H επανάσταση των ριζοσπαστικών αναγκών Εκτύπωση
Τεύχος 107, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2009


Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ:

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΠΟΛΙΒΑΡΙΑΝΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΔΡΟΜΟ

του Michael A. Lebowitz 1

μετάφραση Κατερίνα Λαμπρινού

θεώρηση Γιάννης Μηλιός


Μόνο μια επανάσταση των ριζοσπαστικών αναγκών μπορεί να είναι ριζοσπαστική επανάσταση […] Το να είσαι ριζοσπαστικός σημαίνει να αδράχνεις τη ρίζα των πραγμάτων. Όμως όσον αφορά τον άνθρωπο, η ρίζα είναι ο ίδιος του ο εαυτός.

Καρλ Μαρξ


Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τον καπιταλισμό.2 Πίσω από τις εντεινόμενες επιθέσεις στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και τη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική υπάρχει η υποψία ότι κάτι πεθαίνει –κάτι περισσότερο από τις συγκεκριμένες μορφές καπιταλισμού, κάτι περισσότερο από την τρέχουσα νομή της εξουσίας και της κυριαρχίας (την οποία οι κυβερνήσεις υπηρετώντας τις τοπικές ελίτ, καπιταλιστές και ολιγαρχίες θα ήθελαν να τροποποιήσουν… ελαφρώς).

Υπάρχουν, βέβαια, συμπτώματα νοσηρότητας –η φαρισαϊκή επιθετικότητα του «μεγίστου έθνους» που βομβαρδίζει τη γη, τα δάκρυα των λιωμένων πάγων που αναβλύζουν από έναν φυσικό κόσμο απογυμνωμένο και λεηλατημένο από το κυνήγι του κέρδους, η σπουδή να εγκαταλειφθούν οι δεσμεύσεις απέναντι στους εργαζόμενους, καθώς και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, η κούρσα προς την απόλυτη βαρβαρότητα.

Μπορούμε να διακρίνουμε όμως και κάτι άλλο. Μια αμφισβήτηση προς το κεφάλαιο η οποία εκκινεί από τις ανθρώπινες ανάγκες. Μια διαβεβαίωση πως αυτό που πραγματικά έχει σημασία δεν είναι ότι ο εργάτης υπάρχει για να ικανοποιεί την ορμή του κεφαλαίου για μεγέθυνση, αλλά «η αντίθετη κατάσταση όπου ο πραγματικός πλούτος υπάρχει για να ικανοποιηθούν οι ίδιες οι ανάγκες των εργατών για ανάπτυξη».3 Η ανθρώπινη ανάπτυξη, η αύξηση των ανθρώπινων ικανοτήτων, η επέκταση των ανθρώπινων δεξιοτήτων∙ σήμερα αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του ένα εναλλακτικό «πρέπει» απέναντι σε αυτό του κεφαλαίου, το «πρέπει» ενός καλύτερου κόσμου. Η μαρξική έννοια του «πλούσιου ανθρώπινου όντος», «η πλούσια ατομικότητα ολόπλευρη τόσο στην παραγωγή της όσο και στην κατανάλωσή της», έχει αρχίσει να αναδύεται από τις σκιές στις οποίες είχε εκτοπιστεί τον 20ό αιώνα.4

Η πονηριά της ιστορίας: μια ιστορία απ’ τη Βενεζουέλα

Χαρακτηριστικό των εκπλήξεων, της πολυκύμαντης και απατηλής πορείας που πάντα ακολουθεί η ιστορία είναι και ότι το φάντασμα αυτό εμφανίστηκε στην πλέον απρόβλεπτη μεριά του κόσμου –τη Βενεζουέλα.5 Όχι ότι το τεράστιο κενό ανάμεσα στον προκλητικό πλούτο και τον καταναλωτισμό μιας αρπακτικής μειοψηφίας απ’ τη μια και τη συντριπτική φτώχια της μεγάλης πλειονότητας απ’ την άλλη καθιστά τη Βενεζουέλα μη πρόσφορο έδαφος για να διατυπωθεί το «όχι» στο status quo. Ωστόσο, ένα πραγματικό (παρά ρητορικό) «ναι» στη νέα λογική της ανθρώπινης ανάπτυξης απαιτεί κάτι περισσότερο από μια κραυγή διαμαρτυρίας∙ απαιτεί ένα όραμα, τα μέσα για την ικανοποίηση των αναγκών καθώς και εξουσία. Όλα αυτά και άλλα ακόμα είναι απαραίτητα για τον τόπο όπου θα μπορεί να οικοδομηθεί «ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα».

Είναι δυνατόν να προσδοκούμε κάτι τέτοιο από μια χώρα όπου τα κοιτάσματα πετρελαίου δεν έχουν κάνει πλούσια μόνο μια μειοψηφία, αλλά έχουν συμβάλει στην πραγματική εξαφάνιση της βιομηχανίας και του αγροτικού τομέα (και κατά συνέπεια της βιομηχανικής εργατικής τάξης και της αγροτιάς, τον περιούσιο λαό του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα); Πού αλλού η υψηλή τιμή του συναλλάγματος, ως συνέπεια των εξαγωγών πετρελαίου, σε συνδυασμό με την αναδιάρθρωση των διεθνικών επιχειρήσεων συνέθλιψαν τις εξαγωγές προϊόντων (πλην του πετρελαίου) και κατέπνιξαν την εγχώρια παραγωγή προωθώντας τις φτηνές εισαγωγές; Πού αλλού η άτακτη φυγή των αγροτών προς τις πόλεις –που ενισχύθηκε από τη μονοπώληση της γης, την ανεπαρκή εσωτερική υποδομή και τα υψηλότερα αστικά εισοδήματα– δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για μια εργατική τάξη σε ποσοστό άνω του 50% στον άτυπο τομέα; Μια πετρελαϊκή οικονομία στην οποία μεγάλη μερίδα του πληθυσμού στον τυπικό και άτυπο τομέα πουλά αγαθά που έχουν παραχθεί εκτός της χώρας. Μια πετρελαϊκή οικονομία όπου τμήματα της χώρας βρίσκονται στο επίπεδο των προηγούμενων αιώνων –έλλειψη ηλεκτρισμού, τρεχούμενου νερού, δρόμων– και η φτώχια υπολογίζεται στο 80 τοις εκατό. Σοσιαλισμός για τον 21ο αιώνα στη Βενεζουέλα;

Ο πετρελαϊκός πλούτος δεν έχει μόνο παραμορφώσει τη βενεζουελέζικη οικονομία. Στο βαθμό που το κράτος ήταν ικανό να αποσπά διεθνές εισόδημα με τη μορφή των πετρελαϊκών προσόδων, βρισκόταν πέρα και πάνω από την κοινωνία της Βενεζουέλας παρά σε επαφή μαζί της. Ως αποδέκτης προσόδων (και πηγή τους για τον υποκείμενο πληθυσμό), το ίδιο το κράτος μετατράπηκε στο απόλυτο αντικείμενο του πόθου. Η εγχώρια παραγωγή αξίας υπαγόταν στη δέσμευση της προσόδου: «Στη Βενεζουέλα η ταξική πάλη επικεντρωνόταν στο κράτος, με πρωταρχικό στόχο όχι την ιδιοποίηση της εγχωρίως παραγόμενης υπεραξίας αλλά των κρατικά διαμεσολαβημένων πετρελαϊκών προσόδων».6 Μια παρασιτική καπιταλιστική τάξη και μια γενικευμένη κουλτούρα πελατειακών σχέσεων και διαφθοράς είναι τα φυσικά βλαστάρια τού υπέρ πάντων κυνηγιού των πετρελαϊκών προσόδων.

Εδώ υπήρχε μια κουλτούρα, όπως λέγεται, σύμφωνα με την οποία προσφέρονταν βραβεία σε όσους μπορούσαν να κλέψουν τα περισσότερα από το κράτος, όπου το ρεφρέν ήταν «βάλε με εκεί που είναι τα λεφτά». Από τη στιγμή που τα λεφτά ήταν στο κράτος, ο έλεγχός του –ένα θέμα εξαιρετικά σημαντικό για να αφεθεί στα χέρια των μαζών– ήταν κομβικής σημασίας∙ για τον σκοπό αυτό, τα «δημοκρατικά» κόμματα έκοψαν και έραψαν στα μέτρα τους μια σύμβαση για να διασφαλίσουν ότι η κρατική εξουσία, οι θέσεις και τα χρήματα θα παρέμεναν σε σίγουρα χέρια (τα δικά τους). Και η εξαθλιωμένη πλειονότητα, ο «δήμος»; Κάποιο μάννα θα ερχόταν εξ ουρανού∙ παραμελημένος όπως πάντα.

«Κάθε λεπτό εκατοντάδες παιδιά γεννιόνται στη Βενεζουέλα με επισφαλή υγεία λόγω έλλειψης τροφής και φαρμάκων, ενώ από τη δημόσια υγεία ληστεύονται εκατομμύρια, και στο τέλος αυτό που μένει για τη χώρα είναι μια άδεια φούσκα», έγραψε ο Ούγο Τσάβες Φρίας το 1993. Ο Τσάβες, ένας στρατιωτικός φυλακισμένος ως ηγέτης της επανάστασης του 1992 ενάντια στο καθεστώς του «πολιτικού ψεύδους» που είχε υποδουλώσει τη Βενεζουέλα και τον λαό της «στο όνομα της δημοκρατίας», διακήρυξε ότι «δεν υπάρχει λόγος να έχει κανείς εμπιστοσύνη σε μια πολιτική τάξη που απέδειξε στην κοινωνία πως δεν διακατέχεται από καμιά επιθυμία να θεσμοθετήσει αλλαγές».7

Μια κατεστραμμένη οικονομία με παρασιτικούς κεφαλαιοκράτες, μια κουλτούρα διαφθοράς και πελατειακών σχέσεων, μια επίπλαστη δημοκρατία (εγκεκριμένη φυσικά από τους ιμπεριαλιστικούς κολοσσούς του βορρά) –ένας τόσο μαύρος ουρανός για να καθαρίσει χρειάζεται μια γερή μπόρα. Μια τέτοια μπόρα χρειάζεται η Βενεζουέλα. Περισσότερες από μία. Μια οικονομική, πολιτική και πολιτισμική επανάσταση.

Ο νεοφιλελευθερισμός πηγή δυστυχίας

Αν και έγινε μεγάλη κουβέντα τη δεκαετία του 1970 για «το πετρέλαιο ως σπόρο προόδου» (π.χ. τη χρήση των υψηλών κρατικών εισοδημάτων κατά την περίοδο που οι τιμές του πετρελαίου ήταν υψηλές ώστε να μεταμορφωθεί η Βενεζουέλα σε μια σύγχρονη βιομηχανική οικονομία), οι υψηλές κρατικές δαπάνες και τα πλάνα είχαν μικρό αποτέλεσμα. Η Βενεζουέλα μάλλον παρέμεινε εξαγωγέας πετρελαίου και τίποτε άλλο. Έτσι, όταν οι τιμές του πετρελαίου στη δεκαετία του 1980 σημείωσαν κατακόρυφη πτώση (χωρίς αντιστοίχως να περιοριστούν οι εισαγωγές λόγω της υψηλής κατανάλωσης και οι υψηλές κρατικές δαπάνες που είχαν οικοδομηθεί πάνω στα υψηλά έσοδα από το πετρέλαιο), η Βενεζουέλα βρέθηκε με δυσθεώρητα ελλείμματα και στο εμπόριο και στους προϋπολογισμούς. Τα διεθνή αποθέματά της εξαντλήθηκαν, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας υπέκυψε στις απαιτήσεις του διεθνούς κεφαλαίου και εισήγαγε την πολιτική του νεοφιλελευθερισμού.

Είναι πασίγνωστο ότι οι μάζες της Βενεζουέλας απάντησαν το 1989 με ένα ηχηρό «όχι» στις αυξήσεις τιμών που αποτελούσαν την πρώτη δόση στο νεοφιλελεύθερο πακέτο. Όπως συμβαίνει συχνά, όμως, αυτή η αυθόρμητη έκρηξη, το Caracazo, ενώ ήταν έμπλεο φασαρίας και οργής, τελικά δεν σηματοδότησε και τόσα πολλά. Ο νεοφιλελευθερισμός προχώρησε στη δεκαετία του 1990 με ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και περικοπών, και η εθνικοποιημένη εταιρεία πετρελαίου PDVSA κατάφερε ως διά μαγείας να προκαλέσει την εξαφάνιση των κρατικών πετρελαϊκών εσόδων (μέσω των υπερτιμολογήσεων-υποτιμολογήσεων) ενώ καλωσόριζε τις διεθνικές πετρελαϊκές εταιρείες στα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Βενεζουέλας.

Πράγματι το μόνο διαρκές αποτέλεσμα του Caracazo ήταν η στρατιωτική εξέγερση του 1992 που προκάλεσε η ωμή καταστολή. Όχι επειδή η ίδια η επανάσταση πέτυχε, αλλά επειδή ο αρχηγός της, ο Ούγο Τσάβες εμφανίστηκε ως ο δημοφιλής ήρωας που απέρριπτε τον νεοφιλελευθερισμό και εγγυόταν αληθινή δημοκρατία για τη Βενεζουέλα, πολύ πέρα από την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αντί να κοιμίσει το βενεζουαλέζικο λαό προκειμένου να τον υποδουλώσει καθιστώντας την ψήφο την αρχή και το τέλος της δημοκρατίας, ο Τσάβες έγραψε το 1993 ότι «ο κυρίαρχος λαός πρέπει να μεταμορφωθεί στο αντικείμενο και το υποκείμενο της εξουσίας. Η επιλογή αυτή δεν είναι προς διαπραγμάτευση για τους επαναστάτες».8

Εγκαινιάζοντας τη μάχη για τη δημοκρατία

Ο Τσάβες εκλέχτηκε πρόεδρος το 1998 και αμέσως συγκάλεσε συντακτική συνέλευση για να ξαναγράψει το σύνταγμα της Βενεζουέλας. Ως το 2000, η Βενεζουέλα είχε καινούριο όνομα (Μπολιβαριανή Δημοκρατία της Βενεζουέλας), νέο σύνταγμα (το μπολιβαριανό σύνταγμα) και μια νέα Εθνική Συνέλευση και πρόεδρο εκλεγμένο με βάση το σύνταγμα.

Εδώ υπήρξε ένα σύνταγμα που επιστρέφει ξανά και ξανά στο θέμα της ανθρώπινης ανάπτυξης ως τον στόχο που τονίζει τη σημασία της αξιοπρέπειας και της αλληλεγγύης για την πραγματοποίηση της ανθρώπινης δυναμικής και ενσαρκώνει την έννοια της ανθρώπινης οικογένειας –μιας οικογένειας που οι σχέσεις της βασίζονται στην «ισότητα δικαιωμάτων και καθηκόντων, αλληλεγγύης, κοινωνικής υπευθυνότητας και ανθρωπιστικής σύμπραξης και δεσμεύουν ηθικά τα φυσικά πρόσωπα βάσει των ικανοτήτων τους».

