Ο ράφτης του Ουλμ Εκτύπωση
Τεύχος 119, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2012


O ΡΑΦΤΗΣ ΤΟΥ ΟΥΛΜ
του Λούτσιο Μάγκρι
μετάφραση Βασίλης Ανδριτσάνος και Γιώργος Καλημερίδης 1


Σε μια από τις πολυπληθείς συσκέψεις του 1991, με θέμα αν θα έπρεπε ή όχι να εγκαταλειφθεί ο όρος «κομμουνιστικό» από τον τίτλο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (ΚΚΙ), ένας σύντροφος έθεσε το εξής ερώτημα στον Πιέτρο Ινγκράο: «Μετά από όσα έχουν γίνει και με όσα σήμερα λαμβάνουν χώρα, συνεχίζετε να πιστεύετε ότι η λέξη “κομμουνιστικό” μπορεί ακόμη να χρησιμοποιείται, προκειμένου να περιγράψει το είδος του μεγάλου μαζικού δημοκρατικού κόμματος, όπως ήταν και ακόμη είναι το δικό μας, ένα κόμμα που επιθυμούμε σήμερα να ανανεώσουμε και να ισχυροποιήσουμε για να καταλάβουμε την κυβερνητική εξουσία;». Ο Ινγκράο που είχε ήδη ολοκληρωμένα εκθέσει τη διαφωνία του με την πρόταση του Οκέτο και είχε προτείνει μια εναλλακτική πολιτική πορεία, απάντησε – όχι εντελώς αστειευόμενος – με τη φημισμένη παραβολή του Μπρεχτ για το ράφτη του Ουλμ. Ο συγκεκριμένος Γερμανός τεχνίτης του 16ου αιώνα είχε κυριευθεί από την ιδέα της κατασκευής μιας μηχανής που θα έδινε τη δυνατότητα στους ανθρώπους να πετάνε. Μια μέρα πεπεισμένος πως τα είχε καταφέρει παρουσιάστηκε στον επίσκοπο λέγοντάς του: «Κοίτα, μπορώ να πετάξω». Ο επίσκοπος τον προέτρεψε να το αποδείξει και ο ράφτης πήδηξε στο κενό από την οροφή της εκκλησίας και μοιραία συνετρίβη στις πλάκες του δρόμου. Και όμως, σχολιάζει ο Μπρεχτ, μερικούς αιώνες αργότερα, οι άνθρωποι κατάφεραν τελικά να πετάξουν.
Η απάντηση του Ινγκράο δεν ήταν απλά πνευματώδης, αλλά και εύστοχη. Πόσοι αιώνες, πόσοι αιματηροί αγώνες, πρόοδοι και ήττες χρειάστηκαν ώστε το καπιταλιστικό σύστημα να φτάσει – στη Δυτική Ευρώπη που αρχικά ήταν πολύ πιο καθυστερημένη και βάρβαρη σε σχέση με άλλα τμήματα του κόσμου – σε μια χωρίς προηγούμενο οικονομική αποδοτικότητα και χάρις σε αυτήν σε νέους πολύ πιο διευρυμένους πολιτικούς θεσμούς και μια πιο ορθολογική κουλτούρα; Και πόσες ασυμφιλίωτες αντιφάσεις σημάδεψαν το φιλελευθερισμό όλα αυτά τα χρόνια, ανάμεσα στα διακηρυγμένα ιδανικά του – κοινή ανθρώπινη φύση, ελευθερία του λόγου και της σκέψης, λαϊκή κυριαρχία – και τις πρακτικές που τα αμφισβητούσαν: δουλεία, αποικιοκρατία, βίαιη απομάκρυνση των χωρικών από την κοινοτική γη τους, θρησκευτικοί πόλεμοι; Αντιφάσεις μιας κοινωνικής πραγματικότητας που νομιμοποιούνταν στο πεδίο της ιδεολογίας: Η ιδέα ότι η ελευθερία μπορούσε και έπρεπε να αποδοθεί μόνο σε αυτούς που, χάρις στα προνόμια της ιδιοκτησίας και της κουλτούρας – συχνά και της φυλής και του χρώματος – μπορούσαν να την ασκήσουν με σύνεση και η συνακόλουθη αντίληψη ότι η ιδιοκτησία ήταν απόλυτο και απαραβίαστο δικαίωμα, αντίληψη η οποία απέκλειε την καθολική ψηφοφορία.
Οι αντιφάσεις αυτές δε χαρακτήρισαν απλώς την αρχή του συγκεκριμένου ιστορικού κύκλου. Αναπαράγονταν με διάφορες μορφές και στη μετέπειτα εξέλιξή του και βαθμιαία περιορίστηκαν μόνο από τη δράση νέων κοινωνικών υποκειμένων και δυνάμεων που αμφισβητούσαν το κυρίαρχο σύστημα και τις ιδέες του. Αν, επομένως, η αληθινή ιστορία της καπιταλιστικής νεωτερικότητας δεν είναι μια γραμμική πορεία προόδου, αλλά μια δραματική διαδικασία με μεγάλο κόστος, γιατί η διαδικασία της υπέρβασής της θα πρέπει να είναι διαφορετική; Αυτό είναι το ιστορικό μάθημα που η παραβολή του ράφτη θέλει να τονίσει.
Η παραβολή θέτει ωστόσο και επιπλέον ερωτήματα. Αν ο ράφτης του Ουλμ δεν είχε σκοτωθεί και είχε μείνει ανάπηρος μετά την καταστροφική του πτώση, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι θα δοκίμαζε άμεσα το ίδιο εγχείρημα; Ή μήπως οι φίλοι του θα τον απέτρεπαν από μια νέα προσπάθεια; Και δεύτερον ποια είναι η πραγματική του συμβολή στην μετέπειτα ιστορία της αεροναυπηγικής; Τα παραπάνω ερωτήματα είναι ιδιαίτερα δύσκολα και επιτακτικά για τον Κομμουνισμό – κυρίως γιατί ο τελευταίος δε διεκδικούσε να είναι ένα αφηρημένο ιδεώδες, αλλά μέρος μιας ιστορικής διαδικασίας σε εξέλιξη, ένα πραγματικό κίνημα που άλλαζε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Ο Κομμουνισμός περιλαμβάνει συνεπώς πάντα τη δοκιμασία στο πεδίο της πραγματικότητας, μια επιστημονική ανάλυση της υπάρχουσας κατάστασης και μια ρεαλιστική πρόγνωση του μέλλοντος που τον προστατεύουν από την μετατροπή του σε μύθο.
Θα πρέπει επίσης να προσθέσουμε και μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις ήττες των αστικών επαναστάσεων στη Γαλλία και την Αγγλία και στην πρόσφατη κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» – διαφορά που δεν μετριέται απλά από τον αριθμό των θανάτων ή από την καταφυγή στον αυταρχισμό, αλλά από τα αποτελέσματά τους. Οι πρώτες άφησαν μια κληρονομιά που αν και πολύ πιο φτωχή σε σύγκριση με τις αρχικές ελπίδες, είναι παρ’ όλα αυτά ορατή. Είναι αντίθετα πολύ πιο δύσκολο να διακρίνουμε την κληρονομιά του δεύτερου και να αναγνωρίσουμε τους νόμιμους επιγόνους του.
Στα χρόνια που ακολούθησαν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, τα παραπάνω ερωτήματα όχι μόνο έμειναν αναπάντητα, αλλά στην πραγματικότητα δε συζητήθηκαν με σοβαρότητα. Οι απαντήσεις που δόθηκαν ήταν επιφανειακές και ιδιοτελείς: άρνηση ή αμνησία. Η ιστορική εμπειρία και η θεωρητική κληρονομιά που σημάδεψαν ένα ολόκληρο αιώνα παραδόθηκαν, σύμφωνα με τη γνωστή έκφραση του Μαρξ, στη «διαβρωτική κριτική των τρωκτικών» – τα οποία, όπως γνωρίζουμε, είναι αδηφάγα και πολλαπλασιάζονται γρήγορα σε κατάλληλες συνθήκες.
