Οι μισθοί στον Μαρξ: μια διερεύνηση όψεων της μαρξικής προβληματικής στο Κεφάλαιο
Τεύχος 95, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2006


ΟΙ ΜΙΣΘΟΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΞ: ΜΙΑ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΟΨΕΩΝ ΤΗΣ ΜΑΡΞΙΚΗΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗΣ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
των Γιώργου Οικονομάκη και Δημήτρη Σωτηρόπουλου

1. Εισαγωγή

Το παρόν κείμενο αποτελεί μια προσπάθεια καταγραφής και κατανόησης κύριων πλευρών της ανάλυσης του Μαρξ σχετικά με τους μισθούς της εργασίας. Έτσι η διερεύνησή μας βασίζεται (σχεδόν) αποκλειστικά στη μαρξική ανάλυση όπως παρουσιάζεται στο Κεφάλαιο, (κυρίως) στον 1ο τόμο, δηλαδή στο κατά τεκμήριο πιο ώριμο έργο του Μαρξ (βλ. σχετικά Μηλιός κ.ά. 2005: 21-22). Ίσως έχει μια σημασία να προσθέσουμε ότι σε αυτή την προσπάθεια καταγραφής-κατανόησης επιχειρούμε ταυτόχρονα μια πρώτη αναγωγή μαρξικών αναλυτικών κατηγοριών σε όρους της «τρέχουσας» (ας μας επιτραπεί αυτός ο γενικός και μάλλον αδόκιμος όρος ως ενδεικτικός) οικονομικής ανάλυσης και συγκεκριμένα τη σύνδεση των κατηγοριών μισθών που συναντάμε στο μαρξικό έργο σε συγκεκριμένες «περιόδους παραγωγής».

2. Αξία της εργασιακής δύναμης και σχέση εκμετάλλευσης

Στον καπιταλισμό αποτελεί εμπόρευμα η εργασιακή δύναμη και όχι ο εργάτης. Αυτό σημαίνει ότι, πρώτον, ο εργάτης πουλάει «πάντα μόνο προσωρινά» την εργασιακή του δύναμη, διαφορετικά «αν την πουλήσει χοντρικώς, μια για πάντα, θα πουλήσει τον ίδιο τον εαυτό του και θα μετατραπεί από ελεύθερος σε δούλο, από κάτοχος εμπορεύματος σε εμπόρευμα», και, δεύτερον, ότι ο εργάτης «αντί να πουλάει εμπορεύματα στα οποία έχει αντικειμενοποιηθεί η εργασία του […] είναι αντίθετα υποχρεωμένος να προσφέρει σαν εμπόρευμα για πούληση την ίδια την εργατική του δύναμη που υπάρχει μόνο στο ζωντανό του σώμα». Στη βάση αυτών των δυο ουσιαστικών κατά τον Μαρξ όρων «για να βρίσκει ο κάτοχος του χρήματος την εργατική δύναμη σαν εμπόρευμα στην αγορά» βρίσκεται η διπλή ελευθερία του εργάτη. «Για να μετατραπεί το χρήμα σε κεφάλαιο πρέπει ο κάτοχος του χρήματος να βρει στην αγορά των εμπορευμάτων τον ελεύθερο εργάτη, ελεύθερο με διπλή έννοια, από τη μια με την έννοια ότι σαν ελεύθερο πρόσωπο διαθέτει την εργατική του δύναμη σαν εμπόρευμά του, και από την άλλη με την έννοια ότι δεν έχει άλλα εμπορεύματα να πουλήσει, ότι σαν το ελεύθερο πουλί είναι ελεύθερος από όλα τα πράγματα που χρειάζονται για να πραγματοποιήσει την εργατική του δύναμη» (Μαρξ 1978α: 180-182).

Κατά τον Μαρξ (όπ.π.: 183, 185), η αξία του ιδιόμορφου εμπορεύματος εργασιακή δύναμη, όπως και η αξία κάθε άλλου εμπορεύματος, «καθορίζεται από το χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή, επομένως και για την αναπαραγωγή αυτού του ειδικού είδους. […] Έτσι ο χρόνος εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή της εργατικής δύναμης αναλύεται στο χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή αυτών των μέσων συντήρησης ή η αξία της εργατικής δύναμης είναι η αξία των μέσων συντήρησης που είναι αναγκαία για τη συντήρηση του κατόχου της». Εφόσον «[η] αξία της εργατικής δύναμης αναλύεται στην αξία μιας καθορισμένης ποσότητας μέσων συντήρησης […] μεταβάλλεται μαζί με την αλλαγή της αξίας αυτών των μέσων συντήρησης, δηλαδή με την αλλαγή του μεγέθους του χρόνου εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή τους».

Η ιδιομορφία του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη πρωτίστως αναφέρεται στην «ειδική αξία χρήσης αυτού του εμπορεύματος, [δηλαδή στην] ιδιότητα να είναι πηγή αξίας και μάλιστα περισσότερης αξίας απ’ ό,τι έχει το ίδιο» (όπ.π.: 206).

Έτσι, ο Μαρξ συνδέει άμεσα τη θεωρία του για την αξία της εργασιακής δύναμης με την καπιταλιστική εκμετάλλευση: «Το μέρος […] της εργάσιμης μέρας που στη διάρκειά του συντελείται […] η αναπαραγωγή [της εργασιακής δύναμης] το ονομάζω αναγκαίο χρόνο εργασίας και την εργασία που ξοδεύτηκε στο διάστημά της αναγκαία εργασία». Αντιστοίχως, «[η] δεύτερη περίοδος του προτσές εργασίας που ο εργάτης μοχθεί πέρα από το όρια της αναγκαίας εργασίας […] [δ]ημιουργεί υπεραξία [για τον κεφαλαιοκράτη] εκ του μηδενός.[ [1] ] Το μέρος αυτό της εργάσιμης μέρας το ονομάζω χρόνο υπερεργασίας, και την εργασία που ξοδεύεται στη διάρκειά του: υπερεργασία (surplus labour)», γράφει ο Μαρξ (όπ.π.: 228-229).

Πρόκειται για μια «διαπλοκή» άνισων μεγεθών και διαφοροποιημένων μορφών (ο καπιταλιστής πληρώνει στον εργάτη την αξία της εργασιακής του δύναμης, δηλαδή του προσφέρει ό,τι θεωρείται αναγκαίο για να αποδεχθεί να εργαστεί γι’ αυτόν μια εργάσιμη μέρα), χάρη στην οποία ο εργάτης παράγει υπεραξία: εκχωρεί στον κεφαλαιοκράτη όλο το προϊόν που παράγει στη διάρκεια της εργάσιμης μέρας, ανεξάρτητα από το ύψος της δικής του αμοιβής. Διαφορετικά, αν αντικείμενο της συναλλαγής μεταξύ εργάτη και καπιταλιστή ήταν η ίδια η εργασία, θα φτάναμε σε αδιέξοδο: «Είτε λοιπόν ανταλλάσσονται ισοδύναμα, και τότε […] η τιμή της εργασίας του [του εργάτη] θα είναι ίση με την τιμή του προϊόντος του. Στην περίπτωση αυτή δε θα παρήγε καθόλου υπεραξία για τον αγοραστή της εργασίας του […] Είτε [πρόκειται] για […] εξίσωση άνισων μεγεθών» και διαφοροποιημένων μορφών: «Περισσότερης έναντι λιγότερης εργασίας με τη διαφορά της μορφής, με το ότι τη μια φορά είναι αντικειμενοποιημένη εργασία και την άλλη ζωντανή» (όπ.π.: 553). Ακριβέστερα: «Το περιεχόμενο είναι πως ο κεφαλαιοκράτης ανταλλάσσει διαρκώς ένα μέρος της αντικειμενοποιημένης πια ξένης εργασίας […] με μια μεγαλύτερη ποσότητα ζωντανής ξένης εργασίας» (όπ.π.: 604).

