Αυτοκρατορία: νέο θεωρητικό υπόδειγμα ή αναπαραγωγή παλαιών αντιφάσεων;
Τεύχος 85, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2003


ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ: ΝΕΟ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ Ή ΜΗΠΩΣ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΠΑΛΑΙΩΝ ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΝ;
του Παναγιώτη Σωτήρη

Εισαγωγή

Το τελευταίο διάστημα, με αποκορύφωμα την περίοδο του πρόσφατου πολέμου στο Ιράκ υπήρξε σε επίπεδο θεωρίας, αλλά και δημοσιογραφικού λόγου, μια ιδιότυπη επιστροφή της έννοιας της Αυτοκρατορίας σε σχέση με την τρέχουσα αμερικανική εξωτερική πολιτική, τόσο ως αξιολογική κρίση (και μάλιστα θετική) όσο όμως και ως αναλυτικό εργαλείο. Σκοπός του κειμένου αυτού [1] είναι να δείξει ότι αυτή η επιστροφή της έννοιας της αυτοκρατορίας στη συζήτηση για το διεθνές σύστημα δεν αποτελεί θεωρητική τομή ούτε προσφέρει κάτι το ουσιώδες από θεωρητική άποψη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει σημασία: έμμεσα, μέσα από αυτά ακριβώς που υπαινίσσεται ή αρθρώνει ως απορίες (και όχι ως συγκροτημένα θεωρητικά ερωτήματα), υποδεικνύει ζητήματα και πραγματικές αλλαγές στο σύγχρονο τοπίο.

1. Η επιστροφή της αυτοκρατορίαςστη συζήτηση περί των διεθνών σχέσεων

Μεθοδολογικά θα διακρίνουμε την επιστροφή της έννοιας της αυτοκρατορίας στη θεωρητική και πολιτική συζήτηση για το διεθνές σύστημα σε τρία μέρη: Πρώτον, στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται από τους νεοσυντηρητικούς υποστηρικτές της θέσης της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, οι οποίοι απέκτησαν ιδιαίτερη δημοσιότητα καθώς έχουν δώσει, περισσότερο από άλλα ρεύματα, τη θεωρητική τεκμηρίωση της τρέχουσας αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Δεύτερον, τον τρόπο που καταγράφεται μια ιδιότυπη υπεράσπιση της ανάγκης για ένα νέο φιλελεύθερο ιμπεριαλισμό που να διεκδικήσει έναν πολιτικά και οικονομικά εκπολιτιστικό ρόλο αντίστοιχο προς αυτόν που είχε ο αποικιοκρατικός ιμπεριαλισμός της περιόδου 1870-1914. Τρίτον, στη χρησιμοποίηση της Αυτοκρατορίαςως παραλλαγής του σχήματος της παγκοσμιοποίησηςόπως κάνουν οι Νέγκρι και Χαρντ.

1.1. Διεθνείς Σπουδές: το κενό θεωρίας

Στο βαθμό που μεγάλο μέρος αυτή της συζήτησης διεξάγεται εντός του ακαδημαϊκού χώρου των Διεθνών Σπουδών νομίζουμε ότι θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τα κρίσιμα θεωρητικά προβλήματα και αντιφάσεις που τον διαπερνούν [2] . Ενταγμένος στο μεταίχμιο ανάμεσα στη θεωρία και την πολιτική (καθώς τα αντίστοιχα πανεπιστημιακά τμήματα σχεδιάστηκαν για να παράγουν στελέχη ικανά να χαράσσουν εξωτερική πολιτική) έχει το μειονέκτημα οι τοποθετήσεις που παράγει να μην αντιμετωπίζονται μόνο ως αναλύσεις ή θεωρητικά σχήματα, αλλά και ως συμβουλές πολιτικής. Καθώς ήταν σε μεγάλο βαθμό ένα παιδί πρώτα της αποικιοκρατίας και μετά του ψυχρού πολέμου είχε το πρόβλημα όχι μόνο ενός ιδιότυπου συντονισμού με τις βασικές συντεταγμένες της «δυτικής» εξωτερικής πολιτικής, αλλά και ενός θεωρητικού αντικομμουνισμού που οδηγούσε στη διαμόρφωση μιας θεωρητικής υγειονομικής ζώνης απέναντι στο μαρξισμό και άλλα πιο κριτικά ρεύματα, στοιχείο που έχει αρχίσει εν μέρει να αναιρείται το τελευταίο διάστημα.

Αν ανακεφαλαιώναμε τις βασικές αντιφάσεις που διαπερνούν αυτό το θεωρητικό θα λέγαμε ότι τον χαρακτηρίζουν: Πρώτον, μια απλουστευτική θεώρηση των κρατών ως βασικών φορέων του διεθνούς συστήματος που απλώς επιδιώκουν εξουσία, ασφάλεια και συμφέροντα χωρίς καμιά προσπάθεια να εξεταστεί θεωρητικά το πλέγμα των κοινωνικών -καπιταλιστικών- σχέσεων που συγκροτούν τη σύγχρονη κρατική μορφή. Δεύτερον, μια ανθρωπομορφική, ψυχολογίζουσα εικόνα του διεθνούς τοπίου όπου -σε αντιστοιχία με μια ατομοκεντρική κοινωνική ψυχολογία- τα κράτη συμπεριφέρονται ως άτομα σε μια προσπάθεια μεγιστοποίησης του ιδίου οφέλους. Τρίτον, μια ανιστορική θεώρηση του διεθνούς συστήματος που αδυνατεί να δει τις διαφορές στην κρατική συγκρότηση που φέρνει η εναλλαγή ιστορικά προσδιορισμένων τρόπων παραγωγής. Τέταρτον, μια γενικευτική έννοια της εξουσίας που ταυτίζεται με το κρατικό μονοπώλιο της βίας χωρίς καμία προσπάθεια να εξεταστούν οι μηχανισμοί που τη γεννούν, απλούστευση που με τη σειρά της οδηγεί σε μια κλασική φιλελεύθερη έννοια της ελευθερίας ή της ασφάλειας μέσα από μια λογική μηδενικού αθροίσματος αντιπαρατιθέμενων δυνάμεων. Πέμπτον, μια εμμονή ότι τα βασικά στοιχεία της καπιταλιστικής οικονομίας, της δυτικού τύπου δημοκρατίας και της αστικής φιλελεύθερης ιδεολογίας αποτελούν αξίες καθαυτές οι οποίες όχι μόνο δεν μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση, αλλά αντίθετα οφείλουν να καθοδηγούν τη συμπεριφορά των κρατών στο διεθνές πεδίο.

Είναι γεγονός ότι εντός αυτού του θεωρητικού υποδείγματος αναπτύχθηκαν ιστορικές διαιρέσεις με βασικότερη αυτή που χωρίζει τους ρεαλιστές θεωρητικούς μιας λογικής ισορροπίας δυνάμεων και τους «ιδεαλιστές» οπαδούς φιλελεύθερων κατευθύνσεων συλλογικής ασφάλειας, αρχών δικαίου, και ειρηνικής επίλυσης των διαφορών [3] . Πιστεύουμε ότι αυτή η διαίρεση (που εξακολουθεί να αναπαράγεται και σήμερα) είναι εσωτερική προς το υπόδειγμα (μοιράζεται κοινές θεωρητικές προσεγγίσεις), αλλά και λιγότερο ασύμβατη πολιτικά από ό,τι φαντάζει σε πρώτη ανάγνωση: σε όλες τις τελευταίες δεκαετίες οι πολιτικοί υπολογισμοί σε επίπεδο ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής απαίτησαν ως αναγκαίο συμπλήρωμα την ιδεολογική νομιμοποίηση ενός οράματος ή ιδανικού ελευθερίας και δημοκρατίας.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν μια συλλήβδην απόρριψη ενός ολόκληρου ακαδημαϊκού κλάδου. Σημαίνουν όμως την ανάγκη για μια θεωρητική καχυποψία απέναντι στα όποια θεωρητικά σχήματα παράγονται, όπως και την ανάγκη να αντιμετωπίζονται περισσότερο ως συμπτώματα, ως ενδείξεις παρά ως ολοκληρωμένες θεωρητικές απαντήσεις. Ως τέτοιο πολιτικό και ιδεολογικό σύμπτωμα θα αντιμετωπίσουμε και εμείς την έννοια της αυτοκρατορίας.

1.2. Η επιστροφή της αυτοκρατορίας: μέρος πρώτο

Στις θεωρητικές προϋποθέσεις της θετικής επανεκτίμησης της έννοιας της αυτοκρατορίαςκρίσιμο ρόλο παίζει η εκ νέου ανάγνωση της αμερικανικής ιστορίας από ορισμένους ιστορικούς που δεν διστάζουν να υποστηρίξουν ότι οι ΗΠΑ υπήρξαν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους μια επεκτατική αυτοκρατορική δύναμη. Η δήλωση αυτή μπορεί να φαντάζει αυτονόητη σε μια παραδοσιακά αντιαμερικανική χώρα όπως η Ελλάδα, όμως σπάει έναν από τους καταστατικούς μύθους της αμερικανικής εθνικής ιδεολογίας: την αντίληψη μιας ριζικής διαφοράς ανάμεσα στις ΗΠΑ και τις αυτοκρατορίες του παλαιού κόσμου. Άλλοι από αυτούς τους ιστορικούς βλέπουν αυτή τη διαπίστωση ως ένα αντικειμενικό γεγονός (χωρίς απαραίτητα να το ασπάζονται), παράδειγμα ο Andrew Bacevich (Lieven 2003, Bacevich 1998), άλλοι πάλι όπως ο John Lewis Gaddis (1997, 2002) είναι πολύ πιο θετικοί, ενώ άλλοι προτιμούν μια πιο ενδιάμεση θέση περί ημι-αυτοκρατορίας και διαχωρίζονται από την τρέχουσα λογική των μονομερών ενεργειών (Meier 2002). Ειδικά ο Bacevich έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί ενώ από τη μια θεωρεί ότι το βασικό στοιχείο της Αμερικανικής ιστορίας είναι ουσιαστικά η διαμόρφωση μιας αυτοκρατορικής πολιτικής, εντούτοις αυτό το κρίνει περισσότερο ως αντικειμενικό δεδομένο και σε γενικές γραμμές επιλέγει το ρόλο ενός μάλλον συντηρητικού κριτικού της τρέχουσας αμερικανικής πολιτικής (Bacevich 2002). Αναφέρεται επίσης αυτή η στροφή σε μερικούς ετερόδοξους ιστορικούς της περιόδου του ψυχρού πολέμου όπως ο William Appleman Williams ο οποίος υποστήριξε ήδη από τη δεκαετία του 1950 την θέση για τον αναγκαστικά επεκτατικόχαρακτήρα που είχε η συγκρότηση του αμερικανικού κράτους (Williams 1957)

Η συζήτηση αυτή συνδυάζεται με τη μεγάλη συζήτηση που άνοιξε το τέλος του ψυχρού πολέμου και την προσπάθεια να διαμορφωθεί μια νέα «Μεγάλη Στρατηγική» για τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τους Posen και Ross (1996) μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερις επιλογές που συζητήθηκαν στη δεκαετία του 1990. Οι δύο πρώτες απόψεις ακολουθούσαν παλαιότερα ρεύματα: ήταν η θέση του νεοαπομονωτισμού (ενός παραδοσιακά μειοψηφικού συντηρητικού ρεύματος) και η θέση της επιλεκτικής εμπλοκής (μια θέση παραδοσιακά συνδεδεμένη με μια αντίληψη ισορροπίας δυνάμεων). Προστίθεται όμως και μια ακόμη πιο βασική αντιπαράθεση ανάμεσα σε μια αντίληψη συνεργατικής ασφάλειας και μια αντίληψη αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας. Η αντίληψη της συνεργατικής ασφάλειας (που ταυτίστηκε με τη ρητορική αλλά όχι απαραίτητα και την πρακτική της περιόδου Κλίντον) δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διεθνή συνεργασία, τους διεθνείς οργανισμούς, την από κοινού παρέμβαση και την επίκληση ανθρωπιστικών λόγων και προσπάθησε να δώσει μια νέα ώθηση σε μια φιλελεύθερη νομιμοποίηση. Από την άλλη η αντίληψη της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας θεωρεί ότι το βασικό μέλημα των ΗΠΑ θα πρέπει να είναι η αποφυγή της εμφάνισης μιας αντίπαλης ισότιμης δύναμης και σε αυτά τα πλαίσια δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη μονομερή δράση των ΗΠΑ.

Παρότι σε όλη τη δεκαετία του 1990 η αντιπαράθεση θα μοιάζει να είναι κυρίως ανάμεσα σε οπαδούς μιας ρεαλιστικής σύνεσης (επιλεκτική εμπλοκή) και τον ανθρωπιστικό παρεμβατισμό της λογικής της συνεργατικής ασφάλειας, εντούτοις το αποτέλεσμα της υπαρκτής αμερικανικής πολιτικής θα είναι μάλλον να δώσει μια ώθηση στη λογική της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας: Αφενός γιατί ο ανθρωπιστικός παρεμβατισμός θα οδηγήσει σε μια σημαντική τομή στην αμερικανική εξωτερική πολιτική: την διατύπωση της ανάγκης για μια πολύ πιο ενεργή παρέμβαση (και στρατιωτικά) όχι μόνο στο όνομα του αμερικανικού συμφέροντος, αλλά και των «ανθρώπινων δικαιωμάτων». Αφετέρου γιατί ντε φάκτο σε όλες αυτές τις επεμβάσεις θα είναι όλο περισσότερο η αμερικανική ισχύς αυτή που θα διαμορφώνει εξελίξεις παρά γενικά κι αφηρημένα η βούληση της «δημοκρατικής διεθνούς κοινότητας».

Σε όλο αυτό το φόντο φωνές που μέχρι τότε φάνταζαν σχετικά περιθωριακές για το κατεστημένο των διεθνών σπουδών άρχισαν με τρόπο επίμονο και συστηματικό να αρθρώνουν μια θέση για τον αναπόφευκτο ηγεμονικό ρόλο που καλούνται να παίξουν οι ΗΠΑ. Οι φωνές αυτές αξιοποίησαν όλο το δίκτυο των πολιτικών επαφών και της ισχύος που απέκτησαν καθώς είχαν επιμείνει στην ανάγκη μια σκληρής αντιπαράθεσης με την ΕΣΣΔ (κίνηση που σφράγισε την πρώτη ρηγκανική τετραετία), αλλά τη φιλοξενία που τους προσέφερε ένα μεγάλο φάσμα από νεοσυντηρητικά ιδρύματα και think tanks.

Σε αυτά τα πλαίσια, και σπάζοντας ένα προηγούμενο ταμπού άρχισαν να εμφανίζονται και οι πρώτες φωνές που ρητά μιλούσαν για την θετική σημασίαπου μπορεί να έχει μια αμερικανική αυτοκρατορία(Ricks 2001). Ως συμβολική αφετηρία τους μπορεί να θεωρηθεί ένα έγγραφο των τελευταίων στιγμών της προεδρίας Μπους (πρεσβύτερου) με βασικό συντάκτη το σημερινό υφυπουργό άμυνας των ΗΠΑ Πωλ Γούλφβιτς και το οποίο έβαζε ως βασικό στόχο την αποφυγή να υπάρξει άλλη δύναμη ικανή να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ [4] .

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 αυτή η άποψη πήρε τη μορφή μιας ριζικής κριτικής σε αυτό που όριζαν ως συναίνεση γύρω από μια λογική ιδεαλιστικής πολυμερούς συνεργασίας. Αυτήν την απέδιδαν κατεξοχήν στην κυβέρνηση Κλίντον αλλά και στο ρεπουμπλικανικό κατεστημένο, θεωρώντας ως βασικό της πρόβλημα ότι η Αμερική δεν αναλάμβανε τον πρωταγωνιστικό ρόλο που της αναλογούσε, ρόλο σε τελική ανάλυση ενός «αγαθοεργού ηγεμόνα». Ένας τέτοιος ρόλος απαιτούσε τόσο μια ριζική αναμόρφωση των ενόπλων δυνάμεων, όσο και μια αναμόρφωση του αμερικανικού πατριωτισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό θα συνδυαστεί με την απαίτηση για μια επιθετική νεο-ρηγκανική πολιτική (Kristol and Kagan 1996)

Ούτε είναι τυχαίο ότι θα είναι πάλι ο Robert Kagan (Kagan 1998) αυτός που διατυπώσει ρητά την απαίτηση για μια αγαθοεργή αυτοκρατορία. O Kagan αποδέχεται τη βασική θέση του ρεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις σύμφωνα με την οποία οι χώρες κινούνται με βάση τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους, μόνο που κρίνει ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν ένα «φωτισμένο» (enlighted) εγωιστικό συμφέρον που ταυτίζεται με την υπεράσπιση των βασικών αρχών της -δυτικής- δημοκρατίας και της ελεύθερης αγοράς. Σε αυτή την διατύπωση μιας θέσης υπέρ της αυτοκρατορίαςβλέπουμε το συνδυασμό ανάμεσα σε μια αυστηρά ρεαλιστική αντίληψη της υπεράσπισης της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας και μια ηθικολογούσα ιδεαλιστική σύλληψη του ιστορικού πεπρωμένου που καλούνται να παίξουν οι ΗΠΑ. Για τον Kagan η όποια Ευρωπαϊκή αντίθεση στην τρέχουσα Αμερικανική πολιτική δεν είναι παρά ένδειξη της πολιτικής και στρατιωτικής αδυναμίας της Ευρώπης να παίξει το ρόλο του ηγεμόνα που αναλαμβάνουν οι ΗΠΑ, το ρόλο ενός «Βεεμώθ με συνείδηση» (Kagan 2002).

Ο ερχομός της κυβέρνησης Μπους (νεώτερου) στην εξουσία και η συζήτηση που θα ανοίξει για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ θα φέρει όλη αυτή τη συζήτηση στο προσκήνιο. Η ανάθεση του Υπουργείου Άμυνας στον Ντόναλντ Ράμσφελντ, της αντιπροεδρίας στον Ντικ Τσένυ και του υφυπουργείου Άμυνας στον Πωλ Γούλφβιτς και η επιστροφή παλαιών μαχητών του δεύτερου ψυχρού πολέμου όπως ο Ρίτσαρντ Περλ θα δώσει μια ώθηση στους θεωρητικούς της αυτοκρατορίας οι οποίοι θα έχουν τώρα και έναν έντονο τόνο αμερικανικού εθνικισμού(Lieven 2002). Κεντρικό ρόλο σε αυτό το εγχείρημα θα παίξει ο Thomas Donnelly ο οποίος θα έχει βασική ευθύνη στην επεξεργασία μιας συνολικής πολιτικής πρότασης για την αναθεώρηση του αμερικανικού αμυντικού δόγματος στην –κατά δήλωσή του– κατεύθυνση της αμερικανικής αυτοκρατορίας (PNAC 2000, Donnelly 2002). Δεν είναι τυχαίο ότι οι θέσεις αυτές έχουν λάβει το τελευταίο διάστημα ιδιαίτερη δημοσιότητα, αφού όντως αποτελούν την πιο ολοκληρωμένη θεωρητική υποστήριξη της πολιτικής τουλάχιστον μίας πτέρυγας της τρέχουσας αμερικανικής διοίκησης. Παράλληλα χαρακτηριστική είναι και η απομάκρυνση από μια παραδοσιακή γλώσσα ρεαλισμού προς έναν ιδιότυπο νεοσυντηρητικό ιδεαλισμό που τονίζει κυρίως το ηθικόκαθήκον των ΗΠΑ να αξιοποιούσουν την εξέχουσα θέση τους για να φέρουν την ελευθερία και τη δημοκρατία σε όλο το κόσμο (Hoffman 2003).

Βασική θέση αυτών των αναλύσεων είναι ότι ντε φάκτο οι ΗΠΑ έχουν μία θέση αυτοκρατορικού ηγεμόνα, ότι η όποια ειρήνη θα πρέπει να υπάρχει στον κόσμο θα πρέπει να είναι μια Pax Americana (η έννοια χρησιμοποιείται στα κείμενά τους με τρόπο θετικό παρά τους όποιους συνειρμούς με την Pax Romana) και ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει αναλάβουν το στρατιωτικό κόστος που αναλογεί στο ότι είναι η μόνη υπερδύναμη και δεν πρέπει να αφήσουν κανέναν άλλο να αμφισβητήσει αυτή τη θέση. Στο βαθμό που ο κόσμος διάγει αναγκαστικά μια μονοπολική(unipolar) στιγμή οι ΗΠΑ θα πρέπει να εκμεταλλευτούν αυτή τη δυνατότητα, αλλά και να αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί, αφού μπορούν να διεξάγουν μεγάλους πολέμους αλλά και να αναλαμβάνουν αστυνομικά καθήκοντα όπου αυτό είναι αναγκαίο. Για τον Donnelly και όσους είναι στο ίδιο κλίμα αυτό που ορίζεται ως παγκοσμιοποίηση θα πρέπει πάνω από όλα να οριστεί ως αμερικανοποίηση(Donnelly 2001: 4), με την έννοια μιας ηγεμονίας του αμερικανικού τρόπου ζωής, της οικονομίας και του πολιτισμού των ΗΠΑ. Για τον Donnelly οι ΗΠΑ είναι μια αυτοκρατορία, υπήρξε τέτοια από τη στιγμή που επέλεξε τη λογική των επεμβάσεων εκτός συνόρων (ήδη δηλαδή από τον Ισπανοαμερικανικό πόλεμο), μόνο που είναι μια «αυτοκρατορία ελευθερίας» (Donnely 2002). Δεν είναι τυχαίο έτσι ότι υπήρξε από αυτούς που κατεξοχήν ανέλαβαν να υπερασπιστούν το νέο αμυντικό δόγμα των ΗΠΑ (National Security Strategy 2002) με την έμφαση στις προληπτικές επεμβάσεις και τις μονομερείς ενέργειες των ΗΠΑ θεωρώντας το ως ένα σημαντικό βήμα στην υπεράσπιση της Pax Americana (Donnelly 2003).

Εκτός όμως από τους διεθνολόγους δράση θα αναλάβουν και οι δημοσιογράφοι και κυρίως οι αρθρογράφοι των μεγάλων εφημερίδων οι οποίοι θα αναλάβουν να εκλαϊκεύσουν μία «θετική» εικόνα της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Σε αυτά τα πλαίσια όχι μόνο πληθαίνουν οι αναλογίες με τον ιστορικό ρόλο της Ρώμης (Freedland 2002) ή της Βρετανικής αυτοκρατορίας, αλλά και με σαφήνεια ορίζεται η μετατροπή του Ιράκ σε «φάρο δημοκρατίας» (Boot 2001) ως το πρώτο βήμα αυτής της προσπάθειας. Δεν είναι τυχαίο σε αυτά τα πλαίσια ότι υπάρχουν εντονότατα θετικές αποτιμήσεις της αποικιοκρατίας (Boot 2003). Όπως συνοψίζει και ένας άλλος υπερσυντηρητικός αρθρογράφος, ο Ch. Krauthammer (Eakin 2002), οι άνθρωποι αρχίζουν πια να μην ντρέπονται για τη λέξη αυτοκρατορία.

Άλλωστε και σε θεωρητικό επίπεδο καταγράφονται συνολικές θετικές επανεκτιμήσεις του ρόλου εκδημοκρατισμού που έπαιξε η Βρετανική αυτοκρατορία για την Ινδία (Kurtz 2003), η οποία παρουσιάζεται ως χρήσιμο πεδίο άντλησης συμπερασμάτων για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να γίνει και ο «εκδημοκρατισμός» του μεταπολεμικού Ιράκ. Η επίθεση στο Ιράκ ερμηνεύεται έτσι ως η έμπρακτη απόδειξη του νέου δόγματος και της ανάληψης της ευθύνης που συνεπάγεται ο νέος αμερικανικός αυτοκρατορικός ρόλος. Η άρνηση της λογικής του κατευνασμού, η έμφαση σε ένα ρόλο «εκπλήρωσης πεπρωμένου» για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η επιθετική μονομερής δράση και η επιθυμία ανάληψης συγκρούσεων ηγεμονεύουν σήμερα στην αμερικανική εξωτερική πολιτική (Dunn 2003).

Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει επίσης ότι σε αυτά τα πλαίσια έχουμε και σε επίπεδο θεωρητικής υποστήριξης και σε επίπεδο ρητορείας μια σχετική απόκλιση από τη μεταπολεμική «ρεαλιστική» ορθοδοξία. Έχουμε έναν ιδιαίτερα έντονο ιδεαλισμό που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό την ικανότητα των ΗΠΑ να εκπληρώσουν το ρόλο πεπρωμένου που έχουν. Χαρακτηριστική και η παρατήρηση της Kaldor που περιγράφει την τρέχουσα πολιτική ως ένα συνδυασμό ανάμεσα στη μονομερή δράση και τον ιδεαλισμό που συμπυκνώνεται στο όραμα θεαματικών πολέμων εναντίον οποιουδήποτε αντιπάλου της ελευθερίας (Kaldor 2003). Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην αμερικανική ιστορία ήταν κατεξοχήν ο «ιδεαλιστής» πρόεδρος Ουίλσον αυτός που πρότεινε τη λογική των προτεκτοράτων και των καθεστώτων κατοχής ως τρόπο επέκτασης του δημοκρατικού ιδεώδους (Eland 2002), ενώ έντονες είναι οι ομοιότητες ανάμεσα στη ρητορεία του Ουίλσον και αυτή του Μπους (Rhodes 2003).

Σε αυτά τα πλαίσια διαμορφώνεται ένα πολύ συγκεκριμένο και σε μεγάλο βαθμό διαφορετικό από το παρελθόν πρότυπο διεθνούς δράσης των ΗΠΑ. Ακολουθώντας τον Ken Jowitt (2003) θα μπορούσαμε να δούμε ότι όλη αυτή η προβληματική αποτυπώνεται σε τρεις βασικούς πολιτικούς στόχου;: Πρώτον, την με κάθε τρόπο διατήρηση της πολιτικοστρατιωτικής πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ, άρα και την αποτροπή της δυνατότητας να υπάρξει στο άμεσο ή μεσοπρόθεσμα κάποια δύναμη η οποία να αμφισβητήσει τις ΗΠΑ. Δεύτερον, τη λογική των προληπτικών χτυπημάτων, μια σημαντική απόκλιση από τις τρέχουσες -ιδεολογικές- νόρμες για τις διεθνείς σχέσεις που σε γενικές γραμμές είναι αρθρωμένες γύρω από την έννοια της νόμιμης άμυνας. Αντίθετα τώρα οι ΗΠΑ νομιμοποιούν τις επιθετικές ενέργειες. Τρίτον, τη λογική της αλλαγής καθεστώτος(regime change). Σύμφωνα με αυτή στο νέο πρότυπο πολιτικοστρατιωτικών επεμβάσεων όλο και περισσότερο το επίδικο αντικείμενο δεν είναι πια η διεθνής (γεωπολιτική) πρακτική ενός κράτους, αλλά το εσωτερικό πολιτικό καθεστώς του. Στο βαθμό που η δυτικού τύπου δημοκρατία θεωρείται αυτονόητα θετική και πλήρως αρμόζουσα σε οποιαδήποτε χώρα, εκτιμάται ότι υπάρχει ηθική και πολιτική νομιμοποίηση για την στρατιωτική εξαγωγή δυτικής δημοκρατίας (ή «ανθρωπίνων δικαιωμάτων) σε κάθε σχηματισμό.

Δεν είναι τυχαίο ότι αρχίζει να διαμορφώνεται και να διατυπώνεται με τρόπο ρητό μια νέα ριζικά διαφορετική (και πολύ πιο περιορισμένη) αντίληψη της εθνικής κυριαρχίας. Ενώ -σε γενικές γραμμές- η εθνική κυριαρχία θεωρείτο μέχρι πρότινος ως ένα αναπαλλοτρίωτο αγαθό σήμερα αρχίζει και διατυπώνεται ως ένα υπό όρους και προϋποθέσεις προσωρινό καθεστώς. Με αυτή την έννοια είναι πολύ χαρακτηριστικές οι αναφορές του Richard Haass (2003), διευθυντή πολιτικού σχεδιασμού στο αμερικανικό Υπουργείου Εξωτερικών, για τον τρόπο με τον οποίο η εθνική κυριαρχία σήμερα θα πρέπει να θεωρείται υπό όρους: εάν ένα κράτος τηρεί κάποιους κανόνες και προϋποθέσεις, σχηματικά είναι με την οικονομία της αγοράς και τις δυτικές αξίες (ανθρώπινα δικαιώματα κ.λπ.) και «κατά της τρομοκρατίας», τότε δικαιούται κυριαρχίας. Διαφορετικά υπόκεινται σε κάθε είδους προληπτικές ενέργειες..

1.3 Η Επιστροφή της αυτοκρατορίας: μέρος δεύτερο

Περνούμε τώρα στη δεύτερη παραλλαγή του σχήματος της θετικής επανεκτίμησης της αυτοκρατορίας: αυτή του φιλελεύθερου ιμπεριαλισμού [5] . Αντίθετα από το σχήμα της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, της αμερικανικής εξαίρεσης και της αμερικανικής μονομερούς δράσης που σφραγίζει τους αμερικανούς θεωρητικούς της αυτοκρατορίας, εδώ η αφετηρία είναι κατεξοχήν η λογική του νέου ανθρωπιστικού παρεμβατισμού σε ένα φόντο απολογητικής της παγκοσμιοποίησης. Πολύ χαρακτηριστική η συζήτηση είναι που γίνεται στη Βρετανία σχετικά με την επανεκτίμηση της αυτοκρατορίας (Lloyd 2002a) ως «δικαιώματος» των ισχυρών δυνάμεων να επεμβαίνουν για να εξάγουν δημοκρατία, ελευθερία και δυτικούς θεσμούς ή την σημασία που έχει ένας «νέος ιμπεριαλισμός» (Wolf 2001) ως ενεργητική παρέμβαση των ανεπτυγμένων δυτικών δημοκρατιών για την ανασυγκρότηση υπό την αιγίδα τους των «κρατών που απέτυχαν» (failed states).

Κορυφαία παρέμβαση σε αυτή τη συζήτηση ήταν αυτή του R. Cooper (2002) ενός ανώτερου βρετανού διπλωμάτη που θεωρείται εκ των βασικών διαμορφωτών της τρέχουσας βρετανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Cooper υποστηρίζει ότι στο σύγχρονο κόσμο διαμορφώνονται τρία είδη κρατικών μορφωμάτων, τρεις κόσμοι: Υπάρχει ο μεταμοντέρνος κόσμος των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών σχηματισμών στο εσωτερικό των οποίων αναπτύσσεται ένα ευρύ φάσμα πρακτικών αλληλεξάρτησης αλλά και πολιτικής συνεργασίας, και ανάμεσα στους οποίους είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρχουν μορφές ένοπλης σύγκρουσης, παρά μόνο όλο των φάσμα των πρακτικών διεθνούς συνεργασίας και νομιμότητας. Υπάρχει ο μοντέρνος κόσμος, ο κόσμος των συγκροτημένων κρατών που δεν εμπλέκονται στις παραπάνω πρακτικές. Απέναντι σε αυτά ο Cooper προτείνει την επιστροφή σε προηγούμενες επιθετικές πρακτικές: αποτροπή, προληπτική επίθεση, εξαπάτηση ώστε να έχουν την πρέπουσα διεθνή συμπεριφορά. Υπάρχει όμως και ένας προμοντέρνος κόσμος, ένας κόσμος κρατών που έχουν αποτύχει να συγκροτηθούν ως τέτοια και έχουν καταρρεύσει: απέναντι σε αυτά προτείνει τη λογική μιας νέας αποικιοκρατίας που θα επιτρέψει την ανασυγκρότησή τους και την προσαρμογή τους. Συνολικά ο Cooper προτείνει τη διαμόρφωση ενός μεταμοντέρνου ιμπεριαλισμούο οποίος να μη στηρίζεται στην υπεράσπιση ενός στενού εθνικού συμφέροντος, αλλά να διαμεσολαβείται από υπερεθνικούς οργανισμούς και να στηρίζεται σε κοσμοπολίτικες αξίες δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η τοποθέτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία: δεν προέρχεται από ένα χώρο παραδοσιακών «ιεράκων» του ψυχρού πολέμου, αλλά από τη σοσιαλδημοκρατική Ευρώπη. Συμπυκνώνει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική και ιδεολογική μετατόπιση που φέρνει η έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ανθρωπιστικές καταστροφές: τη νομιμοποίηση ενός σύγχρονου παρεμβατισμού. Και έχει σημασία ότι αυτό το είδος του νέου παρεμβατισμού στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της «αποφυγής ανθρωπιστικών καταστροφών» είναι ένα σημείο σύγκλισης του συνόλου του κατεστημένου των διεθνών σπουδών Από αυτή την άποψη η κρίσιμη στιγμή δεν είναι τόσο η επέμβαση στο Ιράκ αλλά η επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία στο όνομα όχι της διεθνούς συμπεριφοράς της ή της γεωστρατηγικής σημασίας της, αλλά της εσωτερικής, ενδοκρατικής πολιτικής συγκρότησης και πρακτικής. Δεν είναι τυχαίο ότι τότε πολλές ήταν οι φωνές (Rieff 1999) που υποστήριζαν ότι θα πρέπει να παγιωθεί η «επανάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και αυτό σημαίνει μέσα στη συγκυρία την προσπάθεια για έναν νέο φιλελεύθερο ιμπεριαλισμό που ενεργητικά να προσπαθεί να προλαμβάνει ανθρωπιστικές καταστροφές και να οικοδομεί πολιτικούς θεσμούς, προσπάθεια που συγκρίνεται με τον τρόπο με τον οποίο ο Ουίλσον είχε προτείνει στη διάσκεψη των Βερσαλλιών το σύστημα των «εντολών» (mandates) δηλαδή την ανάθεση της κατοχής περιοχών μέχρι να μπορέσουν να αποκτήσουν δημοκρατικούς θεσμούς.

Σε αυτό το πρότυπο του φιλελεύθερου ιμπεριαλισμούτων ανθρώπινων δικαιωμάτων, θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία. Ακόμη και φωνές κριτικές προς την τρέχουσα πρακτική της κυβέρνησης Μπους αποδέχονται ένα τέτοιο πρότυπο ιμπεριαλιστικής επέμβασης. Χαρακτηριστική μια πρόσφατη έκδοση του Foreign Policy Center, ενός βρετανικού think tank ανοιχτά προσκείμενου στην κυβέρνηση Μπλαιρ, όπου ο John Lloyd (2002) προτείνει μια λογική ενός νέου επιθετικού παρεμβατισμού απέναντι στο Ιράκ που όμως να στηρίζεται τόσο σε μια νομιμοποιητική ιδεολογία όσο όμως και στους αντίστοιχους διεθνείς θεσμούς. Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένοι (Garton Ash 2003) προβάλλουν την λογική ότι μπορεί να υπάρξει μια διαφορετική αντίληψη υπερατλαντικής συνεργασίας απέναντι στις νέες απειλές, μια αντίληψη που να μην αποκλείει την έννοια της διεθνούς συνεργασίας, και ότι αυτή οφείλει να είναι η διαφορετική ποιότητα της κυβέρνησης Μπλερ απέναντι στους αμερικανούς. Αλλά και αμερικανοί θεωρητικοί του αναπόφευκτου της αυτοκρατορίας απέναντι στα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου όπως ο Ignatieff (2003), σπεύδουν να τονίσουν τόσο τα προβλήματα που μπορούν να προέλθουν από μια αλαζονική υποτίμηση της σημασίας της διπλωματίας, γι’ αυτό και προτείνουν να επανέλθουν γρήγορα μορφές αυτο-κυβέρνησης στο Ιράκ.

Είναι σαφές ότι αυτό το δεύτερο ρεύμα, του φιλελεύθερου ιμπεριαλισμού, αφίσταται από τον αμερικανικό μεσσιανισμό που σφραγίζει τους οπαδούς της αμερικανικής αυτοκρατορίας και την εμμονή στην αμερικανική αποκλειστικότητα καθώς επικαλείται την ανάγκη για μια ευρύτερη νομιμοποίηση μέσω διεθνών θεσμών. Δεν αφίσταται καθόλου σε ό,τι αφορά την ανάγκη επεμβάσεων στο εσωτερικό κρατών με μόνη αιτιολογία την εσωτερική πολιτική και κοινωνική συγκρότησή τους, την ανάληψη γενικευμένης στρατιωτικής δράσης, τη στρατιωτική κατοχή κρατών μέχρις ότου οικοδομήσουν πολιτικούς θεσμούς δυτικού τύπου και οικονομία της αγοράς, αλλά και την σχετική πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ σε όλη αυτή τη διαδικασία. Πολύ συχνά ο τρόπος με τον οποίο τονίζουν την ανάγκη οικοδόμησης κρατών και εθνών μέσω της επέμβασης (state and nation building) σε κάποιες περιπτώσεις είναι πιο επιθετικός από την ρητορεία των οπαδών ενός γενικευμένου αμερικανικού αστυνομικού ρόλου.

Παρότι οι φωνές τις οποίες εντάξαμε σε αυτό το δεύτερο ρεύμα στηρίζουν ή αποδέχονται τον πόλεμο στο Ιράκ, εντούτοις δεν θα πρέπει να μας διαφύγει ότι εκπροσωπούν ένα πολιτικό και ιδεολογικό consensus αρκετά ευρύτερο. Με αυτό εννοούμε ότι σε όλη την προηγούμενη περίοδο διαμορφώθηκε ένα νέο πλαίσιο παρεμβατισμού το οποίο ήταν αποδεκτό από το σύνολο των πολιτικών και ακαδημαϊκών ελίτ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών σχηματισμών. Η μειωμένη εθνική κυριαρχία, η προβολή της δυτικής δημοκρατίας και της οικονομίας της αγοράς ως απόλυτων αξιών, η νομιμοποίηση της στρατιωτικής επέμβασης, ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» είναι θέσεις και αρκετών σημερινών επικριτών της αμερικανικής «αφροσύνης». Η ομοθυμία γύρω από την επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία, ή γύρω από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν κάθε άλλο παρά τυχαία ή συγκυριακή ήταν. Χωρίς να υποτιμούμε τις τρέχουσες αντιπαραθέσεις, οφείλουμε να πούμε ότι εσωτερικές προς το πρότυπο του σύγχρονου ιμπεριαλιστικού παρεμβατισμό.

1.3.1 Αντιφάσεις της απολογητικής της αυτοκρατορίας

Βέβαια όλη αυτή η ρητορική έχει και τις αντιφάσεις της: Διακατέχεται από έναν ανομολόγητο βολονταρισμό σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα οικοδόμησης κρατών μέσα από τη στρατιωτική κατοχή, που παρακάμπτει κάθε συγκεκριμένη ανάλυση κοινωνικών συσχετισμών και πρακτικών. Διαπερνάται από μια μεσσιανική αντίληψη της παγκόσμιας αποδοχής, αργά ή γρήγορα, της οικονομίας της αγοράς και των αξιών της δυτικής δημοκρατίας που παραγνωρίζει πλήρως όλη την απήχηση που μπορούν να έχουν εναλλακτικά πολιτικά και κοινωνικά πρότυπα. Στηρίζεται σε μια υπερεκτίμηση της στρατιωτικής ισχύος παραγνωρίζοντας την δυναμική που μπορούν μεσομακροπρόθεσμα να έχουν άλλες μορφές κοινωνικής ισχύος. Παραγνωρίζει τακτικά και στρατηγικά τον βασικό μηχανισμό της ηγεμονίαςπου είναι ακριβώς η προσπάθειας προάσπισης συμφερόντων ευρύτερων του ηγεμόνα. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό το εντοπίζουν ακόμη και θεωρητικοί από το κατεστημένο των διεθνών σπουδών στις ΗΠΑ. Για παράδειγμα ο G. Ikenberry, παρότι έχει επιμείνει στη σημασία που είχε η άρθρωση της αμερικανικής ηγεμονίας για το σύνολο του –καπιταλιστικού κόσμου- όχι μόνο σπεύδει να τη διακρίνει από μια έννοια αυτοκρατορίας (Ikenberry 2001), αλλά και θεωρεί ότι η τρέχουσα πολιτική Μπους απειλεί να αναιρέσει αυτή την ηγεμονική λειτουργία (Ikenberry 2002). Τέλος χαρακτηρίζεται από μια μυωπική προσήλωση σε στρατιωτικού τύπου απειλές και υποτιμά ριζικά τη δυνατότητα να υπάρξουν ριζικά ανταγωνιστικές μορφές «αντισυστημικής» δράσης οι οποίες εν τέλει να μην μπορούν εύκολα να αντιμετωπιστούν καθώς θα συμπυκνώνουν ένα εναλλακτικό πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης και οι οποίες θα μπορούν να έχουν απήχηση ταυτόχρονα και στο ίδιο το εσωτερικό της «αυτοκρατορίας».

1.4 Η «παγκοσμιοποίηση» ως Αυτοκρατορία : η θέση των Χαρντ και Νέγκρι

Το βιβλίο των Μίκαελ Χαρντ και Τόνι Νέγκρι, Η Αυτοκρατορία(Hardt – Negri 2000) σηματοδότησε και αυτό μια επιστροφή της έννοιας της Αυτοκρατορίας. Σε αντίθεση τους συνειρμούς που γεννά ο τίτλος δεν είναι ένα βιβλίο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και αυτό γιατί η έννοια της Αυτοκρατορίαςπαραπέμπει στην εικόνα που έχουν οι συγγραφείς για τη διαμόρφωση ενός παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, όπου η υποχώρηση των εθνικών κρατών, οι νέες αποκεντρωμένες μορφές κυριαρχίας που απορροφούν το σύνολο του πλανήτη, η ανάδυση μιας παγκόσμιας αγοράς αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά.

Ως υλική βάση αυτής της διαδικασίας προτείνεται το πέρασμα από τις κοινωνίες του πειθαρχικού εγκλεισμού και του χωροταξικού εντοπισμού της εκμετάλλευσης (εργοστάσιο) στις κοινωνίες ενός διάχυτου πληροφορικού κοινωνικού ελέγχου. Για τους Νέγκρι και Χαρντ η διάχυση των μορφών ελέγχου του κεφαλαίου οδηγούν σε μια εκμετάλλευσητης ζωής,των σωμάτων και των εγκεφάλων της κοινωνικής πλειοψηφίας, μια υπαγωγή όλων των βιοτικών (βιολογικών και πνευματικών) διαδικασιών στο κεφάλαιο. Αυτό αναδεικνύει την εκμετάλλευση της άυληςπνευματική εργασίας, των νέων υποκειμενικοτήτων(που ταυτόχρονα είναι και νέες αντιστάσεις), την ανάδυση του επικοινωνιακού και γλωσσικού χαρακτήρα των παραγωγικών μορφών. Έχουμε μια εξουσίαπου εν γένει επιδιώκει να υποτάξει τις δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας, με τη μορφή όχι τόσο μιας ταξικής σύγκρουσηςόσο μιας γενικευμένης λοίμωξης.

Κόμβος του βιβλίου είναι μια κοινωνιολογία της «άυλης», πληροφοριακής εργασίας. Ουσιαστικά έχουμε έναν ύμνο στις ελαστικές εργασιακές σχέσεις, τις νέες μορφές εργασίας, τις νέες τεχνολογίες ως εκδοχές προλεταριακής απελευθέρωσης. Πρόκειται για μια τεχνολογική και κοινωνιολογική ουτοπία που σε δύο δεκαετίες αστικής αντεπίθεσης στο χώρο της παραγωγής βλέπει μόνο την αποτύπωση της προλεταριακής δημιουργικότητας και μια αναπαραγωγή του μύθου περί της «κοινωνίας της γνώσης και της πληροφορίας» που αποτελεί μυστικοποίηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Η αποτίμηση των αναδιαρθρώσεων όχι ως απαντήσεων στις αντιστάσεις της εργατικής τάξης, αλλά ως αποτυπώσεωντης δυναμικής τους, και θετικών εξελίξεων δεν είναι μόνο μια βασική αντίφαση του ρεύματος του εργατισμού [6] , αλλά και μια εκδοχή ιστορικισμού μόνο που αντί για τον τεχνολογικό ιστορικισμό των παραγωγικών δυνάμεων του παραδοσιακού οικονομισμού, έχουμε έναν ιστορικισμό της προλεταριακής υποκειμενικότητας, που οδηγεί στην αποδοχή των αναδιαρθρώσεων ως θετικώνσυμπυκνώσεων των νέων αντιστάσεων.

Εν τέλει έχουμε μια απλουστευτική θεώρηση της εξουσίας: Από την μια η ενοποιημένη μηχανή εξουσίας, από την άλλη η παγκόσμια κοινωνία των πολιτών – παραγωγών. Όμως αυτό είναι πίσωαπό το θεωρητικό κεκτημένο του μαρξισμού και μια επιστροφή στην προμαρξιστική ανθρωπολογική κριτική του κράτους ως αλλότριας δύναμης απέναντι στην κοινωνία των πολιτών. Όλη η σύνθετη διαδικασία καθορισμού που ορίζει την σχέση ανάμεσα σε οικονομία και πολιτική χάνεται.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια ενοποιημένη δομή εξουσίας και όχι με μια συνάρθρωση εθνικών σχηματισμών. Αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ δεν είναι η ‘αυτοκρατορία’ αλλά ότι βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας εξουσίας που δομεί την Αυτοκρατορία, ενώ λίγο πιο κάτω οι ισχυροί σχηματισμοί του G7. Σε ένα δεύτερο επίπεδο τα δίκτυα των υπερεθνικών επιχειρήσεων που εγγυώνται την συνοχή της αυτοκρατορίας. Στη βάση αυτή της πυραμίδας βρίσκονται οι εκπρόσωποι των κρατών και των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Η αυτοκρατορική εξουσία δεν μπορεί να αναπαραχθεί μέσα από τους μηχανισμούς του εθνικού κράτους, αφού δεν λειτουργεί πια η έννοια του λαούως νομιμοποιητική βάση αλλά μέσα από «τροπικότητες βιοπολιτικού ελέγχου»: τη βόμβα, το μονοπώλιο της θερμοπυρηνικής βίας και καταστροφής της ζωής, το χρήμακαι την αποδιάρθρωση των εθνικών νομισματικών δομών, και τον αιθέρα, τον έλεγχο των επικοινωνιακών, πολιτιστικών και εκπαιδευτικών μηχανισμών.

Ουσιαστικά έχουμε μια κλασική εκδοχή οικονομισμού: η επέκταση του κεφαλαίου αναιρεί τη σχετική αυτονομία του πολιτικού επιπέδου η πολιτική υποκαθίσταται από το συνδυασμό τεχνικής διαχείρισης, φυσικής βίας, πνευματικής χειραγώγησης. Κάθε ιδιαιτερότητα του πολιτικού επιπέδου, ως συμπύκνωσης όλων των αντιφάσεων ενός σχηματισμού, ως μακροπρόθεσμου ταξικού συμφέροντος, ως σύναψης / αποδιάρθρωσης κοινωνικών συμμαχιών, ως επενέργειας της ιδεολογίας, διαγράφεται μέσα στην απλούστευση έννοια του βιοπολιτικού ελέγχου.

Ταυτόχρονα η θετική αποτίμηση των αναδιαρθρώσεων οδηγεί στη διαπίστωση ότι οι ευέλικτες νέες μορφές εργασίας συγκροτούν ως αντίσταση την νομαδικότητα, την αποστασία, την έξοδο. Η νομαδικότητα συγκροτεί μια νέα ορδή βαρβάρωναπέναντι στην αυτοκρατορία, ορδή την οποία ορίζουν ανθρωπολογικάως σώματα ανίκανα να προσαρμοστούν στην οικογενειακή ζωή, την πειθαρχία, τους παραδοσιακούς σεξουαλικούς ρόλους. Και πάλι βλέπουμε τις συνέπειες της διάλυσης της ταξικής ανάλυσης: αντί για τον εντοπισμό συγκεκριμένων ταξικών πολιτικών πρακτικών έχουμε ένα συνονθύλευμα γενικών πρακτικών αμφισβήτησης και «διαφοράς».

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι σε μεγάλο βαθμό, και αφού κανείς παρακάμψει το βάρος μια σειράς νεολογισμών, έχουμε να κάνουμε με ένα μάλλον απλουστευτικό θεωρητικό σχήμα το οποίο θεωρεί ότι έχουμε ήδη φτάσει σε έναν πλήρως παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, στον οποίο κυριαρχούν όχι οι παραδοσιακές μορφές εξουσίας, αλλά πλήρως απεδαφικοποιημένα πληροφοριακά δίκτυα εξουσίας. Ταυτόχρονα, πάλι σε συντονισμό με μια σειρά από τρέχουσες απολογητικές της παγκοσμιοποίησης θεωρούν ότι η ίδια η τάση που οδηγεί σε αυτό τον πανίσχυρο και άνευ αντιφάσεων υπερκαπιταλισμό, εμπεριέχει σε μια παράξενη καρικατούρα διαλεκτικής και την αναίρεσή του μέσα από την εξαιρετικά ασαφή έννοια του πλήθουςστην οποία τσουβαλιάζονται όλες οι πιθανές αντιστάσεις και το οποίο ορίζεται τελικά μέσα από την μάλλον απλουστευτική εικόνα της εξέγερσης της εγγενούς δημιουργικότητας και κοινωνικότητας που εμπεριέχει ο σύγχρονος καπιταλισμός. Αντίστοιχα παρακάμπτουν και όλες τους σύνθετους τρόπους με τους οποίους οι ΗΠΑ κυριαρχούν στη σημερινή διάρθρωση του διεθνούς συστήματος (Barkawi – Laffey 2002)

Με αυτή την έννοια δεν μπορεί να εξηγήσει ούτε τις αντιφάσεις που διαπερνούν το διεθνές σύστημα, ούτε την αναπαραγωγή αντιθέσεων ανάμεσα σε κράτη, ούτε την ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Και βέβαια στο βαθμό που και αυτό το θεωρητικό σχήμα είναι εν τέλει μια παραλλαγή του σχήματος της «παγκοσμιοποίησης» υφίσταται το όλο πλήγμα που φέρνει η τρέχουσα συγκυρία και η καταγραφή ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στην εικόνα ενός ενιαίου κόσμου και μιας ενιαίας διεθνούς κοινότητας. [7] .

Ταυτόχρονα το σχήμα της Αυτοκρατορίαςαδυνατεί να εκτιμήσει, μέσα στην ιδιότυπη ιστορικιστική αισιοδοξία που το διακατέχει, ότι σε μεγάλο βαθμό η τρέχουσα πραγματικότητα δεν παράγεται από την εγγενή δημιουργικότητα του πλήθους, αλλά δυστυχώς από ένα ολόκληρο φάσμα από πραγματικές και πολύ οδυνηρές ήττες των εργατικών και λαϊκών τάξεων σε όλο τον κόσμο, ήττες στα πεδία της καπιταλιστικής παραγωγής και αναπαραγωγής, τις οποίες καλούμαστε να αντιστρέψουμε, εάν θέλουμε να μιλούμε πραγματικά για αντιστάσεις.

2. Θεωρητικά όρια και ανεπάρκειες της αυτοκρατορίας

2.1. Ξανακοιτώντας την έννοια της αυτοκρατορίας

Στο μέρος αυτό της εργασίας μας θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε ορισμένα θεωρητικάζητήματα που φέρνει η επιστροφή της έννοιας της αυτοκρατορίας. Η προσπάθειά μας αυτή καθόλου δεν υποτιμά την πολιτική σημασία που έχει αυτή, ειδικά εάν την δούμε στο φόντο της στρατιωτικής κατοχής πλέον του Ιράκ: Η μονομερής στρατιωτική δράση των ΗΠΑ και της Βρετανίας, η παράκαμψη της νομιμοποιητικής αξίας των διεθνών οργανισμών, η κατοχική διοίκηση του Ιράκ ως προϋπόθεση για την «αλλαγή καθεστώτος», η τρομαχτική βαρβαρότητα της ίδιας της στρατιωτικής επέμβασης, η προαναγγελία και νέου κύκλου επεμβάσεων σε ένα ευρύτερο φάσμα χωρών και σχηματισμών, όπως επίσης και οι σχετικά έντονες διεθνείς αντιδράσεις αποτελούν στοιχεία σημαντικά που διαφοροποιούν την τρέχουσα συγκυρία από προηγούμενες.

Με αυτή την έννοια όλη αυτή η προβληματική περί της θετικής επανεκτίμησης της αυτοκρατορίας αποτελεί μια ένδειξη, ένα σύμπτωμα, σημαντικών αλλαγών στη διαμόρφωση του σύγχρονου κόσμου και μιας πολύ πιο επιθετικής αμερικανικής τακτικής. Αυτό το οποίο θα προσπαθήσουμε, να δείξουμε είναι η θεωρητικήανεπάρκεια της έννοιας της αυτοκρατορίας να περιγράψει τις τάσεις του σύγχρονου κόσμου.

Κατ’ αρχήν θα πρέπει να πούμε η αυτοκρατορία είναι ένα θεωρητικό σχήμα το οποίο προέρχεται από κοινωνικούς σχηματισμούς που ηγεμονεύονταν από προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής η δυνατότητα να αυξηθεί το αποσπώμενο από τους άμεσους παραγωγούς υπερπροϊόν προϋπέθετε είτε την αύξηση της καλλιεργούμενης έκτασης είτε την αύξηση όσων θα εργαστούν στη γη, κύρια με την αύξηση του αριθμού των δούλων. Σε αυτά τα πλαίσια ήταν εγγενής στους περισσότερους από αυτούς η ανάγκη για αύξηση της γεωγραφικής επικράτειαςμιας ορισμένης άρχουσας τάξης, η αύξηση του γεωγραφικού χώρου στον οποίο μπορούσε να ασκεί μια άμεση μορφή εξουσίας ή έστω να εισπράττει πρόσοδο ή φόρο υποτέλειας με την απειλή της άσκησης αυτής της εξουσίας (Άντερσον 1981). Αυτό εξηγεί την τάση των μεγάλων προκαπιταλιστικών αυτοκρατοριών να επεκτείνουν διαρκώς τα σύνορά τους. Αντίθετα σε μεγάλο βαθμό στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής υπάρχει μια ριζικά διαφορετική δυνατότητα αύξησης του αποσπώμενου υπερπροϊόντος μέσα από τομές στην παραγωγικότητα της εργασίας, δίνεται δηλαδή η δυνατότητα έντασης της εκμετάλλευσης. Επιπρόσθετα υπάρχει –από ένα σημείο και μετά στην ιστορία του καπιταλισμού- η δυνατότητα αύξησης της συνολικά αποσπώμενης υπεραξίας μέσα από την επένδυση και εκτός των συνόρων.

Αντίστοιχα ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και η ιστορία της εδραίωσης και της διευρυμένης αναπαραγωγής του έδειξαν την ιδιαίτερη σημασία που έχει το εθνικό κράτος ως πολιτική μορφή και η εθνική ιδεολογία ως ιδεολογικός σχηματισμός (Πουλαντζάς 1984, Μηλιός 1988 & 2000, Μπαλιμπάρ - Βαλλερστάιν 1991). Αυτό σημαίνει και έναν ιδιότυπο κατακερματισμό του διεθνούς τοπίου σε επιμέρους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, που κατά τη γνώμη μας εξακολουθούν να διατηρούν τη σημασία τους σε πείσμα των κάθε είδους ιδεολόγων της παγκοσμιοποίησης [8] . Σε αυτό το φόντο υποστηρίζουμε ότι η έννοια της αυτοκρατορίας ως εγγενούς επεκτατικότητας για την κατάληψη επιπλέον πλουτοπαραγωγικών πόρων, για την απόσπαση φόρου υποτέλειας ή δούλων δεν μπορεί να αντιστοιχεί δομικά στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Υπάρχει βέβαια και το παράδειγμα των αυτοκρατοριών της αποικιοκρατίας και της δουλείας που συνόδευσαν την άνοδο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η παρατήρηση αυτή είναι εύλογη, άλλωστε και οι σύγχρονοι απολογητές του ιμπεριαλισμού τέτοια παραδείγματα επικαλούνται και πολύ λιγότερο την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Από τη μεριά μας θα λέγαμε ότι αυτή η παρατήρηση παρότι παραπέμπει σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα εντούτοις δεν εντοπίζει τον μεταβατικό χαρακτήρα που είχαν. Αντιστοιχούσαν σε συγκυρίες αντιφατικής και ανταγωνιστικής συνύπαρξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με άλλους τρόπους παραγωγής. Για παράδειγμα τι άλλο είναι η δουλεία στη νεώτερη εποχή παρά η προσπάθεια σε συνθήκες απουσίας «ελεύθερης» εργατικής δύναμης για την καπιταλιστική γεωργία να βρεθεί αυτή έστω και με τρόπο βίαιο. Αντίστοιχα οι μεγάλες αποικιακές αυτοκρατορίες [9] τι άλλο ήταν παρά προσπάθειες βίαιης επέκτασης καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και μορφών συσσώρευσης στα πλαίσια των απαιτήσεων διευρυμένης αναπαραγωγής του Ευρωπαϊκού κεφαλαίου (Hobsbawm 2000, Παλαιός 1987); Δεν είναι τυχαίο ότι σε μεγάλο βαθμό οι αποικιακές αυτοκρατορίες θα καταρρεύσουν ακριβώς κάτω από τη δυναμική ενός πολιτικού αιτήματος (της εθνικής κρατικής συγκρότησης) που κατεξοχήν αντιστοιχεί και επικυρώνει την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία των φορέων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η αποικιοκρατία υπήρξε όντως μια ειδικά καπιταλιστικήσυγκυρία σε ό,τι αφορά το διεθνές τοπίο, απλώς υποστηρίζουμε ότι ήταν μια συγκυρία ειδική, μη αναπαραγόμενη, κατά την οποία η πραγματική κλίμακα της διεθνούς επέκτασης των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης εκτός των καπιταλιστικών μητροπόλεων ήταν μικρότερη. Δεν είναι τυχαίο έτσι (και αυτό θα πρέπει να το λάβουν σοβαρά υπόψη τους οι υποστηρικτές των ιστορικών αναλογιών) ότι η εμφάνιση των μεγάλων –καπιταλιστικών– αποικιακών αυτοκρατοριών οδηγεί ταυτόχρονα και στην οριστική διάλυση των «κλασικών» προκαπιταλιστικών αυτοκρατοριών (Zhang 2001).

Σε αυτά τα πλαίσια μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η έννοια της αυτοκρατορίας είναι ιστορικός αναχρονισμόςόταν χρησιμοποιείται για να περιγράψει το σημερινό διεθνές τοπίο.

2.2. Αναζητώντας ένα εναλλακτικό θεωρητικό πλαίσιο: η σημασία της μαρξιστικής τομής.

Στην ενότητα αυτή θα υποστηρίξουμε ότι η μαρξιστική θεωρία, με κρίσιμη αφετηρία ειδικά για το συγκεκριμένο θέμα το έργο του Β. Ι. Λένιν (Λένιν 1986), οδήγησε σε μια κρίσιμη θεωρητική τομή [10], την οποία ο χώρος των διεθνών σπουδών ακόμη δεν έχει καταφέρει να ενσωματώσει. Το παράδοξο είναι ότι ο Λένιν χρησιμοποίησε μια έννοια, αυτή του ιμπεριαλισμού, που προερχόταν από το λεξιλόγιο των απολογητών των αποικιακών αυτοκρατοριών, μόνο που της έδωσε μια ριζικά νέα σημασία. Αν προσπαθούσαμε να ανακεφαλαιώσουμε τη σημασία που έχει η μαρξιστική τομή θα λέγαμε τα ακόλουθα

Αντίθετα από μια αντίληψη που βλέπει τα κράτη ως αυτόνομους φορείς που απλώς επιδιώκουν κυριαρχία ή εξουσία, η μαρξιστική προσέγγιση θεωρεί ότι αυτό που καθορίζει την διεθνή συμπεριφορά είναι η εσωτερική ταξική συγκρότηση. Με αυτή την έννοια θεωρεί ότι -σε τελική ανάλυση- αυτό που διαμορφώνει το διεθνές τοπίο δεν είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε κράτη γενικά και αφηρημένα, αλλά ανάμεσα σε κοινωνικούς σχηματισμούς, συνολικά κοινωνικά κεφάλαια και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους. Αντίθετα από μια αντίληψη που βλέπει απλώς τη διεκδίκηση εδαφών ή πλουτοπαραγωγικών πηγών η θεώρηση αυτή βλέπει έναν πολύ πιο σύνθετο διακρατικό ανταγωνισμό που αφορά την υπεράσπιση μακροπρόθεσμων καπιταλιστικών συμφερόντων. Αντίθετα από την γενικευτική αναφορά σε αγορές βλέπει πρώτα από όλα ως καθοριστικό στοιχείο την εξαγωγή κεφαλαίων ως ειδοποιό διαφορά. Η έννοια του ιμπεριαλισμού αλλάζει ριζικά θεωρητικό πρόσημο. Παύει να εκφράζει την απλή κρατική επεκτατικότητα και αποκτά μια άλλη σημασία: Αφενός, μιας ορισμένης φάσης στην ανάπτυξη των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και των όρων διευρυμένης αναπαραγωγής της κεφαλαιακής σχέσης (ηγεμονία της απόσπασης σχετικής υπεραξίας στο μονοπωλιακό στάδιο). Αφετέρου, της διεθνοποίησης του κεφαλαίου και της αυξανόμενης σημασίας των εξαγωγών κεφαλαίου. Αυτή η διευκρίνηση δεν προσπαθεί να μειώσει τη σημασία της πολιτικοστρατιωτικής επιθετικότητας, αλλά να επαναπροσδιορίσει τους όρους μέσα στους οποίους καταγράφεται. Αντιστοιχεί δε στην καθοριστική σημασία που έχει το αστικό κράτος ως το κατεξοχήν πεδίο στο οποίο αρθρώνεται το μακροπρόθεσμο καπιταλιστικό συμφέρον. Έτσι λοιπόν ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε συνολικά κεφάλαια με επίδικο αντικείμενο τους όρους διευρυμένης αναπαραγωγής τους σε συνθήκες διεθνοποίησης του κεφαλαίου αναγκαστικά είναι ένας πολιτικός ανταγωνισμός, ανταγωνισμός συνολικών στρατηγικών, αλλά και στρατιωτικός ανταγωνισμός στο βαθμό που η στρατιωτική ισχύς συμπυκνώνει και εγγυάται την όποια πολιτική ισχύ.Έτσι ο ιμπεριαλισμός αποκτά μια ριζικά διαφορετική σημασία η οποία κατορθώνει να ενσωματώνει το επιφαινόμενο της γεωπολιτικής επιθετικότητας και αντιπαλότητας και ταυτόχρονα να διαμορφώνει ένα υλικό πεδίο κοινωνικών σχέσεων το οποίο να παρέχει την δυνατότητα αιτιακού προσδιορισμού των διακρατικών σχέσεων και συγκρούσεων πέρα μια απλή αναφορά στην υπεράσπιση ασαφώς προσδιορισμένων συμφερόντων

Όμως ο Λένιν είχε και μια άλλη θεωρητική συνεισφορά: αυτή της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας (Μηλιός 1988 & 2000). Η εικόνα αυτή περιγράφει πολύ καλύτερα τον τρόπο αλληλεπίδρασης ανάμεσα στους επιμέρους κοινωνικούς σχηματισμούς από ό,τι τα διάφορα σχήματα «παγκόσμιου καπιταλισμού» καθώς αποτυπώνει σύνθετες σχέσεις συνάρθρωσης και καθορισμού. Όμως η ιμπεριαλιστική αλυσίδα δεν είναι μια απλή συνύπαρξη, αλλά ένα ιεραρχημένο πλέγμα αντιφάσεων. Σε αυτό το επίπεδο η πρωτοκαθεδρία εντός της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας δεν μπορεί να περιγραφεί μέσα από την έννοια της αυτοκρατορικής δύναμης. Αντίθετα αυτό που προκύπτει είναι περισσότερο μια σύνθετη σχέση ηγεμονίας όπου την ηγεμονική θέση ανάμεσα στους ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς αναλαμβάνει εκείνος ο σχηματισμός που συνδυάζει τόσο την οικονομική όσο και την ειδικά πολιτικοστρατιωτική ισχύ και ο οποίος κατορθώνει να αρθρώσει μια συνολική στρατηγική για την ιμπεριαλιστική αλυσίδα ή / και να την εγγυηθεί. Η ηγεμονία αναδεικνύεται μέσα από την επίλυση ενδοϊμπεριαλιστικών συγκρούσεων (π.χ. οι παγκόσμιοι πόλεμοι) και οφείλει να επιβεβαιώνεται μέσα στις προκλήσεις της συγκυρίας.

Αυτή η έννοια της ηγεμονίας [11] είναι κατά τη γνώμη μας διαφορετική από την παραδοσιακή έννοια του αυτοκρατορικού πρωτείου. Και αυτό για μια σειρά από λόγους: Υπερβαίνει την απλή αναφορά σε υποτελείς ή σε εξουσιαζόμενους. Αντίθετα ενσωματώνει την καθοριστική σημασία της αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μέσα σε εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς και την αιτιακή προτεραιότητα των ταξικών συμφερόντων ως προς τις εξελίξεις στο διεθνές επίπεδο. Παράλληλα αποτυπώνει τους αντικειμενικούς περιορισμούς που το σχήμα της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας θέτει ως προς τη δράση της όποιας ηγεμονικής δύναμης (αφού εκτός των άλλων ορίζει και τον εγγενώς αντιφατικό χαρακτήρα του διεθνές συστήματος) και με αυτή την έννοια είναι πολύ πιο σύνθετο και διαλεκτικό από την απλούστευση που σφραγίζει το σχήμα της αυτοκρατορίας. Τέλος κατορθώνει να ορίσει όλο το φάσμα των πιθανών αμφισβητήσεων απέναντι στην ηγεμονία, οι οποίες δεν περιορίζονται μόνο στις ενδοκρατικές σχέσεις αλλά περιλαμβάνουν και τον εσωτερικό ταξικό συσχετισμό (που είναι και ο σε τελική ανάλυση καθοριστικός).

Σε αυτά τα πλαίσια θα είναι η μερική αποκρυστάλλωση του ενδοϊμπεριαλιστικού συσχετισμού μετά το 1945 (αμερικανική ηγεμονία) και η απειλή από ένα αντίπαλο μπλοκ (κοινωνικά και πολιτικοστρατιωτικά) που θα οδηγήσει στη διαμόρφωση ενός σαφώς ιεραρχημένου ιμπεριαλιστικού μπλοκ. Εντός αυτού οι ΗΠΑ θα αναλάβουν την κορυφαία θέση τόσο από την άποψη της ειδικής οικονομικής ισχύος τους, όσο και από την άποψη ότι ήταν (και είναι) η μόνη δύναμη ικανή να υπερασπιστεί πολιτικοστρατιωτικά το συνολικό ιμπεριαλιστικό συμφέρον. Και όταν αναφερόμαστε σε συνολικό ιμπεριαλιστικό συμφέρον αυτό μεταφράζεται στην εξασφάλιση ομαλών συνθηκών για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας, στη διασφάλιση των ροών πρώτων υλών και φυσικά στην αποτροπή και συντριβή των όποιων κινημάτων ή κρατικών μορφών αμφισβητούν όψεις ή/και το σύνολο αυτού του συμφέροντος.

Με αυτή την έννοια δύο είναι τα στοιχεία που σφράγισαν την περίοδο μετά το 1945 σε ό,τι αφορά το ιμπεριαλιστικό μπλοκ: Πρώτον, παρά το γεγονός ότι μια σειρά σχηματισμοί θα έχουν σημαντική ανάκαμψη της παραγωγικότητάς τους και θα καλύψουν μέρος του χάσματος που τους χώριζε από τις ΗΠΑ, εντούτοις ουδέποτε θα αμφισβητηθεί η αμερικανική ηγεμονία ακριβώς λόγω της ειδικής πολιτικοστρατιωτικής ισχύος της τελευταίας. Δεύτερον, ότι εντός αυτής της σαφούς σχέσης ηγεμονίας ανταγωνισμοί θα αναπτύσσονται, συχνά και εντός των φαινομενικά κοινών επεμβάσεων. Τρίτον, η κάθε φορά επιβεβαίωση της αμερικανικής ηγεμονίας θα κρίνεται στη συνάρθρωση ανάμεσα στη δυνατότητά τους να είναι η ηγεμονική οικονομική δύναμη και την ικανότητά τους να παραμένουν ο πολιτικοστρατιωτικός εγγυητής του συνολικού ιμπεριαλιστικού συμφέροντος [12] . Σε τελική ανάλυση η ίδια η κλίμακα της αμερικανικής οικονομικής παρουσίας στο εξωτερικό και ο βαθμός της διεθνοποίησης του αμερικανικού κεφαλαίου σήμαινε και σημαίνει ότι ακόμη και το ιδιαίτερα αμερικανικό συμφέρον διαπλέκεται με το συνολικό ιμπεριαλιστικό συμφέρον.

2.3 Μια εναλλακτική προσέγγιση της τρέχουσας συγκυρίας.

Σε αυτό το φόντο θα πρέπει να δούμε πρώτα από όλα τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε η αμερικανική εξωτερική πολιτική στις τελευταίες δεκαετίες. Αντιστοιχεί αυτή σε μια ορισμένη εκτίμηση εδώ και αρκετό καιρό του σύγχρονου κόσμου τουλάχιστον στο βαθμό που αυτός διαμορφώνεται ύστερα από την κατάρρευση των σχηματισμών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» [13] . Στο βαθμό που δεν υπάρχει πλέον μία ενιαία απειλή για τους ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς περνούμε ήδη από την συμβολική στιγμή του 1990 και τον πρώτο πόλεμο κατά του Ιράκ σε ένα νέο πρότυπο ιμπεριαλιστικής επέμβασης:

Επίδικα αντικείμενα είναι: Πρώτον, η διασφάλιση όλων των κρίσιμων ενεργειακών ροών. Δεύτερον, η ομαλή ένταξη στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα των σχηματισμών του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Τρίτον, η εξωτερική παρέμβαση για την αποφυγή της πλήρους αποσταθεροποίησης σχηματισμών κρίσιμων για τη συνολική αναπαραγωγή του ιμπεριαλιστικού συμφέροντος. Τέταρτον, η ανάσχεση ή/και το τσάκισμα όλων των σχηματισμών που με τον ή τον άλλο τρόπο αμφισβητούν όψεις του συνολικού ιμπεριαλιστικού συμφέροντος. Οι ΗΠΑ ντε φάκτο αναλαμβάνουν το ρόλο του βασικού φορέα υλοποίησης αυτής της πολιτικής κύρια μέσα από την τεράστια πολιτικοστρατιωτική ισχύ που διαθέτουν. Τις περισσότερες φορές τυπικός φορέας αυτής της επέμβασης είναι ένας συνασπισμός δυνάμεων, συνήθως με την τυπική νομιμοποίηση του ΟΗΕ.

Σε ό,τι αφορά την ιδεολογική νομιμοποίηση αυτό που βλέπουμε είναι μια σχετική υποχώρηση των αναφορών στη συλλογική ασφάλεια του δυτικού κόσμου ή την ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα σε μπλοκ (στοιχεία σχετικά έντονα στη διάρκεια το ψυχρού πολέμου) και μια μεγαλύτερη έμφαση στα «ανθρώπινα δικαιώματα», τη διεθνή νομιμότητα και την «απειλή της τρομοκρατίας», την ανάγκη στήριξης δημοκρατικών θεσμών. Βέβαια αυτού η είδος η ρητορεία. δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια ριζική τομή, αφού η επίκληση των «πανανθρώπινων αξιών» των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δυτικής δημοκρατίας αποτέλεσε ούτως ή άλλως βασικό πυλώνα της προσπάθειας νομιμοποίησης της πρακτικής του δυτικού συνασπισμού σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο και αποκρυσταλλώθηκε στη συγκρότηση και λειτουργία του ΟΗΕ. Με αυτή την έννοια έχουν μεγάλο ενδιαφέρον οι παρατηρήσεις του Γ. Μηλιού για τα «παλιά υλικά της “νέας τάξης”» (Μηλιός 2001) όπως και η υπενθύμισή του ότι εξακολουθεί να διατηρείται ως βασικός νομιμοποιητικός αρμός η έμφαση στο απαραβίαστο των συνόρων. [14]

Οφείλουμε να έχουμε σαφές ότι αυτό το πρότυπο ιμπεριαλιστικού παρεμβατισμού υπερβαίνει κατά πολύ τις τρέχουσες διαφορές ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα (αλλά και τις διαφωνίες στο εσωτερικό των ΗΠΑ). Γι’ αυτό το λόγο και σε αυτό το επίπεδο ουσιαστικά υπάρχει (όπως και υπήρξε τα προηγούμενα χρόνια) μια βαθύτερη συναίνεση των υπόλοιπων ιμπεριαλιστικών κέντρων με κορυφαία στιγμή τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία [15] . Ταυτόχρονα αυτό το πρότυπο επέμβασης ορίζει και το πεδίο εντός του οποίου συγκροτείται η αμερικανική ηγεμονία στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα: τη δυνατότητα πολιτικής και στρατιωτικής υπεράσπισης του συνολικού μακροπρόθεσμου ιμπεριαλιστικού συμφέροντος.

Άλλωστε αυτή η κίνηση ταυτίζεται χρονικά και με το μεγάλο ξεδίπλωμα των πολιτικών της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης (Ιωακείμογλου 2000) στο σύνολο των ιμπεριαλιστικών σχηματισμών, τις ΗΠΑ να βρίσκονται στην πρωτοπορία τόσο των παραγωγικών και οργανωτικών τομών όσο και στους ρυθμούς αύξησης της κερδοφορίας λειτουργώντας και ως μία οικονομική ατμομηχανή. Ουσιαστικά σε όλη τη δεκαετία του ’90 μπορούμε να μιλούμε για μια προβολή ενός συνολικού ηγεμονικού προτάγματος από τις ΗΠΑ: πολιτικοστρατιωτική εγγύηση και ταυτόχρονα ένα ελκυστικό καθεστώς συσσώρευσης.

Και επειδή μεγάλη συζήτηση γίνεται για το χαρακτήρα τομής που έχει η επέμβαση στο Ιράκ θα πρέπει να πούμε ότι σε μεγάλο βαθμό η πραγματική τομή συντελέστηκε στη δεκαετία του 1990. Με αυτό εννοούμε ότι κύρια γύρω από την έννοια της ανθρωπιστικής επέμβασης και του ανθρωπιστικού πολέμου (Johnstone 2000) διαμορφώθηκε μια ολόκληρη προβληματική για τα όρια που υπάρχουν στην εθνική κυριαρχία και τη νομιμοποίηση των επεμβάσεων στη βάση των εσωτερικών κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών ενός σχηματισμού (Lyons & Mastanduno [eds.] 1995). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ακριβώς η δεκαετία του 1990 και όλη η ρητορική υπέρ της δυνατότητας παρέμβασης της «διεθνούς κοινότητας» στο εσωτερικό ενός σχηματισμού που θα προλειάνει ιδεολογικά τη σημερινή μορφή παρεμβάσεων ακόμη και χωρίς νομιμοποίηση του ΟΗΕ. Και με αυτή την έννοια οφείλουμε να θεωρήσουμε ότι σε μεγάλο βαθμό η όλη προβληματική περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων λειτούργησε μυστικοποιώντας την τρέχουσα ιμπεριαλιστική πολιτική (Callinicos 2000). Γι’ αυτό και είναι λάθος να πιστέψει κανείς ότι μια επιστροφή των ΗΠΑ σε μια ρητορική ανθρώπινων δικαιωμάτων θα σήμαινε και μια υποχώρηση της λογικής των επιθετικών πολιτικοστρατιωτικών επεμβάσεων.

Η 11η Σεπτεμβρίου θα λειτουργήσει ως συμπύκνωση τάσεων και αντιφάσεων, αλλά και ως αφετηρία σημαντικών μετατοπίσεων. Οι ΗΠΑ θα διαπιστώσουν με τρόπο οδυνηρό ότι μπορεί να είναι πρακτικά άτρωτες απέναντι σε μια ενδεχόμενη κλασική επίθεση ενός συγκροτημένου κράτους εναντίον τους, όχι όμως και απέναντι σε επιθέσεις από άλλου τύπου μη κρατικές πολιτικές μορφές. Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός, ιστορικά μια ιδεολογική αντανάκλαση της επιθυμίας βαθιά συντηρητικών τμημάτων του Αραβικού κόσμου που επιθυμούσαν μια αυταρχική συγκρότηση των σχηματισμών τους και μια αλλαγή πλεύσης απέναντι στη Δύση (κύρια με όπλο το πετρέλαιο), κατορθώνει μέσα σε μια συγκυρία κρίσης τόσο των ριζοσπαστικών – αντιιμπεριαλιστικών όσο και των κρατικιστικών - εκσυγχρονιστικών εκδοχών του Αραβικού εθνικισμού να αποκτήσει μια ιδιαίτερη απήχηση σε λαϊκά στρώματα (τόσο καθαρά πληβειακά όσο και εν δυνάμει νέα μικροαστικά) που υφίστανται μια πραγματική απαξίωση, και έτσι να τροφοδοτήσει ιδιαίτερα βίαιες πρακτικές [16] . Ευρύτερα θα λέγαμε ότι καταδεικνύεται έμπρακτα ότι η τεράστια κοινωνική βία που εκλύει η σύγχρονη διεθνοποίηση του κεφαλαίου και η διαρκής πίεση για έναν βίαιο καπιταλιστικό εκσυγχρονισμό μπορεί να λειτουργήσει ως εν δυνάμει πεδίο αναπαραγωγής ενός μεγάλου φάσματος από «ασύμμετρες απειλές» που μπορούν να είναι εξαιρετικά βίαιες [17] . Γι’ αυτό και οι αμερικανοί δεν περιορίζουν την έννοια της απειλής μόνο σε φαινόμενα τύπου Αλ Κάιντα, όπου η τυφλή βία συμβαδίζει με την ακραία μορφή αντιδραστικού κοινωνικού συντηρητισμού, αλλά την επεκτείνουν στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, στα ένοπλα κινήματα με λαϊκή υποστήριξη, δυνητικά σε ένα πολύ μεγάλο φάσμα ριζοσπαστικών μαζικών πρακτικών. Παράλληλα θεωρούν ότι σε αυτά τα πλαίσια επιβάλλεται μια πολύ πιο επιθετική στάση απέναντι σε εκείνα τα κράτη τα οποία θεωρείται είτε ότι απειλούν το άμεσο αμερικανικό συμφέρον ή / και διαπλέκονται με όλη αυτή την αναπαραγωγή «ασύμμετρων απειλών».

Σε αυτά τα πλαίσια η αμερικανική ηγεσία δείχνει να τροποποιεί το πρότυπο παρέμβασης μέσα από τα εξής σημεία:

· Η για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα αναφορά σε προληπτικές επιθέσεις εναντίον πιθανών στόχων, καθώς η άσκηση στρατιωτικής βίας προκαταβολικά (πριν δηλαδή ο εχθρός προχωρήσει σε πράξεις ή απειλές βίας) προστίθεται στα παραδοσιακά πολιτικοστρατιωτικά μέσα της αποτροπής και του περιορισμού των απειλών (Litwak 2002-03).

· Η διατύπωση ενός σχήματος περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας (των άλλων...), με την έννοια ότι η εθνική κυριαρχία ορίζεται ως εξαρτώμενη από την εκπλήρωση συγκεκριμένων προδιαγραφών.

· Η ανάδειξη της αμερικανικής ηγεμονίας σε αυτοτελή παράγοντα διαμόρφωσης του διεθνούς τοπίου (σε βάρος των διεθνών οργανισμών) και η προβολή μιας αποστολής που έχουν οι ΗΠΑ ως η μόνη δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί το μακροπρόθεσμο συμφέρον ολόκληρου του καπιταλιστικού κόσμου και να αναλάβει τα πολιτικά, στρατιωτικά και αστυνομικά καθήκοντα που αυτό συνεπάγεται.

· Η μετατόπιση του πεδίου απόσπασης συναίνεσης και νομιμοποίησης: Υποχωρούν οι αναφορές στον ανθρωπιστικό πόλεμο και κυριαρχεί το σχήμα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας».

· Επιτάχυνση μιας ιδιαίτερα εκτεταμένης αυταρχικής στροφής τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ με αναίρεση ακόμη και βασικών ελευθεριών (Cole 2002), όσο και στο εξωτερικό με έντονη την πίεση για αυταρχικότερες ρυθμίσεις.

Το νέο αυτό αμερικανικό στρατιωτικό και πολιτικό δόγμα είναι σαφές ότι οδηγεί αναγκαστικά σε μια λογική αποσταθεροποίησης περιφερειακών σχηματισμών που μπορούν να αποτελέσουν έστω και μακροπρόθεσμα απειλή για το καπιταλιστικό συμφέρον (χαρακτηριστική π.χ. η στάση απέναντι στη Συρία), έναν εντονότερο παρά ποτέ στρατιωτικό παρεμβατισμό με κριτήριο όχι τη διεθνή συμπεριφορά των κρατών αλλά την εσωτερική τους κοινωνική συγκρότηση και ρητά αναφέρεται στη δυνατότητα στρατιωτικής εξαγωγής καθεστώτων κοντά στα δυτικά πρότυπα κρατικής συγκρότησης και -πάνω από όλα- οικονομίας της αγοράς.

Αυτό αποτυπώνεται στην πολύ μεγαλύτερη έμφαση στη δυνατότητα των στρατιωτικών επεμβάσεων να «απελευθερώνουν» κράτη και να εγκαθιστούν νέα καθεστώτα [18], συνεχίζοντας την τάση συγκρότησης μεταβατικών μορφών «διεθνούς διοίκησης» περιοχών, τάση που είχε καταγραφεί ήδη από την δεκαετία του 1990. Θα πρέπει όμως να πούμε ότι παρότι το πρότυπο του νέου ιμπεριαλιστικού παρεμβατισμού και η λογική της ένοπλης ανασυγκρότησης κρατών έχει οδηγήσει σε μια εντυπωσιακή επανεμφάνιση της λογικής των προτεκτοράτων (Βοσνία, Κόσοβο, Αφγανιστάν, πλέον Ιράκ) [19] εντούτοις δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι σε όλες τις περιπτώσεις είναι έντονη η προσπάθεια να παρουσιαστούν ως προσωρινές λύσεις, ή μεταβατικές μορφές και να επιβεβαιωθεί η αρχή της αυτοδιάθεσης. Γι’ αυτό και είναι λάθος να παρουσιάζεται αυτό το στοιχείο ως σημείο επιστροφής σε μια νεο-αυτοκρατορική αποικιοκρατία.

Όλο αυτό το πλαίσιο του νέου παρεμβατισμού διαμορφώνει μια άνιση εκδοχή ηγεμονίας υπέρ του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Ταυτόχρονα στο βαθμό που δίνει μια τόσο μεγάλη έμφαση στην αμερικανική και όχι απαραίτητα διεθνή δράση, αλλά και ρητά αναφέρεται (και πράττει ανάλογα) στη δυνατότητα μονομερών στρατιωτικών ενεργειών των ΗΠΑ, είναι προφανές ότι αντικειμενικά οξύνει τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Σε αυτά τα πλαίσια μπορούμε να πούμε ότι η όλη προβληματική της αυτοκρατορίας με τον τρόπο που αρθρώνεται στην τρέχουσα αμερικανική συζήτηση μπορεί να μην έχει αναλυτική επάρκεια μπορεί όμως να θεωρηθεί ένα σύμπτωμα μιας μετατόπισης της αμερικανικής στρατηγικής σε μια πολύ πιο επιθετική κίνηση με έντονο το στοιχείο της μονομερούς δράσης και της έμφασης στην πολεμική δράση.

Αυτό βέβαια σε σχέση με το σχήμα της αμερικανικής αυτοκρατορίας, γιατί παράλληλα η ένταση και καταγραφή ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και αποκλίσεων το επιπλέον θεωρητικό αποτέλεσμα να αναιρεί εμπράκτως μεγάλο μέρος της όλης προβληματικής περί παγκοσμιοποίησης. Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι μέσα σε όλη τη ρητορεία για τη δυνατότητα, την αναγκαιότητα και τη σημασία της μονομερούς αμερικανικής δράσης υποχωρεί –σχετικά- η έμφαση στην ανάγκη θεσμών μιας φιλελεύθερης παγκόσμιας διακυβέρνησης (global liberal governance) μέσω διεθνών φορέων και οργανισμών, στοιχείο που αποτέλεσε βασικό κόμβο της όλης προβληματικής της παγκοσμιοποίησης αλλά και βασικό ιδεολογικό πρόταγμα σε όλη τη δεκαετία του 1990 (Cable 1999). Αυτό βέβαια είναι ταυτόχρονα και ένα στοιχείο όξυνσης αντιφάσεων μια που ανεξάρτητα από το πραγματικό αντίκρυσμα αυτών των θεσμών, εντούτοις αποτέλεσαν ένα σημαντικό μοχλό απόσπάσης ιδεολογικής νομιμοποίησης και συναίνεσης.

Είναι φανερό παράλληλα πως η τρέχουσα αμερικανική πολιτική δεν αντιστοιχεί μονάχα σε ένα δόγμα εξωτερικών διεθνών σχέσεων αλλά και σε ένα δόγμα εσωτερικής κοινωνικής συγκρότησης. Αντιστοιχεί δε σε μια ορισμένη συγκυρία της καπιταλιστικής συσσώρευσης που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση υφεσιακών τάσεων στη διεθνή οικονομία. Αυτή η θέση δεν αντιστοιχεί σε κάποια λογική διαρκούς καπιταλιστικής κρίσης και κατάρρευσης. Αντίθετα η εκτίμησή μας στηρίζεται στο γεγονός ότι η δεκαετία του 1990 (πιο σωστά μετά το 1992) είχαμε, ειδικά στις ΗΠΑ, επιτάχυνση των αναδιαρθρωτικών αποτελεσμάτων, που εμπειρικά αποτυπώθηκαν στην αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης και της κερδοφορίας. Αντίθετα τώρα έχουμε έντονα υφεσιακές τάσεις, σε συνδυασμό με την υποχώρηση των κλάδων εκείνων που αποτέλεσαν τις ατμομηχανές της αυξημένης κερδοφορίας (Dumenil - Levy 2003).

Αυτό το φόντο σε συνδυασμό με την εμφάνιση στοιχείων εργατικού διεκδικητισμού και λαϊκού και νεολαΐστικου ριζοσπαστισμού σε μια σειρά από μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις οδηγεί ντε φάκτο σε μια απαίτηση αναπροσαρμογής της αστικής στρατηγικής. Σε αυτά τα πλαίσια διαμορφώνεται ένα συνολικό νεοσυντηρητικό πρόταγμα που δίνει έμφαση σε μια διπλή κίνηση: αξιοποίηση της ύφεσης ως μηχανισμού οικονομικής πειθάρχησης των εργαζόμενων μαζών και ταυτόχρονα έμφαση σε μια ακόμη μεγαλύτερη πολιτική και ιδεολογική θωράκιση της αναδιαρθρωτικής πολιτικής μέσα από μια εντονότερη λογική άμεσης και προληπτικής πειθάρχησης. Με αυτή την έννοια, αυτή η νέα πολύ πιο «αστυνομική» λογική παρέμβασης στο διεθνές σύστημα αντιστοιχεί και σε μια συνολική πολιτική και ιδεολογική μετατόπιση.

Σε αυτό το φόντο γίνεται σαφή η ανεπάρκεια μιας ερμηνείας που απλώς θα έβλεπε τον πόλεμο στο Ιράκ ως «πόλεμο για το πετρέλαιο» και θα παρέβλεπε ότι η επίθεση στο Ιράκ αποτελεί ακριβώς τη συμπύκνωση μιας συνολικής απόπειρας των ΗΠΑ να επιβεβαιώσουν με τρόπο σχεδόν απόλυτο την ηγεμονία τους στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα (Θέσεις 2003) επιλέγοντας ένα στόχο που συμπυκνώνει –για τις ΗΠΑ- μια σειρά από κρίσιμα διακυβεύματα: σταθεροποίηση μιας κρίσιμης περιοχής, κατοχύρωση της δυνατότητας ανατροπής «εχθρικών» καθεστώτων, αναίρεση της όποιας δυνατότητας για αναπαραγωγή «ασύμμετρων απειλών». Και επειδή η ηγεμονία οφείλει να επιβεβαιώνεται και έμπρακτα, όφειλε αυτή η πολεμική επίθεση να γίνει πάση θυσία, έστω και με το τίμημα σε όρους νομιμοποίησης να μην έχει βρεθεί ακόμη ούτε ίχνος από τη βασική δικαιολογία του πολέμου, δηλαδή τα περίφημα όπλα μαζικής καταστροφής.

Βέβαια ως απόπειρα άρθρωσης μιας ηγεμονικής ιμπεριαλιστικής στρατηγικής έχει μια σοβαρή αντίφαση. Εν μέσω ύφεσης ουσιαστικά αποπειράται να μετατοπίσει το πεδίο του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού από το καθοριστικό πεδίο της οικονομίας, της αύξησης της παραγωγικότητας, της επιτάχυνσης της αναδιάρθρωσης και της ανάκαμψης της κερδοφορίας, στο πεδίο του ελέγχου και της πειθάρχησης και του πολιτικοστρατιωτικού παρεμβατισμού. Αυτό άλλωστε εξηγεί και τη σχετική υποχώρηση της έμφασης στην οικονομική διπλωματία που προβλήθηκε στην περίοδο Κλίντον (Gowan 2000).

Με αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να πούμε ότι απειλεί να μην εκπληρώνει αυτό το δόγμα μια κρίσιμη πτυχή της ηγεμονικήςλειτουργίας εντός της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας: την απαίτηση δηλαδή η ηγεμονική δύναμη να προβάλει όχι μόνο πολιτικοστρατιωτική ισχύ, αλλά και ένα πρότυπο συσσώρευσης και μια δυναμική επίλυσης των προσκομμάτων στην καπιταλιστική κερδοφορία. Ή για να το πούμε διαφορετικά το πρότυπο συσσώρευσης που προτείνει, μια βίαιη κατασταλτική επίθεση απέναντι στα λαϊκά συμφέροντα δεν είναι απαραίτητα εφαρμόσιμο παντού και με τον ίδιο τρόπο. Ούτε και είναι δεδομένο ότι δεν θα συνοδευτεί από ένταση των κοινωνικών συγκρούσεων.

Αυτό τον τρόπο αναδεικνύει και την πραγματική αχίλλειο πτέρνα της όλης προσπάθειας: η κατίσχυση στρατιωτικά στους δρόμους της Βαγδάτης δεν εγγυάται απαραίτητα και την πολιτική και ιδεολογική κατίσχυση στους δρόμους των καπιταλιστικών μητροπόλεων. Η επιστροφή εκατομμυρίων ανθρώπων σε δρόμους συλλογικής αγωνιστικής διεκδίκησης δείχνει ότι για άλλη μια φορά τη δυνατότητα της ταξικής πάλης να μπορεί να φέρει απρόβλεπτα αποτελέσματα. Σε πείσμα της αυταρέσκειας του όποιου imperium...

Αντίστοιχα όμως αυτό μας επιτρέπει να έχουμε και έναν πολύ καλύτερο ορισμό του αντιπάλου. Αντίθετα από έναν εύκολο περιορισμό της αντίθεσης και της αντίστασης μόνο στην υποτιθέμενη αμερικανική «αφροσύνη», εντοπίζει το πραγματικό επίδικο αντικείμενο: Όλο το φάσμα των πολύ πιο επιθετικών μορφών του σύγχρονου καπιταλισμού, όλο το πλέγμα των οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών πρακτικών που σφραγίζουν τη συγκυρία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Και σε αυτές τις πολιτικές οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι συγκλίνουν και συναινούν αρκετοί από τους σημερινούς –συγκυριακούς– επικριτές της αμερικανικής πολιτικής.

Αυτό όμως δείχνει και τη μεγάλη σημασία και την ποιοτική διαφορά της εντυπωσιακής παγκόσμιας αντιπολεμικής κινητοποίησης: Για πρώτη φορά μετά από αρκετό καιρό είναι πολύ έντονη η αίσθηση ότι εκατομμύρια νέοι και εργαζόμενοι σε όλο το κόσμο «διαβάζουν» στην πολεμική φρίκη που έσπειραν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους μια εξαιρετικά έμπρακτη αλληγορία για την καθημερινή κοινωνική βίαπου αναβλύζει από τους όλους τους πόρους ενός ανεξέλεγκτου επιθετικού καπιταλισμού. Γιατί η αντίθεση στον πόλεμο δεν μπορεί παρά να είναι και μια αμφισβήτηση των κοινωνικών σχέσεων που τον παράγουν...

Βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσση

Άντερσον Π. 1981, Από την Αρχαιότητα στη Φεουδαρχία, Αθήνα: Οδυσσέας.

Γκράμσι Α. χ.χ.έ., Για τον Μακιαβέλη, Αθήνα: Ηριδανός.

Θέσεις (editorial), 2003, «Law and Order. Δίκαιο και νομιμότητα στην εσωτερική και στη διεθνή σκηνή», Θέσεις 83, σσ. 4-11.

Ιωακείμογλου, Η. 2000, Τέλος του αιώνα, τέλος της κρίσης;, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Λένιν Β. Ι. 1986, Ο Ιμπεριαλισμός. Ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μηλιός Γ. 1988, Ο Ελληνικός Κοινωνικός Σχηματισμός, Αθήνα: Εξάντας. Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση, 2000, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μηλιός Γ. 1997, Θεωρίες για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, Αθήνα: Κριτική.

Μηλιός Γ. 2001, «Ιμπεριαλισμός και “νέα τάξη πραγμάτων”: μια ανακεφαλαίωση», Θέσεις 77, σσ. 11-24.

Μπαλιμπάρ Ε. - Βαλλερστάιν Ιμ. 1991, Φυλή- Έθνος- Τάξη. Διφορούμενες Ταυτότητες, Αθήνα: Πολίτης.

Παλαιός Α. Β. 1987, Ζητήματα θεωρίας του ιμπεριαλισμού, Αθήνα: Οδυσσέας.

Παντσίερι Ρ. - Νέγκρι Α. - Τρόντι Μ. χ.χ.έ., Νεοκαπιταλισμός και Επαναστατικό κίνημα, Αθήνα: Κομμούνα.

Παντσίερι Ρ. χ.χ.έ., «Για τον Νεοκαπιταλισμό», σε Παντσίερι – Νέγκρι – Τρόντι, χ.χ.έ.

Πουλαντζάς Ν. 1984, Το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμό, Αθήνα: Θεμέλιο.

Σακελλαρόπουλος Σ. 2000, «Η μυθολογία της οικονομικής παγκοσμιοποίησης», Τετράδια Εργασίας Παντείου Πανεπιστημίου, τ. 41.

Σωτήρης Π. 1999, «Για την Γιουγκοσλαβική τραγωδία και την ιμπεριαλιστική επέμβαση στο Κόσοβο», Θέσεις68, σσ. 33-98.

Τρόντι Μ. 1964, «Ο Λένιν στην Αγγλία», σε Παντσιέρι - Νέγκρι - Τρόντι χ.χ.έ.

Hobsbawm E. J. 2000, Η εποχή των Αυτοκρατοριών 1875-1914, Αθήνα: ΜΙΕΤ.

Ξενόγλωσση

«Quaderni Rossi» 1968, Luttes ouvrieres et capitalisme d’ aujourd’hui, Paris: Maspero.

Al-Azmeh Aziz, 1996, Islam and Modernities, London: Verso.

Ali T. (ed.) 2000 Masters of the Universe?. Nato’s Balkan Crusade, London: Verso.

Ali T. 2003, The Clash Of Fundamentalisms, London: Verso.

Ali T. 2003a, «Re-colonizing Iraq», New Left Review 21, σσ.5-19.

Bacevich A. 1998, «The Irony of American Power», First Things 81, σσ. 19-27.

Bacevich A. 2002, «Bush’s Grand Strategy», http:// www.amconmag.com

Barkawi T. and Laffey M. 2002, «Retieving the Imperial: Empire and International Relations», Millenium vol 31, no.1, σσ. 109-127.

Boot M. 2001, «The Case for American Empire», The Weekly Standard, 15/10/2001.

Boot M. 2003, «The End of Appeasement. Bush's opportunity to redeem America's past failures in the Middle East» The Weekly Standard 10/02/2003.

Brewer A. 1980, Marxist theories of Imperialism, London: Routledge and Kegan Paul.

Cable V. 1999, Globalization and Global Governance, London: The Royal Institute of International Affairs.

Callinicos A. 2000, «The Ideology of Humanitarian Intervention», σε Ali (ed.) 2000, σσ. 175-179.

Carr E.H. 1939, The Twenty Years’ Crisis, London: MacMillan.

Cheney D. 1993, Defense strategy for the 1990s: The Regional Defense Strategy.

Cole D. 2002, «Trading Liberty for Security after September 11», Foreign Policy in Focus Policy Reporthttp://www.fpif.og

Cooper R. 2002, «The post-modern state» σε Leonard (ed.) 2002, σσ. 11-19.

Donnelly Th. 2001, «Preserving PaxAmericana: Defense Reform for the Unipolar Moment», Outlook, vol 3, n. 1, σσ. 3-14.

Donnelly Th. 2002, «The Past As Prologue: An Imperial Manual», Foreing Affairs, July/August 2002, http://www.foreignaffairs.org

Donnelly Th. 2003, «The Underpinnings of the Bush Doctrine», http:// www.aei.org

Dumenil G. – Levy D. 2003, «Neoliberalisme – Neomilitarisme», http://www.cepremap.ens.fr/levy

Dunn Hastings D. 2003, «Myths, motivations and “misunderestimations”: The Bush administration and Iraq», International Affairs 79, σσ. 279-297.

Eakin Ε. 2002, «All roads Lead to D.C.» , New York Times, 31/03/2002.

Eland I. 2002, «The Empire strikes out. The “New Imperialism” and its fatal flaws», Policy Analysis (Cato Institute), n. 459, σσ. 1-27.

Freedland J. 2002, «Rome, AD…Rome DC?» , The Guardian 18/09/2002.

Gaddis J. L., 1997, We now know. Rethinking Cold War History, Oxford: Oxford University Press.

Gaddis J. L., 2002, «A Grand Strategy of Transformation», Foreign Policy, Nov/Dec 2002, http://www.foreignpolicy.com

Garton Ash T. 2003, «Beyond the Sandstorm. Three Visions of the Future Compete. Blair’s is Best, But Can it ever Realised?» , The Guardian 20/03/2003.

Gowan R. 2000, “The Euro-Atlantic Origins of NATO’s Attack on Yugoslavia” σε Ali (ed.) 2000, σσ. 3-45.

Haass R. 2003, «Sovereignty: Existing Rights, Evolving Responsibilities», http://usinfo.state.gov

Halliday F. 1983, The making of the second cold war, London: Verso.

Halliday F. 1994, Rethinking International Relations, London: MacMillan.

Hardt M. – Negri T. 2000, Empire, Harvard: Harvard University Press.

Hardt M. 2002, «Follies of our Masters of the Universe. Global Elites must realize that American Imperialism is not in their interest», The Guardian, 18/12/2002.

Hoffmann S. 2003, «The High and the Mighty», The American Prospect vol. 13 no. 24, http://www.prospect.org

Ikenberry G. J. 2001, «American power and the empire of capitalist democracy», Review of International Studies 27, σσ. 191-212.

Ikenberry G. J. 2002, «America’s Imperial Ambition», Foreign Affairs, September/ October 2002 σσ. 44-60.

Johnstone D. 2000, «Humanitarian War: Making the Crime fit the Punishment» σε Ali (ed.) 2000 σσ. 147-169.

Jowitt K. 2003, «Rage, Hubris and Regime Change», Policy Review 118, http://www.policyreview.org

Kagan R. 1998, «The Benevolent Empire”, Foreign Policy, Summer 1998, σσ. 24-35.

Kagan R. 2002, “Power and Weakness», The Policy Review, no 113, http://www.policyreview.org

Kaldor M. 2003, «American power: From “compelance” to cosmopolitanism», International Affairs 79, 1, σσ. 1-22.

Kristol W. – Kagan R., 1996, «Towards a Neo-Reaganite Foreign Policy», Foreign AffairsJuly / August 1996, από την ιστοσελίδα www.ceip.org

Kurtz S. 2003, «Democratic Imperialism: A Blueprint», Policy Review no. 118, http://www.policyreview.org

Lemann N. 2002, «The Next World Order», The New Yorker, 25/03/2002.

Leonard M. (ed.) 2002, Re- Orderimg the World, London: The Foreign Policy Center.

Lieven A. 2002, «The End of the West?» , Prospect, no 78.

Lieven A. 2003, «The Dilemma of Sustaining an American Empire», The Financial Times 02/01/2003.

Lind W, Nightengale K, Schmitt J., Sutton J., Wilson G. 1989, «The Changing Face of War: Into the Fourth Generation», Marine Corps Gazette October 1989, σσ. 22-26.

Litwak R. 2002-3, «The New Calculus of Pre-emption», Survival, vol 44, no. 4, σσ. 53-80.

Lloyd j. 2002, Iraq and World Order, London, Foreign Policy Center.

Lloyd J. 2002a, «The Return of Imperialism», The New Statesman15/04/2002.

Luxembourg. R. 1971, The Accumulation of Capital, London: Routledge and Kegan Paul.

Lyons G. M. – Mastanduno M. (eds.) 1995, Beyond Westphalia?, Baltimore and London: The John Hopkins University Press.

Meier C. 2002, «An American Empire?» , Harvard Magazinevol 105, no 2, σ. 28.

Negri T. 1988, Revolution Retrieved. Writings on Marx, Keynes, Capitalist Crisis and New Social Subjects 1967- 1983, London: Red Notes.

Panzieri R. 1961, «Capitalisme et Machinisme», σε Quaderni Rossi 1968.

Panzieri R., 1964, «Plus-value et planification: notes de lecture en marge du Capital», σε Quaderni Rossi 1968.

PNAC (Project for A New American Century), 2000, Rebuilding America’s Defenses.

Posen B.R. –Ross A. L., 1996/97, «Competing Visions for US Strategy», International Security, vol 21, No 3, σσ. 5-53.

Rhodes E. 2003, «The Imperial Logic of Bush’s Liberal Agenda», Survival, vol. 45, no. 1, σς 131-154.

Ricks T. 2001, «Empire or Not? A Quiet Debate over U.S. Role», The Washington Post, 21/08/2001.

Rieff D. 1999, «A New Age of Liberal Imperialism?», World Policy Journalvol XVI, no2, http://www.worldpolicy.org

Rosenberg J. 1994, The Empire of Civil Society: A Critique of the Realist Theory of International Relations, London: Verso.

Samary C. 2003, «Dans le chaos de l’ apres-guerre», Le Monde Diplomatique, Mai 2003.

The National Security Strategy of the United States, September 2002.

Tronti M. 1980, «The Strategy of Refusal», Semiotext(e)vol III, no. 3 http://www.geocities.com/cordobakaf

van der Pijl K. 1984, The making of an Atlantic ruling Class, London: Verso.

Williams W.A. 1957, «The Choice before Us» από την ιστοσελίδα www.marxists.org

Wolf M. 2001, «The need for a new imperialism», Financial Times9/10/2001.

Zhang Yongjin 2001, «System, Empire and State in Chinese International Relations», Review of International Studies, 27, σσ. 43-63.


[1] Μια πρώτη μορφή του κειμένου αυτού παρουσιάστηκε στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στις 17/04/2003 σε ημερίδα της Δελφικής Εταιρείας, την οποία και ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου έδωσε να εκθέσω τις απόψεις μου. Ευχαριστώ επίσης τους συνομιλητές στην ημερίδα Π. Καζάκο και Γ. Σταμάτη καθώς και τον συντονιστή Ηλ. Κατσούλη για τον πλούσιο διάλογο. Εξαιρετικά χρήσιμες ήταν και οι κριτικές παρατηρήσεις του Γ. Μηλιού στην πρώτη μορφή του κειμένου.

[2] Για μια συνολική παρουσίαση των αντιφάσεων που διαπερνούν το χώρο των διεθνών σπουδών βλ. Halliday 1994 καθώς και Rosenberg 1994.

[3] Για την κλασική διατύπωση αυτής της διχοτομίας βλ. Carr 1939

[4] Βλ. σχετικά Cheney 1993 για την τελική «ήπια εκδοχή». Βλ. Lemann 2002 για μια παρουσίαση της αρχικής πολύ πιο επιθετικής εκδοχής.

[5] Προς αποφυγή παρεξηγήσεων: όταν αυτοί οι συγγραφείς αναφέρονται ιμπεριαλισμό τον χρησιμοποιούν με την παλαιότερη σημασία της επεκτατικής συγκρότησης αυτοκρατοριών και όχι με τη ριζικά τροποποιημένη έννοια που θα πάρει ύστερα από την θεωρητική τομή του Λένιν.

[6] Panzieri 1961, 1964, Παντσιέρι χ.χ.έ., «Quaderni Rossi» 1968, Tronti 1972, Τρόντι 1964, Negri 1988.

[7] Με αυτή την έννοια έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η όλη προσπάθεια του Χαρντ (2002) να διαχωρίσει την εικόνα της αμερικανικής κυριαρχίας από το σχήμα της αυτοκρατορίας, φτάνοντας μέχρι του σημείου να «προτείνει» στις «παγκόσμιες ελίτ» να αναλάβουν την ευθύνη να διαμορφώσουν μια αυθεντική αυτοκρατορία στηριγμένη στα κράτη, τις πολυεθνικές, τον ΟΗΕ, τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις κ.λπ.

[8] Συχνά οι οπαδοί τέτοιων σχημάτων συγχέουν το κεφάλαιο ως κοινωνική μορφή και σχέση και τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η τάση του κεφαλαίου να επεκτείνεται πέρα από σύνορα ως τυφλή κοινωνική δύναμη δεν σημαίνει ότι και ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγήςως σύνθετη ολότητα οικονομικών, πολιτικών, ιδεολογικών σχέσεων και προσδιορισμών αναπαράγεται έτσι. Η άνιση ιστορία της ταξικής πάλης ανέδειξε τον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό, με την μορφή του εθνικού κράτους,ως αναγκαία υλική προϋπόθεση για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Για μια κριτική σε σχήματα «παγκόσμιου καπιταλισμού» βλ. Μηλιός 1997, Σακελλαρόπουλος 2000.

[9] Και τις οποίες θα πρέπει να διαχωρίσουμε από τις προκαπιταλιστικές αυτοκρατορίες που επιβίωσαν μέχρι το Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

[10] Για μια συνολική παρουσίαση των μαρξιστικών συνεισφορών (αλλά και αντιφάσεων) στη θεωρία του ιμπεριαλισμού βλ. Brewer 1980.

[11] Η ίδια η έννοια της ηγεμονίας με τον τρόπο που τη χρησιμοποιούμε προέρχεται από το έργο του Α. Γκράμσι και όλη του την προσπάθεια να στοχαστεί το σύνθετο τρόπο άρθρωσης της καπιταλιστικής εξουσίας (Γκράμσι χ.χ.έ.). Για τη διάκριση ηγεμονίας και αυτοκρατορίας σε σχέση με τις πρόσφατες εξελίξεις βλ. Dumenil - Levy 2003.

[12] Για τις διαφορετικές στρατηγικές και κατευθύνσεις που αρθρώθηκαν σε όλη αυτή τη διαδρομή προς την Αμερικανική ηγεμονία και την καθοριστική σημασία της έμφασης σε μια ατλαντική στρατηγική βλ. van der Pijl 1984.

[13] Για την αντιπαράθεση Δυτικού και Ανατολικού κόσμου ως συστημική σύγκρουση βλ. Halliday 1983.

[14] Σε τελική ανάλυση αυτού του είδους η ανάδειξη στοιχείων συνέχειας στην ιμπεριαλιστική πολιτική έχει κατά τη γνώμη μας και μια πολιτική σημασία: Να δείξει ότι αυτό που βλέπουμε μπροστά μας δεν είναι σε καμία περίπτωση μια εκδοχή αμερικανικής «αφροσύνης» ή «απόκλισης», αλλά πρακτικές που εντάσσονται εντός του σύγχρονου ιμπεριαλισμού και των καπιταλιστικών κοινωνικών δομών που τον αναπαράγουν.

[15] Για την σημασία του πολέμου ενάντια στην Γιουγκοσλαβία και για τη διαμόρφωση του σύγχρονου ιμπεριαλιστικού παρεμβατισμού έχουμε αναφερθεί αλλού (Σωτήρης 1999).

[16] Για τα χαρακτηριστικά του Ισλαμικού φονταμενταλισμού βλ. Ali 2003 καθώς και Al-Azmeh 1993.

[17] Μια από τις ενδιαφέρουσες αναλύσεις της «τρομοκρατίας» ως ουσιαστικά μιας τέταρτης γενιάς πολέμου είχε γίνει ήδη το 1989 από μια ομάδα αμερικανών αξιωματικών (Lind et al. 1989).

[18] Βέβαια αυτή η προσπάθεια των ΗΠΑ να «οικοδομήσουν» ένα νέο Ιράκ προς το παρόν μάλλον δείχνει να συναντά μια σειρά από αντιστάσεις και προβλήματα. Βλ, σχετικά Ali 2003 καθώς και όλη την πάντα ενημερωμένη δημοσιογραφική κάλυψη του Robert Fisk.

[19] ΒΛ. σχετικά Samary 2003.