Editorial Εκτύπωση
Τεύχος 156, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2021


Editorial


Σύγκρουση!



1. Επιστροφή των μαζικών κινητοποιήσεων;


Η απεργία και η συγκέντρωση ενάντια στο νομοσχέδιο «Για την προστασία της εργασίας» (sic) στις 10/6/2021 θύμιζε τις μέρες εκκίνησης του κινήματος 2010-2011 ενάντια στα Μνημόνια χωρίς να υπονοούμε μια επανάληψη, αλλά μια αίσθηση, ή ένα αίσθημα, τη δυνατότητα σύγκρισης με μια άλλη συγκυρία της ίδιας ιστορικής φάσης. Παρά την ακινητοποίηση των μέσων μαζικής μεταφοράς, παρά τις παράλληλες συγκεντρώσεις στον Πειραιά και σε διάφορα άλλα σημεία της Αττικής, η διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας ήταν, μαζί με τη συγκέντρωση για την καταδίκη της Χρυσής Αυγής, η μεγαλύτερη των τελευταίων ετών, ξεπερνώντας κάθε προηγούμενη εκτίμηση. Παρόμοια σκηνικά μαζικής συμμετοχής επαναλήφθηκαν στις συγκεντρώσεις της 16ης Ιουνίου. Τα πλήθη των εργαζομένων και νεολαίων έκαναν σαφή τη στράτευσή τους στη συνέχιση της σύγκρουσης για την αχρήστευση στην πράξη του αντιδραστικού νομοθετικού κατασκευάσματος.

Ούτε ο ψευδεπίγραφος τίτλος του νομοθετήματος, ούτε η εμετική προπαγάνδα των τηλεοπτικών reality shows που αυτοαποκαλούνται «δελτία ειδήσεων», ούτε οι συνθήκες που προκύπτουν από την πανδημία μπόρεσαν να αδρανοποιήσουν τις δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους που πήραν μέρος στις κινητοποιήσεις των ημερών.

Όπως αναλύει διεξοδικά ο Βασίλης Ασημακόπουλος στο παρόν τεύχος των Θέσεων, το αντιδραστικό κυβερνητικό νομοθέτημα αντιλαμβάνεται τον εργαζόμενο ως απομονωμένο άτομο, με στόχο την περαιτέρω αποδυνάμωση της αποδυναμωμένης μισθωτής εργασίας και της κουρασμένης εργατικής συλλογικής ταυτότητας, λειτουργώντας ως μηχανισμός αναδιανομής εισοδήματος και χρόνου υπέρ του κεφαλαίου.

Για να συμπιεστεί το «εργασιακό κόστος» της εργοδοσίας, κόστος το οποίο εξ ορισμού αποτελεί το βιοτικό επίπεδο του κόσμου της μισθωτής εργασίας, «ο νόμος δεν λειτουργεί πλέον εξισορροπιστικά στην εκ των πραγμάτων ανισοκατανομή ισχύος μεταξύ εργοδότη-εργαζόμενου», αυξάνει τον εργάσιμο χρόνο και τις υπερωρίες χωρίς αντίστοιχη αύξηση της αμοιβής των εργαζόμενων, θεσμοθετεί «τον εκφοβισμό και την καταστολή των απεργιακών κινητοποιήσεων», «ακυρώνει τη ζωντανή, αδιαμεσολάβητη επαφή, τη δυναμική που διαμορφώνει την κοινή-συλλογική συνείδηση», «συνεχίζει στην κατεύθυνση της περαιτέρω αποδυνάμωσης της δυνατότητας συλλογικής διαπραγμάτευσης και σύναψης Σ.Σ.Ε.», ενώ ταυτόχρονα «καταργείται το ισχύον καθεστώς προστασίας έναντι της άκυρης απόλυσης». Η «ριζοσπαστική Δεξιά» του Μητσοτάκη δεν επιδιώκει απλώς να ακυρώσει τα υπολείμματα του νομοθετικού πλαισίου που είχαν επιβάλει οι εργατικοί αγώνες της μεταπολίτευσης, αλλά να αναδιαρθρώσει πλήρως το τοπίο, έτσι που τελικά δεν πρόκειται περί «επιστροφής στην πριν το 1982 περίοδο, αλλά πριν το 1914».1 Με δυο λόγια, το νομοθέτημα δημιουργεί το έδαφος όχι απλώς για μείωση του μισθού και ενδυνάμωση του εργοδοτικού δεσποτισμού, αλλά για την καθιέρωση ενός καθεστώτος τρομοκρατίας και αυθαιρεσίας στους εργασιακούς χώρους. Οι αμαθείς άρχοντες πήραν το μάθημά τους από τα πρώτα χρόνια της προηγούμενης δεκαετίας: το πλήθος «είναι τρομερό όταν δεν κυριαρχείταιαπό τον φόβο» (Σπινόζα, Ηθική, 54, σχόλιο), και επιχειρούν να το εφαρμόσουν σε διάφορα πεδία της ζωής.

Έτσι, με τις 37 συλλογικές συμβάσεις εργασίας που βρίσκονταν σε ισχύ στο τέλος του 2020 καλυπτόταν μόλις το ένα τέταρτο των απασχολούμενων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Για τα κοινωνικά συμφέροντα που εκφράζει η κυβέρνηση, το ποσοστό αυτό φαίνεται ότι θεωρείται υπερβολικά υψηλό. Και μπήκε μπροστά το σχέδιο κατακρήμνισής του.