Εντός ενός τέτοιου θεωρητικού πλαισίου ο Μαρξ, εξετάζοντας τη σχέση αξίας εργασιακής δύναμης-υπεραξίας-νέας αξίας, διατυπώνει τρεις νόμους. «Πρώτο: Η εργάσιμη ημέρα ενός δοσμένου μεγέθους εκφράζεται πάντα με την ίδια νέα αξία, άσχετα από το πώς αλλάζει η παραγωγικότητα της εργασίας […]. Δεύτερο: Η αξία της εργατικής δύναμης και η υπεραξία μεταβάλλονται σε αντίστροφη κατεύθυνση. Μια αλλαγή στην παραγωγική δύναμη της εργασίας, ή αύξηση ή μείωσή της, επιδρά σε αντίστροφη κατεύθυνση πάνω στην αξία της εργατικής δύναμης και σε ευθεία κατεύθυνση πάνω στην υπεραξία. […] Τρίτο: Η αύξηση ή η μείωση της υπεραξίας είναι πάντα συνέπεια και ποτέ αιτία της αντίστοιχης μείωσης ή αύξησης της αξίας της εργατικής δύναμης» (όπ.π.: 536-537). Σε κάθε περίπτωση πάντως η αύξηση της αξίας της εργασιακής δύναμης και η αντίστοιχη ελάττωση της απλήρωτης εργασίας «δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί ως το σημείο που θα απειλούσε το ίδιο το σύστημα» (όπ.π.: 641).

Χρειάζονται εδώ κάποια πρώτα σχόλια: Για δεδομένη τη νέα αξία (= αξία της εργασιακής δύναμης + υπεραξία) (όπ.π.: 230) η μεταβολή στην αξία της εργασιακής δύναμης (λόγω μεταβολών στην παραγωγικότητα της εργασίας) προκαλεί μεταβολές στο μέγεθος της υπεραξίας και όχι το αντίστροφο. Πού εδράζεται μια τέτοια θέση; Η αξία της εργασιακής δύναμης αντιστοιχεί (όπως είδαμε και θα εξετάσουμε και πιο αναλυτικά στη συνέχεια) σε ένα δεδομένο «καλάθι» εμπορευμάτων ίσο με τα αναγκαία για τη συντήρηση του εργάτη. Αυτό το «καλάθι» είναι προς τα κάτω ανελαστικό ως πραγματικό μέγεθος. Θα πρέπει να περιλαμβάνει μια δεδομένη μάζα μέσων συντήρησης, ανεξάρτητα από την αξία τους. «Το όριο της αλλαγής στο μέγεθος της υπεραξίας μας το δίνει το νέο όριο της αξίας της εργατικής δύναμης. […] Η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από την αξία μιας ορισμένης ποσότητας μέσων συντήρησης. Εκείνο που αλλάζει, όταν αλλάζει η παραγωγική δύναμη της εργασίας, είναι η αξία αυτών των μέσων συντήρησης και όχι η μάζα τους» , γράφει ο Μαρξ (όπ.π.: 538, οι υπογραμμίσεις δικές μας). Επομένως η αξιακή «αποτίμηση» της δεδομένης μάζας των μέσων συντήρησης (= αξία της εργασιακής δύναμης) θα καθορίσει ως εναπομένον αξιακό μέγεθος την υπεραξία. «Αν το μέρος της εργάσιμης ημέρας που χρειάζεται ο εργάτης για να αναπαραγωγή της αξίας του μισθού του έχει το τελευταίο όριό του στο φυσικό ελάχιστο όριο του μισθού, τότε το άλλο μέρος της εργάσιμης ημέρας, με το οποίο παρασταίνεται η υπερεργασία του, επομένως και το μέρος εκείνο της αξίας που εκφράζει την υπεραξία, έχει το όριό του στο φυσικό ανώτατο όριο της εργάσιμης ημέρας» (Μαρξ 1978β: 1055). Αλλά σε αυτό το ζήτημα θα επανέλθουμε.

3. Αξία της εργασιακής δύναμης και πραγματικός μισθός

Ποιο είναι, όμως, το ακριβές περιεχόμενο και οι καθοριστικοί παράγοντες που διαμορφώνουν την αξία της εργασιακής δύναμης;

Για δεδομένη την παραγωγικότητα της εργασίας, η αξία της εργασιακής δύναμης καθορίζεται ως προς το κατώτατο όριό της από καθαρά φυσικούς, εξωοικονομικούς, παράγοντες ενώ ως προς το μέσο ή κανονικό μέγεθός της από κοινωνικοοικονομικούς, που ωστόσο είναι ανεξάρτητοι από την οικονομική συγκυρία και ανάγονται κατά το μάλλον ή ήττον στην ιστορική εποχή. Τέτοιοι παράγοντες είναι: ο «φυσικός νόμος» της βιολογικής επιβίωσης και αναπαραγωγής, το ιστορικό επίπεδο των κοινωνικών αναγκών, τα έξοδα εκπαίδευσης των εργατών, ο ρόλος της εργασίας των γυναικών και των παιδιών, ακόμη και το κλίμα. Ας δούμε κάποια σημεία των σχετικών αναπτύξεων στο έργο του Μαρξ.

Στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου διαβάζουμε, μεταξύ άλλων: «Το ποσό των μέσων συντήρησης πρέπει […] να επαρκεί για να συντηρηθεί το εργαζόμενο άτομο σαν εργαζόμενο άτομο στη φυσιολογική κατάσταση της ζωής του. Οι ίδιες οι φυσικές ανάγκες, όπως η τροφή, ο ιματισμός, η θέρμανση, η κατοικία κλπ. διαφέρουν ανάλογα με τις κλιματικές και άλλες φυσικές ιδιομορφίες μιας χώρας. Από την άλλη, η ίδια η έκταση των λεγόμενων απαραίτητων αναγκών, όπως και ο τρόπος της ικανοποίησής τους, είναι ιστορικό προϊόν και γι’ αυτό εξαρτιέται κατά ένα μεγάλο μέρος από τη βαθμίδα του πολιτισμού μιας χώρας, και ανάμεσα στ’ άλλα ουσιαστικά από το μέσα σε ποιες συνθήκες κι επομένως με τι συνήθειες και απαιτήσεις της ζωής σχηματίστηκε η τάξη των ελεύθερων εργατών. Έτσι, αντίθετα από τ’ άλλα εμπορεύματα, ο καθορισμός της αξίας της εργατικής δύναμης περιέχει ένα ιστορικό και ηθικό στοιχείο. Ωστόσο, για μια ορισμένη χώρα και μια ορισμένη περίοδο, είναι δοσμένο το μέσο σύνολο των αναγκαίων μέσων συντήρησης» (Μαρξ 1978α: 184, οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Ακόμη ειδικότερα σχετικά με τον εθνικό καθορισμό του μισθού ο Μαρξ γράφει (όπ.π.: 578): «Όταν λοιπόν συγκρίνουμε εθνικούς μισθούς πρέπει να υπολογίζουμε όλους τους παράγοντες που καθορίζουν την αλλαγή στο μέγεθος της αξίας της εργατικής δύναμης, την τιμή και την έκταση των φυσικά και ιστορικά αναπτυγμένων πρώτων αναγκών ζωής, τα έξοδα εκπαίδευσης του εργάτη, [2] το ρόλο της εργασίας των γυναικών και των παιδιών, την παραγωγικότητα της εργασίας».

«Το τελευταίο όριο ή ελάχιστο όριο της αξίας της εργατικής δύναμης αποτελείται από την αξία μιας μάζας εμπορευμάτων, που χωρίς την καθημερινή τους πρόσληψη ο φορέας της εργατικής δύναμης, ο άνθρωπος, δεν μπορεί να ανανεώσει το προτσές της ζωής του, επομένως αποτελείται από την αξία των μέσων συντήρησης που του είναι απαραίτητα για να κρατηθεί στη ζωή. Αν η τιμή της εργατικής δύναμης [δηλαδή η τιμή που εν τέλει θα λάβει στην αγορά, βλ. στα επόμενα] πέσει σ’ αυτό το ελάχιστο όριο, τότε πέφτει κάτω από την αξία της, γιατί έτσι μπορεί να συντηρείται και ν’ αναπαράγεται μόνο σε φθίνουσα μορφή». Και συμπληρώνει ο Μαρξ: «Όμως η αξία κάθε εμπορεύματος καθορίζεται από το χρόνο εργασίας που απαιτείται για να προσφέρεται σε κανονική ποσότητα» (όπ.π.: 185). Έτσι, «η τιμή της εργατικής δύναμης μπορεί πού και πού ν’ ανεβαίνει πάνω από την αξία της, ποτέ όμως δεν πέφτει κάτω απ’ αυτήν» (όπ.π.: 535).

Από την τελευταία αυτή πρόταση συνάγουμε το εξής: Η αξία της εργασιακής δύναμης δεν καθορίζεται από το κατώτατο όριό της, σύμφωνα με τον Μαρξ. Στην ίδια θεωρητική κατεύθυνση ο ίδιος γράφει σχετικά με το μισθό εργασίας (όπ.π.: 602): «Ο μηχανισμός της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής [αναπαράγει] την εργατική τάξη σαν τάξη εξαρτημένη από το μισθό της εργασίας, που ο συνηθισμένος μισθός της επαρκεί όχι μόνο για να εξασφαλίσει τη συντήρησή της, μα και την αριθμητική της αύξηση». Όπως θα δούμε στη συνέχεια, αυτή η θέση αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την αποσύνδεση των διακυμάνσεων των τιμών που λαμβάνει η εργασιακή δύναμη στην αγορά από έναν ρικαρντιανής αποδοχής «φυσικό νόμο» περί πληθυσμού.

Η ίδια αυτή προβληματική φαίνεται και στη σχετική ανάλυση στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου. Γράφει μεταξύ άλλων ο Μαρξ: «Προς τη μια πλευρά [ο μισθός] ρυθμίζεται από ένα φυσικό νόμο. Το κατώτατο όριό του είναι δοσμένο από το φυσικό κατώτατο όριο μέσων συντήρησης, που πρέπει να προμηθευτεί ο εργάτης για να διατηρήσει και να αναπαράγει την εργατική του δύναμη, δηλαδή από μια καθορισμένη ποσότητα εμπορευμάτων. Η αξία αυτών των εμπορευμάτων καθορίζεται από το χρόνο εργασίας που απαιτεί η αναπαραγωγή τους». Ωστόσο: «Η πραγματική αξία της εργατικής δύναμής του [τού εργάτη] αποκλίνει από αυτό το φυσικό ελάχιστο όριο. Διαφέρει ανάλογα με το κλίμα και το επίπεδο της κοινωνικής ανάπτυξης. Εξαρτιέται όχι μόνο από τις φυσικές, αλλά και από τις ιστορικά ανεπτυγμένες κοινωνικές ανάγκες, που γίνονται δεύτερη φύση. Σε κάθε χώρα, όμως, σε μια δοσμένη περίοδο αποτελεί ένα δοσμένο μέγεθος αυτός ο ρυθμίζων μέσος μισθός εργασίας » (Μαρξ 1978β: 1054-1055, οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Εδώ χρειάζεται να προσέξουμε το εξής: το δοσμένο μέγεθος, ως ο ρυθμίζων μέσος μισθός της εργασίας, δεν αναφέρεται στην αξία της εργασιακής δύναμης, επομένως ούτε στη χρηματική της αποτίμηση, στον ονομαστικό μισθό (με την υπόθεση της σταθερής «αξίας του χρήματος»), αλλά στο δεδομένο «καλάθι» εμπορευμάτων, δηλαδή στον πραγματικό μισθό. [3] Βλέπουμε σχετικά στον Μαρξ (1978α: 535): «Η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από την αξία των αναγκαίων από συνήθεια καθιερωμένων μέσων συντήρησης του μέσου εργάτη. Σε μιαν ορισμένη εποχή μιας ορισμένης κοινωνίας είναι ορισμένη η μάζα αυτών των μέσων συντήρησης, μόλο που μπορεί ν’ αλλάζει η μορφή τους, και γι’ αυτό πρέπει να την πραγματευόμαστε σαν σταθερό μέγεθος. Αυτό που αλλάζει είναι η αξία αυτής της μάζας» (οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Επομένως, σύμφωνα με τον Μαρξ, ο πραγματικός μισθός του εργάτη είναι εξωτερικά (εξωτερικά: εν σχέσει προς την οικονομική συγκυρία) καθοριζόμενος, κυρίως εξαρτώμενος από την ειδική ιστορικότητα των διαφορετικών κοινωνικών σχηματισμών, με άλλα λόγια την ιστορική συμπύκνωση της ταξικής πάλης (η έννοια του ιστορικού και ηθικού στοιχείου στο οποίο αναφέρεται) και είναι σταθερός για μια ορισμένη ιστορική εποχή, δηλαδή για μια μάλλον πολύ μακροχρόνια περίοδο. Έτσι το επίπεδό του δεν καθορίζεται από το φυσικό βιολογικό όριο επιβίωσης του εργάτη (αν και το τελευταίο αποτελεί πάντα το ελάχιστο όριό του) αλλά ακριβώς από τις ιστορικές συνθήκες, όπως αυτές καθόρισαν τις κοινωνικές ανάγκες, που γίνονται δεύτερη φύση. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο πραγματικός μισθός θα πρέπει να οδηγεί σε αύξηση του εργατικού πληθυσμού (άρα θα πρέπει να υπερβαίνει το όριο επιβίωσης του εργάτη), να επιτρέπει την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης ως εξαρτημένης από το κεφάλαιο τάξης, και ταυτόχρονα (ή επομένως) να είναι σε τέτοιο επίπεδο ώστε η αξιακή του αποτίμηση, για τη δεδομένη παραγωγικότητα της εργασίας, να μην απειλεί την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Το επίπεδο κάθε φορά της παραγωγικότητας της εργασίας μέσα σε αυτήν τη μακροχρόνια περίοδο αποτιμά σε αξιακούς όρους τον δεδομένο πραγματικό μισθό και καθορίζει την αξία της εργασιακής δύναμης. Προσθέτουμε, εντούτοις, και ότι ο ίδιος ο πραγματικός μισθός διακυμαίνεται βραχυχρόνια γύρω από το δεδομένο ιστορικοκοινωνικά για τη μακροχρόνια περίοδο μέγεθός του. Σ’ αυτό το ζήτημα, ωστόσο, θα επανέλθουμε στο τέλος της ανάλυσής μας.

4. Αξία και τιμή στην αγορά της εργασιακής δύναμης

Την κατ’ αυτό τον τρόπο καθοριζόμενη αξία της εργασιακής δύναμης (στην πραγματικότητα ο Μαρξ αναφέρεται εδώ στην «τιμή παραγωγής») πρέπει να τη διακρίνουμε από την τιμή της στην αγορά. Όπως γράφει ο Μαρξ (όπ.π.: 555), η αξία της εργασιακής δύναμης είναι «η ρυθμιστική τιμή που επιβάλλεται πάνω στις τυχαίες τιμές της εργασίας στην αγορά» και αντιστοιχεί στην «“αναγκαία τιμή” (φυσιοκράτες)» ή στη «“φυσική τιμή της εργασίας” (Άνταμ Σμιθ (Adam Smith))». Τόσο η αξία (διάβαζε τιμή παραγωγής), όσο και η τιμή της εργασιακής δύναμης εκφράζονται σε χρήμα (όπ.π.: 555, 561).

Σε τι αφορά, όμως, ο τυχαίος καθορισμός της τιμής της εργασιακής δύναμης την αγορά; Στη σχέση μεταξύ ζήτησης και προσφοράς εργασίας (εργασιακής δύναμης). Θεωρώντας ως δεδομένο το χρόνο εργασίας, γράφει ο Μαρξ (όπ.π.: 551): «Η αξία της εργατικής του [του εργάτη] δύναμης μπορεί ν’ αλλάξει όταν αλλάζει η αξία των συνηθισμένων μέσων συντήρησής του […] ή όταν μένει ίδια η αξία της εργατικής του δύναμης η τιμή της μπορεί εξαιτίας της μεταβαλλόμενης σχέσης της ζήτησης και της προσφοράς ν’ ανέβει […] ή να πέσει».

Ο Μαρξ λοιπόν βλέπει την αξία της εργασιακής δύναμης –ως καθοριζόμενη από την αξία των συνηθισμένων (κοινωνικά) μέσων συντήρησης του εργάτη, για το κάθε φορά δεδομένο επίπεδο της παραγωγικότητας της εργασίας– να αποτελεί το κέντρο έλξης γύρω από το οποίο διακυμαίνονται αλλά και από το οποίο έλκονται, ως αποτέλεσμα των δυνάμεων της ζήτησης και της προσφοράς εργασίας, οι τιμές της εργασιακής δύναμης στην αγορά. Έτσι η ζήτηση και η προσφορά εργασίας δεν εξηγούν απολύτως τίποτα, εφόσον το κέντρο βαρύτητας ή η ρυθμιστική τιμή (η αξία της εργασιακής δύναμης) καθορίζεται πριν και έξω από αυτές ή είναι τέτοια (ρυθμιστική τιμή) επειδή ακριβώς καθορίζεται πριν και έξω από την επενέργεια της ζήτησης και της προσφοράς εργασίας. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η αλλαγή στη σχέση της ζήτησης και της προσφοράς δεν εξηγεί τίποτα σχετικά με την τιμή της εργασίας, όπως και σχετικά με την τιμή κάθε άλλου εμπορεύματος, εκτός από την αλλαγή της, δηλαδή τις διακυμάνσεις των τιμών της αγοράς κάτω ή πάνω από ένα ορισμένο μέγεθος» (όπ.π.: 555). Και επισημαίνει: «Όταν η ζήτηση και η προσφορά αλληλοκαλύπτονται, παύει η διακύμανση της τιμής, αν όλοι οι άλλοι όροι παραμένουν ίδιοι. Μα τότε και η ζήτηση και η προσφορά παύουν επίσης να εξηγούν κατιτί. Όταν η ζήτηση και η προσφορά αλληλοκαλύπτονται, η τιμή της εργασίας είναι η τιμή που καθορίζεται ανεξάρτητα από τη σχέση της ζήτησης και της προσφοράς, η φυσική της τιμή [αξία της εργασιακής δύναμης]» (όπ.π.: 555).

Συνεπώς, σύμφωνα με όσα λέει ο Μαρξ, όταν μένει ίδια η αξία της εργασιακής δύναμης του εργάτη, δηλαδή αν υποθέσουμε σταθερό τον πραγματικό μισθό και σταθερή την παραγωγικότητα της εργασίας, τότε οι αποκλίσεις και μόνο οι αποκλίσεις απ’ αυτήν, ως οι τιμές της εργασιακής δύναμης στην αγορά, ερμηνεύονται από την επενέργεια των δυνάμεων της ζήτησης και της προσφοράς εργασίας. Μας λέει ακόμη ότι όταν αυτές οι δυνάμεις αλληλοκαλύπτονται, η τιμή της εργασιακής δύναμης στην αγορά ισούται με την αξία (την τιμή παραγωγής) της εργασιακής δύναμης. Αλληλοκάλυψη, ωστόσο, δεν υπονοεί μηδενική ανεργία. Η μαρξική έννοια της αλληλοκάλυψης (περιγράφοντας γενικά έναν μέσο όρο κίνησης ή ταλάντωσης γύρω από ένα κέντρο βάρους) [4] υποδηλώνει, σε ό,τι αφορά την εργασιακή δύναμη στην αγορά, ότι σε αυτό το κέντρο βάρους πάντα θα αντιστοιχεί ένα μέγεθος εφεδρικού βιομηχανικού στρατού, δηλαδή ανεργίας. Αλλά για να γίνει πιο σαφής αυτή η θέση πρέπει να εξετάσουμε τι σημαίνουν σε μαρξικούς όρους οι αποκλίσεις ή συγκλίσεις της ζήτησης και της προσφοράς εργασίας, δηλαδή να εξετάσουμε ακριβώς την έννοια του «εφεδρικού βιομηχανικού στρατού».

Προηγουμένως, όμως, ας κωδικοποιήσουμε τα εξής: Όσον αφορά το μισθό της εργασίας, από τη μαρξική ανάλυση, όπως την έχουμε μέχρι εδώ εξετάσει, προκύπτουν τρεις κατηγορίες, οι οποίες, πέραν των άλλων, εμπίπτουν σε διαφορετικά πλαίσια «χρονικότητας» αλλά και καθορισμών. Η πρώτη αφορά τον πραγματικό μισθό ως καλάθι εμπορευμάτων που εξασφαλίζει ένα δεδομένο επίπεδο διαβίωσης, το οποίο θεωρείται σταθερό για τη μακροχρόνια περίοδο και εξωτερικά καθοριζόμενο μέγεθος (ιστορικότητα κοινωνικών σχηματισμών κλπ.), όπως έχουμε επισημάνει. Η δεύτερη στην αξιακή (σε τιμές παραγωγής – χρηματική αξία της εργασιακής δύναμης) αποτίμηση αυτού του σταθερού μισθού, η οποία καθορίζεται από την παραγωγικότητα της εργασίας και μεταβάλλεται με δοσμένο τον πραγματικό μισθό. Αναφέρεται, δηλαδή, σε μικρότερο της μακροχρόνιας περιόδου διάστημα. Σε αυτό το σημείο χρειάζονται διευκρινήσεις σε αναφορά με τους παράγοντες με τους οποίους διασυνδέεται η μεταβολή της αξιακής αποτίμησης του πραγματικού μισθού. Τις διευκρινήσεις αυτές θα τις αναζητήσουμε στη συνέχεια. Και, τέλος,η τρίτη κατηγορία αναφέρεται στην τιμή στην αγορά της εργασιακής δύναμης, η οποία καθορίζεται από τη ζήτηση και την προσφορά εργασίας. Και εδώ έχουμε αφήσει, όπως σημειώσαμε, ανοικτά ερωτήματα.

5. Εφεδρικός βιομηχανικός στρατός: προσφορά και ζήτηση εργασίας

Γράφει ο Μαρξ (όπ.π.: 651): «Τα πρόσθετα κεφάλαια που σχηματίστηκαν στην πορεία της […] συσσώρευσης […] χρησιμεύουν κατά προτίμηση σαν βοηθητικά μέσα για την εκμετάλλευση νέων εφευρέσεων και ανακαλύψεων και γενικά βιομηχανικών τελειοποιήσεων […]. Επομένως, το πρόσθετο κεφάλαιο που σχηματίζεται στην πορεία της συσσώρευσης, από τη μια μεριά, προσελκύει ανάλογα με το μέγεθός του ολοένα λιγότερους εργάτες. Από την άλλη, το παλιό κεφάλαιο που αναπαράγεται περιοδικά με νέα σύνθεση απωθεί ολοένα και περισσότερους από τους εργάτες που απασχολεί». Έχουμε επομένως στην πορεία της κεφαλαιακής συσσώρευσης «ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας […] αλλαγή στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου» (όπ.π.: 652). Πρόκειται για μια διαδικασία επιταχυμένης μείωσης του μεταβλητού σε σχέση με το σταθερό μέρος του κεφαλαίου όσο το συνολικό κεφάλαιο αυξάνεται (όπ.π.). Έτσι, «η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση παράγει διαρκώς, και μάλιστα σε σχέση με την ένταση και έκτασή της, ένα σχετικό, δηλαδή για τις μέσες ανάγκες αξιοποίησης του κεφαλαίου περίσσιο, επομένως περιττό ή πρόσθετο εργατικό πληθυσμό» (όπ.π.: 653). [5]

Κατά συνέπεια, η πρόοδος της συσσώρευσης μεταβάλλει την τεχνική βάση της παραγωγής: «Γίνονται πιο σύντομες οι ανάπαυλες όπου η συσσώρευση δρα σαν απλή διεύρυνση της παραγωγής πάνω σε δοσμένη τεχνική βάση» (όπ.π.: 652) και η μεταβολή αυτή, με τη σειρά της, οδηγεί στο φαινόμενο «μια μεγαλύτερη [λόγω ακριβώς της συσσώρευσης] προσέλκυση των εργατών από το κεφάλαιο [να] συνδέεται με μια μεγαλύτερη απώθησή τους» λόγω της μεταβολής της τεχνικής βάσης – της αλλαγής στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου στην κατεύθυνση της σχετικής μείωσης του μεταβλητού του μέρους. «Επομένως ο εργατικός πληθυσμός παράγοντας ο ίδιος τη συσσώρευση του κεφαλαίου παράγει ταυτόχρονα σε αυξανόμενη έκταση τα μέσα που τον κάνουν σχετικά υπεράριθμο». Αυτός είναι, κατά τον Μαρξ, ο πραγματικός «νόμος κίνησης του πληθυσμού» που χαρακτηρίζει τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής: η διαρκής δημιουργία-διευρυνόμενη αναδημιουργία ενός διαθέσιμου για το κεφάλαιο «βιομηχανικού εφεδρικού στρατού» (όπ.π.: 654-655), που είναι ανεξάρτητος από τη φυσική αύξηση του πληθυσμού (όπ.π.: 658).

Έτσι έχουν τεθεί από τον Μαρξ οι βάσεις για να ερμηνεύσει τις μεταβολές της τιμής της εργασιακής δύναμης πέρα από –και σε ρήξη με– το (μαλθουσιανό) πληθυσμιακό δόγμα της Πολιτικής Οικονομίας.

Εδώ πρέπει, όμως, να εισάγουμε πλέον την έννοια του κατά Μαρξ «βιομηχανικού κύκλου». Βιομηχανικός κύκλος που συνδέεται με τη συστολή και διαστολή του βιομηχανικού εφεδρικού στρατού αφ’ ενός και την κλιμάκωση της αύξησής του αφ’ ετέρου. Πριν έρθουμε στο καθαυτό θέμα, ας δούμε κάποια θεωρητικά ζητήματα γύρω από τη μαρξική έννοια του κύκλου, που θα μας χρειαστούν στη συνέχεια της ανάλυσής μας.

Όπως γράφει ο Μαρξ στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου (όπ.π.: 655), «η χαρακτηριστική πορεία ζωής της σύγχρονης βιομηχανίας […] έχει τη μορφή ενός διακοπτόμενου από μικρότερες διακυμάνσεις δεκάχρονου [6] κύκλου περιόδων μέσης ζωογόνησης, παραγωγής με μεγάλη ένταση, κρίσης και στασιμότητας». Στον 3ο τόμο ορίζει τις περιόδους του κύκλου ή «τους κύκλους της περιστροφής, στους οποίους κινείται η σύγχρονη βιομηχανία» ως εξής: «κατάσταση ηρεμίας, αυξανόμενη ζωογόνηση, άνθηση, υπερπαραγωγή, κατάρρευση, στασιμότητα, κατάσταση ηρεμίας κλπ.» (Μαρξ 1978β: 455). Σε κάθε βιομηχανικό κύκλο τίθεται η τεχνική βάση απ’ όπου εκκινεί ο επόμενος και η οποία αναπτύσσεται περαιτέρω στο πλαίσιό του, ιδίως στην περίοδο της άνθησης: «Στην κατάσταση της χαλάρωσης η παραγωγή πέφτει κάτω από τη βαθμίδα που είχε φτάσει στον προηγούμενο κύκλο, και για την οποία [παραγωγή] τέθηκε τώρα η τεχνική βάση. Στην περίοδο της άνθησης –τη μέση περίοδο– η παραγωγή αναπτύσσεται παραπέρα πάνω σ’ αυτή τη βάση» (όπ.π.: 616-617). Ταυτόχρονα, την περίοδο της άνθησης τίθεται η νέα τεχνική βάση της παραγωγής. Γράφει σχετικά ο Μαρξ: «Όσο πιο γρήγορα συντελείται η συσσώρευση (ιδίως την περίοδο της άνθησης), τόσο μεγαλύτερη είναι η υπερπαραγωγή μηχανών και άλλων στοιχείων του παγίου κεφαλαίου». Έτσι, «η βάση, πάνω στην οποία συντελείται η παραγωγή, εξαιτίας της αύξησης των μηχανών κλπ. [...] ισχύει στο εξής σαν η νέα κανονική βάση, η νέα αφετηρία της ανάπτυξης» (όπ.π.: 154-155).

Από τις θέσεις αυτές βγάζουμε το συμπέρασμα ότι στη μαρξική ανάλυση από το τέλος της περιόδου άνθησης ενός βιομηχανικού κύκλου μέχρι την περίοδο άνθησης του επόμενου (ή από τη μέση περίοδο ενός κύκλου στη μέση περίοδο του επόμενου) μπορούμε να θεωρήσουμε την τεχνική βάση ως δεδομένη.

Επομένως μπορούμε να θεωρήσουμε και ως δεδομένα, πρώτον, την παραγωγικότητα της εργασίας και, δεύτερον, τα όρια συστολής και διαστολής του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού. Ταυτόχρονα, οι εναλλαγές των βιομηχανικών κύκλων (των περιόδων άνθησής τους), μεταβάλλοντας μαζί με την πρόοδο της συσσώρευσης την τεχνική βάση κάθε φορά στην κατεύθυνση της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, επιφέρουν όχι μόνο την αύξηση στην παραγωγικότητα της εργασίας αλλά και τη διεύρυνση (κλιμάκωση στην αύξηση) του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού.

Βλέπουμε πράγματι στις σχετικές αναπτύξεις του Μαρξ στον 1ο τόμο ότι διασυνδέει με τις περιόδους του κύκλου τη συστολή και διαστολή του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού και με τις εναλλαγές του κύκλου την κλιμάκωση της αύξησής του: η χαρακτηριστική λοιπόν πορεία του βιομηχανικού κύκλου (περίοδοι μέσης ζωογόνησης, παραγωγής με μεγάλη ένταση, κρίσης και στασιμότητας), γράφει ο Μαρξ (1978α: 655), «στηρίζεται στο διαρκή σχηματισμό του βιομηχανικού εφεδρικού στρατού ή του υπερπληθυσμού, στη μεγαλύτερη ή μικρότερη απορρόφησή του και στο μεγαλύτερο ή μικρότερο ξανασχηματισμό του». Και συμπληρώνει: «Με τη σειρά τους οι εναλλαγές του βιομηχανικού κύκλου αυξάνουν τον υπερπληθυσμό και γίνονται ένας από τους πιο δραστικούς παράγοντες αναπαραγωγής του» (οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Ας συνοψίσουμε μέχρι εδώ: Αν ο πραγματικός μισθός είναι δεδομένος ιστορικά για μια μακροχρόνια περίοδο (εξωτερικός καθορισμός ως ιστορική συμπύκνωση της ταξικής πάλης), η αξιακή του αποτίμηση, δηλαδή η αξία της εργασιακής δύναμης που αντιστοιχεί σε αυτόν, είναι δεδομένη για μια μάλλον μεσο-μακροχρόνια περίοδο, την περίοδο που αντιστοιχεί στη δημιουργία κάθε φορά μιας νέας τεχνικής βάσης μεταξύ των βιομηχανικών κύκλων. Υπό αυτή την έννοια η αξία της εργασιακής δύναμης αποτελεί τη ρυθμιστική τιμή που επιβάλλεται στις τυχαίες τιμές της εργασίας στην αγορά Οι τυχαίες τιμές της εργασίας στην αγορά (δηλαδή οι αποκλίσεις απ’ αυτήν την αξία) δεν είναι με την ακριβή έννοια του όρου τυχαίες αλλά ορίζονται κάθε φορά μεταξύ των βιομηχανικών κύκλων ως βραχυχρόνιες διακυμάνσεις οφειλόμενες στη δυναμική της ζήτησης και προσφοράς εργασίας, δυναμική που με τη σειρά της αντιστοιχεί ακριβώς στις περιόδους των βιομηχανικών κύκλων.

Πριν δούμε μέσα από την ανάλυση του Μαρξ αυτόν τον τελευταίο μας ισχυρισμό, θα προσθέσουμε και το εξής: Αν ο πραγματικός μισθός αποτελεί την ιστορική συμπύκνωση της ταξικής πάλης στο πεδίο ενός κοινωνικού σχηματισμού, η κάθε φορά αξία της εργασιακής δύναμης που αντιστοιχεί σε αυτόν αποτελεί έκφραση του ταξικού ανταγωνισμού στη μεσομακροχρόνια περίοδο, τουλάχιστον αν θεωρήσουμε την τεχνική και την εξέλιξή της (επομένως και την παραγωγικότητα της εργασίας) ως έκφραση της ταξικής πάλης του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία, με κύριο επίδικο ζήτημα το βαθμό εκμετάλλευσής της. με τα λόγια του Μαρξ (όπ.π.: 452): «Θα μπορούσε να γράψει κανείς μια ολόκληρη ιστορία εφευρέσεων από το 1830 και δω, που έγιναν απλώς σαν πολεμικά μέσα του κεφαλαίου ενάντια στις ανταρσίες των εργατών». Αντίστοιχα, έκφραση του ταξικού ανταγωνισμού στη (βραχυχρόνια) συγκυρία της ταξικής πάλης αποτελούν οι τιμές της εργασιακής δύναμης στην αγορά, τουλάχιστον αν θεωρήσουμε τις διακυμάνσεις του κύκλου, τις ανόδους και τις κρίσεις (που συνδέονται με αυτές τις τιμές της εργασιακής δύναμης) ως κυρίως αποτελέσματα του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, όπως αυτός υπερκαθορίζει στο πεδίο ενός ιστορικού κοινωνικού σχηματισμού τους «εσωτερικούς νόμους» της κεφαλαιακής συσσώρευσης (βλ. Μηλιός κ.ά 2005: 285 κ.ε.).

Ας δούμε, όμως, σημεία της σχετικής μαρξικής ανάλυσης για τη σχέση ζήτησης και προσφοράς εργασίας, περιόδων του βιομηχανικού κύκλου και τιμής της εργασιακής δύναμης.

Διαβάζουμε: «Μια αύξηση της τιμής της εργασίας που πηγάζει από τη συσσώρευση του κεφαλαίου προϋποθέτει ένα από τα παρακάτω δύο ενδεχόμενα: Είτε εξακολουθεί ν’ ανεβαίνει η τιμή της εργασίας, επειδή η αύξησή της δε διαταράσσει την πρόοδο της συσσώρευσης […]. Είτε, κι αυτό είναι το άλλο ενδεχόμενο, ατονεί η συσσώρευση επειδή στομώνεται το κεντρί του κέρδους. Η συσσώρευση μειώνεται. Αλλά μαζί με τη μείωσή της εξαφανίζεται και η αιτία της μείωσής της, και συγκεκριμένα η δυσαναλογία ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εκμεταλλεύσιμη εργατική δύναμη […]. Η τιμή της εργασίας ξαναπέφτει σ’ ένα επίπεδο που ανταποκρίνεται στις ανάγκες αξιοποίησης του κεφαλαίου», όποιο μπορεί να είναι αυτό κάθε φορά. «Και για να χρησιμοποιήσουμε μια μαθητική έκφραση: το μέγεθος της συσσώρευσης είναι η ανεξάρτητη μεταβλητή και το μέγεθος του μισθού η εξαρτημένη και όχι αντίστροφα». Με άλλα λόγια, η μείωση της απλήρωτης εργασίας –υπερεργασίας– που τρέφει το κεφάλαιο εκδηλώνεται με μια αντίδραση: «Κεφαλαιοποιείται ένα μικρότερο μέρος του εισοδήματος, η συσσώρευση χωλαίνει και η ανοδική κίνηση των μισθών δέχεται ένα αντιχτύπημα. Η άνοδος της τιμής της εργασίας κρατιέται λοιπόν μέσα σε όρια, που όχι μόνο αφήνουν άθικτη τη βάση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, μα εξασφαλίζουν και την αναπαραγωγή του σε αναπτυσσομένη [διαρκώς διευρυνόμενη] κλίμακα» (Μαρξ όπ.π.: 641-643).

Η αυξημένη ή μειωμένη συσσώρευση, όμως, αντιστοιχεί στις περιόδους του βιομηχανικού κύκλου και στη διαστολή και συστολή του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού. Γράφει ο Μαρξ (όπ.π.: 642, 660-663): «Σε χοντρές γραμμές, οι γενικές κινήσεις του μισθού της εργασίας ρυθμίζονται αποκλειστικά από τη διαστολή και συστολή του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού που αντιστοιχούν στην εναλλαγή των περιόδων του βιομηχανικού κύκλου». Επομένως, δεν πρόκειται περί κάποιου «δήθεν “φυσικού νόμου κίνησης του πληθυσμού”» κατά «το δόγμα της πολιτικής οικονομίας»:

> ? Αύξηση του μισθού πάνω από τα μέσα διαβίωσης =>αύξηση του πληθυσμού =αύξηση της προσφοράς εργασίας => πτώση του μισθού (εφόσον ο εργατικός πληθυσμός είναι υπεράριθμός εν σχέσει με το κεφάλαιο, δηλαδή τη ζήτηση εργασίας).

> ? Και πτώση του μισθού κάτω από το φυσικό όριο διαβίωσης=>μείωση του πληθυσμού=μείωση της προσφοράς εργασίας =>αύξηση του μισθού (εφόσον ο εργατικός πληθυσμός είναι ολιγάριθμος εν σχέσει μετο κεφάλαιο, δηλαδή τη ζήτηση εργασίας).

Αντίθετα, η ζήτηση και η προσφορά εργασίας ρυθμίζεται «με τη διαστολή και συστολή του κεφαλαίου, δηλαδή σύμφωνα με τις κάθε φορά ανάγκες αξιοποίησής του, έτσι που η αγορά εργασίας πότε να παρουσιάζεται σχετικά υποκορεσμένη, επειδή το κεφάλαιο διαστέλλεται, και πότε πάλι να παρουσιάζεται υπερκορεσμένη, επειδή συστέλλεται». Δεν έχουμε λοιπόν παρά έναν «σχετικό υπερπληθυσμό», ο οποίος αποτελεί «το φόντο που πάνω του κινείται ο νόμος της ζήτησης και της προσφοράς της εργασίας». Πρέπει, ωστόσο, να προσέξουμε το εξής: η ζήτηση συνδέεται άμεσα με την προσφορά εργασίας, καθώς «το κεφάλαιο ενεργεί ταυτόχρονα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Αν η συσσώρευσή του αυξάνει από τη μια μεριά τη ζήτηση εργασίας, από την άλλη αυξάνει την προσφορά εργατών με την “ελευθέρωσή” τους [βλ. σχετική μείωση του μεταβλητού μέρους του κεφαλαίου], ενώ ταυτόχρονα η πίεση των ανέργων εξαναγκάζει τους εργαζόμενους να κινητοποιούν περισσότερη εργασία, δηλαδή ως ένα βαθμό κάνει την προσφορά εργασίας ανεξάρτητη από την προσφορά εργατών» (όπ.π.: 663).

Συνεπώς: Η ζήτηση εργασίας και η προσφορά εργασίας είναι αποτέλεσμα της συσσώρευσης του κεφαλαίου, οι αυξομειώσεις τους (η συστολή και διαστολή του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού) αποτέλεσμα της αυξομείωσης της συσσώρευσης κεφαλαίου, όπου αυτές οι αυξομειώσεις αντιστοιχούν ακριβώς στις περιόδους των οικονομικών κύκλων. Η έτσι καθοριζόμενη τιμή της εργασιακής δύναμης στην αγορά (εξαρτημένη μεταβλητή, κατά τον Μαρξ) εξαρτάται, συνεπώς, από τη συσσώρευση του κεφαλαίου ενώ η συσσώρευση (η ανεξάρτητη εδώ, κατά τον Μαρξ, μεταβλητή) εξαρτάται με τη σειρά της από τον υπερκαθορισμό της ταξικής πάλης – στη (βραχυχρόνια) συγκυρία (=περίοδοι του βιομηχανικού κύκλου) και στο ιστορικό πεδίο ενός κοινωνικού σχηματισμού – επί των «εσωτερικών νόμων» της καπιταλιστικής διευρυμένης αναπαραγωγής.

6. Μισθοί και τιμές

Σύμφωνα με τον Μαρξ, η μεταβολή των (χρηματικών) μισθών αφήνει ανεπηρέαστες τις τιμές. Γράφει σχετικά στον 2ο τόμο του Κεφαλαίου: «Όταν έχουμε γενική αύξηση του μισθού εργασίας, ανεβαίνει η τιμή των παραγόμενων εμπορευμάτων στους κλάδους εκείνους της βιομηχανίας όπου επικρατεί το μεταβλητό κεφάλαιο, σε αντιστάθμισμα όμως πέφτει στους κλάδους εκείνους, όπου επικρατεί το σταθερό ή το πάγιο κεφάλαιο» (Μαρξ 1979: 341). [7]

Επομένως, οι μεταβολές στην τιμή της εργασιακής δύναμης στην αγορά, δηλαδή οι αποκλίσεις από τη ρυθμιστική τιμή (αξία της εργασιακής δύναμης για δεδομένη την παραγωγικότητα της εργασίας), προκαλούν βραχυχρόνιες διακυμάνσεις και στον πραγματικό μισθό (το πραγματικό μέγεθος που καθορίζει ιστορικά για δεδομένη την παραγωγικότητα της εργασίας την αξία της εργασιακής δύναμης), εφόσον για δεδομένη την αξία του χρήματος η χρηματική μεταβολή των μισθών (της τιμής της εργασιακής δύναμης στην αγορά) αφήνει αμετάβλητο το επίπεδο των τιμών. Οι βραχυχρόνιες αυτές διακυμάνσεις του πραγματικού μισθού (γύρω από το δεδομένο ιστορικοκοινωνικά μέγεθός του), ήτοι η αποτίμηση σε πραγματικούς όρους της τιμής της εργασιακής δύναμης στην αγορά (και σε αξιακούς της αξίας της εργασιακής δύναμης), έχουν προς τα κάτω ανελαστικότητα, εφόσον το «καλάθι» των εμπορευμάτων στο οποίο αντιστοιχεί ο πραγματικός μισθός είναι προς τα κάτω ανελαστικό ως πραγματικό μέγεθος.

7. Επίλογος

Κωδικοποιούμε τα βασικά μας συμπεράσματα: Η θεωρία των μισθών στον Μαρξ αποτελεί πρωτίστως μια θεωρία της εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης από το κεφάλαιο. Στο πλαίσιο αυτής της θεωρίας μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κατηγορίες μισθών, με διαφορετικές «χρονικότητες» και καθορισμούς.

Συγκεκριμένα:

Πραγματικός μισθός: εξωτερικός ως προς τη συγκυρία της ταξικής πάλης καθορισμός –ιστορικός καθορισμός ή ιστορική συμπύκνωση της ταξικής πάλης στο πεδίο ενός κοινωνικού σχηματισμού– σταθερός για μια μάλλον πολύ μακροχρόνια περίοδο. Διακυμαίνεται βραχυχρόνια (με προς τα κάτω ανελαστικότητα) γύρω από το δεδομένο ιστορικοκοινωνικά μέγεθός του ως αποτέλεσμα των μεταβολών της τιμής της εργασιακής δύναμης στην αγορά.Αξία της εργασιακής δύναμης: ρυθμιστική τιμή ως αξιακή μετάφραση του πραγματικού μισθού –δεδομένη για κάθε τεχνική βάση παραγωγής, άρα και παραγωγικότητα της εργασίας, όπως αυτή καθορίζεται από τη μέση περίοδο ή την περίοδο άνθησης του βιομηχανικού κύκλου– σταθερή επομένως για μια μάλλον μεσομακροχόνια περίοδο ως έκφραση του ταξικού ανταγωνισμού σε αυτήν. Η αξία της εργασιακής δύναμης καθορίζει ως «εναπομένον» αξιακό μέγεθος την υπεραξία. Για δεδομένη την παραγωγικότητα της εργασίας διακυμαίνεται βραχυχρόνια με τις βραχυχρόνιες διακυμάνσεις της τιμής της εργασιακής δύναμης στην αγορά (αξιακή έκφραση των τιμών της εργασιακής δύναμης στην αγορά).Τιμή της εργασιακής δύναμης στην αγορά: διακυμαίνεται γύρω από την αξία της εργασιακής δύναμης (τη ρυθμιστική τιμή) ή είναι η διακύμανση της αξίας της εργασιακής δύναμης γύρω από το καθοριζόμενο ως ρυθμιστική τιμή μέγεθός της, ανάλογα με τις περιόδους του βιομηχανικού κύκλου όπως αυτές καθορίζουν τη διαστολή και συστολή του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού – εξαρτημένη επομένως εκ της συσσώρευσης στη (βραχυχρόνια) συγκυρία της ταξικής πάλης. Σε πραγματικούς όρους η τιμή της εργασιακής δύναμης στην αγορά εκφράζει τις βραχυχρόνιες διακυμάνσεις του πραγματικού μισθού γύρω από το δεδομένο ιστορικοκοινωνικά μέγεθός του.Έχουμε συνεπώς ένα πλέγμα αλληλοκαθορισμών:

Ο ιστορικοκοινωνικά δεδομένος πραγματικός μισθός καθορίζει την αξία της εργασιακής δύναμης για δεδομένη την παραγωγικότητα της εργασίας και αυτή (η αξία) με τη σειρά της αποτελεί το κέντρο έλξης ή τη ρυθμιστική τιμή γύρω από την οποία διακυμαίνονται οι τιμές της εργασιακής δύναμης στην αγορά.Η τιμή της εργασιακής δύναμης στην αγορά, όπως καθορίζεται από τη συγκεκριμένη περίοδο του βιομηχανικού κύκλου (φάση της κεφαλαιακής συσσώρευσης) και τη συνακόλουθη συστολή ή διαστολή του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού σε πραγματικούς όρους, εκφράζει τις βραχυχρόνιες διακυμάνσεις του πραγματικού μισθού γύρω από το δεδομένο ιστορικοκοινωνικά μέγεθός του.

Το διάγραμμα που ακολουθεί αποτυπώνει ελλειπτικά το γενικό περίγραμμα της ανάγνωσής μας.


Βιβλιογραφικές αναφορές.

Μαρξ Κ. (1978α), Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Κ. (1979), Το Κεφάλαιο, τόμος 2ος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Κ. (1978β), Το Κεφάλαιο, τόμος 3ος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μηλιός Γ., Δημούλης Δ. και Οικονομάκης Γ. (2005), Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό: πλευρές μιας θεωρητικής και πολιτικής ρήξης, Αθήνα: Νήσος.

Robinson J. (1991), An Essay on Marxian Economics, Philadelphia: Orion Editions.


[1] Εκ του μηδενός, εφόσον, κατά τον Μαρξ, «ο εργάτης πληρώνεται αφού δώσει την εργασία του» (Μαρξ 1978α: 558», έτσι που «παντού ο εργάτης δανείζει στον κεφαλαιοκράτη την αξία χρήσης της εργατικής δύναμης? αφήνει τον αγοραστή να την καταναλώσει προτού εισπράξει την τιμή της, έτσι παντού ο εργάτης πιστώνει τον κεφαλαιοκράτη» (όπ.π.: 187).

[2] «Τα έξοδα αυτά μόρφωσης ποικίλλουν ανάλογα με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ειδίκευση της εργατικής δύναμης. Αυτά λοιπόν τα έξοδα μάθησης […] προστίθενται στο σύνολο των αξιών που ξοδεύονται για την παραγωγή της» (Μαρξ 1978α: 184).

[3] «[Η] διαφορά ανάμεσα στην ανταλλακτική αξία της εργατικής δύναμης και στη μάζα των μέσων συντήρησης, στα οποία μετατρέπεται αυτή η αξία, εμφανίζεται […] σαν διαφορά ανάμεσα στον ονομαστικό και τον πραγματικό μισθό […]. Το χρηματικό ποσό [η αξία του ίδιου του χρήματος υποτίθεται εδώ πάντα σταθερή] που παίρνει ο εργάτης για την ημερήσια, βδομαδιάτικη κλπ. εργασία του, αποτελεί το ποσό του ονομαστικού του μισθού ή του μισθού του, υπολογισμένου σε αξία» (Μαρξ 1978α: 560).

[4] Γράφει ο Μαρξ (1978β: 240) για την έννοια της προσφοράς και της ζήτησης εμπορευμάτων: «Η ζήτηση και η προσφορά διαρκώς αλληλοκαλύπτονται. Αυτό όμως το αποτέλεσμα προκύπτει μόνο σαν μέσος όρος της κίνησης που συντελέστηκε και μόνο σαν μόνιμη κίνηση της αντίφασής τους».

[5] Για τις ανάγκες της παρούσας ανάλυσης αρκούμαστε στη μαρξική θέση ότι με την πρόοδο της συσσώρευσης αυξάνεται η οργανική (αξιακή) σύνθεση του κεφαλαίου. Ο Μαρξ ωστόσο, στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου, «[υ]ποδεικνύει […] ότι μπορούν να υπάρξουν μορφές τεχνολογικής μεταβολής και αντίστοιχες αυξήσεις της παραγωγικότητας της εργασίας, οι οποίες μειώνουν την αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου» (Μηλιός κ.ά. 2005: 296).

[6] Για το αν είναι τελικά δεκάχρονος, μικρότερος ή μεγαλύτερος ο κύκλος υπάρχουν διαφορετικές αναπτύξεις από τον Μαρξ (1978α: 885, 1978β: 616).

[7] Η σχετική λογική πίσω από αυτή τη μαρξική θέση είναι η εξής: Η αύξηση των μισθών θα επιφέρει μείωση των κερδών. Η μείωση αυτή θα είναι μεγαλύτερη σε εκείνους του κλάδους όπου το κόστος εργασίας είναι σχετικά υψηλότερο. Επομένως, περιορίζεται σχετικά η προσφορά των κλάδων όπου επικρατεί το μεταβλητό κεφάλαιο, ενώ αντίθετα επεκτείνεται η προσφορά των κλάδων όπου επικρατεί το σταθερό ή το πάγιο κεφάλαιο. Αυτό θα έχει, για δεδομένη τη ζήτηση, ως αποτέλεσμα την άνοδο των τιμών στην πρώτη ομάδα κλάδων και την πτώση των τιμών στη δεύτερη, μέχρι που το ποσοστό του κέρδους εξισώνεται, αν και σε χαμηλότερο επίπεδο. Η αμοιβαία αλληλοαντιστάθμιση (άνοδος και πτώση των τιμών) θα αφήσει το γενικό επίπεδο ανεπηρέαστο (βλ. σχετικά Robinson 1991: 83-84.)