Για τον Λεβί-Στρως
Τεύχος 92, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2005


Το κείμενο του Αλτουσέρ που ακολουθεί περιλαμβάνεται στα μετά θάνατο δημοσιευθέντα κείμενα του (E crits philosophiques et politiques, τόμος ΙΙ, STOCK/IMEC, σσ. 431-448). Γραμμένο στις 20 Αυγούστου 1966, βρέθηκε στα αρχεία του δακτυλογραφημένο από μια γραμματέα της Ecole Normale Superieure με βάση μια επιστολή που είχε αποστείλει ο Αλτουσέρ στον Ε. Τερρέ (από την οποία αφαιρέθηκε η προσφώνηση και το κλείσιμο). Σε αυτό οφείλεται η χρήση του δεύτερου ενικού προσώπου. Ο ίδιος ο Ε. Τερρέ επιβεβαιώνει την παραλαβή του κειμένου σε μια επιστολή του στις 12 Ιανουαρίου 1967. Από την άλλη, ο Αλτουσέρ με μια επιστολή που στέλνει στις 13 Μαρτίου 1968 ενημερώνει τον Αλαίν Μπαντιού ότι ο Ε. Τερρέ τού έχει προτείνει να δημοσιεύσει το εν λόγω κείμενο στο βιβλίο που θα εκδώσει για τις «πρωτόγονες» κοινωνίες και ζητά τη γνώμη του επ’ αυτού. Τελικώς το βιβλίο του Ε. Τερρέ (Le marxisme devant les societes «primitives») θα εμφανισθεί στη σειρά «Theorie» που διευθύνει ο Αλτουσέρ χωρίς το κείμενο του τελευταίου.

Επιμένουμε στη μετάφραση και δημοσίευση κειμένων διαλόγου μεταξύ των «στοχαστών του ’60» (Αλτουσέρ, Λακάν, Λεβιστρώς, Φουκώ, Ντεριντά κ.λπ.) γιατί αρνούμαστε τους παραμορφωτικούς φακούς των ιστοριών της πρόσφατης φιλοσοφίας, προτιμώντας τα ίδια τα κείμενα. Ο φιλοσοφικός χρόνος εκείνης της εποχής ήταν πολύ πυκνός και υπάρχει αρκετό υλικό που περιμένει την αξιοποίησή του με τη μελέτη των σχέσεων, των συγκλίσεων, των αποκλίσεων, των συγκρούσεων και των μετατοπίσεων στο εσωτερικό της παράδοσης αυτής. Το φιλοσοφικό πρόγραμμα της «σκέψης του ’60» δεν έχει εξαντληθεί καθόλου παρόλο που για πολλούς πρέπει να ξεχαστεί κάτω από την ετικέτα του «στρουκτουραλισμού» ή πίσω από τη διαμάχη για το μεταμοντέρνο. Ετέθησαν, τότε, κρίσιμα προβλήματα και παράχθηκε ένα γόνιμο πλέγμα εννοιών απαραίτητο στη ζωντανή έρευνα. Χαρακτηριστικό δείγμα αποτελεί το κείμενο του Αλτουσέρ που ακολουθεί, το οποίο ξεκινάει ως κριτική του στρουκτουραλισμού του Λεβι-Στρώς και καταλήγει να θέτει –ήδη τότε, το ’66– το ζήτημα του νομιναλισμού. Αναδεικνύεται, και σε τούτο το κείμενο, η σχέση έντασης μεταξύ δομισμού και νομιναλισμού στο έργο του Αλτουσέρ που αποτελεί, άλλωστε, ένα από τα ανοιχτά ζητήματα της έρευνας σήμερα. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν πρόκειται ούτε για αναμάσημα, ούτε για αμυντική διατήρηση των κεκτημένων. Δεν είναι καν μια «επιστροφή». Μια κληρονομιά διατηρείται, ώστε να μπορεί κατόπιν να μετασχηματίζεται ενεργά, και αυτό δεν στερείται καθόλου πολιτικής σημασίας.

Μ. Μπ. - Τ. Μπ.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΕΒΙ-ΣΤΡΩΣ

του Λουί Αλτουσέρμετάφραση Τάσος Μπέτζελος

Το ζήτημα του Λεβί-Στρως και του στρουκτουραλισμού είναι σήμερα υψίστης σημασίας και θα εξακολουθήσει να είναι για πολύ καιρό ακόμη.

Η θεμελιώδης μομφή που θα είχα να προσάψω (και προσάπτω) στον Λεβί-Στρως (δεν συντρέχει λόγος να αναφερθούμε στους επιγόνους του, για τους οποίους είναι εν μέρει υπεύθυνος: υπάρχει εν ολίγοις κάτι σ’ αυτόν που τους επιτρέπει να λένε και να γράφουν ανοησίες) είναι ότι δεν γνωρίζει τον Μαρξ μολονότι τον επικαλείται (όχι μόνο δεν τον γνωρίζει, αλλά επιπλέον διατείνεται ότι τον γνωρίζει, και ως εκ τούτου θεωρεί μαρξιστική αυτή ή την άλλη θέση του και δηλώνει ότι τελικός σκοπός του είναι να διατυπώσει μια θεωρία των ιδεολογιών ). Αφού αυτή είναι η φιλοδοξία του, μπορούμε να εξετάσουμε τα εχέγγυά της, και, τουλάχιστον στα πλαίσια μιας πρώτης προσέγγισης, είναι θεμιτό να εξετάσουμε τον Λεβί-Στρως σε σχέση με τον Μαρξ.

Όταν λέω ότι ο Λεβί-Στρως δεν γνωρίζει τον Μαρξ, δεν κάνω τίποτα άλλο απ’ το να εκφράζω με ηθελημένα περιορισμένο τρόπο τη θεμελιώδη μομφή που του προσάπτω. Αλλά όπως θα δεις, θα μπορούσα (και θα μπορέσω) να διατυπώσω την ίδια μομφή δίχως να αναφερθώ στον Μαρξ. Με άλλα λόγια, δεν του καταλογίζω ότι αποτυγχάνει να εναρμονιστεί με τη σκέψη ενός ανθρώπου, όσο μεγάλος κι αν είναι αυτός, αλλά ότι η σκέψη του, σε τελική ανάλυση, δεν καταφέρνει να εντοπίσει το αντικείμενό της (το οποίο μπορεί να προσδιοριστεί εντελώς ανεξάρτητα απ’ τον Μαρξ). Ως εκ τούτου, ο Μαρξ θα μου χρησιμεύσει μόνο ως σημείο αναφοράς και ως ορόσημο προκειμένου να εκφράσω μια μομφή που θα μπορούσε να διατυπωθεί εντελώς ανεξάρτητα απ’ αυτόν. Μη σε ξεγελά επομένως η μορφή που θα δώσω στη μομφή μου.

Πολύ σχηματικά, αν υιοθετούσαμε τους όρους που χρησιμοποιεί ο Λεβί-Στρως όταν δηλώνει μαρξιστής και διατείνεται ότι θα διατυπώσει μια θεωρία της ιδεολογίας (την οποία μάλιστα επεκτείνει ενίοτε στην «υπερδομή» και εν γένει στις «υπερδομές»), θα μπορούσαμε να πούμε ότι η σκέψη του Λεβί-Στρως:

είναι μορφική,αποτυγχάνει να εντοπίσει το αντικείμενό της,γεγονός που σημαίνει ότι ο φορμαλισμός της σκέψης του εμπεριέχει ένα μείζον ελάττωμα. Οι διακρίσεις αυτές είναι αναγκαίες διότι δεν θα μπορούσα κατά κανένα τρόπο να προσάψω σε μια σκέψη ότι είναι μορφική, ή ακριβέστερα ότι καταπιάνεται με μορφές [formes], και ότι επιδιώκει, στο μέτρο του δυνατού, να τυποποιήσει [formaliser] τις έννοιες με βάση τις οποίες νοούνται αυτές οι μορφές. Κάθε σκέψη που συνιστά γνώση στοχάζεται με όρους μορφών, δηλαδή σχέσεων που συνδέουν καθορισμένα στοιχεία. Ο Μαρξ τοποθετούσε τόσο ψηλά τον Αριστοτέλη, όπως δηλώνει στο Κεφάλαιο, διότι αναγνωρίζει στο πρόσωπό του τον κατεξοχήν στοχαστή των μορφών, και της μορφής εν γένει. Ο ίδιος ο Μαρξ επανέλαβε πολλές φορές ότι είναι στοχαστής και «εμφανιστής» (φρικτή λέξη, αλλά προχωρώ όσο πιο γρήγορα μπορώ) μορφών. Τίποτε δεν απαγορεύει στον στοχασμό των μορφών (που είναι ο επιστημονικός στοχασμός) να ανέβει ένα επίπεδο ψηλότερα σε σχέση με τις μορφές που φέρνει στο φως και να στοχαστεί τη μορφή (θεωρητικής) ύπαρξης και συνδυασμού αυτών των μορφών: τότε ακριβώς ο στοχασμός προσλαμβάνει –και δικαίως– τυποποιητικό χαρακτήρα. Υπάρχουν στο Κεφάλαιο όχι μόνο τυποποιήσεις μερικού χαρακτήρα, αλλά όλα τα στοιχεία που χρειάζονται για να θεμελιωθεί μια τυποποιημένη θεωρία των τρόπων παραγωγής εν γένει και όλων των εσωτερικών μορφών συνάρθρωσής τους (σε σχέση μ’ αυτό το κρίσιμο σημείο, το κείμενο του Μπαλιμπάρ στο Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο έχει ιδιαίτερη σημασία). Ούτε εδώ θα πρέπει να ξεγελαστούμε: δεν μέμφομαι τον Λεβί-Στρως για φορμαλισμό εν γένει, αλλά για λαθεμένο φορμαλισμό.

Μετά απ’ αυτά μπορούμε να προχωρήσουμε στις λεπτομέρειες.

Ο Λεβί-Στρως δεν έχει ιδέα τι είναι ο τρόπος παραγωγής. Αγνοεί τη σκέψη του Μαρξ. Πρώτο αποτέλεσμα αυτής της άγνοιας είναι ότι στοχάζεται τις «πρωτόγονες κοινωνίες» με τις οποίες ασχολείται (δεν ασχολείται πρακτικά, ή τουλάχιστον με πρωτότυπο τρόπο, παρά μονάχα μ’ αυτές – με πρωτότυπο τρόπο: διότι αναμφίβολα όταν αναφέρεται σε μη-πρωτόγονες κοινωνίες αρκείται να μεταφέρει σ’ αυτές τα πορίσματα και τις κατηγορίες των ερευνών του για τις πρωτόγονες κοινωνίες) μέσω των κλασικών κατηγοριών στις οποίες βασίζεται η εθνολογία, δίχως να τις υποβάλλει σε καμία κριτική. Η θεμελιώδης πεποίθηση των εθνολογικών προκαταλήψεων, δηλαδή της εθνολογικής ιδεολογίας, είναι κατά βάθος ότι οι πρωτόγονες κοινωνίες σχηματίζουν ένα ξεχωριστό είδος, που τις διαφοροποιεί από τις υπόλοιπες και μας εμποδίζει να τους εφαρμόσουμε τις κατηγορίες (και ιδίως τις μαρξιστικές κατηγορίες) με τις οποίες μελετούμε τις άλλες κοινωνίες. Στα θεμέλια της εθνολογικής ιδεολογίας για τις «πρωτόγονες κοινωνίες» υπάρχει, δίπλα στην ιδέα για τη μη-αναγώγιμη ιδιαιτερότητα της φύσης αυτών των κοινωνιών και των φαινομένων τους, η ιδέα ότι είναι πρωτόγονες όχι μόνο σχετικά, αλλά και απόλυτα: η λέξη πρωτόγονη, στην «πρωτόγονη κοινωνία», σημαίνει πάντα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, για την εθνολογική ιδεολογία αλλά και για τον Λεβί-Στρως (βλ. τους Θλιβερούς Τροπικούς και την ομιλία του στο Colle ge de France) , πρωταρχική. Οι ΠΚ (πρωτόγονες κοινωνίες) δεν είναι μόνο πρωτόγονες, αλλά και πρωταρχικές: εμπεριέχουν, σε πραγματική και ορατή μορφή, την αλήθεια που μονίμως συγκαλύπτεται και διαστρεβλώνεται στις μη-πρωτόγονες, πολυσύνθετες, πολιτισμένες, κ.λπ., κοινωνίες μας. Συναντούμε εδώ τον παλαιό μύθο του Ρουσσώ (ο Λεβί-Στρως αναφέρεται συχνά σ’ αυτόν, και δεν κρατά απ’ τον Ρουσσώ παρά αυτόν τον μύθο, ενώ υπάρχουν τόσα άλλα μεγαλοφυή στοιχεία στο έργο του), τον οποίο επαναφέρει στο προσκήνιο η ανήσυχη συνείδηση των εθνολόγων, αυτών των τέκνων της αποικιοποίησης, που καθώς θέλουν να κατευνάσουν την ανήσυχη συνείδησή τους, ανακαλύπτουν ότι οι πρωτόγονοι είναι «άνθρωποι» στην αυγή του ανθρώπινου πολιτισμού και επιδιώκουν να κερδίσουν τη φιλία τους (βλ. τις αναφορές του Λεβί-Στρως στις φιλικές σχέσεις που είχε συνάψει με τους πρωτόγονους). Ωραία. Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται «εύκολα», αλλά το δύσκολο είναι να αναγνωρίσουμε τις συνέπειες που έχει αυτή η «ευκολία».

Η κύρια συνέπεια της ευκολίας με την οποία ο Λεβί-Στρως αποδέχεται τα θεμέλια της εθνολογικής ιδεολογίας και υποτάσσεται συνακόλουθα σ’ αυτήν, είναι ότι αδυνατεί να φτάσει στην ουσία αυτών που λέει ο Μαρξ. Αν πραγματικά διαβάσουμε και προσέξουμε τον Μαρξ, θα καταλήξουμε στα εξής συμπεράσματα:

1. Δεν υπάρχουν «πρωτόγονες κοινωνίες» (μη επιστημονική έννοια), αλλά «κοινωνικοί σχηματισμοί» (επιστημονική έννοια), τους οποίους μπορούμε προσωρινά να αποκαλέσουμε πρωτόγονους, με μια σημασία που δεν θα έχει μολυνθεί ούτε στο ελάχιστο από την ιδέα της απαρχής (του καθαρού γεννώμενου πολιτισμού, της αλήθειας των ορατών, καθαρών, αυτοφυών, κ.λπ., ανθρωπίνων σχέσεων).

2. Ένας πρωτόγονος κοινωνικός σχηματισμός εμπεριέχει, όπως κάθε κοινωνικός σχηματισμός, μια δομή που μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο με βάση την έννοια του τρόπου παραγωγής και το σύνολο των υποεννοιών που εμπερικλείει ή συνάγονται απ’ αυτήν (ένας τρόπος παραγωγής περιλαμβάνει μια οικονομική βάση, μια νομικοπολιτική υπερδομή και μια ιδεολογική υπερδομή).

3. Ένας πρωτόγονος κοινωνικός σχηματισμός διαθέτει, όπως κάθε κοινωνικός σχηματισμός, μια δομή που προκύπτει απ’ τον συνδυασμό τουλάχιστον δύο διακριτών τρόπων παραγωγής, ενός κυρίαρχου κι ενός υποτελούς (παραδείγματος χάριν, κυνήγι και εκτροφή ζώων, κυνήγι και κάποια καλλιέργεια, συγκομιδή και κυνήγι, συγκομιδή και αλιεία, ή συγκομιδή και καλλιέργεια και κυνήγι, ή εκτροφή ζώων, κ.λπ.) [1] .

4. Ο συνδυασμός των διακριτών τρόπων παραγωγής (με την κυριαρχία του ενός επί του άλλου ή επί των άλλων) παράγει, όπως συμβαίνει σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, ειδικά αποτελέσματα που εξηγούν τη συγκεκριμένη μορφή που προσλαμβάνει η νομικοπολιτική και η ιδεολογική υπερδομή. Τα αποτελέσματα της κυριαρχίας ενός τρόπου παραγωγής επί των άλλων ή επί του άλλου παράγουν σε πολλές περιπτώσεις παράδοξα αποτελέσματα στο επίπεδο των μορφών της υπερδομής, και ιδιαιτέρως της ιδεολογικής υπερδομής (της μόνης υπερδομής που πραγματικά μελετά ο Λεβί-Στρως). Με άλλα λόγια, κάθε τρόπος παραγωγής επάγεται αναγκαστικά την ύπαρξη προσίδιων (υπερδομικών) βαθμίδων, και συνεπώς ο ιεραρχικός συνδυασμός περισσότερων τρόπων παραγωγής (καθένας εκ των οποίων επάγεται αντίστοιχες βαθμίδες) παράγει, ως πραγματικό αποτέλεσμα, έναν συνδυασμό των διαφορετικών (υπερδομικών) βαθμίδων που επάγονται απ’ τους διαφορετικούς τρόπους παραγωγής του συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού. Ως εκ τούτου, οι μορφές των υπερδομικών βαθμίδων που υπάρχουν πραγματικά σ’ έναν κοινωνικό σχηματισμό δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές παρά ως ειδικός συνδυασμός των βαθμίδων που επάγονται από τους παρόντες τρόπους παραγωγής (οι οποίοι συνδυάζονται στον υπό μελέτη κοινωνικό σχηματισμό) και ως αποτελέσματα της κυριαρχίας του ενός εξ αυτών επί των άλλων. Το αποτέλεσμα της κυριαρχίας μπορεί να είναι παράδοξο: με άλλα λόγια, ένας κυρίαρχος (οικονομικά) τρόπος παραγωγής μπορεί να υπάρχει (όπως συνεχώς αποδεικνύεται στην ιστορία) σ’ ένα κοινωνικό σχηματισμό υπό την κυριαρχία υπερδομικών βαθμίδων που απορρέουν από έναν υποτελή τρόπο παραγωγής. (Για παράδειγμα, η μορφή του πρωσικού κράτους στα μέσα του 19ου αιώνα προερχόταν απ’ τον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής, ο οποίος ήταν εντούτοις υποτελής στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, στα πλαίσια του πρωσικού κοινωνικού σχηματισμού: το κυρίαρχο στοιχείο της υπερδομής ήταν μια μορφή κράτους που αντιστοιχούσε στον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής, ο οποίος όμως τελούσε στην οικονομία υπό την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής). Αυτά τα αποτελέσματα διασταυρώσεων εξηγούν, ακόμη και στις «πρωτόγονες» κοινωνίες, τις ιδεολογικές διαφορές (στη δομή των ιδεολογιών, διαφορές που ο Λεβί-Στρως συνδέει απλώς με πιθανές μορφικές μεταβολές, δηλαδή με τις καθαρά λογικές κατηγορίες της αντίθεσης, της υποκατάστασης, κ.λπ., δίχως στιγμή να αναρωτιέται για τους λόγους αυτών των υποκαταστάσεων ή αυτών των μεταβολών, κ.λπ., ακριβώς γιατί δεν γνωρίζει τι σημαίνει κοινωνικός σχηματισμός, τρόπος παραγωγής, συνδυασμός των τρόπων παραγωγής και των υπερδομικών τους βαθμίδων).

5. Αν ισχύουν τα προηγούμενα, τότε δεν μπορούμε πλέον να χρησιμοποιούμε την έννοια της ανθρωπολογίας, όπως κάνει ο Λεβί-Στρως ακολουθώντας τους εθνολόγους. Η ανθρωπολογία είναι κάτι που δ εν μπορεί να υπάρξει : αποτελεί μια έννοια που απλώς συγκεφαλαιώνει την εθνολογική ιδεολογία (βλ. τις προηγούμενες παρατηρήσεις μου), έχοντας την αυταπάτη ότι το αντικείμενο της εθνολογίας διαφέρει απ’ τα φαινόμενα που μελετά η επιστήμη της ιστορίας (των κάθε είδους κοινωνικών σχηματισμών). Η δήλωση του Λεβί-Στρως ότι είναι ανθρωπολόγος, του παρέχει αφενός την κάρτα μέλους της εθνολογικής ιδεολογίας και αφετέρου ένα θεωρητικό πρόγραμμα: την αξίωση παραγωγής εννοιών που θα προσιδιάζουν σ’ αυτήν την ξεχωριστή (και παραδειγματική) πραγματικότητα μιας πρωτόγονης κοινωνίας, καθώς και την αξίωση επινόησης μέσω αυτών των εννοιών, άλλων εννοιών που θα είναι αρχετυπικές (δηλαδή πρωταρχικές ) σε σχέση με όλες τις έννοιες με τις οποίες στοχαζόμαστε τους άλλους «κοινωνικούς σχηματισμούς», και ιδίως σε σχέση με τις μαρξιστικές έννοιες.

(Όλα όσα μόλις τώρα σου ανέφερα για τους «πρωτόγονους κοινωνικούς σχηματισμούς», για τους τρόπους παραγωγής, για την αναγκαία συνύπαρξη και τον αναγκαίο συνδυασμό τους σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, για τα αποτελέσματα που επάγονται από κάθε τρόπο παραγωγής, και τέλος για τον συνδυασμό των αποτελεσμάτων που επάγονται από κάθε τρόπο παραγωγής στις υπερδομικές τους βαθμίδες, και εν συνεχεία για τα πιθανά παράδοξα αποτελέσματα αυτού του τελευταίου συνδυασμού, όλα αυτά ουδόλως θα τα βρεις στο εμπόριο, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτήν την έκφραση. Πρόκειται για ιδέες που αντλήσαμε, που άντλησα, από τις έρευνές μας στον Μαρξ. Αποτελούν καθαυτές μια μικρή «ανακάλυψη» που θα παρουσιάσω στο βιβλίο μου [2]. Και κυρίως, τα συμπεράσματα που σχετίζονται με την ανθρωπολογία έχουν σημαντικές συνέπειες σε θεωρητικό, εμμέσως σε ιδεολογικό, και ασφαλώς σε πολιτικό επίπεδο. Όπως βλέπεις διαθέτουμε για πρώτη φορά κάτι για να σκεφτούμε τι συμβαίνει στο επίπεδο των μορφών της υπερδομής και κυρίως των συχνά παράδοξων μορφών τους, όχι μόνο στο επίπεδο του κράτους ή εν γένει του πολιτικού στοιχείου –δεν υπάρχει πάντα η μορφή του κράτους!– αλλά επίσης στο επίπεδο των μορφών του ιδεολογικού στοιχείου. Από εκεί απορρέουν κρίσιμες πολιτικές συνέπειες.)

Η βασική μομφή που απευθύνω στον Λεβί-Στρως είναι ότι πραγματεύεται το ιδεολογικό στοιχείο και θέλει να διατυπώσει τη θεωρία που αντιστοιχεί σ’ αυτό, δίχως να γνωρίζει περί τίνος πρόκειται και δίχως να μπορεί να πει περί τίνος πρόκειται.

Οι συνέπειες που προκύπτουν είναι ανυπολόγιστες. Διότι δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι αν κάποιος δεν γνωρίζει τι είναι το ιδεολογικό στοιχείο, τότε δεν γνωρίζει καταρχάς τι είναι ο κοινωνικός σχηματισμός, ο τρόπος παραγωγής, οι βαθμίδες του τρόπου παραγωγής (οικονομική, πολιτική, ιδεολογική), ο συνδυασμός αυτών των βαθμίδων (πρωτογενής, δευτερογενής), κ.λπ.

Όλες αυτές οι συνέπειες μπορούν εύκολα να εντοπιστούν στη θεωρία του Λεβί-Στρως. Θα αναφέρω τις σημαντικότερες, πέραν αυτών που ήδη υπέδειξα.

1. Όταν ο Λεβί-Στρως αναλύει τη δομή ή τις δομές συγγένειας, αυτό που δεν καταφέρνει να πει είναι ότι οι σχέσεις συγγένειας παίζουν έναν τόσο σημαντικό ρόλο στις πρωτόγονες κοινωνίες ακριβώς επειδή παίζουν το ρόλο των παραγωγικών σχέσεων –οι οποίες δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές παρά συναρτήσει των τρόπων παραγωγής των οποίων είναι παραγωγικές σχέσεις (και συναρτήσει του συνδυασμού αυτών των τρόπων παραγωγής). Ως εκ τούτου, οι δομές συγγένειας βρίσκονται κατά τον Λεβί-Στρως «στον αέρα». Εξαρτώνται από δύο διαφορετικές προϋποθέσεις, που δεν σταματούν να εναλλάσσονται στα κείμενά του, τα οποία αναφέρονται πότε στη μια και πότε στην άλλη. Άλλοτε οι δομές συγγένειας εξαρτώνται από μια μορφική προϋπόθεση (αποτέλεσμα μιας μορφικής συνδυαστικής η οποία εξαρτάται σε τελική ανάλυση από το «ανθρώπινο πνεύμα», από τη «δομή του ανθρωπίνου πνεύματος» και τελικά … απ’ τον «εγκέφαλο»: αυτή είναι η «υλιστική» πλευρά του Λεβί-Στρως, η οποία συνδυάζει τη δυαδική γλωσσολογία με μια κυβερνητική αντίληψη για τον ανθρώπινο εγκέφαλο, κ.λπ. – αντιλαμβάνεσαι λοιπόν για τι πράγμα μιλάμε!) που αποτελεί σε τελική ανάλυση είτε μια «λογική» αρχή είτε μια ακατέργαστη υλική πραγματικότητα (η λογική του Μπουλ αναθεωρημένη από τη δυαδική γλωσσολογία ή απ’ τη ψυχολογία του εγκεφάλου…), οι οποίες «ενσαρκώνονται» στις δομές συγγένειας. Άλλοτε αντιθέτως οι δομές συγγένειας εξαρτώνται, στο έργο του Λεβί-Στρως, από μια διαφορετική προϋπόθεση, η οποία είναι καθαρά λειτουργιστική και θα μπορούσε να περιγραφεί ως εξής: οι διάφοροι κανόνες γάμου, κ.λπ., των πρωτόγονων κοινωνιών, υπάρχουν προκειμένου να μπορέσουν αυτές οι κοινωνίες να ζήσουν, να επιβιώσουν, κ.λπ. (Πρόκειται για έναν βιολογιστικό λειτουργιστικό υποκειμενισμό: υπάρχει εν ολίγοις ένα «κοινωνικό ασυνείδητο» το οποίο εξασφαλίζει, εν είδει οξυδερκούς διάνοιας, τα κατάλληλα μέσα που θα επιτρέψουν στην «πρωτόγονη κοινωνία» να ζήσει και να επιβιώσει. Όπως ακριβώς πρέπει να ασκήσουμε κριτική σ’ αυτόν τον λειτουργισμό ο οποίος –σε θεωρητικό επίπεδο– εκφράζει πάντοτε μια μορφή υποκειμενισμού που αποδίδει στην «κοινωνία» τη μορφή ενός υποκειμένου με προθέσεις και στόχους, έτσι ακριβώς πρέπει να κριτικάρουμε και να απορρίψουμε το αναγκαίο σύστοιχο αυτού του λειτουργισμού, την έννοια του ασυνειδήτου, στην οποία αναγκάζεται να καταφεύγει ευρέως ο Λεβί-Στρως. Θα προχωρήσω μάλιστα ακόμη περισσότερο και θα ισχυριστώ ότι η έννοια του ασυνειδήτου δεν είναι περισσότερο επιστημονική στην ψυχανάλυση απ’ όσο είναι στην κοινωνιολογία, την ανθρωπολογία ή την ιστορία: βλέπεις μέχρι ποιου σημείου φτάνω!). Εν ολίγοις, καθώς ο Λεβί-Στρως δεν γνωρίζει ότι οι δομές συγγένειας παίζουν το ρόλο των παραγωγικών σχέσεων στους πρωτόγονους κοινωνικούς σχηματισμούς (καθότι δεν γνωρίζει τι είναι οι παραγωγικές σχέσεις, αφού δεν γνωρίζει τι σημαίνει κοινωνικός σχηματισμός, τρόπος παραγωγής, κ.λπ.), υποχρεώνεται να τις προσεγγίσει είτε συναρτήσει του «ανθρωπίνου πνεύματος», είτε συναρτήσει του «εγκεφάλου» και της κοινής (δυαδικής) μορφικής καταστατικής αρχής τους, είτε συναρτήσει ενός κοινωνικού ασυνειδήτου που διασφαλίζει τις λειτουργίες επιβίωσης της κοινωνίας.

Ένα από τα πλέον εντυπωσιακά αποτελέσματα της θεωρίας του Λεβί-Στρως εμφανίζεται στην ολοκληρωτική του ανικανότητα να εξηγήσει γιατί οι δομές συγγένειας δεν είναι παντού ούτε πάντα ίδιες στις πρωτόγονες κοινωνίες, αλλά παρουσιάζουν σημαντικές μεταβολές. Οι εν λόγω μεταβολές συνιστούν κατ’ αυτόν μεταβολές ενός καθαρά μορφικού τρόπου συνδυασμού, ο οποίος είναι ταυτολογικός και δεν εξηγεί τίποτα. Αλλά όταν κάποιος χρησιμοποιεί ως βάση αναφοράς έναν τρόπο συνδυασμού που επιτρέπει μέσω της συνδυαστικής του μήτρας μια απειρία πιθανών μορφών, το ορθό ερώτημα δεν είναι αν το τάδε πραγματικό φαινόμενο (μια παρατηρήσιμη δομή συγγένειας) περιλαμβάνεται στο εξής, εκ των προτέρων, ως μια πιθανότητα μεταξύ των μεταβολών της συνδυαστικής (διότι αυτό είναι ταυτολογικό: διαπιστώνει απλώς ότι το πραγματικό ήταν πιθανό) . Το ορθό ερώτημα είναι τουναντίον το εξής: για ποιο λόγο έγινε, και επομένως είναι, πραγματικότητα αυτή η πιθανότητα κι όχι κάποια άλλη;

Αλλά ο Λεβί-Στρως δεν απαντά ποτέ σ’ αυτό το ερώτημα, διότι δεν το θέτει ποτέ. Ως ερώτημα βρίσκεται ολοκληρωτικά έξω απ’ τον θεωρητικό του ορίζοντα, έξω απ’ το πεδίο που οριοθετούν οι βασικές του έννοιες. Παίρνει απ’ τη μια μεριά το πραγματικό έτσι όπως το παρατηρεί και από την άλλη τις πιθανότητες τις οποίες συνάγει απ’ τον τρόπο καθολικής συνδυαστικής που εφαρμόζει: όταν συναντά ένα πραγματικό φαινόμενο, όλο το πρόβλημα έγκειται κατ’ αυτόν στην κατασκευή της πιθανότητας αυτού του φαινομένου, με βάση το παιχνίδι της συνδυαστικής. Ωστόσο, η εξήγηση ενός υπαρκτού πραγματικού φαινομένου δεν περνά απ’ την παραγωγή της πιθανότητάς του, αλλά απ’ την παραγωγή της έννοιας της αναγκαιότητάς του (αυτής της πιθανότητας κι όχι κάποιας άλλης) . Δεν κατανοούμε ένα πραγματικό φαινόμενο παράγοντας, θα έλεγα, την έννοια της πιθανότητάς του (διότι έτσι τοποθετούμαστε πάντα στο πεδίο της κλασικής φιλοσοφικής ιδεολογίας: πρόκειται για ένα τυπικό εγχείρημα νομικής μορφής που έχω απορρίψει στον Πρόλογο του Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο) αλλά παράγοντας την έννοια της αναγκαιότητάς του. Απ’ αυτό ακριβώς το σημείο και μετά μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ο φορμαλισμός του Λεβί-Στρως είναι ένας λαθεμένος φορμαλισμός: ο Λεβί-Στρως νομίζει ότι ο φορμαλισμός της πιθανότητας είναι το ίδιο πράγμα με την τυποποίηση της αναγκαιότητας.

2. Όσα είπα μόλις τώρα, για τον τρόπο με τον οποίο αναλύει ο Λεβί-Στρως τις δομές συγγένειας, ισχύουν a fortiori και απείρως περισσότερο σε σχέση με το ιδεολογικό στοιχείο. Γνωρίζω βέβαια ότι υπάρχουν ορισμένοι που ενώ θα συμφωνούσαν με όσα είπα για τις δομές συγγένειας, θα ήταν πολύ περισσότερο επιφυλακτικοί σε σχέση με την ιδεολογία και τον τρόπο με τον οποίο τη μελετά ο Λεβί-Στρως. Και πράγματι, ο φορμαλισμός του Λεβί-Στρως δείχνει να ταιριάζει καλύτερα στις αναλύσεις των μύθων, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν φαίνεται να προκύπτουν οι συγχύσεις που διαπιστώσαμε στην περίπτωση των δομών συγγένειας. Μπορεί λοιπόν ο Λεβί-Στρως να μη γνωρίζει ότι οι δομές συγγένειας λειτουργούν ως παραγωγικές σχέσεις (και γι’ αυτό έχουν τις δομές που μπορούμε να παρατηρήσουμε – δομές οι οποίες εξαφανίστηκαν σ’ εμάς άπαξ και οι σχέσεις παραγωγής έπαψαν να ταυτίζονται με τις δομές συγγένειας ), μπορεί επομένως να σφάλει σε σχέση με τη φύση και το ρόλο των δομών συγγένειας, τουναντίον δίνει την αίσθηση ότι δεν σφάλει σε σχέση με τους μύθους, διότι τους πραγματεύεται ως αυτό που είναι: ως μύθους, ως μορφές του ιδεολογικού στοιχείου. Το λέει κι ο ίδιος άλλωστε ότι αποτελούν μορφές του ιδεολογικού στοιχείου! Έχει επομένως με το μέρος του τόσο την πραγματική ύπαρξη του αντικειμένου του όσο και το γεγονός ότι το αποκαλεί με το σωστό όνομα. Δυστυχώς όμως ένα όνομα δεν συνιστά ipso facto επιστημονική έννοια. Ο Λεβί-Στρως δεν γνωρίζει τι είναι το ιδεολογικό στοιχείο (κι ας δηλώνει ότι ασχολείται με το ιδεολογικό στοιχείο!), διότι δεν γνωρίζει τι είναι η ιδεολογική βαθμίδα στα πλαίσια της σύνθετης άρθρωσης του τρόπου παραγωγής, και a fortiori του συνδυασμού περισσότερων τρόπων παραγωγής σ’ έναν κοινωνικό σχηματισμό. Και έτσι αντί να μας εφοδιάσει με μια θεωρία του ιδεολογικού στοιχείου, αντί συνεπώς να σχηματίσει την έννοια της αναγκαιότητας των διαφορικών του μορφών, επιστρέφει στη μέθοδο και τους ιδεολογικούς πειρασμούς που απέδωσαν (τόσο καλά!) στην περίπτωση των δομών συγγένειας. Γι’ αυτό ακριβώς βλέπουμε να επαναλαμβάνεται μπροστά μας εκ νέου η ίδια «θεωρητική» μέθοδος: Συσχετίζει τις μορφές του ιδεολογικού στοιχείου με πιθανότητες, τις οποίες κατασκευάζει μέσω μιας συνδυαστικής (που συνοδεύεται από κλασικές μεθόδους δυαδικής μορφής), την οποία συνδέει, όπως και το αποτέλεσμά της, με μια «ικανότητα» του ανθρωπίνου πνεύματος, ή όταν πια δεν υπάρχει καμιά ελπίδα (ή ως ύστατη ελπίδα) με τον … εγκέφαλο!! Επιλέγει εν ολίγοις τη φυγή προς τα μπρος μέσω της λαθεμένης τυποποίησης (πάντα η –βαθιά ιδεολογική– τυποποίηση της πιθανότητας). Άλλοτε οι ίδιες μορφές ταυτίζονται ως ομόλογες (χάρη στις «αρετές» των μεθόδων της συνδυαστικής) με τις υπόλοιπες υπάρχουσες μορφές, όπως είναι οι μορφές της συγγένειας, των οικονομικών ή των γλωσσικών ανταλλαγών, κι άλλοτε στο τέλος με ορισμένους «οικονομίστικους» παράγοντες («τρόπος ζωής», «γεωγραφικές» συνθήκες), κ.λπ., τους οποίους εκλαμβάνει ο Λεβί-Στρως ως ισοδύναμο μιας μαρξιστικής θεωρίας της οικονομικής βαθμίδας ενός τρόπου παραγωγής, του οποίου αγνοεί την εννοιακή ύπαρξη. Ως προς αυτό, επίσης, ο Λεβί-Στρως περνά το δικό του «μαρτύριο» αφού αδυνατεί ολοκληρωτικά να εξηγήσει την πραγματική διαφορετικότητα που χαρακτηρίζει την ύπαρξη κάποιας μορφής του ιδεολογικού στοιχείου σε κάποιον πρωτόγονο κοινωνικό σχηματισμό: εξηγεί μόνο την πιθανότητά της και όταν καταφέρνει να κατασκευάσει την έννοια αυτής της πιθανότητας, αδιαφορεί επιδεικτικά για την έννοια της αναγκαιότητας και νομίζει ότι έχει ξεμπερδέψει μ’ αυτήν.

Δεν ισχυρίζομαι ότι είναι εύκολο να τα δει κανείς όλα αυτά. Και ιδιαιτέρως, αν πάρουμε τις μετρητοίς ορισμένες μαρξιστικές έννοιες που κυκλοφορούν στην αγορά και επιχειρήσουμε αφελέστατα να τις «εφαρμόσουμε», όπως τις βρήκαμε, στις λεγόμενες «πρωτόγονες» κοινωνίες τότε θα δούμε ότι κάτι δεν πάει καλά. Ο Μαρξ εξήγησε εντούτοις ότι ο μηχανισμός ενός κοινωνικού σχηματισμού ακολουθεί νόμους που μεταβάλλονται συναρτήσει της δομής αυτού του κοινωνικού σχηματισμού. Ως εκ τούτου, για να εξηγήσουμε τους ειδικούς κοινωνικούς σχηματισμούς που είναι οι πρωτόγονοι κοινωνικοί σχηματισμοί θα πρέπει να σχηματίσουμε τις απαιτούμενες έννοιες. Θα ανακαλύψουμε τότε ότι μολονότι τα πράγματα λειτουργούν με βάση τους ίδιους νόμους αναγκαιότητας στους πρωτόγονους κοινωνικούς σχηματισμούς, οι μορφές τους εντούτοις αλλάζουν. Θα ανακαλύψουμε, για παράδειγμα, ότι οι «παράγοντες» που διασφαλίζουν τη λειτουργία των παραγωγικών σχέσεων στις πρωτόγονες κοινωνίες δεν είναι ίδιοι με τους «παράγοντες» που τη διασφαλίζουν στις κοινωνίες μας. Θα διαπιστώσουμε επίσης ότι το πολιτικό και το ιδεολογικό στοιχείο, και γενικότερα οι βαθμίδες, δεν έχουν την ίδια μορφή ή το ίδιο πεδίο σ’ αυτές τις κοινωνίες και στις δικές μας, ότι εμπεριέχουν εν προκειμένω κι άλλα στοιχεία, άλλες σχέσεις, άλλες μορφές. Οι εν λόγω διαφορές δεν μπορούν να εξηγηθούν παρά με βάση τις θεμελιώδεις θεωρητικές έννοιες του Μαρξ (κοινωνικός σχηματισμός, τρόπος παραγωγής, κ.λπ.) από τις οποίες θα πρέπει να σχηματίσουμε τις κατάλληλες διαφορικές μορφές, προκειμένου να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς των πρωτόγονων κοινωνικών σχηματισμών.

Θα έλεγα λοιπόν ότι ολόκληρη η σκέψη του Λεβί-Στρως μπορεί να γίνει κατανοητή, τόσο ως προς τις αρετές όσο και ως προς τις ελλείψεις της, με βάση την άγνοια του Μαρξ. Όχι γιατί ο Μαρξ είναι ο Μαρξ, αλλά διότι ο Μαρξ είναι αυτός που στοχάστηκε το ίδιο το αντικείμενο που αρνείται να στοχαστεί ο Λεβί-Στρως όταν επιχειρεί να το στοχαστεί (και όταν ισχυρίζεται ότι το στοχάζεται).

Ο Λεβί-Στρως περιγράφει πολύ καλά ορισμένους μηχανισμούς (τις δομές συγγένειας, τις μορφές μεταστροφής ενός μύθου σ’ έναν άλλον), αλλά δεν γνωρίζει ποτέ ποιο είναι το αντικείμενο του οποίου περιγράφει τους μηχανισμούς, διότι δεν δίνει δεκάρα γι’ αυτό ακριβώς που μας επιτρέπει να ορίσουμε το εν λόγω αντικείμενο στα πλαίσια της υπάρχουσας επιστήμης (για τις έννοιες του Μαρξ). Όταν περιγράφει δομές συγγένειας αναφέρεται στις παραγωγικές σχέσεις, χωρίς εντούτοις να ξέρει ότι αναφέρεται στις παραγωγικές σχέσεις. Όταν περιγράφει μύθους, αναφέρεται σε μια βαθμίδα (συνισταμένη ενός σύνθετου, και συχνά παράδοξου, συνδυασμού) στα πλαίσια ενός κοινωνικού σχηματισμού που δομείται με βάση τον συνδυασμό των τρόπων παραγωγής, αλλά δεν ξέρει ότι αναφέρεται σ’ αυτήν τη συγκεκριμένη, πραγματική και αναγκαία βαθμίδα: νομίζει ότι μιλά για το ανθρώπινο πνεύμα! Τούτη η θεμελιώδης «αβλεψία» έχει σημαντικότατες γι’ αυτόν συνέπειες. Η σημαντικότερη είναι ότι αναγκάζεται να κατασκευάσει εξολοκλήρου (ή μάλλον να περιμαζέψει απ’ την πιο χυδαία ιδεολογία, που σέρνεται εδώ και χιλιάδες χρόνια θρησκείας) ένα αντικείμενο το οποίο θα αποτελέσει αντικείμενο του λόγου του: το «ανθρώπινο πνεύμα»!!! Οι άλλες συνέπειες δεν είναι λιγότερο σοβαρές: το «ανθρώπινο πνεύμα» έχει την «ικανότητα» να συνδυάζει πιθανότητες με δυαδικό τρόπο (το ανθρώπινο πνεύμα ή ο εγκέφαλος), και έτσι η παραγωγή της έννοιας της αναγκαιότητας ενός αντικειμένου αντικαθίσταται απ’ την παραγωγή της έννοιας της πιθανότητάς του. Οι περιγραφές του Λεβί-Στρως (οι οποίες είναι συχνά πολύ πετυχημένες) συνδέονται εκατό τοις εκατό μ’ αυτήν την μυστηριακή δύναμη που έχει το ανθρώπινο πνεύμα να συνδυάζει πιθανότητες και να τις παράγει ως πιθανότητες. Αλλά μ’ αυτόν τον τρόπο εξαφανίζεται οτιδήποτε διαφοροποιεί τα πραγματικά φαινόμενα, οτιδήποτε παράγει τη διαφορική αναγκαιότητα των υπαρκτών φαινομένων και των διακριτών βαθμίδων. Δεν υπάρχουν πλέον στον κόσμο παρά ομολογίες και ισομορφισμοί: οι λέξεις, οι γυναίκες, τα αγαθά, κ.λπ., ανταλλάσσονται με τον ίδιο τρόπο διότι έχουν την ίδια «μορφή» (ισόμορφες μορφές λόγω της κοινής τους γέννησης: ισόμορφες διότι γεννήθηκαν από την ίδια συνδυαστική μήτρα καθαρών πιθανοτήτων!). Δεν υπάρχει πλέον παρά ένα και μόνο «ανθρώπινο πνεύμα»: αυτή ακριβώς είναι η απόδειξη της Άγριας Σκέψης, όπου καταδεικνύεται η φιλοσοφική άγνοια του Λεβί-Στρως.

Για το αστείο του πράγματος θα σου αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα, που τα λέει όλα. Ο Λεβί-Στρως είναι πεπεισμένος ότι η «άγρια σκέψη» έχει προχωρήσει, από μια άποψη, πολύ περισσότερο απ’ την «μη άγρια» σκέψη, όπως για παράδειγμα όταν έρχεται αντιμέτωπη με τις «δεύτερες ποιότητες», το άτομο, την ενικότητα, κ.λπ. Εδώ πλέον ο Λεβί-Στρως σχεδόν επαναλαμβάνει τον Μπερξόν! Και ανατρέχει σ’ έναν ιδεολογικό μύθο, με την κυριολεξία του όρου: διότι, θα μπορούσαμε να δείξουμε ότι η σύγχρονη επιστημονική σκέψη έχει αναλάβει να στοχαστεί την ενικότητα, όχι μόνο στην ιστορία (Μαρξ και Λένιν: «Η ψυχή του μαρξισμού είναι η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης») και στην ψυχανάλυση, αλλά επίσης στη φυσική, τη χημεία, τη βιολογία, κ.λπ. Το μόνο προβληματάκι (για τον Μπερξόν και τον Λεβί-Στρως!) είναι ότι η σκέψη του ενικού και του συγκεκριμένου είναι εφικτή μόνο μέσω εννοιών («αφηρημένων» και «γενικών» εννοιών), και αυτή ακριβώς είναι η προϋπόθεση της σκέψης του ενικού, δεδομένου ότι δεν υπάρχει σκέψη δίχως έννοιες (αφηρημένες και «γενικές» έννοιες). Και εξάλλου, πάει καιρός από τότε που φιλόσοφοι σαν τον Σπινόζα (με τις «ενικές ουσίες») και τον Λάιμπνιτς ανέθεσαν στη μη άγρια σκέψη το καθήκον να στοχαστεί την ενικότητα (και επομένως παρήγαγαν φιλοσοφικά την πραγματικότητα της σύγχρονης επιστήμης)! Ο Λεβί-Στρως ασφαλώς δεν το γνωρίζει αυτό κι αναλαμβάνει να μας πληροφορήσει ότι η σύγχρονη επιστήμη κλίνει σταδιακά προς την άγρια σκέψη και στοχάζεται κι αυτή επίσης το ενικό, ενώ αυτό ακριβώς έκανε απ’ την πρώτη στιγμή της ύπαρξής της. Σαν να μας πληροφορεί ότι θα προχωρήσουμε σταδιακά σε μια κατεύθυνση που θα μας οδηγήσει στην ανακάλυψη της Αμερικής, την οποία –αλίμονο– την έχουμε ανακαλύψει εδώ και πολύ καιρό, για το καλύτερο και για το χειρότερο.

Βέβαια, η κριτική που μόλις τώρα σκιαγράφησα είναι, όπως κάθε κριτική, εν μέρει άδικη διότι είναι μονόπλευρη. Είπα ότι ο Λεβί-Στρως περιγράφει πολύ καλά ορισμένους μηχανισμούς. Όμως μερικές φορές οι ίδιες οι περιγραφές του ξεπερνούν το περιγραφικό επίπεδο: όπως όταν μελετά τις δομές συγγένειας, που θα παραμείνουν πάντα μια σπουδαία ανακάλυψη. Επίσης, όταν αναλύει τους μύθους μας προσφέρει ενίοτε στοιχεία μεγάλης αξίας. Και μην ξεχνάμε ότι είναι ένα πνεύμα που επιζητεί την αυστηρότητα και γνωρίζει τι σημαίνει επιστημονική εργασία. Θα έπρεπε, με άλλα λόγια, να διορθώσω και να μετριάσω την κριτική μου με πλήθος επιχειρημάτων προκειμένου να γίνει αμερόληπτη. Αλλά πιστεύω ότι αυτά που μόλις τώρα παρουσίασα δεν θα μπορούσαν να απαλειφθούν από μια δίκαιη αποτίμηση του έργου του Λεβί-Στρως. Ακόμη κι αν ορισμένες εκφράσεις μου είναι πολύ βιαστικές, πιστεύω ότι βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση : αγγίζουν εκείνο ακριβώς το σημείο που μας διαφοροποιεί από τον ίδιο τον Λεβί-Στρως και, a fortiori, από όλους τους «στρουκτουραλιστές».


[1] Ο Ε. Τερρέ σχολίασε σε μια επιστολή του προς τον Αλτουσέρ αυτήν ακριβώς την παράγραφο λέγοντας ότι τα παραδείγματα που αναφέρονται (κυνήγι, συγκομιδή, κ.λπ.) δεν είναι κατάλληλα διότι τείνουν να ταυτίσουν την έννοια του «τρόπου παραγωγής» με τη «σφαίρα παραγωγής». Η επιστολή του Τερρέ δεν βρέθηκε στα αρχεία του Αλτουσέρ, αλλά ο ίδιος ο Αλτουσέρ είχε καταγράψει αυτήν την παρατήρηση. (ΣτΜ).

[2] Σύμφωνα με τη γαλλική έκδοση ο Αλτουσέρ αναφέρεται σ’ αυτό το σημείο σ’ ένα από τα ανολοκλήρωτα βιβλία του για τη μαρξιστική θεωρία και για τη «συγχώνευση θεωρίας και πρακτικής» που ετοίμαζε το 1965. (ΣτΜ).