Είναι αλήθεια ότι αρκετές από τις διατάξεις του νομοθετήματος ισχύουν ήδη στην πράξη, στην εργασιακή ζούγκλα που έχει διαμορφωθεί κατά τη δεκαετία 2011-2020, ζούγκλα την οποία η σημερινή κυβέρνηση θεσμοθετεί ως στοιχείο «ανασυγκρότησης» του ελληνικού καπιταλισμού μετά την κρίση. Μιλώντας αφηρημένα, το νομοθέτημα αποτυπώνει τον υπάρχοντα κοινωνικό-πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων ο οποίος γέρνει καταθλιπτικά προς όφελος του κεφαλαίου. Το ερώτημα που τίθεται είναι αυτό των όρων και των κινήσεων για την ανατροπή αυτού του συσχετισμού προς όφελος του κόσμου της εργασίας.

Με άλλα λόγια, το νομοθέτημα περισσότερο αποτελεί επικύρωση της ήδη υπάρχουσας εργοδοτικής πρακτικής. Έρχεται δηλαδή να επικυρώσει μια κατάσταση και να την «τσιμεντώσει» με το νέο στοιχείο των περιορισμών στη συνδικαλιστική και απεργιακή δράση. Κατά τούτο, αποτελεί ένα νέο κατώφλι δυνατοτήτων για την εργοδοσία· αλλά όχι μόνο γι’ αυτούς, από μια άποψη και για τους εργαζόμενους και το πολιτικό σώμα. Γιατί αν το νομοθέτημα παγιώνει με τη δύναμη του νόμου μια κατάσταση, όπως μας έμαθε ο Σπινόζα «η βούληση να ρυθμιστούν τα πάντα μέσω νόμων προκαλεί περισσότερο την όξυνση παρά τη διόρθωση των ελαττωμάτων».2 Κανένας νόμος δεν είναι αρκούντως ισχυρός όταν βρει απέναντί του την κοινωνική αντίσταση και κινηματική δράση. Απαιτείται και η πειθώ ή έστω η ανοχή της κοινωνίας, όχι τόσο των «απέξω», αλλά κυρίως αυτών τους οποίους αφορά άμεσα το εκάστοτε νομοθέτημα. Εν προκειμένω της εργατικής τάξης. Και όταν αυτή η πειθώ ή έστω ανοχή απουσιάζει, ενίοτε δεν επαρκεί η «εγρήγορση» του κατασταλτικού μηχανισμού του κράτους, διότι ο συσχετισμός των κοινωνικών δυνάμεων, σε τελική ανάλυση η σύγκρουση στον τόπο εργασίας (αλλά και η σύγκρουση των κινητοποιημένων τμημάτων της κοινωνίας με τις κρατικές πολιτικές), μπορεί να οδηγήσει στον εκφυλισμό του νόμου απλώς σε ένα κομμάτι χαρτί. Κάποιοι νόμοι δεν μπορούν να διατηρηθούν χωρίς να αποτελέσουν κίνδυνο για το κράτος.

Αξίζει πάντως στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ότι οι μεγάλες κινητοποιήσεις της 10ης και 16ης Ιουνίου δεν προέκυψαν ως κεραυνός εν αιθρία. Η «επιστροφή των κινητοποιήσεων» ήταν ένα σταθερό σημείο της συγκυρίας κατά τη δεύτερη φάση της πανδημίας, δηλαδή ουσιαστικά τον τελευταίο μισό χρόνο. Από τον χώρο των εργαζομένων στον πολιτισμό μέχρι τον χώρο της υγείας και αυτόν της εκπαίδευσης, τις φοιτητικές και νεολαιίστικες κινητοποιήσεις, από τα συλλαλητήρια για τα εργατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες, από τις απεργίες σε όλη τη χώρα, μέχρι τα κινήματα ανακατάληψης κοινωνικών χώρων, όπως του θεάτρου «Εμπρός» στου Ψυρρή (23/5/2021) και της «Rosa Nera» στα Χανιά (6/6/2021), η ατμόσφαιρα της σύγκρουσης με τις στρατηγικές του κράτους και του κεφαλαίου ήταν και είναι εμφανής, αγνοώντας και ακυρώνοντας στην πράξη τον νόμο 4703/2020 περιορισμού και ελέγχου-έγκρισης των διαδηλώσεων. Καίτοι αυτές οι κινητοποιήσεις διατηρούν ακόμα έναν απλώς αμυντικό χαρακτήρα απέναντι σε κυβερνητικές-κρατικές πρωτοβουλίες, μπορούμε εντούτοις να διατηρήσουμε μια μικρή αισιοδοξία, ότι βρισκόμαστε στην αρχή ενός νέου κύματος κοινωνικών αγώνων.


2. Ανάπτυξη


Στο συλλαλητήριο της 10ης Ιουνίου η διοίκηση της ΓΣΕΕ προσήλθε με το σύνθημα «Ανάπτυξη δε γίνεται με εξαθλιωμένους εργαζόμενους». Το σύνθημα αυτό πολύ απλά εθελοτυφλεί μπροστά στην πραγματικότητα. Προσπαθεί να υποδείξει σε κράτος και κεφάλαιο ότι «σφάλλουν» με τις πολιτικές λιτότητας και την ενίσχυση της εργοδοτικής εξουσίας, ότι στο καπιταλιστικό σύστημα (πρέπει να) υπάρχει «αρμονία συμφερόντων»: «δίκαιοι μισθοί» και ψηλό βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, ως προϋπόθεση για υψηλά κέρδη του κεφαλαίου, υψηλά ποσοστά επένδυσης και γρήγορη μεγέθυνση του εθνικού προϊόντος, με μια φράση κοινωνική ειρήνη, συνεργασία και ευημερία. Ας το ξαναπούμε λοιπόν: Ό, τι αποτελεί εργασιακό κόστος για το κεφάλαιο, συνιστά ανάγκη για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία των εργαζομένων, δηλαδή ζήτημα διατήρησης ορισμένου βιοτικού επιπέδου. Αυτό αφορά και το κοινωνικό κράτος, οι υπηρεσίες του οποίου εκτός του ότι αποτελούν κόστος για τους φορολογούμενους συνιστούν σημαντική μορφή έμμεσου, «κοινωνικού μισθού». Επομένως η μείωση του μισθού, η αύξηση του χρόνου εργασίας, η εντατικοποίηση της δουλειάς, η μετατροπή του κάθε εργαζόμενου ατομικά σε ένα ευέλικτο «υπηρέτη» των «αναγκών της επιχείρησης», όλα αυτά αποτελούν όψεις της στρατηγικής που εξυπηρετεί με αποκλειστικό τρόπο τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Επιδιώκει να καθιερώσει ένα εργασιακό περιβάλλον με συρρικνωμένα δικαιώματα και κοινωνικές παροχές για τους εργαζόμενους, με χαμηλότερους και «ευέλικτους» μισθούς και με εκμηδένιση της διαπραγματευτικής δύναμης των μισθωτών απέναντι στους εργοδότες.

Βέβαια καθήκον του αστικού κράτους (και των κυβερνήσεων) είναι να παρουσιάζουν (και να επιβάλλουν) αυτό το ταξικό συμφέρον του κεφαλαίου ως το «κοινό συμφέρον» της κοινωνίας. Η παραδοσιακή μέθοδος για αυτό είναι να επιστρατεύουν το επιχείρημα της «ανάπτυξης»: Όταν το νέο εργασιακό περιβάλλον και οι «θυσίες» των εργαζομένων (για το «καλό της χώρας») θα καρποφορήσουν, δηλαδή όταν αυξηθεί η «πίτα» του εθνικού προϊόντος, τότε το μέλλον θα είναι καλύτερο για όλους. «Ανάπτυξη για όλους» είχε υποσχεθεί προεκλογικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης και με το ίδιο σύνθημα εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να προβάλλει κάθε πτυχή της «ριζοσπαστικά φιλελεύθερης» (ακροδεξιάς) πολιτικής της κυβέρνησής του.

Παρουσιάζοντας στα τέλη Μαρτίου το λεγόμενο «Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης», το ονόμασε «ένα στοίχημα που θα κάνει καλύτερη τη ζωή της κάθε Ελληνίδας, του κάθε Έλληνα» και, προφανώς προεξοφλώντας τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα του ψευδεπίγραφου νόμου «Για την προστασία της εργασίας», επιδόθηκε στη συνηθισμένη του αντιστροφή της πραγματικότητας: «Κεντρικός κορμός του σχεδίου μας είναι η δημιουργία μόνιμων και ποιοτικών θέσεων απασχόλησης»! Όμως, μετά την πτώση του ΑΕΠ κατά 8, 2% κατά το 2020, για ποια ανάπτυξη μιλάμε;

Η κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμούν ότι το 2021 το ελληνικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 3, 6-4, 1%, καθώς θεωρούν ότι θα υπάρξει αύξηση των εισροών από τον τουρισμό κατά 60% συγκριτικά με το 2020, και παράλληλα αξιοποίηση των 943 εκατ. ευρώ του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που η εκταμίευσή τους προβλέπεται να ξεκινήσει το 4 ο τρίμηνο του 2021.3 Το ΔΝΤ προβλέπει μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας 3, 8% το 2021, ενώ η Deutsche Bank εκτιμά για την Ελλάδα μεγέθυνση 2% φέτος και 6, 1% το 2022. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τα συνολικά μέτρα στήριξης (δάνεια και επιχορηγήσεις) στη διετία 2020-2021 θα φτάσουν τα 40, 6 δισ. ευρώ (από τα οποία 15, 9 δισ. θα δοθούν το 2021).

Προσδοκώμενο μεγάλωμα της πίτας κατά περίπου 4% λοιπόν το 2021, με τους μισθωτούς δέσμιους των ατομικών συμβάσεων εργασίας, των ελαστικών ωραρίων, του κατώτατου μισθού πείνας, 4 της μερικής απασχόλησης που πληρώνεται με «χαρτζιλίκι», της δεκάωρης απασχόλησης χωρίς πληρωμή υπερωριών5 – με υπόσχεση «ρεπό» σε μελλοντικό χρόνο, με τον συνδικαλισμό και το δικαίωμα της απεργίας υπό διωγμό, ενώ στους εργοδότες δίνεται επιπλέον η δυνατότητα «απόλυσης με προειδοποίηση», που συνεπάγεται αποζημίωση απόλυσης μειωμένη κατά 50%, με την μη απασχόληση του εργαζομένου κατά τον χρόνο της προειδοποίησης. Αυτή είναι η «ανάπτυξη για όλους», όπως την αντιλαμβάνεται το κεφάλαιο και το κράτος!


3. Κεντροαριστερά

Όμως δεν πρέπει να αγχωνόμαστε. Υπάρχουν οι «προοδευτικές δυνάμεις», η Κεντροαριστερά, υπό τον κο Τσίπρα, που υπόσχεται πως όταν ξαναγίνει πρωθυπουργός θα καταργήσει τον νέο εργατικό νόμο. Δεν είναι όμως σαφές με ποιον νόμο θα τον αντικαταστήσει!

«Ξέρετε, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα το οποίο δεν είναι τυχαίο. Είναι το μεγαλύτερο κόμμα της Κεντροαριστεράς στην Ευρώπη μαζί με το κόμμα του Αντόνιο Κόστα, τους Σοσιαλιστές της Πορτογαλίας», δήλωσε ο κ. Τσίπρας σε συνέντευξή του στην Όλγα Τρέμη στις 3/6/2021.6 Όσο δε για την «προοδευτική κυβέρνηση» την οποία προσδοκά, διευκρίνισε:

«Θα συγκυβερνήσουμε με όλες τις δυνάμεις εκείνες οι οποίες αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικές δυνάμεις. Κι όταν έρθει η ώρα της κρίσης, αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πρώτο κόμμα, [...] δεν θ’ αφήσουν στο όνομα των ψηφοφόρων τους και του δημοκρατικού κόσμου την ευκαιρία να πάει χαμένη [...] Αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη, η ευρύτερη Αριστερά έχει τρεις εκφάνσεις: Είναι αυτή της Ριζοσπαστικής Αριστεράς που είναι η γενέτειρα, ο πολιτικός χώρος του ΣΥΡΙΖΑ, η Σοσιαλδημοκρατία και οι Πράσινοι. [...] Θέλουμε να αποτελούμε γέφυρα αυτών των τριών πολιτικών οικογενειών του ευρύτερου χώρου της Αριστεράς».

Μπορεί άραγε αυτή η Κεντροαριστερά για την οποία ο κ. Τσίπρας οραματίζεται να αποτελέσει τη «γέφυρα», να αλλάξει το θεσμικό και κοινωνικό τοπίο της χώρας και της Ευρώπης; Το ΠΑΣΟΚ (ΚΙΝΑΛ) των μνημονίων και της συγκυβέρνησης με τη ΝΔ, η SPD ή οι Πράσινοι της Γερμανίας, κ.ο.κ. αποτελούν εγγύηση για μια τέτοια προοπτική; Το ερώτημα είναι προφανώς ρητορικό. Διότι κατ’ αρχάς σε διεθνές (ευρωπαϊκό) επίπεδο, η στρατηγική για την «ευελιξία στην αγορά εργασίας, τη διαγραφή του στόχου της πλήρους απασχόλησης, τη θεώρηση του κοινωνικού μισθού ως κόστος παραγωγής και όχι μέσο αναδιανομής, την απόρριψη της πρότασης για μείωση του νόμιμου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας χωρίς μείωση αποδοχών» διαμορφώθηκε «σε μια περίοδο που τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα βρίσκονταν στις κυβερνήσεις των 13 κρατών-μελών στην Ε.Ε. των 15 [...] μια βασική αιτία της πολιτικο-εκλογικής κρίσης και υποχώρησής της σε πανευρωπαϊκό επίπεδο».7 Αλλά και επί των ημερών της υποτιθέμενης «πρώτης φοράς Αριστερά» διατηρήθηκε ο νόμος του 2011 του ΠΑΣΟΚ περί «διευθέτησης του χρόνου εργασίας», νομοθετήθηκε η 12ωρη εργασία των νοσοκομειακών γιατρών, η εργασία 32 Κυριακές τον χρόνο στο λιανικό εμπόριο, ενώ επίσης αυξήθηκε νομοθετικά η απαιτούμενη συμμετοχή στη γενική συνέλευση πρωτοβάθμιου σωματείου προκειμένου να ληφθεί απόφαση για απεργία, από το 1/3 των (ταμειακώς τακτοποιημένων) μελών στο 1/2.

Αν για την κυβέρνηση στρατηγικός στόχος είναι η «ανάπτυξη για όλους», για την αξιωματική αντιπολίτευση είναι (επίσης) η «συμπεριληπτική» ανάπτυξη:

«Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν αυτή η ανάπτυξη θα είναι συμπεριληπτική. Θα περιλαμβάνει όλους και κυρίως αυτούς που επλήγησαν από την κρίση και τώρα επειδή μιλάτε για το Ταμείο Ανάκαμψης, είναι η μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα τις επόμενες δεκαετίες και πολύ φοβάμαι ότι ο σχεδιασμός είναι να επωφεληθούν πάλι οι γνωστοί άγνωστοι. Και η μεγάλη πλειοψηφία, ιδίως οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι εργαζόμενοι, να μην καρπωθούν τα οφέλη» (Τσίπρας, όπ.π.).

