Μια φιλοσοφία για τον μαρξισμό
Τεύχος 49, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1994


Μια φιλοσοφία για τον μαρξισμό: «Η γραμμή του Δημοκρίτου»
του Louis Althusser
μετάφραση Χρήστος Βαλλιάνος

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το πρώτο μέρος «συνέντευξης» που έδωσε ο L. Althusser την περίοδο 1983-84 στην Fernanda Navarro, καθηγήτρια φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Michoacana του Μεξικό, και η οποία περιλαμβάνεται στον τόμο Louis Althusser, «Sur la Philosophie, Entretiens avec Louis Althusser», που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 1994 από τις εκδόσεις Gallimard.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως μας πληροφορεί ο σχετικός πρόλογος του συγγραφέα, η «συνέντευξη» αυτή συντάχθηκε στην τελική της μορφή εξ ολοκλήρου από τη F. Navarro, και βασίστηκε σε μια σειρά συζητήσεων που είχε τον χειμώνα 1983-84 η Μεξικανή καθηγήτρια με τον συγγραφέα, όπως και σε ένα πλήθος αδημοσίευτων εργασιών του L. Althusser της περιόδου 1960-78. Στο αρχικό κείμενο της «συνέντευξης» που του υποβλήθηκε, και το οποίο προοριζόταν για να χρησιμοποιηθεί ως εκλαϊκευτικό κείμενο από τους φοιτητές του Πανεπιστημίου Michoacana, ο συγγραφέας επέφερε κάποιες δευτερεύουσες διορθώσεις που ενσωματώθηκαν στην τελική του μορφή, που εκδόθηκε ως ιδιαίτερο - βιβλίο στην Ισπανική, και στη συνέχεια στην Πορτογαλική γλώσσα.

Το πρώτο αυτό μέρος της συνέντευξης που φιλοξενούν οι θέσεις παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον γιατί, ενώ φαίνεται να υποστηρίζει εδώ κάποιες ριζικά νέες θέσεις, αυτές, όπως ίσως διαπιστώσει ο εξοικειωμένος με το έργο του συγγραφέα αναγνώστης, φαίνονται ταυτόχρονα ως η αναγκαία και λογική κατάληξη μιας μακροχρόνιας και επώδυνης θεωρητικής αναζήτησης: αυτής γύρω από τη σχέση μεταξύ μαρξισμού και φιλοσοφίας: Όχι μόνο δεν έχει καμιά σχέση με τον επαναστατικό μαρξισμό η κωδικοποίηση των «νόμων του διαλεκτικού υλισμού» από τη σταλινική παράδοση, αλλά παραπέρα, μια μαρξιστική φιλοσοφία δεν μπορεί να υπάρξει, όπως ακριβώς δεν μπορεί να υπάρξει μια μαθηματική φιλοσοφία. Αυτό που μπορεί να υπάρξει είναι μια φιλοσοφία «για τον μαρξισμό». Στο σημείο αυτό, ο υλιστικός στοχασμός του Δημόκριτου μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα γόνιμος.

Χρ. Βαλλιάνος

- Σ' ολόκληρο το έργο σας, επιδείξατε ένα αξιοσημείωτο ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία και τη σχέση της με την πολιτική. Συμφωνείτε να αρχίσουμε τη συνέντευξη μ' αυτό το θέμα;

- Απολύτως. Μπορούμε να πούμε ότι αυτό το ενδιαφέρον δεν τοποθετείται μόνο στο θεωρητικό επίπεδο, δεδομένου ότι ήδη από το τέλος της δεκαετίας του1 1940 υπήρξα ταυτόχρονα φιλόσοφος και πολιτικός. Αυτό οφείλεται εν μέρει στις ιστορικές περιστάσεις που έτυχε να ζήσω: το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το σταλινισμό, την παγκόσμια εκστρατεία για την ειρήνη, την Έκκληση της Στοκχόλμης. Ήταν η εποχή που μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες κατείχαν ατομικά όπλα - έπρεπε λοιπόν με κάθε κόστος να αποφύγουμε έναν τρίτο Πόλεμο. Αγωνιζόμουν τότε μέχρι και δέκα ώρες την ημέρα.

- Τα λόγια σας μου θυμίζουν αυτό που γράφατε ο ίδιος στον Πρόλογο του «Για τον Μαρξ» αναφερόμενος στη μεταπολεμική εποχή. Διαβάζω τα λόγια σας:

«Η ιστορία: κυρίεψε τη νεότητα μας από την εποχή του Λαϊκού Μετώπου και του Ισπανικού εμφυλίου πολέμου, για να αποτυπώσει πάνω μας τον ίδιο τον πόλεμο, την τρομερή παιδεία των γεγονότων. Μας αιφνιδίασε τη στιγμή που ήρθαμε στον κόσμο, και ενώ ήμασταν φοιτητές με αστική ή μικροαστική καταγωγή, μας έκανε ανθρώπους διαπαιδαγωγημένους με την ύπαρξη των τάξεων, με την ταξική πάλη και όσα διακυβεύονται σ' αυτή. Από τις ενδείξεις που μας είχε επιβάλει, αντλήσαμε τα συμπεράσματα μας πυκνώνοντας τις τάξεις της πολιτικής οργάνωσης της εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού κόμματος [...] Οφείλαμε λοιπόν να εκτιμήσουμε τις διαστάσεις της επιλογής μας και να αναλάβουμε τις συνέπειες της.

«[...] Στη φιλοσοφική μας μνήμη, η εποχή αυτή μένει ως η εποχή των ένοπλων διανοούμενων που κατεδίωκαν το σφάλμα σ' όλα τα κρησφύγετα, η εποχή των φιλοσόφων χωρίς έργα, όπως εμείς, που όμως έκαναν πολιτική από κάθε έργο, και που χώριζαν τον κόσμο, τις τέχνες, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και τις επιστήμες, με μια και μόνο λεπίδα, αυτή της αδυσώπητης τομής των τάξεων [...]

«[Αργότερα], διαβλέψαμε ότι η χρήση του ταξικού κριτηρίου δεν ήταν απεριόριστη και ότι [μια τέτοια χρήση] μας έκανε να μεταχειριζόμαστε την επιστήμη, ο τίτλος της οποίας κάλυπτε τα ίδια τα έργα του Μαρξ, ως την πρώτη τυχούσα ιδεολογία. Έπρεπε να υπαναχωρήσουμε, και σε μια κατάσταση ημιαπόγνωσης, να ξαναρχίσουμε από τα στοιχειώδη [...]»