Εδώ επίσης υπήρξε το όραμα των νέων μπολιβαριανών υποκειμένων που παράγουν τον εαυτό τους –στην πολιτική σφαίρα («η συμμετοχή των ανθρώπων στη διαμόρφωση, τη διεξαγωγή και τον έλεγχο της διαχείρισης των δημοσίων υποθέσεων είναι ο αναγκαίος δρόμος ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης ανάπτυξη, τόσο η ατομική όσο και η συλλογική») καθώς και στην οικονομική («αυτοδιαχείρηση, συνδιαχείριση, συνεργασίες κάθε μορφής –συμπεριλαμβανομένων και αυτών στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, κεφάλαια αποταμίευσης, κοινοτικές εταιρείες και άλλες μορφές συνεργασίας, με πυξίδα τις αξίες της αμοιβαίας συνεργασίας και της αλληλεγγύης»). Πρόκειται για ένα σύνταγμα που απαιτεί μια «δημοκρατική συμμετοχική και πρωταγωνιστική» κοινωνία, ένα σύνταγμα η προκείμενη του οποίου είναι ότι η πλήρης ανάπτυξη των ανθρωπίνων όντων βασίζεται στην «ενεργή, συνειδητή και από κοινού συμμετοχή στις διαδικασίες του κοινωνικού μετασχηματισμού που ενσαρκώνονται στις αξίες οι οποίες αποτελούν μέρος της εθνικής ταυτότητας».

Δεν πρόκειται ούτε για τη γλώσσα ούτε για τη λογική του κεφαλαίου. Το σύνταγμα διαπερνά το νήμα της λογικής των ανθρωπίνων αναγκών, της ανθρώπινης δραστηριότητας και ανάπτυξης. Είναι λοιπόν ένα αντικαπιταλιστικό σύνταγμα; Ένα σύνταγμα για τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα;

Όχι ακριβώς. Ενώ το μπολιβαριανό σύνταγμα δεν λέει τίποτα για τον καπιταλισμό ως τέτοιο, εμπερικλείει μέσα του τα σημαντικότερα στοιχεία που στηρίζουν τον καπιταλισμό: εγγυάται το δικαίωμα στην ιδιοκτησία (άρθρο 115), αναγνωρίζει στην ιδιωτική πρωτοβουλία ότι παίζει ρόλο στην ανάπτυξη και την απασχόληση (άρθρο 299), ζητά από το κράτος να προωθήσει την ιδιωτική πρωτοβουλία (άρθρο 112), επιβάλλει την απαίτηση για έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό (σε πολυετή βάση), και προωθεί την αυτονομία της Κεντρικής Τράπεζας της Βενεζουέλας στη διαμόρφωση και την υιοθέτηση νομισματικών πολιτικών (άρθρα 311 και 318).

Έτσι, είναι ένα σύνταγμα που στηρίζει τον καπιταλισμό (και στην πραγματικότητα και στοιχεία της νεοφιλελεύθερης «Συμφωνίας της Ουάσινγκτον») και, από την άλλη πλευρά εμπεριέχει ένα ανατρεπτικό στοιχείο (την επικέντρωση στην ανθρώπινη ανάπτυξη και σε μια «δημοκρατική, συμμετοχική και πρωταγωνιστική κοινωνία») στην οποία οι άνθρωποι «είναι τα αντικείμενα και τα υποκείμενα της εξουσίας». Θα έπρεπε, όμως, να μας εκπλήσσει η συνύπαρξη δύο φαινομενικά ασύμβατων τάσεων στο κείμενο αυτό;

Αντιθέτως, θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε ότι το μπολιβαριανό σύνταγμα αντικατόπτριζε φωτογραφικά την ισορροπία δυνάμεων της περιόδου. Από αυτή την άποψη, θα μπορούσε να περιέχει αντιφατικά και ασύμβατα στοιχεία: υποστήριξη της λογικής του κεφαλαίου από τη μια πλευρά και ανατρεπτική εστίαση στην ανθρώπινη ανάπτυξη και την επαναστατική πρακτική από την άλλη. Αν και αυτός ο συγκεκριμένος συνδυασμός ήταν συνεπής με την αρχική πεποίθηση του Τσάβες ότι ένας τρίτος δρόμος ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό ήταν εφικτός. Το ύστατο ερώτημα ήταν –και παραμένει– το ποια στοιχεία θα μπορούσαν να επικρατήσουν.

Κατευθύνοντας την οικονομία

Αν δούμε την αρχική κατεύθυνση που πήρε η οικονομία, όπως αυτή εκτέθηκε στο Εθνικό Αναπτυξιακό Σχέδιο για τα έτη 2001-2007, η κυρίαρχη τάση ήταν ξεκάθαρη. Η Βενεζουέλα έπρεπε να διαφοροποιήσει την οικονομία της∙ είχε ανάγκη να επιτύχει μια οικονομική ισορροπία, πηγαίνοντας πέρα από την υπερβολική στήριξη στο πετρέλαιο και προωθώντας την ανάπτυξη τομέων όπως η γεωργία και η βιομηχανία για την εξυπηρέτηση τόσο των τοπικών όσο και των διεθνών αγορών. Επιπλέον το Σχέδιο υποδείκνυε ότι αυτό μπορούσε να επιτευχθεί με τη στήριξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των αντίστοιχων επενδύσεων, με την παρουσία του κράτους στις στρατηγικές βιομηχανίες. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί η ανάπτυξη της «κοινωνικής οικονομίας», ένας «εναλλακτικός και συμπληρωματικός δρόμος» στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, που συνίσταται στην οικογένεια, τον συνεταιρισμό και τις αυτοδιαχειριζόμενες μικροεπιχειρήσεις.

Η έννοια της οικονομίας εδώ διέφερε σαφώς από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο. Το Σχέδιο απέρριπτε τη νεοφιλελεύθερη λατρεία για την αγορά, την ιδιωτικοποίηση του πετρελαίου και άλλων κρατικών επιχειρήσεων, και ήταν αποφασισμένο να χρησιμοποιήσει ενεργά το κράτος. Όμως δεν απέρριπτε τον καπιταλισμό.

Πράγματι, μια αξιοσημείωτη πλευρά ήταν το πόσο περιορισμένος ήταν ο ρόλος που προβλεπόταν για την αυτοδιαχείριση και τις συνεργατικές δραστηριότητες με τις οποίες θα επιτυγχανόταν η «πλήρης» ανάπτυξη των ανθρώπων «τόσο η ατομική όσο και η συλλογική». Οι μονάδες της κοινωνικής οικονομίας που προβλέπονταν ήταν μικρές, και θα τις ενθάρρυνε ο εκδημοκρατισμός του κεφαλαίου, η εκπαίδευση και η μικροχρηματοδότηση από θεσμούς όπως η Γυναικεία Τράπεζα για την Ανάπτυξη. Περιορίζοντας τους κανονισμούς και τα φορολογικά βάρη (η συνήθης νεοφιλελεύθερη λύση) και παρέχοντας εκπαίδευση, ο άτυπος τομέας θα μπορούσε να ενσωματωθεί στην κοινωνική οικονομία∙ ήταν αναγκαίο, σύμφωνα με το σχέδιο, «να μεταμορφωθούν οι άτυποι εργάτες σε μικρούς επιχειρηματίες». Στόχος του κράτους θεωρούνταν «η δημιουργία μιας διευθυντικής τάξης».

Ωστόσο, η κοινωνική οικονομία δεν ήταν ο πυρήνας του Σχεδίου. Πραγματικός στόχος της πρότασης για τον μετασχηματισμό της οικονομίας ήταν η ενίσχυση του ιδιωτικού κεφαλαίου, τόσο του εγχώριου όσο και του ξένου. Το κράτος χρειαζόταν να δημιουργήσει πιο ευνοϊκές συνθήκες για επένδυση: οικοδομώντας την οικονομική σταθερότητα, ενισχύοντας τη δημιουργία παραγωγικών αλυσίδων για την κατεργασία των φυσικών πόρων, εγκαθιδρύοντας ζώνες ελεύθερου εμπορίου, προωθώντας το χρηματιστήριο για «τον σταδιακό εκδημοκρατισμό του επιχειρηματικού καπιταλισμού», σταθεροποιώντας την ισοτιμία συναλλάγματος και γενικά αναπτύσσοντας «μια ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης για τις ξένες επενδύσεις στη χώρα».

Επρόκειτο για μια εναλλακτική πρόταση στον νεοφιλελευθερισμό –σίγουρα όμως όχι για μια αντικαπιταλιστική εναλλακτική. Αυτό είναι αρκετά ξεκάθαρο από τη θεωρητική σύλληψη που ενέπνευσε αυτήν την εναλλακτική στρατηγική: ένα συλλογικό έργο των λατινοαμερικάνων οικονομολόγων, Ανάπτυξη από τα μέσα: προς μια νεοδομιστική προσέγγιση για την Λατινική Αμερική, σε επιμέλεια του Οσβάλντο Σούνκελ. Ο νεοδομισμός, όπως εξήγησε ο Σούνκελ, «αναδύθηκε ως εναλλακτική θεωρητική προσέγγιση στα ορθόδοξα νεοσυντηρητικά προγράμματα οικονομικής προσαρμογής», προσδιορίζοντας τις πρωταρχικές πηγές της λατινοαμερικάνικης υπανάπτυξης ως «ενδογενείς δομικούς παράγοντες».9 Επειδή ακριβώς αυτά τα προβλήματα είχαν βαθιές ρίζες, πηγαίνοντας πέρα από λύσεις που περιορίζονταν σε οριακές προσαρμογές, το κράτος χρειαζόταν να παίξει έναν ενεργό και δυναμικό ρόλο.

Αυτό όμως δεν θα γινόταν κοιτάζοντας προς τα μέσα, «αντικαθιστώντας προηγμένως εισαγόμενα αγαθά με αντίστοιχα εγχωρίως παραγόμενα» (όπως τόνιζαν οι πρώην δομιστές). Εν πρώτοις, η στρατηγική αυτή είχε «αποτύχει να γεννήσει μια σύγχρονη και ανταγωνιστική επιχειρηματική τάξη».10 Μάλλον ο προσανατολισμός του κράτους σύμφωνα με τον νέο δομισμό θα δημιουργήσει τη βάση για την ανάπτυξη από τα μέσα επιστρατεύοντας εσωτερικούς πόρους και απαλείφοντας εμπόδια σε έναν αποτελεσματικό συνδυασμό. Στη στρατηγική αυτή για «ενδογενή ανάπτυξη», το δραστήριο κράτος θα αναλάμβανε την πλευρά της προσφοράς – όχι σε ρόλο επιχειρηματία, αλλά διευκολύνοντας την όλη διαδικασία, διορθώνοντας τις αποτυχίες της αγοράς και ενισχύοντας την ανάπτυξη της τεχνολογίας, την παραγωγική μεγέθυνση και τη συσσώρευση.

Στο σημείο αυτό η βιομηχανική στρατηγική που πρότεινε ο Σούνκελ ξεκινά «εγκαθιδρύοντας τις βιομηχανίες που θεωρούνται οι βασικοί πυλώνες για να δημιουργηθεί αυτό που θα αποκαλούσαμε σήμερα ένας βασικός ενδογενής πυρήνας για την εκβιομηχάνιση, τη συσσώρευση, τη γένεση και τη διάχυση της τεχνικής προόδου και την αύξηση της παραγωγικότητας».11 Ο στόχος θα είναι η απόκτηση «δυναμικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων» που θα επέτρεπαν στους εθνικούς τομείς όχι μόνο να υπηρετήσουν την τοπική αγορά αλλά να επιδιώξουν «νέες μορφές διείσδυσης σε ένα δύσκολο αλλά όχι απαγορευτικό διεθνές πλαίσιο».

Βεβαίως, επρόκειτο για την απόρριψη του νεοφιλελευθερισμού. Ωστόσο, ενώ ο Σούνκελ και οι συνεργάτες του δυσκολεύονταν να τονίσουν τη συνέχεια με το αρχικό δομιστικό επιχείρημα, ένα συγκεκριμένο παράδειγμα υπέβοσκε σε μεγάλο βαθμό στην προσέγγισή τους − η εξισορρόπηση από το κράτος μιας αναπτυξιακής στρατηγικής και της αγοράς, όπως στην εμπειρία της Ανατολικής Ασίας. Οι νεοδομιστές στράφηκαν στη χρησιμοποίηση του κράτους στην Ιαπωνία και τη Νότιο Κορέα για την αφομοίωση της τεχνολογίας και τον συντονισμό της λήψης αποφάσεων, για τη δημιουργία, στην πραγματικότητα, «ενός ενδογενούς μηχανισμού συσσώρευσης και παραγωγής τεχνικής προόδου», ως την εναλλακτική λύση για τη Λατινική Αμερική. Το βιβλίο τελείωνε σημειώνοντας πως η ισορροπία κράτους και αγοράς που πρότεινε ο λατινοαμερικάνικος νεοδομισμός μπορεί κανονικά να περιγραφεί ως μια «στρατηγική ελεύθερης αγοράς με κυβερνητική συνδρομή».12

Δύσκολα θα υπερεκτιμούσαμε τη σημασία του βιβλίου του Σούνκελ στον προσανατολισμό της νέας βενεζουαλέζικης κυβέρνησης. Η συνεχής εστίαση στην «ενδογενή ανάπτυξη» στη Βενεζουέλα εδράζεται σε αυτό: Ο Τσάβες διάβασε το βιβλίο ενώ ήταν στη φυλακή και στη συνέχεια ζήτησε να διαβάζεται στο σχολεία, τα υπουργεία και τις επιχειρήσεις –ακριβώς εξαιτίας του ριζοσπαστικού σχίσματος που εισάγει με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο. Η από τα μέσα ανάπτυξη, τόνιζε, χτίζει πάνω στην από τα μέσα δυναμική.

Ωστόσο, ενώ τα παραδείγματα ενδογενούς ανάπτυξης της Ανατολικής Ασίας στηρίζονται στις ισχυρές καπιταλιστικές κοινοπραξίες επιχειρήσεων (keiretsu, caebols κλπ.) με τις οποίες το κράτος θα μπορούσε να διαπλέκεται, η Βενεζουέλα διέθετε μια παρασιτική κεφαλαιοκρατική τάξη που επιζητούσε πετρελαϊκές προσόδους. Η δυναμική για ενδογενή ανάπτυξη και τα δυνάμει επιστρατεύσιμα στοιχεία (αυτά που πρέπει να επιστρατευθούν) ήταν σαφώς διαφορετικά.

Δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για αλλαγή

Η Μπολιβαριανή Δημοκρατία της Βενεζουέλας απέκτησε νέο σύνταγμα το 1999, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η πραγματικότητα άλλαξε. Εξακολουθούσε να υπάρχει απέραντη φτώχια, ανεργία και λανθάνουσα ανεργία στον άτυπο τομέα (μεγάλο μέρος του συνιστά τον εφεδρικό στρατό εργασίας) και το συσσωρευμένο κοινωνικό χρέος. Τώρα πια, οι μάζες των εκμεταλλευμένων και των αποκλεισμένων είχαν ελπίδες και προσδοκίες από το σύνταγμα που υποσχέθηκε αξιοπρέπεια, κοινωνική δικαιοσύνη και μια πρωταγωνιστική δημοκρατία στην οποία οι μάζες θα είναι το υποκείμενο της εξουσίας.