Όμως ας μην αδικούμε την «πρώτη φορά Αριστερά». Έχει και άλλους στόχους, με πρώτον απ’ όλους τη «γενναία αναδιανομή», που όμως οι αντίξοες συνθήκες δεν της επέτρεψαν να προωθήσει όταν ήταν κυβέρνηση:

«Τον λογαριασμό τον πλήρωσε συνολικά η μεσαία τάξη. Συνολικά από όλες τις κυβερνήσεις την περίοδο που κυβερνήσαμε εμείς αναλογικά λιγότερο, αλλά αν υπήρχε άλλη επιλογή να είσαστε βέβαιη κυρία Τρέμη ότι θα την είχαμε αναλάβει. [...] Η αλήθεια επίσης είναι ότι δεν καταφέραμε να προχωρήσουμε σε μια γενναία αναδιανομή, που ήταν ο στόχος μου. Δηλαδή να χτυπήσουμε τη φοροδιαφυγή και να επιβαρύνουμε το μεγάλο πλούτο ο οποίος στη χώρα μας φοροδιαφεύγει και αυτό είναι το μεγάλο κλειδί . [...] Πολύ σύντομα η μεσαία τάξη θα καταλάβει τη διαφορά» (Τσίπρας, όπ.π.).

Αν λοιπόν για τον Κυριάκο Μητσοτάκη ζητούμενο είναι η δίκαιη διανομή μιας μεγαλύτερης πίτας, για τον Αλέξη Τσίπρα ζητούμενο είναι «να χτυπήσουμε τη φοροδιαφυγή», που θεωρείται ότι συνιστά «γενναία αναδιανομή»! Διότι προς Θεού, δεν είναι δυνατόν να επιβληθούν επιπλέον φόροι! Μάλιστα, εφόσον «ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποδείξει ότι έχει τη δυνατότητα να βρίσκει προγραμματικές συνθέσεις και συναινέσεις» (Τσίπρας, όπ.π.), δεν θα ήταν εξαιρετική ιδέα «όλες οι προοδευτικές δυνάμεις» να απευθύνουν έκκληση στον εφοπλιστή Πάνο Λασκαρίδη να μην έχει «χεσμένο τον πρωθυπουργό», όπως δήλωσε στις 30/4/2021, 8 και να συμβάλει στη συμπεριληπτική ανάπτυξη της χώρας;


4. Πολιτικοί κίνδυνοι


Αν όσα αναπτύξαμε περιγράφουν το γενικό πλαίσιο των κυρίαρχων πολιτικών στην Ελλάδα (και την Ευρώπη) απέναντι στο εργατικό κίνημα, μια νέα ρητορική και μια ριζικά διαφορετική διακηρυσσόμενη πολιτική στρατηγική έρχεται από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού. Τον Μάρτιο 2021 ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν έστειλε προς ψήφιση στο Κογκρέσο το Νομοσχέδιο για την προστασία του δικαιώματος (συνδικαλιστικής) οργάνωσης [Protecting the Right to Organize Act of 2021], και στις 26/4/2021 εξέδωσε το «Εκτελεστικό διάταγμα για τη σύσταση της ειδικής ομάδας δράσης του Λευκού Οίκου για την οργάνωση και την ενδυνάμωση των εργαζομένων». Στο προεδρικό αυτό διάταγμα διαβάζουμε:

«Η Ομάδα Δράσης θα έχει ως στόχο την προώθηση των πολιτικών, των προγραμμάτων και των πρακτικών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για την ενδυνάμωση των εργαζομένων ώστε να οργανώνονται και να διαπραγματεύονται με επιτυχία με τους εργοδότες τους [...] Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της χώρας μας, τα συνδικάτα υπήρξαν οι κινητήριες δυνάμεις για την προώθηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου για τους συνδικαλισμένους και τους μη συνδικαλισμένους εργαζόμενους. [...] Παρά [...] το γεγονός ότι σχεδόν 60 εκατομμύρια εργαζόμενοι σήμερα δηλώνουν ότι θα προσχωρούσαν σε συνδικάτο αν τους δινόταν η ευκαιρία, οι Αμερικανοί εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν ολοένα και περισσότερα εμπόδια στην οργάνωση και τη συλλογική διαπραγμάτευση με τους εργοδότες τους. [...] Το αποτέλεσμα ήταν η σταθερή μείωση των μελών των συνδικάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες τις τελευταίες δεκαετίες. [...] Ο Πρόεδρος και η Αντιπρόεδρος πιστεύουν ότι η μείωση των μελών των συνδικάτων συμβάλλει σε σοβαρά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα στη χώρα μας. Η εκτεταμένη και βαθιά οικονομική ανισότητα, οι στάσιμοι πραγματικοί μισθοί και η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης της Αμερικής συνδέονται με τη μείωση του ποσοστού των εργαζομένων που εκπροσωπούνται από συνδικάτα. Επιπλέον, τα χαμηλότερα ποσοστά συνδικαλιστικής συμμετοχής έχουν επιδεινώσει το μισθολογικό χάσμα για τις γυναίκες και τους έγχρωμους εργαζόμενους. Η μείωση της πυκνότητας των συνδικάτων έχει επίσης αποδυναμώσει τη δημοκρατία μας. Τα συνδικάτα διασφαλίζουν ότι οι φωνές των εργαζομένων ακούγονται στους χώρους εργασίας, στις κοινότητες και στην κυβέρνηση. [...] Από το 1935, όταν θεσπίστηκε ο Εθνικός Νόμος Εργασιακών Σχέσεων, [...] καμία προηγούμενη κυβέρνηση δεν έχει υιοθετήσει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για τον καθορισμό του τρόπου με τον οποίο η εκτελεστική εξουσία μπορεί να προωθήσει την οργάνωση των εργαζομένων και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. [...] Η αποστολή της Ομάδας Δράσης [...] περιλαμβάνει την αναζήτηση τρόπων για την αύξηση της δύναμης των εργαζομένων σε περιοχές της χώρας με περιοριστική εργατική νομοθεσία, για περιθωριοποιημένους εργαζόμενους, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των εγχρώμων, και για εργαζόμενους σε κλάδους που είναι δύσκολο να οργανωθούν και στερούνται εργασιακής προστασίας. [...] ώστε να παρέχεται στους εργαζομένους η δυνατότητα να οργανώνονται και να διαπραγματεύονται συλλογικά».9