Ο όρος «κομμουνιστικό» συνεχίζει να εμφανίζεται, ασφαλώς, στην προπαγάνδα της χοντροκομμένης Δεξιάς. Εμφανίζεται στα σύμβολα μικρών ευρωπαϊκών κομμάτων για να δηλώσει την αφοσίωση μιας μειοψηφίας στην ιστορική του μνήμη ή για να υποδηλώσει μια εν γένει αντίθεση στον καπιταλισμό. Κομμουνιστικά κόμματα συνεχίζουν να έχουν την εξουσία σε κάποιες μικρές χώρες με σκοπό την υπεράσπιση κυρίως της εθνικής τους ανεξαρτησίας από τον ιμπεριαλισμό και κυβερνούν μια πολύ μεγάλη χώρα, όπου εκεί το Κόμμα προωθεί μια θεαματική οικονομική ανάπτυξη σε μια, ωστόσο, διαφορετική κατεύθυνση. Η Οκτωβριανή Επανάσταση θεωρείται γενικά μια μεγάλη αυταπάτη – χρήσιμη σε κάποιες ιστορικές στιγμές με βάση την οπτική λίγων. Καταστροφική, παρ’ όλα αυτά, στη συνολική της αποτίμηση, ταυτισμένη με το Σταλινισμό στις πιο γραφικές εκδοχές της και καταδικασμένη οριστικά από το τελικό της αποτέλεσμα. Ο Μαρξ έχει ανακτήσει ένα βαθμό αξιοπιστίας ως στοχαστής, λόγω των εύστοχων προβλέψεών του για το μέλλον του καπιταλισμού, οι οποίες αποκόπτονται, όμως, από οποιαδήποτε πολιτική φιλοδοξία υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος. Η καταδίκη της μνήμης επεκτείνεται πλέον καλύπτοντας ολόκληρη την εμπειρία του σοσιαλισμού και περιλαμβάνει ακόμα και τα ριζοσπαστικά στοιχεία των αστικών επαναστάσεων και των αντιαποικιακών αγώνων (οι οποίοι, όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν μπορούν να είναι πάντα ειρηνικοί, ούτε καν στη χώρα του Γκάντι).
Συνοπτικά, «το φάντασμα που πλανάται» φαίνεται να έχει οριστικά ταφεί: με τιμές από κάποιους, με άσβεστο μίσος από άλλους, με αδιαφορία από τους περισσότερους, καθώς δεν έχει τίποτα άλλο να τους πει. Ίσως η πιο δηκτική, αν και από τη δική της οπτική με το μεγαλύτερο σεβασμό, ετυμηγορία για αυτή την τελική ταφή έχει διατυπωθεί από τον Augusto del Noce, ένα από τα πιο λαμπρά πνεύματα των ιδεολογικών αντιπάλων της Αριστεράς, ο οποίος θεωρεί ότι οι Κομμουνιστές έχουν και νικήσει και χάσει ταυτόχρονα. Έχουν χάσει, με καταστροφικό τρόπο, στον προμηθεϊκό αγώνα τους να αντιστρέψουν την πορεία της ιστορίας, υποσχόμενοι στους ανθρώπους ελευθερία και αδελφοσύνη, παρά την απουσία του Θεού και την επίγνωση της θνητότητάς τους. Άλλα έχουν και νικήσει καθώς αποτέλεσαν έναν αναγκαίο παράγοντα για την επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης της καπιταλιστικής νεωτερικότητας και των αξιών της: υλισμός, ηδονισμός, ατομικισμός και ηθικός σχετικισμός. Αδιάλλακτος καθολικός συντηρητικός ο del Noce, πίστεψε ότι είχε προβλέψει τη θεαματική ετερογένεια των αποτελεσμάτων του Κομμουνισμού, αν και δεν έχει και πολλούς λόγους για να είναι ευχαριστημένος από την τελική εξέλιξη.
Οποιοσδήποτε πίστεψε σε αυτό που ο Κομμουνισμός επιχειρούσε και συμμετείχε άμεσα, έχει χρέος να λογοδοτήσει γι’ αυτόν, έστω και μόνο για να αναρωτηθεί εάν η ταφή ήταν πολύ βιαστική και αν απαιτείται ένα διαφορετικό πιστοποιητικό θανάτου. Στην Ιταλία επινοήθηκαν διάφοροι τρόποι για να παρακαμφθεί αυτό το κεντρικό ερώτημα: έγινα Ιταλός κομμουνιστής επειδή αυτή ήταν η πρώτη προτεραιότητα για όποιον ήθελε να πολεμήσει το φασισμό, να υπερασπιστεί το δημοκρατικό πολίτευμα και να υποστηρίξει τα ιερά αιτήματα των εργαζομένων ή έγινα κομμουνιστής σε μια περίοδο που οι δεσμοί με τη Σοβιετική Ένωση ή τη μαρξιστική ορθοδοξία είχαν ήδη τεθεί σε αμφισβήτηση. Σήμερα κάνω μια περιορισμένη αυτοκριτική για το παρελθόν και επιβεβαιώνω τη γνήσια δεκτικότητά μου για το νέο. Δεν είναι αυτό ήδη αρκετό;
Κατά την άποψή μου δεν είναι αρκετό. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αδυνατεί να αποτιμήσει ένα συλλογικό εγχείρημα που έλαβε χώρα για πολλές δεκαετίες και το οποίο πρέπει να εκτιμηθεί, καλώς ή κακώς, ως σύνολο. Πάνω απ’ όλα είναι μια ανεπαρκής τοποθέτηση που δε μας βοηθάει να εξαγάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα για το παρόν και το μέλλον. Πολλοί άνθρωποι σήμερα λένε: ήταν όλο ένα λάθος, αλλά ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας. Για ένα διάστημα, αυτό το μείγμα αυτοκριτικής και νοσταλγίας, αμφιβολίας και περηφάνιας – ιδιαίτερα για τους καθημερινούς ανθρώπους – έμοιαζε δικαιολογημένο. Αλλά με το πέρασμα του χρόνου, ιδιαίτερα μεταξύ των διανοουμένων και των πολιτικών ηγετών, φαίνεται να είναι ένας εύκολος συμβιβασμός ανάμεσα στο άτομο και τον κόσμο. Ρωτώ τον εαυτό μου για άλλη μια φορά: υπάρχουν ορθολογικοί, πειστικοί λόγοι για την υιοθέτηση μιας στάσης ενάντια στην άρνηση και την αμνησία; Υπάρχουν σοβαροί λόγοι και κατάλληλες προϋποθέσεις για να ξανανοίξει μια κριτική συζήτηση για τον Κομμουνισμό σήμερα; Κατά τη γνώμη μου υπάρχουν.
