Το ζήτημα της καπιταλιστικοποίησης του αγροτικού τομέα
Τεύχος 65, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1998


ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ

(ME AΦΟΡΜΗ ΤΗΝ «ΕΚΘΕΣΗ ΣΠΡΑΟΥ» ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ)

του Γιώργου Η. Οικονομάκη


1. Εισαγωγή

Είναι λίγο ως πολύ γνωστή η συζήτηση για το μέλλον της γεωργίας εντός του καπιταλιστικού συστήματος.

Μιλώντας για την Ελλάδα, και σε πολιτικό επίπεδο, η κυρίαρχη ερμηνευτική εκδοχή στα πλαίσια της Αριστεράς παραμένει εκείνη του οικονομισμού, όπως αυτή εκφράζεται απ' τον κατεξοχήν -όχι πάντως και μοναδικό- φορέα του στη χώρα το Κ.Κ.Ε.

Στη βάση της οικονομίστικης εκδοχής, διαμορφώνεται η πεποίθηση πως ο καπιταλιστικός τρόπος του παράγειν μοιραία θα επικρατήσει με άμεσο τρόπο σε κάθε σφαίρα της παραγωγής, σαν αποτέλεσμα της δυναμικής που δημιουργεί η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. [1]

Επομένως, παρά τους περιορισμούς και παρ' όλες τις δυσκολίες, τις ιδιομορφίες της γεωργίας και τις καθυστερήσεις σε σχέση με τη βιομηχανία -με κυριότερη εκείνη του μονοπωλίου της γαιοκτησίας- ο καπιταλισμός θα εμπεδωθεί άμεσα και στη σφαίρα της γεωργικής παραγωγής, όπως τουλάχιστον μας προειδοποιεί ο Γ. Πανιτσίδης και το Κ.Μ.Ε. [2]

Εξάλλου, η μεγάλη αγροτο-καπιταλιστική επιχείρηση -σύμφωνα με την ίδια ανάλυση- είναι ζωτική ανάγκη για το κεφάλαιο, καθώς του εξασφαλίζει φτηνότερη και μαζική παραγωγή αγροτικών προϊόντων ως πρώτη ύλη και μέσα διατροφής -που σημαίνει μείωση κόστους εισροών παραγωγής και μισθών-, διευρυμένη αγορά -εφόσον απορροφά περισσότερα καλλιεργητικά μέσα- και φτηνά εργατικά χέρια -απ' τους ξεκληρισμένους απ' τα μέσα επιβίωσής τους αγρότες. [3]

¨ Είναι εντούτοις έτσι τα πράγματα και η (ελληνική) γεωργία έχει ήδη βαδίσει προς την αναπόφευκτη καπιταλιστικοποίηση;

Αυτό είναι ένα πρώτο βασικό ερώτημα που θα μας απασχολήσει στο μέρος 1.

Στον αντίποδα του αναπόφευκτου, αλλά στα πλαίσια μιας λειτουργιστικής ερμηνείας του αναγκαίου ή μη του αγροτικού καπιταλισμού (για το κεφάλαιο εν γένει) θα μας απασχολήσει και ένα δεύτερο βασικό ερώτημα στο μέρος 2.

¨ Η «έκθεση Σπράου» για τη γεωργία, [4] ως μοχλός πολιτικής, μας δείχνει μήπως μια κατεύθυνση καθεστωτικής στρατηγικής προς τον αγροτο-καπιταλισμό; [5]

Μέρος 1: Αναζητώντας τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής επί του γεωργικού εδάφους

Για να αντιμετωπιστούν τα παραπάνω ερωτήματα απαιτούνται προηγουμένως κάποιες στοιχειώδεις εννοιολογικές διασαφηνίσεις. Θα ξεκινήσω λοιπόν απ' αυτές.

1.1. Τρόπος παραγωγής και καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής.

Όταν διαβάζουμε για καπιταλιστικοποίηση της γεωργίας και (μεγάλη) αγροτο-καπιταλιστική επιχείρηση, θα πρέπει να αναζητούμε ασφαλώς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (Κ.Τ.Π.) επί του γεωργικού εδάφους.

Χρειάζεται ωστόσο να είναι ξεκάθαρο τι εννοούμε λέγοντας Κ.Τ.Π. για να έχει θεωρητική βάση η όποια αναζήτηση.

Αλλά για να προσδιορίσουμε τον Κ.Τ.Π. ως τρόπο παραγωγής πρέπει πρώτα να ορίσουμε την έννοια των σχέσεων και του τρόπου παραγωγής, γενικά.

Θεωρώ ότι τρόπος παραγωγής -«καθαρός»- είναι ο ιδιαίτερος μεταβλητός ιστορικά, μα καθαυτός αμετάβλητος, ιστορικός συνδυασμός των σχέσεων παραγωγής, οι οποίες συγκροτούν τη μήτρα του. Είναι ο συνδυασμός αυτός που προσδιορίζει την κατά P.-Ph Rey συνεπή του δομή [6] ή τα κρίσιμα και σημαινόμενα χαρακτηριστικά του: προσδιορίζει επομένως και ποια απ' τις τρεις περιφερειακές του δομές -οικονομική, δικαιο-πολιτική και ιδεολογική- είναι η κυριαρχική. [7]

Οι συνθέτουσες αυτές σχέσεις είναι: η κυριότητα των μέσων παραγωγής, η κατοχή και η νομή τους.

Η κυριότητα ως οικονομική σχέση συνίσταται στην εξουσία επί των αντικειμένων και των αποτελεσμάτων της παραγωγικής διαδικασίας. Η κυριότητα αυτή μπορεί να συνοδεύεται, ή να μη συνοδεύεται, και από τη νομική τυπική κυριότητα μέρους ή του συνόλου των αντικειμένων εργασίας.

Για να υπάρχει όμως κυριότητα ως (πραγματική) οικονομική -και όχι απλώς νομική- σχέση, προϋποτίθεται η κατοχή των μέσων παραγωγής, ήτοι η διεύθυνση, ο έλεγχος και η οικειοποίηση αποτελεσμάτων της χρήσης των μέσων παραγωγής· ή άλλως η «ομολογία» των δυο αυτών σχέσεων. [8]

Η νομή (ορίζω ότι) αναφέρεται στην ικανότητα (ως ειδική δεξιότητα) χρήσης των μέσων παραγωγής. {Ανάλογα με τον ιδιαίτερο συνδυασμό της με τις άλλες δυο σχέσεις η νομή μπορεί να αναφέρεται σε ατομική ή συλλογική ικανότητα χρήσης των μέσων παραγωγής.} [9]

Ας περάσουμε όμως στον Κ.Τ.Π.

Ο Κ.Τ.Π. -ως τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, υπαγωγή που αποτελεί τη γενική μορφή, τον όρο και την προϋπόθεση της πραγματικής υπαγωγής ή του ειδικά-κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής-, [10] ιστορικά αναδύεται στο έδαφος της απαλλοτρίωσης ή της απώλειας της κατοχής για τους άμεσους παραγωγούς -διαδικασία που ο Κ. Μαρξ περιγράφει με έντονα χρώματα ως η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου. [11] Αφού ο άμεσος παραγωγός είναι αποχωρισμένος από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους εργασίας -μέσα παραγωγής + μέσα συντήρησης αντίστοιχα-, [12] η εργασιακή δύναμη γίνεται σε μαζική κλίμακα εμπόρευμα και η εργατική τάξη -φορέας νομής- είναι αναγκασμένη να πουλά την εργασιακή της δύναμη στην αστική τάξη -φορέα πραγματικής οικονομικής κυριότητας = κυριότητας + κατοχής-, υφιστάμενη ιδιοποίηση υπερεργασίας χωρίς γι' αυτό να απαιτείται εξω-οικονομικός εξαναγκασμός: Η οικονομική δομή δεν είναι μόνο καθοριστική σε τελευταία ανάλυση μα και κυριαρχική στη βάση της σύμπτωσης ή ομολογίας στο χωρισμό του άμεσου παραγωγού τόσο εκ της κυριότητας όσο και της κατοχής των μέσων παραγωγής -τα οποία ανήκουν στο κεφάλαιο.

Απ' τα παραπάνω προκύπτει πως «ουσιαστικό» για την τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο είναι η μισθωτή (χρηματική) σχέση. [13]

Όμως κάθε μισθωτή -και σε ό,τι εδώ μας απασχολεί αναφέρομαι αποκλειστικά και μόνο σε μισθό από μεταβλητό κεφάλαιο- [14] χρηματική σχέση, δε σημαίνει και μισθωτή χρηματική σχέση στα πλαίσια του Κ.Τ.Π: η μικρή οικογενειακή επιχείρηση που απασχολεί ένα πολύ περιορισμένο αριθμό μισθωτών (π.χ. 1 ή 2), και κυρίως βασίζει την παραγωγή της στην απλήρωτη εργασία των μελών της δε συνιστά καπιταλιστικό τρόπο του παράγειν.

Για τον τελευταίο απαιτείται κάτι ακόμα: μια αναγκαία συνθήκη για την τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο. Αυτή είναι η πλήρης αποστοίχιση του φορέα και της σχέσης πραγματικής κυριότητας απ' το φορέα και τη σχέση νομής. Η συνθήκη αυτή απορρέει άμεσα από -και ισοδυναμεί με- τον ειδικά ιστορικό συνδυασμό των τριών συνθετουσών σχέσεων που συγκροτούν τη μήτρα του Κ.Τ.Π. - ομολογία χωρισμού - και ιστορικά ανάγεται στην ανατροπή των συντεχνιακών φραγμών στη χρήση μισθωτής εργασίας που «περιορίζοντας εξαιρετικά τον αριθμό των καλφάδων που επιτρεπόταν ν' απασχολεί ένας μόνο μάστορας, εμπόδιζαν συστηματικά τη μετατροπή του σε κεφαλαιοκράτη.» [15] Έτσι: «ο κεφαλαιοκράτης απαλλάσσεται στην αρχή από τη χειρωνακτική εργασία μόλις το κεφάλαιό του φτάσει στο ελάχιστο εκείνο μέγεθος με το οποίο και μόνο αρχίζει η κεφαλαιοκρατική παραγωγή», [16] μας ξεκαθαρίζει ο Μαρξ.

Το ελάχιστο μέγεθος κεφαλαίου για την απαρχή της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αναγνωρίζεται στην αύξηση εκείνη (ποσότητα) της μισθωτής εργασίας η οποία βρίσκεται υπό τις διαταγές του ίδιου κεφαλαιοκράτη και στο ίδιο πεδίο εργασίας, που προϋποτίθεται της πλήρους αυτής αποστοίχισης (ποιότητα).

Γράφει ο Μαρξ: «Εδώ, όπως και στις φυσικές επιστήμες, επιβεβαιώνεται ο νόμος που ανακάλυψε ο Χέγκελ στη ‘Λογική' του, ότι σ' ένα ορισμένο σημείο οι απλώς ποσοτικές αλλαγές μετατρέπονται σε ποιοτικές διαφορές», [17] καθώς, «η κεφαλαιοκρατική παραγωγή αρχίζει στην πραγματικότητα από τη στιγμή που το ίδιο ατομικό κεφάλαιο απασχολεί ταυτόχρονα ένα μεγαλύτερο αριθμό εργατών, επομένως από τη στιγμή που το προτσές της εργασίας επεκτείνει τις διαστάσεις του και προσφέρει προϊόντα σε μεγαλύτερη ποσοτική κλίμακα. Η δράση ενός μεγαλύτερου αριθμού εργατών στο ίδιο χρονικό διάστημα, στον ίδιο χώρο (ή αν θέλετε στο ίδιο πεδίο εργασίας) για την παραγωγή του ίδιου είδους εμπορεύματος, κάτω από τις διαταγές του ίδιου κεφαλαιοκράτη αποτελεί ιστορικά και εννοιακά το σημείο αφετηρίας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής» [18] (Οι υπογρ. δικές μου, Γ.Η.Οι.).

Τούτη «η ταυτόχρονη απασχόληση ενός μεγάλου αριθμού μισθωτών εργατών στο ίδιο προτσές εργασίας» , που «αποτελεί την αφετηρία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής... συμπίπτει με την ίδια την ύπαρξη του κεφαλαίου. Γι' αυτό, αν ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής παρουσιάζεται από τη μια μεριά σαν ιστορική ανάγκη για τη μετατροπή του προτσές εργασίας σε κοινωνικό προτσές, από την άλλη, αυτή η κοινωνική μορφή του προτσές εργασίας εμφανίζεται σαν μια μέθοδος που τη χρησιμοποιεί το κεφάλαιο για να εκμεταλλευτεί πιο κερδοφόρα το προτσές εργασίας με το ανέβασμα της παραγωγικής του δύναμης» [19] (Οι υπογρ. δικές μου, Γ.Η.Οι.). Γράφει ακόμα ο Μαρξ: «Το προτσές εργασίας υπάγεται στο κεφάλαιο (είναι το δικό του προτσές) και ο καπιταλιστής εμφανίζεται στο προτσές σαν διευθυντής, καθοδηγητής· γι' αυτόν είναι συγχρόνως άμεσο προτσές εκμετάλλευσης ξένης εργασίας.» [20]

Συνεπώς: «Αυτό που διακρίνεται από την αρχή στο, μόνο και μόνο τυπικά υπαγμένο στο κεφάλαιο, προτσές εργασίας... είναι η κλίμακα στην οποία ενεργεί, δηλαδή από τη μία πλευρά ο όγκος των προκαταβλημένων μέσων παραγωγής, από την άλλη το πλήθος των εργατών, που διευθύνονται από τον ίδιο emloyer (εργοδότη) ... έτσι, ώστε ο ίδιος να έχει απαλλαγεί από άμεση εργασία και να του επιτρέπεται να εμφανίζεται απλά σαν καπιταλιστής, σαν αξιωματούχος επιβλέπων, να εκτελεί σαν να λέμε τη με βούληση και συνείδηση προικισμένη λειτουργία του κεφαλαίου, που έχει περάσει μέσα στο προτσές αξιοποίησής του. Αυτή η διεύρυνση της κλίμακας αποτελεί άρα τον όρο και την πραγματική βάση, όπου πάνω της γεννιέται ο ειδικά-καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής». [21]

Ασφαλώς είναι ένα δύσκολο ερώτημα ποιος είναι ο κρίσιμος αριθμός μισθωτής εργασίας σε μια εκμετάλλευση -ή στο ίδιο προτσές εργασίας- που ικανοποιεί την αναγκαία συνθήκη.

Ερώτημα που αντιστοιχεί και στη σχέση μεταξύ απλήρωτης οικογενειακής εργασίας -ή εργασίας του συλλογικού οικογενειακού φορέα πραγματικής κυριότητας, δες στο μέρος 2- και (ξένης) μισθωτής εργασίας. [22]

Για τον Β. Ι. Λένιν «ο ‘βιοτέχνης' μεταβάλλεται σε αληθινό κεφαλαιοκράτη» όταν ο αριθμός των μισθωτών που απασχολεί στην επιχείρησή του είναι πάνω από 15-30 έτσι που «ο ρόλος της εργασίας των μελών της οικογένειάς του στα εργαστήριά του πέφτει και φτάνει ως το σημείο να γίνεται ασήμαντος». [23]

Για το Ν. Πουλαντζά 6-9 μισθωτοί για μια επιχείρηση σηματοδοτούν «το πέρασμα των μικροαστών στην κατάσταση των μικροκεφαλαιούχων». [24] Κι αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να αναζητούμε τον Κ.Τ.Π. απ' αυτήν την οριακή ζώνη απασχόλησης και άνω.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, θεωρώ ότι: Ακόμα και αν υποθέσουμε πως η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου στη γεωργία είναι κατώτερη εκείνης του μέσου κοινωνικού κεφαλαίου -λόγω ιστορικών λόγων που συναρτώνται με τις ιδιομορφίες της γεωργικής παραγωγής εντός του κοινωνικο-οικονομικού πλαισίου της κυριαρχίας του υπερκαθορίζοντος [25] βιομηχανικού-παραγωγικού κεφαλαίου-, [26] οι εξελίξεις του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας -δηλαδή της κυριαρχίας σε επίπεδο κοινωνικών σχηματισμών του Κ.Τ.Π. της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο- [27] οπωσδήποτε θα έχουν μειώσει το κατώτατο όριο των 15 μισθωτών του Λένιν πλησιάζοντάς το στο κατώτατο εύρος των 6-9 μισθωτών του Πουλαντζά, για πλήρη αποστοίχιση του καπιταλιστή απ' τη σχέση νομής. Κι αυτή η υπόθεση αρκεί για τους σκοπούς του παρόντος. Να θυμίσω μόνο ότι η υπόθεση αυτή νομιμοποιείται από το γεγονός ότι η αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας σε κάθε σφαίρα παραγωγής οδηγεί σε μείωση της αναγκαίας ποσότητας εργασίας για το ίδιο ή και για μεγαλύτερο παραγωγικό αποτέλεσμα -ανέβασμα της παραγωγικής δύναμης της εργασίας ? συντόμευση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας ? μια μικρότερη ποσότητα εργασίας αποκτάει τη δυνατότητα να παράγει μια μεγαλύτερη ποσότητα αξίας χρήσης. [28]

1.2. Η τάση συγκέντρωσης της γεωργικής γης

Έχοντας θέσει θεωρητικά και «πρακτικά» το περίγραμμα αναζήτησης του Κ.Τ.Π., θα δούμε στη συνέχεια αν προσεγγίζει τα πιο πάνω αριθμητικά όρια η μέση (ανά εκμετάλλευση) μισθωτή απασχόληση στην ελληνική γεωργία, έτσι ώστε να μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα πως βρίσκεται υπό εξέλιξη μια ηγεμονική δυναμική επικράτησης κεφαλαιοκρατικού τύπου επιχειρήσεων στη σφαίρα αυτή παραγωγής.

Πιο πριν όμως θα εξετάσω για ποια γεω-δομική πραγματικότητα μιλάμε όταν αναφερόμαστε στην ελληνική γεωργία.

Για την καλύτερη κατανόησή της θα την συγκρίνω μ' αυτήν που εμφανίζεται στο σύνολο των 12 χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). Θα εξετάσω τα στοιχεία δυο διακριτών ετών με διαφορά μια εξαετίας μεταξύ τους, ώστε να αποκτήσουμε μια αίσθηση της ενδεχόμενης εξελικτικής δυναμικής.

Στον πίνακα 1 δίνεται ο αριθμός των γεωργικών εκμεταλλεύσεων κατά τάξεις μεγέθους χρησιμοποιούμενου γεωργικού εδάφους για την Ε.Ε.-12 και την Ελλάδα τα έτη 1987 και 1993.

Στον πίνακα 2 δίνονται αφενός η ποσοστιαία συμμετοχή των γεωργικών εκμεταλλεύσεων κάθε τάξης μεγέθους (χρησιμοποιούμενου γεωργικού εδάφους) στο σύνολο των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και αφετέρου η αντιστοιχούσα σ' αυτές τις εκμεταλλεύσεις ποσοστιαία συμμετοχή επί του συνολικώς χρησιμοποιούμενου γεωργικού εδάφους για την Ε.Ε.-12 και την Ελλάδα κατά τα έτη επίσης 1987 και 1993.


ΠΙΝΑΚΑΣ 1

Γεωργικές εκμεταλλεύσεις κατά τάξεις μεγέθους για την Ε.Ε.-12 και την Ελλάδα, 1987-1993

αριθμός εκμεταλλεύσεων (x 1.000)

Τάξεις μεγέθους (σε εκτάρια)

Ε.Ε.-12

Ελλάδα

1987 (α)

<5

5.126,3

737,8

5<10

1.162,4

140,7

10<20

936,3

53,5

20<50

946,0

17,5

³50

473,3

3,8

Σύνολο (β)

8.644,3

953,3

1993

<5

4.271,4

620,2

5<10

929,7

122,2

10<20

746,4

53,6

20<50

782,5

20,0

³50

534,0

3,2

Σύνολο (β)

7.264,0

819,2

(α) Η Γερμανία στα όριά της προ 3.10.90.

(β) Όπου υπάρχει μη-ακρίβεια είναι λόγω των στρογγυλεύσεων της Eurostat.

Πηγές: Eurostat, Basic Statistics of the Community 1993<Π>, Brussels - Luxembourg, 1993.

Eurostat, Βασικές Στατιστικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1996, Βρυξέλλες - Λουξεμβούργο, 1997.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

Γεωργικές εκμεταλλεύσεις και χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση κατά τάξεις μεγέθους για την Ε.Ε.-12 και την Ελλάδα, 1987-1993 (%)

Τάξεις μεγέθους

(σε εκτάρια)

Ε.Ε. 12

(γεωρ. εκμετάλλευση)

Ε.Ε.-12

(γεωρ. έκταση)

Ελλάδα

(γεωρ. εκμετάλλευση)

Ελλάδα

(γεωρ. έκταση)

1987 (α)

<5

59,3

7,7

77,4

34,3

5<10

13,4

7,0

14,8

24,7

10<20

10,8

11,5

5,6

18,5

20<50

10,9

25,6

1,8

12,8

³50

5,5

48,2

0,4

9,7

Σύνολο (β)

100,0

100,0

100,0

100,0

1993

<5

58,8

6,2

75,7

32,3

5<10

12,8

5,5

14,9

23,6

10<20

10,3

8,9

6,5

20,5

20<50

10,8

20,8

2,4

15,9

³50

7,3

58,7

0,4

7,7

Σύνολο (β)

100,0

100,0

100,0

100,0

(α) Η Γερμανία στα όριά της προ 3.10.90.

(β) Όπου υπάρχει μη-ακρίβεια είναι λόγω των στρογγυλεύσεων της Eurostat.

Πηγές: Eurostat, Basic Statistics of the Community 1993, Brussels - Luxembourg, 1993.

Eurostat, Βασικές Στατιστικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1996, Βρυξέλλες - Λουξεμβούργο, 1997.

Απ' τους πίνακες αυτούς μπορούμε να παρατηρήσουμε κατ' αρχήν ως προς το σύνολο της Ε.Ε. 12:

α. Η μεγάλη πλειοψηφία των αγροτικών εκμεταλλεύσεων ανήκει στην κατηγορία των μικρών, από άποψη χρησιμοποιούμενου γεωργικού εδάφους (< 5 εκτάρια), εκμεταλλεύσεων το 1987 και το 1993.

β. Μέσα στην επταετία τόσο ο αριθμός όσο και η ποσοστιαία συμμετοχή των μικρής έκτασης εκμεταλλεύσεων στο σύνολο των εκμεταλλεύσεων μειώνονται, χωρίς όμως η μείωση αυτή να ανατρέπει τη γενική εικόνα της μικροαγροτικής πλειοψηφίας.

γ. Η αριθμητική αυτή μείωση των μικρής γεωργικής έκτασης εκμεταλλεύσεων ακολουθεί τη γενική μείωση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και συνοδεύεται από την απόλυτη και ποσοστιαία μείωση επίσης όλων των άλλων κατηγοριών -από άποψη χρησιμοποιούμενου γεωργικού εδάφους- εκμεταλλεύσεων πλην των μεγάλης γεωργικής έκτασης εκμεταλλεύσεων (³ 50 εκτάρια) των οποίων αυξάνει ο αριθμός και βέβαια η ποσοστιαία συμμετοχή τους στο σύνολο των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.

δ. Στα πλαίσια της παραπάνω εξέλιξης το ποσοστό του χρησιμοποιούμενου γεωργικού εδάφους μειώνεται για όλες τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που ανήκουν στις μικρότερες από τα 50 εκτάρια τάξεις μεγέθους.

ε. Εύκολα ορατή είναι επομένως η έντονη πόλωση μεταξύ όχι μόνο μικρών και μεγάλων εκμεταλλεύσεων αλλά μεταξύ των μεγάλων εκμεταλλεύσεων από τη μια και όλων των άλλων κατηγοριών εκμεταλλεύσεων ως προς την κατοχή - χρησιμοποίηση του γεωργικού εδάφους από την άλλη, που μάλιστα παίρνει τη μορφή μιας τάσης προς τη συγκέντρωση του γεωργικού εδάφους από τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις.

Συμπεράσματα:

α. Η μικρής έκτασης γεωργία καλά κρατεί -τουλάχιστον στο σύνολο των κοινωνικών σχηματισμών της Ε.Ε. 12- αποτελώντας (αριθμητικά) τη μεγάλη πλειοψηφία των αγροτικών νοικοκυριών της.

β. Η επικράτηση αυτή συνοδεύεται απ' την έντονη πόλωση καθώς μια μικρή μειοψηφία γεωργικών εκμεταλλεύσεων έχει υπό την κατοχή της το μεγαλύτερο μέρος του χρησιμοποιούμενου γεωργικού εδάφους.

γ. Είναι υπαρκτή μια τάση προς τη συγκέντρωση του γεωργικού εδάφους εκφραζόμενη στην απόλυτη και ποσοστιαία αύξηση του αριθμού των μεγάλων εκμεταλλεύσεων σε συνθήκες γενικής μείωσης του αριθμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, και στην αύξηση του ποσοστού της υπ' αυτών χρησιμοποιούμενης γεωργικής έκτασης. Η τάση όμως αυτή είναι ισχνή και δε μεταβάλλει τη βασική διαρθρωτική εικόνα της μικροαγροτικής (αριθμητικής) επικράτησης. Είναι πάντως ένα ερώτημα που αφήνουμε για τη συνέχεια αν η ισχνή αυτή τάση συγκεκριμενοποιείται και σε εμπέδωση Κ.Τ.Π. επιχειρήσεων επί του γεωργικού εδάφους.

Θα πρέπει εντούτοις να είμαστε προσεκτικοί όταν αναφερόμαστε σε σύνολα που συντίθενται από διαφορετικούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Πίσω απ' τη γενική εικόνα υποκρύπτονται σημαντικές γεω-δομικές ανομοιότητες που συμπυκνώνουν την ιστορία, ήτοι την ταξική πάλη, σε διακριτά πεδία.

Δεδομένης της πιο πάνω επισήμανσης, απ' τους ίδιους πίνακες μπορούμε να παρατηρήσουμε ως προς την Ελλάδα:

α. Η συντριπτική πλειοψηφία των αγροτικών εκμεταλλεύσεων ανήκει στη μικρότερη τάξη μεγέθους χρησιμοποιούμενου γεωργικού εδάφους και το 1987 και το 1993.

β. Κι εδώ μέσα στην επταετία μειώνεται τόσο ο αριθμός όσο και η ποσοστιαία συμμετοχή των μικρής έκτασης εκμεταλλεύσεων στο σύνολο των εκμεταλλεύσεων της χώρας, χωρίς επίσης η μείωση αυτή να ανατρέπει τη γενική εικόνα της μικροαγροτικής πλειοψηφίας.

γ. Η αριθμητική αυτή μείωση των μικρής γεωργικής έκτασης εκμεταλλεύσεων ακολουθεί όπως και στο σύνολο της Ε.Ε.-12 τη γενική μείωση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, αλλ' αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει σε επίπεδο Ε.Ε.-12 συνοδεύεται από ποσοστιαία αύξηση των εκμεταλλεύσεων μεταξύ 5 και 50 εκταρίων, από αριθμητική (και συνακόλουθα) και από ποσοστιαία αύξηση των εκμεταλλεύσεων μεταξύ 10 και 50 εκταρίων, και από αριθμητική μείωση των μεγάλης έκτασης εκμεταλλεύσεων, το ποσοστό των οποίων ωστόσο στο σύνολο των εκμεταλλεύσεων παραμένει σταθερό.

δ. Συνέπεια αυτών των εξελίξεων είναι η μείωση του ποσοστού του χρησιμοποιούμενου γεωργικού εδάφους μόνο των εκμεταλλεύσεων των δυο ακραίων τάξεων μεγέθους (έκτασης).

ε. Η εμφανής λοιπόν ανισοκατανομή του γεωργικού εδάφους υπέρ των μεγάλης έκτασης εκμεταλλεύσεων αμβλύνεται σχετικά προς όφελος των ενδιάμεσων κατηγοριών.

Συμπεράσματα:

α. Η μικρής γεωργικής έκτασης εκμετάλλευση αναμφισβήτητα εξακολουθεί να κυριαρχεί στο σύνολο των αγροτικών νοικοκυριών.

β. Οι μεγάλης έκτασης γεωργικές εκμεταλλεύσεις ήταν και γίνονται περισσότερο περιθωριακές στην αγροτική διάρθρωση της χώρας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η ύπαρξή τους δεν εκφράζει μια έντονη (μειούμενη ωστόσο) ανισοκατανομή τού υπό χρήση γεωργικού εδάφους.

γ. Αντίθετα απ' το σύνολο της Ε.Ε.-12, στην Ελλάδα δεν παρατηρείται ούτε η ισχνή (έστω) τάση συγκέντρωσης του γεωργικού εδάφους σε μεγάλης έκτασης αγροτικά νοικοκυριά, γεγονός που ήδη μας υποψιάζει και σχετικά με τη δυναμική της όποιας (πιθανολογούμενης) τάσης εμπέδωσης του Κ.Τ.Π. επί του γεωργικού της εδάφους.

Μα αυτό μένει να ειδωθεί στη συνέχεια.

1.3. Μια στατιστική αναζήτηση του Κ.Τ.Π.

Για μια κατά το δυνατόν ακριβέστερη ανίχνευση του Κ.Τ.Π. η μέση μισθωτή απασχόληση θα εξεταστεί κατά τάξεις μεγέθους (έκτασης) των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.

Παρατήρηση 1: Ισχυρίζομαι ότι -σε συνθήκες τεχνολογικής εξέλιξης- μεγάλο (σε έκταση γεωργικού εδάφους) νοικοκυριό δε σημαίνει και καπιταλιστικό νοικοκυριό -δες και παρακάτω-, υποθέτω ωστόσο πως σ' ένα επίπεδο αφαίρεσης -δεδομένων και αμετάβλητων της μέσης διαθέσιμης τεχνολογίας, του είδους καλλιέργειας, της ευφορίας του εδάφους, του μεγέθους της αγροτικής οικογένειας, κ.λπ.- είναι δόκιμο να υποθέσουμε (κατ' αρχήν και) για τις ανάγκες στατιστικής διερεύνησης, ότι συναρτώνται εν γένει θετικά έκταση γεωργικού εδάφους και απασχόληση μισθωτής εργασίας.

Παρατήρηση 2: Η νομική κυριότητα της γης είναι εξωτερική του Κ.Τ.Π. και συνεπώς δε μας απασχολεί αν η εκμετάλλευση ασκείται σε ιδιόκτητη ή νοικιασμένη γη. [29] Και είναι εξωτερική αφού η γαιοκτησία -χωρίς κατοχή-, ως η νομική και μόνο κυριότητα του εδάφους -ή καθώς είναι ξεκομμένη απ' τη γη ως όρο εργασίας-, αποτελεί -μαζί με τους φορείς της τους γαιοκτήμονες-, «παράλογη επικύηση» και «παραλογισμό» [30] που δε συνιστά πραγματική οικονομική σχέση σε συνθήκες κυριαρχίας του κεφαλαίου: δεν αίρει την πραγματική οικονομική κυριότητα -που ανήκει στο κεφάλαιο, στην αστική τάξη, αν ο Κ.Τ.Π. εγκατασταθεί (και) στη σφαίρα της γεωργικής παραγωγής-, μετατρέποντας την ομολογία σε «μη-ομολογία». [31]

Παρατήρηση 3: Η μισθωτή εργασία που μας ενδιαφέρει ως προς τον προσδιορισμό του Κ.Τ.Π. είναι η μόνιμη -σταθερού ή ευλίγιστου ωραρίου- και όχι η εποχική μισθωτή εργασία. Είναι η «μισθωτή εργασία ως μόνιμη μορφή εργασίας των άμεσων παραγωγών» [32] που χαρακτηρίζει τον Κ.Τ.Π., (τουλάχιστον) απ' την άποψη (του διαρκούς) της αναγκαίας συνθήκης. Κι αυτή δε μεταβάλλεται -ο Κ.Τ.Π. ως τρόπος παραγωγής δε μεταβάλλεται- ανάλογα με τη συγκυρία της ταξικής αντιπαράθεσης ή το ιδιαίτερο πεδίο της παραγωγής. Ωστόσο θα αρκεστώ εδώ απλώς στην τακτικά απασχολούμενη μη-οικογενειακή (μισθωτή) εργασία -η μόνιμη αποτελεί κλάσμα της- αφού, όπως θα φανεί πιο κάτω, δε συντρέχει κανείς λόγος να κατέβουμε διερευνητικά σε χαμηλότερα μεγέθη μέσης μισθωτής απασχόλησης.

Θα προσδιορίσουμε τη μέση (ανά εκμετάλλευση) μισθωτή απασχόληση για την ελληνική γεωργία και για τη γεωργία στο επίπεδο της Ε.Ε. 12, για να έχουμε και πάλι μια βάση σύγκρισης.

Στον πίνακα 3 καταγράφεται η τακτικά απασχολούμενη μισθωτή εργασία κατά τάξεις μεγέθους (έκτασης) των γεωργικών εκμεταλλεύσεων για την Ε.Ε.-12 και την Ελλάδα το 1993.

ΠΙΝΑΚΑΣ 3

Μη-οικογενειακή εργασία τακτικά απασχολούμενη κατά τάξεις μεγέθους των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην Ε.Ε.-12 και την Ελλάδα, 1993 - αριθμός απασχολουμένων (x 1.000)

Τάξεις μεγέθους (εκτάρια)

Ε.Ε.-12

Ελλάδα

<5

205,8

2,7

5<10

64,9

1,3

10<20

78,7

1,3

20<50

129,1

0,7

³50

484,0

0,2

Σύνολο (α)

962,6

6,2


(α) Όπου μη-ακρίβεια, λόγω των στρογγυλεύσεων της Eurostat.

Πηγή: Eurostat, FarmStructure 1993 survey: main results, Brussels - Luxembourg, 1996.

Σημείωση 1: Στη μισθωτή αυτή εργασία -όπως τη δίνει η συγκεκριμένη έρευνα της Eurostat- δεν περιλαμβάνονται οι αλλοδαποί εργάτες, γεγονός που ασφαλώς οδηγεί σε υποεκτίμησή της.

Στον επόμενο πίνακα εμφανίζεται η μέση (ανά γεωργική εκμετάλλευση) και κατά τάξη μεγέθους χρησιμοποιούμενου γεωργικού εδάφους μη-οικογενειακή τακτικά απασχολούμενη εργασία στη γεωργία της Ε.Ε.-12 και της Ελλάδας το 1993, η οποία υπολογίστηκε απ' τα δεδομένα του πίνακα 1 και του πίνακα 3· αριθμός μη-οικογενειακής τακτικής απασχόλησης κατά τάξη μεγέθους (έκτασης): αριθμός εκμεταλλεύσεων κατά τάξη μεγέθους (έκτασης).

ΠΙΝΑΚΑΣ 4

Μέση ανά εκμετάλλευση μη-οικογενειακή εργασία τακτικά απασχολούμενη κατά τάξεις μεγέθους για την Ε.Ε.-12 και την Ελλάδα, 1993

Τάξεις μεγέθους (εκτάρια)

Ε.Ε.-12

Ελλάδα

<5

0,05

0,004

5<10

0,07

0,01

10<20

0,1

0,02

20<50

0,2

0,04

³50

0,9

0,06

Απ' τα αποτελέσματα αυτά προκύπτει ότι:

α. Είναι γεγονός η θετική συνάρτηση μεγέθους (έκτασης) χρησιμοποιούμενης γεωργικής γης και απασχόλησης μισθωτής εργασίας.

β. Η θετική όμως αυτή σχέση, που δίνει πράγματι τις υψηλότερες τιμές μέσης μισθωτής απασχόλησης στη μεγαλύτερη κατηγορία τάξης μεγέθους χρησιμοποιούμενου γεωργικού εδάφους, δεν δίνει ούτε εκεί μια μέση μισθωτή απασχόληση που -έστω και με πολύ φαντασία- να τείνει προς εκείνη η οποία θα ικανοποιούσε την αναγκαία συνθήκη της πλήρους αποστοίχισης, δείχνοντάς μας επικράτηση καπιταλιστικού τύπου αγροτο-επιχειρήσεων. Με άλλα λόγια: μεγάλης γεωργικής έκτασης νοικοκυριό δε σημαίνει και Κ.Τ.Π., δηλαδή καπιταλιστική αγροτική εκμετάλλευση. Κι αυτό ισχύει βεβαίως και σε επίπεδο Ε.Ε.-12 και Ελλάδας (πολύ περισσότερο).

γ. Είναι λοιπόν προφανές πως η ισχνή τάση συγκέντρωσης του γεωργικού εδάφους που εντοπίσαμε σε επίπεδο Ε.Ε.-12 δε συνεπάγεται και ριζική ταξική διαφοροποίηση: η αναμενόμενη απ' την ισχνή τάση συγκέντρωσης του γεωργικού εδάφους ένταση των εισοδηματικών ανισοτήτων μεταξύ των αγροτο-παραγωγών -αφαιρετικά μιλώντας- δε σημαίνει (υποχρεωτικά) και ανάδειξη αγρο-καπιταλιστών, ως επικρατούσα τάση. Και το υπογραμμίζω αυτό το τελευταίο, γιατί (πρώτον) πίσω από τη μέση απασχόληση μπορούν ασφαλώς να υποκρύπτονται και επιχειρήσεις του Κ.Τ.Π. Αυτές όμως είναι περιθωριακές στο γενικό πλαίσιο της μη-καπιταλιστικής άμεσης εμπέδωσης του Κ.Τ.Π. Γιατί ακόμη (δεύτερον) το σύνολο Ε.Ε.-12 υποκρύπτει τις σημαντικές ανομοιότητες και παραλλαγές των επιμέρους κοινωνικών σχηματισμών του, όπως και πιο πριν σημείωσα. Αυτές ωστόσο δεν ανατρέπουν τη γενική εικόνα της μη-καπιταλιστικοποιημένης αγροτικής οικονομίας.

δ. Απ' την άποψη των παραπάνω, η μη-άμεση εμπέδωση του Κ.Τ.Π. στη σφαίρα της γεωργικής παραγωγής δεν αποτελεί μια κατ' εξαίρεση ιδιομορφία «υπανάπτυξης» [33] του ελληνικού καπιταλισμού, μα είναι -σε διαφοροποιημένους εννοείται βαθμούς- η κυρίαρχη όψη της κοινοτικής γεωργίας. Στα πλαίσια αυτής της πραγματικότητας -και όχι σε διάκριση απ' αυτήν- η ελληνική γεωργία αποτελεί ίσως μια απ' τις πιο ακραίες εκδοχές μη-καπιταλιστικοποίησης.

Θα επιμείνω σ' αυτό για να επισημάνω και ότι: η μείωση του «ειδικού βάρους» του αγροτικού τομέα -εκφραζόμενη είτε ως μείωση της ποσοστιαίας συμμετοχής του στη διαμόρφωση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας είτε ως μείωση του ποσοστού της εμφανιζόμενης ως αγροτική απασχόληση στο σύνολο της απασχόλησης-δε συνεπάγεται γραμμικά, σε συνθήκες κεφαλαιακής κυριαρχίας, και

ΠΙΝΑΚΑΣ 5

Ακαθάριστη προστιθέμενη αξία σε τιμές αγοράς κατά κλάδους για την Ε.Ε.-15 και την Ελλάδα, 1993 (%)

Γεωργία,

δάση

και αλιεία

Βιομηχανία (Περιλαμβάνεται η οικοδόμηση)

Υπηρεσίες και δημ. διοίκηση

Ακαθάριστη προστιθέμενη αξία σε τιμές αγοράς

Ε.Ε. 15

2,4

31,9

65,7

100,0

Ελλάδα

13,7

25,8

60,5

100,0

Πηγή: Eurostat, Βασικές Στατιστικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1996, Βρυξέλλες - Λουξεμβούργο, 1997.

ΠΙΝΑΚΑΣ 6

Απασχόληση κατά βασικούς τομείς οικονομικής δραστηριότητας για την Ε.Ε.-15 και την Ελλάδα (άνοιξη 1994) (%)

Γεωργία

Βιομηχανία

Υπηρεσίες

Σύνολο (α)

Ε.Ε. 15

5

30

64

100

Ελλάδα

21

24

56

100

(α) Η μη-ακρίβεια, λόγω των στρογγυλεύσεων της Eurostat.

Πηγή: Eurostat, Βασικές Στατιστικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1996, Βρυξέλλες - Λουξεμβούργο, 1997.

άμεση εγκατάσταση αγροτο-καπιταλιστικών επιχειρήσεων επί του γεωργικού εδάφους. Κι είναι αυτό ακριβώς το οποίο μας υποδεικνύουν οι μεγάλες διαρθρωτικές διαφορές μεταξύ Ε.Ε.-15 και Ελλάδας, που προκύπτουν απ' τους πίνακες 5 και 6.

Σημείωση 2: Η γεωργική απασχόληση είναι σαφώς υποτιμημένη καθώς δε λαμβάνεται υπόψη η πολυαπασχόληση· δες σχετικά στο μέρος 2.

Συμπέρασμα:

Παρά τις προβλέψεις του οικονομισμού η ηγεμονική τάση φαίνεται πως είναι η μη-άμεση εμπέδωση του Κ.Τ.Π. στη γεωργία, ανεξάρτητα του ειδικού της βάρους εν σχέση προς τους αστικούς τομείς της οικονομίας. Μένει να ερμηνεύσουμε το γιατί, στο μέρος 2.


[1] «Ο Μαρξισμός γίνεται εξελικτισμός όταν κυριαρχείται από τον οικονομισμό, μια μηχανιστική και σε τελευταία ανάλυση αστική ιδεολογία, η οποία ουσιαστικά εξοβελίζει την ταξική πάλη από τη μαρξιστική θεωρία της κοινωνικής εξέλιξης, και συλλαμβάνει την Ιστορία ως μια ακριβή διαδοχή τρόπων παραγωγής, πλήρως προσδιορισμένη από την εξέλιξη της τεχνικής (η ‘‘ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων''.» (Γ. Μηλιός, Τρόποι Παραγωγής και Μαρξιστική Ανάλυση, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997, σ. 273.)

[2] Γ. Πανιτσίδης, Ο Μαρξισμός και το Αγροτικό Ζήτημα στην Ελλάδα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1984, σ. 24-25.

[3] στο ίδιο, σ. 27-28.

[4] Δες Επιτροπή για την εξέταση της Μακροπρόθεσμης Οικονομικής Πολιτικής, Ανταγωνιστική Γεωργία και Αγροτική Ανάπτυξη - Κύρια διαρθρωτικά προβλήματα και αντιμετώπισή τους, εκδ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1998.

[5] Ότι στρατηγική επιλογή του αστισμού είναι η καπιταλιστικοποίηση του αγροτικού τομέα συνάγει απ' την «έκθεση Σπράου» αρθρογράφος σε εφημερίδα της ριζοσπαστικής αριστεράς· δες σχετικά Δ. Σταμούλης, «Στα Τέμπη. .. οι Θερμοπύλες της κυβέρνησης», Πριν, Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 1998.

[6] Σχετικά P.-Ph. Rey, «Sur l' Articulation des Modes de Production» (Cahier 1), στο Problemesde Planification, No 13, Ecole Pratique des Hautes Etudes (VIe Section), Centre d' Etudes de Planification Socialiste, Sorbonne - Paris, σ. 73.

[7] Σύμφωνα με τη Μ. Ηarnecker τρόπος παραγωγής είναι η «θεωρητική έννοια, που επιτρέπει να συλλάβουμε την κοινωνική ολότητα σαν μια δομή με ένα κυριαρχικό στοιχείο, όπου το οικονομικό επίπεδο είναι σε τελευταία ανάλυση το καθοριστικό.» Και επισημαίνει: «ο δομικός πυρήνας ή η μήτρα του τρόπου παραγωγής αποτελείται από τις σχέσεις παραγωγής. Είναι αυτές οι σχέσεις που εξηγούν το χαρακτηριστικό τύπο διάρθρωσης των διάφορων περιφερειακών δομών κάθε τρόπου παραγωγής, είναι αυτές που προσδιορίζουν ποια από αυτές τις δομές θα έχει τον κυριαρχικό ρόλο.» (Μ. Ηarnecker, Βασικές Έννοιες του Ιστορικού Υλισμού, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, χωρίς χρονολογία έκδοσης, σ. 137, σχετικά και 136-140.)

[8] Δες σχετικά Ν.Α. Πουλαντζάς, Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις, Τόμος α΄, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1982, σ. 15-16, 31-34, και Ν.Α. Πουλαντζάς, Οι Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1982, σ. 22-24.

[9] Στη βιβλιογραφία η νομή ως σχέση συγχέεται εν πολλοίς με τη σχέση κατοχής· δες σχετικά Μ. Ηarnecker, ό.π., σ. 41-44, 50-51, 166-169, Σ. Μπετελέμ, Μορφές Ιδιοκτησίας στο Μεταβατικό Στάδιο προς το Σοσιαλισμό - Οικονομικός λογισμός και μορφές ιδιοκτησίας, εκδ. Ράππα, Αθήνα, 1978, σ. 94 κ.ε, 102 κ.ε. - Προσθέτω πως στα ελληνικά, ως λέξεις, η «νομή» και η «κατοχή» επίσης πολλές φορές ταυτίζονται. Εδώ, και ανεξάρτητα από την ετυμολογία των λέξεων μας ενδιαφέρουν ως όροι-σύμβολα διακριτού θεωρητικού περιεχομένου· διατηρώ τον όρο «νομή» (ως διάφορο του όρου «κατοχή») γιατί υποδεικνύει τη δυναμική της σχέσης που περιγράφει ο πρώτος όρος (νομή) έναντι της σχέσης που περιγράφει ο δεύτερος (κατοχή) και τανάπαλιν: την ιστορική απώλεια ή διεκδίκηση του ελέγχου της εργασιακής διαδικασίας από το φορέα χρήσης των μέσων της εργασιακής διαδικασίας. - Για τη σημασία της ικανότητας χρήσης των μέσων παραγωγής ως κοινωνικής - παραγωγικής σχέσης δες σχετικά E. Balibar, «The Basic Concepts of Historical Materialism», στο L. Althousser - E. Balibar, ReadingCapital, εκδ. Verso / New Left Books, London, 1986, ιδίως σ. 273-276, 303-308.

[10] Δες σχετικά Κ. Μαρξ, Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής, [VI ανέκδοτο κεφάλαιο], εκδ. Α/συνέχεια, Αθήνα, χωρίς χρονολογία έκδοσης, σ. 101, 110.

[11] Δες Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, κεφ. εικοστό τέταρτο.

[12] Δες Κ. Μαρξ, Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής, ό.π., σ. 109-110.

[13] στο ίδιο, σ. 109.

[14] Δηλαδή σε εργασία που δεν καταναλώνει ένα εισόδημα αλλά παράγει υπεραξία· δες σχετικά Κ. Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, Μέρος Πρώτο, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1984, σ. 151.

[15] Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, ό.π., σ. 374.

[16] στο ίδιο, σ. 347.

[17] στο ίδιο, σ. 323.

[18] στο ίδιο, σ. 337. - Για τη διαφορετική δομή των θέσεων της χεγκελιανής διαλεκτικής -όπως η συζητούμενη του μετασχηματισμού της ποσότητας σε ποιότητα- όταν ξαναπαίρνονται από το Μαρξ, δες L. Althusser, «Contradiction et Surdetermination», στο PourMarx, Editions la Decouverte, Paris 1986, σ. 92. - Την αμφίδρομη μετασχηματιστική σχέση ποσότητας - ποιότητας μας έδειξε ο Μάο Τσε Τούνγκ· δες Μάο Τσε Τουνγκ, Για τις Αντιθέσεις, ανάτυπο από Ιστορικές Εκδόσεις 1963, εκδ. Α/συνέχεια, Αθήνα, 1990, ιδίως σ. 38 κ.ε.

[19] Κ. Μαρξ, ό.π., σ. 350.

[20] Κ. Μαρξ, Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής, ό.π., σ. 101.

[21] στο ίδιο, σ. 105.

[22] Ο Ν. Μουζέλης αφού επισημαίνει τη δυσκολία να χαραχτούν σαφείς οριοθετικές γραμμές, αναζητά το μεγαλύτερο ρόλο της μισθωτής σε σχέση με την οικογενειακή εργασία για να θεωρήσει ως καπιταλιστική μια επιχείρηση· δες επί του σχετικού προβληματισμού Ν. Μουζέλης, Νεοελληνική Κοινωνία: Όψεις Υπανάπτυξης, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1978, σ. 72-73, 76-77. Ο Ε.Ο. Wright, απ' την πλευρά του υποστηρίζει ότι η απάντηση πρέπει να βρίσκεται στην αναλογία της παραγόμενης απ' τη μισθωτή εργασία υπεραξίας και του παραγόμενου απ' την απλήρωτη οικογενειακή εργασία υπερπροϊόνοτος, εν σχέσει προς το συνολικό υπερπροϊόν μιας επιχείρησης. Όταν το παραγόμενο απ' την απλήρωτη οικογενειακή εργασία υπερπροϊόν γίνει ένα μικρό κλάσμα του συνολικού πλεονάσματος, ο μικροαστός μετατρέπεται σ' ένα μικρό καπιταλιστή· δες σχετικά E.O. Wright, «Class Boundaries and Contradictory Class Locations», στο A. Giddens και D. Held (επιμ.), Classes, Power, and Conflict - Classical and Contemporary Debates, Printed in Hong Kong, εκδ. The Macmillan Press LTD, London and Basingstoke, 1983, σ. 127-128.

[23] Β.Ι. Λένιν, «Η Ανάπτυξη του Καπιταλισμού στη Ρωσία», Άπαντα, Τόμος 3, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988, σ. 358. - Θα πρέπει να σημειώσουμε πάντως πως ο Λένιν δεν ακολουθεί με συνέπεια αυτά τα αριθμητικά του όρια -όταν προσπαθεί να εντοπίσει τον Κ.Τ.Π. στη γεωργία- με αποτέλεσμα να υποπενταπλασιάζει τον αριθμό της μισθωτής εργασίας προκειμένου να χαρακτηρίσει γεωργικές εκμεταλλεύσεις ως καπιταλιστικές· δες σχετικά Β.Ι. Λένιν, Το αγροτικό ζήτημα και οι «κριτικοί του Μαρξ», εκδ. Προγκρές, Μόσχα, 1986, σ. 85.

[24] Ν.Α. Πουλαντζάς, ό.π., σ. 408.

[25] Για τον καθοριστικό ρόλο του βιομηχανικού κεφαλαίου επί των άλλων ειδών κεφαλαίου, δες σχετικά Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Δεύτερος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1979, σ. 54. Για τον υπερκαθορισμό των υποκείμενων δομών, όπως της μη-καπιταλιστικής απλής εμπορευματικής παραγωγής, υπό της βιομηχανικής παραγωγής, δες σχετικά L. Althusser, «The Object of Capital», στο L. Althusser - E. Balibar, ό.π., σ. 98-99, 188.

[26] Για τη χαμηλότερη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου στη γεωργία έναντι της βιομηχανίας -- χαμηλότερη παραγωγικότητα της γεωργικής σε σχέση με τη βιομηχανική εργασία, δες σχετικά Κ. Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, Μέρος Δεύτερο, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1982, σ. 284 και Β.Ι. Λένιν, ό.π., σ. 25-26, 41.

[27] Δες σχετικά, Η. Ιωακείμογλου, «Για την αντικαπιταλιστική έξοδο από την κρίση, Μέρος πρώτο: Η μετάβαση από την απόλυτη στη σχετική υπεραξία (1873-1929)», Θέσεις τ. 11, Απρίλιος - Ιούνιος 1985, Η. Ιωακείμογλου, «Για την αντικαπιταλιστική έξοδο από την κρίση, Μέρος δεύτερο: Ο καπιταλισμός της σχετικής υπεραξίας: Κρίση και ολοκλήρωση (1920-1940)», Θέσεις τ. 12, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1985, Η. Ιωακείμογλου, «Για την αντικαπιταλιστική έξοδο από την κρίση, Μέρος τρίτο: Η κρίση του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας (1970-1985)», Θέσεις τ. 13, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1985, Η. Ιωακείμογλου, Η Αυθόρμητη Κατεύθυνση των Φαινομένων, εκδ. Αξιός-Β, Θεσσαλονίκη, χωρίς χρονολογία έκδοσης, κυρίως από κεφ. 3, και Γ. Μηλιός, Ο Ελληνικός Κοινωνικός Σχηματισμός - Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1988, ιδίως ενότ. 5.4.

[28] Δες σχετικά Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, ό.π., σ. 329-330.

[29] Ανάλογη θεώρηση της γαιοκτησίας ως εξωτερικής του Κ.Τ.Π. βρίσκουμε στον Rey. (Δες P.-Ph. Rey, Les Alliances de Classes, εκδ. Francois Maspero, Paris, 1973, σ. 20, 60, 88, 93.)

[30] Δες Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Τρίτος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, σ.767-770.

[31] Όπως την είχε ακυρώσει η ευρωπαϊκή (φεουδαρχική) μη-ομολογία, δηλαδή ο ειδικός, ιστορικά, συνδυασμός -νομικής κυριότητας των φεουδαρχών και κατοχής (+ νομής) των δουλοπάροικων- που συνέθετε το ουσιώδες περιεχόμενο των σχέσεων παραγωγής, οι οποίες συγκροτούσαν τη μήτρα του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής· δες επ' αυτού και Ν. Α. Πουλαντζάς, Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις, Τόμος α΄, ό.π., σ. 33, σχετικά και Ν.Α. Πουλαντζάς, Οι Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό, ό.π., σ. 23.

[32] M. Godelier, H Θεωρία της Μετάβασης στον Μαρξ, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1987, σ. 46.

[33] Άλλωστε: «η ελληνική γεωργία διατηρεί την παραγωγικότερη στην Ευρώπη χρήση του αγροτικού εδάφους μετά την Ολλανδία και το υψηλότερο παραγωγικό αποτέλεσμα ανά μονάδα εδάφους και εργασίας. Κάθε μονάδα γεωργικού κεφαλαίου στη χώρα μας αποφέρει το μέγιστο στην Ευρώπη όγκο προϊόντος και παράλληλα παρουσιάζει διπλάσια παραγωγικότητα σε σχέση με το μέσο όρο της ελληνικής οικονομίας.» (Κ. Βεργόπουλος, «Αγροτικό ζήτημα. Μια απαγορευμένη συζήτηση», Ειρμός τ. 1, 1998, σ. 27).