1993: Ο υπαρκτός καπιταλισμός. (Από την εφημερίδα Le Monde)
Τεύχος 45, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1993


1993: Ο υπαρκτός καπιταλισμός από την εφημερίδα Le Monde
μετάφραση Δ. Δημούλης

Παραθέτουμε δύο δημοσιογραφικές μαρτυρίες για τις σημερινές συνθήκες εργασίας. Έχουν δημοσιευθεί σε ένα έντυπο που ουδείς θα μπορούσε να θεωρήσει ως φιλικά διακείμενο προς τις λαϊκές τάξεις. Οι υπογραμμίσεις είναι της εφημερίδας. Το εάν η αρμόζουσα θεωρητικοποίηση τέτοιων φαινομένων είναι οι πανηγυρικοί για τη «νίκη της ελευθερίας» ή οι «τόσο ξεπερασμένες» μαρξιστικές αναλύσεις ας μείνει στην κρίση του αναγνώστη (Δ.Δ.).

1. Η Francoise, ανυπάκουη εργάτρια

Για πολλά χρόνια η Francoise πήγαινε στη δουλειά της στις 7.25 το πρωί. Είχε ένα σφίξιμο στο στομάχι «σαν σκύλος που τον πηγαίνουν στο κυνήγι χτυπώντας τον». «Φοβόμουν αυτή τη δουλειά, φοβόμουν μήπως δεν κρατήσω το ρυθμό». Όταν έφτιαχνε σακάκια, «ο ρυθμός ήταν 26,5 σακάκια την ώρα». Σε τακτά χρονικά διαστήματα οι επιστάτες «χρονομετρητές» στέκονταν πίσω της για να υπολογίσουν το χρόνο κατασκευής ενός κομματιού. «Μερικοί έκαναν τα στραβά μάτια, αλλά αυτοί δεν έμειναν για πολύ». Με κάθε τρόπο «έπρεπε να τα καταφέρω». Και όταν η Francoise κρατούσε το ρυθμό έπαιρνε το πριμ παραγωγής, περίπου 900 φράγκα, κι έτσι ο μισθός της έφτανε στα 4.700 φράγκα.

Για πολλά χρόνια η Francoise έπαιρνε αγχολυτικά «και υστέρα διάφορα χάπια για να ντοπάρομαι» πριν πάει να δουλέψει στην αλυσίδα συναρμολόγησης του εργοστασίου πρετ-α-πορτέ Vetsout, στη μικρή πόλη La Souterraine (Creuse). Είδε «ανθρώπους που εξεγείρονταν να διώχνονται στη στιγμή» , γυναίκες που δέχονταν προσβολές γιατί δεν είχαν την απαιτούμενη απόδοση. Η ίδια, στα είκοσι χρόνια δουλειάς ως «εργάτρια μηχανής», δέχθηκε πολλές φορές επιπλήξεις όταν κατέβαζε το ρυθμό: «Όχι κι έτσι! Σας πήρε ο ύπνος. Να βρούμε ένα τρόπο να σας τραβάμε» - της έλεγαν.

Θυμάται το φόβο μήπως χαθεί η δουλειά, τις γυναίκες, συχνά μόνες τους - χήρες ή χωρισμένες –, που «δεν μπορούσαν παρά να σκύψουν το κεφάλι» , τον ανταγωνισμό που τελικά επιβλήθηκε άναμεσα στις εργάτριες: «η μια προσπαθεί να φάει την άλλη με τη μεγαλύτερη απόδοση» .

Η Francoise δεν μπορεί να καταλάβει πώς άντεξε. Πιστεύει ότι ήταν άτυχη που τοποθετήθηκε στο τέλος της αλυσίδας, γιατί τα ρούχα ήταν ήδη μονταρισμένα «πιο βαριά, λιγότερο βολικά, πιο κουραστικά στην επεξεργασία». Μερικές φορές ήταν κοντά στο μεγάφωνο απ' όπου ακουγόταν το ραδιόφωνο. «Το ακούγαμε ελάχιστα, σαν έναν θόρυβο στο βάθος, αλλά αυτό αρκούσε για να ξεφύγουμε. Σωματικά ήμουν εκεί, πνευματικά ήμουν πάντα αλλού, πάνω απ' όλα δεν έπρεπε να σκέφτεται κανείς πού βρίσκεται» . Η Francoise είδε πολλές φορές «κοπέλλες που λιποθυμούσαν πάνω στις μηχανές». Ερχόταν ο γιατρός και ξανάρχιζαν: «Δύσκολα παίρναμε άδεια ασθενείας, γιατί χάναμε το πριμ παραγωγής».

Στις 30 Νοεμβρίου 1992 η Francoise έλαβε το συστημένο της. Δεν αμφέβαλλε ότι θα ήταν στους απολυμένους. «Δεν ήμουν αρκετά υπάκουη», λέει. Το καλοκαίρι είχε μάθει ότι η διεύθυνση της επιχείρησης σκεφτόταν να μεταφέρει την παραγωγή από την Creuse στην Πολωνία. «M ας εξήγησαν ότι με το μισθό μας θα μπορούσαν να πληρώνουν πέντε εργάτες στην Πολωνία» . Για τη Francoise το επιχείρημα ήταν «αποστομωτικό»: «Ήταν λογικό, δεν μπορούσαμε να τους πούμε τίποτε. Είχαμε καταλάβει ότι μας εκμεταλλεύονταν, αλλά ότι υπήρχαν και χαμηλότερα σκαλιά, το ανακαλύπταμε τώρα. Απίστευτο». Η Francoise απολύθηκε, όπως και άλλες εκατόν εβδομήντα επτά εργάτριες. Διατηρήθηκαν μόνον εκατόν είκοσι θέσεις: «Η επιλογή που αναγκαστήκαμε να κάνουμε ήταν δύσκολη» διευκρινίζει στο γράμμα της η διεύθυνση της Vetsout.

Η Francoise δεν νοσταλγεί τη δουλειά της: «Τη σιχαινόμουν, με διέλυσε, άφησα όλο τον εαυτό μου και για πολλά χρόνια αισθανόμουν ένα μηδενικό γιατί ήμουν γατζωμένη στα 4.700 φράγκα μου και δεν είχα το κουράγιο να ξεκολλήσω». Αλλά η απόλυση, λέει, «είναι σοκ σε μια ζωή» . Από τότε που απολύθηκε η Francoise δεν παύει να θέτει με αγωνία το ίδιο ερώτημα: «Όποιος έκανε κάθε μέρα μια δουλειά τόσο ροντινιέρικη και αποβλακωτική, είναι ικανός ατά σαρανταδύο να κάνει άλλο πράγμα;» (Dominique Le Guilledoux, Le Monde 18.3.93).

2. Από την Μπεζανσόν στην Καντόν

Zhuhai (Νότια Κίνα) Του ειδικού απεσταλμένου μας.

Στη σιωπή ενός ολοκάθαρου ατελιέ, την οποία ταράζει μόνον ο συριγμός των μηχανών υψηλής ακρίβειας, περίπου διακόσια νεαρά κορίτσια έχουν τα μάτια προσηλωμένα στους μικροσκοπικούς μηχανισμούς ρολογιών, που τα πολύ λεπτά δάχτυλα τους συναρμολογούν με τσιμπιδάκια, κινούμενα με διαβολική επιδεξιότητα και ακρίβεια για να πραγματοποιήσουν με μεγάλη ταχύτητα τις πέντε ως δέκα κινήσεις που απαιτεί η θέση τους στην αλυσίδα συναρμολόγησης. Ο ρυθμός πρέπει να διατηρείται για επτάμισυ ώρες την ημέρα, με δύο διαλείμματα δεκαπέντε λεπτών και μια ώρα για φαγητό. Το βράδυ, οι εργάτριες πηγαίνουν στο υπνωτήριο - οκτώ σε κάθε αίθουσα.

Είναι κατά μέσο όρο είκοσι ετών. Η εταιρεία France Ebauches, που τις απασχολεί σ' αυτό το εργοστάσιο στο δέλτα του ποταμού Xi-jiang, κοντά στο Μακάο, στη νότια ακτή της Κίνας, βεβαιώνει ότι οι 312 εργαζόμενοι - 92% γυναίκες - αποφοίτησαν από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση σε ηλικία δεκαοκτώ ετών. Η εργασία τους θα είναι περιορισμένης διάρκειας: στα εικοσιπέντε δεν θα βλέπουν αρκετά καθαρά. Όσες καθυστερούν «αποκλείονται φυσιολογικά» εξηγεί ο πρόεδρος της εταιρείας Francois Perret.

Η France Ebauches, που έχει την έδρα της στη Μπεζανσόν, τη γαλλική πρωτεύουσα της ωρολογοποιίας ενάντια σε όλες τις αντιξοότητες εγκαταστάθηκε εδώ, κοντά στο Χονγκ-Κονγκ, με την έγκριση του καθεστώτος του Πεκίνου - που κατέχει το 30% των μετοχών της κοινοπραξίας, μέσω της Chinalight Corporation - για να εισαγάγει τον καπιταλισμό στη Νότια Κίνα. Η επιτυχία είναι ανάλογη με την οικονομική ανάπτυξη που διαπιστώνεται σε ολόκληρη την περιοχή. Οι μηχανισμοί ρολογιών που παράγονται στο Zhuhai στέλνονται στο Χονγκ-Κονγκ και μετά προωθούνται στις μεγάλες φίρμες ρολογιών του πλανήτη που θα τους επενδύσουν με πλαίσια που παράγονται αλλού.