Όμως προϋπόθεση για την εκπλήρωση αυτών των προσδοκιών ήταν να ψηφιστούν οι νόμοι που ενσωματώνουν τους συνταγματικούς στόχους και να γίνουν διαθέσιμα τα χρήματα για τα σχετικά (οικονομικά και κοινωνικά) προγράμματα. Η κυβέρνηση είχε ξεκινήσει να κάνει κάποιες αλλαγές, εγκαθιδρύοντας θεσμούς όπως η Αναπτυξιακή Τράπεζα Γυναικών που επιδοτούσε την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας, επιστρατεύοντας τον στρατό (μέσω του Σχεδίου Μπολιβάρ) για την παροχή κοινωνικών προγραμμάτων και για την υποστήριξη των φτωχών, και διοχετεύοντας πόρους στην εκπαίδευση προκειμένου να αυξηθεί ο αριθμός των παιδιών στα σχολεία. Οι διαθέσιμοι πόροι ωστόσο ήταν περιορισμένοι παρόλο τον πετρελαϊκό πλούτο της Βενεζουέλας.

Εν πρώτοις, οι τιμές του πετρελαίου κατρακύλησαν σαν αποτέλεσμα, σε μεγάλο βαθμό, του ότι αψηφήσθηκαν τα ποσοστιαία μερίδια που είχε ορίσει ο ΟΠΕΚ στη Βενεζουέλα (διαδικασία στην οποία η PDVSA, η εθνικοποιημένη πετρελαϊκή εταιρεία της Βενεζουέλας είχε τα ηνία). Επιπλέον η PDVSA όρισε ότι τα πετρελαϊκά έσοδα ανήκαν σε αυτήν και όχι στο κράτος που θα τα σπαταλούσε, και πέτυχε να αποθησαυρίσει τα έσοδά της, στα οποία κανείς άλλος δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση. Έτσι, η κυβέρνηση Τσάβες αναμετρήθηκε αμέσως με το «κράτος», τόσο στη βάση της ανάγκης να ενισχυθεί ο ΟΠΕΚ (που ήταν αντίθετος στη διαχειριστική πολιτική αύξησης του όγκου της παραγωγής εκ μέρους της PDVSA και στη Διεθνή Ενεργειακή Εταιρεία «Internatinal Energy Agency», την οργάνωση των πετρελαιο-καταναλωτικών χωρών), όσο και της ανάγκης να μεταβληθεί η σχέση ανάμεσα στο κράτος και την PDVSA όσον αφορά τα έσοδα από το πετρέλαιο.

Η πρώτη από της μάχες αυτές κερδήθηκε σχετικά εύκολα: με επίσημες περιοδείες στις χώρες του ΟΠΕΚ, ο Τσάβες ηγήθηκε της ενδυνάμωσης του ΟΠΕΚ και κατά συνέπεια των πετρελαϊκών τιμών. Αυτό το τελευταίο όμως απαιτούσε νέους νόμους (και τη διευθέτηση μακροπρόθεσμων συμφωνιών με τις ξένες πετρελαϊκές εταιρείες). Ένας νέος νόμος που επανέφερε τα κρατικά δικαιώματα εκμετάλλευσης στο πετρέλαιο, ο φόρος υδρογονάνθρακα, θα μετατρεπόταν σε έναν από τους 49 αμφισβητούμενους νόμους που εξήγγειλε ο Τσάβες τον Νοέμβριο του 2001. Αν και ο νόμος αυτός αφορούσε αποκλειστικά τη νέα πετρελαϊκή παραγωγή, έδειχνε ξεκάθαρα τη νέα κατεύθυνση της κυβέρνησης.

Τον Νοέμβριο του 2000, με εμφανείς τις δυσκολίες να περάσει τη νομοθεσία από την Εθνική Συνέλευση, ο Τσάβες είχε την έγκριση (που είχε δοθεί και στους προηγούμενους προέδρους) να εφαρμόσει νόμους που τον καθιστούσαν πληρεξούσιο σε συγκεκριμένους τομείς για έναν χρόνο. Έτσι, τον Νοέμβριο του 2001, εξαγγέλθηκαν οι 49 νόμοι –συμπεριλαμβανομένων των νόμων για τους συνεταιρισμούς, τη μικροχρηματοδότηση, την αγροτική μεταρρύθμιση, την αλιεία και το πετρέλαιο. Και η αντιπολίτευση –καθοδηγούμενη από το κεφάλαιο– κλιμάκωσε αμέσως τις επιθέσεις στην κυβέρνηση.

Τι απέρριπτε όμως το κεφάλαιο συγκεκριμένα; Ένας προς έναν οι νόμοι δεν ήταν προφανώς σοσιαλιστικά μέτρα που αντιτίθονταν στις προσπάθειες για τη μεταρρύθμιση του βενεζουαλέζικου καπιταλισμού. Τα μέτρα για την επιδότηση των συνεταιρισμών, η πρόνοια για τη μικροχρηματοδότηση και η απόκτηση μεγαλύτερων εσόδων από το πετρέλαιο προς όφελος του κράτους δεν συνιστούν επιθέσεις στον καπιταλισμό. Ακόμα και ο νόμος απαλλοτρίωσης ανεκμετάλλευτης γης από τα λατιφούντια με στόχο να διανεμηθεί στους αγρότες, δεν συνιστούσε απόρριψη αυτού καθεαυτού του καπιταλισμού (σε αντιπαράθεση με τη «φεουδαρχία»).

Ο καπιταλισμός στη Βενεζουέλα θα μπορούσε να έχει απορροφήσει αυτές τις μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ήταν δυνατό να έχουν επιφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα σε μια ασταθή κοινωνία. Το όλον όμως είναι μεγαλύτερο από το σύνολο των μερών του. Ως πακέτο, οι νέοι αυτοί νόμοι –προσανατολισμένοι να ανταποκριθούν στις ανθρώπινες ανάγκες και ενταγμένοι σε αυτή τη νέα ιδεολογία– συνιστούσε μια επίθεση στο κεφάλαιο ως τέτοιο. Και το κεφάλαιο το αντιλήφθηκε. Τόσο οι εγχώριοι καπιταλιστές όσο και ο ιμπεριαλισμός, με το συγκεκριμένο ενδιαφέρον για τη συνεχή κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου και την προηγούμενη πορεία προς την ιδιωτικοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας, κατανόησαν ότι το συγκεκριμένο πακέτο μεταρρυθμίσεων αντικατόπτριζε την επιβεβαίωση (λανθάνουσα ή φανερή) μιας εναλλακτικής στρατηγικής, πάρα απλές μεμονωμένες αλλαγές.

Το ίδιο έκαναν επίσης και οι μπολιβαριανοί κύκλοι, οι οργανώσεις των υποστηρικτών στους οποίους ο Τσάβες απευθύνθηκε τον Ιούνιο και ορκίστηκε τον Δεκέμβριο του 2001. Και οι δυο πλευρές κατανόησαν τη σημασία των 49 νόμων καλύτερα από τους ποικίλους αριστεριστές με τα επαναστατικά κιτάπια τους που αδυνατούν να δουν τίποτε πέρα από μια σειρά μέτρων, τυπικών των αστικών μεταρρυθμίσεων. Το πακέτο οργάνωσε τόσο τους αντιπάλους, όσο και τους υποστηρικτές της κυβέρνησης.

Έτσι, όταν η ολιγαρχία, με την ενεργή υποστήριξη του ιμπεριαλισμού προχώρησε στην απομάκρυνση του Τσάβες, με το πραξικόπημα του Απριλίου 2002, οι μάζες διέθεταν μια στοιχειώδη οργάνωση που μπορούσε να τις κινητοποιήσει. Δυο μέρες μετά, το πραξικόπημα ανετράπη εξαιτίας της κινητοποίησης αυτής και ενός στρατού που υποστήριξε σε συντριπτικό ποσοστό το μπολιβαριανό σύνταγμα.

Το σπαθί στο χέρι της κοινωνικής επανάστασης

«Οι σποραδικές εξεγέρσεις των δουλοκτητών» διακόπτουν το έργο της ειρηνικής προόδου, ωστόσο, σχολίαζε ο Μαρξ, «επισπεύδουν το κίνημα βάζοντας το σπαθί στο χέρι της κοινωνικής επανάστασης.13

Όμως η αποτυχία του πραξικοπήματος του Απρίλη δεν έβαλε το σπαθί στο χέρι της μπολιβαριανής επανάστασης. Αντιθέτως, ο Τσάβες –αβέβαιος για το πόσο μεγάλη ήταν η υποστήριξη προς το πρόσωπό του, ιδίως μέσα στο στρατό– προχώρησε με μεγάλη προσοχή. Αντικατέστησε τους υπουργούς οικονομικών του με ανθρώπους που θεωρούνταν αποδεκτοί από το κεφάλαιο και επανέφερε ως πρόεδρο της PDVSA ένα πρόσωπο που θεωρείτο ότι προωθούσε τη συναίνεση. Τα κεφάλαιο διατήρησε όλες τις θέσεις εξουσίας: τη συντριπτική επιρροή στα μέσα ενημέρωσης, την ισχύ σε συγκεκριμένους τομείς όπως η επεξεργασία και η διανομή τροφίμων, τον οργανωσιακό του βραχίονα, το Fedecamaras (και την CTV, την εργατική συνομοσπονδία που ήλεγχε η αντιπολίτευση), καθώς και όλους τους σημαντικούς του συμμάχους που έλεγχαν τη διοίκηση της PDVSA.

Δεν ήταν όμως μια κατάσταση που θα μπορούσε να συνεχιστεί, εάν επρόκειτο να ικανοποιηθούν οι υποσχέσεις απέναντι στις νεοαφυπνισμένες μάζες. Αυτό δεν ήταν δυνατό χωρίς την αντιστροφή των πολιτικών που ακολουθούσαν οι διοικήσεις της πετρελαϊκής εταιρίας. Επιπλέον, η αντιπολίτευση, που διατηρούσε όλη την οικονομική εξουσία της, δεν είχε επιτύχει τον στόχο της, να ξεφορτωθεί τον Τσάβες και να αναιρέσει τις νέες πολιτικές που είχαν υιοθετηθεί. Έτσι, η κατάσταση ήταν εγγενώς ασταθής. Μετά από μια παρατεταμένη περίοδο αναβρασμού, το κεφάλαιο κινήθηκε ξανά στις αρχές του Δεκέμβρη για να προκαλέσει την πτώση της κυβέρνησης μέσω ενός γενικού λοκάουτ (το οποίο υποστηριζόταν από την εργοδοτική εργατική ομοσπονδία). Αυτή τη φορά η επίθεση επικεντρώθηκε στην πετρελαϊκή εταιρεία· ο σκοπός ήταν να περικοπούν όλες οι κυβερνητικές πρόσοδοι. Αναμενόταν ότι ο Τσάβες θα βρισκόταν εκτός παιχνιδιού ως τα Χριστούγεννα.

Ωστόσο, όπως συνέβη και τον Απρίλη, το κεφάλαιο υποτίμησε τελείως την υποστήριξη του λαού και του στρατού προς τη μπολιβαριανή επανάσταση και τις υποσχέσεις της. Παρά την εγκατάλειψη της βιομηχανίας και το σαμποτάζ των τεχνικών της πετρελαϊκής εταιρείας, οι εργαζόμενοι στην παραγωγή, σε συνεργασία με συνταξιούχους τεχνικούς και την υποστήριξη του στρατού, διατήρησαν την πετρελαϊκή ροή. Η γενική ανταπεργία του κεφαλαίου οδήγησε την κυβέρνηση στη λήψη μέτρων ώστε να επιβιώσει· ενόψει, για παράδειγμα, του κλεισίματος των καταστημάτων, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τον στρατό για να καθιερώσει τις δικές της πηγές εφοδιασμού με είδη διατροφής, με την εισαγωγή και τη δημιουργία νέων καναλιών διανομής. Παντού, οι άνθρωποι οργανώθηκαν απ’ τα κάτω, ανοίγοντας σχολεία, διανέμοντας βενζίνη και στηρίζοντας τα βενζινάδικα.

Στη διαδικασία αυτή εμφανίστηκαν νέοι δρώντες –η αισιόδοξη μεσαία τάξη και η οργανωμένη εργατική τάξη. Οι εργαζόμενοι στην πετρελαϊκή βιομηχανία που κράτησαν την PDVSA σε λειτουργία, αλλά και τα εργατικά συνδικάτα σε διάφορους τομείς (ατσάλι, εργαζόμενοι στον υπόγειο κλπ.) που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην ανταπεργία, απέρριψαν τη στάση της CTV και δημιούργησαν έτσι τη βάση για μια νέα εργατική ομοσπονδία. Με το κλείσιμο πολλών επιχειρήσεων, υπήρξαν περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι ανέλαβαν τη διεύθυνση (π.χ. στο ξενοδοχείο Sheraton στην επαρχία Vargas) και συνέχισαν τη λειτουργία τους.

Παρά τη μεγάλη ανέχεια, την τεράστια ζημιά στην οικονομία, που σε σημαντικό βαθμό αφορούσε το σαμποτάζ της πετρελαϊκής βιομηχανίας, και τη γενική αναταραχή, η ανταπεργία του κεφαλαίου ηττήθηκε μετά από μερικούς μήνες. Δεν ήταν σαν τις λίγες μέρες του πραξικοπήματος του Απριλίου. Επρόκειτο για μήνες καθημερινού αγώνα, και η μάχη κερδήθηκε από τις μάζες, που ήταν προετοιμασμένες να αγωνιστούν για να υποστηρίξουν ό,τι θεωρούσαν κυβέρνησή τους και οι οποίες μεταμορφώθηκαν ενόσω μετασχηματιζόταν η συγκυρία.

Η εξέγερση των δουλοκτητών έδωσε στις μάζες το πολεμικό σάλπισμα. Και αυτή τη φορά η κυβέρνηση απάντησε χωρίς καμιά διάθεση συμφιλίωσης με τον αντίπαλο. Δεκαοχτώ χιλιάδες από το διευθυντικό και τεχνικό προσωπικό της PDVSA που είχαν προσπαθήσει να επιφέρουν την πτώση της κυβέρνησης –μιλάμε για το 40 τοις εκατό των μισθωτών της επιχείρησης– απολύθηκαν. Το κράτος εντός του κράτους διαλύθηκε. Το κεφάλαιο της Βενεζουέλας χρησιμοποίησε το κυριότερο όπλο του, την επενδυτική αποχή, και το έχασε∙ έτσι, η οικονομική απειλή εξέλειψε. Τον Απρίλιο του 2003, η κυβέρνηση γιόρτασε την πρώτη επέτειο του πραξικοπήματος και την ανατροπή του με μια διεθνή συνάντηση αλληλεγγύης. Αμέσως μετά, επανατοποθέτησε ως υπουργό σχεδιασμού τον Χόρχε Τζιορντάνι (Jorge Giordani), ο οποίος είχε απομακρυνθεί μετά το πραξικόπημα, και ανακοίνωσε: «Ξαναπερνάμε στην επίθεση».

Τώρα, καθώς τα κρατικά έσοδα άρχισαν να βελτιώνονται στο υπόλοιπο του 2003, η κυβέρνηση προχώρησε σε έναν δρόμο που αντιστοιχούσε σε ό,τι το σύνταγμα όριζε ως προσανατολισμό στην ανάπτυξη της ανθρώπινης δυναμικής: Πήρε τα χρήματα από το πετρέλαιο και τα «έριξε» στα βασικά προαπαιτούμενα για την ανθρώπινη ανάπτυξη −την εκπαίδευση και την υγεία. Το «Συνοικία Εντός», το πρόγραμμα μετάβασης Κουβανών γιατρών σε φτωχές γειτονιές της Βενεζουέλας, ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2003 και επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη χώρα έξι μήνες αργότερα. Η Αποστολή Ρόμπινσον, το βασικό πρόγραμμα εκμάθησης γραφής και ανάγνωσης, ξεκίνησε τον Ιούλιο και το ακολούθησαν πληθώρα άλλων προγραμμάτων (έτσι ώστε μπορούμε να πούμε ότι έναν χρόνο αργότερα, ο μισός πληθυσμός παρακολουθούσε προγράμματα εκπαίδευσης). Η Αποστολή Μέρκαλ, που προώθησε την κυβερνητική διανομή φαγητού κατά τη διάρκεια της γενικής ανταπεργίας, καθιερώθηκε στις αρχές του 2004, παρέχοντας φαγητό στους φτωχούς μέσα από γενναίες επιχορηγήσεις.

Ενώ τα προγράμματα αυτά ξεκίνησαν σημαντικές κοινωνικές διαδικασίες για τη διευθέτηση του κοινωνικού χρέους που είχε κληρονομηθεί (και θα αποδεικνύονταν κομβικά για την υποστήριξη που έλαβε ο Τσάβες από τους φτωχούς στο δημοψήφισμα τον Αύγουστο του 2004), δεν ήταν παρά η αρχή. Το ερώτημα παρέμενε: Πώς θα επιβίωναν οι άνθρωποι; Τι δουλειές θα ήταν διαθέσιμες για τους εκμεταλλευόμενους και αποκλεισμένους οι οποίοι θα τελείωναν τα εκπαιδευτικά προγράμματα; Ποια θα ήταν η σχέση με την κατεύθυνση που σκιαγραφήθηκε στο Εθνικό Σχέδιο 2001-2007;

Ριζοσπαστική ενδογενής ανάπτυξη

Καμιά ρεαλιστική συζήτηση για την επιθυμητή αναπτυξιακή οδό για τη Βενεζουέλα (καπιταλισμός, τρίτος δρόμος ή κάποιου είδους σοσιαλισμός) δεν είναι εφικτή εάν δεν ξεκινήσουμε από τις πραγματικές ανάγκες των Βενεζουαλέζων. Οι βασικές ανάγκες της πλειονότητας για τροφή, περίθαλψη, εκπαίδευση, στέγαση και υποδομές που θα στηρίξουν τη στέγαση είναι τεράστιες. Η ικανοποίηση αυτών των αναγκών είναι σε μεγάλο βαθμό το μέτρο με το οποίο οι Βενεζουαλέζοι θα κρίνουν τη Μπολιβαριανή Επανάσταση. Ο καπιταλισμός δεν πέτυχε∙ ωστόσο, η «νεοδομιστική» εναλλακτική πρόταση, όπως σκιαγραφήθηκε από τον Σούνκελ και τους συναδέλφους του, δεν συνιστούσε λύση για την ανάπτυξη της Βενεζουέλας.

Όχι μόνο έλειπαν από τη Βενεζουέλα οι συγκεκριμένοι καπιταλιστικοί θεσμοί της Ιαπωνίας και της Νοτίου Κορέας, της έλειπε και η σχετική εισοδηματική ομοιογένεια ως αποτέλεσμα της αγροτικής μεταρρύθμισης και των επενδύσεων στην εκπαίδευση. Κατά βάση, η Βενεζουέλα ήταν φτωχή, με έναν αχανή άτυπο τομέα, και ένα τεράστιο κοινωνικό χρέος. Επιπλέον, είχε μια σημαντική «εσωστρεφή» απαίτηση: επειδή ως χώρα πρέπει να εισάγει το 70 τοις εκατό των απαραίτητων τροφίμων, η Μπολιβαριανή Επανάσταση είχε στρατευθεί στην «τροφική αυτονομία» για να «εγγυηθεί στον πληθυσμό τη σίγουρη παροχή φαγητού» (με τις λέξεις του συντάγματος), καθώς και να δημιουργήσει τους θεσμούς, την υποδομή, την κατάρτιση και την αναγκαία βοήθεια και για την ανάπτυξη της παραγωγής τροφίμων και για την προώθηση της γεωργικής ανάπτυξης.

Η ανάπτυξη από τα μέσα, η ανάπτυξη που προέρχεται από το εσωτερικό, ωστόσο, ήταν μια προσέγγιση κατάλληλη για τη Βενεζουέλα. Οι ιδιαίτερες όμως ανάγκες και καταστάσεις της Βενεζουέλας σήμαιναν ότι χρειαζόταν επινοητικότητα κι όχι αντιγραφή, ότι χρειαζόταν να αναπτύξει η χώρα τη δική της αντίληψη για την ενδογενή ανάπτυξη.

Η επικέντρωση στην ενδογενή ανάπτυξη ξεκίνησε σε μια σχετικά μέτρια κλίμακα, δεδομένων των περιορισμένων πόρων που ήταν αρχικά διαθέσιμοι. Πυρήνες ενδογενούς ανάπτυξης, με την ενσωμάτωση νέων σχεδίων σε συγκεκριμένες ζώνες όπου ήταν δυνατό να παρέχονται τεχνικές και οικονομικές συμβουλές, συνιστούσαν ένα πρόγραμμα για ουσιαστική αγροτική ανάπτυξη στηριγμένη στις τοπικές κοινότητες. Η υποστήριξη για τα νέα αυτά σχέδια και την ανάπτυξη της έννοιας της κοινωνικής οικονομίας από το Υπουργείο Κοινωνικής Οικονομίας (που αργότερα χωρίστηκε σε Τράπεζα Οικονομικής και Κοινωνικής Ανάπτυξης και σε Υπουργείο Λαϊκής Οικονομίας) ήταν τα πρώτα βήματα σε αυτή τη διαδικασία.

Τον Μάρτη του 2004, ξεκίνησε ένα πολύ πιο φιλόδοξο πρόγραμμα, η Επιχείρηση «Στρέψτε το βλέμμα». Το άμεσο πρόβλημα που αντιμετώπισε η κυβέρνηση ήταν το τι θα έπρεπε να γίνει με τους αποκλεισμένους καθώς θα τελείωναν οι διάφορες εκπαιδευτικές αποστολές. Σαφώς οι προσδοκίες τους θα ήταν αυξημένες. Πώς θα μπορούσε η αυξανόμενη αυτοπεποίθηση και η αίσθηση αξιοπρέπειας που ένιωθαν να ενισχυθεί και να μην απογοητευθούν; Με την υποστήριξη της υπουργού Εργασίας Μαρία Κριστίνα Ιγλέσιας, το «Στρέψτε το βλέμμα» ξεκίνησε στρατολογώντας ένα εκατομμύριο ανθρώπους για τη στελέχωση του νέου προγράμματος. Σαφώς όμως δεν επρόκειτο για ένα πρόγραμμα απασχόλησης μόνο, ήταν κάτι περισσότερο. Στόχος ήταν να ξεκινήσει η μεταμόρφωση της Βενεζουέλας, οικονομικά, πολιτικά και πολιτισμικά επικεντρώνοντας στην ενδογενή ανάπτυξη.

Δεδομένων των άμεσων αναγκών της χώρας, το «Στρέψτε το βλέμμα» έδωσε βάρος στην αγροτική ανάπτυξη. Το 50 τοις εκατό των υποτροφιών του προγράμματος προορίζονταν για την κατάρτιση στον αγροτικό τομέα και ένα υπόλοιπο 30 τοις εκατό για τη βιομηχανική δραστηριότητα (με έμφαση στην επεξεργασία τροφίμων, την ένδυση και την παραγωγή παπουτσιών)∙ το επιπλέον 20 τοις εκατό μοιραζόταν στον τουρισμό (10 τοις εκατό), τις υποδομές (5 τοις εκατό) και τις υπηρεσίες (5 τοις εκατό). Η σύλληψη ξεκάθαρα ήταν να οικοδομηθούν νέες ανθρώπινες δεξιότητες και ικανότητες: «Εκπαίδευση και εργασία» τονίζονταν πάντοτε ως ο πυρήνας της διαδικασίας ενδογενούς ανάπτυξης.

Ωστόσο η διαμόρφωση νέων υποκειμένων δεν μπορούσε απλώς να επιτευχθεί με την απόκτηση δεξιοτήτων. Από την αρχή το «Στέψτε το βλέμμα» εστίασε στην προετοιμασία των ανθρώπων για τις νέες παραγωγικές σχέσεις με μαθήματα για τη συνεργασία και την αυτοδιαχείριση. Η επίθεση στον διαχωρισμό μεταξύ όσων γνωρίζουν και όσων όχι, η απόρριψη της μισθωτής εργασίας ως τέτοιας και η έμφαση στη συλλογική περιουσία, συνιστούσαν όλα, ουσιαστικά τμήματα της διαδικασίας.

Η υπόσχεση ήταν ότι όσοι αποφοιτούσαν από το «Στρέψτε το βλέμμα» και σχημάτιζαν συνεταιρισμούς θα είχαν προνομιακή μεταχείριση στην απόκτηση δανείων και τεχνικής υποστήριξης (εκτός των άλλων και μέσα παραγωγής όπως τρακτέρ) από το κράτος. Όλα αυτά βρίσκονταν σε συμφωνία με πλευρές του μπολιβαριανού συντάγματος που αφορούσαν το κράτος και την προώθηση των κοοπερατίβων και των συνεταιρισμών υπό συλλογική ιδιοκτησία. Αυτό ακριβώς που λάμβανε χώρα ήταν η ανάπτυξη της παραγωγικής δραστηριότητας στο πλαίσιο των νέων αυτών σχέσεων: ενώ υπήρχαν μόλις 762 κοοπερατίβες όταν πρωτοεκλέχθηκε ο Τσάβες το 1998, ώς τον Αύγουστο του 2005 υπήρχαν περίπου 84.000 με σχεδόν ένα εκατομμύριο μέλη.

Εν περιλήψει, χαρακτηριστικό του «Στέψτε το βλέμμα» δεν ήταν μόνο το πρόγραμμα για ενδογενή ανάπτυξη∙ αντίθετα, πάντοτε περιελάμβανε έναν κάποιο συνδυασμό ενδογενούς ανάπτυξης και κοινωνικής οικονομίας. Αυτή η έννοια της κοινωνικής οικονομίας, που φιγουράρει στο σύνταγμα (δίνοντας έμφαση στην αυτοδιαχείριση, τη συνδιαχείριση και τους συνεταιρισμούς ως μορφές που επιτρέπουν την ανθρώπινη εξέλιξη) δεν ήταν στατική –συνέχισε να εξελίσσεται, μετακινούμενη από συμπληρωματική σε μια εναλλακτική λογική ως προς εκείνη του κεφαλαίου.

Στο πλαίσιο του προγράμματος Alo Presidente, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην κοινωνική οικονομία, ο πρόεδρος Τσάβες, δήλωσε στις 14 Σεπτεμβρίου 2003: «Η λογική του κεφαλαίου είναι μια διεστραμμένη λογική». Δεν ενδιαφέρεται, συνέχισε, για την καταστροφή των ποταμών και της λίμνης Μαρακαΐμπο. Δεν ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει στους νέους εκπαίδευση και να τους εισάγει στην αγορά εργασίας, δεν ενδιαφέρεται για την πείνα των εργαζομένων και τον υποσιτισμό των παιδιών τους. Δεν ενδιαφέρεται για τα εργατικά ατυχήματα, εάν οι εργαζόμενοι τρώνε, εάν έχουν στέγη, πού κοιμόνται, εάν έχουν σχολεία, εάν όταν αρρωσταίνουν έχουν γιατρούς, ή όταν γερνούν έχουν σύνταξη. «Όχι. Η λογική του κεφαλαίου δεν ενδιαφέρεται καθόλου για αυτά, είναι διαβολική, διεστραμμένη».

Συγκρίνετέ το αυτό με την κοινωνική οικονομία. Ποια είναι η λογική της; «Η κοινωνική οικονομία βασίζει τη λογική της στον άνθρωπο, στην εργασία, δηλαδή στον εργαζόμενο και στην οικογένεια του εργαζομένου, δηλαδή στον άνθρωπο». Αυτή η κοινωνική οικονομία επίσης δεν εστιάζει στο οικονομικό κέρδος, στις ανταλλακτικές αξίες∙ αντίθετα, «η κοινωνική οικονομία δημιουργεί κατά κύριο λόγο αξία χρήσης». Στόχος είναι «η δημιουργία του νέου άνδρα, της νέας γυναίκας, της νέας κοινωνίας».

Αυτό, λοιπόν, είναι το πλαίσιο στο οποίο αναδύθηκε το «Στρέψτε το βλέμμα». Ο συνδυασμός εκπαίδευσης και εργασίας τόνισε την εναλλακτική λογική ως προς εκείνη του κεφαλαίου, τη λογική της κοινωνικής οικονομίας που είναι η λογική των ανθρώπων. Έτσι, στη Βενεζουέλα η ενδογενής ανάπτυξη έγινε σαφώς κατανοητή ως ανθρώπινη ανάπτυξη –πραγματική ανάπτυξη από μέσα. Η εργασία και η εκπαίδευση ήταν μια διαδικασία ανάπτυξης των ανθρωπίνων ικανοτήτων και, στην πραγματικότητα, καλύτερα κατανοητή ως «ριζοσπαστική ανθρώπινη ανάπτυξη», καθώς φτάνει ως τη ρίζα, που είναι τα ανθρώπινα όντα.

Και αυτή η ριζική ενδογενής ανάπτυξη έγινε περαιτέρω κατανοητή ως εμπεριέχουσα έναν ριζικό μετασχηματισμό των σχέσεων παραγωγής της κοινωνίας. Με τις νέες σχέσεις βασισμένες σε αρχές όπως η συνεργασία, η αλληλεγγύη, η πρωταγωνιστική δημοκρατία και η συλλογική ιδιοκτησία, η φτώχια θα είχε ηττηθεί. Δεν μπορείς να σταματήσεις τη φτώχια, επαναλάμβανε συχνά ο Τσάβες, χωρίς να δοθεί εξουσία στους φτωχούς. Ο αυξανόμενος αριθμός Βενεζουαλέζων στις κοοπερατίβες δείχνει ότι οι άνθρωποι ανταποκρίνονταν στις ευκαιρίες και τα κίνητρα που προσέφεραν τα νέα προγράμματα. Σε ποιο βαθμό όμως θα μπορούσαν αυτά να προσφέρουν μια εναλλακτική στρατηγική στον καπιταλισμό; Οι νέες κοοπερατίβες που καλλιέργησε και τροφοδότησε το «Στρέψτε το βλέμμα» προορίζονταν να είναι μικρές (τουλάχιστον στο ξεκίνημά τους)∙ λόγω της αρχής προέλευσής τους δεν ήταν πιθανό να αποτελέσουν σημαντικές πηγές συσσώρευσης και ανάπτυξης.

Σε κάθε περίπτωση, αποτελούσαν ένα μικρόκοσμο εναλλακτικής λογικής σε εκείνην του κεφαλαίου –μιας εναλλακτικής λογικής που θα αποκάλυπτε την καρδιά της Μπολιβαριανής Επανάστασης και θα έδειχνε ότι η κυβέρνηση διατήρησε τη δέσμευσή της να πραγματοποιήσει τις υποσχέσεις του συντάγματος.

Περιμένοντας την Αριστερά: Το κίνημα της οργανωμένης εργατικής τάξης

Κάποιος που έχει παρακολουθήσει διαδηλώσεις, συναντήσεις όπου μιλά ο Τσάβες, και την οργανωτική δραστηριότητα στις συνοικίες δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει ότι οι πλέον ένθερμοι υποστηρικτές της Μπολιβαριανής Επανάστασης είναι οι φτωχοί (και ειδικά οι γυναίκες). Κατάλαβαν αρκετά νωρίς ότι αυτή είναι η δική τους επανάσταση και ήταν οι βασικοί συμμετέχοντες στις αποστολές.

Υπήρχε ένα κλίμα αυτοπεποίθησης ανάμεσα στους εργαζόμενους, πιο πρόδηλο ανάμεσα στους εργαζόμενους της PDVSA που περηφανεύονταν ότι όχι μόνο διοίκησαν καλά την επιχείρηση, αλλά και ότι είχαν μειώσει σημαντικά το κόστος παραγωγής (χωρίς όλα εκείνα τα υπερβολικά βάρη). Από χώρο εργασίας σε χώρο εργασίας, οι εργαζόμενοι μιλούσαν για αυτοδιαχείριση και συνδιαχείριση, για την ανάληψη και την διοίκηση των επιχειρήσεων ως κοοπερατίβων. Η απειλή μιας επενδυτικής αποχής του κεφαλαίου εξέλειψε, και αντί να παραδοθούν, οι εργαζόμενοι ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν.

Τον Απρίλιο του 2003, ξεκίνησε η διαδικασία για τη δημιουργία μιας εργατικής ομοσπονδίας, και το όργανο, η Εθνική Ένωση Εργατών, διοργάνωσε το πρώτο συνέδριό στις αρχές Αυγούστου, όπου συναντήθηκαν περισσότεροι από 1.300 εγγεγραμμένοι συμμετέχοντες, οι οποίοι αντιπροσώπευαν πάνω από 120 ενώσεις και 25 περιφερειακές ομοσπονδίες. Από τη συνάντηση αυτή προέκυψε η καθαρή έκκληση για τον μετασχηματισμό της «καπιταλιστικής κοινωνίας σε μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία», για ένα «νέο μοντέλο αντικαπιταλιστικής και αυτόνομης ανάπτυξης που χειραφετεί τα ανθρώπινα όντα από την ταξική εκμετάλλευση, την καταπίεση και τον αποκλεισμό». Υπήρχαν επίσης συγκεκριμένα αιτήματα, όπως «Εθνικοποιήστε τις τράπεζες! Κατάληψη των επιχειρήσεων που έχουν κλείσει και λειτουργία τους από τους εργαζόμενους» και «Δημιουργήστε νέες επιχειρήσεις υπό τον έλεγχο των εργαζομένων!»

Η κατάληψη επιχειρήσεων που είχαν κλείσει δεν συνιστούσε ένα αυθαίρετο αίτημα. Πολλές εταιρείες είχαν μοιραία αποδυναμωθεί κατά τη διάρκεια της ανταπεργίας που υποτίθεται ότι θα κρατούσε λίγες εβδομάδες και στη συνέχεια θα έπαυε (χρωστώντας στους εργαζόμενους αναδρομικές πληρωμές). Η Venepal, μια βιομηχανία παραγωγής χαρτιού στο Καραμπόμπο, για παράδειγμα, είχε κλείσει τις πόρτες της ένα μήνα νωρίτερα, τον Ιούλιο∙ η απάντηση των εργαζομένων ήταν να την καταλάβουν και να την λειτουργήσουν υπό τον έλεγχο των εργαζομένων για 77 μέρες (με την υποστήριξη τοπικών κοινοτήτων και τον διοικητή της τοπικής στρατιωτικής φρουράς). Αν και οι εργαζόμενοι ζητούσαν από την κυβέρνηση να αναλάβει τη διοίκηση της επιχείρησης και να την κάνει κοοπερατίβα εργαζομένων, η εταιρεία εν συνεχεία ξανάνοιξε με φτηνές πιστώσεις που της παρείχε η κυβέρνηση.

Αυτό όμως δεν είχε διάρκεια. Αφού έκλεισε τον Σεπτέμβριο του 2004 και κατελήφθη για μια ακόμη φορά, η Venepal έγινε η πρώτη ιδιωτική επιχείρηση την οποία ανέλαβε η κυβέρνηση προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Τον Ιανουάριο του 2005, η Venepal μετονομάστηκε σε Invepal, μια εταιρεία που ανήκε κατά το 51 τοις εκατό στο κράτος και το 49 τοις εκατό σε κοοπερατίβα. Και έτσι αποτέλεσε μια από τις πρώτες μορφές της βενεζουαλινής συνδιαχείρισης.

Δεδομένης της υποστήριξης του συντάγματος για τη συνδιαχείριση και την αυτοδιαχείριση και την ανάληψη πρωταγωνιστικής δράσης γενικότερα, καθώς και την επιμονή του Τσάβες για την ανάγκη νέων παραγωγικών σχέσεων, ήταν φυσικό οι οργανωμένοι εργαζόμενοι να αναλαμβάνουν ανάλογες πρωτοβουλίες. Εξάλλου, εάν η πρωταγωνιστικότητα είναι αναγκαία για την ανάπτυξη των ανθρωπίνων ικανοτήτων και των νέων παραγωγικών δυνάμεων, δεν είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο να αφορά και τις βιομηχανικές εταιρείες; Εάν η λογική του κεφαλαίου είναι μια παράλογη λογική, δεν είναι παράλογη σε κάθε έκφανσή της;

Ο ενθουσιασμός για την εργατική διαχείριση ήταν εύγλωττος στις Συναντήσεις Αλληλεγγύης τον Απρίλιο του 2004. Εκτός από τις συζητήσεις για τα διδάγματα της γιουγκοσλαβικής εμπειρίας σχετικά με την αυτοδιαχείριση, τα πάνελ των εργατών αναφέρθηκαν σε συγκεκριμένες μάχες για τον εργατικό έλεγχο στη Βενεζουέλα. Η ορμή των εργατών ήταν ξεκάθαρη, ειδικά στην παρουσίαση από τις «καθοδηγητικές επιτροπές» της PDVSA, μια κίνηση απ’ τα κάτω βασισμένη στην εμπειρία των εργαζομένων να λειτουργήσουν την PVDSA την περίοδο της εργοδοτικής ανταπεργίας (και μακριά από τους δύο ηγέτες του συνδικάτου που είχαν διοριστεί στο διοικητικό συμβούλιο της PVDSA).

Ο ίδιος ενθουσιασμός και η ίδια αυτοπεποίθηση ήταν πρόδηλα στα πάνελ των εργατών στις συναντήσεις Αλληλεγγύης του Απριλίου 2005, ειδικά αφότου, κατόπιν της ανάληψης της διοίκησης της Venepal, ο Τσάβες επανέλαβε ότι τα κλειστά ή εγκαταλελειμμένα εργοστάσια έπρεπε να καταληφθούν. «Καλώ τους ηγέτες των εργαζομένων να ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο», είπε, ενθαρρύνοντας ξεκάθαρα πρωτοβουλίες και σε άλλες κλειστές εταιρείες. Μια διάθεση αποφασιστικότητας γεννήθηκε και από άλλες εμπειρίες –τη διαδικασία συνδιαχείρισης που είχε ξεκινήσει τον Απρίλιο του 2003 στις κρατικές εταιρείες διανομής ηλεκτρισμού (CADAFE και CADELA), όπου η εργατική συνείδηση αναπτύχθηκε στη διάρκεια του αγώνα ενάντια στην ιδιωτικοποίηση, και το νέο παράδειγμα της ALCASA, της κρατικής εταιρείας αλουμινίου η οποία αναδιοργανώθηκε στη βάση της συνδιαχείρισης με πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Ο συνδυασμός αυτός των εμπειριών καταδείκνυε πως γεννιόταν κάτι καινούριο.

Οι συναντήσεις κατέληγαν στο ότι η συνδιαχείριση της παραγωγής ήταν απαραίτητη για την εγγύηση και την παγίωση της Μπολιβαριανής Επανάστασης, ήταν επίσης κομβική για τη συνειδητοποίηση των εργατών, και στόχος της ήταν «να συντριβούν οι σχέσεις καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και παραγωγής και να αντικατασταθούν με άλλες όπου η εργασία ευνοείται σε σχέση με το κεφάλαιο». Οι παρόντες λοιπόν ζήτησαν από την κυβέρνηση «να εξακολουθήσει στο πρόγραμμά της να φέρνει τις επιχειρήσεις σε αυτή τη διαδικασία» και να συνεχίσει τις διαδικασίες που ξεκίνησαν με τη Venepal. «Η αρχή που θα οδηγήσει τη διαχείριση και τη συνδιαχείριση των εργαζομένων», κατέληγαν, πρέπει να είναι η εξής: «Εξουσία στους εργάτες και τον λαό!» Δυο βδομάδες αργότερα, την 1η Μαΐου, οι εργαζόμενοι πορεύτηκαν μαζικά υπό το σύνθημα «Χωρίς τη συνδιαχείριση δεν υπάρχει επανάσταση»∙ πράγματι, τα κυριότερα σλόγκαν για τις εκδηλώσεις που οργανώθηκαν από την Εθνική Ένωση Εργατών ήταν: «η συνδιαχείριση είναι επανάσταση» και «οι Βενεζουαλέζοι εργαζόμενοι οικοδομούν τον μπολιβαριανό σοσιαλισμό».

Δέκα μήνες αργότερα (τον καιρό που γραφόταν αυτό το κείμενο), η πορεία αυτή μοιάζει να έχει βαλτώσει. Οι καθοδηγητικές επιτροπές στη PDVSA στην ουσία δεν υπάρχουν, υπάρχουν σημαντικά προβλήματα στην CADAFE για το εάν πρόκειται να υπάρξει συνδιαχείριση ή πρόκειται για απάτη, και παρά την καταγραφή εκ μέρους της Εθνικής Ένωσης Εργατών οχτακοσίων κλειστών εταιρειών που έπρεπε να καταληφθούν (η ενθάρρυνση από την κυβέρνηση σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι έπρεπε να πάρουν την πρωτοβουλία), υπήρξαν μόνο ελάχιστες ιδιωτικές εταιρείες που ακολούθησαν τα χνάρια της Venepal (Invepal).

Εάν η διαχείριση είναι ένας ουσιώδης όρος για την εγκαθίδρυση της Μπολιβαριανής Επανάστασης και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού για τον 21ο αιώνα, τότε αυτή η στιγμή της προφανούς απραξίας είναι ένα σοβαρό θέμα. Ενώ υπάρχουν πολλοί παράγοντες που συμβάλλουν, είναι πιθανό δύο προβλήματα να είναι γενικότερης σημασίας, που σημαίνει ότι δεν αφορούν ειδικά τους Βενεζουαλέζους ή τη Βενεζουέλα. Απ’ τη μια πλευρά, υπάρχει σε συγκεκριμένους κύκλους η ισχυρή πεποίθηση ότι η συνδιαχείριση δεν έχει θέση στις «στρατηγικές βιομηχανίες». Επιπλέον, ακόμα και όταν δεν υπάρχει ένα σαφές ή ξεκάθαρο δόγμα, υπάρχει το πρόβλημα ότι η συνδιαχείριση έχει έναν αναγκαίο όρο: Διευθυντές που να πιστεύουν στη συνδιαχείριση (π.χ. στην κομβική σημασία της λήψης αποφάσεων από τους εργαζόμενους). Χωρίς να επιλυθεί αυτό το θέμα (με τον έναν ή τον άλλο τρόπο), δεν θα προαχθεί η εργατική διαχείριση, αλλά οι εργαζόμενοι θα παραμείνουν στη θέση του μισθωτού.

Απ’ την άλλη πλευρά τίθεται το ερώτημα του προσωπικού συμφέροντος του εργαζομένου σε αντίθεση με την επικέντρωση στην αλληλεγγύη στο εσωτερικό της κοινωνίας. Ο προσανατολισμός στο συλλογικό ιδιαίτερο συμφέρον των εργαζομένων σε έναν συγκεκριμένο χώρο εργασίας δεν ήταν απλώς ένα μοιραίο πρόβλημα για τη γιουγκοσλαβική αυτοδιαχείριση, επιπλέον η απουσία κοινωνικής αλληλεγγύης ήρθε με δραματικό τρόπο στην επιφάνεια στην παρουσίαση του αντιπροσώπου της Invepal στη συνάντηση Αλληλεγγύης του Απριλίου 2005. Θέλουμε, επεσήμανε, η ιδιοκτησία της κοοπερατίβας μας να περάσει σε μας από το 49 τοις εκατό στο 100 τοις εκατό, και επιχειρηματολόγησε περαιτέρω ότι αυτό θα συνιστούσε ένα γενικότερο σχέδιο προς μίμηση. Γιατί; Γιατί οι κοοπερατίβες δεν πρέπει να πληρώνουν φόρο.

Αυτή η προοπτική απορρίφθηκε ξεκάθαρα από τους Βενεζουαλέζους εργάτες στις συναντήσεις του Απριλίου: «Η μέχρι τώρα εμπειρία μας διδάσκει ότι είναι εφικτό να αναπτύσσεται γνώση διοίκησης κρατικών εταιρειών. Οι εργαζόμενοι απέρριψαν κάθε σκέψη να μετατραπούν οι διαχειριστές των εργοστασίων σε μικρούς ιδιοκτήτες». Αντίθετα, ήταν ευθύνη των συνδιαχειριστών εργατών «να ασκήσουν τον ρόλο τους ως εγγυητές της λαϊκής κυριαρχίας που εγκαθίδρυσε το σύνταγμα, ούτως ώστε τα κέρδη των επιχειρήσεων να γίνουν μέρος των κοινωνικών κονδυλίων που βοηθούν να αναστραφεί η κατάσταση ένδειας στην οποία βρίσκονται μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και όχι να προορίζονται για την ενίσχυση νέων επιχειρηματικών εγχειρημάτων».

