Αφηρημένη εργασία και αξία στο σύστημα του Μαρξ Εκτύπωση
Τεύχος 44, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1993


Αφηρημένη εργασία και αξία στο σύστημα του Μαρξ*
τον Ι.Ι. Rubin
μετάφραση Στ. Μαυρουδέας

Σύντροφοι, επέλεξα την αφηρημένη εργασία και την αξία ως θέμα της διάλεξης μου για δυο λόγους: πρώτον, γιατί γνωρίζω ότι το ζήτημα της αφηρημένης εργασίας και της μορφής και του περιεχομένου της αξίας έχει γίνει θέμα θερμής συζήτησης στα σεμινάρια σας. Γι αυτό αποφάσισα να οργανώσω τη διάλεξη μου με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορώ να ασχοληθώ με το ζήτημα της αξίας, της μορφής και του περιεχομένου της.

Ο δεύτερος λόγος που με έπεισε να επιλέξω αυτό το θέμα είναι το ότι αποτελεί το κεντρικό πρόβλημα όλης της Μαρξιστικής θεωρίας. Δεν ονομάζουμε αυτή τη θεωρία «εργασιακή θεωρία της αξίας» χωρίς λόγο - το όνομα μόνο υποδεικνύει ότι το κύριο πρόβλημα της θεωρίας [αυτής] είναι το ζήτημα της αμοιβαίας σχέσης ανάμεσα στην εργασία και την αξία. Ποια είναι η εργασία που δημιουργεί ή καθορίζει την αξία, και ποια η αξία που δημιουργείται και καθορίζεται από την εργασία; Αυτό είναι το κύριο πρόβλημα της Μαρξιστικής θεωρίας, το οποίο ελπίζω να φωτίσω στη διάλεξη μου.

Πριν προχωρήσουμε στο ουσιαστικό μέρος του ζητήματος, θα ήθελα να κάνω μερικές επισημάνσεις πάνω στη μεθοδολογία. Με ποια μέθοδο σκοπεύουμε να προχωρήσουμε στη λύση του προβλήματος αυτού; Στην «Εισαγωγή, στην Κριτική της. Πολιτικής Οικονομίας» (εισαγωγή στα Grundrisse) ο Μαρξ επισήμανε ότι μια οικονομική έρευνα μπορεί να διεξαχθεί σύμφωνα με δυο μεθόδους: με μια μετάβαση από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, και αντίστροφα με μια κίνηση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο.

Η πρώτη, η αναλυτική μέθοδος, συνίσταται στη λήψη ενός σύνθετου συγκεκριμένου φαινομένου ως σημείου εκκίνησης της έρευνας και στην επιλογή ενός ή περισσοτέρων από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά [του], παραβλέποντας την πολλαπλότητα των χαρακτηριστικών του, και μεταβαίνοντας έτσι από την πιο συγκεκριμένη στην πιο αφηρημένη έννοια, στην πιο απλή ή πιο λεπτή έννοια, όπως λέει ο Μαρξ. Με την παραπέρα ανάλυση προχωρούμε από αυτή την έννοια σε μια ακόμη πιο απλή, μέχρι να φτάσουμε στις πιο αφηρημένες έννοιες μιας συγκεκριμένης επιστήμης ή ενός συγκεκριμένου συμπλέγματος ζητημάτων που μας ενδιαφέρουν.

Για να αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα σαν μια διασαφήνιση της προβληματικής με την οποία ασχολούμαστε, θα ήθελα να σας υπενθυμίσω την αμοιβαία σχέση ανάμεσα στις ακόλουθες έννοιες. Η Μαρξική θεωρία της αξίας οικοδομείται πάνω στις έννοιες: αφηρημένη εργασία, αξία, αξία ανταλλαγής και χρήμα. Αν πάρουμε το χρήμα, την πιο συγκεκριμένη πλευρά αυτών των εννοιών, και εξετάζοντας την έννοια του χρήματος μεταβούμε στην αξία ανταλλαγής, ως την πιο γενική έννοια που βρίσκεται κάτω από το χρήμα· αν μετά περάσουμε από την αξία ανταλλαγής στην αξία, και από την αξία στην αφηρημένη εργασία, κινούμαστε από την πιο συγκεκριμένη στην πιο αφηρημένη έννοια, ακολουθούμε δηλαδή την αναλυτική μέθοδο.