Πρόκειται για ένα τυπικό παράδειγμα της «μετεγκατάστασης» που πραγματοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια για να επωφεληθούν οι εταιρείες από τους χαμηλούς μισθούς, όχι μόνον στις δύο «ειδικές οικονομικές ζώνες» του Shenzhen και του Zhuhai, αλλά και σε ολόκληρη την επαρχία Guangdong (πρωτεύουσα η Καντόν) και, σε μικρότερο βαθμό, σε άλλες περιοχές της Κίνας.

Στην Guangdong 2 ως 3 εκατομ. εργαζομένων απασχολούνται σε εταιρείες με έδρα το Χονγκ-Κονγκ. Τα δύο τρίτα της βιομηχανικής παραγωγής της βρετανικής αποικίας προέρχονται από τη Λαϊκή Κίνα. Το Χονγκ-Κονγκ αναλαμβάνει τώρα την τελική συναρμολόγηση των ημικατεργασμένων προϊόντων και τα επανεξάγει σε τρίτες χώρες. Οι προοπτικές που ανοίγει αυτή η οικονομική συμπληρωματικότητα και τα αποτελέσματα που έχουν ήδη επιτευχθεί έκαναν τον Ντενγκ—Ξιάο-Πινγκ να δηλώσει ότι η Guangdong είναι προορισμένη να γίνει ως το τέλος του αιώνα ένας νέος «οικονομικός δράκων», που θα ανταγωνίζεται την Ταϊβάν, τη Σιγκαπούρη και τη Νότια Κορέα.

Αν συμβουλευθούμε τα διαγράμματα ανάπτυξης αυτής της βιομηχανίας ρολογιών, η μεγέθυνση γίνεται πράγματι με γεωμετρική πρόοδο. Ιδρύθηκε το 1990 και το 1991 παρήγαγε 1,1 εκατομ. μηχανισμούς. Το 1993 θα φτάσει στα 3 εκατομ. Σε πέντε χρόνια, με 633 υπαλλήλους, προβλέπεται να προμηθεύει την παγκόσμια ωρολογοποιία με 7,5 εκατομ. μηχανισμούς, 10 εκατομ. ηλεκτρονικά εξαρτήματα καθώς και 8 εκατομ. μικρές μπομπίνες για τη συναρμολόγηση άλλων μηχανισμών.

Αυτός ο καπιταλισμός δεν αποφέρει πάντως χρηματικά στους παραγωγούς περισσότερα απ' ό,τι ο σοσιαλισμός: 340 γιουάν (περίπου το ίδιο ποσό σε γαλλικά φράγκα) μηνιαίος βασικός μισθός, 400 γιουάν μαζί με τα πριμ που διανέμονται σε όλους εάν καλυφθούν πλήρως τα πλάνα παραγωγής. Ποσό ίσο ή ελάχιστα μεγαλύτερο από εκείνο ενός εργάτη στον δημόσιο τομέα της Κίνας που έχει ασύγκριτα χαμηλότερη παραγωγικότητα.

Εδώ αντίθετα η ποιότητα της παραγωγής είναι σχεδόν άψογη: 0,75% ελαττώματα, ένα ρεκόρ για την Κίνα. Ερμηνεία του θαύματος: οι εργάτριες είναι «συλλογικά υπεύθυνες» για την ποιότητα, δηλαδή οφείλουν να επιδιορθώνουν δωρεάν τους μηχανισμούς που επιστρέφονται από τον εξαγωγέα λόγω ελαττωμάτων κατασκευής.

«Εδώ στο Guangdong, τα πάντα είναι ελεύθερα» εκτιμά ο Kin-Lap Ho στενός συνεργάτης του Henry Fok, του μεγιστάνα ενός από τα μεγαλύτερα χρηματιστικά γκρουπ του Χονγκ-Κονγκ, ενός από τους γίγαντες που ρίχτηκαν στην οικονομική κατάκτηση της Νότιας Κίνας τα τελευταία χρόνια. «Δεν υπάρχει τίποτε. Τα πάντα πρέπει να δημιουργηθούν. Μπορεί λοιπόν ο καθένας να εισάγει τις δικές τον μεθόδους εργασίας, να δημιουργήσει τις παραγωγικές δομές που επιθυμεί χωρίς δεσμεύσεις» διαβεβαίωνε ο Kin-Lap Ho στα τέλη Νοεμβρίου 1992 μια αντιπροσωπεία εκατό Γάλλων επιχειρηματιών (ανυπόγραφο άρθρο, Le Monde 19.1.93).