- Ήθελα να παρέμβω στη Γαλλία, στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, του οποίου ήμουν μέλος από το 1948, για να αγωνιστώ εναντίον του θριαμβεύοντος τότε σταλινισμού, και των καταστροφικών του συνεπειών στην πολιτική του κόμματος μου. Τότε λοιπόν, δεν είχα άλλη επιλογή: Αν είχα μια δημόσια παρέμβαση στην πολιτική του Κόμματος, το οποίο αρνείτο να δημοσιεύσει ακόμα και τα φιλοσοφικά μου κείμενα (Πα τον Μαρξ), επειδή αυτά κρίνονταν αιρετικά και επικίνδυνα, τουλάχιστον μέχρι το 1970, θα είχα διαγραφεί και περιθωριοποιηθεί αμέσως, χωρίς δυνατότητα άσκησης καμιάς επιρροής στο Κόμμα.

Είχα λοιπόν μόνο έναν τρόπο πολιτικής παρέμβασης στο Κόμμα: μέσω της καθαρής θεωρίας, δηλ. της φιλοσοφίας.

- Στο πλαίσιο αυτής της ετεροδοξίας, η κριτική σας αναφερόταν λοιπόν σε ορισμένες θεμελιώδεις έννοιες, οι οποίες εξέτρεφαν την επίσημη θέση των κομμουνιστικών κομμάτων, σκέφτομαι για παράδειγμα το διαλεκτικό υλισμό.

- Πραγματικά, ήθελα να εγκαταλείψουμε τις αδιανόητες θέσεις του διαλεκτικού υλισμού, τη «diamat», που κυριαρχούσε ως απόλυτος άρχων σ' όλα τα δυτικά κομμουνιστικά κόμματα, εκτός - και μόνον εν μέρει - από την Ιταλία, χάρη στις γιγάντιες προσπάθειες κριτικής και ανασυγκρότησης της μαρξιστικής θεωρίας που είχε πραγματοποιήσει ο Γκράμσι.

- Πού είχατε θεμελιώσει την κριτική σας στο διαλεκτικό υλισμό;

- θεωρούσα επιτακτικό να παραιτηθούμε από τον υλιστικό μονισμό και τους παγκόσμιους διαλεκτικούς νόμους του: μια ολέθρια μεταφυσική σύλληψη της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, που είχε υποκαταστήσει το «Πνεύμα» και την «Απόλυτη Ιδέα» του Χέγκελ με την «ύλη».

Από την πλευρά μου θεωρούσα ότι το να πιστεύει κανείς - και να επιβάλλει αυτή την πίστη - ότι είναι δυνατόν να συναχθεί άμεσα μια επιστήμη και επίσης η μαρξιστική λενινιστική ιδεολογία και πολιτική με την εφαρμογή των υποτιθέμενων νόμων μιας δήθεν διαλεκτικής άμεσα στις επιστήμες και την πολιτική, αποτελούσε ένα παραλογισμό. Υποστήριζα ότι η φιλοσοφία δεν παρεμβαίνει ποτέ άμεσα, αλλά μόνο δια μέσου της ιδεολογίας.

- Ποιες πολιτικές συνέπειες μπορούσαν να προκύψουν από αυτή τη θέση;

- Πιστεύω ότι η ΕΣΣΔ πλήρωσε ακριβά αυτή τη φιλοσοφική απάτη. Δεν νομίζω ότι υπερβάλλουμε αν πούμε ότι η πολιτική στρατηγική του Στάλιν και όλη η τραγωδία του Σταλινισμού θεμελιώθηκαν εν μέρει στο «διαλεκτικό υλισμό», το φιλοσοφικό τερατούργημα που αποσκοπούσε να δικαιώσει την εξουσία και να της προσφέρει μια θεωρητική εγγύηση, καθώς η εξουσία επιβαλλόταν στη διανόηση.

Ως προς τα υπόλοιπα, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι ο Μαρξ δεν χρησιμοποίησε ποτέ τον όρο «διαλεκτικός υλισμός», αυτό τον «κίτρινο λογάριθμο», όπως του άρεσε να αποκαλεί τους θεωρητικούς παραλογισμούς.

Αυτός που, σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, βάπτισε το μαρξιστικό υλισμό με το όνομα του διαλεκτικού υλισμού ήταν βέβαια ο Ένγκελς. Ο Μαρξ δεν ευτύχησε να γράψει πάνω από μια εικοσαριά σελίδες για τη διαλεκτική. Ό,τι γνωρίζουμε σχετικά με τη θέση του Μαρξ για το ζήτημα (πέραν του διαλεκτικού παιγνιδιού των εννοιών της θεωρίας της εργασιακής αξίας) περιέχεται σ' αυτή την ωραία φράση: «Η διαλεκτική, η οποία τις περισσότερες φορές υπηρέτησε τις κατεστημένες εξουσίες, είναι επίσης κριτική και επαναστατική.» Όταν διατυπώνουμε τους «νόμους» της, η διαλεκτική είναι συντηρητική (Ένγκελς) ή απολογητική (Στάλιν). Όταν όμως είναι κριτική και επαναστατική, η διαλεκτική είναι πολύτιμη. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για «νόμους» της διαλεκτικής, όπως ακριβώς δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για «νόμους» της ιστορίας. Οι δύο αυτές εκφράσεις είναι εξ ίσου άτοπες. Μια πραγματική υλιστική αντίληψη της ιστορίας προϋποθέτει την εγκατάλειψη της ιδέας ότι η ιστορία διέπεται και κυριαρχείται από νόμους τους οποίους αρκεί να γνωρίζει και να σέβεται προκειμένου να θριαμβεύσει επί της αντιιστορίας.

- Σε τι συνίστατο η θεωρητική και φιλοσοφική σας παρέμβαση στο εσωτερικό του Κόμματος;

- Βάλθηκα να αναζητήσω στο κείμενο του Κεφαλαίου: ·.·α ακριβώς θα μπορούσε να είναι η μαρξιστική φιλοσοφία, προκειμένου να είναι ο μαρξισμός κάτι διαφορετικό από τις «περίφημες φόρμουλες», σκοτεινές ή υπερβολικά καθαρές, που μνημονεύονταν ή επαναλαμβάνονταν άπειρες φορές, χωρίς καμιά γόνιμη πρόοδο και, βεβαίως, χωρίς καμιά «αυτοκριτική».

- Και μπορούσατε να ερμηνεύσετε την «πραγματική» σκέψη του Μαρξ, στο εσωτερικό ενός κόμματος με τα χαρακτηριστικά που αναφέρατε, χωρίς σοβαρούς κινδύνους;

- Παρ' όλον ότι το κομμουνιστικό κόμμα υπήρξε πολύ σταλινικό, πολύ σκληροπυρηνικό, μπόρεσα να κάνω κάτι τέτοιο γιατί ο Μαρξ ήταν γι' αυτό κάτι το ιερό. Βάδισα κατά κάποιο τρόπο - κρατώντας όμως αποστάσεις - όπως ο Σπινόζα, ο οποίος, προκειμένου να ασκήσει κριτική στην ιδεαλιστική φιλοσοφία του Καρτέσιου και των σχολαστικών φιλοσόφων, «ξεκινούσε από τον ίδιο το θεό». Άρχιζε την επιχειρηματολογία του της Ηθικής από την απόλυτη ουσία, δηλ. από το θεό, παγιδεύοντας μ' αυτό τον τρόπο τους αντιπάλους του, που ήταν πλέον ανίσχυροι να απορρίψουν μια φιλοσοφική παρέμβαση που επικαλείτο την παντοδυναμία του θεού, δεδομένου ότι όλοι αυτοί, συμπεριλαμβανόμενου και του Καρτέσιου, την θεωρούσαν ως ένα άρθρο πίστεως και κάτι το «αυταπόδεικτο»: γι' αυτούς ήταν η θεμελιώδης αλήθεια, την οποία ακτινοβολούσε το φυσικό φως.

- Όπως όμως έλεγε και πάλι ο Καρτέσιος: «κάθε φιλοσοφία προωθείται μεταμφιεσμένη».

- Ακριβώς. Ο Σπινόζα μετέφραζε απλά αυτό το θεό ως «άθεος».

- Τι σας απέφερε αυτή η στρατηγική;

- Η στρατηγική αυτή ήταν επιτυχής, όπως το είχα προβλέψει: Οι κομμουνιστές αντίπαλοι μου, στο εσωτερικό του Κόμματος, όπως και οι μη κομμουνιστικοί μαρξιστικοί κύκλοι, δεν ήταν καθόλου φειδωλοί στις δηκτικές τους επιθέσεις, που παρ' ότι στερούνταν κάθε θεωρητικής αξίας, επαναλαμβάνονταν ασταμάτητα. Δεν είχαν καμία αξία, όχι μόνο από την άποψη του μαρξισμού, αλλά ούτε και από απλά φιλοσοφική άποψη, δηλ. από την άποψη της αυθεντικής σκέψης. Αυτόν ακριβώς το στενό, αλλά γόνιμο μονόδρομο ακολούθησα στην αρχή και το αποτέλεσμα ήταν αυτό που είχα διαβλέψει. Είχα πραγματικά υιοθετήσει τη μοναδική στρατηγική που ήταν εφικτή την εποχή εκείνη: μια θεωρητική στρατηγική που προκάλεσε μεταγενέστερα (μετά το XXI και XXII Συνέδριο, για παράδειγμα, σε σχέση με την εγκατάλειψη της δικτατορίας του προλεταριάτου) παρεμβάσεις άμεσα πολιτικές. Αλλά το Κόμμα δεν μπορούσε πλέον να με διαγράψει, δεδομένου ότι οι άμεσα πολιτικές μου παρεμβάσεις στηρίζονταν στον Μαρξ, του οποίου προσέφερα μια ερμηνεία «κριτική και επαναστατική»: Ο Μαρξ με προφύλασσε μέσα στο Κόμμα, ακόμα και με την ιδιότητα του «υπεράνω κριτικής Πατέρα στοχαστή».

- Δεν υπήρξαν ποτέ υποψίες;

- Νομίζω ότι υπήρξαν. Εν πάσει περιπτώσει, γνωρίζω ότι με αντιμετώπιζαν με τρομερή καχυποψία, με κρατούσαν στο περιθώριο, και μάλιστα με «κατασκόπευαν» μέσω των κομμουνιστών φοιτητών της Εκόλ Νορμάλ όπου δίδασκα, φοιτητών που ανησυχούσαν έντονα μπροστά στον κίνδυνο που μπορούσε να αντιπροσωπεύει αυτός ο ιδιόρρυθμος πανεπιστημιακός φιλόσοφος, ο οποίος τολμούσε να δίνει μια άλλη εκδοχή της διάπλασης της σκέψης του Μαρξ... με ό,τι αυτό συνεπαγόταν. Επί πλέον, υποπτεύονταν ότι ήμουν ο εμπνευστής, ένας εμπνευστής σχεδόν μυστικός αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματικός, του κινήματος της μαοϊκής νεολαίας στη Γαλλία, η οποία, μάλιστα, γνώρισε εκείνη την εποχή μια πρωτόγνωρη και θεαματική ανάπτυξη.

Μαρξιστική φιλοσοφία ή στοχαστικός υλισμός;

- Σε ό,τι αφορά τις κριτικές και τους προβληματισμούς σας, είχατε την εποχή εκείνη μια εναλλακτική πρόταση;

- Την εποχή εκείνη όχι, τώρα ναι. Νομίζω ότι ο «πραγματικός» υλισμός, αυτός που ταιριάζει καλύτερα στο μαρξισμό, είναι ο στοχαστικός υλισμός, στο πνεύμα του Δημόκριτου και του Επίκουρου. Διευκρινίζω: αυτός ο υλισμός δεν είναι μια φιλοσοφία που προκειμένου να δικαιούται αυτό το όνομα θα έπρεπε να συγκροτηθεί σε σύστημα. Ακόμα και αν αυτό δεν είναι αδύνατο, δεν είναι αναγκαίο να τη μετατρέψουμε σε σύστημα. Αυτό που έχει αποφασιστική σημασία για το μαρξισμό, είναι το ότι παριστά τη λήψη μιας θέσης στη φιλοσοφία.

- Όταν μιλάτε για σύστημα, εννοείτε μια κλειστή ολότητα, στο εσωτερικό της οποίας κάθε τι έχει νοηθεί εκ των προτέρων, και τίποτα δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί χωρίς να ανατραπεί το σύνολο;

- Μάλιστα. Ωστόσο, επιμένω στο εξής: αυτό που συγκροτεί μια φιλοσοφία δεν είναι ο αποδεικτικός της λόγος, ούτε ο νομιμοποιητικός της λόγος. Αυτό που την ορίζει είναι η λήψη μιας θέσης (η λέξη thesis είναι ελληνική) στο πεδίο της φιλοσοφικής μάχης (το Kampfplatz του Καντ): υπέρ ή εναντίον της τάδε υπαρκτής φιλοσοφικής πρότασης, ή υποστήριξη μιας νέας φιλοσοφικής πρότασης.

- θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για το Δημόκριτο και τους κόσμους του Επίκουρου, ώστε να διευκρινίσετε της ιδέα σας για το στοχαστικό υλισμό;

- Ναι, αλλά πριν απ' αυτό, θα ήθελα να αναφέρω αυτό που κινητοποίησε τη σκέψη μου τα τελευταία αυτά χρόνια, γύρω ακριβώς από τη μαρξιστική φιλοσοφία. Κατέληξα πράγματι στη σκέψη, ότι είναι πολύ δύσκολο να μιλάμε για μια μαρξιστική φιλοσοφία, όπως ακριβώς θα ήταν πολύ δύσκολο να μιλάμε για μια μαθηματική ή φυσική φιλοσοφία, αν θεωρούμε ότι το ουσιώδες μέρος της ανακάλυψης του Μαρξ είναι επιστημονικού χαρακτήρα: το ότι έφερε στο φως τον τρόπο λειτουργίας του καπιταλιστικού καθεστώτος.

Για το σκοπό αυτό ο Μαρξ στηρίχτηκε σε μια φιλοσοφία - αυτή του Χέγκελ - για την οποία μπορούμε να θεωρήσουμε ότι δεν είναι αυτή που ανταποκρινόταν καλύτερα στο στόχο του... ούτε αυτή που θα του επέτρεπε να στοχαστεί μακρύτερα. Εν πάσει όμως περιπτώσει, δεν μπορούμε να συνάγουμε άμεσα συμπεράσματα από τις επιστημονικές του ανακαλύψεις για τη φιλοσοφία του. Όσον αφορά εμάς, σκεφτήκαμε ότι δεν είχε προσωπική αντίληψη της φιλοσοφίας που ήταν παρούσα στην ερευνά του. Είναι αυτό που επιχειρήσαμε να κάνουμε όταν προτείναμε να δώσουμε στον Μαρξ μια φιλοσοφία που θα επέτρεπε την κατανόηση του: τη φιλοσοφία του Κεφαλαίου, της οικονομικής, πολιτικής, και ιστορικής του σκέψης.

Στο σημείο αυτό, νομίζω ότι κατά κάποιο τρόπο χάσαμε το στόχο μας, στο βαθμό που δεν δώσαμε στον Μαρξ τη φιλοσοφία που ταίριαζε καλύτερα στο έργο του. Του δώσαμε μια φιλοσοφία που χαρακτηριζόταν από την «ατμόσφαιρα της εποχής», μια ατμόσφαιρα μπασελαριανής και στρουκτουραλιστικής έμπνευσης, η οποία, ακόμα και αν συνεκτιμά μια σειρά όψεων της σκέψης του Μαρξ, δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να αποκληθεί μαρξιστική φιλοσοφία.

Αντικειμενικά, η φιλοσοφία αυτή επέτρεπε μια συνεκτική εποπτεία της σκέψης του Μαρξ, υπάρχουν όμως πολλά κείμενα του που έρχονται σε αντίθεση μαζί της, έτσι ώστε να μην μπορούμε να τη θεωρήσουμε ως τη δική του φιλοσοφία. Από την άλλη πλευρά, στη βάση κάποιων πιο πρόσφατων μελετών, όπως αυτές που δημοσιεύτηκαν από τον Jacques Bidet στο εξαίρετο βιβλίο του Que faire du «Capital»?, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι στην πραγματικότητα, ο Μαρξ ποτέ δεν απελευθερώθηκε τελείως από τον Χέγκελ, ακόμα και αν μετατοπίστηκε προς ένα άλλο πεδίο, το πεδίο της επιστήμης, πάνω στο οποίο θεμελίωσε τον ιστορικό υλισμό.

- Μήπως αυτό σημαίνει ότι η «τομή» δεν ήταν πλήρης;

- Όχι, δεν ήταν πλήρης. Υπήρξε μόνο ως τάση.

- Πώς φτάσατε στην αναγνώριση αυτού του συγκεκριμένου σημείου;

- Το καθοριστικό, όπως ήδη σημείωσα, ήταν οι έρευνες του Bidet, που ρίχνουν ένα νέο φως στο έργο του Μαρξ. Είχαμε πρόσβαση σ' ένα σύνολο υλικού, όπου περιλαμβάνονται και ανέκδοτα έργα, άγνωστα πριν από είκοσι χρόνια, και τα οποία μας επιτρέπουν να εξαγάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα. Ο Bidet με επισκέφθηκε πριν από λίγο καιρό, και είχαμε μαζί μια μακρά συζήτηση.

- Τι θα λέγατε σήμερα για το χαρακτηρισμό «φανταστικός μαρξισμός» που είχε δώσει ο Ραιημόν Άρον στο έργο σας;

- Μπορώ να πω ότι κατά μια έννοια, ο Άρον είχε ένα μικρό δίκιο. Είχαμε κατασκευάσει μια «φανταστική» φιλοσοφία για τον Μαρξ, μια φιλοσοφία που

δεν υπήρχε στο έργο του - αν μείνει κανείς αυστηρά στο γράμμα των κειμένων του.

- Αλλά, σ' αυτή την περίπτωση, δεν θα ήσαν πολλοί αυτοί που θα απέφευγαν να πέσουν στο «φανταστικό», ιδίως όταν πρόκειται για κάτι (όπως η φιλοσοφία στο έργο του Μαρξ) το οποίο, αν υπάρχει, βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση.

- Είναι πιθανό. Όσον όμως μας αφορά, νομίζω ότι μετά από αυτή τη διδακτική εμπειρία, βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα νέο καθήκον: να αναζητήσουμε τον τύπο της φιλοσοφίας που ταιριάζει καλύτερα σ' αυτό που έγραψε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο.

Όποια και αν είναι αυτή, δεν θα είναι μια «μαρξιστική φιλοσοφία», θα είναι απλώς μια φιλοσοφία που θα ανήκει στην ιστορία της φιλοσοφίας, θα μπορεί να λαμβάνει υπ' όψη της τις εννοιολογικές ανακαλύψεις που χρησιμοποιεί ο Μαρξ στο Κεφαλαίο, δεν θα είναι όμως μια μαρξιστική φιλοσοφία: θα είναι μια φιλοσοφία για το μαρξισμό.

- Μήπως αυτή η ιδέα ωρίμαζε στο παρελθόν; Στο "Ο Λένιν και η φιλοσοφία" δηλώνατε ότι ο μαρξισμός δεν είναι μια νέα φιλοσοφία - στην καρδιά της μαρξιστικής θεωρίας υπάρχει μια επιστήμη -, αλλά πρόκειται μάλλον για μια νέα πρακτική της φιλοσοφίας που θα μπορούσε να βοηθήσει στο μετασχηματισμό της ίδιας της φιλοσοφίας.

- Ακριβώς.

- Σε μια διάλεξη για το Μετασχηματισμό της φιλοσοφίας, που δώσατε το 1976 στο Πανεπιστήμιο της Grenade, μιλούσατε ήδη για το παράδοξο της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Λέγατε ότι σύμφωνα με τον Μαρξ, η παραγωγή μιας φιλοσοφίας ως «φιλοσοφίας» είναι ένας τρόπος να παίξεις το παιγνίδι του αντιπάλου και να συμβάλεις - έστω και με τη μορφή της εναντίωσης - στην ενίσχυση της αστικής ιδεολογίας, επικυρώνοντας τη φιλοσοφική μορφή έκφρασης της.

- Πολύ σωστά. Είναι ο κίνδυνος να πέσουμε, προκειμένου για τη σφαίρα της φιλοσοφίας, στο κόμμα του κράτους, ένα θεσμό για τον οποίο ο Μαρξ επέδειξε μια βαθειά καχυποψία. Και η φιλοσοφία παριστά μια μορφή ενοποίησης της κυρίαρχης ιδεολογίας. Και οι δύο είναι προσανατολισμένες στον ίδιο μηχανισμό κυριαρχίας.

- Μήπως εδώ βρίσκουμε έναν άλλο λόγο που επιτρέπει να καταλάβουμε γιατί ο Μαρξ απείχε από κάθε φιλοσοφική παραγωγή ως τέτοια, δεδομένου ότι αυτό θα κατέληγε κατά κάποιο τρόπο στην «εξύμνηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων»;

- Ας θυμηθούμε ότι όταν ο Μαρξ σκεφτόταν τη μορφή του μελλοντικού κράτους, μιλούσε για ένα κράτος που θα ήταν «μη κράτος», δηλ. μια εντελώς νέα μορφή που θα παρήγαγε τον ίδιο της το μαρασμό. Μπορούμε να πούμε το ίδιο πράγμα και για τη φιλοσοφία: Αυτό που αναζητούσε ο Μαρξ ήταν μια «μη φιλοσοφία», της οποίας η λειτουργία της θεωρητικής ηγεμονίας θα αποδυναμωνόταν, παραχωρώντας τη θέση της σε νέες μορφές φιλοσοφικής ηγεμονίας.

- Μήπως αυτό συμβάλλει στο να λύσουμε το παράδοξο μιας μαρξιστικής φιλοσοφίας;

- Το παράδοξο συνίστατο στο ότι ο Μαρξ, ο οποίος είχε προσλάβει μια φιλοσοφική παιδεία, αρνείτο να γράψει για τη φιλοσοφία. Ωστόσο, μπόλιασε ολόκληρη την παραδοσιακή φιλοσοφία, γράφοντας στη II θέση γιο τον Feuerbach τη λέξη «πρακτική». Κατά τον ίδιο τρόπο εξάσκησε τη φιλοσοφία που δεν έγραψε ποτέ, γράφοντας το Κεφαλαίο, το επιστημονικό, κριτικό και πολιτικό του έργο.

Για να συνοψίσουμε, μπορούμε να επιμείνουμε στο γεγονός ότι το σημερινό καθήκον δεν είναι να επεξεργαστούμε μια μαρξιστική φιλοσοφία, αλλά μια φιλοσοφία για το μαρξισμό. Σ' αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση κινούνται οι τελευταίοι μου προβληματισμοί, και προσπαθώ να αναζητήσω στην ιστορία της φιλοσοφίας τα στοιχεία που επιτρέπουν να λάβουμε υπ' όψη μας αυτό που σκέφτηκε ο Μαρξ και τη μορφή μέσα στην οποία το σκέφτηκε.

Μια τελευταία διευκρίνηση: Όταν λέω ότι είναι δύσκολο να μιλήσουμε για μια μαρξιστική φιλοσοφία, αυτό δεν πρέπει να το κατανοήσουμε με μια αρνητική έννοια. Δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο θα υπάρχει πάντα μια φιλοσοφία για κάθε εποχή. Ούτε και θεωρώ ότι αυτό είναι το πιο επείγον ή το πιο ουσιώδες. Αν θέλουμε φιλοσόφους, υπάρχει ο Πλάτων, ο Καρτέσιος, ο Σπινόζα, ο Καντ, ο Χέγκελ, και πολλοί ακόμα, στη σκέψη των οποίων μπορούμε να ανατρέξουμε προκειμένου να στοχαστούμε και να αναλύσουμε την εποχή μας, «μεταφράζοντας» και επικαιροποιώντας την.

- θεωρείτε το στοχαστικό υλισμό ως μια πιθανή φιλοσοφία για το μαρξισμό;

- Ναι, υπ' αυτή την έννοια. Μπορούμε τώρα να ανατρέξουμε στο Δημόκριτο και στους κόσμους του Επίκουρου. Ας θυμηθούμε την πρωταρχική θέση: πριν από το σχηματισμό του κόσμου, μια απειρία ατόμων πέφτουν στο κενό, παραλλήλως. Οι συνέπειες αυτής της δήλωσης είναι ισχυρές: 1) πριν υπάρξει κόσμος, δεν υπήρχε απολύτως τίποτα το σχηματισμένο, και, ταυτόχρονα, 2) όλα τα στοιχεία του κόσμου υπήρχαν ήδη απομονωμένα, από κάθε αιωνιότητα, πριν υπάρξει οποιοσδήποτε κόσμος.

Τα προηγούμενα συνεπάγονται ότι πριν από το σχηματισμό του κόσμου, δεν υπήρχε κανένα νόημα, ούτε αιτία, ούτε τέλος, ούτε λογική, ούτε παράλογο. Είναι η άρνηση κάθε τελεολογίας: είτε αυτή είναι ορθολογική, ηθική, πολιτική, ή αισθητική, θα προσέθετα ότι αυτός ο υλισμός δεν είναι υλισμός ενός υποκειμένου (είτε αυτό είναι ο θεός, ή το προλεταριάτο) αλλά αυτός μιας διαδικασίας - χωρίς υποκείμενο - που κυριαρχεί πάνω στη σειρά ανάπτυξης της, χωρίς ένα αναγνωρίσιμο τέλος.

- Αυτό το μη προγενέστερο του Νοήματος, είναι μια θεμελιώδης θέση του Επίκουρου, με την οποία αντιπαρατίθεται τόσο στον Πλάτωνα, όσο και στον Αριστοτέλη.

- Πράγματι. Στη συνέχεια επέρχεται η εκτροπή (clinamen): μια απειροστή

απόκλιση, η οποία κανείς δεν γνωρίζει πού, ούτε πότε, ούτε πώς συνέβη. Το σημαντικό είναι ότι η εκτροπή (clinamen) προκαλεί την απόκλιση ενός ατόμου κατά την πτώση του στο κενό και προκαλεί μια συνάντηση με το γειτονικό άτομο... και από συνάντηση σε συνάντηση - κάθε φορά που αυτές είναι ισχυρές και όχι φευγαλέες - γεννιέται ένας κόσμος.

- Πρέπει λοιπόν να συμπεράνουμε ότι η απαρχή κάθε κόσμου ή πραγματικότητας, κάθε αναγκαιότητας ή νοήματος, οφείλεται σε μια στοχαστική απόκλιση;

- Ακριβώς. Αυτό που υποστηρίζει ο Επίκουρος είναι ότι στην απαρχή του κόσμου βρίσκεται η στοχαστική απόκλιση και όχι η Λογική ή η πρώτη Αιτία. Πρέπει όμως να αντιληφθούμε ότι η συνάντηση καθόλου δεν πραγματοποιεί την πραγματικότητα του κόσμου, αλλά δίνει την πραγματικότητα τους στα ίδια τα άτομα, τα οποία χωρίς την απόκλιση ή τη συνάντηση δεν θα ήταν τίποτα άλλο από αφηρημένα στοιχεία χωρίς συνοχή και χωρίς ύπαρξη. Το βασίλειο της λογικής, της αναγκαιότητας και του νοήματος εγκαθίσταται αφού προηγουμένως συγκροτηθεί ο κόσμος.

- Μπορούμε να σκεφτούμε κάποια μεταγενέστερη φιλοσοφία που επανέλαβε αυτά τα θέματα και που απορρίπτει το πρόβλημα της Απαρχής;

- Σκέφτομαι τον Heidegger. Παρ' όλον ότι δεν υπήρξε ούτε επικούρειος, ούτε ατομιστής, βρίσκουμε σ' αυτόν μια ανάλογη πορεία σκέψης. Το ότι απορρίπτει κάθε ερώτημα σχετικά με την Απαρχή, κάθε ερώτημα σχετικά με την Αιτία και το Τέλος του κόσμου, το γνωρίζουμε. Βρίσκουμε όμως σ' αυτόν μια ολόκληρη σειρά συλλογισμών γύρω από την έκφραση «es gibt», «υπάρχει», «είναι δεδομένο», που προσεγγίζουν την έμπνευση του Επίκουρου. «Υπάρχει κόσμος, ύλη, άνθρωποι...» Μια φιλοσοφία του «es gibt», του «είναι δεδομένο», εξοφλεί τους λογαριασμούς της με όλα τα ζητήματα της Απαρχής κλπ. Και ανοίγεται σ' ένα πεδίο που αποκαθιστά ένα είδος υπερβατικής τυχαιότητας του κόσμου στον οποίο έχουμε «ριχθεί», και του νοήματος του κόσμου, που παραπέμπει στην αρχή του Όντος, στον αρχικό παλμό του Όντος, στην «έλευση» του, πέραν της οποίας δεν έχουμε τίποτα ούτε να αναζητήσουμε, ούτε να σκεφτούμε. Ο κόσμος μας δίδεται μ' αυτό τον τρόπο ως ένα «δώρο».

- Ένα δώρο, θα προσθέταμε, το οποίο ούτε ζητήσαμε, ούτε επιλέξαμε, αλλά το οποίο μας προσφέρεται σ' όλη του την αβεβαιότητα και τυχαιότητα.

- Ναι, αλλά αντί να σκεφτόμαστε την τυχαιότητα ως μορφή ύπαρξης ή αναίρεση της αναγκαιότητας, πρέπει να σκεφτούμε την αναγκαιότητα ως το αναγκαίο γίγνεσθαι της συνάντησης των τυχαίων.

Πρόθεση μου εδώ, είναι να επιμείνω στην ύπαρξη μιας υλιστικής παράδοσης, που δεν έχει αναγνωριστεί απ' την ιστορία της φιλοσοφίας. Της παράδοσης του Δημόκριτου, του Επίκουρου, του Μακιαβέλι, του Hobbes, του Rousseau (του δεύτερου Λόγου), του Μαρξ και του Heidegger, με τις κατηγορίες που υποστήριξαν: του κενού, του ορίου, του περιθωρίου, της απουσίας κέντρου, της μετάθεσης του κέντρου στο περιθώριο (και αντιστρόφως), και της ελευθερίας.

Ενός υλισμού της συνάντησης, της τυχαιότητας, με δυο λόγια του στοχαστικού, ο οποίος αντιτίθεται ακόμα και στους υλισμούς που είναι αναγνωρισμένοι ως τέτοιοι, συμπεριλαμβανομένου αυτού που γενικά αποδίδεται στους Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, ο οποίος, όπως κάθε υλισμός της ορθολογιστικής παράδοσης είναι ένας υλισμός της αναγκαιότητας και της τελεολογίας, δηλ. μια μεταμφιεσμένη μορφή ιδεαλισμού.

Επειδή ακριβώς παριστούσε έναν κίνδυνο, η φιλοσοφική παράδοση τον ερμήνευσε και τον παρεξέκλινε προς ένα ιδεαλισμό της ελευθερίας: Αν τα άτομα του Επίκουρου που πέφτουν στο κενό ως βροχή συναντώνται, αυτό γίνεται για να αναγνωρίσουμε - στην απόκλιση που προκαλείται από την εκτροπή - την ύπαρξη της ανθρώπινης ελευθερίας στον ίδιο τον κόσμο της αναγκαιότητας.

- θα μπορούσαμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι η φιλοσοφία αυτή, απορρίπτοντας κάθε απαρχή, θα είχε ως σημείο αφετηρίας... το μη ον;

- Σωστά. Πρόκειται για μια φιλοσοφία του κενού, που δεν λέει μόνο ότι το κενό προϋπάρχει των ατόμων που πέφτουν εντός του, αλλά επίσης για μια φιλοσοφία που δημιουργεί το φιλοσοφικό κενό για να αποκτήσει την ύπαρξη της: μια φιλοσοφία, που αντί να ξεκινήσει από τα περίφημα «φιλοσοφικά προβλήματα» αρχίζει με την απόρριψη τους και την άρνηση να δώσει στον εαυτό της «ένα αντικείμενο» (η φιλοσοφία δεν έχει αντικείμενο), ξεκινώντας από το μη ον. Δίνει λοιπόν τα πρωτεία του μη όντος σε σχέση με κάθε μορφή, τα πρωτεία της απουσίας (δεν υπάρχει Απαρχή) σε σχέση με την παρουσία. Υπάρχει μια πιο ριζική κριτική στην αξίωση κάθε φιλοσοφίας να πει την αλήθεια για τα πράγματα;

- Πώς όμως προσδιορίζετε τη φιλοσοφική τοποθέτηση του στοχαστικού υλισμού;