Αλλά ο Μαρξ λέει ότι, όσο αναγκαία και αν είναι η χρήση της αναλυτικής μεθόδου στο πρώτο στάδιο της επιστημονικής έρευνας, δεν μπορεί να είναι ικανοποιητική από μόνη της και πρέπει να συμπληρωθεί από μια άλλη μέθοδο. Αφού, μέσω της ανάλυσης, ιχνηλατήσουμε τα σύνθετα φαινόμενα πίσω στα βασικά τους σημεία, πρέπει να ακολουθήσουμε την αντίθετη κατεύθυνση και, αρχίζοντας από τις πιο αφηρημένες έννοιες, να δείξουμε πώς αυτές αναπτύσσονται για να μας οδηγήσουν στις πιο συγκεκριμένες μορφές, στις πιο συγκεκριμένες έννοιες. Στην περίπτωση μας, το προχώρημα από τις απλούστερες έννοιες στις πλουσιότερες και πιο σύνθετες γίνεται με την κίνηση από την αφηρημένη εργασία στην αξία, από την αξία στην αξία ανταλλαγής και από την αξία ανταλλαγής στο χρήμα.

Ο Μαρξ, σε ένα σημείο, αποκαλεί τη μέθοδο [αυτή] «γενετική» γιατί μας βοηθά να ακολουθήσουμε τη γένεση και την ανάπτυξη των σύνθετων μορφών. Αλλού την ονομάζει διαλεκτική. Ελπίζω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε να περιγράψουμε την πρώτη μέθοδο ως αναλυτική, και τη δεύτερη (που περιλαμβάνει μαζί την αναλυτική και τη συνθετική μέθοδο) ως διαλεκτική.

Ο Μαρξ υποδεικνύει ότι η διαλεκτική μέθοδος είναι η μόνη που λύνει τα επιστημονικά ερωτήματα ικανοποιητικά. Συνεπώς, πρέπει να υποβάλλουμε το πρόβλημα που μας ενδιαφέρει, το ερώτημα της σχέσης ανάμεσα στην εργασία και την αξία, σε έρευνα όχι μόνο μέσω της αναλυτικής μεθόδου, αλλά επίσης και μέσω της διαλεκτικής.

Ο Μαρξ δίνει πολλά παραδείγματα για να δείξει με ποιο νόημα η αναλυτική μέθοδος είναι ανεπαρκής, θα ήθελα να αναφέρω εδώ τρία παραδείγματα.

Σχετικά με τη θεωρία της αξίας, ο Μαρξ λέει: «Η Πολιτική Οικονομία έχει πράγματι αναλύσει, καίτοι ατελώς, την αξία και το μέγεθος της και έχει ανακαλύψει τι υπάρχει κάτω από αυτές τις μορφές. Αλλά δεν έχει ποτέ θέσει το ερώτημα γιατί η εργασία παριστάνεται στην αξία και η ποσότητα της εργασίας δια της χρονικής της διάρκειας στο μέγεθος της αξίας» («Κεφάλαιο», τόμος Ι, σ. 80).

Σε ένα άλλο απόσπασμα, αφιερωμένο στη θεωρία του χρήματος, ο Μαρξ λέει: «Στις τελευταίες δεκαετίες του Που αι. είχε ήδη δειχθεί ότι το χρήμα είναι ένα εμπόρευμα, αλλά αυτό το σκαλοπάτι σημαδεύει μόνο την παιδική ηλικία της ανάλυσης. Η δυσκολία βρίσκεται όχι στο να γίνει κατανοητό ότι το χρήμα είναι ένα εμπόρευμα, αλλά στο να ανακαλυφθεί πώς, γιατί και μέσα από τι ένα εμπόρευμα, είναι χρήμα» («Κεφάλαιο», τόμος Ι, σ. 92).' Εδώ, όπως βλέπουμε, η διαλεκτική μέθοδο διαφέρει για μια ακόμη φορά από την αναλυτική.