Αλλά δεν είναι μόνο η μέριμνα για την ανάπτυξη του συνδικαλισμού που διαφοροποιεί την πολιτική της κυβέρνησης Μπάιντεν. Παράλληλα εξαγγέλθηκε η αύξηση της φορολογίας επί των υψηλών εισοδημάτων και των επιχειρήσεων ώστε να εισρεύσουν στον κρατικό προϋπολογισμό επιπλέον 1, 5 τρις δολάρια, 10 ενώ αποφασίστηκε η αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου σε 15 δολάρια την ώρα για όλους τους ανάδοχους εργασιών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, στην προοπτική γενίκευσης του μέτρου αυτού στον ιδιωτικό τομέα ολόκληρης της οικονομίας: αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου σε 15 $, όπως ισχύει ήδη στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, από 7, 25 κατά μέσο όρο στη χώρα.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν είναι λοιπόν πολύ «πιο αριστερά» από την εκφυλισμένη ελληνική και ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά!

Με άλλα λόγια, μια σοσιαλδημοκρατικού τύπου κυβερνητική στρατηγική διατυπώνεται στις ΗΠΑ, εκεί όπου δεν υπήρξε ποτέ Σοσιαλδημοκρατία, ενώ η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία, εκφυλισμένη πλέον σε Κεντροαριστερά, συρρικνωμένη, παρά τη διεύρυνσή της με «νέες δυνάμεις» τύπου «new SYRIZA», 11 έχει πλήρως ενσωματωθεί στα ιδεολογήματα της «συμπεριληπτικής ανάπτυξης» του ύστερου νεοφιλελευθερισμού.

Οι πολιτικοί κίνδυνοι της περιόδου αποτελούν το κλειδί για να κατανοήσουμε αυτήν την εξέλιξη: Ο πρώτος πολιτικός κίνδυνος που αντιμετώπισαν τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ προέρχεται από την πανδημία. Οι κυβερνήσεις αντιμετώπισαν τα διλήμματα: «α) πόσους θανάτους “μπορώ να αντέξω”, για πόσο διάστημα, ώστε να μην αποσταθεροποιηθούν οι κοινωνικές συμμαχίες που υποστηρίζουν την ηγεμονία του κεφαλαίου;» Και βέβαια, πόσους θανάτους μπορεί να αντέξει η κοινωνία, πόση κρατική αδιαφορία για τη ζωή μπορεί να αντέξει ο πληθυσμός ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος διάλυσης του πολιτικού σώματος από τον φόβο και την παράνοια; «β) Τα μέτρα τα οποία θα παρθούν για την προστασία της δημόσιας υγείας, τα οποία υποχρεωτικά θα οδηγήσουν σε απώλεια εισοδημάτων και οικονομική ύφεση, σε ποιο βαθμό σταθεροποιούν τις κοινωνικές συμμαχίες που στηρίζουν το σύστημα, για ποιο διάστημα, ή με ποιο τρόπο τις τροποποιούν;»12

Τα διλήμματα αυτά αντιμετωπίστηκαν με τα «πακέτα στήριξης».

- 2 τρις ευρώ στην ΕΕ, με παράλληλη έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους και «κάλυψη» από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα των κρατικών ομολόγων όλων των χωρών-μελών, ώστε το δημόσιο χρέος όλων, καίτοι διογκώνεται, να καταστεί διαχειρίσιμο, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί το «έκτακτο πρόγραμμα». Μια «αλλαγή πολιτικής», που κατά την οικονομική κρίση μετά το 2008 δεν είχε μπει καν στο τραπέζι, ακριβώς επειδή ο «πολιτικός κίνδυνος» από τα ευρωπαϊκά αντι-νεοφιλελεύθερα κινήματα είχε αξιολογηθεί ότι ήταν ελέγξιμος.

- 6 τρις δολάρια για τις ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων 2 περίπου τρις δολάρια για το «Αμερικανικό σχέδιο για την οικογένεια», δηλαδή την επέκταση της κοινωνικής πρόνοιας.

Όμως στις ΗΠΑ αναδύθηκε και ένας άλλος, τουλάχιστον εξίσου σημαντικός πολιτικός κίνδυνος: Το μεγάλο ριζοσπαστικό δημοκρατικό-αντιρατσιστικό κίνημα που ξέσπασε μετά τη δολοφονία του Τζωρτζ Φλόυντ.13 Ο κίνδυνος αυτός απουσιάζει στην ΕΕ (και ευρύτερα στην Ευρώπη) του αναιμικού συγκριτικά κοινωνικού κινήματος και της «συμπεριληπτικής» Κεντροαριστεράς. Τα «σοσιαλδημοκρατικά» στοιχεία της πολιτικής Μπάιντεν, έρχονται να προλάβουν τη συνέχιση του ρωμαλέου ριζοσπαστικού κινήματος, να αναχαιτίσουν τις όποιες διαδικασίες συγκρότησης αυτόνομης πολιτικής εκπροσώπησης του κινήματος αυτού (ή περαιτέρω μετασχηματισμού και μετατόπισης του συσχετισμού δυνάμεων), να ενσωματώσουν αιτήματα και πρόσωπα στη μεγάλη αστική παράταξη του Δημοκρατικού Κόμματος.

Συμπεράσματα: Η σύγκρουση παράγει αλλαγές, και μόνο η συνέχιση της σύγκρουσης μπορεί να εγγυηθεί την αμφισβήτηση των κυρίαρχων αστικών σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης.


5. Διεθνοπολιτικά στιγμιότυπα


Θα κλείσουμε το παρόν σημείωμα με τρία στιγμιότυπα με διεθνοπολιτική διάσταση.

α) Η «Συναίνεση της Κορνουάλης», όπως επικοινωνιακά περιγράφηκαν τα «συμπεράσματα» της Συνόδου των G7 τον Ιούνιο του 2021, υιοθέτησε κάποια από τα ρητορικά σχήματα της νέας αμερικανικής κυβέρνησης Μπάιντεν (π.χ. «καταπολέμηση των ανισοτήτων») και συγχρόνως διατύπωσε τη δέσμευση των «7» να προωθήσουν τη φορολογία των πολυεθνικών επιχειρήσεων με συντελεστή «τουλάχιστον 15%» επί των κερδών. Καίτοι το μέτρο είναι αναιμικό και το αποτέλεσμα προδιαγράφεται περιορισμένο, ίσως βάλει κάποιο φρένο στις δραστηριότητες «φορολογικών παραδείσων» όπως η Ιρλανδία και η Κύπρος όπου, π.χ. μέσα από σχήματα τύπου «διπλός ιρλανδικός με ολλανδικό σάντουιτς», 14 οι μεγάλες εταιρίες καταφέρνουν να πληρώνουν φόρους χαμηλότερους του 1% των κερδών τους, ανεξαρτήτως του ονομαστικού ύψους του φορολογικού συντελεστή στις χώρες προέλευσης ή δραστηριοποίησης. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για δήλωση της πρόθεσης να φορολογηθεί το υποφορολογημένο κεφάλαιο. Παράλληλα, η απόφαση να διατεθούν ως δωρεά ένα δισεκατομμύριο εμβόλια στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, ώστε να αμβλυνθεί το αναμενόμενο τέταρτο παγκόσμιο κύμα της πανδημίας, μπορεί να παρουσιάζεται ως «διεθνής αλληλεγγύη», καίτοι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρεί ότι απαιτούνται 11 δισεκατομμύρια εμβόλια προς τις εν λόγω χώρες για να ελεγχθεί η πανδημία.

β) America is back. Η πανδημία και ο ανταγωνισμός με την Κίνα, ή πώς κατασκευάζεται η πραγματικότητα. Σχεδόν αμέσως μετά το ξέσπασμα της πανδημίας διαγνώστηκε ότι ο ιός προέρχεται από αγορά ζώων στη Γιουχάν, καίτοι βέβαια ορισμένοι επιστήμονες εξακολουθούσαν να θέτουν ερωτήματα. Σε κάθε περίπτωση αυτή η διάγνωση αποτέλεσε την κυρίαρχη αλήθεια παρά τις όποιες αλλοπρόσαλλες τοποθετήσεις ακροδεξιών κύκλων, αλλά και του Ντόναλντ Τραμπ. Από τον Απρίλιο 2020, οι απόψεις ότι πιθανόν ο ιός να διέρρευσε από εργαστήριο (πολύ περισσότερο ότι επρόκειτο για σκόπιμη διοχέτευση του ιού) χαρακτηρίστηκαν «θεωρίες συνωμοσίας» και αργότερα επιχειρήθηκε να εξοριστούν από τον δημόσιο λόγο (απαγόρευση δημοσίευσής τους στο facebook και απαξίωσή τους από τα επίσημα μέσα ενημέρωσης). Όμως, η συζήτηση αναζωπυρώθηκε από τον Μάρτιο 202115 και στις 6/6/2021 ο Antony Fauchi, επικεφαλής της υπηρεσίας καταπολέμησης μολυσματικών νόσων των ΗΠΑ, υποστήριξε στη Wall Street Journal ότι ο ιός μπορεί να διέρρευσε από εργαστήριο. Το facebook αίρει την απαγόρευση διακίνησης τέτοιων ειδήσεων και τα κυρίαρχα ΜΜΕ προσαρμόζονται. Ακολούθως τίθεται το ζήτημα διεθνούς διακυβερνητικού πλαισίου επίβλεψης των όρων λειτουργίας αυτών των εργαστηρίων. Ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός δεν παράγει μόνο εντάσεις (και ενίοτε συμφωνίες), αλλά κατασκευάζει και «το αληθές» μέσα από τις πολυποίκιλες διαδρομές διάχυσης του κυρίαρχου λόγου.

γ) Ντε φάκτο κατάργηση του ασύλου για τους πρόσφυγες. Κοινή απόφαση των ελληνικών υπουργείων Μετανάστευσης και Εξωτερικών στις 6/6/2021 κατατάσσει την Τουρκία στις ασφαλείς χώρες για τους πρόσφυγες και μετανάστες που καταφθάνουν από Συρία, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Μπαγκλαντές και Σομαλία. Η Ελλάδα γίνεται έτσι η δεύτερη χώρα της ΕΕ, μετά την Ουγγαρία του Όρμπαν, που αναγνωρίζει την Τουρκία ως «ασφαλή χώρα». Αυτό σημαίνει ότι οι πρόσφυγες που επιχειρούν να εισέλθουν στην Ελλάδα από την Τουρκία (το 70% των συνολικών προσφυγικών ροών), θα συνεχίσουν, όπως γίνεται και τώρα, να επαναπροωθούνται στην Τουρκία, αλλά πλέον η επαναπροώθηση αυτή θα είναι «σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο».

Αμέσως μετά την απόφαση ακυρώθηκαν όλες οι συνεντεύξεις ασύλου, όπως και οι διαδικασίες χορήγησης ασύλου σε ανήλικα προσφυγόπουλα. Η απόφαση αφορά τουλάχιστον 50.000 πρόσφυγες που έχουν ήδη κάνει αίτηση για άσυλο, οι οποίοι θα μείνουν «νομότυπα» εγκλωβισμένοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των νησιών και της ενδοχώρας, με δεδομένο μάλιστα ότι η Τουρκία, που διατηρεί στο έδαφός της τον μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων παγκοσμίως (3, 6 εκατομμύρια), δεν δέχεται πλέον επιπλέον πρόσφυγες.

Η Ελλάδα, το ακούμε κάθε μέρα στα «δελτία ειδήσεων», πορεύεται πάντα «με βάση το διεθνές δίκαιο» (sic)!


1 Όλα τα εντός εισαγωγικών αποσπάσματα προέρχονται από το άρθρο του Βασίλη Ασημακόπουλου «Η ελληνική εργατική νομοθεσία: Από τη θεσμοποίηση της συλλογικής εργατικής ταυτότητας στον εργαζόμενο ως απομονωμένο άτομο», που δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος του περιοδικού.

2 Σπινόζα, Θεολογικοπολιτική πραγματεία, κεφ. 20 (επιλέχθηκε η μετάφραση του αποσπάσματος από τον Τ. Μπέτζελο).

3 «Το ελληνικό Σχέδιο Ανθεκτικότητας και Ανάπτυξης βασίζεται σε τέσσερις πυλώνες: 1) στην πράσινη μετάβαση, 2) στον ψηφιακό μετασχηματισμό, 3) στην ενίσχυση της απασχόλησης, των δεξιοτήτων και της κοινωνικής συνοχής, και 4) στις ιδιωτικές επενδύσεις και στον οικονομικό και θεσμικό μετασχηματισμό» Δ. Παπαδημητρίου, Χ. Πιέρρος, Ν. Ροδουσάκης, και G. Zezza (2021), Επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας; Levy Economics Institute of Bard College, http://www.levyinstitute.org/pubs/gr_sa_may_21.pdf

4 «Ο κατώτατος μισθός βρίσκεται κάτω από το όριο της απόλυτης φτώχειας» (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση. Ετήσια Έκθεση 2021: 5).

5 Ένα σπουδαίο δώρο στους εργοδότες αν αναλογιστεί κανείς ότι «το 2019 το ποσοστό των απασχολουμένων που εργάστηκε πάνω από 48 ώρες την εβδομάδα στην Ελλάδα ήταν το υψηλότερο σε όλη την Ευρώπη» (όπ.π.: 80).

6 https://www.newsbomb.gr/politikh/story/1202252/alexis-tsipras-ola-osa-eipe-stin-olga-tremi-kai-to-newsbomb-gr

7 Ασημακόπουλος, όπ.π.

8 https://www.youtube.com/watch?v=Wxvx8AKRYLE

10 https://www.cnbc.com/2021/04/29/how-biden-tax-plan-would-hit-the-wealthy.html Το 2018 οι 25 πλουσιότεροι Αμερικανοί φορολογήθηκαν με συντελεστή 3, 4% για εισοδήματα 401 δισ. δολαρίων, όταν το «μέσο» αμερικανικό νοικοκυριό φορολογήθηκε με 14% για εισόδημα 70.000 δολαρίων.

11 Βλ. το Editorial του τ. 135 των Θέσεων.

12 Βλ. το Editorial του τ. 151 των Θέσεων.

13 Βλ. το Editorial του τ. 152 των Θέσεων.

14 http://users.ntua.gr/jmilios/Milios_Apple_9-9-2016.pdf

15 https://www.kathimerini.gr/world/561378793/koronoios-pos-i-theoria-tis-diarrois-apo-ergastirio-epanilthe-sto-proskinio/

 
< Προηγ.
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή