητος στην κομμουνιστική οπτική, τις μαρξιστικές αρχές ανάλυσης και τις καίριες φιλοσοφικές θέσεις που διατύπωσε14 (και οι οποίες μπορούν να συνοψισθούν στον «αντιανθρωπισμό»), αποτελεί σήμερα εκείνον τον φιλοσοφικό κίνδυνο και εκείνη την ανεξάλειπτη απόδειξη ριζοσπαστικής σκέψης που πρέπει να κατασταλεί με κάθε πρόσφορο μέσο15.

Ο τροπισμός που επικράτησε - με τη μερική συναίνεση του ίδιου του Αλτουσέρείναι η κάλυψη του έργου του από την ομφαλοσκόπηση, τη διαρκή προβολή «μυστικών» και «τραυμάτων», δηλαδή η ταύτιση της παρέμβασης του με το δράμα ενός γόνου καλής οικογένειας που πήρε τον κακό (μαρξιστικό) δρόμο. Η αναφορά στον Αλτουσέρ γίνεται για να συγκαλυφθεί αυτό που το έργο του κομίζει. «Μεταξύ του να μιλάς για κάτι το ανόσιο ή να σιωπάς, υπάρχει πάντα και μια άλλη οδός, πιο αποτελεσματική: να μιλάς γι' αυτό σαν να ήταν κάτι άλλο»16. Και όταν όλοι πεισθούν ότι η Αλτουσέριανή παρέμβαση δεν ήταν παρά ένα εγκληματικό παραλήρημα, τότε θα επέλθει η απόλυτη και οριστική σιωπή γύρω από τη φιλοσοφία του.

Ποιος φοβάται τη φιλοσοφία; Αυτό το ζωτικό για τη φιλοσοφική πρακτική ερώτημα πρέπει να διατηρούν παρόν στη σκέψη τους όσοι δεν φοβούνται, γιατί δεν θέλουν να συμβιβασθούν με όσα ασφυκτικά προβάλλονται και επιβάλλονται.

Πόσοι δεν φοβούνται τη φιλοσοφία; Το μέλλον θα λύσει την απορία μας.

1. Η επιδημιολογική συνδήλωση του όρου «φορέας» θα ικανοποιήσει σίγουρα την υγειά πλειοψηφία των αντιΑλτουσέριανών.

2. Εκτός από τις μεταφράσεις κειμένων του Αλτουσέρ στις θέσεις (τ. 15, 18, 21, 34, 35), το αφιέρωμα στο έργο του φιλοσόφου (τ. 34) και την επιρροή που ασκούν κείμενα του στις αναλύσεις του περιοδικού, η Αλτουσέριανή προσέγγιση απηχείται στην Ελλάδα με άξιο θεωρητικού λόγου τρόπο σε κείμενα συνεργατών του «Πολίτη». Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στα κείμενα του Αρ. Μπαλτά, στον οποίο οφείλεται και μια σημαντική μελέτη για την Αλτουσέριανή επιστημολογία (Για την επιστήμη μιας ιστορίας της επιστήμης, Αθήνα 1990).

Για τις μεταφράσεις κειμένων του Αλτουσέρ στην Ελλάδα βλ. τον κατάλογο που παραθέτει η Χρ. Γιαννούλη, θέσεις, τ. 35, 1991, σ. 76. Στον κατάλογο αυτόν πρέπει να προστεθούν τα ακόλουθα:

- Η τεράστια θεωρητική επανάσταση του Μαρξ, Ο Πολίτης, τ. 35, 1980

- Μαρξισμός: ένας κριτικός απολογισμός, Δεκαπενθήμερος Πολίτης, τ. 49, 1985

- Ο μαρξισμός δεν είναι ιστορικισμός, Ο Πολίτης, τ. 79, 1987

- Μάης "φοιτητικός" ή Μάης "εργατικός", Ο Πολίτης, τ. 91, 1988.

3. Βλ. π.χ. την οφειλόμενη στον x. Poirot Delpech (Le Monde 8.5.92) σύγκριση του Αλτουσέρ με τον απολογητή του ναζισμού Drieu La Rochelle: «Ενσάρκωσαν τις δύο μεγαλύτερες ιδεολογικές παράνοιες του αιώνα. Ο υπερφασίστας και ο υπερμαρξιστής θα είναι για πάντα συμμετρικοί».

Η σύγκριση θα ήταν απλή αναπαραγωγή του αντικομμουνισμού, αν δεν συνοδευόταν με τον παραλληλισμό φυσικών χαρακτηριστικών των δύο «παρανοϊκών», κάτι που δείχνει ότι ο «Εγκληματίας άνθρωπος» του Λομπρόζο εξακολουθεί να παρέχει υπηρεσίες στη «φιλοσοφία».

4. Οι ελληνικές εφημερίδες δεν παρέλειψαν βέβαια να αναδιατυπώσουν τις καταγγελίες για την «απάτη» του Αλτουσέρ, αποκαλύπτοντας ότι ήταν πάντα τρελός, το έργο του είναι επικίνδυνο υπόλειμμα σταλινισμού κλπ.

Το βραβείο αθλιότητας λαμβάνει ο κ. Αντ. Χρυσοστομίδης (Αυγή, 10.5.92) που σε κείμενο με τίτλο «Ο τρελός φιλόσοφος» συνδύασε ανακρίβειες για τη ζωή του Αλτουσέρ (που δείχνει ότι δεν διάβασε καν τα παρουσιαζόμενα έργα) με ανοησίες (π.χ. ο Λακάν ήταν ο «μόνος» που μπορούσε να βοηθήσει τον Αλτουσέρ) και το απαραίτητο ηθικό δίδαγμα: «όσοι πίστευαν ότι το άδοξο τέλος του οφείλεται σε μια ξαφνική κρίση τρέλας θα απογοητευθούν», διότι αφού από το «1933» (sic) ήταν τρελός, όλο το έργο του είναι τρελό και μένει σε ορισμένους η «νοσταλγία» για το νεανικό λάθος να πιστέψουν τον Αλτουσέρ. Μπράβο!

5. Ας θέσουμε και την εξόχως αφελή ερώτηση, γιατί οι εκδότες που είναι έτοιμοι να χρηματοδοτήσουν τη μετάφραση των εν λόγω κειμένων δεν θεωρούν λογικώς πρότερο να εκδώσουν κάποια από τα κεφαλαιώδη έργα του Αλτουσέρ, π.χ. για την Ελλάδα το «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο» ή την «Αυθόρμητη φιλοσοφία των επιστημόνων».

6. Οι οποίοι θα βρουν στα κείμενα αυτά όχι μόνο πλούσιο υλικό, αλλά και μια απόπειρα ταυτόχρονης ερμηνείας από τον ίδιο τον «ασθενή» με ψυχαναλυτικές προθέσεις και, το σημαντικότερο, μετά από «κατάλληλη» επεξεργασία των γεγονότων, προκειμένου να ενταχθούν σε «φροϋδικά» σχήματα. Πρόκειται για μαρτυρία που συνδυάζει την επιμονή στα τραυματικά γεγονότα με την επιθυμία του αναλυόμενου να έχει τον τελευταίο ψυχαναλυτικό λόγο.

7. Οι οποίοι γνωρίζοντας τη διανοητική πολιτική ιστορία του Αλτουσέρ και το τι «σημαίνουν» τα ονόματα που αδιάκοπα παρελαύνουν στα κείμενα αυτά, θα λάβουν πληροφορίες για την παρισινή διανόηση και την πολιτική ιστορία της, συλλέγοντας ενδείξεις και φράσεις από αδημοσίευτα κείμενα του Αλτουσέρ. Μπορούμε όμως εύλογα να υποθέσουμε ότι καμιά νέα ερμηνεία του Αλτουσέριανού έργου δεν μπορεί να συναχθεί από τα κείμενα αυτά, εκτός και αν ως τέτοια θεωρηθεί π.χ. η εκτίμηση ότι ο Αλτουσέρ έγραφε για να «σκοτώσει τον πατέρα» ή υποστήριζε την τάδε λενινιστική θέση «αναζητώντας τον αφέντη».

Στο βαθμό που τέτοιες «καταδύσεις» οφείλονται στο φόνο που έστρεψε την προσοχή στον ιδιωτικό Αλτουσέρ, είναι σαφές ότι υιοθετείται πλήρως η ποινική λογική, δηλαδή υπάρχει διαρκής αναζήτηση του «ενόχου», όχι πλέον μέσω των κανόνων για τα υποκείμενα σε καταλογισμό άτομα, αλλά με περιήγηση στους σκοτεινούς δρόμους του ψυχολογικισμού. Οι αναζητούντες τα «αίτια» αυτά - συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Αλτουσέρ στη δεύτερη αυτοβιογραφία του - συνεργούν στη διαιώνιση της ποινικής λογικής με άλλα μέσα.

8. Althusser. The Detour of Theory, Verso, London 1987.

9. Ένα πρόσφατο παράδειγμα κριτικής εν απολύτω αγνοία: «Ο Αλτουσέρ αποφεύγει να ορίσει την ιστορία σαν τη διαδικασία της ταξικής πάλης (Κομμουνιστικό Μανιφέστο). Η ιστορία είναι για τον Αλτουσέρ η επιστήμη των κοινωνικών σχηματισμών και των τρόπων παραγωγής» (Β. Φούσκας, Πολιτική κοινωνία, κοινωνία των ιδιωτών και βάση εποικοδόμημα, Επιστημονική σκέψη, τ. 48 1990, σ. 22). Αφού επισημανθεί ότι ο βαθυστόχαστος κριτικός του Αλτουσέρ συγχέει την ιστορία με την επιστήμη της ιστορίας, ιδού η απάντηση του ίδιου του Αλτουσέρ:

«Η θέση του "Μανιφέστου" (η πάλη των τάξεων είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας)... μας λέει τελείως άλλα πράγματα: η πάλη των τάξεων (νέα έννοια) είναι η κινητήρια δύναμη (νέα έννοια) της ιστορίας... Η θέση αυτή έχει πολύ μεγάλη σημασία: γιατί βάζει στην πρώτη γραμμή την πάλη των τάξεων» (Απάντηση στον Τζων Λιούις, Αθήνα 1977, σ. 64).

Θα παίρναμε το θάρρος να συστήσουμε στον κ. Φούσκα την ανάγνωση του εν λόγω βιβλίου του Αλτουσέρ. Δεν το κάνουμε όμως, διαπιστώνοντας ότι δεν μπήκε στον κόπο να μελετήσει το παραπεμπόμενο «Για τον Μαρξ» (σ. 21), παρότι βρισκόταν στο κέντρο του θέματος του και στον αντίποδα της άποψης του.

10. Δ. Δημούλης Γ. Μηλιός, θεωρητική συνέχεια και πολιτικές ασυνέχειες στο έργο του Λουί Αλτουσέρ, θέσεις, τ. 34, 1991, σ. 27.

11. Λουί Αλτουσέρ, Οι οφειλές της ανάγνωσης, Ο Πολίτης, τ. 112, 1991, σ. 36.

12. Δ. Δημούλης Χρ. Γιαννούλη, Έθνη, τάξεις, πολιτική. Αναφορά στις μαρξιστικές επεξεργασίες για τον πόλεμο, θέσεις, τ. 38, 1992, σ. 88.

13. Ε. Balibar, Le noncontemporain, in: Ecrits pour Althusser, Paris 1991, σ. 93.

14. Βλ. αναλυτικά Δημούλη Μηλιό, ο.π. και Τ. Κυπριανίδη (Αποσπασματικές σκέψεις για το έργο του Λουί Αλτουσέρ. Η μετατόπιση της ανυπόστατης χάραξης, θέσεις, τ. 34, σ. 43επ.), όπου εκτίθενται οι καίριες «μετατοπίσεις» που χωρίς εγγύηση πραγματοποίησε ο Αλτουσέρ.

15. Κάτι που δεν συμβαίνει βέβαια για πρώτη φορά στην επιστημονικήπολιτική σύγκρουση: «Γνωρίζουμε τα λόγια του Φρόυντ λίγο πριν φτάσει στην Αμερική: "Σας φέρνουμε την πανούκλα". Αυτό θυμίζει τα λόγια του Μαρξ, ο οποίος περιγράφει το Κεφαλαίο "ως το φοβερότερο βλήμα που εκτοξεύθηκε στα κεφάλια των αστών". Αυτά είναι λόγια ανθρώπων που όχι μόνο ήξεραν τι σημαίνει να αγωνίζεσαι, αλλά ήξεραν επίσης ότι έφερναν στον κόσμο επιστήμες που μπορούσαν να υπάρξουν μόνο στον αγώνα και μέσα από τον αγώνα, αφού ο αντίπαλος δεν μπορούσε να ανεχθεί την ύπαρξη τους: συγκρουσιακές επιστήμες στις οποίες κανένας συμβιβασμός δεν είναι δυνατός» (Λ. Αλτουσέρ, Για τον Μαρξ και τον Φρόυντ, θέσεις, τ. 35, 1991, σ. 61).

16. Ανδρ. Τάκης, στον τόμο «Νεοφιλελευθερισμός και δίκαιο», Αθήνα 1991, σ. 151 - 2.