Εάν το επίπεδο της συνειδητοποίησης των εργαζομένων γενικά ήταν σε ψηλό επίπεδο, θα εκδηλωνόταν έστω και μικρό ενδιαφέρον για το μεγάλο χάσμα ανάμεσα στην ποιότητα ζωής των οργανωμένων εργατών και τη μάζα τους στον άτυπο τομέα. Ωστόσο, οι περισσότερες από τις καταλήψεις εργοστασίων και οι επακόλουθες διεκδικήσεις για ανάληψη της διοίκησης συνιστούν αμυντικές πράξεις για τη σωτηρία θέσεων εργασίας και οι κοοπερατίβες αποτελούν το αγαπημένο μέσο. Αυτή η τάση μαζί με την έμφαση στα μισθολογικά αιτήματα των οργανωμένων εργαζομένων, η επιστροφή των συνδικάτων της PDVSA στις παλιές πρακτικές πώλησης της πρόσβασης σε βιομηχανικές θέσεις εργασίας, έπεισαν κάποιους Τσαβιστές ότι η οργανωμένη εργατική τάξη προσανατολιζόταν στα δικά της συγκεκριμένα συμφέροντα κι όχι προς τα συμφέροντα της εργατικής τάξης στο σύνολό της. Οι συνδικαλιστές μας, ειπώθηκε, προέρχονται από την Τέταρτη Δημοκρατία.

Η αντίφαση ήταν προφανής: απ’ την πλευρά των οργανωμένων εργαζομένων, το πρόβλημα ήταν «οι γραφειοκράτες»∙ απ’ την άλλη πλευρά υπήρχε μια εργατική αριστοκρατία διαχωρισμένη από τη μάζα της εργατικής τάξης. Ωστόσο, υπήρχαν ίχνη μιας κάποιας λύσης της αντίφασης. Αφενός η συνδιαχείριση άνθιζε. Τέτοια ήταν η περίπτωση της CADELA, της κρατικής εταιρείας ηλεκτρικού στις Άνδεις. Τα χαρακτηριστικά της ήταν τα εξής: (1) οι εργαζόμενοι ήταν αφοσιωμένοι στο να εργάζονται και να υπηρετούν την κοινότητα (μια συνείδηση που αναπτύχθηκε στον αγώνα τους ενάντια στη διαδικασία ιδιωτικοποίησης κατά την προ Τσάβες περίοδο)∙ και (2) οι διευθυντές που εκλέχτηκαν από εργαζόμενους πίστευαν στη συνδιαχείριση. Πώς όμως αυτή θα επιτυγχανόταν;

Πέρα από το κεφάλαιο

Πώς επιτυγχάνεται μια κοινωνία στην οποία συνδυάζεται η εργατική διαχείριση και η δέσμευση ότι θα ικανοποιούνται οι ανάγκες της εργατικής τάξης στο σύνολό της; Ένας Τσαβικός που ανησυχούσε για τη ροπή της εργατικής διαχείρισης προς το ίδιον όφελος είναι ο ίδιος ο πρόεδρος. Μολονότι ο Τσάβες δήλωσε κατ’ επανάληψη ότι δεν ξέρουμε ακόμα τα γνωρίσματα του μελλοντικού σοσιαλισμού που θέλουμε να οικοδομήσουμε, υπάρχει στην πραγματικότητα ένα συνεπές και ουσιώδες χαρακτηριστικό στην αντίληψή του για τον σοσιαλισμό –η ανάγκη για κοινότητα, αλληλεγγύη και σοσιαλιστικές ηθικές αρχές. «Χωρίς σοσιαλιστικό ήθος» , διακήρυξε σε μια ομιλία στις 20 Ιουνίου 2005, «ο σοσιαλισμός δεν είναι εφικτός». Η έννοια του σοσιαλιστικού ήθους, της σοσιαλιστικής ηθικής ταυτίζεται με τις αξίες του μοιράζεσθαι, του ζειν σε μια κοινότητα, με «την κλωστή που μας ενώνει όλους», την αλληλεγγύη, την αγάπη, την απόρριψη του εγωκεντρισμού και της φιλοδοξίας για πλουτισμό («Πρόκειται για κάτι τελείως παράλογο!»).

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο συζητούσε ο Τσάβες τα αιτήματα των οργανωμένων εργατών για δίκαιους μισθούς και άλλα προνόμια. «Έχουν το δικαίωμα να τα διεκδικούν. Η εργατική τάξη όμως δεν είναι απλώς υποχρεωμένη να διεκδικεί τα δικαιώματά της, αλλά να συγκροτηθεί ως παράγων για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας». Οι εργαζόμενοι, εν ολίγοις, πρέπει να δουν πέρα από τις δικές τους συγκεκριμένες ανάγκες και να σκεφτούν τις ανάγκες της κοινωνίας στο σύνολό της –και ειδικά αυτές των φτωχών, των αποκλεισμένων. Δεν είναι δική σου η ευθύνη, ρώτησε αμέσως πριν τη δήλωση αυτή, όταν οδηγείς αυτοκίνητο και περνά ένα οχτάχρονο και ένα δεκάχρονο απ’ το δρόμο; Σε τι κοινωνία ζεις;

Η έμφαση που αποδίδει ο Τσαβες στη σημασία της κοινωνίας δεν είναι καινούρια. Ούτε η απόρριψη εκ μέρους του της λογικής του κεφαλαίου και η επικέντρωση στις οικονομικές κατακτήσεις και τις ανταλλακτικές αξίες ως δεσμό ανάμεσα στους ανθρώπους. Όλα βρίσκονταν στην έννοια της κοινωνικής οικονομίας, που «βασίζει τη λογική της στους ανθρώπους, στην εργασία, δηλαδή, στον εργαζόμενο και την οικογένειά του, δηλαδή, στον πυρήνα του ανθρώπου». Όλα συμπυκνώνονται στην έμφαση που δίνεται «στη δημιουργία του νέου άνδρα, της νέας γυναίκας, της νέας κοινωνίας». Το καινούριο ήταν πως η έννοια της κοινωνικής οικονομίας που διαπερνούσε την Αποστολή «Στρέψτε το βλέμμα» ταυτίστηκε πλήρως με τον σοσιαλισμό.

Το επίσης καινούριο ήταν ότι ο Τσάβες διάβαζε σε βάθος για τον σοσιαλισμό. Πράγματι, στον ίδιο λόγο στην Παραγουάη, αποκάλυψε (όπως και στο Aló Presidente μια βδομάδα νωρίτερα) πως μελετούσε το Beyond Capital του Ιστβάν Μεζάρος («ένα βιβλίο χιλίων εκατό τόσων σελίδων) και ότι ο Φιντέλ Κάστρο διάβαζε ένα αντίτυπο που του είχε στείλει. Το αποτέλεσμα θα γινόταν γρήγορα ξεκάθαρο. Στην εκπομπή Aló Presidente στις 17 Ιουλίου, ο Τσάβες διάβαζε τις νυχτερινές του σημειώσεις για το βιβλίο, τις οποίες είχε γράψει στις 18 Μαΐου, δύο μήνες νωρίτερα. Εκεί, υπό τον τίτλο «Μετάβαση στον σοσιαλισμό, εμπρός για τον σοσιαλισμό» υπήρχε μια φράση που επισήμαινε κάτι που εξήψε τη φαντασία του Τσάβες: «Το σημείο του Αρχιμήδη, η έκφραση από το θαυμάσιο βιβλίο του Ιστβάν Μεζάρος, ένα κοινοτικό σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης –αυτό δημιουργούμε, το ξέρουμε πως το οικοδομούμε. Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα κοινοτικό σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης, ένα νέο σύστημα. Επιτρέψτε μας να θυμηθούμε αυτό που είπε ο Αρχιμήδης: “Δώσε μου ένα σημείο να σταθώ και θα κινήσω τη γη”. Αυτό είναι το σημείο από το οποίο θα κινήσουμε τη γη σήμερα».

Τι ήταν ακριβώς το σημείο αυτό; Η κριτική του Μεζάρος για το ότι γινόταν προσπάθεια να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνία βασισμένη στην ανταλλαγή εμπορευμάτων. Η κοινοτική κοινωνία όπως περιγράφτηκε από τον Μαρξ στα Grundrisse, σημείωνε ο Μεζάρος, δεν περιλαμβάνει ανταλλαγή αντικειμένων αλλά ανταλλαγή δραστηριοτήτων –δραστηριότητες που καθορίζονται από τις κοινοτικές ανάγκες και τους κοινοτικούς σκοπούς. Αυτό ήταν το «Αρχιμήδειο σημείο» του συστήματος, τόνισε ο Μεζάρος. Όσο παράγουμε με σκοπό την ανταλλαγή, ο δεσμός μεταξύ μας λανθάνει, και δεν μπορούμε να αποφύγουμε το να παραμείνουμε κυριαρχούμενοι. Για να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός, έχουμε ανάγκη έναν εντελώς νέο τύπο ανταλλαγής –ανταλλαγή δραστηριοτήτων «στην οποία τα άτομα εμπλέκονται, σύμφωνα με την ανάγκη τους ως ενεργά ανθρώπινα όντα»15 Αυτός ο ριζικός αναπροσανατολισμός της ανταλλαγής με βάση τις κοινωνικές ανάγκες και τους κοινωνικούς σκοπούς είναι η ανάπτυξη του πραγματικού σχεδιασμού, όχι του σχεδιασμού απ’ τα πάνω, αλλά της «συντονισμένης κοινωνικής αυτο-διαχείρισης».16

Το αρχιμήδειο σημείο, η αναγκαιότητα να αλλάξει ριζικά η έννοια της ανταλλαγής, είναι αυτό ακριβώς που κατανόησε Τσάβες. Πρέπει να χτίσουμε αυτό «το κοινοτικό σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης, να βοηθήσουμε να οικοδομηθεί, από τις λαϊκές βάσεις, με τη συμμετοχή των κοινοτήτων, μέσα από τους κοινοτικούς οργανισμούς, τις κοοπερατίβες, την αυτοδιαχείριση και τους διάφορους τρόπους για τη δημιουργία του συστήματος». Στις σημειώσεις του Τσάβες, βασισμένες στα όσα λέει ο Μαρξ στα Grundrisse (διαμεσολαβημένα από τον Μεζάρος), διαπιστώνουμε την επικέντρωση στην εργασιακή δραστηριότητα που είναι κοινωνική εξαρχής, γιατί είναι απευθείας και συνειδητά, παραγωγή για τις ανάγκες της κοινότητας, γιατί είναι παραγωγή αξιών χρήσης και όχι ανταλλάξιμων εμπορευμάτων.

Εφευρίσκοντας ξανά τον σοσιαλισμό

«Πρέπει να εφεύρουμε ξανά τον σοσιαλισμό», δήλωσε ο Τσάβες στον λόγο που έκλεισε τις εργασίες του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ του 2005 στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας. «Δεν πρέπει να είναι το είδος του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε στη Σοβιετική Ένωση, αλλά να αναδυθεί καθώς θα αναπτύσσουμε νέα συστήματα που θα οικοδομούνται πάνω στη συνεργασία, όχι στον ανταγωνισμό». Πρέπει να υπερβούμε τον καπιταλισμό εάν θέλουμε να πάψει η φτώχια για την πλειονότητα του κόσμου. «Δεν μπορούμε όμως να καταφύγουμε στον κρατικό καπιταλισμό, μια στρέβλωση όμοια με αυτήν της Σοβιετικής Ένωσης. Πρέπει να επαναδιεκδικήσουμε τον σοσιαλισμό ως θέση, ως σχέδιο και πορεία, ωστόσο έναν νέο τύπο σοσιαλισμού, ανθρωπιστικό, που τοποθετεί τους ανθρώπους και όχι τις μηχανές ή το κράτος πάνω απ’ όλα».

Για πολλούς εκτός Βενεζουέλας, η δήλωση αυτή έπεσε από τον ουρανό. Ωστόσο, αποτελούσε μια λογική συνέχεια ενός δρόμου που ξεκίνησε με την απόρριψη του ιμπεριαλισμού, του νεοφιλελευθερισμού και της λογικής του κεφαλαίου. Αυτή ακριβώς η δημόσια στάση, ενισχυμένη από τη δραματική ήττα της τοπικής κυβερνώσας τάξης και του ιμπεριαλιστικού πραξικοπήματος από τη λαϊκή κινητοποίηση και τον στρατό, έχει εμπνεύσει ανθρώπους σε όλο τον κόσμο με την υπόσχεσή της, πως πράγματι υπάρχει μια εναλλακτική λύση στη βαρβαρότητα.

Στη Βενεζουέλα υπάρχει επίσης μια υπόσχεση. Τα οφέλη για τους φτωχούς από τις αποστολές είναι το πιο συγκεκριμένο πλεονέκτημα της Μπολιβαριανής Επανάστασης. Ωστόσο, η έννοια της αξιοπρέπειας, της ανθρώπινης ανάπτυξης και της πρωταγωνιστικής δημοκρατίας όπως ενσωματώνονται στο σύνταγμα είναι που έχουν εγκλείσει τα οφέλη αυτά σε ένα όραμα, και τα έχουν καταστήσει αντιληπτά μόνον ως τα πρώτα βήματα στον δρόμο για έναν καλύτερο κόσμο. Απ’ τους λόγους του Τσάβες ο νέος αυτός κόσμος παρουσιάζεται σε όλο και περισσότερους Βενεζουαλέζους ως η απόρριψη της λογικής του κεφαλαίου και η υιοθέτηση της κοινωνικής οικονομίας –ένας ανθρωπιστικός σοσιαλισμός, ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα.

Είναι δυνατόν η υπόσχεση αυτή να πραγματοποιηθεί; Το πρώτο βήμα στη Βενεζουέλα ήταν ο έλεγχος του υπάρχοντος κράτους. (Αντίθετα με τις όμορφες συλλήψεις κάποιων ποιητών, δεν μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο χωρίς να καταλάβεις την εξουσία). Το νέο αυτό κράτος χρησιμοποιείται προκειμένου να δημιουργηθεί η βάση για νέες παραγωγικές σχέσεις –πρώτα ξαναποκτώντας την de facto κυριότητα του πετρελαίου (τόσο από την παλιά διεύθυνση της PDVSA όσο και μετασχηματίζοντας την υπεργολαβική παραγωγή σε συμπαραγωγή με διεθνικές εταιρείες) και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας τα πετρελαϊκά έσοδα για την ενίσχυση της ανάπτυξης κοοπερατίβων και τη διεύρυνση της κρατικής βιομηχανίας. Βαθμιαία, αυτές οι δύο μορφές ιδιοκτησίας επεκτείνονται σε σχέση με το ιδιωτικό κεφάλαιο (που διατηρεί τους θύλακές του –ειδικά στα ΜΜΕ, τις τράπεζες, τις τηλεπικοινωνίες και την επεξεργασία τροφίμων).

Ο συνδυασμός κρατικής βιομηχανίας και κοοπερατίβων αποτελεί το νέο παραγωγικό μοντέλο που συνιστά επί του παρόντος το όραμα για τη Βενεζουέλα. Νέες κρατικές εταιρείες στη βασική βιομηχανία, τις τηλεπικοινωνίες και την αεροπλοΐα (και επιπλέον κοινά εγχειρήματα με κρατικές εταιρείες από άλλες χώρες σε τομείς όπως τα τρακτέρ, τα αυτοκίνητα, οι σιδηρόδρομοι, οι δορυφόροι και η παραγωγή επεξεργασμένων τροφίμων) αναγνωρίζονται ως οι νέες δυνάμεις που θα ενσωματώσουν τη σύγχρονη τεχνολογία και την προωθητική οικονομική ανάπτυξη. Οι κοοπερατίβες –μετασχηματισμένες σε εταιρείες κοινωνικής παραγωγής– συναρθρώνονται στενά με τις κρατικές αυτές εταιρείες, με τις οποίες άλλωστε σχηματίζουν συγκροτήματα ως τμήματα νέων παραγωγικών αλυσίδων και ως προμηθευτές και παραγωγοί. Το σχήμα είναι διφυές: μεγάλες/μικρές εταιρείες, κρατικές εταιρείες/εταιρείες κοινωνικής παραγωγής, εντατική/εκτατική ανάπτυξη.

Τα σχέδια αυτά αναπτύσσουν νέες παραγωγικές δυνάμεις, δημιουργώντας τη βάση για την απομάκρυνση από την υπερβολική εξάρτηση από το πετρέλαιο και νέες θέσεις εργασίας για τους ανέργους και τους αποκλεισμένους. Συνιστά όμως αυτό σοσιαλισμό; Οι οικοδομούμενες σχέσεις είναι όντως σοσιαλιστικές; Η νομική ιδιοκτησία όμως και οι παραγωγικές σχέσεις δεν είναι ένα και το αυτό. Όπως σημειώθηκε στο πρώτο κεφάλαιο, η ρήξη στα δικαιώματα ιδιοκτησίας, που έλαβε χώρα με τον αποχωρισμό των μέσων παραγωγής από τους παραγωγούς ήταν μια αναγκαία αλλά όχι επαρκής συνθήκη για τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Για τις σχέσεις αυτές ήταν απαραίτητο οι καπιταλιστές να έχουν την κυριότητα της παραγωγής και να την κατευθύνουν προς τους δικούς τους στόχους.

Οι κρατικές εταιρείες μπορεί να έχουν καπιταλιστικό ή σοσιαλιστικό χαρακτήρα και οι κοοπερατίβες μπορούν να βασιστούν στο συλλογικό ιδιαίτερο συμφέρον της ομάδας ή στις ανάγκες της κοινότητας. Ο Τσάβες αναγνώρισε τη διάκριση αυτή τόσο στην κριτική του για τον κρατικό καπιταλισμό όσο και στην ιδέα της ανάπτυξης εταιρειών κοινωνικής παραγωγής. Εξάλλου, ενώ υπάρχουν κοοπερατίβες υπό συλλογική διαχείριση, υπήρχε η αίσθηση ότι έλειπαν. Γιατί; Επειδή η ανταλλαγή εμπορευμάτων (στην οποία εμπλέκονταν) συνεπάγεται ότι ο αγοραστής και ο πωλητής είναι ανεξάρτητος ο ένας απ’ τον άλλον∙ στην ανταλλαγή δραστηριοτήτων, απ’ την άλλη πλευρά, το επίκεντρο είναι η αλληλεγγύη ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας.

Στις τρέχουσες συζητήσεις (εν εξελίξει τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές) των εταιρειών κοινωνικής παραγωγής, μπορούμε να αναγνωρίσουμε δύο σχέσεις: (1) τις σχέσεις ανάμεσα στις εταιρείες κοινωνικής παραγωγής και τις κρατικές επιχειρήσεις που συγκροτούν το κομβικό σημείο τους, (2) τις σχέσεις ανάμεσα στις εταιρείες κοινωνικής παραγωγής και τις κοινότητες. Στην περίπτωση του συμπλέγματος κρατική εταιρεία/εταιρεία κοινωνικής παραγωγής, η απόρριψη των εμπορικών σχέσεων είναι η επιβεβαίωση ότι αυτές οι παραγωγικές μονάδες δεν είναι ανεξάρτητες αλλά μέρη ενός όλου, που συνιστά υποσύνολο του συλλογικού εργαζόμενου, παράγοντας συγκεκριμένα προϊόντα για το συμφέρον της κοινωνίας συνολικά. Στον δεσμό εταιρεία κοινωνικής παραγωγής/κοινότητα, το επίκεντρο είναι η δημιουργία «ενός κοινοτικού συστήματος παραγωγής και κατανάλωσης», η απευθείας συνάρθρωση των κοινοτικών αναγκών και της παραγωγικής δραστηριότητας.

Και στις δύο περιπτώσεις, η βασική προϋπόθεση είναι η δημοκρατική λήψη αποφάσεων: η ανάπτυξη σχέσεων όπου ο συλλογικός παραγωγός είναι «και το αντικείμενο και το υποκείμενο της εξουσίας». Στον βαθμό που οι κοινότητες αναγνωρίζουν συλλογικά τις ανάγκες τους και θέτουν προτεραιότητες, υπάρχει ένα θεμέλιο για την παραγωγική δραστηριότητα που βασίζεται πραγματικά στις κοινοτικές ανάγκες και στους κοινοτικούς στόχους. Στο πλαίσιο αυτό, στον βαθμό που οι κρατικές εταιρείες αποφασίζουν για το σχεδιασμό και μεταξύ τους και με τους παραγωγούς στις εταιρείες κοινωνικής παραγωγής, η δραστηριότητά τους βασίζεται στη συνεργασία, την αλληλεγγύη για την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών. Ο συγκεκριμένος συνδυασμός πρωταγωνιστικής δημοκρατίας στην κοινότητα και πρωταγωνιστικής δημοκρατίας στον χώρο εργασίας, ενσωματώνει την αλληλεγγύη ανάμεσα στις παραγωγικές μονάδες και την κοινωνία άμεσα, στις ίδιες τις παραγωγικές μονάδες (η απουσία της, όπως είδαμε, ήταν πρόβλημα στην Γιουγκοσλαβία).

Αυτό είναι το σύστημα στο οποίο οι άνθρωποι μπορούν να μεταμορφώσουν τον εαυτό τους παράλληλα με τον μετασχηματισμό της συγκυρίας. Λειτουργώντας ως υποκείμενα εξουσίας και στον χώρο εργασίας και στην κοινότητα, οι άνθρωποι μπορούν να αναπτύξουν τα προσόντα και τις ικανότητές τους. Και όπως σχολίασε ο Μαρξ, η ανάπτυξη επενεργεί στην παραγωγική δύναμη της εργασίας ως την σημαντικότερη παραγωγική δύναμη. Αυτή η αύξηση των ανθρωπίνων παραγωγικών δυνάμεων βρίσκεται στον πυρήνα «ενός νέου τύπου σοσιαλισμού, ανθρωπιστικού, που τοποθετεί τους ανθρώπους και όχι τις μηχανές ή το κράτος πάνω απ’ όλα τα άλλα».

Ποιο δρόμο θα πάρει η Μπολιβαριανή Επανάσταση;

Η ανάδυση και των δύο αυτών νέων στοιχείων είναι μια διαδικασία μάθησης και μια διαδικασία ανάπτυξης. Εφόσον οι άνθρωποι ολοκληρώνονται μέσω της δραστηριότητάς τους, η πρωταγωνιστική δημοκρατία στην κοινότητα και τον χώρο εργασίας θα τους αλλάξει, και με τον καιρό, θα γίνουν αυτοί που θα κατανοούν ότι αυτή η συγκεκριμένη συνεργασία ανάμεσα στους εργαζόμενους και την κοινωνία μπορεί να οικοδομήσει τη νέα κοινωνία.

Όμως υπάρχει αντίσταση στην ανάπτυξη των δύο αυτών σκελών μιας νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ενώ η συνδιαχείριση προοδεύει στην ALCASA και την CADELA, αλλού, δηλαδή στα κέντρα της διοίκησης (και στην ίδια την κυβέρνηση) υπάρχουν κάποιοι που δεν πιστεύουν στην εργατική διαχείριση. Για σιγουριά, θα συμφωνούσαν οι εργαζόμενοι να μπορούν να συμμετέχουν στη λήψη ασήμαντων αποφάσεων (όπως η επιλογή της χριστουγεννιάτικης διακόσμησης, όπως συνέβη στην CADAFE), αλλά πιστεύουν πως οι σημαντικές αποφάσεις πρέπει να βρίσκονται σε ασφαλή χέρια (στα δικά τους).

Ο ίδιος προσανατολισμός αντιστρατεύεται στο να αναπτυχθεί μια δύναμη πραγματικής λήψης αποφάσεων στα κοινοτικά συμβούλια. Εδώ, ωστόσο, υπάρχει ένα επιπλέον στοιχείο πέρα από τον φόβο μήπως χαθεί ο έλεγχος πάνω στις οικονομικές αποφάσεις. Ανάμεσα στους κρατικούς υπαλλήλους και τους μηχανισμούς των τσαβιστικών κομμάτων, εκδηλώνεται κάποια αντίσταση σε κάθε προς τα κάτω μετακίνηση της εξουσίας, καθώς περιορίζει τη δυνατότητα να παρέχονται δουλειές και φιλανθρωπία απ’ τους πάνω (επηρεάζοντας έτσι παραδοσιακές μορφές εκλογής και διαφθοράς).

Η οικονομική επανάσταση, εν ολίγοις, ξεκίνησε στη Βενεζουέλα αλλά η πολιτική επανάσταση (που ξεκίνησε μεν δραστικά με το νέο σύνταγμα απαιτεί όμως τη μεταμόρφωση του κράτους, έτσι ώστε η εξουσία να προέρχεται απ’ τα κάτω) και η πολιτιστική επανάσταση (που απαιτεί μια σοβαρή επίθεση στα μόνιμα δίκτυα διαφθοράς και πελατειακών σχέσεων) έμεινε πολύ πίσω. Χωρίς πρόοδο στα δύο αυτά μέτωπα, η Μπολιβαριανή Επανάσταση δεν μπορεί παρά να εκφυλιστεί.

Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τις επιπτώσεις της διατήρησης της ιεραρχίας και της εξουσίας απ’ τα πάνω στις κρατικές εταιρείες. Το άμεσο αποτέλεσμα θα είναι η απογοήτευση των εργατών που πίστεψαν ότι η επανάσταση θα άλλαζε τα πράγματα στην εργασία (ενώ όσοι απέσυραν την υποστήριξή τους θα δουν τον κυνισμό και την απάθειά τους να επιβεβαιώνεται). Το αποτέλεσμα θα είναι η ενίσχυση της αλλοτρίωσης και η επακόλουθη απώλεια για την κοινωνία της σημερινής γνώσης και της πραγματοποίησης και αύξησης της δυναμικής των εργαζομένων –εν ολίγοις, η απώλεια των ανθρωπίνων παραγωγικών δυνάμεων. Χωρίς δημοκρατική, συμμετοχική και πρωταγωνιστική παραγωγή, οι άνθρωποι παραμένουν τα κατακερματισμένα, ανάπηρα άτομα που παράγει ο καπιταλισμός.

Εάν θεωρείς πως οι εργάτες δεν είναι άξιοι εμπιστοσύνης ώστε να λάβουν τις σωστές αποφάσεις για ζητήματα σημαντικά για την κοινωνία, ισχυρίζεσαι πως επιθυμείς αυτοί να εξακολουθήσουν να παίζουν τον αντιφατικό ρόλο που παίζουν στον καπιταλισμό: να εστιάσουν στον αγώνα για υψηλότερους μισθούς, περισσότερα πλεονεκτήματα και προνόμια και μικρότερες και λιγότερο έντονες εργάσιμες μέρες. Ενισχύεις τις εγωκεντρικές τάσεις της παλιάς κοινωνίας και υπονομεύεις την οικοδόμηση νέων. Περιορίζεται η όλη λογική μας στην επιθυμία για μεγιστοποίηση της υπεραξίας προκειμένου να αφιερωθεί σε κοινωνικά προγράμματα και στην ανάπτυξη νέων παραγωγικών δυνάμεων; Όμως με τον τρόπο αυτό όχι απλώς μειώνεται η υπεραξία καθώς περιορίζεται η ανάπτυξη των ανθρωπίνων ικανοτήτων και δεξιοτήτων, αλλά και επιβεβαιώνεται ότι οι εργαζόμενοι θα διεκδικήσουν υψηλότερους μισθούς για τους εαυτούς τους. Η ίδια λογική που λέει πως δεν υπάρχει θέση για τη συνδιαχείριση στις στρατηγικές επιχειρήσεις θα επεκτεινόταν και στην άποψη ότι δεν υπάρχει χώρος για εργατικές απεργίες στους τομείς αυτούς. Πόσο μακριά από τη «εκτροπή της Σοβιετικής Ένωσης» βρισκόμαστε λοιπόν;

Ούτε περιορίζεται το πρόβλημα της ιεραρχίας μέσα στις κρατικές επιχειρήσεις στις ίδιες τις εταιρείες. Οι ιεραρχικές σχέσεις μέσα στις εταιρείες αυτές δεν μπορούν παρά να επεκταθούν στη σχέση ανάμεσα σε αυτές και στις εταιρείες κοινωνικής παραγωγής. Ποιο είδος δημοκρατικής συζήτησης μπορεί να υπάρξει ανάμεσα στις εταιρείες αυτές που οι αποφάσεις λαμβάνονται στην κορυφή και σ’ εκείνες που παίρνονται από τις συλλογικότητες; Στη σχέση αυτή οι συλλογικότητες δεν είναι ούτε ανεξάρτητες, με την ισχύ να αποφασίζουν, ούτε πρωταγωνιστές της δημοκρατίας σε ένα συλλογικό όλον. Αντίθετα, μεταμορφώνονται σε παραγωγικές μονάδες που δεν θα έχουν έλεγχο πάνω στη δραστηριότητά τους. Σε ποιο βαθμό θα μπορούσαν τα μέλη των εταιρειών κοινωνικής παραγωγής να δουν τους εαυτούς τους ως συλλογικό μισθωτό εργάτη;

Ομοίως, εφόσον απουσιάζει ένας πραγματικός θεσμός απ’ τα κάτω που να αναγνωρίζει τις ανάγκες των τοπικών κοινοτήτων, ποιος θα αποφασίζει για τις ανάγκες τους; Οι τοπικοί υπεύθυνοι που απορρίπτουν τη διαφάνεια λόγω των συνεπειών της; Τα στελέχη των τοπικών κομμάτων; Και η παραγωγή για τις κοινότητες; Αντί για «τη συντονισμένη κοινωνική αυτοδιαχείριση», περιέγραψε ο Μετζάρος, η συμμετοχή στην κοινότητα θα καθορίζεται από τις εταιρείες (κοοπερατίβες, εταιρείες κοινωνικής παραγωγής και κρατικές εταιρείες)∙ απόδειξη για τη συμμετοχή στην κοινότητα θα είναι ο φόρος, το κόστος για την επιχειρηματική δραστηριότητα. Σημαίνει αυτό παραγωγή για τις ανάγκες και τους σκοπούς της κοινότητας;

Υπάρχει ένας στίχος από ένα παλιό τραγούδι του Μπομπ Ντύλαν: «He not busy born is busy dying» (Όποιος δεν ασχολείται με τη γέννησή του, ασχολείται με τον θάνατό του). Εάν η Μπολιβαριανή Επανάσταση δεν προχωρήσει με την ανάπτυξη της πρωταγωνιστικής δημοκρατίας στον χώρο εργασίας και την κοινότητα, πόσο διαφορετική θα είναι η Βενεζουέλα από τον καπιταλισμό; Το μόνο που θα χρειαζόταν θα ήταν η στροφή στο ιδιωτικό κεφάλαιο (εγχώριο και ξένο) ως αύξουσα πηγή επένδυσης, και η Επανάσταση θα γυρνούσε στο Εθνικό Σχέδιο του 2001, όταν ο Τσάβες ήταν οπαδός του Τρίτου Δρόμου.

Για κάποιους αυτό δεν θα συνιστούσε σε καμιά περίπτωση τραγωδία. Θα μας προκαλούσε έκπληξη εάν ανάμεσα στους τσαβιστές ηγέτες υπάρχουν κάποιοι που θέλουν όχι όπως συχνά καταγγέλλεται «τσαβισμό χωρίς τον Τσάβες», αλλά «Τσάβες χωρίς σοσιαλισμό»; Υπάρχουν αυτοί για τους οποίους η ανάπτυξη των δυνατοτήτων και των ικανοτήτων των μαζών δεν είναι τόσο δελεαστική όσο η επιθυμία για τη συσσώρευση ισχύος και άνεσης για τις οικογένειές τους. Όλοι γνωρίζουν πως υπάρχουν κατ’ επίφαση επαναστάτες αντίθετοι στην επανάσταση. Αυτό συνιστά την πραγματική απειλή για την Μπολιβαριανή Επανάσταση –όχι η ατομική ιδιοκτησία των τραπεζών, των ΜΜΕ και τα άλλα στοιχεία του καπιταλιστικού θύλακα. Η απειλή βρίσκεται στην ίδια την Μπολιβαριανή Επανάσταση.

Η απειλή να φτάσει η Επανάσταση στο σημείο να υποστηρίζει τον καπιταλισμό (που αποτελεί την ίδια στιγμή τη βάση για μια νέα ολιγαρχία ριζωμένη στη διαφθορά) καταδεικνύει την ανάγκη της πάλης για το Σύνταγμα. Η πάλη προκειμένου να καταστεί αληθινή η υπόθεση πως, όπως ακριβώς συμβαίνει στην σφαίρα της οικονομίας − με «την αυτοδιαχείριση, τη συνδιαχείριση, τις κοοπερατίβες κάθε μορφής» − «η συμμετοχή των ανθρώπων στη διαμόρφωση, τη διεξαγωγή και τον έλεγχο της διεύθυνσης των δημοσίων υποθέσεων είναι ο αναγκαίος δρόμος για να επιτευχθεί η συμμετοχή ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης ανάπτυξη, τόσο η ατομική όσο και η συλλογική».

Φυσικά, θα ήταν δύσκολο να γίνει πραγματικότητα η προτροπή του Τσάβες για τη διεκδίκηση «του σοσιαλισμού ως θέση, ως σχέδιο και πορεία, ωστόσο έναν νέο τύπο σοσιαλισμού, ανθρωπιστικό, που τοποθετεί τους ανθρώπους και όχι τις μηχανές ή το κράτος πάνω απ’ όλα». Ο αγώνας για την πραγματοποίησή του συνεπάγεται την προώθηση της αναγκαίας για την οικονομική επανάσταση πολιτικής και πολιτιστικής επανάστασης.

Μπορεί η πάλη να βασιστεί στον αυθορμητισμό; Ή σε σποραδικές εκστρατείες που επικαλούνται τη δύναμη των μαζών για να κάνουν όμως επανάσταση μέσα στην επανάσταση; Με δεδομένους τους εχθρούς της Μπολιβαριανής Επανάστασης (και τους εντός και τους εκτός), υπάρχει ανάγκη για ένα πολιτικό όργανο που να μπορεί να συσπειρώσει όσους μάχονται για πρωταγωνιστική δημοκρατία στον χώρο εργασίας και στην κοινότητα. Ένα όργανο που να μπορεί να αναπτύσσει και να συναρθρώνει κοινές απαιτήσεις όπως τη διαφάνεια –απαραίτητος όρος και για την πραγματική δημοκρατία και για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Που δεν θα βασίζεται σε κλειστές ομαδοποιήσεις, αλλά σε όλες τις λαϊκές οργανώσεις και θα αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης στο σύνολό της.

Δεν υπάρχει τίποτα αναπόφευκτο σχετικά με το εάν η Μπολιβαριανή Επανάσταση θα επιτύχει στην οικοδόμηση της νέας κοινωνίας ή εάν θα καταλήξει σε ένα νέο είδος καπιταλισμού με λαϊκιστικά χαρακτηριστικά. Η έκβαση θα καθοριστεί αποκλειστικά από την πάλη. Η ευθύνη όσων υποστηρίζουν τη διαδικασία, ωστόσο, περιγράφηκε καλά το 1993 από τον Τσάβες: «Ο κυρίαρχος λαός πρέπει να μεταμορφωθεί στο αντικείμενο και το υποκείμενο της εξουσίας. Η επιλογή αυτή δεν είναι προς διαπραγμάτευση για τους επαναστάτες».

Πέρα από τη Βενεζουέλα

Η Μπολιβαριανή Επανάσταση ενδέχεται να μην πετύχει. Δεν υπάρχουν μόνο τα εσωτερικά προβλήματα τα οποία μπορούν να επιλυθούν με τον αγώνα, αλλά ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός και καπιταλισμός θα κάνουν ό,τι μπορούν για να καταστρέψουν αυτή την επαναστατική διαδικασία για ό,τι αντιπροσωπεύει.

Η Μπολιβαριανή Επανάσταση άλλωστε έχει θέσει στο προσκήνιο τις ανθρώπινες ανάγκες και την ανθρώπινη ανάπτυξη. Μας έχει υπενθυμίσει ότι στόχος δεν είναι ο σοσιαλισμός. Αντίθετα, στόχος είναι η πλήρης ανάπτυξη της ανθρώπινης δυναμικής. Ο σοσιαλισμός είναι ο δρόμος για την επίτευξη του στόχου. Ο μόνος δρόμος.

Σαφέστατα ο καπιταλισμός δεν είναι ο δρόμος. Η ίδια η λογική του καπιταλισμού διαχωρίζει τους εργαζομένους από τα προϊόντα τους, από τις κοινότητές τους, τον έναν από τον άλλο. Ο καπιταλισμός από την ίδια του τη φύση διαιρεί τον συλλογικό εργαζόμενο, διαιρεί την ανθρώπινη οικογένεια –γιατί έτσι πρέπει. Πρέπει, εάν θέλει να εξακολουθήσει να υφαρπάζει τους καρπούς της ανθρώπινης συνεργασίας. Ακριβώς επειδή στόχος του κεφαλαίου είναι η αύξηση της υπεραξίας, η αύξηση του ίδιου του κεφαλαίου, δεν θα παραγάγει ποτέ τα πλούσια ανθρώπινα όντα που οραματίστηκε ο Μαρξ ως προϊόντα μιας κοινωνίας στην οποία η ανάγκη του εργαζομένου για ανάπτυξη επικρατεί.

Με το όραμά της να δίνει έμφαση στις ανθρώπινες ανάγκες και την ανθρώπινη ανάπτυξη, η Μπολιβαριανή Επανάσταση επανατοποθέτησε στην ατζέντα τον μαρξισμό. Όχι τον οποιοδήποτε μαρξισμό. Μάλλον έναν μαρξισμό που αναγνωρίζει ότι ο βασικός συλλογισμός του Μαρξ όταν έγραφε το Κεφάλαιο ήταν η κατανόηση πως ο πραγματικός πλούτος είναι ο ανθρώπινος πλούτος, οι ανθρώπινες ικανότητες και δεξιότητες. (Αν κατανοήσεις το σημείο αυτό, δεν μπορεί να μην αντιληφθείς την καταδίκη στην πρώτη πρόταση του Κεφαλαίου –τον τρόμο μιας κοινωνίας στην οποία ο πλούτος εμφανίζεται ως ένας τεράστιος σωρός εμπορευμάτων). Επιπλέον, η επανάσταση αυτή έχει στρέψει την προσοχή στην κεντρικότητα της πρακτικής: Το ουσιώδες σημείο του Μαρξ ότι οι άνθρωποι μεταμορφώνονται από τη δράση τους, καθώς μετασχηματίζουν τις συνθήκες ύπαρξής τους.

Απ’ αυτή την άποψη, η Μπολιβαριανή Επανάσταση έχει επαναφέρει τον μαρξισμό του Τσε Γκεβάρα∙ ειδικά την αναγνώριση ότι είναι απαραίτητο να δρούμε έντονα για να εξαλείψουμε τις κατηγορίες της παλιάς κοινωνίας, συγκεκριμένα το υλικό συμφέρον ως τον κινητήριο μοχλό και να οικοδομήσουμε τον νέο άνθρωπο. Τι είδους παραγωγικές σχέσεις επιτρέπουν την ανάπτυξη των ανθρώπων που μπορούν να οικοδομήσουν τη νέα κοινωνία; Ο Τσε κατάλαβε πως οι σχέσεις αυτές δεν μπορούν να είναι αποξενωμένες, πως δεν μπορεί να είναι σχέσεις στις οποίες οι δεσμοί του συλλογικού εργαζόμενου να λανθάνουν. Πρέπει να υπάρχουν διάφανες σχέσεις, που οικοδομούνται πάνω στην αλληλεγγύη και, στη συνέχεια, δημιουργούν επιπλέον αλληλεγγύη μέσα στην κοινωνία. Ήταν εν ολίγοις αναγκαίο να δημιουργηθούν νέες κοινωνικές σχέσεις, βασισμένες στη συνείδηση της ενότητας του λαού (μια ενότητα που ο Μαρξ περιέγραψε ως βασισμένη στην αναγνώριση της διαφορετικότητας).

Επιπλέον ο Τσε υποστήριξε ότι η ανάπτυξη αυτής της νέας συνείδησης λειτουργεί θετικότερα στην ανάπτυξη της παραγωγής από τα υλικά κίνητρα. Στις συζητήσεις για την παραγωγή για τις κοινές ανάγκες, για την ανταλλαγή δραστηριοτήτων παρά εμπορευμάτων (που εκκινεί από την έννοια του διαχωρισμού), ο γκεβαριανός μαρξισμός είναι ενσωματωμένος στην Μπολιβαριανή Επανάσταση –μια επανάσταση εστιασμένη στην ανθρώπινη ανάπτυξη, στην επανάσταση των ριζοσπαστικών αναγκών.

Η Βενεζουέλα έχει μοναδικά χαρακτηριστικά –ο πετρελαϊκός πλούτος έρχεται προφανώς στο νου (όπως και το τεράστιο κοινωνικό χρέος). Ό,τι όμως ξεχωρίζει από την Μπολιβαριανή Επανάσταση έχει σαφώς μικρή σχέση με τη Βενεζουέλα. Ο αγώνας για την ανθρώπινη ανάπτυξη, για ριζοσπαστικές ανάγκες, η κεντρικότητα της πρωταγωνιστικής δημοκρατίας (στον χώρο δουλειάς και στην κοινότητα), η αντίληψη πως οι άνθρωποι μεταμορφώνονται καθώς αγωνίζονται για δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια, ότι η δημοκρατία είναι πράξη, ότι σοσιαλισμός και πρωταγωνιστική δημοκρατία είναι ένα και το αυτό, αυτά είναι παντού τα χαρακτηριστικά ενός νέου ανθρωπιστικού σοσιαλισμού, ενός σοσιαλισμού για τον 21ο αιώνα.

Υπάρχει εναλλακτική λύση. Και μπορούμε να παλέψουμε για αυτήν σε κάθε χώρα. Μπορούμε να προσπαθήσουμε να οικοδομήσουμε τον σοσιαλισμό τώρα. Οι αγώνες αυτοί δεν θα αντιμετωπίσουν μόνον τις κυβερνητικές εξουσίες αλλά και τον ιμπεριαλισμό. Κάθε θέση που θα προωθούν οι αγώνες, ωστόσο, θα διευκολύνει όσους προηγήθηκαν και όσους ακολουθούν.

Σήμερα λοιπόν ας πούμε: «Μία, δύο τρεις, πολλές Μπολιβαριανές Επαναστάσεις!»


1 Το κείμενο αυτό αποτελεί το 7ο κεφάλαιο του βιβλίου του Michael A. Lebowitz, Build It Now. Socialism for the twenty-first century, Monthly Review Press, New York 2006, τo οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει ελληνικά από τις εκδόσεις Αντίλογος. Ο πρωτότυπος τίτλος του κεφαλαίου είναι “The Revolution of Radical Needs. Behind the Bolivarian Choise of a Socialist Path”. Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την άδεια δημοσίευσης του κειμένου.

2 Επιγραφή. Karl Marx, “Contribution to the Critique of Hegel’ Philosophy of Law: Introduction, (1844), σε Marx and Engels, Collected Works, τόμ. 3, International Publishers, Νέα Υόρκη 1975, σ. 182-83.

3 Karl Marx, Capital, τόμ. 1, Vintage Books, Νέα Υόρκη 1977, σ. 772.

4 Karl Marx, Grundrisse, Vintage Books, Νέα Υόρκη 1973, σ. 325.

5 Το κεφάλαιο αυτό αποτελεί μια ερμηνεία της Μπολιβαριανής Επανάστασης. Όλα, βέβαια, τα κεφάλαια αυτό είναι. Ωστόσο, το τονίζω για δυο λόγους. Πρώτον, προκειμένου να μην μπω στη διαδικασία να παραθέτω αναλυτικά κάθε πηγή, τα κείμενα, τις συναντήσεις που έχω συμμετάσχει, τις συζητήσεις, καθώς και τις πολύτιμες περιγραφές και εκτιμήσεις, μεταξύ άλλων, των Μάρτα Χάρνεκερ, Γκρέγκορυ Γουίλπερτ, Τζόνα Γκίντιν, Φρεδερίκο Φουέντες και Χόρχε Μάρτιν. Και δεύτερον, για να απαλλάξω όλους τους άλλους από την ευθύνη.

6 Fernando Coronil, The Magical Sate: Nature, Money, and Modernity in Venezuela, University of Chicago Press, Σικάγο 1997, σ. 223, 286, 390, 392.

7 Istvan Mészáros, Beyond Capital: Toward a Theory of Transition, Monthly Review Press, Νέα Υόρκη 1995, σ. 710-11.

8 Ό. π.

9 Osvaldo Sunkel (επιμ.), Development from Within: Toward a Neostructuralist Approach for Latin America, Lynne, Rienner Publishers, Μπόουλντερ, Κολοράντο 1993, σ.6-7.

10 Ό. π., σ. 28.

11 Ό. π., σ. 46.

12 Ό. π., σ. 394.

13 Micheal A. Lebowitz, Beyond Capital: Marx’s Political Economy of the Working Class, Palgrave Macmillan, 2η έκδ., Νέα Υόρκη 2003, σ. 193

14 Nina Lopez, Creating a Caring Economy: Nora Castaňeda and the Women’s Development Bank of Venezuela, Crossroads Books, Λονδίνο 2003, σ. 193.

15Istvan Mészáros, Beyond Capital: Toward a Theory of Transition, ό.π.

16 Ό. π.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή