Το πρόβλημα του «φετιχισμού» στον Μαρξ
Τεύχος 66, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1999


ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ "ΦΕΤΙΧΙΣΜΟΥ" ΣΤΟΝ ΜΑΡΞ1
του Λουί Αλτουσέρ
μετάφραση Δημήτρης Δημούλης

Ας σημειωθεί παρενθετικά --μια και διαθέτουμε στο Κεφάλαιο (που γίνεται στο κεφάλαιο Ι, παράγραφος 4 εκατό τοις εκατό φοϋερμπαχιανό) μια θεωρία της αντικειμενικής μυστικοποίησης, τη θεωρία του φετιχισμού-- ότι τα όσα είπαμε για το κράτος2 μας επιτρέπουν ίσως να λύσουμε --τουλάχιστον εν μέρει, αφού η τύχη των λέξεων δεν μπορεί να ελεγχθεί-- το βασανιστικό και αδιάκοπα ανακινούμενο πρόβλημα του φετιχισμού.

Είναι γνωστό ότι οι λίγες εμπνευσμένες σελίδες που αφιέρωσε ο Μαρξ στο φετιχισμό και οι οποίες δεν κρύβουν καθόλου τις υψηλές απαιτήσεις τους, εξέθρεψαν μια τεράστια φιλολογία, η οποία διαρκώς αναπαράγεται, κάθε φορά "υπερθεματίζοντας". Οι λόγοι είναι ευνόητοι. Όλοι οι μαρξιστές που αρνούνται να υιοθετήσουν τη λογική του "μηχανιστικού οικονομισμού" που υπάρχει σε ορισμένες φράσεις του Μαρξ, αναζητούν σ' αυτές τις σελίδες (οι οποίες με κάποια υπερβολή θεωρούνται ομοιογενείς και άρα ορθές σε όλα τα σημεία) στοιχεία για να υπερασπιστούν θέσεις που θα αποκαλούσαμε "εργατιστικές" με την ευγενή έννοια του όρου, στοιχεία για να υπερασπιστούν τα ανθρώπινα αποθέματα της εργατικής εξέγερσης και του εργατικού "λόγου", χωρίς να αποθαρρύνονται από το γεγονός ότι η ίδια θεωρία του φετιχισμού χρησιμεύει ως βάση σε όλους τους "ανθρωπιστές" ή και "θρησκευόμενους" ερμηνευτές της σκέψης του Μαρξ.

Σε ένα κείμενο αυτής της σημασίας, το οποίο έχει τη συγκεκριμένη θέση στη σειρά έκθεσης του Kεφαλαίου, διακυβεύονται πολλά "νοήματα". Και είναι γεγονός ότι ο Μαρξ παίζει με αυτή την πολλαπλότητα των δυνατών νοημάτων --και δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι τη χρησιμοποιεί για να στηρίξει την απόδειξή του, η οποία επικαλείται, ήδη από την αρχή, τη θρησκεία: "για να βρούμε μια αναλογία αυτού του φαινομένου πρέπει να την αναζητήσουμε στη νεφελώδη περιοχή του θρησκευτικού κόσμου"3 --και η επαλήθευση θα έρθει στο τέλος, όπου μαθαίνουμε ότι ο Χριστιανισμός είναι "το θρησκευτικό συμπλήρωμα που αρμόζει περισσότερο" στην εμπορευματική κοινωνία4. Παγιδευμένος στο θρησκευτικό μοντέλο και εξαίροντας την απλότητα και τη διαφάνεια των σχέσεων του ανθρώπου Ροβινσώνα και των πραγμάτων, ο Μαρξ μπορεί να διατυπώσει τη θέση του: "... για τους παραγωγούς, οι σχέσεις των ιδιωτικών εργασιών τους εμφανίζονται ως αυτό που είναι, δηλαδή όχι ως άμεσες κοινωνικές σχέσεις των προσώπων στις ίδιες τις εργασίες τους, αλλά αντιθέτως ως κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων"5. Αυτή η φράση (επιλέγω εκείνη που δίνει στο φετιχισμό τις μεγαλύτερες θεωρητικές πιθανότητες) λέει πράγματι αρκετά καλά6 την αλήθεια.

Ο Μαρξ παίζει εδώ με τις "κοινωνικές σχέσεις", άλλοτε μεταξύ "προσώπων", άλλοτε μεταξύ πραγμάτων. Οταν επικαλείται τις άμεσες κοινωνικές σχέσεις των προσώπων στις ίδιες τις εργασίες τους, επικαλείται πράγματι μια διπλή διαφάνεια, η οποία θεμελιώνεται και στις δύο περιπτώσεις στην αμεσότητα: 1/ η σχέση κάθε υποκειμένου με το προϊόν της εργασίας του (πράγμα) είναι διαφανής, 2/ η σχέση των υποκειμένων μεταξύ τους, στη διαδικασία της συλλογικής (κοινωνικής) εργασίας τους είναι διαφανής. Αυτές οι σχέσεις είναι διαφανείς επειδή είναι άμεσες. Αυτό σημαίνει όμως ότι υιοθετεί κανείς ένα καθαρό φιλοσοφικό αξίωμα (η σχέση ενός υποκειμένου με το αντικείμενό "του" είναι διαφανής γιατί είναι άμεση), εκτός και αν αναζητήσει κανείς αυτή τη διαφάνεια λόγω της αμεσότητας εκεί όπου κυριαρχεί, δηλαδή στο εμπορευματικό δίκαιο, ή μάλλον στην ιδεολογία του δικαίου.

Πράγματι σ' αυτή την περίπτωση η σχέση ενός υποκειμένου δικαίου με το πράγμα που κατέχει, και του οποίου κατέχει ταυτόχρονα και την ιδιοκτησία, είναι διαφανής διότι είναι άμεση. Η ιδεολογία του δικαίου ισχυρίζεται επιπλέον ότι επειδή όλες οι εμπορευματικές σχέσεις θεμελιώνονται στην αμεσότητα της κατοχής των "πραγμάτων" από κάθε υποκείμενο δικαίου, αυτή η διαφάνεια επεκτείνεται σε όλες τις νομικές σχέσεις. Ισχυρίζεται τέλος ότι επειδή η σχέση του υποκειμένου δικαίου με τα πράγματα είναι μια σχέση ιδιοκτησίας, είναι ταυτόχρονα μια σχέση που περιλαμβάνει το δικαίωμα αλλοτρίωσης, άρα πώλησης και αγοράς των "πραγμάτων" (εμπορευμάτων), με αποτέλεσμα η άμεση και διαφανής σχέση του υποκειμένου με το πράγμα να εμφανίζεται ως μια κοινωνική σχέση. Το δίκαιο αναγνωρίζει έτσι ότι οι κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους [είναι] ταυτόσημες με τις κοινωνικές σχέσεις των εμπορευμάτων (πραγμάτων) μεταξύ τους, επειδή δεν [είναι] παρά η άλλη πλευρά τους.

Το παράδοξο είναι ότι ο Μαρξ αντιπαραθέτει τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων στις σχέσεις μεταξύ πραγμάτων, ενώ η ίδια η πραγματικότητα του δικαίου εκφέρει αυτές τις σχέσεις στην ενότητά τους. Στην πραγματικότητα, αν εξετάσουμε προσεκτικά το κείμενο του Μαρξ, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν επικρίνει τόσο αυτή την ενότητα, όσο το ότι είναι φαινομενική: οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους φαίνονται σ' αυτούς ως σχέσεις μεταξύ πραγμάτων. Αλλά αυτή η επίφαση, για την οποία ο Μαρξ διαπιστώνει ότι και αφού διαλυθεί θεωρητικά εξακολουθεί να υφίσταται, αποτελεί μέρος της πραγματικότητας των κοινωνικών σχέσεων όσο και η άλλη επίφαση: η επίφαση της αμεσότητας και της διαφάνειας των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και των "πραγμάτων τους" ή "των προϊόντων τους".

Όσο παραμένουμε στο εννοιολογικό σύστημα της αντίθεσης πρόσωπο/πράγμα, που αποτελούν δύο θεμελιώδεις κατηγορίες του δικαίου και της νομικής ιδεολογίας, μπορούμε εξίσου καλά να υπερασπιστούμε τη θέση του Μαρξ όσο και την αντίθεση θέση, να τις αποδεχθούμε αμφότερες ή να τις απορρίψουμε. Σε όλες τις περιπτώσεις παραμένουμε δέσμιοι των κατηγοριών του δικαίου και των εννοιών της νομικής ιδεολογίας.

Στην πραγματικότητα η θεωρία του φετιχισμού στον Μαρξ δεν είναι παρά ένα είδος παραβολής, της οποίας οι απώτερες σκέψεις εμφανίζονται σαφώς στη συνέχεια του κειμένου, καταστρέφοντας ωστόσο το αποτέλεσμα "απόδειξης" που αναμενόταν από τις λαμπρές παραγράφους που προηγήθηκαν.

Ο Μαρξ μας δίνει αρχικά μια σειρά παραδειγμάτων "κοινωνιών" όπου οι "κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων" κυριαρχούν στην αμεσότητα και τη διαφάνειά τους -και όχι, όπως σε μια εμπορευματοπαραγωγό κοινωνία, υπό την επίφαση κοινωνικών σχέσεων μεταξύ πραγμάτων (εμπορευμάτων)7. Παράδειγμα: ο Ροβινσώνας, ο άνθρωπος με τις διάφανες σχέσεις με τα πράγματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που κατασκευάζει για να ανασυγκροτήσει στο νησί του τον κόσμο "αντικειμένων" της πολιτισμένης εμπορευματικής κοινωνίας. Παράδειγμα η φεουδαρχική κοινωνία, όπου οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων δεν έχουν την επίφαση σχέσεων μεταξύ πραγμάτων, διότι εκτυλίσσονται μεταξύ "προσώπων", άμεσα και διάφανα (παράδειγμα: η αγγαρεία, τα ξυλοκοπήματα κλπ.). Παράδειγμα: μια πατριαρχική οικογένεια. Τελευταίο παράδειγμα: η κοινωνία των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών όπου όλα εκτυλίσσονται στη διαφάνεια της συνείδησης και του σχεδιασμού βάσει ελεύθερης συναίνεσης.

Αν πάρουμε κατά λέξη τις υποτιθέμενες αποδείξεις του Μαρξ, δεν έχουν ένα γενικά ισχύον νόημα, διότι δίνει κάθε φορά στη λέξη "πρόσωπο" και στη λέξη "πράγμα" το νόημα που ταιριάζει στην "απόδειξή" του: το κουνέλι βρίσκεται πάντοτε εκ των προτέρων στο καπέλο. Αντιθέτως αν κατανοήσουμε την παραβολή, θέλει να πει το εξής: οι εμπορευματικές σχέσεις, υπό τις οποίες ζούμε και οι οποίες έχουν πάντοτε γι' αυτές τις ίδιες τη "διαφάνεια" της "προδηλότητάς" τους, όπως όλες οι κατεστημένες κοινωνικές σχέσεις, είτε ροβινσωνικές (η σχέση του Ροβινσώνα με τον εαυτό του είναι μια κοινωνική σχέση) είτε φεουδαρχικές ή πατριαρχικές, αυτές οι εμπορευματικές σχέσεις δεν υπήρχαν ανέκαθεν, δεν είναι μοιραίες, ο κομμουνισμός θα τις καταργήσει --και τότε καταλαβαίνουμε. Αλλά δεν βλέπουμε για ποιο λόγο ο Μαρξ θέλησε να μπλεχτεί σ' αυτή την παραβολή.

Αλλά ο Μαρξ μας δίνει στη συνέχεια μια σειρά παραδειγμάτων που έχουν τελείως διαφορετική πειστικότητα. Πρόκειται αυτή τη φορά για "θεωρίες", λιγότερο ή περισσότερο ιδεολογικές: των μερκαντιλιστών, που πίστεψαν ότι κάθε πλούτος (αξία) έγκειται στην ποιότητα ορισμένου μετάλλου (χρυσός, ασήμι), των Φυσιοκρατών, που πίστεψαν ότι μόνον το έδαφος ήταν παραγωγικό, των ιδεολόγων κάθε λογής που θεωρούν ότι το κεφάλαιο συγκροτείται από "πράγματα" (μέσα παραγωγής) κλπ.8. Εδώ ο Μαρξ αποκαλεί τους αντιπάλους του με το όνομά τους: καταγέλλει "την ψευδαίσθηση που δημιουργείται στους περισσότερους οικονομολόγους από τον ενύπαρκτο στον εμπορευματικό κόσμο φετιχισμό, ή από την υλική επίφαση των κοινωνικών κατηγορημάτων της εργασίας ..."9,10. Αλλά ταυτόχρονα ομολογεί κάτι που ίσως να μη στερείται σημασίας. Το ότι ο φετιχισμός ταυτίζεται εδώ με τις "ψευδαισθήσεις" οικονομολόγων, δηλαδή ιδεολόγων που κάνουν τη δουλειά τους ως ιδεολόγοι. Το βραχυκύκλωμα με το οποίο ο Μαρξ αποδίδει αυτές τις "ψευδαισθήσεις" "οικονομολόγων" στον "ενύπαρκτο στον εμπορευματικό κόσμο φετιχισμό" είναι τουλάχιστον βιαστικό και αποτελεί έναν τρόπο --που θα έχρηζε δικαιολόγησης-- να τους απαλλάξει από τη θεωρητική ευθύνη τους με επίκληση "του εμπορευματικού κόσμου". Επιπλέον ο Μαρξ είναι αναγκασμένος να "υπερθεματίσει" πολύ έντονα, όταν τολμά να μιλήσει για την " υλική επίφαση των κοινωνικών κατηγορημάτων της εργασίας ", δηλώνοντας εδώ αναμφίβολα οτιδήποτε είναι υλικό, υλικές συνθήκες εργασίας, τόσο την πρώτη ύλη όσο και τα μέσα παραγωγής, το χρήμα κλπ. Τι είναι όμως αυτή η "εργασία", αυτή η Ουσία που αποκτά έτσι αυτεπαγγέλτως Κοινωνικά Κατηγορήματα (τα μέσα παραγωγής), των οποίων ολόκληρη η υλική πραγματικότητα δεν είναι παρά "επίφαση"; Αν έχουμε συγκρατήσει μια μικρή φράση που έχει γραφτεί στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, όπου --με αφορμή την "εργασία" και μια Θέση του Προγράμματος που λέει ότι όλη η αξία προέρχεται από την εργασία (δηλαδή από την Εργασία-Ουσία)-- ο Μαρξ θα καταγγείλει με αυστηρότητα την πίστη των αστών ιδεολόγων στην "παντοδυναμία της εργασίας"11, έχουμε λόγο να μείνουμε εμβρόντητοι μπροστά στην "υλική επίφαση των κοινωνικών κατηγορημάτων της εργασίας", που θεμελιώνει εδώ ολόκληρη τη θεωρία του φετιχισμού.

Είναι απόλυτα σαφές ότι ο Μαρξ θέλησε σ' αυτό το απόσπασμα, που εισάγει το κεφάλαιο για το χρήμα, να αποκτήσει από την αρχή ένα μέσο για να αντικρούσει εύκολα τη θεωρία των μερκαντιλιστών (που πιστεύουν ότι η αξία του χρυσού προέρχεται από τη "φύση" του χρυσού). Είναι απόλυτα προφανές ότι θέλησε επίσης να μιλήσει και για τις εμπορευματικές σχέσεις (προσέξτε ότι αναφέρεται στην περίεργη έννοια των " ιδιωτικών εργασιών") ακολουθώντας την ατυχή σειρά έκθεσης που έχει ως αφετηρία την απλή (και διαφανή) αφαίρεση της αξίας. Είναι δε ευνόητο ότι μίλησε γι' αυτές με σκοπό να ανοίξει δρόμους στην ιδέα ότι οι κοινωνικές σχέσεις δεν είναι αναγκαστικά εμπορευματικές σχέσεις. Αλλά αυτοί οι λόγοι είναι πολύ αδύνατοι, και παραπέμπουν, όπως και όλες οι άλλες αδυναμίες του, στην πρωταρχική αδυναμία, στην οποία επένδυσε όλη τη δύναμή του, στο να αρχίσει Το Κεφάλαιο όπως το άρχισε.

Αυτές οι σκέψεις δεν είναι παρεκβατικές12. Διότι αν αφήσουμε κατά μέρος το φετιχισμό ως θεωρία που εμφανίζεται κατά κάποιο τρόπο ως εν γένει αναγκαία και θεμελιώνεται εδώ κατά σύμπτωση στην αφαίρεση της αξίας και στην εμπορευματική μορφή της, το μόνο σοβαρό πράγμα που υπάρχει στο κείμενο είναι ό,τι λέγεται σε συνάρτηση με ό,τι δεν λέγεται. Διότι το μόνο βέβαιο, ανάμεσα σε όλα τα παραδείγματα που αναφέρει ο Μαρξ, είναι οι "ψευδαισθήσεις των περισσότερων οικονομολόγων", δηλ. οι θεωρητικές κατασκευές που χρησίμευσαν ως οικονομική σκέψη όχι σε έναν "εμπορευματικό κόσμο", αλλά σε έναν ήδη προχωρημένο "καπιταλιστικό κόσμο": έναν κόσμο στον οποίο υπήρχαν όχι μόνο εμπορεύματα και χρήμα-χρυσός, αλλά επίσης η μισθωτή εργασία, άρα η καπιταλιστική εκμετάλλευση, καθώς και το κράτος. Ο Μαρξ ήταν αναγκασμένος να κάνει αφαίρεση από αυτές τις πραγματικότητες, που είναι θεμελιώδεις για την κατανόηση όχι μόνον του Ροβινσώνα αλλά και των προαναφερθεισών "ψευδαισθήσεων των οικονομολόγων", προκειμένου να πραγματοποιήσει τη συναγωγή από την πιο απλή αφαίρεση: την αξία. Δεν μπορούσε να τις χρησιμοποιήσει για να αποδώσει το "φετιχισμό του εμπορεύματος", διότι δεν είχε ξεπεράσει ακόμη τη συναγωγή της έννοιας του εμπορεύματος.

Και ιδού ο Μαρξ να επιχειρεί κάτι εκπληκτικό: να συνάγει από μια απόλυτα αυτοσχέδια και φανταστική θεωρία του "φετιχισμού του εμπορεύματος" την αναγκαιότητα των "ψευδαισθήσεων των περισσότερων οικονομολόγων", δηλ. εκείνων που πρέπει να αντικρούσει για να παρουσιάσει τη δική του συναγωγή του χρήματος, των οικονομολόγων που ζούσαν σε έναν κόσμο τελείως διαφορετικό από εκείνον της σχέσης μεταξύ αξίας και αξιακής μορφής, χωρίς να λαμβάνει υπ' όψη τις συγκεκριμένες σχέσεις αυτού του κόσμου που τον [κάνουν] κόσμο και όχι κεφάλαιο ενός βιβλίου!! Το εμπόρευμα από μόνο του, το "σχίσμα" του μεταξύ αξίας χρήσης (πράγμα) και αξίας (κοινωνικής σχέσης των ανθρώπων μεταξύ τους) θα παράσχει από μόνο του την εξήγηση αυτής της εντυπωσιακής παρανόησης που σας κάνει να δίνετε στα "Κοινωνικά Κατηγορήματα της Εργασίας" (κάρβουνο, ορυκτό, υψικάμινοι κλπ.) μια " υλική επίφαση "!

Θα συμπεράνουμε από αυτά 1/ ότι ο Μαρξ, που βιαζόταν, ήθελε ήδη να δείξει το στόχο, στον οποίο απέβλεπε (ο κομμουνισμός, "τρόπος παραγωγής" χωρίς εμπορευματικές σχέσεις) και 2/ ότι ήδη από " την αρχή " από την απλή και διαφανή αφαίρεση της αξίας διέθετε τα μέσα για να κατασκευάσει αυτή τη θεωρία13 του "φετιχισμού", διότι αυτή εξαρτάται από νομικές κατηγορίες και έννοιες της αντίστοιχης νομικής ιδεολογίας, με τις οποίες, ευλόγως, σκέπτεται ο Μαρξ για να μπορέσει να "αρχίσει" από την αρχή το μεγάλο έργο του: Το Κεφάλαιο. Κατά βάθος, αυτή η θεωρία (που εξαρτάται από μια θεωρία της αλλοτρίωσης) "έτρωγε" τον Μαρξ ήδη από τις πρώτες λέξεις του Κεφαλαίου, είχε ό,τι χρειαζόταν για να τη φτιάξει, και αμέσως μόλις συνήγαγε το εμπόρευμα, την εμφάνισε, θα λέγαμε από ανυπομονησία, λίγο πριν να ασχοληθεί με τα προβλήματα των "ψευδαισθήσεων των οικονομολόγων" για το χρήμα.

Δεν πρόκειται για παρέκβαση, διότι αυτό που λείπει σ' αυτό το κείμενο για να κατανοηθεί το πραγματικό του περιεχόμενο είναι, πέραν των όσων θα λεχθούν στη συνέχεια [του Κεφαλαίου ]14 για τη διαδικασία καπιταλιστικής παραγωγής και τη διαδικασία αναπαραγωγής της, ο ρόλος του δικαίου, του κράτους και των ιδεολογιών στη δημιουργία των "ψευδαισθήσεων των οικονομολόγων". Όταν μιλούμε για δίκαιο μιλούμε πάντα για το κράτος. Ο Μαρξ επιχείρησε βέβαια, στα ανέκδοτα δοκίμια της Συμβολής στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, να "συνάγει" το εμπορευματικό δίκαιο από. .. τις εμπορευματικές σχέσεις, αλλά --εκτός και αν πιστέψουμε σε μια προνοιακή αυτορρύθμιση των εν λόγω εμπορευματικών σχέσεων--, δεν βλέπουμε πώς θα μπορούσαν να λειτουργήσουν χωρίς να υπάρχει νόμισμα που να έχει εκδοθεί από το κράτος, χωρίς συναλλαγές που καταγράφονται από τους κρατικούς οργανισμούς και χωρίς δικαστήρια που να λύνουν τις ενδεχόμενες διαφορές. Και επειδή οι εμπορευματικές σχέσεις για τις οποίες γίνεται λόγος εδώ δεν είναι εκείνες μιας φανταστικής κοινωνίας, στην οποία οι "ιδιωτικοί" ατομικοί παραγωγοί θα συνέκριναν κατ' ελεύθερη εκτίμηση ή με άλλο τρόπο με άλλο τρόπο τη διάρκεια των ιδιωτικών εργασιών τους, για να γνωρίσουν την αξία των προϊόντων που επιχειρούν [να παράγουν]15 πολύ πριν να τα παράγουν (και αυτοί δεν πιστεύουν στην "υλική επίφαση" των περίφημων "Κοινωνικών Κατηγορημάτων της Εργασίας", αλλά στις υλικές συνθήκες της δικής τους εργασίας). επειδή οι εμπορευματικές σχέσεις για τις οποίες γίνεται λόγος εδώ είναι εκείνες μιας καπιταλιστικής κοινωνίας ήδη σημαντικά προχωρημένης, οι "εμπορευματικές σχέσεις" δημιουργούνται όπως δημιουργούνται πάντοτε: όχι μεταξύ ατόμων-"ιδιωτών", αλλά μεταξύ κοινωνικών ομάδων ανθρώπων, εν προκειμένω μεταξύ κοινωνικών τάξεων, εκ

των οποίων η μια κατέχει τα "Κοινωνικά Κατηγορήματα της Εργασίας" και η άλλη όχι την "Ουσία της Εργασίας", αλλά τη δική της εργασιακή δύναμη, εντελώς γυμνή. Σ' αυτή την ταξική καπιταλιστική κοινωνία υπάρχει πάντα το κράτος, το δίκαιο, όχι μόνο το εμπορευματικό, ιδιωτικό δίκαιο, αλλά και το δημόσιο, πολιτικό δίκαιο, το οποίο είναι, παρά την κοινή ονομασία, ένα τελείως διαφορετικό δίκαιο, υπάρχουν και οι ιδεολογίες, που η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης επιχειρεί να ενοποιήσει σε κυρίαρχη ιδεολογία.

Το ότι το δίκαιο και η νομική ιδεολογία βρίσκονται στην καρδιά αυτής της (δυνάμει) κυρίαρχης ιδεολογίας που είναι η αστική ιδεολογία, είναι κάτι που έχει αναμφίβολα σχέση με τις "ψευδαισθήσεις των περισσότερων οικονομολόγων", οι οποίοι υποπίπτουν στο "φετιχισμό" να πιστεύουν ότι οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων περιβάλλονται την "επίφαση των σχέσεων μεταξύ πραγμάτων". Αυτοί οι καλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η αξία του χρυσού συνδέεται με την ύλη του, με την ποιότητα της ύλης του. Χυδαίοι υλιστές. Αλλά το ότι το ίδιο δίκαιο και η ίδια νομική ιδεολογία βρίσκονται στην καρδιά αυτής της (δυνάμει κυρίαρχης) ιδεολογίας που είναι η αστική ιδεολογία, είναι κάτι που έχει αναμφίβολα σχέση με τις "ψευδαισθήσεις" της "παντοδυναμίας της εργασίας", που θεμελιώνουν την ψευδαίσθηση μιας "θεωρίας του φετιχισμού του εμπορεύματος" ενός φιλοσόφου ονόματι Μαρξ, ο οποίος πληρώνει για πρώτη φορά εδώ το τίμημα του ότι ξεκίνησε την ανάλυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (Το Κεφάλαιο) με μια ορισμένη ιδέα της σειράς έκθεσης που του επέβαλε να "αρχίσει" από την προκαθορισμένη αρχή: από την πιο απλή αφαίρεση, από την αξία.

Ας σημειώσουμε προσεκτικά αυτό το σημείο. Διότι στην πρώτη ευκαιρία που ο Μαρξ εκτίθεται στον κίνδυνο να μιλήσει για Λόγους (discours) "ψευδαίσθησης", αναγκαίας ψευδαίσθησης, άρα να αντιμετωπίσει, εν προκειμένω, και το δίκαιο και το κράτος και την πραγματικότητα αυτού που πρέπει να αποκαλέσουμε (ελλείψει καλύτερου όρου) ιδεολογίες, ο Μαρξ εκτροχιάζεται. Και εκτροχιάζεται γιατί είχε ήδη εκτροχιασθεί από την αρχή. Και ο πιο σημαντικός λόγος δεν είναι, όπως πίστευε ο ίδιος, το ότι "ερωτοτρόπησε" με την εγελιανή ορολογία, αλλά το ότι μπλέχτηκε, χωρίς να μπορεί ακόμη να ξεφύγει, στις έννοιες της αστικής νομικής ιδεολογίας, με αφορμή την ίδια την αξία, μπλέχτηκε στον τρόπο της να μιλά για την αξία, και να μιλά γι' αυτήν στην αρχή για να συνάγει τα πάντα από αυτή. Μίλησα προηγουμένως για τα "απόλυτα όρια" κάθε συγγραφέα, άρα και του Μαρξ. Ιδού ένα παράδειγμα.

Πιστεύω ότι δεν έχει κανένα νόημα να μιλούμε για το φετιχισμό του εμπορεύματος σαν να μπορούσε το εμπόρευμα να είναι ο δημιουργός "τού" φετιχισμού. Έχει αναμφίβολα κάποιο νόημα να μιλούμε για φετιχισμό, αλλά υπό την προϋπόθεση να τον ανάγουμε σ' αυτό που όντως τον δημιουργεί και χωρίς να διηγούμαστε τις αφελείς ιστορίες που μας επιβάλλει ο Μαρξ για να βρει αποδείξεις. Και δεν είναι βέβαιο ότι ο φετιχισμός -που έγκειται στο να θεωρείται αυτό που υπάρχει ως κάτι "φυσικό" και μάλιστα αποκλειστικά "φυσικό"- έχει τόσο μεγάλη σημασία για την "εξήγηση" των ψευδαισθήσεων. Επειδή χαρακτηριστικό κάθε "ψευδαίσθησης" είναι το ότι εμφανίζεται σαν αυτονόητη, άρα φυσική, πιο σημαντικό από αυτόν το χαρακτηριστικό είναι η ερμηνεία του μηχανισμού που τη δημιουργεί. Όμως ο μηχανισμός, ή μάλλον η ανάλυση της "διπλής όψης" της αξίας, που έγινε σιωπηρά "σχίσμα" για τις ανάγκες ενός αμφίβολου θεωρητικού εγχειρήματος, δεν είναι, στο ζήτημα του φετιχισμού, παρά μια ψευδοεξήγηση, ένας αναδιπλασιασμός των εννοιών (πρόσωπο, πράγμα) με τις οποίες ο Μαρξ σκέφθηκε την αξία. Αντιθέτως, στο επίπεδο που τοποθετούνται τα πραγματικά παραδείγματα του Μαρξ (οι "ψευδαισθήσεις" των μερκαντιλιστών και φυσιοκρατών κλπ.), η εξήγηση προϋποθέτει άλλες πραγματικότητες: την ύπαρξη μιας καπιταλιστικής παραγωγής, του δικαίου, του χρήματος, του κράτους και των ιδεολογιών που "επεξεργάζεται" η αστική ιδεολογία στη βάση της νομικής ιδεολογίας προκειμένου να γίνει κυρίαρχη.

Φετιχισμός για φετιχισμό, θα ήταν πολύ πιο γόνιμο να εξετάσουμε σχετικά με τις "ψευδαισθήσεις", ποιες απ'αυτές οφείλονται στο κράτος, για το οποίο ο Ένγκελς έλεγε ότι είναι "η πιο μεγάλη ιδεολογική δύναμη" επί γης16. Είπαμε αρκετά για την πολιτικο-οικονομικό-ιδεολογική λειτουργία του κράτους ως μηχανής που μετασχηματίζει σε εξουσία τη δύναμη που προέρχεται από την ταξική πάλη και για τις συνθήκες αναπαραγωγής του17, για να υποπτευόμαστε ότι αυτή η εξαιρετικά περίπλοκη πραγματικότητα μπορεί να βρίσκεται στη βάση τεράστιων μυστικοποιήσεων που προχωρούν πολύ πιο πέρα από την ψευδαίσθηση που έγκειται ή θα ενέκειτο στο να θεωρήσουμε τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων ως κοινωνικές σχέσεις μεταξύ πραγμάτων.

1. Το κείμενο αποτελεί το 18ο κεφάλαιο ("Sur le fetichisme") ενός εκτενούς χειρογράφου με τίτλο Marx dans ses limites, το οποίο συντάχθηκε το καλοκαίρι του 1978. Δημοσιεύθηκε στα πλαίσια της μεταθανάτιας έκδοσης έργων του Αλτουσέρ σε: Louis Althusser, (επιμ. Francois Matheron), Ecrits philosophiques et politiques, τ. I, Paris 1994.

Προσθήκες λέξεων και υποσημειώσεων που βρίσκονται εντός αγκυλών προέρχονται, αν δεν αναφέρεται κάτι άλλο, από τον επιμελητή της γαλλικής έκδοσης (ΣτΜ).

2. Βλ. τα προηγούμενα κεφάλαια του χειρογράφου, Ecrits philosophiques et politiques, τ. I, σ. 409 επ. (ΣτΜ).

3. Τα αποσπάσματα που παραθέτει ο Αλτουσέρ προέρχονται από τη γαλλική μετάφραση του Κεφαλαίου στις Editions sociales. Αναμεταφράζουμε τα παραθέματα από τα γαλλικά για να καταστεί σαφές με βάση ποιο κείμενο επιχειρηματολογεί ο Αλτουσέρ. Όπου υπάρχει σημαντική απόκλιση μεταφράζουμε σε υποσημείωση από το γερμανικό πρωτότυπο (Marx-Engels- Werke, τ. 23). Σε κάθε περίπτωση αναφέρουμε τις σελίδες της ελληνικής μετάφρασης του Π. Μαυρομμάτη (Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, Αθήνα 1978) με τη συντομογραφία Κεφάλαιο (για το προκείμενο απόσπασμα βλ. Κεφάλαιο, σ. 86). (ΣτΜ).

4. Το Κεφάλαιο, σ. 92 (ΣτΜ).

5. Το Κεφάλαιο, σ. 86. Το τελευταίο μέρος του αποσπάσματος παρατίθεται συντετμημένο. Στο Κεφάλαιο έχει ως εξής: "αλλά αντιθέτως ως πραγμώδεις σχέσεις των προσώπων και κοινωνικές σχέσεις των πραγμάτων" (MEW, τ. 23, σ. 87) (ΣτΜ).

6. [Πρώτη σύνταξη: "εξαιρετικά καλά"].

7. Το Κεφάλαιο, σ. 89-92 (ΣτΜ).

8. Το Κεφάλαιο, σ. 95/96 (ΣτΜ).

9. [Υπογράμμιση του Λ. Αλτουσέρ].

10. Το Κεφάλαιο, σ. 95 (ΣτΜ). Το απόσπασμα έχει ως εξής: "Το πόσο πολύ απατάται ένα μέρος των οικονομολόγων από τον προσκολλώμενο στον κόσμο των εμπορευμάτων φετιχισμό ή από την πραγμώδη επίφαση των κοινωνικών προσδιορισμών της εργασίας, αποδεικνύει..." κλπ. (MEW, τ. 23, σ. 97) (ΣτΜ).

11. Το πρόγραμμα της Γκότα ανέφερε ότι "η εργασία είναι η πηγή κάθε πλούτου και κάθε πολιτισμού". Ο Μαρξ άσκησε κριτική στην άποψη ότι η εργασία έχει " υπερφυσική δημιουργική δύναμη " ("Randglossen zum Programm der deutschen Arbeiterpartei", MEW, τ. 19, σ. 15) (ΣτΜ).

12. Αναφερόμενος σε "παρέκβαση", ο Αλτουσέρ εννοεί τη σχέση του παρόντος κεφαλαίου με το συνολικό κείμενο. Επειδή τα προηγούμενα κεφάλαια ασχολούνται με τη θεωρία του κράτους και τα επόμενα με τη θεωρία της ιδεολογίας, η παρούσα αναφορά σε ζητήματα πολιτικής οικονομίας εμφανίζεται ως παρεκβατική (ΣτΜ).

13. [Πρώτη σύνταξη: αυτή τη μικρή φορητή θεωρία].

14. Προσθήκη του μεταφραστή.

15. Προσθήκη του μεταφραστή.

16. Το ακριβές απόσπασμα είναι: "Με το κράτος εμφανίζεται μπροστά μας η πρώτη ιδεολογική δύναμη/εξουσία (Macht) πάνω στον άνθρωπο" (F. Engels, "Ludwig Feuerbach und der Ausgang der klassischen deutschen Philosophie", MEW, τ. 21, σ. 302) (ΣτΜ).

17.. Βλ. τα προηγούμενα κεφάλαια του χειρογράφου: Ecrits philosophiques et politiques, τ. I, σ. 438 επ. (ΣτΜ).