Από το μοιραίο 1989 και μετά πολύ νερό έχει κυλήσει στο αυλάκι. Οι νεωτερισμοί που παρήγαγε και επικύρωσε η συγκεκριμένη ιστορική τομή έχουν πάρει μια πιο ξεκάθαρη και οριστική μορφή και οι εξελίξεις ήταν πυκνές και ραγδαίες. Μια νέα μορφή της παγκόσμιας τάξης, της κοινωνίας και της συνείδησης έχει εμφανιστεί. Ο νικηφόρος καπιταλισμός βρέθηκε χωρίς αντίπαλο και μπόρεσε να επανεπιβεβαιώσει τις θεμελιώδεις αξίες και τους μηχανισμούς του, οι οποίοι απελευθερώθηκαν πλέον από κάθε περιορισμό. Η τεχνολογική επανάσταση και η παγκοσμιοποίηση έδειχναν να εξασφαλίζουν την προοπτική μιας δυναμικής οικονομικής ανάπτυξης και σταθερών διεθνών σχέσεων κάτω από την ηγεσία μιας και μοναδικής υπερφίαλης δύναμης. Τη δεκαετία του ’90 μπορούσε ακόμα να γίνει συζήτηση για τη συνεισφορά του ανταγωνισμού των δύο συστημάτων στη δημοκρατία και την πρόοδο, όσο και για το κόστος τους στις ζωές των ανθρώπων. Διορθώσεις, για τον περιορισμό των χειρότερων κοινωνικών συνεπειών της νέας κατανομής εξουσίας, θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο διαλόγου είτε με σκοπό τη βελτίωση της διαφάνειας των μηχανισμών της αγοράς είτε για τον περιορισμό της μονομέρειας της μοναδικής κυρίαρχης δύναμης. Αλλά, από εδώ και στο εξής, αυτό είναι το σύστημα. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, παρά μόνο να υποστηριχθεί με καλή πίστη και με σεβασμό στις αρχές του. Εάν στο μακρινό μέλλον εξαντληθεί η χρησιμότητά του και πρέπει να αντικατασταθεί, αυτό δε θα έχει καμιά σχέση με τη δράση και τη σκέψη της Αριστεράς. Αυτή ήταν η πραγματικότητα που κάθε λογικός πολιτικός έπρεπε να αναγνωρίσει εάν δεν ήθελε να θεωρείται γραφικός.
Με την πάροδο λίγων χρόνων, αυτό το σκηνικό άλλαξε ριζικά. Ανισότητες στο εισόδημα, την εξουσία και την ποιότητα ζωής, τόσο μεταξύ διαφορετικών περιοχών του κόσμου, όσο και στο εσωτερικό τους, επανεμφανίζονται και συνεχίζουν να διευρύνονται. Η νέα λειτουργία του οικονομικού συστήματος είναι αποδεδειγμένα ασυμβίβαστη με τη διατήρηση μακροχρόνιων κοινωνικών κατακτήσεων: καθολική πρόνοια, πλήρης και σταθερή απασχόληση, συμμετοχική δημοκρατία για τις πιο αναπτυγμένες κοινωνίες και το δικαίωμα στην εθνική ανεξαρτησία και την προστασία από ένοπλη επέμβαση για τις υπανάπτυκτες περιοχές και τα μικρότερα έθνη. Νέα προβλήματα εμφανίζονται: η αυξανόμενη υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, η ηθική παρακμή, όπου ο ατομικισμός και ο καταναλωτισμός, αντί να γεμίσουν το κενό αξιών που δημιουργεί η κρίση μακροχρόνιων θεσμών, αντίθετα το βαθαίνουν, δημιουργώντας μια διχοτομία μεταξύ ηθικής ασυδοσίας και νεοκληρικαλισμού. Η εντεινόμενη κρίση του πολιτικού συστήματος, το οποίο καθίσταται αδύναμο από την παρακμή των εθνών-κρατών και αντικαθίσταται από θεσμούς ανεπηρέαστους από το δικαίωμα της λαϊκής ψήφου – ένα δικαίωμα που έχει χάσει το περιεχόμενό του, κάτω από τη διαχείριση της συναίνεσης από τα ΜΜΕ και το μετασχηματισμό των πολιτικών κομμάτων σε εκλογικές μηχανές με σκοπό την αναπαραγωγή μιας κυβερνητικής κάστας. Ακόμα και στο πεδίο της παραγωγής, οι ρυθμοί ανάπτυξης μειώνονται, οι οικονομικές ισορροπίες παρουσιάζουν αστάθεια, ένα σύνολο συνθηκών που κάθε άλλο παρά συγκυριακό είναι. Η χρηματοπιστωτικοποίηση (financialization) γεννά έσοδα, με παράλληλη τάση τη μανιώδη αναζήτηση άμεσων βραχυπρόθεσμων κερδών. Με αυτό τον τρόπο στερεί την αγορά από κριτήρια ελέγχου της αποδοτικότητάς της ή κριτήρια επιλογής τού τι πρέπει να παραχθεί. Τελικά, ως συνέπεια όλων των παραπάνω, είμαστε μάρτυρες της εξασθένησης της ηγεμονίας, όλο και περισσότερων συγκρούσεων και κρίσης της παγκόσμιας τάξης. Η φυσική απάντηση ήταν πάντα η χρήση της ισχύος, η προσφυγή ακόμα και στον πόλεμο, ο οποίος με τη σειρά του οξύνει τα υπάρχοντα προβλήματα αντί να τα επιλύει.
Μπορούμε να παραδεχθούμε ότι το συγκεκριμένο πλαίσιο περιγραφής είναι υπερβολικά ζοφερό και μονόπλευρο και ότι τέτοιου είδους ανησυχητικές τάσεις είναι ακόμη στα αρχικά τους στάδια. Μπορούμε επίσης να ομολογήσουμε ότι και άλλοι παράγοντες – όπως η τεχνολογική καινοτομία, για παράδειγμα, ή η εκπληκτική ανάδυση νέων μεγάλων χωρών – μπορούν να αντισταθμίσουν ή να αναχαιτίσουν τις παραπάνω τάσεις. Τέλος μπορούμε να αναγνωρίσουμε το εύρος της κοινωνικής βάσης που έχει επωφεληθεί από ένα προγενέστερο, διευρυμένο κύκλο συσσώρευσης ή ότι αλλού δημιουργούνται ελπίδες ευημερίας σε κοινωνικές ομάδες που ήταν προηγούμενα αποκλεισμένες: δυνάμεις που μπορούν να επιδείξουν συναίνεση ή να απορρίψουν τη ριζοσπαστική αλλαγή, της οποίας το αποτέλεσμα είναι αβέβαιο. Οι κομμουνιστές συχνά έκαναν καταστροφικές αναλύσεις, για τις οποίες πλήρωσαν το τίμημα.
Τίποτα ωστόσο από όλα αυτά δεν αλλάζει το γεγονός ότι μια στροφή έχει συντελεστεί, νωρίτερα από ό,τι κανείς θα ήλπιζε ή θα φοβόταν. Το μέλλον του κόσμου δεν προσφέρει τίποτα το καθησυχαστικό – όχι μόνο για τις μειονότητες που υποφέρουν ή εξεγείρονται, αλλά και για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, τα ευρύτερα στρώματα της διανόησης, ακόμα και για κάποια τμήματα των ανώτερων τάξεων. Δεν ζούμε τις ταραχώδεις στιγμές του 20ού αιώνα, αλλά δεν αναπνέουμε και το ήρεμο αέρα της Μπελ Επόκ (η οποία, όπως γνωρίζουμε, δεν είχε καλό τέλος).
Με το πέρασμα λίγων χρόνων, κινήματα κοινωνικής πάλης και αμφισβήτησης στο πεδίο των ιδεών εμφανίστηκαν στο προσκήνιο, αξιοσημείωτα για το εύρος, την αντοχή και τον πλουραλισμό των υποκειμενικών τους θέσεων και την καινοτομία των θεματικών τους. Κινήματα ασυνεχή και κατακερματισμένα, που χαρακτηρίζονται από την έλλειψη ενοποιητικού σχεδίου και οργανωτικής δομής, κινήματα κυρίως κοινωνικά και πολιτιστικά, παρά πολιτικά. Έχουν προκύψει από τις πιο ποικίλες καταστάσεις και υποκειμενικότητες και απορρίπτουν την οργάνωση, την ιδεολογία και την πολιτική, όπως τις έχουν γνωρίσει και κυρίως με τις μορφές που εμφανίζονται σήμερα. Παρ’ όλα αυτά, τα συγκεκριμένα κινήματα βρίσκονται σε συνεχή επαφή μεταξύ τους, αναγνωρίζουν κοινούς αντιπάλους και τους δίνουν όνομα και επώνυμο. Διαμορφώνουν ιδέες και πειραματίζονται με πρακτικές που έρχονται σε ριζική αντίθεση με την παρούσα κατάσταση πραγμάτων και με τις αξίες, τους θεσμούς και τις εξουσίες της: τρόπους παραγωγής, κατανάλωσης και σκέψης, σχέσεις μεταξύ κοινωνικών τάξεων, φύλων, χωρών και θρησκειών. Σε συγκεκριμένες στιγμές και επιμέρους ζητήματα – όπως στον «προληπτικό» πόλεμο ενάντια στο Ιράκ – μπόρεσαν να κινητοποιήσουν ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης. Από αυτή την άποψη έχουν πολιτικό χαρακτήρα και σημαντικό αντίκτυπο.
