Σημείωση σχετικά με τις Θέσεις για τον Φόυερμπαχ
Τεύχος 58, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1997


Σημείωση σχετικά με τις θέσεις για τον Φόυερμπαχ*
του Λουί Αλτουσέρ
Μετάφραση: Τ. Κυπριανίδης
Επιμέλεια: Δ. Δημουλης

Οι θέσεις για τον Φόυερμπαχ, όσο και αν είναι εμβαπτισμένες στις έννοιες του Φόυερμπαχ και του Χέγκελ, σηματοδοτούν εντούτοις μια ρήξη. Μια ρήξη παράξενη καθότι στερούμενη ισορροπίας. Τούτο μαρτυρεί η τελευταία θέση: «Οι φιλόσοφοι μέχρι σήμερα ασχολήθηκαν μόνο με την ερμηνεία του κόσμου, ενώ το ενδιαφέρον έγκειται στο μετασχηματισμό του». Ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω ότι ο Φόυερμπαχ, από την πλευρά του, ήταν μετριοπαθέστερος και έλεγε: «Δεν είμαι παρά ο ερμηνευτής της θρησκείας, του κόσμου της θρησκείας, ο οποίος συνιστά την αλλοτριωμένη προβολή της Ανθρώπινης Ουσίας, άρα του κόσμου του ανθρώπου, ενώ το ενδιαφέρον έγκειται στο μετασχηματισμό του». Τελεία και παύλα. Γίνεται λόγος μόνο περί ερμηνευτικής («ο ερμηνευτής»), δεν αναφέρεται ποιος οφείλει να μετασχηματίσει αυτό τον κόσμο και, σε κάθε περίπτωση, δε λέγεται ότι αυτό το καθήκον μπορεί να ανατεθεί στους φιλοσόφους, σε ορισμένους φιλοσόφους, όποια νέα φύση και αν διαθέτουν αυτοί. Ούτε βέβαια, και αυτό ας το σημειώσουμε προσεκτικά, γίνεται στο Μαρξ λόγος να ανατεθεί ο «μετασχηματισμός του κόσμου» σε κάποιο φιλόσοφο, όποιος και αν είναι αυτός. Αυτή η σιωπή του Φόυερμπαχ, όπως και η σιωπή του Μαρξ ενισχύουν με ιδιόμορφο τρόπο το παράδοξο που περιέχεται στο πρώτο σκέλος της ίδιας τελευταίας φράσης της θέσης Ι του Μαρξ: ότι δηλαδή οι φιλόσοφοι ασχολήθηκαν μόνο με την ερμηνεία του κόσμου, πράγμα που είναι ολότελα εσφαλμένο. Ουδέποτε, πραγματικά ουδέποτε παραιτήθηκαν από το μετασχηματισμό του κόσμου, επιδρώντας πρακτικά σ' αυτόν και στις μορφές γνώσης και πρακτικής του. Βέβαια, δεν επιδρούσαν άμεσα, αλλά από απόσταση, ανάλογα με το μηχανισμό και τον τρόπο δράσης που προσιδιάζει σε κάθε φιλοσοφία, άλλοτε ως καλοί αντιδραστικοί, με στόχο να διατηρήσουν ή vu ενισχύσουν τη μορφή του (πρβλ. τον Πλάτωνα και το σκυλολόι του που επιβιώνει ακόμη), άλλοτε πάλι με σκοπό να τροποποιηθεί ή να αλλάξει η μορφή του ενάντια στην αντίσταση των δασκάλων που εκπροσωπούσαν την εξουσία (ο Επίκουρος και όλοι οι απόγονοι του, ομολογημένοι ή συγκαλυμμένοι, πράγμα για το οποίο υπάρχει λόγος).

Πράγματι, τι θα μπορούσε να περιμένει κανείς στα σοβαρά από τους φιλοσόφους i) από φιλοσόφους σε αυτή τη ρήξη; Η ιστορία της φιλοσοφικής ερμηνείας της θέσης Ι μπορεί να μας διαφωτίσει σχετικά με το ερώτημα αυτό. Από την πλευρά μου θα διέκρινα τέσσερις απόπειρες, στις οποίες πρέπει να αναγνωρίσουμε την προσπάθεια να υπάρξουν.

1. Η πρώτη απόπειρα, που συνιστά αντίδραση, είναι εκείνη που συναντάται στη Γερμανική Ιδεολογία. Εάν κάθε φιλοσοφία, σύμφωνα με αυτό το σπουδαίο αλλά εσφαλμένο κείμενο, δεν είναι παρά μια φενάκη στηριζόμενη σε μια αφαίρεση (από τη μια πλευρά ή την άλλη, του αντικειμένου ή του υποκειμένου), αναστοχασμένη και ενοποιημένη σε μια θεωρητική κατασκευή, για την οποία ο Χέγκελ δεν είναι το μόνο αλλά το πλέον διαυγές παράδειγμα σ' αυτό που ο Ένγκελς ονόμασε αργότερα «σύστημα» (στο κείμενο Λούντβιχ Φόυερμπαχ) προορισμένο, όπως λέει, να ικανοποιήσει τη βαθύτερη ανάγκη του «ανθρώπινου πνεύματος» (sic) να «υπερβεί όλες τις αντιφάσεις» (sic!!), τότε θα πρέπει οριστικά να θέσει κανείς «τη φιλοσοφία στο περιθώριο», όπως το θέλουν ο Μαρξ και ο Ένγκελς στη Γερμανική Ιδεολογία, και να ασχοληθεί με «τη μελέτη των θετικών πραγμάτων» στη θετικότητα τους, στη συγκεκριμένη ύπαρξη τους. Η μελέτη των θετικών πραγμάτων είναι, όπως δείχνει σε όλα της τα σημεία η Γερμανική Ιδεολογία, η εκδίκηση μιας φιλοσοφίας που επιτέλους ανακηρύχθηκε νεκρή και ετάφη: μια διακήρυξη θετικισμού, μια προτίμηση της θετικότητας που μελετά την εργασία, αλλά συνοδεύεται εξαιρετικά ασυνείδητα (ποια ρώμη όμως εγκλείεται σε αυτό το ασυνείδητο!) από μια «υλιστική» φιλοσοφία της ιστορίας από την απαρχή της έως τον επερχόμενο κομουνισμό. Αυτή η απόλυτα ιδεαλιστική και τελεολογική φιλοσοφία της ιστορίας, με την «υλιστική» επικάλυψη της, είναι το τίμημα που καταβάλλει ο Μαρξ επειδή είχε διακηρύξει το θάνατο της φιλοσοφίας: η νεκρή «κρατιέται» πολύ καλά, μα την πίστη μου!

2. Η δεύτερη απόπειρα - πρόκειται περί ερμηνείας - είναι μια υπερβατολογική φιλοσοφία της πράξης, χουσερλιανή ή άλλη, την οποία εύκολα μπορούμε να σκιαγραφήσουμε χρησιμοποιώντας ορισμένα σχήματα του Erfahrung und Urteil, του τελευταίου έργου του Δάσκαλου σε ζητήματα ίσων και συγκεκριμένων υπερβατολογικών υποκειμένων (εγώ), πράγμα που ρητά έχουν επιχειρήσει ορισμένοι φαινομενολόγοι, όπως ο Πάτσι στην Ιταλία, και σε κάποιο βαθμό στη Γαλλία ο ΜερλόΠοντύ και με τρόπο σχεδόν εμπιστευτικό ο Ντεσαντί. Η πρωταρχικότητα της «sinnliche Menschlichkeit» (αισθητηριακής ανθρώπινης ιδιότητας) επί του «Objekt» (αντικειμένου), η πρωταρχικότητα της Πράξης επί της θεωρίας, η ανυπαρξία της «menschliche Taetigkeit» (ανθρώπινης δραστηριότητας) στο «Objekt» (αντικείμενο) και της Πράξης στη θεωρία είναι πράγματι δυνατόν να νοηθούν με ευκολία σε μια υπερβατολογική φιλοσοφία της «προκατηγορικής παθητικής σύνθεσης» στο εσωτερικό της υλικότητας του κόσμου. Αυτή η φιλοσοφία θεωρείται ότι παράγει, με τις διαφορετικές έννοιες του «παράγω» (παράγω έτσι απλά και δείχνω, παραδίδω εις θέαν), τα διαφορετικά επίπεδα διαμόρφωσης και ανάπτυξης των θετικών μορφών στη βάση ενός προκατηγορήματος της εργασίας και της δράσης, συμπεριλαμβανομένου και του αγώνα. Σύμφωνα με αυτά, η πράξη είναι το άγνωστο υπερβατολογικό Υποκείμενο (με την έννοια που μιλάμε για τον άγνωστο στρατιώτη ως δείγμα του είδους του) μιας φιλοσοφίας της επεξεργασμένης ύλης, των επιτεύξεων της εργασίας και της βουβής σκοπιμότητας τους, η οποία σταδιακά λαμβάνει την υπόσταση του λόγου και της έννοιας, έως ότου κορυφωθεί σε μια ωραία ιδεαλιστική Μαθηματική Λογική, για την οποία πάλι ο ίδιος ο Χούρσελ έγραψε μια για πάντα την Untersuchung (Διερεύνηση).

Από αυτά συμπεραίνουμε ότι ο καλύτερος τρόπος για να μετασχηματισθεί ένας διακηρυγμένος υλισμός σε έναν παραληρούντα ιδεαλισμό είναι να πάρει κανείς κατά γράμμα τις διατυπώσεις του: γνωρίζουμε εντούτοις από καιρό, από τον Αριστοτέλη, ότι η αντίθεση της θεωρίας και της πρακτικής είναι η αλφαβήτα κάθε καθωσπρέπει ιδεαλισμού και ότι η πρωταρχικότητα της πρακτικής είναι η πρώτη λέξη (πρβλ. Καντ) κάθε ιδεαλισμού. Όμως το να γνωρίζουμε κάτι είναι ένα πράγμα, το να το συγκρατούμε και να το εφαρμόζουμε είναι κάτι άλλο.

3. Η τρίτη απόπειρα, που στην πραγματικότητα έχει μικρή σημασία, παρ' ότι δίνει τροφή σε όμορφες βραδιές των πνευματικών και πανεπιστημιακών σαλονιών μας, συνίσταται στην απόδοση μιας «ιστορικιστικής» και «ανθρωπιστικής» ερμηνείας της θέσης Ι, ακολουθώντας την κατεύθυνση που δυστυχώς διάνοιξαν ο Λαμπριόλα, ο Κρότσε και ο Γκράμσι, με βάση για μια ακόμη φορά τη Γερμανική Ιδεολογία. Η επιμονή του Μαρξ να εντοπίσει το «Objekt» (αντικείμενο), την Πράξη και την ανθρώπινη υποκειμενικότητα, η οποία αντιπαρατίθεται πλήρως σε κάθε δυνατή αντικειμενικότητα, ενθαρρύνει την υιοθέτηση αυτής της απατηλής οδού. Γνωρίζουμε πού απολήγει αυτός ο τριπλός εντοπισμός: η «ιστορικοποιημένη» φιλοσοφία δεν είναι πλέον παρά μια απλή «ιδεολογία» όπως οι άλλες, πλην όμως «ανθρωπιστική», με τις απόλυτα άτοπες ιδιαίτερες αξιώσεις της, μια ιδεολογία που σε τελική ανάλυση συνενώνεται με την πολιτική. «Κάθε φιλοσοφία είναι πολιτική», «η φιλοσοφία είναι πολιτική» είναι η γκραμσιανή, εξωθημένη στα άκρα, μεταφορά της θέσης: η φιλοσοφία είναι πρακτική. Πράγμα που μετατρέπει όχι μόνο τη φιλοσοφία σε μια ιδεολογία όπου όλες οι αγελάδες είναι μαύρες, αλλά και την πρακτική σε πολιτική όπου ο καθένας μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Μια καλή εισαγωγή στην πάλη των τάξεων!

4. Η τέταρτη αντίδραση θα συνίστατο στο να τοποθετηθούμε πιο πίσω από τις θέσεις, από το Χέγκελ, ακόμη και από τον Κάντ, και να ξαναφτιάξουμε σ' αυτές τις ανακτημένες βάσεις ένα είδος υλιστικής οντολογίας σε συνδυασμό με μια θεωρία της γνώσης, στην οποία η πράξη και το περίφημο «κριτήριο της πράξης»

(Ένγκελς, Λένιν) θα έπαιρναν τη σκυτάλη από την ύλη, οπότε το άμεσο νόημα της θα φαινόταν κάπως ανεπαρκές, και από τη σκέψη, όποτε αυτή έχει ανάγκη (αλήθεια, πόσο έχει ανάγκη, πόση δίψα έχει!) από εγγύηση. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, η φιλοσοφία, η οποία είχε φανεί κατά κάποιον τρόπο περιττή και «έπρεπε να μπει στην άκρη», θα χρησίμευε ως στήριξη της ύλης (είναι απίστευτο το ότι αυτή η ύλη έχει ανάγκη φιλοσοφίας [πρβλ. το Λένιν] αυτή η ύλη που ωστόσο βρίσκεται «προ οφθαλμών» για όποιον θέλει να ανοίξει τα μάτια του!) και ως εγγύηση για τη γνώση (άρα και για τη γνώση της ύλης), όποτε αυτή η (αέναη) ανάγκη γίνεται αισθητή.

Παρ' όλες αυτές τις στρεβλώσεις, αν δεχθεί κανείς να πάρει στα σοβαρά ό,τι διαδραματίζεται στο μισοσκόταδο των θέσεων για τον Φόυερμπαχ, θα πρέπει να καταγράψει κάτι σαν «ρήξη». Όμως πού βρίσκεται αυτή, με ποιο τρόπο και υπό ποια μορφή; Ο Κρότσε έλεγε, ακολουθώντας το Λαμπιόλα ο οποίος υπήρξε ο πρώτος μεγάλος εισηγητής του μαρξισμού στην Ιταλία, ότι μετά τις θέσεις για τον Φόυερμπαχ δεν είναι πλέον δυνατόν να φιλοσοφεί κανείς όπως πριν. Μια διατύπωση που δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει να σκέφτεται όπως πριν, υπό την παράδοξη συνθήκη μιας διαλεκτικής με τέσσερις όρονσΐ Παραμένει όμως το γεγονός ότι το είπε. Πώς μπορεί κανείς να συλλάβει αυτό το είδος διαπίστωσης;

Αυτό που κατά βάθος θέλουν να πουν οι θέσεις είναι ότι, ανεξαρτήτως της μορφής που είχε ενδυθεί η φιλοσοφία στο παρελθόν, είτε επρόκειτο για τις μορφές του υλισμού του αντικειμένου ή της διαίσθησης, είτε και για το δεδηλωμένο ιδεαλισμό της ανθρώπινης δραστηριότητας, υπάρχει κάτι που τους λείπει. Και αν εγκαταλείπαμε την ιδέα που μας δίνει το δικαίωμα να μιλάμε για έλλειψη, δηλαδή, όπως είδαμε, μια κάποια ιδέα του πλήρους, και αν επιχειρούσαμε παρά ταύτα, παρά τις αντιφάσεις και τις ανεπάρκειες του να πούμε αυτό που θα ήθελε να πει αυτό το κείμενο ακόμη και στα αδύνατα σημεία του, τότε θα λέγαμε: αυτό που λείπει σε κάθε φιλοσοφία είναι το εξωτερικό της (δηλαδή το γεγονός ότι δεν μπορεί να στοχαστεί το εξωτερικό της παρά μόνο καταργώντας το ως τέτοιο, για να το μετασχηματίσει σε εσωτερικό), είναι το γεγονός ότι δεν μπορεί να δει τα νώτα της και χειρότερα ότι δεν μπορεί να συλλάβει το γεγονός ότι έχει νώτα και ακόμη χειρότερα το ότι το αρνείται.

Θα κάνω τα πράγματα όσο απλούστερα γίνονται.

Και για να το κάνω, θα αναφερθώ απλά στην κλασική θέση του μαρξισμού, θα λέγαμε τη «γενετική» θέση, της πρωτοκαθεδρίας της πρακτικής σε σχέση με τη θεωρία. Ας υποθέσουμε ότι γνωρίζουμε τι σημαίνει θεωρία και τι πρακτική (πράγμα όχι αυτονόητο όπως μαρτυρεί όλη η ιστορία της φιλοσοφίας). Ας υποθέσουμε ακόμη ότι γνωρίζουμε περίπου ποιες είναι οι αλυσιδωτές αντιδράσεις που προκαλεί η απλή διατύπωση αυτής της θέσης σε διάφορες περιοχές. Τότε, η επιβεβαίωση της πρωτοκαθεδρίας της πρακτικής σε σχέση με τη θεωρία είναι, όπως τη διακηρύσσω μεγαλόφωνα ή όπως εμφανίζεται με σαφήνεια και καθαρότητα στα γραπτά του Ένγκελς, του Λένιν, ακόμη και του Μαρξ, προφανώς μια θεωρητική διαβεβαίωση, μια θεωρητική θέση. Όταν διαβεβαιώνω και επιχειρώ να στοχαστώ φιλοσοφικά την πρωτοκαθεδρία της πρακτικής σε σχέση με τη θεωρία, αρχίζω την παραγωγή μιας θεωρίας που αναπτύσσει (developpe), άρα εγκλείει (envloppe) και εμπεριέχει στο χώρο της που ορίζεται από φιλοσοφικές κατηγορίες ή φιλοσοφήματα που παρεμβάλλει, την ιδέα της πρωτοκαθεδρίας της πρακτικής σε σχέση με τη θεωρία. Αυτό σημαίνει ότι αυτή η φιλοσοφική διαβεβαίωση είναι αναγκασμένη να στοχαστεί μέσα στη φιλοσοφική θεωρία αυτό που ονομάζει πρωτοκαθεδρία της πρακτικής σε σχέση με τη θεωρία ή, για να το πούμε με τον τρόπο που αυτή η πρωτοκαθεδρία μεταξύ μη επαρκώς οριζόμενων όρων μπορεί να γίνει κατανοητή, οφείλει να στοχαστεί την πρωτοκαθεδρία κάποιου Άλλου, ενός συγκεκριμένου Εξωτερικού, σε σχέση με τη φιλοσοφία, η οποία δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μιλά στο εσωτερικό της γι' αυτό το Άλλο και γι' αυτό το Εξωτερικό.

Αν προτιμά κανείς, το ερώτημα που τίθεται στη φιλοσοφία που πρεσβεύει και επιχειρεί να στοχαστεί την πρωτοκαθεδρία της πρακτικής σε σχέση με τη θεωρία είναι το ποια είναι τελικά η θέση της φιλοσοφίας στη διάταξη που διατυπώνει και επιθυμεί να στοχαστεί την πρωτοκαθεδρία της πρακτικής σε σχέση με τη θεωρία. Αλλιώς διατυπωμένο, ποια είναι σε αυτή την περίπτωση η θέση που οφείλει, στο πλαίσιο αυτής της διάταξης, να αποδώσει στον εαυτό της η φιλοσοφία που στοχάζεται το όλο της πρωτοκαθεδρίας, ώστε να μην τη διαψεύσει, αντιθέτως να τη σεβαστεί και να υποταχθεί σε αυτή την πρωτοκαθεδρία πρώτη από όλους.

Οι θέσεις για τον Φόυερμπαχ απαντούν σε αυτό το ερώτημα στην τελευταία φράση, δια της σιωπής. Δεν είναι μόνο ότι η «θέση» (η «θέση» της φιλοσοφίας στην πρωτοκαθεδρία) είναι και παραμένει κενή, αλλά δε γνωρίζει κανείς πού είναι, δε βλέπει πού θα μπορούσε να βρίσκεται. Μάλλον, αυτή η «θέση» δεν φαίνεται να βρίσκεται μέσα στη φιλοσοφία, εφόσον η Γερμανική Ιδεολογία εξαφανίζει κάθε φιλοσοφία, άρα καταργεί και την κενή θέση της, το κενό της θέσης της.

Πιστεύω ότι δεν απαιτείται μακρά σκέψη για να δει κανείς ότι σε μια φιλοσοφία που εντελώς αντίθετα πρεσβεύει την πρωτοκαθεδρία της θεωρίας σε σχέση με την πρακτική το ερώτημα απαντάται ipso facto από την ίδια τη φιλοσοφία, εφόσον η φιλοσοφία βρίσκεται παντού «στο σπίτι της» («bei sich» κατά Χέγκελ), άρα δεν έχει εξωτερικό αλλά μόνο εσωτερικό, εμπεριέχοντας στον εαυτό της το Όλον του κόσμου ή του Νοήματος ή των όρων της εκ των προτέρων εφικτότητάς τους. Μην έχοντας εξωτερικό, δεν έχει νώτα, είναι κύκλος κύκλων (Χέγκελ) χωρίς εξωτερικό, άρα χωρίς όριο, χωρίς οριακή γραμμή, χωρίς περιθώρια (πρβλ. την έννοια των «αποφασιστικών φιλοσοφικών περιθωρίων» που αποκαταστάθηκαν από τον Ντεριντά σε μια ιδιοφυή θεώρηση).

Η περίπτωση είναι κάπως περισσότερο περίπλοκη όταν πρόκειται για μια φιλοσοφία που πρεσβεύει όχι την πρωτοκαθεδρία της πρακτικής σε σχέση με τη θεωρία αλλά το ασύμμετρο της ηθικότητας (ή πρακτικού λόγου) με το θεωρητικό λόγο ή όταν πρόκειται για μια φιλοσοφία που πρεσβεύει όχι την πρωτοκαθεδρία της πρακτικής σε σχέση με τη θεωρία αλλά την ανωτερότητα της πρακτικής Ιδέας επί της θεωρητικής Ιδέας, όπως στο Χέγκελ, διότι σε κάθε περίπτωση εκείνη η οποία «πραγματοποιεί» όλη την υπεραξία που συγκεντρώνεται από όλες τις μετεξελίξεις της Aufhebung (ΑναίρεσηςΥπέρβασης) είναι η απόλυτη Ιδέα. Πρόκειται όμως για μια οριακή περίπτωση του ιδεαλισμού.

Όμως, στην περίπτωση μιας φιλοσοφίας που θέλει να στοχαστεί τους όρους που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να μη διαψευσθεί αυτό που βεβαιώνει, όταν διακηρύσσει την πρωτοκαθεδρία της πρακτικής σε σχέση με τη θεωρία, τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Επαναλαμβάνω ότι μπορούν να συνοψιστούν στο ερώτημα: Πού πρέπει λοιπόν να βρει η φιλοσοφία τη θέση της στη διάταξη πρωτοκαθεδρίας της πρακτικής σε σχέση με τη θεωρία, προκειμένου να μην υποβιβαστεί σε μια ερμηνεία της πρακτικής, που θα ήταν απλά και μόνο η χώνευση της ή, αν προτιμά κανείς, η εσωτερίκευσή της;

Κατά τη γνώμη μου υπάρχει απάντηση σε αυτό το ερώτημα: μόνο που δε θα τη βρει κανείς στα αμιγώς φιλοσοφικά κείμενα του μαρξισμού, και ευλόγως, διότι εκεί η θέση αυτή είναι ανεύρετη, δηλαδή αδιανόητη για τη φιλοσοφία. Αυτή την απάντηση θα τη βρεί κανείς, παρά τον ιδεαλισμό τους ή ενδεχομένως εξαιτίας της συγκεκριμένης εκδοχής του, στα μη κυριολεκτικώς φιλοσοφικά κείμενα, όπως το Μανιφέστο τον Κουμμουνιστικού Κόμματος (1848) και τον Πρόλογο στη Συμβολ1859).

Ας δούμε αυτό το τελευταίο, πολύ σαφέστερο κείμενο. Όπως έχω πει, δεν είναι ένα αληθινά φιλοσοφικό κείμενο, είναι κείμενο που εκθέτει τις βασικές αρχές του ιστορικού υλισμού, που ανοίγει το δρόμο για τη γνώση των τρόπων παραγωγής. Δε θέλω να πω ότι δεν είναι με τον τρόπο του παραγεμισμένο με φιλοσοφία, σε κάθε περίπτωση όμως δεν πρόκειται για φιλοσοφία που έχει συλληφθεί πριν από την έκθεση της, αλλά για μια φιλοσοφία που λαμβάνει υπόψη το αντικείμενο που έχει μια γνώση, και όχι οποιαδήποτε αλλά εκείνη των τρόπων παραγωγής. Είναι λοιπόν σε κάθε περίπτωση ένα κείμενο θεωρητικό και όχι γνήσια φιλοσοφικό, το οποίο εμφανίζει όμως την ιδιομορφία, όπως και το Μανιφέστο, να επανεγγράφει τη θέση της θεωρίας (και της φιλοσοφίας) στο εσωτερικό της θεωρίας, σε έναν καθορισμένο χώρο.

Γνωρίζουμε πώς γίνεται αυτή η επανεγγραφή, αυτή η διπλοεγγραφή: διαμέσου μιας τοπολογίας. Στη Συμβολή η τοπολογία έχει κατασκευαστεί όπως ένα σπίτι με δύο ή τρείς ορόφους (μάλλον δύω: στο ισόγειο η βάση (Basis) ή υποδομή (Struktur), στον πρώτο όροφο ή υπερδομή (Ueberbau), όπου εμφανίζονται το κράτος, οι ιδεολογίες και το δίκαιο. Είναι απολύτως σαφές ότι αυτή η τοπολογία δεν αποτελεί τη ζωγραφιά ενός παιδιού ή μια αφελή περιγραφή, αλλά είναι η απεικόνιση της διάταξης θέσεων αποτελεσματικότητας, άρα σχετικών σχέσεων και ότι αυτό που αποτυπώνεται από την τοπολογική διάταξη αναφορικά με τα στοιχεία της είναι οι σχέσεις καθορισμού και κυριαρχίας. Είναι επίσης σαφές ότι για το Μαρξ τόσο η φιλοσοφία, το όνομα της οποίας αναφέρει σε σχέση με τις «ιδεολογίες» (μεταξύ των οποίων παραθέτει «τη φιλοσοφική ιδεολογία»), όσο και η («επιστημονική») θεωρία των τρόπων παραγωγής, τα βασικά ζητήματα της οποίας διατυπώνει, είναι και αυτές παρούσες στην τοπολογία στην πλευρά των ιδεολογιών. Αυτό δε συμβαίνει επειδή είναι έστω και κατ' ελάχιστο ιδεολογίες, αλλά επειδή (και αυτή η παρατήρηση έχει σοβαρές προεκτάσεις) ακριβώς υπό τη μορφή ιδεολογιών ασκούν επίδραση στη διάταξη αποτελεσματικότητας που παραστάθηκε και επειδή μέσω αυτής το προλεταριάτο αποκτά στους αγώνες του συνείδηση τον εαυτού του και τον πεπρωμένου τον (πρβλ. τον Γκράμσι που το διαπίστωσε).

Από την άλλη πλευρά, εκείνο που είναι σε κάθε περίπτωση σημαντικό συνίσταται στο ότι:

1. δεν είναι η φιλοσοφία εκείνη που προβαίνει σε αυτή την τοπολογική εγγραφή, αλλά ένας ολότελα διαφορετικός θεωρητικός κλάδος, ο «επιστημονικός» και 2. αυτός ο άλλος κλάδος εγγράφεται ο ίδιος και εγγράφει τις φιλοσοφικές θέσεις στην τοπολογία που ξεδιπλώνει όχι άμεσα, αλλά υπό τη μορφή της κοινωνικής αποτελεσματικότητας, υπό την ιδεολογική μορφή.

Με άλλα λόγια, λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι αυτή η θεωρία («επιστημονική» και «φιλοσοφική») υφίσταται στη διάταξη αποτελεσματικότητας της τοπολογίας μόνο υπό τη μετασχηματισμένη μορφή (verwandelte Form) της ιδεολογίας.

Αν όλα αυτά μπορούν κάλλιστα να αποτελέσουν αντικείμενο στοχασμού (και ο Μαρξ τα στοχάστηκε, αλλά θα πρέπει αμέσως να προσθέσουμε ότι δεν υπήρξε ο πρώτος: ο Μακιαβέλι είχε προηγηθεί σε αυτόν το «δύσκολο» δρόμο), θα πρέπει να πούμε ότι η φιλοσοφία δεν μπορεί να βεβαιώσει την πρωτοκαθεδρία της πρακτικής σε σχέση με τη θεωρία, παρά μόνο υπό τον απόλυτο όρο ότι θα αναφέρεται η ίδια στην («επιστημονική») θεωρία, η οποία υποδεικνύει χωρίς διφορούμενο στη φιλοσοφία τη θέση που καταλαμβάνει σε σχέση με τα επίδικα αντικείμενα της και σε σχέση με όλα τα ενδεχόμενα αποτελέσματα, αλλά εξ αποστάσεως, όχι από τα αντικείμενα που θα στοχαζόταν (η φιλοσοφία δεν έχει αντικείμενο, αλλά διατυπώνει θέσεις), αλλά από τις θέσεις που διατυπώνει, δηλαδή υπό τον απόλυτο όρο ότι επωμίζεται τον τρόπο ύπαρξης της στις μορφές της τοπολογικής διάταξης.

Τώρα κατανοούμε γιατί ο Μαρξ σιωπά στις θέσεις, αναφορικά με τους νέους φιλοσόφους που θα έπρεπε να μετασχηματίσουν τον κόσμο. Με άλλα λόγια, κατανοούμε γιατί ο μετασχηματισμός του κόσμου δεν έχει Υποκείμενο, άρα ότι η θέση του Υποκειμένου είναι κενή και ότι αυτό το απόν Υποκείμενο δε θα μπορούσε να είναι η φιλοσοφία ή κάποιοι φιλόσοφοι νέου τύπου. Κατανοούμε τέλος ότι η φιλοσοφία οφείλει να αναζητήσει τη θέση της αλλού, προκειμένου να μπορεί να επανέλθει στον εαυτό της και να μετασχηματιστεί (και πόσο πολύ!), προκειμένου να βοηθήσει εξ αποστάσεως στο μετασχηματισμό του κόσμου. Έχοντας κατανοήσει καλά αυτό το γεγονός, οι θέσεις για τον Φόυερμπαχ βυθίζονται μέχρι σημείου εξαφάνισης στο ένδοξο παρελθόν τους και μπορεί κανείς να μιλήσει επιτέλους για άλλο πράγμα: για τη Συμβολή, τα Grundrisse και το Κεφάλαιο.