- Στο ζήτημα αυτό, μπορούμε να πούμε ότι ο στοχαστικός υλισμός υποστηρίζει τα πρωτεία του υλισμού σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα, περιλαμβανομένου και του στοχαστικού. Ο υλισμός μπορεί να είναι απλά η ύλη, όχι όμως κατ' ανάγκην η γυμνή ύλη. Αυτή η υλικότητα ενδέχεται να είναι πολύ διαφορετική από την ύλη του επιστήμονα φυσικού ή χημικού ή του εργάτη που μετασχηματίζει το μέταλλο ή τη γη. Μπορεί να είναι η υλικότητα της πειραματικής διάταξης. Ωθώ στα άκρα: μπορεί να είναι το απλό ίχνος, η υλικότητα της κίνησης που αφήνει ένα ίχνος, χωρίς να διαχωρίζει το ίχνος που μένει στο τοίχωμα ενός σπηλαίου ή στο (φύλλο χαρτιού). Τα πράγματα πηγαίνουν τόσο μακριά, ώστε ο Derrida έδειξε ότι τα πρωτεία του ίχνους (της γραφής) βρίσκονται μέχρι την άρθρωση της φωνής του ομιλούντος. Τα πρωτεία της υλικότητας είναι καθολικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα πρωτεία της οικονομικής βάσης (που λανθασμένα γίνεται κατανοητή ως το άθροισμα των υλικών παραγωγικών δυνάμεων και των πρώτων υλών) είναι καθοριστικά σε τελευταία ανάλυση. Η καθολικότητα αυτής της τελευταίας ιδέας είναι άτοπη όταν την συσχετίζουμε μόνο με τις παραγωγικές δυνάμεις. «Εξαρτάται», έγραφε ο Μαρξ σε κάποιο σημείο της Συμβολής στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, όταν επρόκειτο για το κατά πόσο οι μορφές που είναι λογικά πρώτες, είναι επίσης και ιστορικά πρώτες. Εξαρτάται: διατύπωση στοχαστική και όχι διαλεκτική.

Ας το μεταφράσουμε: Το οτιδήποτε μπορεί να είναι καθοριστικό σε τελευταία ανάλυση, δηλ. το οτιδήποτε μπορεί να κυριαρχήσει. Ο Μαρξ το έλεγε για την πολιτική στην Αθήνα και τη θρησκεία στη Ρώμη, σε μια όχι ρητά διατυπωμένη θεωρία της μετατόπισης του κυρίαρχου χαρακτήρα (την οποία προσπαθήσαμε, μαζί με τον Balibar να συγκροτήσουμε θεωρητικά στο Lire «le Capital»). Αλλά, στο ίδιο το εποικοδόμημα, αυτό που είναι καθοριστικό είναι επίσης η υλικότητα του. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, ενδιαφέρθηκα τόσο πολύ να αναδείξω την υλικότητα κάθε εποικοδομήματος και κάθε ιδεολογίας... όπως το έδειξα σχετικά με τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους. Εδώ ακριβώς πρέπει να βρούμε την έννοια της «τελευταίας ανάλυσης», τη μετατόπιση της υλικότητας, που είναι πάντοτε καθοριστική «σε τελευταία ανάλυση», σε κάθε συγκεκριμένη συγκυρία.

Οι δύο ιστορίες

- Αν, αναφερόμενοι σ' αυτή στην έννοια σας του «στοχαστικού υλισμού», αναζητούμε τη φύση ενός ιστορικού γεγονότος, δεν θα έπρεπε, πράγματι, να την αναλύσουμε ως μια συνύπαρξη ιστοριών που επικαθορίζονται αμοιβαία;

- Μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν δύο τύποι ιστοριών, δύο ιστορίες: κατ' αρχήν, η Ιστορία των κλασικών ιστορικών, εθνολόγων, κοινωνιολόγων και ανθρωπολόγων, που μπορούν να μιλούν για «νόμους» της Ιστορίας, γιατί εξετάζουν μόνο το συντελεσμένο γεγονός της παρελθούσας ιστορίας. Η ιστορία παρουσιάζεται τότε ως ένα αντικείμενο τελείως παγιωμένο, του οποίου μπορούμε να μελετήσουμε όλους τους προσδιορισμούς, όπως [μπορούμε να μελετήσουμε] τους προσδιορισμούς ενός φυσικού αντικειμένου, ενός αντικειμένου νεκρού, καθ' ότι παρελθόντος, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε: Και με ποιον άλλον τρόπο θα μπορούσαν να ενεργήσουν οι ιστορικοί απέναντι σε μια συντελεσμένη, αναλλοίωτη, απολιθωμένη ιστορία, από την οποία μπορούμε να αντλήσουμε καθοριστικές και αιτιοκρατικές στατιστικές; Μ' αυτόν ακριβώς τον τρόπο μπορούμε να βρούμε την πηγή της αυθόρμητης ιδεολογίας των ιστορικών, των χυδαίων κοινωνιολόγων, αφήνοντας στην άκρη τους οικονομολόγους.

- Μπορούμε όμως να σκεφτούμε έναν άλλο τύπο ιστορίας;

- Ακριβώς, η γερμανική γλώσσα διαθέτει έναν άλλο όρο: την Geschichte', που περιγράφει όχι την συντελεσμένη ιστορία, αλλά την ιστορία του παρόντος, που χωρίς αμφιβολία προσδιορίζεται σ' ένα μεγάλο βαθμό από το ήδη συντελεσμένο παρελθόν, αλλά μόνον εν μέρει, γιατί η παρούσα, ζωντανή ιστορία είναι επίσης ανοικτή σ' ένα αβέβαιο, απρόβλεπτο, μη συντελεσμένο μέλλον, που κατά συνέπεια είναι στοχαστικό. Η ζωντανή ιστορία υπόκειται μόνο σε μια σταθερά (όχι σε νόμο: τη σταθερά της πάλης των τάξεων. Ο Μαρξ δεν χρησιμοποίησε τον όρο σταθερά, τον οποίο δανείζομαι από τον Levi Strauss, αλλά μια ευφυή έκφραση: τάση2, που είναι ικανή να λυγίσει (όχι να αναιρέσει) την πρώτη τάση, που σημαίνει ότι μια τάση δεν κατέχει τη μορφή ή το σχήμα ενός γραμμικού νόμου, αλλά μπορεί να διακλαδώνεται υπό την επίδραση μιας συνάντησης με μια άλλη τάση, και ούτω καθ' εξής, μέχρι το άπειρο. Σε κάθε σταυροδρόμι, η τάση μπορεί να ακολουθήσει ένα δρόμο απρόβλεπτο, καθ' ότι στοχαστικό.

- Εν κατακλείδι, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι η παρούσα ιστορία είναι πάντα η ιστορία μιας μοναδικής, στοχαστικής συγκυρίας;

- Ναι, και πρέπει να θυμόμαστε ότι συγκυρία σημαίνει συνδρομή, δηλ. στοχαστική συνάντηση στοιχείων, εν μέρει υπαρκτών, αλλά επίσης απρόβλεπτων. Κάθε συγκυρία αποτελεί μια μοναδική περίπτωση, όπως όλες οι ιστορικές μοναδικότητες, όπως κάθε τι το υπάρχον.

Γι αυτό το λόγο, ο Popper, ο Λόρδος Popper, δεν κατάλαβε ποτέ τίποτα από την ιστορία του μαρξισμού, ούτε από την ιστορία της ψυχανάλυσης, γιατί το αντικείμενο τους δεν είναι του τύπου της συντελεσμένης ιστορίας, αλλά της Geschichte, της ζώσας ιστορίας που φτιάχνεται και αναπηδά από στοχαστικές τάσεις και από το ασυνείδητο, της ιστορίας, οι μορφές της οποίας είναι ξένες προς τον ντετερμινισμό των φυσικών νόμων.

Απ' όσα προηγήθηκαν προκύπτει ότι αυτό που μεσουρανεί στον υλισμό, που είναι παλιός όσο ο κόσμος - τα πρωτεία των φίλων της Γης σε σχέση με τους φίλους των Ιδεών, σύμφωνα με τον Πλάτωνα -, είναι ο στοχαστικός υλισμός, που απαιτείται προκειμένου να στοχαστούμε το άνοιγμα του κόσμου προς το γεγονός, την ανήκουστη φαντασία, και ακόμα κάθε ζώσα πρακτική, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής.

. .. προς το γεγονός;

- Ο Wittgenstein το λέει υπέροχα στο Tractatus: die Welt ist alles was der Fall ist, φράση υπέροχη που όμως μεταφράζεται δύσκολα, θα μπορούσαμε να την αποδώσουμε ως εξής: «ο κόσμος είναι ό,τι μας συμβαίνει», ή περισσότερο κυριολεκτικά: «ο κόσμος είναι όλα αυτά που πέφτουν πάνω μας». Υπάρχει μια ακόμα μετάφραση, αυτή της Σχολής του Russell: «ο κόσμος είναι αυτό που είναι η περίπτωση» (the world is what the case is).

Αυτή η υπέροχη φράση λέει τα πάντα, γιατί στον κόσμο δεν υπάρχουν παρά μόνο περιπτώσεις, πράγματα, που πέφτουν πάνω μας χωρίς προειδοποίηση. Η θέση αυτή, σύμφωνα με την οποία υπάρχουν μόνο περιπτώσεις, δηλ. μεμονωμένα άτομα, πλήρως διακριτά τα μεν από τα δε, είναι μια θεμελιώδης θέση του νομιναλισμού.

- Ο Μαρξ δεν είχε δηλώσει ότι ο νομιναλισμός είναι ο προθάλαμος του υλισμού;

- Ακριβώς, και θα προχωρήσω περισσότερο, θα έλεγα ότι δεν είναι μόνο ο προθάλαμος, αλλά ο ίδιος ο υλισμός.

Είναι εντυπωσιακό το ότι επιβεβαιώνουμε αυτό που έχουν παρατηρήσει κάποιοι εθνολόγοι, ότι δηλ. στις πιο πρωτόγονες από τις κοινωνίες που μπορούμε να παρατηρήσουμε, την κοινωνία των ιθαγενών Αυστραλών ή των Πυγμαίων της Αφρικής, φαίνεται ότι βασιλεύει η νομιναλιστική φιλοσοφία αυτοπροσώπως, και όχι μόνο στο επίπεδο της σκέψης, δηλ. της γλώσσας, αλλά επίσης και στην πρακτική, δηλ. στην πραγματικότητα. Γι αυτούς, σύμφωνα με πρόσφατες τεκμηριωμένες μελέτες, υπάρχουν μόνο μεμονωμένα όντα, και κάθε μοναδικότητα, κάθε ιδιαιτερότητα χαρακτηρίζεται από μια λέξη εξ ίσου μοναδική. Έτσι λοιπόν, ο κόσμος είναι φτιαγμένος αποκλειστικά από μοναδικά πράγματα που το καθένα έχει το δικό του όνομα και τις δικές του μοναδικές ιδιότητες. «Εδώ και τώρα», που υπό την αυστηρή έννοια δεν μπορεί να ονομαστεί, αλλά μόνο να υποδειχτεί με το δάχτυλο, εφ' όσον το όνομα αποτελεί ήδη μια αφαίρεση - θα έπρεπε να μιλάμε χωρίς λέξεις, δηλ. να δείχνουμε, πράγμα που σημαίνει τα πρωτεία της χειρονομίας σε σχέση με τα λόγια, του υλικού ίχνους σε σχέση με το σημάδι.

- Αυτό το «δείξιμο με το δάχτυλο», που εμφανίζεται ήδη στους σοφιστές, τον Κρατύλο και τον Πρωταγόρα...

- Βέβαια, μπορούμε να πούμε ότι ο φιλοσοφικός νομιναλισμός είναι ήδη παρών στον Όμηρο, τον Ησίοδο, τους σοφιστές, και τους ατομιστές όπως ο Δημόκριτος και ο Επίκουρος, παρ' όλον ότι στην πραγματικότητα συγκροτήθηκε θεωρητικά με συστηματικό τρόπο μόνο από το Μεσαίωνα και μετά, από θεολόγους, οι μεγαλύτεροι εκπρόσωποι των οποίων υπήρξαν οι Duns Scot και Gauillaume d' Occam.

Μια τελευταία λέξη σε σχέση με το ζήτημα του ιστορικού γεγονότος: μπορούμε να πούμε ότι ούτε ο Μαρξ ούτε ο Ένγκελς προσέγγισαν μια θεωρία της ιστορίας υπό την έννοια του απρόβλεπτου, μοναδικού, στοχαστικού γεγονότος, ούτε και μια θεωρία της πολιτικής πρακτικής. Αναφέρομαι στην πολιτικοιδεολογικοπολιτική πρακτική του μαζικού πολιτικού αγώνα, των μαζικών κινημάτων και των ενδεχόμενων οργανώσεων τους, για την οποία δεν υπάρχουν ούτε οι έννοιες ούτε, πολύ περισσότερο, μια συνεκτική θεωρία που θα επέτρεπε το στοχασμό αυτής της πρακτικής. Οι Λένιν, Γκράμσι και Μάο τη στοχάστηκαν μόνο εν μέρει. Ο μόνος που στοχάστηκε τη θεωρία της πολιτικής ιστορίας, της πολιτικής πρακτικής στο παρόν, είναι ο Μακιαβέλι. Στο σημείο αυτό έχουμε να καλύψουμε ένα άλλο τεράστιο κενό, η σημασία του οποίου είναι αποφασιστική, και το οποίο, για μια ακόμα φορά, μας παραπέμπει στη φιλοσοφία.

1. ΣτΜ.: Η λέξη Geschichte (ιστορία) προέρχεται από το ρήμα geschehen (συμβαίνω, λαμβάνω χώρα).

2. ΣτΜ.: loi tendancielle