Θα πρέπει λοιπόν να νιώσουμε ανακούφιση; Ο «γερο-τυφλοπόντικας», απελευθερωμένος από το βάρος του δόγματος και την πειθαρχία του παρελθόντος που τον εγκλώβιζαν, έχει αρχίσει να σκάβει και πάλι προς ένα καινούριο κόσμο; Θα ήθελα να το πιστέψω, αλλά αμφιβάλλω. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα γεγονότα χωρίς απελπισία, αλλά και χωρίς αυταπάτες. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βαθμιαία τα πράγματα βελτιώνονται ή ότι το μάθημα της πραγματικότητας σύντομα θα παραγάγει μια γενική μετατόπιση του συσχετισμού των δυνάμεων προς όφελος της Αριστεράς.
Σήμερα, μια προσεκτική εκτίμηση των δυνάμεων που αντιτίθενται στο σύστημα δεν είναι καθόλου ενθαρρυντική. Είναι, βέβαια, σημαντικό το ότι τα νέα κοινωνικά κινήματα παραμένουν στο προσκήνιο και ότι σε κάποιες περιπτώσεις έχουν επεκταθεί σε νέες περιοχές και έχουν συνεισφέρει στον εμπλουτισμό της πολιτικής, καθώς επίσης και το ότι έχουν στρέψει την προσοχή τους σε κρίσιμα και αγνοημένα θέματα: το νερό, το κλίμα, η υπεράσπιση της πολιτισμικής ταυτότητας, τα δικαιώματα των μειονοτήτων, όπως οι μετανάστες ή οι ομοφυλόφιλοι. Θα ήταν λάθος να μιλήσει κανείς για οπισθοδρόμηση ή για κρίση, εξίσου λάθος όμως θα ήταν να μιλήσει κανείς για μια «δεύτερη υπερδύναμη», ήδη υπάρχουσα ή υπό διαμόρφωση. Κι αυτό γιατί στις μεγάλες μάχες στις οποίες τα κινήματα δραστηριοποιήθηκαν – όπως στην ειρήνη και τον αφοπλισμό, στην κατάργηση του ΠΟΕ και του ΔΝΤ, στο φόρο Τόμπιν και στη χρήση εναλλακτικών πηγών ενέργειας – τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά και οι πρωτοβουλίες αυτές ατόνησαν. Ο πλουραλισμός αποδείχτηκε εκτός από ζωογόνος και περιοριστικός. Ο καθένας μπορεί να έχει μια άποψη για την οργάνωση, αυτή όμως δεν μπορεί να περιορίζεται εσαεί στο ίντερνετ ή στις επαναλήψεις του παγκόσμιου φόρουμ. Η άρνηση της πολιτικής, η εξουσία από τα κάτω, η επανάσταση χωρίς εξουσία, αντί να αποτελέσουν στάδια μιας διαδρομής, μερικές αλήθειες που δεν πρέπει να απορριφθούν, ενέχουν τον κίνδυνο να γίνουν μια αποκρυσταλλωμένη υποκουλτούρα και μια επαναλαμβανόμενη ρητορική που εμποδίζει τον αναστοχασμό και κάθε τολμηρό προσδιορισμό προτεραιοτήτων. Τέλος και πάνω απ’ όλα, τα νέα κινήματα, χωρίς να ευθύνονται τα ίδια, συνοδεύτηκαν από την εμφάνιση ενός διαφορετικού τύπου ριζοσπαστικής αντιπαράθεσης στην καπιταλιστική νεωτερικότητα, εμπνεόμενου από το θρησκευτικό ή εθνικιστικό φονταμενταλισμό, του οποίου η πιο ακραία μορφή είναι η τρομοκρατία και ο οποίος περιλαμβάνει και επηρεάζει αξιοσημείωτα πλήθη ανθρώπων.
Όσο για τις εναπομείνασες οργανωμένες δυνάμεις της Αριστεράς, που αντιστάθηκαν γενναία στην κατάρρευση της μετά το ’89 εποχής, που έλαβαν μέρος σε απόπειρες πολιτικής ανανέωσης και συμπαρατάχτηκαν με τα νέα κινήματα και τους αγώνες των συνδικάτων, ο απολογισμός είναι ακόμα πιο φτωχός. Μετά από χρόνια αγώνων μέσα σε μια κοινωνία σε αναβρασμό, παραμένουν δυνάμεις περιθωριακές, διαιρεμένες τόσο μεταξύ τους, όσο και στο εσωτερικό τους. Η εκλογική τους δύναμη περιορίζεται ανάμεσα στο 3% και στο 10% και έτσι ταλαντεύονται μεταξύ μειοψηφικού ριζοσπαστισμού και εκλογικών συνεργασιών, οι οποίες τα αποδυναμώνουν περαιτέρω. Εντέλει, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς και παραφράζοντας τους κλασικούς του μαρξισμού, μπορούμε να πούμε ότι βρισκόμαστε εκ νέου σε μια φάση όπου «ο παλιός κόσμος γεννάει βαρβαρότητα, αλλά δεν έχει ακόμα φανεί ο καινούριος κόσμος που θα τον αντικαταστήσει».
Οι αιτίες αυτού του αδιεξόδου είναι ευδιάκριτες, αλλά δύσκολα αναιρούνται. Ο νεοφιλελευθερισμός και ο μονοπολικός κόσμος, ενάντια στους οποίους στην παρούσα φάση δικαιολογημένα παλεύουμε, δεν είναι παρά οι εκδηλώσεις ενός βαθύτερου και μονιμότερου μετασχηματισμού του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος που οδηγεί στα άκρα τις ενυπάρχουσες τάσεις του. Κυριαρχία της οικονομικής σφαίρας πάνω σε κάθε άλλη διάσταση της ατομικής και συλλογικής ζωής, κυριαρχία της οικονομίας της παγκοσμιοποιημένης αγοράς και εντός της αγοράς κυριαρχία των μεγάλων συγκεντρώσεων κεφαλαίου πάνω στην παραγωγή και στο εσωτερικό της παραγωγής, κυριαρχία των υπηρεσιών και των άυλων αγαθών, αντί της βιομηχανίας, που επιβάλλουν κατασκευασμένες καταναλωτικές ανάγκες εις βάρος των πραγματικών αναγκών. Από την άλλη, παρακμή της πολιτικής και των εθνικών κρατών, τα οποία έχουν υποσκελιστεί από υπερκρατικές συμφωνίες, και συνακόλουθα, κατακερματισμός και χειραγώγηση της λαϊκής βούλησης, η οποία θα έπρεπε να καθοδηγεί και να εγγυάται την κρατική πολιτική. Τέλος, ενοποίηση του κόσμου με ιεραρχημένο τρόπο κάτω από την κυριαρχία μιας αμετακίνητης και πανίσχυρης υπερδύναμης. Πρόκειται για ένα σύστημα φαινομενικά αποκεντρωμένο, όπου όμως οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται από τους ελάχιστους που κατέχουν τα καθοριστικά μονοπώλια της τεχνολογίας, των επικοινωνιών, της χρηματοοικονομίας και της στρατιωτικής ισχύος.
Η βάση του συστήματος – περισσότερο από ποτέ άλλοτε – είναι η ιδιοκτησία με τη μορφή του κεφαλαίου και η αδιάκοπη και αδιαπραγμάτευτη επιδίωξη της επέκτασής του – μια διαδικασία που έχει πλήρως αυτονομηθεί από τοπικούςή άλλους παράγοντες που θα μπορούσαν να την περιορίσουν. Χρησιμοποιώντας τα νέα επικοινωνιακά μέσα, το κεφάλαιο μπορεί να διαμορφώνει άμεσα ανάγκες, συνειδήσεις, τρόπο ζωής, μπορεί να επιλέγει την πολιτική και διανοητική ελίτ, να επηρεάζει την εξωτερική πολιτική, τις στρατιωτικές δαπάνες, τις κατευθύνσεις της έρευνας. Τελευταίο, αν και όχι λιγότερο σημαντικό, το κεφάλαιο μπορεί να αναδιαμορφώνει τις εργασιακές σχέσεις, επιλέγοντας το πού και το πώς θα προσλαμβάνονται οι εργαζόμενοι, αναζητώντας τα κατάλληλα μέσα για την υπονόμευση της διαπραγματευτικής τους δύναμης. Συγκριτικά με τις προηγούμενες φάσεις του, η πιο σημαντική καινοτομία του συστήματος είναι η δυνατότητά του, ακόμα και όταν βρίσκεται σε κρίση ή σημειώνει αποτυχίες, να μπορεί να αναπαράγει τις βάσεις της ισχύος και των αλληλεξαρτήσεών του, επιτυγχάνοντας να καταστρέψει ή να εκβιάσει τους ανταγωνιστές του. Καλεί και την ίδια στιγμή θάβει το νεκροθάφτη του.
Για να αντιταχθούμε και να υπερνικήσουμε ένα τέτοιο σύστημα χρειαζόμαστε ένα εξίσου συνεκτικό εναλλακτικό πολιτικό πρόγραμμα, τη δύναμη να το επιβάλουμε και την ικανότητα να το διαχειριστούμε, ένα κοινωνικό μπλοκ που να το υποστηρίζει, καθώς και τα αναγκαία πολιτικά βήματα και τις συμμαχίες που θα εξυπηρετούν αυτό το στόχο. Απελευθερωμένοι από το μεσσιανικό μύθο της κατάκτησης της κρατικής εξουσίας από μια ιακωβίνικη μειοψηφία, η οποία θα επωφεληθεί από τη συγκυρία, έχουμε ακόμη λιγότερους λόγους να πιστεύουμε ότι μια διαδοχή μεμονωμένων εξεγέρσεων ή περιορισμένων μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε αυθόρμητα να συνθέσει ένα μεγάλο μετασχηματισμό.
Θεωρώ ότι τα ίδια τα πράγματα απαιτούν μια Αριστερά – σήμερα σε πλήρη σύγχυση – που πρέπει να αναστοχαστεί την «κομμουνιστική υπόθεση». Δε χρησιμοποιώ τους όρους στην τύχη. Λέω αναστοχασμός – όχι αναμόρφωση ούτε παλινόρθωση – για να υπογραμμίσω το γεγονός ότι μία ιστορική φάση έχει ήδη κλείσει και ότι η καινούρια περίοδος απαιτεί ριζική ανανέωση των θεωρητικών και πρακτικών παραδόσεων του Κομμουνισμού, που πρέπει να βασίζεται στον αναστοχασμό των απαρχών, της ανάπτυξης και των αποτελεσμάτων του. Λέω «κομμουνιστική» γιατί δεν αναφέρομαι μόνο σε κείμενα, στα οποία μπορούμε να ξαναβρούμε επίκαιρες αλήθειες, ούτε σε ευγενείς προθέσεις που στη συνέχεια εκφυλίστηκαν. Αναφέρομαι σε μια συνολική ιστορική εμπειρία που έθεσε ρητά το ζήτημα της αντικαπιταλιστικής επανάστασης, με ηγέτη την εργατική τάξη οργανωμένη σε ένα κόμμα, που κινητοποίησε, στην Ιταλία και σε άλλα μέρη του κόσμου, για δεκαετίες εκατομμύρια ανθρώπους σ’ αυτό το εγχείρημα, που πολέμησε και νίκησε έναν παγκόσμιο πόλεμο, που κυβέρνησε μεγάλες χώρες, διαμόρφωσε την κοινωνία, επηρέασε έμμεσα τις εξελίξεις σε ολόκληρο τον κόσμο και, τέλος, όχι τυχαία βέβαια, αποσυντέθηκε και ηττήθηκε σκληρά. Καλώς ή κακώς σημάδεψε έναν ολόκληρο αιώνα.
Το πρώτο καθήκον στη νέα εποχή είναι να προχωρήσουμε σε ένα ιστορικό απολογισμό του κομμουνισμού του 20ού αιώνα – ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις με τις οποίες κανείς ξεκινά και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει – χωρίς πλαστογράφηση των γεγονότων, χωρίς περιττές δικαιολογίες και χωρίς να αποσπάται η βιωμένη εμπειρία από το συγκεκριμένο ιστορικό της πλαίσιο. Να διαχωρίσουμε την αναμφισβήτητη συνεισφορά του σε αποφασιστικά και μόνιμα βήματα προόδου από το τεράστιο κόστος που αυτά απαίτησαν, τις θεωρητικές αλήθειες που επιτεύχθηκαν από τις διανοητικές πλάνες. Να διακρίνουμε τις διαφορετικές φάσεις του και να αναζητήσουμε σε καθεμιά, όχι μόνο τα σφάλματα που έγιναν και τα συνακόλουθα εκφυλιστικά αποτελέσματα, μα και τις υποκειμενικές και αντικειμενικές αιτίες τους, καθώς και τις δυνατότητες που υπήρχαν για διαφορετικές πορείες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Εν ολίγοις, να επανασυστήσουμε τη διαδρομή ενός τιτάνιου εγχειρήματος και μιας δραματικής πτώσης, χωρίς να αξιώνουμε μια αδύνατη ουδετερότητα και χωρίς εκπτώσεις, αλλά αναζητώντας μια προσέγγιση της αλήθειας. Σήμερα, βρισκόμαστε σε προνομιακή θέση ως προς τη διερεύνηση αυτών των ζητημάτων, αφενός λόγω της γνώσης για το πού οδηγήθηκαν τα πράγματα και αφετέρου λόγω ενός επιπλέον κινήτρου που μας δίνει η επίγνωση ότι βρισκόμαστε ξανά ενώπιον μιας κρίσης του πολιτισμού. Να χρησιμοποιήσουμε το παρόν για να κατανοήσουμε το παρελθόν και να κατανοήσουμε καλά το παρελθόν για να προσανατολιστούμε στο παρόν και το μέλλον.
Αν αποφύγουμε ένα τέτοιο αναστοχασμό, αν θεωρήσουμε τον 20ό αιώνα ένα σωρό από στάχτες, αν διαγράψουμε τις μεγάλες επαναστάσεις, τις σκληρές ταξικές μάχες, τις μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις που τον διέτρεξαν και το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό που τις ενέπνευσαν, ή αν απλά τα αναγάγουμε όλα στην πάλη ανάμεσα στον «ολοκληρωτισμό» και τη «δημοκρατία» (χωρίς να διακρίνουμε τις διαφορές στις αφετηρίες και τους στόχους των «ολοκληρωτισμών» και αφήνοντας στην άκρη τις συγκεκριμένες πολιτικές της «δημοκρατίας»), όχι μόνο φαλκιδεύουμε την ιστορία, αλλά στερούμε την πολιτική από το πάθος και τα επιχειρήματα για να αντιμετωπίσει τόσο τα παλιά δραματικά προβλήματα, όσο και αυτά που σήμερα εμφανίζονται και απαιτούν βαθιές αλλαγές και ορθολογικό διάλογο.
Ο τύπος έρευνας που προτείνω εδώ παρουσιάζει τεράστιες δυσκολίες – το ίδιο και τα κίνητρα που θα έπρεπε να τον καθοδηγούν. Κατ’ αρχήν γιατί ο «σύντομος εικοστός αιώνας» είναι μια τόσο μεγάλη και περίπλοκη περίοδος, σημαδεμένη από δραματικές και αλληλοσυνδεόμενες αντιφάσεις, ώστε είναι απαραίτητη η εξέταση του γενικότερου πλαισίου. Δεύτερον, γιατί είναι ακόμα τόσο νωπά τα ίχνη του στη συλλογική μνήμη ώστε είναι δύσκολο να αναλυθεί με την απαιτούμενη κριτική αποστασιοποίηση. Επιπλέον, τέτοιου είδους έρευνα έρχεται σε αντίθεση με την επικρατούσα σήμερα συναίνεση, σύμφωνα με την οποία από τη μια το κεφάλαιο αυτό έχει κλείσει και από την άλλη η ιστορία, συνολικά και μακροπρόθεσμα, δεν μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί – και έτσι δεν υπάρχει λόγος το παρόν να ιδωθεί μέσα στο πλαίσιο αυτής της ιστορίας, ούτε να αναπτυχθούν οι κατάλληλες ερμηνευτικές κατηγορίες. Τέλος, στο ξεκίνημα μιας κριτικής ανάγνωσης του παρελθόντος, η αμφισβήτηση της κυρίαρχης συναίνεσης θα απαιτούσε, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, την ικανότητα παραγωγής μιας κατάλληλης ανάλυσης του παρόντος και ενός σχεδίου για μελλοντική δράση (αυτό ήταν και το ισχυρό σημείο του Μαρξισμού, ακόμη και στις πλευρές του που αποδείχθηκαν εφήμερες).
Από τη δική μου μεριά, αισθάνομαι μια κάποια ευθύνη, τόσο προσωπική, όσο και σε ό,τι αφορά τη γενιά μου, να συνεισφέρω σε ένα τέτοιο εγχείρημα, μέσω της ανασύστασης και διερεύνησης ορισμένων κομβικών σημείων της ιστορίας του ιταλικού Κομμουνισμού. Σήμερα υπάρχουν δύο επικρατούσες αναγνώσεις του ιταλικού Κομμουνισμού, οι οποίες αλληλοαποκλείονται για μια πλειάδα λόγων. Η πρώτη υποστηρίζει, κάπως χοντροκομμένα, ότι το αργότερο από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά το ΚΚΙ ήταν ουσιαστικά ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, παρά το γεγονός ότι ποτέ δε θα το παραδεχόταν και ίσως χωρίς να το συνειδητοποιεί. Η ιστορία του δεν είναι παρά μια μακριά, εξαιρετικά αργή αλλά σταθερή πορεία προς την αυτοαναγνώριση. Αυτή η καθυστέρηση του κόστισε ένα παρατεταμένο αποκλεισμό από την εξουσία, αλλά η ανεξάρτητη ταυτότητα του κόμματος του έδωσε δύναμη και εξασφάλισε την επιβίωσή του. Η δεύτερη ανάγνωση διατείνεται ότι, αντιθέτως, παρά την Αντίσταση, το δημοκρατικό σύνταγμα, το ρόλο του κόμματος στη θεμελίωση της δημοκρατίας, παρά τις κάποιες αποδείξεις αυτονομίας και την εχθρότητά του απέναντι στην ιδέα της εξέγερσης, το ΚΚΙ ήταν τελικά ένα εξάρτημα της σοβιετικής πολιτικής και ο σκοπός του ήταν πάντα η επιβολή του σοβιετικού μοντέλου. Μόνο προς το τέλος αναγκάστηκε να παραδοθεί και να αλλάξει ταυτότητα.
Και οι δύο αναγνώσεις έρχονται σε αντίφαση με πλήθος ιστορικών γεγονότων και επίσης διαγράφουν ό,τι πιο αυθεντικό και ενδιαφέρον έχει να επιδείξει η κομμουνιστική εμπειρία. Η θέση που θέλω να θέσω υπό δοκιμασία είναι ότι το ΚΚΙ αποτελούσε – με ασυνέχειες και ανολοκλήρωτο τρόπο – μια από τις πιο σοβαρές απόπειρες για τη διάνοιξη ενός σοσιαλιστικού «τρίτου δρόμου», που σημαίνει να συνδυασθούν οι επιμέρους μεταρρυθμίσεις, η επιδίωξη πλατιών κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών, η δέσμευση στην κοινοβουλευτική πολιτική διαδικασία με σκληρούς κοινωνικούς αγώνες και με μια ρητή ενιαία κριτική της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σημαίνει επίσης, τη διαμόρφωση ενός ισχυρά συνεκτικού μαχητικού κόμματος, με ιδεολογικά καταρτισμένα στελέχη, μαζικού ωστόσο, και τον επαναπροσδιορισμό του μέσα στο παγκόσμιο επαναστατικό στρατόπεδο, με σεβασμό στους περιορισμούς του, επιτυγχάνοντας όμως μια σχετική αυτονομία. Δεν επρόκειτο για διπροσωπία: η ενοποιητική στρατηγική ιδέα ήταν ότι η ενδυνάμωση και η περαιτέρω εξέλιξη του «υπαρκτού σοσιαλισμού» δεν αποτελούσε ένα πρότυπο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί κάποια στιγμή στη Δύση, αλλά μάλλον το απαραίτητο υπόβαθρο για την πραγματοποίηση ενός διαφορετικού σοσιαλισμού στη Δύση, ο οποίος θα σεβόταν τις ελευθερίες. Αυτό εξηγεί και την αύξηση της δύναμης του ΚΚΙ στην Ιταλία – αύξηση που συνεχιζόταν και μετά τον καπιταλιστικό εκσυγχρονισμό – και την έκταση της διεθνούς επιρροής του, ακόμα και μετά τα πρώτα εμφανή σημάδια της κρίσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Παρομοίως, η επακόλουθη παρακμή και ο τελικός εκφυλισμός του σε μια δύναμη περισσότερο φιλελεύθερη-δημοκρατική, παρά σοσιαλδημοκρατική, μας υποχρεώνει να εξηγήσουμε πώς και πότε αυτό το εγχείρημα απέτυχε. Με αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να προσδιορίσουμε τις αντικειμενικές και υποκειμενικές αιτίες πίσω από μια συγκεκριμένη τροχιά και να διερωτηθούμε κατά πόσον ήταν διαθέσιμες καλύτερες διαδρομές, οι οποίες θα διόρθωναν αυτή την πορεία.
Αν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, τότε η ιστορία του Ιταλικού Κομμουνισμού ίσως έχει κάτι σημαντικό να πει σχετικά με τη συνολική εμπειρία της δημοκρατικής Ιταλίας, αλλά και για το Κομμουνιστικό Κίνημα εν γένει – βοηθά να το εκτιμήσουμε στην καλύτερή του εκδοχή και να προσδιορίσουμε τα όριά του. (Σε ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο, ίσως η εξίσου ιδιόμορφη Κινεζική εμπειρία θα αποτελούσε ένα συγκριτικό πεδίο έρευνας, με το αδιερεύνητο παρελθόν της και το άδηλο μέλλον της).
Πολλοί ιστορικοί έχουν γράψει για την ιστορία του Κομμουνισμού – παρέχοντας έτσι έναν πλούτο πληροφοριών και γνώσεων για την περίοδο μεταξύ της Ρωσικής Επανάστασης και των χρόνων μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο· και σε πιο αποσπασματική μορφή, γεμάτη με χάσματα και προκαταλήψεις, σε ό,τι αφορά τις ακόλουθες δεκαετίες ως σήμερα. Παρ’ όλα αυτά δεν διαθέτουμε μια συνολική εκτίμηση και ισορροπημένη κρίση για καμιά από τις δύο περιόδους. Υπόλογες γι’ αυτό δεν είναι τόσο οι αντιπαραθέσεις που προέκυψαν – απόλυτα δικαιολογημένες – όσο η ασυμφωνία ανάμεσα στην ανάγκη ακριβούς μελέτης και στη μεροληπτική οπτική της κομματικής μπροσούρας. Φυσικά, αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, δεδομένου ότι τόσο στο παρελθόν, όσο και πιο πρόσφατα, η εργασία των ιστορικών επηρεαζόταν κατ’ αρχήν από ένα κλίμα σκληρής πολιτικής σύγκρουσης και στη συνέχεια από την ξαφνική, απροσδόκητη κατάρρευση. Τα παραπάνω ενέπνευσαν σε μια μερίδα ιστορικών τη νηφαλιότητα του ειδικού και στους υπόλοιπους την παραγωγή βολικών απλοποιήσεων.
Πέρα από τις παραπάνω επισημάνσεις, υπάρχει ένα επιπλέον εμπόδιο στην έρευνα ακόμα και του πιο σχολαστικού ιστορικού: το περιορισμένο εύρος των πηγών και οι δυσκολίες στην ερμηνεία τους. Τα κομμουνιστικά κόμματα – λόγω ιδεολογίας, οργανωτικής μορφής και των συνθηκών υπό τις οποίες βρέθηκαν να λειτουργούν – δεν είχαν διαφάνεια. Οι διαμάχες για θεμελιώδη θέματα λάβαιναν χώρα σε ολιγομελείς και συχνά άτυπες κομματικές συγκεντρώσεις· οι συμμετέχοντες δεσμεύονταν από το απόρρητο και ακόμα και μεταξύ τους μιλούσαν με προφυλάξεις και όλα αυτά για να διαφυλαχθεί η ενότητα. Οι απόψεις των μελών του κόμματος λαμβάνονταν σοβαρά υπόψη στις πολιτικές αποφάσεις και οι συγκεντρώσεις στα κατώτερα κομματικά επίπεδα ήταν ζωντανές και πολυπληθείς· οι αποφάσεις γίνονταν ωστόσο πλήρως αποδεκτές και τις υπερασπίζονταν όλοι, έστω και με διαφορετικές αποχρώσεις. Στην προώθηση στα ηγετικά κλιμάκια αξιολογούνταν οι αποδεδειγμένες ικανότητες των στελεχών, αλλά αυτή γινόταν με κοπτάτσια και επιπλέον μετρούσε πολύ και η νομιμοφροσύνη. Σε κάποιες χώρες και σε συγκεκριμένες περιστάσεις, η ηγεσία δεν δίσταζε να λογοκρίνει γεγονότα ή να δίνει αποσπασματικές εξηγήσεις για την κομματική πολιτική, τόσο προς τα έξω, όσο και προς την ίδια την κομματική της βάση, γιατί η προτεραιότητα δινόταν στην ενότητα και την κινητοποίηση – ακόμα και σε βάρος της αλήθειας. Στις περιπτώσεις που επιτρεπόταν μια κάποια διαφωνία, για παράδειγμα στις Κεντρικές Επιτροπές – όπως στην Ιταλία από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 – αυτή εκφραζόταν σε γλώσσα υπαινικτική και εν μέρει κωδικοποιημένη. Η τήρηση πρακτικών ήταν σχολαστική σε όλα τα επίπεδα, αλλά πάντα με περιορισμό και συχνά ηθελημένα, από κομματικό καθήκον, αυτολογοκριμένη. Κατά την περίοδο της «στροφής», η βασική αρχή ήταν «ανανέωση με συνέχεια». Καθώς το κόμμα ήταν μια ζωντανή κοινότητα, όσοι απομακρύνονταν, είτε μόνοι τους είτε μετά από διαγραφή, απομονώνονταν απόλυτα, κάτι που μακροπρόθεσμα προκαλούσε αμοιβαία προκατάληψη.
Έτσι, για να ανασυσταθεί η πραγματική ιστορία, χωρίς ασάφειες και λογοκρισία, δεν επαρκεί η σοβαρή ανάγνωση των εφημερίδων και των ντοκουμέντων της εποχής, ούτε οι μεταθανάτιες συνεντεύξεις και η πρόσβαση στα αρχεία που επιτέλους άνοιξαν. Χρειάζεται επίσης η παρέμβαση της μνήμης αυτών που έλαβαν μέρος σαν πρωταγωνιστές ή σαν αυτόπτες παρατηρητές και μπορούν να πουν κάτι παραπάνω σχετικά με όσα τα ντοκουμέντα αποσιωπούν, ή να δώσουν το νόημα και τη σημασία που κρύβεται πίσω από τις λέξεις. Ας σκεφτούμε, ως εξωτερικό παράδειγμα, πόσο θα φώτιζε την ιστορία της τελευταίας δεκαπενταετίας της ΕΣΣΔ, μια αυθεντική εξιστόρηση των γεγονότων και των συζητήσεων, από την πλευρά του Γκορμπατσόφ, όταν οι συνθήκες θα ήταν ώριμες για κάτι τέτοιο. Ξέρουμε όμως όλοι πόσες παγίδες κρύβει η προσωπική μνήμη, είτε γιατί ξεθωριάζει με την ηλικία ή γιατί, θέλοντας κανείς να αποσείσει σοβαρές ευθύνες ή επειδή έχει αδικηθεί, μπορεί να γίνει εξαιρετικά επιλεκτικός ή μεροληπτικός. Εύκολα ξαναδιαβάζει κανείς την ιστορία μέσα από το δικό του πρίσμα. Δεν υπάρχει κάτι κακό σ’ αυτό. Ο Προυστ, ο Τολστόι, ο Μαν ή ο Ροτ συνεισέφεραν στην κατανόηση της ιστορίας του καιρού τους, με πιο έγκυρο τρόπο από τους σύγχρονούς τους ιστορικούς. Αλλά η «διαμεσολάβηση της μνήμης» που προτείνεται εδώ έχει μια διαφορετική σημασία. Αναφέρομαι στην ανάγκη και τη χρησιμότητα μιας μνήμης που ελέγχεται από την τεκμηρίωση των γεγονότων, που συγκρίνεται με τις μνήμες των άλλων και έτσι καθίσταται όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική, σαν κάποιος να χρησιμοποιεί την προσωπική του μνήμη σαν να επρόκειτο για τη ζωή κάποιου άλλου, με σκοπό να προκύψει μια εύλογη ερμηνεία αυτού που συνέβη ή θα μπορούσε να συμβεί. Η αυτοβιογραφία θα παρέμβει μόνο αν είναι απόλυτα αναγκαίο.
Από αυτή την άποψη νομίζω ότι βρίσκομαι σε πλεονεκτική θέση. Σε ό,τι με αφορά, λόγω ηλικίας, έγινα κομμουνιστής μετά την αναταραχή του φασισμού και της αντίστασης, μετά το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ και τα γεγονότα της Ουγγαρίας και αφού είχα διαβάσει, όχι μόνο Μαρξ, Λένιν και Γκράμσι, αλλά επίσης Τρότσκι και τον ετερόδοξο δυτικό μαρξισμό. Έτσι, δεν μπορώ να πω ότι κατατάχτηκα στο Κόμμα για να πολεμήσω το φασισμό ή ότι δεν ήξερα τίποτα για το σταλινισμό και τις εκκαθαρίσεις. Κατατάχτηκα γιατί πίστευα, όπως πιστεύω και τώρα, σε ένα σχέδιο ριζικής κοινωνικής αλλαγής και στο επακόλουθο κόστος που θα έπρεπε να αναληφθεί. Ήμουν ενεργός στο Κόμμα – ποτέ σε ηγετικές θέσεις, αλλά, από τύχη ή και ικανότητα, σε άμεση επικοινωνία με την ηγετική ομάδα – για περίπου δεκαπέντε χρόνια ζωηρών διαφωνιών και σημαντικών εμπειριών. Πήρα μέρος στις διαμάχες από μειοψηφικές θέσεις, αλλά έχοντας κάποια επιρροή και πλήρη επίγνωση αυτών που συνέβαιναν. Πρόκειται για μια αποφασιστική περίοδο για την οποία πολύ λίγα είναι γνωστά ή πολλά έχουν αποσιωπηθεί, για την οποία μπορώ κι εγώ να προσθέσω κάτι. Διαγράφηκα από το Κόμμα το 1970, μαζί με άλλους συντρόφους, γιατί δημιουργήσαμε μια εφημερίδα, την Il Manifesto, κάτι που θεωρήθηκε ανεπίτρεπτο. Πρώτον, γιατί και μόνη η ύπαρξή της ήταν μια ρωγμή στο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, δεύτερον, γιατί ζητούσε ρητά μια πιο οξεία κριτική της σοβιετικής πολιτικής και του σοβιετικού μοντέλου και τέλος επειδή επιδίωκε την επανεξέταση της στρατηγικής του ΚΚΙ, ώστε να λάβει υπόψη του τις προτάσεις των κινημάτων των νέων εργατών και των φοιτητών. Νομίζω ότι κανείς δε θα μπορούσε να με κατηγορήσει ότι παρέμεινα σιωπηλός ή ότι παπαγάλιζα τις παλιές ορθόδοξες απόψεις – αντιθέτως, είμαι υποχρεωμένος να ρωτήσω γιατί, λόγω λαθών ή περιορισμών, τόσο εύστοχα επιχειρήματα και διεισδυτικές αναλύσεις παρέμειναν απομονωμένες και δεν πέτυχαν το στόχο τους.
Μαζί με έναν αριθμό συντρόφων μου γύρισα στο ΚΚΙ στις αρχές του 1980, έχοντας επίγνωση των ορίων του εξτρεμισμού στον οποίο είχαμε αφοσιωθεί, αλλά όχι μετανιωμένος: η στροφή του Μπερλίνγκουερ φαινόταν ότι είχε διευθετήσει πολλές από τις διαφορές που μας δίχαζαν. Συμμετέχοντας στην ηγεσία του ΚΚΙ, αυτή τη φορά, είχα άμεση γνώση των διαδικασιών που στην αρχή εμπόδισαν και στη συνέχεια υπονόμευσαν αυτή την προσπάθεια, φανερώνοντας ταυτόχρονα την καθυστέρηση και τους περιορισμούς της. Υπάρχει ακόμα μεγάλη επιφυλακτικότητα αναφορικά με την περίοδο αυτή και δεν υπάρχει αντίλογος στη σφοδρή κριτική. Στις αρχές του 1990 συμμετείχα στην πρώτη γραμμή της μάχης ενάντια στην απόφαση διάλυσης του ΚΚΙ: όχι επειδή ήταν πολύ ανανεωτική, αλλά γιατί η ανανέωση γινόταν με λάθος τρόπο και προς λάθος κατεύθυνση: προς την ανόητη εξάλειψη μιας πλούσιας πολιτικής ταυτότητας, ανοίγοντας το δρόμο όχι απλώς προς ένα σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, το οποίο ήδη βρισκόταν σε κρίση, αλλά προς μία παράταξη καθαρά φιλελεύθερη-δημοκρατική. Η ηγεσία διάλυσε ένα στρατό που δεν είχε ακόμα διασκορπιστεί, καλύπτοντας το εννοιολογικό κενό με κούφιο «ανανεωτισμό».
Τέλος, συμμετείχα με κάποιες αμφιβολίες στην ίδρυση της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης, γιατί φοβόμουν ότι θα της έλειπαν οι ιδέες, η θέληση και το σθένος για να πάρει το όνομά της στα σοβαρά: φοβόμουν δηλαδή μια μαξιμαλιστική παρέκκλιση ακολουθούμενη από έναν οπορτουνιστικό συμβιβασμό. Αποστασιοποιήθηκα, όμως, γιατί, αν και εξακολουθώ να πιστεύω στο εγχείρημα, δεν είδα επαρκή αποφασιστικότητα ή ικανότητα για την πραγματοποίησή του τόσο στο εσωτερικό αυτής της οργάνωσης, όσο και στην κατακερματισμένη ριζοσπαστική Αριστερά εν γένει. Ελάχιστοι γνωρίζουν καλά ή κατανοούν αυτή την πρόσφατη και βασανιστική εμπειρία και θα ήταν χρήσιμο και μόνο το να μιλήσει κανείς έντιμα γι’ αυτήν – έστω και απλά για να γίνει κατανοητή η εκλογική εκμηδένιση του 2008.
Είμαι, λοιπόν, ένα ζωντανό αρχείο στην αποθήκη. Για κάποιον ηλικιωμένο η απομόνωση μπορεί να είναι αξιοπρεπής, για έναν κομμουνιστή, όμως, είναι η πιο βαριά αμαρτία. Παρά το μύθο του «τελευταίου των Μοϊκανών», ο απομονωμένος και χολωμένος κομμουνιστής κινδυνεύει να καταντήσει γελοίος, αν δεν αποτραβηχτεί. Όμως, όπως ηαμαρτία – και συγχωρήστε μου την ειρωνική παραχώρηση στη σύγχρονη μόδα της επίκλησης του Ύψιστου – ανοίγει το δρόμο προς το Θεό, έτσι και η απομόνωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια γόνιμη αποστασιοποίηση. Δεν μπορώ να ισχυριστώ «δεν ήμουν εκεί», «δεν ξέρω». Καθώς είπα κάποια πράγματα όταν αυτό δεν ήταν εύκολο, έχω τώρα την ελευθερία να υπερασπιστώ αυτά που δεν πρέπει να αποκηρυχθούν και να διερωτηθώ τι θα μπορούσε να είχε γίνει, ή τι μπορεί ακόμα να γίνει, πέρα από τα μικροπράγματα της καθημερινής πολιτικής. Δεν είναι αλήθεια ότι το παρελθόν – των κομμουνιστών ή οποιουδήποτε άλλου – ήταν προδιαγεγραμμένο, με τον ίδιο τρόπο που το μέλλον δεν είναι αποκλειστικά στα χέρια των νέων που θα έρθουν. Ο «γερο-τυφλοπόντικας» συνεχίζει να σκάβει, αλλά τυφλός καθώς είναι, δεν ξέρει από πού έρχεται και πού πηγαίνει ή αν κάνει κύκλους. Όποιοι δεν θέλουν ή δεν μπορούν να αφεθούν στην Θεία Πρόνοια πρέπει να κάνουν ό,τι μπορούν για να τον καταλάβουν και έτσι να τον βοηθήσουν.

1 H μετάφραση έγινε από τα αγγλικά (Magri Lucio [2008], “The tailor of Ulm ”, New Left Review51 , May-June 2008 : 47-62), με τη βοήθεια του ιταλικού πρωτότυπου (Magri Lucio [2009 ], Il sarto di Ulm. Una possibile storia del PCI. Milano: IL Saggatore). Το άρθρο είναι η εισαγωγή του ομώνυμου βιβλίου του Μάγκρι. Η παρούσα μετάφραση ακολούθησε τη δομή του ιταλικού πρωτοτύπου και επομένως αφαιρέθηκαν οι υπότιτλοι που είχαν προστεθεί από τον μεταφραστή στα αγγλικά. Τέλος αφαιρέσαμε ένα τμήμα από την ενότητα με τίτλο Παγκόσμια δυναμική (σ. 53) της αγγλικής μετάφρασης, που αναφέρεται στην πολιτική συγκυρία συγγραφής του κειμένου, η οποία τέσσερα χρόνια μετά έχει μεταβληθεί ριζικά.


 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή