Κρίση της παγκοσμιοποιητικής πολιτικής
Τεύχος 66, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1999


ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
του Κώστα Βεργόπουλου

Δεν προτίθεμαι διόλου ν' αναφερθώ εδώ στη συναρπαστική και ατελείωτη φιλολογία πάνω στις περιοδικές κρίσεις του καπιταλισμού, ζήτημα που απασχόλησε κατά κόρο τη διεθνή βιβλιογραφία στο παρελθόν. Η παρέμβαση αποβλέπει στο να εγείρει μερικά ερωτήματα όσον αφορά την υποτιθέμενη αποτελεσματικότητα της παγκοσμιοποιητικης πολιτικής σαν φάρμακο στην σύγχρονη κρίση του καπιταλισμού. Όταν στις μέρες μας, περιοδικά και εφημερίδες του διεθνούς κατεστημένου (Wall Street Journal, Financial Times, New Stateman, Newsweek, New York Times, Guardian, Observer, Neue Zόrcher Zeitung, Spiegel, Asia Week) καταγγέλλουν το παγκόσμιο χρηματιστικό σύστημα ως υπεύθυνο για την σύγχρονη ασιατική, ρωσική και παγκόσμια κρίση, θα έπρεπε να είναι κάποιος τελείως εκτός τόπου και χρόνου για να φαντάζεται την αιτία της ασθενειας ως φαρμακο της.

Ήδη κατά την ετήσια συνάντηση των διεθνών χρηματιστικών κύκλων στο Νταβός τον Φεβρουάριο 1998, αρκετοί είχαν εκφράσει αμφιβολίες όσον αφορά το δόγμα του αλάθητου των αγορών, ιδίως των χρηματιστικών, διαπιστώνοντας την ανάγκη επιστροφής σε κάποια παγκόσμια ρύθμιση. Υπό το φως των χρηματιστικών γεγονότων του καλοκαιριού 1998, μια νέα πεποίθηση φαίνεται να διαμορφώνεται διεθνώς: καταγγέλλεται ανοικτά η ενδογενής ανευθυνότητα των αγορών, η υπερβολική αστάθεια των κεφαλαιικων ροών, η διεθνής χρηματιστική αβεβαιότητα. Ακόμη και αμετανόητοι του νεοφιλελευθερισμού παραδέχονται πλέον την αιγιακή σχέση ανάμεσα στη χρηματιστική παγκοσμιοποίηση και στην παρούσα κρίση, έστω και αν αυτό διατυπώνεται αντεστραμμένα: η ευθύνη της κατάρρευσης αποδίδεται στα θύματα, στην ανωριμότητα των χωρών, στην έλλειψη διαφάνειας, στη μη αφομοίωση των κανόνων του παγκοσμιοποιητικου παιχνιδιού. Κατ αυτούς ο μονεταρισμός επέχει θέση απόλυτου δόγματος, ενώ η σημερινή κατάρρευση απορρέει από την ιστορική εφαρμογή του.

Είναι γνωστό από την εποχή του Keynes ότι μια οικονομική πολιτική εκτιμάται κατ' αρχην απο την ικανοτητα της ν' αντιμετωπίζει απρόβλεπτες καταστάσεις. Οι αρχές μπορούν να διαθέτουν καλή ή κακή ερμηνεία της καπιταλιστικής κρίσης, αλλά για το βάθος της κρίσης καθοριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν μια αρχή ύφεσης. Ακόμη και αν η κρίση γίνεται αποδεκτή ως απαράκαμπτος μηχανισμός καπιταλιστικής προσαρμογής, τίθενται δυο ερωτήματα: α) πως μπορεί να περιορισθεί το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της και β) πως μπορεί να περιορισθεί η διάρκεια της. Συναφώς έχει σημασία να εξετασθεί το εάν οι εφαρμοζόμενες πολιτικές σε περίοδο σταθερότητας ενισχύουν ή αποδυναμώνουν το εθνικό και το διεθνές οικονομικό σύστημα σε σχέση με το ενδεχόμενο των κρίσεων και με την ικανότητα του ν' αναδιαρθρωθεί και να επανασταθεροποιηθεί.

Στις παρούσες συνθήκες, η έννοια της παγκοσμιοποίησης υποδηλώνει κυρίως την επ' ονόματί της εφαρμοζόμενη διεθνώς πολιτική από τις αρχές της δεκαετίας του '80 και όχι μια εμπειρική κατάσταση που επιδέχεται καταγραφής. Ενώ η εμπειρική δυσκολία παραμένει μέχρι σήμερα αξεπέραστη στο επίπεδο της πραγματικής οικονομίας, είναι απολύτως βέβαιο ότι οι οικονομικές πολιτικές των κρατών κατά την πρόσφατη δεκαπενταετία εμφανίζονται και αναγνωρίζονται ως παγκοσμιοποιητικες. Η έννοια της παγκοσμιοποίησης παραπέμπει σε κάποιο πρόσταγμα και όχι σε κάποια διαπιστωσιμη εμπειρική πραγματικότητα1.

Από την άλλη πλευρά, η παρούσα παγκοσμιοποιητικη πολιτική διαφοροποιείται από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος. Στο 19ο αιώνα, το παγκόσμιο σύστημα θεμελιωνόταν στο διεθνές εμπόριο και στη βρετανική ικανότητα να σταθεροποιεί την παγκόσμια οικονομία με την ανακύκλωση των δικών της και των διεθνών αποταμιευτικών πλεονασμάτων. Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η ενότητα του παγκόσμιου συστήματος θεμελιώθηκε στη συντριπτική βιομηχανική και εμπορική υπεροχή των ΗΠΑ, πράγμα που επέβαλε το δολάριο ως διεθνές νόμισμα. Στην τρέχουσα μορφή "παγκοσμιοποίησης", το βάρος δεν δίδεται στις ροές κεφαλαίων και εμπορευμάτων, αλλά στο νόμισμα, στη νομισματική αυταπάτη και στην εξιδανικευμένη έκφραση αυτής: τις χρηματιστικές αγορές.

Οι διαβόητες διαρθρωτικές προσαρμογές, εν ονόματι των οποίων δικαιολογούνται οι μεγαλύτερες καταστροφές κοινωνικών ισορροπιών από τις αρχές της δεκαετίας του '80, τελικώς κατανοούνται σαν μέσο εξυπηρέτησης νομισματικών επιδόσεων. Στη μονεταριστική λογική, ο στόχος είναι νομισματικός, ενώ η αναδιάρθρωση της πραγματικής οικονομίας παραμένει μέσο στην υπηρεσία του νομίσματος. Στο σύστημα του Bretton-Woods (1944-1971), οι διεθνείς νομισματικές προϋποθέσεις σταθεροποιουντο μέσω των υψηλών ρυθμών της παγκόσμιας οικονομίας, υπό την σταθεροποιητική εγγύηση του ΔΝΤ και της οικονομίας των ΗΠΑ. Οι εθνικές αναπτυξιακές ανάγκες ενεγραφοντο στο πλαίσιο της ανάπτυξης του παγκόσμιου συστήματος (πραγματική σύγκλιση). Στην σημερινή παγκοσμιοποίηση, οι ρυθμοί της παγκόσμιας οικονομίας έχουν εξασθενήσει στη μακρά περίοδο, οι διεθνείς και αμερικανικές εγγυήσεις για τις προβληματικές οικονομίες έχουν προ πολλού αποσυρθεί: δεν υπάρχει πλέον ούτε παγκόσμια νομισματική βάση ούτε τελικός πιστωτής για το κυκλοφορούν διεθνές νόμισμα. Το κόστος της νομισματικής σταθεροποίησης έχει σήμερα αφεθεί καθ' ολοκληρία σε κάθε μεμονωμένη χώρα, μαζί με το πρόβλημα της οικονομικής σταθεροποίησης στο εσωτερικό της. Έτσι σήμερα, οι εθνικές αναπτυξιακές ανάγκες βρίσκονται σε αντίφαση με την ανάγκη ένταξης της κάθε χώρας στις διεθνείς χρηματιστικές αγορές. Μέχρι το 1971, το δολάριο επιβαλλόταν ως διεθνές νόμισμα, λόγω της απόλυτης ισχύος της αμερικανικής οικονομίας, αλλά και λόγω των σταθεροποιητικών δεσμεύσεων που ανελάμβανε η Αμερική διεθνώς. Εάν σήμερα το δολάριο επιβάλλεται εκ νέου, αυτό οφείλεται στη σχετική ισχύ της αμερικανικής οικονομίας στο πλαίσιο του διεθνούς νομισματικού μη-συστήματος, που αντανακλά ποικιλία πραγματικών και νομισματικών περιστάσεων για κάθε χώρα. Παραδόξως, παρά πάσα προσδοκία, παρά την εγκατάλειψη του συστήματος των σταθερών ισοτιμιών και των σταθεροποιητικών δεσμεύσεων του ΔΝΤ από το 1971, η παγκόσμια ρευστότητα δεν αυξήθηκε. Οι νομισματικές πολιτικές έγιναν περισσότερο «ενάρετες» και τα νομίσματα υπερτιμήθηκαν, αντί να εξασθενήσουν, εις βάρος φυσικά της κάθε εθνικής οικονομίας και της παγκόσμιας με όρους ύφεσης και ανεργίας. Άραγε αυτή η «βολταιρικη» κατανόηση της αρετής είναι σε θέση ν' αντισταθμίσει με αξιόπιστο τρόπο την κατάρρευση των διεθνών σταθεροποιητικών θεσμών και μηχανισμών που εκδηλώνεται στην εποχή μας;2

Η διεθνής σταθεροποιητική λειτουργία έχει εξαφανισθεί στην εποχή μας, η οποία παρ' όλα αυτά δηλώνει παγκοσμιοποιητικη και παγκοσμιοποιημενη. Η σταθεροποίηση έχει σήμερα "χαθεί" όχι μόνον θεσμικά, αλλ' ακόμη και εννοιολογικά. Αυτό είναι το πλέον ανησυχητικό για την πορεία και το μέλλον του σύγχρονου «παγκόσμιου συστήματος», το οποίο έχει επαφεθεί χωρίς δικλείδα ασφάλειας στην πτητικότητα των διεθνών χρηματαγορών και στην συναφή αυξανόμενη αστάθεια. Στις συνθήκες αυτές, η χρηματιστική παγκοσμιοποίηση δεν αποτελεί παρά ένα γιγάντιο μηχανισμό μετακίνησης της παγκόσμιας αποταμίευσης από την περιφέρεια προς το κέντρο, χωρίς θεσμική δέσμευση και μηχανισμούς νομισματικής σταθεροποίησης. Μεγιστοποιείται έτσι ο κίνδυνος ανεπάρκειας όχι μόνο ρευστότητας, αλλά και εισοδήματος, ζήτησης και συστηματος3.

Η περίοδος της έξαλλης παγκοσμιοποιητικης πολιτικής από το 1980 σφραγίσθηκε με τη ραγδαία αποδυνάμωση του παγκόσμιου συστήματος. Επισημαίνεται η υπερσυγκεντρωση των κεφαλαίων σε μια μικρή ομάδα χωρών και η ευρυνομενη ανισότητα στο κόστος του κεφαλαίου και στη χρηματοδότηση διεθνώς. Ένας αυξανόμενος αριθμός χωρών δηλώνονται «εκτός λειτουργίας», όχι επειδή επιλέγουν ν' αποσυρθούν απ' το παγκόσμιο σύστημα, αλλ' επειδή, με την ένταξη τους σ' αυτό, περιθωριοποιούνται, ως κύρια θύματα της παγκοσμιοποίησης. Οι ΗΠΑ, αντί να χρηματοδοτούν σταθεροποιητικά την παγκόσμια οικονομία, και ιδίως τις αδύναμες περιοχές της, απομυζούν χρήμα και αποταμιεύσεις απ' αυτήν, με συνέπεια την αποσταθεροποίηση τους και το κολοσσιαίο εξωτερικό χρέος που υπολογίζεται σε 2 τρις δολάρια για το 1999. Ομοίως, αφ' ότου καταργήθηκε ο θεσμός του τελικού πιστωτή του διεθνούς χρήματος, έχουν περικοπεί οι πόροι και οι σταθεροποιητικές αρμοδιότητες του ΔΝΤ. Οι λιγοστές παρεμβάσεις του, όπως στο Μεξικό (1995), στην Κορέα (1997), στην Ταϊλάνδη (1997) και στην Ινδονησία (1998), βασίζονται σε έκτακτες ad hoc εθελοντικές εισφορές και όχι στους ίδιους πόρους του ΔΝΤ, ενώ έχουν ως στόχο περισσότερο να καθησυχάσουν τους δυτικούς πιστωτές, παρά να σταθεροποιήσουν τις οικονομίες.

Υπό τις συνθήκες αυτές, η ενότητα του παγκόσμιου συστήματος αποβαίνει αιτία στρεβλώσεων και αποκλίσεων ανάμεσα στις χώρες σε όρους κόστους του χρήματος και επιπέδων απασχόλησης. Με τη σειρά τους, οι αποκλίσεις τροφοδοτούν τη διεθνή χρηματιστική αστάθεια που εκδηλώνεται τελικά στην ευθραυστότητα των οικονομικών συστημάτων, στην ένταση στα επιτόκια, στην εξωτερική χρηματοδότηση, στη μείωση της απασχόλησης.

Η πάσης μορφής βοήθεια προς τις αναπτυσσόμενες περιοχές του κόσμου δεν έχει παύσει να μειώνεται στην πρόσφατη δεκαπενταετία, χωρίς αυτό ν' αντισταθμίζεται με κάποια ανάπτυξη της διεθνούς βοηθείας από ιδιωτικές πήγες. Επί του παρόντος, οι εκροές ιδιωτικών κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις στο εξωτερικό ανέρχονται σε 0,8% του ΑΕΠ των χωρών του ΟΟΣΑ, ενώ οι εισροές ξένων κεφαλαίων στις χώρες του ΟΟΣΑ φθάνουν 1,3% του ΑΕΠ των αυτών. Αυτό σημαίνει ότι οι πλούσιες χώρες χρηματοδοτούνται κατά σύστημα από τις αναπτυσσόμενες και όχι το αντίστροφο. Έτερος αποκαλυπτικός δείκτης είναι η εξέλιξη στο εισόδημα από επενδύσεις που πραγματοποιούνται στο εξωτερικό: στη διάρκεια της τρέχουσας δεκαετίας, το ισοζύγιο αυτό είναι αρνητικό τόσο για τις ΗΠΑ, όσο και για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι ανεπτυγμένες περιοχές του πλανήτη δέχονται από το εξωτερικό περισσότερες επενδύσεις απ' όσες αποστέλλουν οι ίδιες στη διεθνή οικονομία, ενώ στη διάρκεια της περιόδου 1880-1914, οι εκροές κεφαλαίων ήταν πάνω από 5% του ΑΕΠ των μητροπολιτικών χωρών και οι εισροές από τον τότε τρίτο κόσμο ουσιαστικά ανύπαρκτες4.

Από το 1980, οι παγκοσμιοποητικές πολιτικές έχουν ενταθεί στην κατεύθυνση της φιλελευθεροποίησης και απορύθμισης. Η έμμονη στην εξισορρόπηση των εξωτερικών λογαριασμών κάθε χώρας οδηγεί προς λιγότερη εξάρτηση από εξωτερικές χρηματοδοτήσεις, όμως αυτό επιτυγχάνεται με τίμημα την επιβράδυνση της οικονομίας στο εσωτερικό και την αποδυνάμωση της αγοράς προς το εξωτερικό. Η παγκόσμια οικονομία, ενώ παρουσίαζε αυξητικούς ρυθμούς ανώτερους του 6% ετησίως προ του 1974 και ανώτερους του 5% μεταξύ 1974 και 1983, δεν παύει έκτοτε να επιβραδύνεται: 3,4% στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, 1,8% στη δεκατρία του 1990. Παρόμοια είναι η εξέλιξη των οικονομιών των χωρών του G7: 5% μέση ετήσια ανάπτυξη μεταξύ 1960 και 1973, 1,6% στην τρέχουσα δεκαετία. Στις συνθήκες αυτές, σημειώνεται γενική κάμψη των ρυθμών σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου: στις οικονομίες του G7, ο σχηματισμός κεφαλαίου έφθανε 25% του ΑΕΠ ετησίως προ του 1974, ενώ σήμερα έχει κατέλθει στο 19% του ΑΕΠ, χωρίς παράλληλα να αυξάνεται σοβαρά η εξαγωγή κεφαλαίου στο εξωτερικό.

Στην πρόσφατη μελέτη του ο αμερικανός ιστορικός της οικονομίας Robert Brenner δείχνει ότι έχει επίσης σοβαρά εξασθενίσει η αποδοτικότητα του κεφαλαίου και η παραγωγικότητα της εργασίας5.

Καθαρή αποδοτικότητα κεφαλαίου

1950-1970 1970-1993

HΠΑ 24,3 14,5

Γερμανία 23 10,9

Ιαπωνία 40 20

G7 26 15

Παραγωγικότητα της εργασίας5

1960-1973 1973-1979 1979-1990 1990-1996

ΗΠΑ 2,6 1,0 1,0 0,7

Ιαπωνία 8,2 3,0 2,6 1,0

Γερμανία 4,0 2,7 1,5 1,8

Σύμφωνα με τα διατιθέμενα στοιχεία, το πραγματικό εισόδημα της εργασίας βρίσκεται σε στασιμότητα: στις χώρες του G7, η μέση ετήσια αύξηση των πραγματικών μισθών (3% ετησίως προ του 1973), έχει κατέλθει στο 0,4% στην τρέχουσα δεκαετία. Η συμπίεση της εργασίας και της απασχόλησης εκδηλώνεται φυσικά στη διάσταση που έχουν λάβει πλέον τα φαινόμενα της ανεργίας και της υποαπασχόλησης. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, ο αριθμός των άνεργων και υποαπασχολούμενων στον κόσμο έχει φθάσει το 1/3 του παγκόσμιου ενεργού πληθυσμού, ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο επίπεδο6. Πιστοποιείται έτσι ότι οι οικονομικές επιδόσεις της παγκοσμιοποιητικής πολιτικής παραμένουν αξιοθρήνητες: αγορές κορεσμένες, άνευ προηγούμενου συρρίκνωση της εσωτερικής και συνεπώς της παγκόσμιας ζήτησης.

Σ' αυτό τον απολογισμό, το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι η προϊούσα υπερχρέωση.

Δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ (%)7

1981 1998

ΗΠΑ 36 65

Ιαπωνία 54 112

Γερμανία 35 65

Γαλλία 30 66

Βρετανία 54 60

Ιταλία 60 120

Ευρωπ. Ένωση(11) 43 78

G7 42 73

Όσον αφορά το χρέος του ιδιωτικού τομέα, ο απολογισμός είναι ακόμη περισσότερο καταλυτικός. Με βάση το κριτήριο «χρέος ως ποσοστό επί των ίδιων κεφαλαίων» στις μη χρηματιστικές επιχειρήσεις, σημειώνονται οι ακόλουθες επιδόσεις: Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής 112%, Ιαπωνία 400%, Γερμανία 160%, Γαλλία 136%, Ιταλία 340%, Καναδάς 109%8. H γενική τάση της υπερχρέωσης επιβεβαιώνεται σε όλους τους οικονομικούς συντελεστές. Στο επίπεδο των νοικοκυριών, το χρέος υπερβαίνει το 100% του διαθέσιμου εισοδήματος στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία, στη Βρετανία και στον Καναδά, ενώ ο δείκτης στις αρχές της δεκαετίας του 1980 έφθανε περίπου στο 75%.

Από την άλλη πλευρά, η παρούσα ασιατική και ρωσική κρίση απεκάλυψε πελώρια συσσωρευμένα χρέη στους ιδιωτικούς τομείς των ασιατικών χωρών και στο δημόσιο όσον αφορά τη Ρωσία. Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για αναβίωση του παραδοσιακού καπιταλιστικού υποδείγματος του τέλους του 19ου αιώνα: ομάδες ιδιωτών έχουν καταστήσει το κράτος όργανο ληστρικής εκμετάλλευσης της κοινωνίας μεσώ του δανεισμού. Σύμφωνα με μετριοπαθείς υπολογισμούς, τα ιδιωτικά χρέη στις μικρές ασιατικές χώρες ανέρχονται σε 500 δις δολάρια, το δημόσιο χρέος στη Ρωσία σε 200 δις και το συσσωρευμένο χρέος των ιαπωνικών τραπεζών σε 1000 δις δολάρια. Όπως είναι φανερό, το παγκοσμιοποιητικό υπόδειγμα, που προβάλλεται από το ΔΝΤ βρίσκεται σε μοιραία εξάρτηση από έναν διογκούμενο δανεισμό, τον οποίο δεν μπορεί ούτε να εξυπηρετήσει ούτε ν' απορροφήσει9. Κι αυτό συμβαίνει σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου.10 Η ανάλυση του Irwin Fisher σχετικά με την κατάρρευση της οικονομίας λόγω υπερδανεισμού επανέρχεται στην επικαιρότητα:11 η διαρκής άνοδος της πραγματικής άξιας του νομίσματος και των δανειακών υποχρεώσεων σε δολάρια εξηγεί την σημερινή κατάρρευση στις περιφερειακές χώρες του παγκόσμιου συστήματος, όμως η αυτή αιτία απειλεί και τις οικονομίες του παγκόσμιου κέντρου. Τα χρέη συσσωρεύονται και διασταυρώνονται σε τέτοιο βαθμό, ώστε οποιαδήποτε κάμψη των αναπτυξιακών ρυθμών, σύμφωνα με τις προδιαγραφές της παγκοσμιοποίησης, επιταχύνει το φαύλο κύκλο της κατάρρευσης.

Το κυνήγι ξένου συναλλάγματος ασκεί υποτιμητικές πιέσεις στα εθνικά νομίσματα, ενόσω αυτά στηρίζονται σε δεκανίκια12. Αυτή η έφοδος στο συνάλλαγμα είναι μια διεστραμμένη συνέπεια της παγκοσμιοποιητικής πολιτικής στο χρηματιστικό και νομισματικό πεδίο. Η έμμονη ιδέα των αρχών για σκληρό και δύσκαμπτο νόμισμα υπαγορεύεται από το στόχο της ένταξης στις διεθνείς χρηματαγορές. Όμως, το τεχνητά στηριζόμενο νόμισμα σ' επίπεδα που δεν δικαιολογούνται από την πραγματική οικονομία αποβαίνει με τη σειρά του αιτία περαιτέρω αποδυνάμωσης της οικονομικής δραστηριότητος, πράγμα που καθιστά την δεδομένη ισοτιμία ακόμη πιο αδικαιολόγητη, ανοίγοντας δρόμο στους κερδοσκόπους. Τα υψηλά επιτόκια για την στήριξη εύθραυστων ισοτιμιών εξωθούν τις επιχειρήσεις σε αναζήτηση χρηματοδοτήσεων σε συνάλλαγμα, εφ' όσον αυτό κοστίζει λιγότερο. Ομοίως, η πολιτική ελέγχων της νομισματικής κυκλοφορίας, δόγμα "ιερό" στη διάρκεια της δεκαετίας του '80 και του '90, στο βαθμό που περιορίζει την εσωτερική ρευστότητα, προτρέπει επίσης τις επιχειρήσεις ν' αναζητούν αφθονία ρευστότητας στο εξωτερικό. Η αναζήτηση διευκολύνεται δε με την σχετικά πρόσφατη κατάργηση κάθε έλεγχου στην κίνηση κεφαλαίων και συναλλάγματος.

Όμως το τεχνητά υποστηριζόμενο νόμισμα, παρ' όλο που διασφαλίζει την διεθνή χρηματιστική ένταξη, καθιστά την πραγματική οικονομία ακόμη πιο δύσκαμπτη, λιγότερο ευέλικτη και ικανή να πραγματοποιήσει τις αναγκαίες προσαρμογές. Οι αρχές σκοπεύουν με την πολιτική του αντιπληθωρισμού να βελτιώσουν το εξωτερικό ισοζύγιο, όμως αυτό συνεπάγεται διπλό κίνδυνο: α) εάν όλες οι χώρες του κόσμου μειώνουν ταυτόχρονα την εξωτερική τους ζήτηση, λόγω αντιπληθωριστικών επιδιώξεων, σ ο αντιπληθωρισμός εγκαθίσταται πανηγυρικά στο κέντρο της παγκόσμιας οικονομίας: ακόμη μια συστημική αιτία ή συνέπεια της παρούσας κρίσης, β) εάν η αντιπληθωριστική πολιτική εφαρμόζεται επί μακρό χρονικό διάστημα, η συναφής κάμψη αυξητικών ρυθμών και εισοδημάτων καθιστά μοιραία επισφαλείς τις ήδη χορηγηθείσες πιστώσεις. Στην περίπτωση αυτή, διαπιστώνεται ακόμη μια φορά το διαρθρωτικό και οργανικό αδιέξοδο του παγκοσμιοποιητικού υποδείγματος, τουλάχιστον όπως αυτό εφαρμόζεται μέχρι σήμερα: περιορίζει τη νομισματική ρευστότητα για να υποστηρίξει μια δεδομένη ισοτιμία του νομίσματος, εισάγει και γενικεύει τον δανεισμό στην οικονομία, όμως μειώνει παράλληλα τους αυξητικούς ρυθμούς του προϊόντος που είναι απαραίτητοι για την απορρόφηση των χρεών και τα εισοδήματα που είναι αναγκαία για την εξυπηρέτηση τους.

Διαπιστώνεται ότι στις χώρες του G7, οι δημόσιοι και ιδιωτικοί δανεισμοί αυξάνονται ταχύτερα απ' ο,τι το ΑΕΠ. Συνάγεται ότι το ιαπωνικό φαινόμενο με τον πελώριο όγκο επισφαλών πιστώσεων προς τον ιδιωτικό τομέα δεν είναι άσχετο με ο,τι εκδηλώνεται σήμερα στις δυτικές οικονομίες: όσο οι μεγεθυντικοί ρυθμοί κάμπτονται, όλο και περισσότερες πιστώσεις θα αποβούν μοιραία προβληματικές κι επισφαλείς. Η κρίση του δανεισμού συνιστά μια πιθανή οδό προσέγγισης για την κατανόηση του παγκοσμιοποιητικού υποδείγματος. Υπάρχουν ασφαλώς και άλλοι οδοί προσέγγισης: κρίση απασχόλησης, ζήτησης και εισοδημάτων, συμπεριφορά των ισοτιμιών, κερδοσκοπία κλπ.

Είναι προφανές ότι σε πλαίσιο αυξανόμενης αστάθειας, που επιδεινώνεται λόγω των παγκοσμιοποιητικών πολιτικών, το κόστος της ανταγωνιστικότητος επιρρίπτεται κατά σύστημα στα πιο αδύναμα στοιχεία: «αιματηρή παγκοσμιοποίηση», αναφωνεί ο Bradford DeLong του Πανεπιστημίου του Μπερκλευ13. Όμως είναι αναμφισβήτητο ότι οι δυστυχίες των αδύναμων υπονομεύουν πάντα την ευημερία των ισχυρών και πλούσιων. Αρκετοί οικονομολόγοι, αν και συντηρητικοί, μονεταριστές και νεοφιλελεύθεροι, όπως οι Jeffrey Sachs14 και Allan Meltzer15, άρχισαν ν' αποστασιοποιούνται από την τρέχουσα πολιτική του ΔΝΤ, την οποία δεν διστάζουν να καταγγείλουν ως υπεύθυνη για την ανάφλεξη στην Ασία, στη Ρωσία, στη Λατινική Αμερική. Η μείωση των δημόσιων δαπανών και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, η εκκαθάριση των επισφαλών πιστώσεων και η ενίσχυση της πραγματικής άξιας των νομισμάτων, σε περίοδο ύφεσης, καθησυχάζουν ασφαλώς τους διεθνείς πιστωτές, όμως είναι βέβαιο ότι αποστέλλουν παράλληλα τις χώρες κατ' ευθείαν στην κόλαση. Επί του παρόντος, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του γερμανικού περιοδικού DerSpiegel, το ήμισυ του παγκόσμιου συστήματος βρίσκεται σε ύφεση: μέχρι πότε το έτερο ήμισυ θα κατορθώνει να επιβιώνει καταστροφικά για το παγκόσμιο σύνολο;

Γίνεται γενικά αποδεκτό ότι στο σημερινό παγκόσμιο σύστημα υπάρχει δραματική απουσία σταθεροποιητικών μηχανισμών ικανών ν' αποσβέσου μια διαδικασία ύφεσης στη γέννησή της. Αυτοί οι μηχανισμοί υπήρχαν στη διάρκεια του συστήματος του Bretton-Woods, 1944-1971 και καταργήθηκαν στη δεκαετία του '70 ως ασυμβίβαστοι με τη μόδα της φιλελευθεροποίησης και της απορύθμισης. Διαπιστώσαμε προηγουμένως ότι αυτή τη στιγμή ο συστημικός κίνδυνος δεν είναι μόνον νομισματικός, αλλ' αφορά και τα μεγέθη της πραγματικής οικονομίας.

Η κινητικότητα των κεφαλαίων έχει αναδειχθεί σε κύριο αποσταθεροποιητικό παράγοντα διεθνώς: παραμένει επί του παρόντος υπερβολικά μονόπλευρη προς αποκλειστικό όφελος του παγκόσμιου κέντρου και εις βάρος της περιφέρειας, προς όφελος της αναδιανομής υπέρ του χρηματικού κεφαλαίου και εις βάρος της νέας παραγωγής, υπερβολικά βραχυπρόθεσμη και υπονομεύουσα τη δέσμευση στις παραγωγικές διαδικασίες. Η εφημερίδα Wall Street Journal σημειώνει ότι η παγκόσμια οικονομία σήμερα διψά για νομισματική ρευστότητα κινήσεως. Αυτό είναι αλήθεια. Όμως η παγκόσμια οικονομία ασφυκτιά επίσης λόγω ανεπάρκειας εισοδημάτων, επενδύσεων, ζήτησης και παραγωγής. Και διψά για δικαιότερη και συνεπώς αποτελεσματικότεροι κατανομή των εισοδημάτων. Η ανεργία, η υποαπασχόληση και η νέα φτώχεια της εποχής μας αποτελούν σήμερα τους δείκτες αναποτελεσματικότητας και δυσλειτουργίας του οικονομικού συστήματος σε εθνική και σε παγκόσμια κλίμακα.

Η παγκοσμιοποίηση συνιστά τον απώτατο ορίζοντα του κεφαλαίου, όπως ο Μαρξ δεν είχε παραλείψει να επισημάνει ήδη το 1848. Παρ' όλα αυτά, έχει καθοριστική σημασία να διευκρινισθεί για τι είδους παγκοσμιοποίηση πρόκειται κάθε φορά. Η χρηματιστική παγκοσμιοποίηση δεν φέρει αναγκαστικά στην παγκοσμιοποίηση της πραγματικής οικονομίας. Ο Keynes έλεγε ότι εάν επιδιώκεται η πραγματική παγκοσμιοποίηση, τότε πρέπει να διεθνοποιηθούν όλα τα στοιχεία της οικονομίας εκτός από ένα, το χρηματιστικό. Με την υψηλή κινητικότητα του χρηματιστικού κεφαλαίου, διευκρίνιζε, αποσταθεροποιούνται τόσο τα εθνικά παραγωγικά συστήματα, όσο και το διεθνές. Σ' αυτούς που προτάσσουν σήμερα θεωρητικά δόγματα περί μη αντιστρεψιμότητας, η ιστορία απαντά, όπως και άλλοτε, με αδιαφορία: η κίνηση του εκκρεμούς αποδίδει την πραγματική πορεία της ιστορίας καλύτερα από παρόμοιες τελεολογικές θεωρητικές συλλήψεις που συνήθως αποδεικνύονται κενές ιστορικού περιεχομένου.

Εμπρός στον άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης, ορισμένες χώρες, όπως η Μαλαισία και η Ρωσία, αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο επαναφοράς ελέγχων στις κινήσεις συναλλάγματος και κεφαλαίων. Αυτό θα επέτρεπε στις χώρες αυτές να μειώσουν το κόστος κεφαλαίου μεσώ μείωσης επιτοκίων και να ξαναποκτήσουν μια σχετική ελευθέρια στη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής σύμφωνα με τις ανάγκες ανάκαμψης της οικονομίας τους. Οι δυο χώρες αυτές τέθηκαν πάραυτα στο στόχαστρο, υπό το πρόσχημα ότι έξω από το παγκοσμιοποιητικό υπόδειγμα της ελεύθερης μετατρεψιμότητας των κεφαλαίων και του χρήματος, δεν υπάρχει σωτήρια. «Τι ιδεολογική τύφλωση, τι ιστορική άγνοια, τι εξαπάτηση», εκρήγνυται ο σεβάσμιος καθηγητής της οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Columbia, Jagdish Bhagwati16. Εμπνεόμενος από τη διατύπωση του πρώην Προέδρου των ΗΠΑ Αιζενχάουερ, ο οποίος είχε καταγγείλει στη δεκαετία του '50 το «στρατιωτικό-βιομηχανικό» συγκρότημα στις ΗΠΑ, ο Bhagwati, που διετέλεσε επίσης και σύμβουλος του Διευθυντού του GATT, υπογραμμίζει ότι στην εποχή μας η παγκοσμιοποιητική ιδεολογία και η απελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίου συνιστούν τα όπλα του νέου συγκροτήματος που κυβερνά τον κόσμο: αυτό που προκύπτει από τη συμπαιγνία ανάμεσα στη Wall Street και στο υπουργείο οικονομικών των ΗΠΑ. Οι υπεύθυνοι των δυο οργανισμών διατείνονται ότι χωρίς απελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων και πλήρη υποταγή στην ανευθυνότητα των παγκόσμιων χρηματιστικών αγορών, οι εθνικές οικονομίες δεν μπορούν να λειτουργήσουν και καταρρέουν. Όμως, η ιστορική εμπειρία δείχνει, επιμένει ο Bhagwati, ότι τα πλεονεκτήματα από την κινητικότητα κεφαλαίων είναι πάντα αμελητέα για τις χώρες σε σχέση με τα μειονεκτήματα. Στο κάτω-κάτω, προσθέτει ο ίδιος, μεγάλες οικονομίες, όπως η Κινά και η Ιαπωνία, αναπτύχθηκαν ιστορικά χωρίς καμία ελευθέρια στις κινήσεις κεφαλαίου. Ομοίως, η δυτική Ευρώπη μεταπολεμικά μπόρεσε ξαναποκτήσει την προπολεμική ευημερία της, χωρίς ελεύθερη μετατρεψιμότητα κεφαλαίων. Ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, ολοκλήρωσαν την χρηματιστική απελευθέρωση τους μόλις στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας του '90. Κατά συνέπεια, συμπεραίνει, συνιστά «πνευματική εξαπάτηση» το να στιγματίζονται χώρες που βρίσκονται στα όρια της απελπισίας επειδή αναζητούν σωτήρια με τρόπους που σήμερα δεν θεωρούνται ορθόδοξοι.

Παρ' όλα αυτά, το συγκρότημα Wall Street/US Treasury, στο οποίο οι Wade και Veneroso προσθέτουν το ΔΝΤ, εμμένει στο ν' απαιτεί μεταρρυθμίσεις πριν από τη σταθεροποίηση. Συνήθως, η συντηρητική προσέγγιση κατά την τελευταία 15ετια προέτασσε τη σταθεροποίηση στην ανάπτυξη. Σήμερα, διαπιστώνουμε ότι η συντηρητική προσέγγιση γίνεται ακόμη περισσότερο αντιδραστική: πρώτα θεσμικό πλαίσιο «διαφάνειας», δηλ. απορύθμιση, έπειτα σταθεροποίηση και στο τέλος ανάπτυξη. Φυσικά, όλη αυτή η σχολαστική προβάλλεται για ν' αποφύγουν το ΔΝΤ και η Δύση τις ευθύνες τους για την αυξανόμενη διεθνή αστάθεια, ενοχοποιώντας τα θύματα της δικής τους πολιτικής. Εκτός από το ότι, επί του παρόντος, το ΔΝΤ δεν διαθέτει τους απαιτούμενους πόρους για να σταθεροποιεί την παγκόσμια οικονομία, δεν διαθέτει ούτε τη σχετική αρμοδιότητα, που του αφαιρέθηκε το 1973, ούτε και τη θέληση για να προβεί σε κάτι τέτοιο. Όμως σ' αυτό το παγκόσμιο θέατρο του παράλογου, στο οποίο παίζεται το μέλλον του παγκόσμιου συστήματος, ενόσω οι μεταρρυθμίσεις απαιτούνται πριν από τη σταθεροποίηση και την ανάπτυξη, το παγκόσμιο σύστημα θα βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στο τέλμα.

Το ανησυχητικότερο όλων είναι το αμετανόητο "παγκοσμιοποιητικό πνεύμα" που, παρά την κατάρρευση του προστάγματος του, εμμένει να προτείνει ανοικτά την κρίση ως εξυγιαντική εκκαθάριση της παγκόσμιας οικονομίας. Το σκηνικό της δεκαετίας του '30 αποκαθιστάται ταχύτατα: αδράνεια των κυβερνήσεων μπροστά στην κρίση, ανελλιπής υποστήριξη ισχυρών νομισματικών ισοτιμιών και αντιπληθωρισμού, εξωραϊσμός των «ευεργετικών συνεπειών» της κρίσης. Δεν είναι έτσι παράδοξο που επανέρχονται στην επικαιρότητα διαπιστώσεις, όπως αυτές του Andrew Mellon, υπουργού οικονομικών του υπερορθόδοξου Προέδρου των ΗΠΑ H. Hoover, κατά την κρίσιμη περίοδο 1928-1932: «Η κρίση είναι αξιοθαύμαστη διαδικασία. Καταστρέφει τα πλεονάσματα εργασίας, εμπορευμάτων, αποθεμάτων, αγροτικών προϊόντων, ακόμη και ακίνητων περιουσίων. Ο πανικός δεν είναι κατ' ανάγκην κακό πράγμα. Επιτρέπει να εξυγιάνουμε ταχύτατα το παραγωγικό μας σύστημα από τη σαπίλα που είχε συσσωρευθεί επί σειρά ετών κατά το παρελθόν. Βέβαια, το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων επιδεινώνεται. Οι άνθρωποι υποχρεώνονται να εργάζονται περισσότερο χρόνο και πιο σκληρά, όμως επιτυγχάνουν έτσι σ' αντάλλαγμα βίο ηθικότερο. Οι ηθικές αξίες μας προσαρμόζονται στην εποχή μας, οι αναποτελεσματικοί επιχειρηματίες επί τέλους εκλείπουν».

Άραγε οι φράσεις αυτές επισημαίνουν τη βασική αλήθεια του καπιταλισμού ή αποτελούν την αναγκαία κατάληξη του δογματισμού της πλήρους υποταγής στην ασυδοσία των χρηματιστικών αγορών; Όταν, με τη διαιωνιζόμενη παγκοσμιοποιητική πολιτική, το ποτήρι ξεχειλίζει και πάλι, άραγε θα είναι ακόμη δυνατό να σωθεί ο καπιταλισμός από τις φωτιές που ανάβει η καταστροφική μανία των ακεραιοφρονούντων θιασωτών του;


1. Βλ. Paul Hirst και Grahame Thompson, Globalization in Question, Polity Press 1966. Βλ. επίσης Robert Boyer, Mondialisation au-dela des mythes, La Decouverte 1997.

2. Το βολταιρικό πρότυπο αρετής για κάθε μεμονωμένη οικονομία αντιπαρατίθεται στην έννοια της συστημικής αρετής για το παγκόσμιο σύστημα, Βλ. Barry Eichengreen, Golden Fetters: The Gold Standard and the Great Depression, 1919-1939, New York, Oxford University Press, 1992. Bλ του ιδίου: «‘It' Can Happen Again», Challenge, Nov-Dec 1992.

3. Βλ. O. Boysson, «Pays emergents: risques de marche ou risque de solvabilite?» στο Conjoncture, Parisbas, Mai 1997.

4. Βλ. A. Taylor, International Capital Mobility in History: the Saving-Investment Relationship, NBER Working Paper n° 5743, September 1996.

5. Bλ. R. Brenner, «The Economics of Global Turbulance», στο New Left Review, N° 229, May/June 1998.

6. Βλ. OECD, Historical Statistics, 1997.

7. Bλ. OIT/BIT , Rapport sur l'emploi dans le monde, 1998-99, Geneve, 24 Σεπτεμβρίου 1998.

8. Βλ. OCDE, Coup d'?il sur les economies de l'OCDE, 1996.

9. Id.

10. Βλ. R. Wade και F. Veneroso, «The Asian Crisis: The High Debt Model versus the Wall Street/Treasury/IMF Complex», στο New Left Review, N° 229, March-April 1998.

11. Βλ. I. Fisher, «The debt-Deflation Theory of the Great Depression», στο Econometrica, vol.I, n° 4, Oct.1933, σ. 337 επ. Bλ. επίσης του ιδίου: Booms and Depressions, London 1933.

12. Βλ. R. Dornbusch, «After Asia: New Directions for the International Financial System», July 1998. Βλ. επίσης του ιδίου: «Asia Crisis Themes», February 1998. http://web.mit.edu/rudi/www/

13. Βλ. Brad Delong, «What's Wrong With Our Bloody Economies», Los Angeles Times , 28.1.98.

14. Bλ. Jeffrey Sachs, «Global Capitalism. Making It Work», The Economist9/1998 .

15. Βλ. Allan Meltzer, Time To Print Money, Financial Times17.7.98.

16. Bλ. J. Bhagwati, The Capital Myth. The Difference Between Trade in Widgers And Dollars, Foreign Affairs, May-June 1998.