Η επικαιρότητα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου
Τεύχος 63, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1998


Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟΥ
του Γιάννη Μηλιού

Συμπληρώθηκαν φέτος 180 χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ (Μάιος 1818) και 150 χρόνια από την πρώτη έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου (Φεβρουάριος 1848). Το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι πώς, και σε ποιο βαθμό, ένα κείμενο που γράφτηκε πριν από ενάμισι αιώνα μπορεί να διατηρεί την επικαιρότητα του, σε μια εποχή μάλιστα «ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων» και «παγκοσμιοποίησης» της οικονομίας.

Η απάντηση σε τέτοιου είδους ερωτήματα έχει δοθεί πολλές φορές, και με διαφορετικές αφορμές, από τις στήλες των θέσεων: Η μαρξιστική θεωρία γενικά και τα κείμενα του Μαρξ ειδικότερα δεν έχουν ως μοναδικό, αλλά ούτε και ως κύριο αντικείμενο τους κάποιες συγκεκριμένες (καπιταλιστικές) κοινωνίες της εποχής που διατυπώθηκαν, ούτε αναλύουν απλώς τις συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες στις οποίες έδρασαν οι συγγραφείς τους. Ταυτόχρονα, και κατά κύριο λόγο, αποτελούν αναλύσεις των δομικών χαρακτηριστικών του καπιταλιστικού συστήματος γενικά, όπως αυτό πρόκυψε και παγιώθηκε ιστορικά ως μια ιδιαίτερη μορφή κοινωνικής ταξικής εξουσίας και εκμετάλλευσης.

Αντικείμενο δηλαδή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, ενός κειμένου που την εποχή που γράφτηκε αφορούσε ως κείμενο πολιτικής παρέμβασης λίγες μόνο μικρές ομάδες επαναστατών στις Βρυξέλλες, το Παρίσι, το Λονδίνο και τη Γερμανία, δεν ήταν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες του 184748. Ήταν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, δηλαδή τα θεμελιώδη δομικά χαρακτηριστικά ενός κοινωνικού συστήματος που στηρίζεται στην εκμετάλλευση και εξουσίαση της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο, και τα οποία παραμένουν αναλλοίωτα όσο διατηρείται ο καπιταλισμός, παρά την ακατάπαυστη και συχνά ραγδαία εξέλιξη των εξωτερικών μορφών, μέσα από τις οποίες εκφράζονται.

Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο αποτελεί ένα από τα πρώτα κείμενα που θεμελιώνουν εκείνες ακριβώς τις αρχές της μαρξιστικής θεωρίας, οι οποίες μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε τον ταξικό εξουσιαστικό χαρακτήρα κάθε καπιταλιστικής κοινωνίας, να αποκρυπτογραφήσουμε τα κρυμμένα μυστικά μιας ιστορικής εποχής και μιας κοινωνικής τάξης πραγμάτων, που εμφανίζεται ως ένα καθεστώς «ελευθερίας» και «ίσων δικαιωμάτων»: Την προτεραιότητα της πάλης των τάξεων ως κινητήριας δύναμης της Ιστορίας. Τη συγκρότηση των τάξεων μέσα στην πάλη των τάξεων και όχι πριν ή ανεξάρτητα από αυτήν. Τον ταξικό εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της κεφαλαιακής σχέσης και τον ιστορικά ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Το συνολικό κοινωνικό (οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό) χαρακτήρα της ταξικής εξουσίας του κεφαλαίου. Την ασυμφιλίωτη αντίθεση κεφαλαίου εργασίας και τις εγγενείς επαναστατικές ροπές της εργατικής τάξης.

Στο σημείο αυτό προκύπτει όμως ένα δεύτερο ερώτημα: Γιατί έχει σημασία να αναφερόμαστε σήμερα στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, εφόσον τα ζητήματα που προσεγγίζει και αναδεικνύει το σύντομο αυτό κείμενο αποτέλεσαν αργότερα αντικείμενο διεξοδικότερης και βαθύτερης ανάλυσης, πρώτα απ' όλα στο Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό βρίσκεται νομίζω στο γεγονός ότι το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, με ένα τρόπο εξαιρετικά πυκνό και καίριο, μας αποτρέπει από το να παραβλέψουμε ή να «ξεχάσουμε» δύο συστατικές έννοιες της μαρξιστικής θεωρίας: την πάλη των τάξεων και το καπιταλιστικό κράτος.

Ας μου επιτραπεί να υποστηρίξω την άποψη που μόλις διατύπωσα για την ειδική θεωρητική και πολιτική σημασία του Μανιφέστου με μια αναφορά στο ζήτημα της παγκόσμιας αγοράς.

Η διαμόρφωση της παγκόσμιας αγοράς δεν είναι, ως γνωστόν, πρόσφατο φαινόμενο, αλλά συνυφαίνεται με (και διαμεσολαβεί) την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (αρχικά στις χώρες της Ευρώπης, στη συνέχεια και στις άλλες Ηπείρους). Όσοι πρόσφατα ανακάλυψαν την «παγκοσμιοποίηση» της οικονομίας σπανίως έχουν να πουν κάτι περισσότερο από όσα ανέφερε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο πριν από 150 χρόνια:

«Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η αστική τάξη διαμορφώνει κοσμοπολίτικα την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών. Προς μεγάλη λύπη των αντιδραστικών, αφαίρεσε το εθνικό έδαφος κάτω από τα πόδια της βιομηχανίας. Εκμηδενίστηκαν και εξακολουθούν καθημερινά να εκμηδενίζονται οι παμπάλαιες εθνικές βιομηχανίες. Εκτοπίζονται από νέες βιομηχανίες που η εισαγωγή τους γίνεται ζωτικό ζήτημα για όλα τα πολιτισμένα έθνη, από βιομηχανίες που δεν επεξεργάζονται πια ντόπιες πρώτες ύλες, αλλά πρώτες ύλες που βρίσκονται στις πιο απομακρυσμένες ζώνες και που τα προϊόντα τους δεν καταναλώνονται μονάχα στην ίδια τη χώρα, αλλά ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη του κόσμου. Στη θέση των παλιών αναγκών, που ικανοποιούνταν από τα εθνικά προϊόντα, μπαίνουν καινούργιες ανάγκες που για να ικανοποιηθούν απαιτούν προϊόντα των πιο απομακρυσμένων χωρών και κλιμάτων. Στη θέση της παλιάς τοπικής και εθνικής αυτάρκειας και αποκλειστικότητας, μπαίνει μια ολόπλευρη συναλλαγή, μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών (...) Με τη γρήγορη βελτίωση όλων των εργαλείων παραγωγής, με την απεριόριστη διευκόλυνση των συγκοινωνιών, η αστική τάξη (...) αναγκάζει όλα τα έθνη να δεχθούν τον αστικό τρόπο παραγωγής, αν δεν θέλουν να χαθούν. Τα αναγκάζει να εισάγουν στη χώρα τους τον λεγόμενο πολιτισμό, δηλαδή να γίνουν τα ίδια αστικά. Με μια λέξη δημιουργεί έναν κόσμο "κατ' εικόνα και ομοίωση της"» (σ. 34).

Σημαίνει άραγε η δημιουργία αυτής της «παγκόσμιας» οικονομίας ότι ο διεθνής ανταγωνισμός ενώνει πλέον με κοινά συμφέροντα (τα συμφέροντα της «εθνικής οικονομίας») τους καπιταλιστές και τους μισθωτούς εργαζόμενους κάθε χώρας; Ή μήπως συνεπάγεται η δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς το σχηματισμό μιας ενιαίας παγκόσμιας καπιταλιστικής ταξικής δομής (μιας παγκόσμιας καπιταλιστικής εξουσίας), και τη δημιουργία της «παγκόσμιας αστικής τάξης» από τη μια μεριά και του «παγκόσμιου προλεταριάτου» από την άλλη;

Σ' αυτά τα τόσο «σύγχρονα» ερωτήματα, (διότι αναπαράγονται συνεχώς από τις αντιφάσεις και την εξέλιξη του σύγχρονου καπιταλισμού), το Μανιφέστο απαντάει αρνητικά με κατηγορηματικό τρόπο. Δεν απορρίπτει μόνο την πρώτη εκδοχή, την οποία υποστηρίζουν στερεότυπα οι κυρίαρχες τάξεις σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, αλλά και τη δεύτερη, την οποία συχνά υιοθετούν οι «προοδευτικοί» εκπρόσωποι και διαχειριστές των καπιταλιστικών συμφερόντων. Διότι και στις δύο περιπτώσεις το ζητούμενο από τη μεριά όσων υιοθετούν τις απαντήσεις αυτές δεν είναι άλλο από την άρνηση και συσκότιση της πάλης των τάξεων και της ασυμφιλίωτης αντίθεσης κεφαλαίου εργασίας. Έτσι, ενώ στην πρώτη περίπτωση έχουμε τη χονδροειδή εθελοτυφλία μπροστά στην πραγματικότητα του ταξικού ανταγωνισμού, στη δεύτερη έχουμε την «αναγωγή» της πάλης των τάξεων αποκλειστικά στην οικονομία, και μάλιστα την παγκόσμια, ώστε να μείνουν στο απυρόβλητο οι πολιτικές σχέσεις εξουσίας και το καπιταλιστικό κράτος που τις συμπυκνώνει, (αποτελώντας έτσι το σημείο συμπύκνωσης της συνολικής καπιταλιστικής εξουσίας). Όμως το Μανιφέστο δεν αφήνει ως προς το σημείο αυτό περιθώρια «παρανοήσεων»: «Ο άμεσος σκοπός των κομμουνιστών είναι ίδιος με το σκοπό όλων των άλλων προλεταριακών κομμάτων: συγκρότηση του προλεταριάτου σε τάξη, ανατροπή της αστικής κυριαρχίας, κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο» (σ. 44).

Ας παρακολουθήσουμε όμως λεπτομερέστερα την επιχειρηματολογία του Κομμουνιστικού Μανιφέστου στο ζήτημα της (καπιταλιστικής) πολιτικής εξουσίας και των σχέσεων ανάμεσα στο «εθνικό» και το «διεθνές»: «Η πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, αν όχι στο περιεχόμενο, στη μορφή, είναι στην αρχή εθνική. Φυσικά το προλεταριάτο κάθε χώρας πρέπει να ξεμπερδέψει, πριν απ' όλα, με τη δική του αστική τάξη. Χαράζοντας τις γενικές φάσεις της εξέλιξης του προλεταριάτου παρακολουθήσαμε τον λίγο πολύ κρυφό εμφύλιο πόλεμο, μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία, ως τη στιγμή που ο πόλεμος αυτός ξεσπάει σε ανοιχτή επανάσταση και το προλεταριάτο θεμελιώνει την κυριαρχία του με τη βίαιη ανατροπή της αστικής τάξης (...) Μια και το προλεταριάτο πρέπει πρώτα να κατακτήσει την πολιτική εξουσία, να ανυψωθεί σε ηγέτιδα τάξη του έθνους, να συγκροτηθεί το ίδιο σαν έθνος, είναι και το ίδιο επίσης εθνικό, αν και σε καμιά περίπτωση με την έννοια της αστικής τάξης (...) Η πολιτική εξουσία, στην ουσία της, είναι η οργανωμένη βία μιας τάξης για την καταπίεση μιας άλλης» (σ. 42, 49, 52).

Στην ίδια γραμμή σκέψης, ο Λένιν διατύπωσε αρκετές δεκαετίες αργότερα τη θεωρία του για το Κράτος και την Επανάσταση και ανέλυσε τη διεθνή οικονομία και το πλέγμα των διεθνοπολιτικών σχέσεων όχι ως μια ενιαία ταξική καπιταλιστική δομή, αλλά ως ιμπεριαλιστική αλυσίδα, τους κρίκους της οποίας αποτελούν τα καπιταλιστικά εθνικά κράτη - οι επιμέρους καπιταλιστικοί κοινωνικοί σχηματισμοί.

Η καπιταλιστική εξουσία δεν αποτελεί αποκλειστικά (ούτε κυρίαρχα) μια οικονομική σχέση, αλλά αναφέρεται σ' όλα τα κοινωνικά επίπεδα. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αποτυπώνεται έτσι η συγκεκριμένη υλικότητα της καπιταλιστικής κρατικής δομής. Αυτό σημαίνει ότι η καπιταλιστική τάξη κατέχει την πολιτική εξουσία όχι γιατί οι καπιταλιστές επανδρώνουν τις ανώτατες πολιτικές θέσεις του κράτους, αλλά γιατί η δομή του πολιτικού στοιχείου στις καπιταλιστικές κοινωνίες και ειδικότερα του καπιταλιστικού κράτους (η ιεραρχική γραφειοκρατική διάρθρωση του, η «αταξική» λειτουργία του με βάση τους κανόνες του Δικαίου κ.λπ.) αντιστοιχεί και εξασφαλίζει τη διατήρηση και αναπαραγωγή της συνολικής καπιταλιστικής ταξικής κυριαρχίας. Κατά αντίστοιχο τρόπο, η δομή της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας (η ιδεολογία των ατομικών δικαιωμάτων και της ισοπολιτείας, της εθνικής ενότητας και του κοινού - εθνικού - συμφέροντος, κ.ο.κ.) αντιστοιχεί στη διαιώνιση και αναπαραγωγή της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Η κυρίαρχη ιδεολογία αποτελεί έτσι μια διαδικασία εμπέδωσης των καπιταλιστικών ταξικών συμφερόντων, μέσω της υλικότητάς της ως «βιωματικής πρακτικής», ως «τρόπου ζωής» όχι μόνο των κυρίαρχων αλλά, υπό παραλλαγμένη μορφή, και των κυριαρχούμενων τάξεων. Το Μανιφέστο στοιχειοθετεί μια πρώτη ορθή προσέγγιση των ζητημάτων αυτών: «Οι ίδιες οι ιδέες σας είναι προϊόντα των αστικών σχέσεων παραγωγής και ιδιοκτησίας, όπως και το δίκαιο σας είναι η θέληση της τάξης σας που αναγορεύτηκε σε νόμο, θέληση που το περιεχόμενο της καθορίζεται από τις υλικές συνθήκες ύπαρξης της τάξης σας» (σ. 47).

Αυτός είναι ο λόγος που η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη δεν μπορεί να συντελεστεί στο πλαίσιο του υπάρχοντος καπιταλιστικού κρατικού μηχανισμού, αλλά απαιτείται η «συντριβή» του αστικού κράτους. Όπως έγραφαν οι Μαρξ καϊΈνγκελς στον Πρόλογο της γερμανικής έκδοσης του 1872 του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, «δεν μπορεί η εργατική τάξη να πάρει απλώς στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς» (σ. 10).

Το Μανιφέστο δεν μας αφήνει λοιπόν να «ξεχάσουμε» την πάλη των τάξεων και το καπιταλιστικό κράτος. Για το λόγο αυτό εξακολουθεί να διατηρεί τον επαναστατικό και επιστημονικό χαρακτήρα του, δηλαδή την επικαιρότητα του. Και εξακολουθεί να «συγκρούεται» όχι μόνο με τις επίσημες εκδοχές της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας, αλλά και με όλες εκείνες τις προσεγγίσεις που αντιλαμβάνονται το σοσιαλισμό με όρους «οικονομικής εξέλιξης», «ωρίμανσης των παραγωγικών δυνάμεων», προώθησης της «κοινωνικής δικαιοσύνης» στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος κ.ο.κ.

1. Το κείμενο αυτό αναπαράγει τα βασικά σημεία της εισήγησης του συγγραφέα στο διεθνές Συνέδριο Social Emancipation 150 years after the «Communist Manifesto», που διοργάνωσαν στην Αβάνα, στο διάστημα 1720 Φεβρουαρίου 1998, το Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της Κούβας σε συνεργασία με την Κουβανική Εταιρεία Φιλοσοφικής Έρευνας, το Πανεπιστήμιο Las Villas και τις επιθεωρήσεις Marx Ahora και Ciencas Sociales. Όλα τα αποσπάσματα που παρατίθενται από το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι από την ελληνική έκδοση του 1965 (εκδόσεις Α. Παπακώστα, Αθήνα).