Τέλος, σε ένα μετέπειτα σημείο, ενώ μιλά για τη θρησκεία, ο Μαρξ επαναλαμβάνει την ιδέα που πρόβαλλε πριν, ότι είναι προφανώς πολύ ευκολότερο να ανακαλύψει κανείς με την ανάλυση τον πυρήνα των περίεργων θρησκευτικών εννοιών από το να αναπτύξει, αντίθετα, από τις πραγματικές σχέσεις της πραγματικής ζωής τις αντίστοιχες μορφές αυτών των σχέσεων. Η τελευταία μέθοδος είναι η μόνη υλιστική και επομένως η μόνη επιστημονική («Κεφάλαιο», τόμος Ι, σ. 372 σημ. 3).

Ακολουθώντας τον Μαρξ, πρέπει να λύσουμε το πρόβλημα μας με αυτόν τον τρόπο. Το καθήκον μας δεν είναι μόνο να δείξουμε ότι η αξία ενός προϊόντος μπορεί να αποδοθεί στην εργασία. Πρέπει ακόμη να δείξουμε και το αντίθετο. Πρέπει να αποκαλύψουμε πώς οι παραγωγικές σχέσεις των ανθρώπων βρίσκουν την έκφραση τους στην αξία.

Αυτή είναι η βασική διατύπωση του προβλήματος η οποία πρέπει, από τη Μαρξιστική σκοπιά, να θεωρηθεί ως η μεθοδολογικά πιο σωστή.

Αν θέσουμε το ερώτημα με αυτόν τον τρόπο, παίρνουμε ως σημείο εκκίνησης της έρευνας όχι την έννοια της αξίας αλλά την έννοια της εργασίας. Ορίζουμε την έννοια της εργασίας με τέτοιο τρόπο ώστε η έννοια της αξίας να έπεται αυτής.

Τα προαπαιτούμενα της μεθοδολογίας μας δίνουν ήδη μερικές ενδείξεις ως προς τον σωστό ορισμό της έννοιας της εργασίας.

Η έννοια της εργασίας πρέπει να οριστεί με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να περιλαμβάνει όλα τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας, χαρακτηριστικά που γεννούν τη μορφή της αξίας, που είναι κατάλληλη για τα προϊόντα της εργασίας. Μια έννοια της εργασίας από την οποία δεν έπεται η έννοια της αξίας, και ειδικότερα μια έννοια της εργασίας με φυσικιστική χροιά, δηλαδή μια έννοια της εργασίας από την οποία λείπουν όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την κοινωνική της οργάνωση στην εμπορευματική παραγωγή, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα, το οποίο αναζητούμε από τη Μαρξική σκοπιά της διαλεκτικής μεθόδου.

Παρακάτω θα προσπαθήσω να δείξω ότι η διαφορά στη σύλληψη ανάμεσα στην κοινωνιολογική και τη φυσικιστική αντίληψη της αφηρημένης εργασίας μπορεί να εξηγηθεί, εν μέρει, ακριβώς με βάση τη διάκριση ανάμεσα στις δυο μεθόδους, τη διαλεκτική και την αναλυτική. Παρόλο ότι η φυσικιστική έννοια της αφηρημένης εργασίας μπορεί να σταθεί περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένα από τη σκοπιά της αναλυτικής μεθόδου, παρόλα αυτά είναι από την αρχή καταδικασμένη σε αποτυχία από τη σκοπιά της διαλεκτικής, αφού κανείς δεν μπορεί να εξαγάγει από την έννοια της εργασίας με τη φυσικιστική χροιά κάποια αντίληψη της αξίας ως την αναγκαία κοινωνική μορφή του προϊόντος της εργασίας.

Έτσι λοιπόν πρέπει να ορίσουμε την εργασία με ένα τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούμε να κατανοήσουμε από αυτήν, από την εργασία και την κοινωνική της οργάνωση, την αναγκαιότητα της αξίας ως τη βασική κοινωνική μορφή, την οποία παίρνουν τα προϊόντα της εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή και τους νόμους κίνησης της αξίας.

Προχωρώντας στην ανάλυση της εργασίας, θα αρχίσουμε από την πιο απλή, την έννοια της συγκεκριμένης ή χρήσιμης εργασίας.

Η συγκεκριμένη ή χρήσιμη εργασία θεωρείται από τον Μαρξ ως η εργασία στη χρήσιμη λειτουργία της, ως εργασία που δημιουργεί προϊόντα, τα οποία είναι αναγκαία για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Η εργασία θεωρούμενη από την υλική τεχνική πλευρά της αντιπροσωπεύει συγκεκριμένη εργασία.

Είναι προφανές ότι η συγκεκριμένη εργασία δεν μας ενδιαφέρει στο ελάχιστο, όσο μιλάμε για το άτομο, για τον Ροβινσώνα Κρούσο που αντιμετωπίζει τη φύση, μια και το αντικείμενο της επιστήμης μας δεν είναι η παραγωγή ενός απλού ατόμου αλλά η κοινωνική παραγωγή, η παραγωγή μιας ολόκληρης ομάδας ανθρώπων οργανωμένη στη βάση ενός ειδικού κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Το σύστημα του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας είναι η ολότητα των διαφόρων συγκεκριμένων ειδών εργασίας, τα οποία ενοποιούνται σε ένα προσδιορισμένο σύστημα και συμπληρώνουν υλικά το ένα το άλλο.

Έτσι έχουμε κάνει τη μετάβαση από τη συγκεκριμένη εργασία γενικά στο σύστημα του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, ως την ολότητα των διαφόρων συγκεκριμένων ειδών εργασίας.

Πρέπει να ερευνήσουμε από πιο κοντά την έννοια του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας αφού παίζει ένα ρόλο κλειδί στην κατανόηση της όλης θεωρίας της αξίας του Μαρξ.

Ο Μαρξ λέει ότι το σύστημα του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας μπορεί να προκύψει με διπλή μορφή - όπως το ορίζει - ως ένα σύστημα που διαμεσολαβείται από την ανταλλαγή και ως ένα σύστημα που δεν έχει ανάγκη τέτοιας διαμεσολάβησης, για παράδειγμα η φυσική οικονομία ενός μεγάλου clan (φυλής) ή μιας σοσιαλιστικής κοινότητας κ.λπ.

Μπορούμε να δούμε πρώτα το σύστημα του οργανωμένου κοινωνικού καταμερισμού εργασίας που έχει αναπτυχθεί χωρίς ανταλλαγή.

Όσο κανείς μιλά για ένα οργανωμένο σύστημα κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, έχουμε όχι μόνο συγκεκριμένη υλική τεχνική εργασία, αλλά επίσης κοινωνική εργασία. Στον Μαρξ η έννοια του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας βρίσκεται πάνω στο σύνορο ανάμεσα στην έννοια της συγκεκριμένης χρήσιμης εργασίας και [αυτή] της κοινωνικής εργασίας στην κοινωνική παραγωγή. Από τη μια, στην αρχή του τμήματος πάνω στο διπλό χαρακτήρα της εργασίας («Κεφάλαιο», τόμος Ι, σ. 41 σημ.), ο Μαρξ εξετάζει τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας ως την ολότητα των συγκεκριμένων τρόπων παραγωγής. Αλλού, στο «Κεφάλαιο», ειδικά στο τμήμα για τη «Μανιφακτούρα» («Κεφάλαιο», τόμος Ι, σ. 350 σημ.) εξετάζει το σύστημα του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας από τη σκοπιά των ανθρώπινων σχέσεων παραγωγής που χαρακτηρίζουν αυτό το σύστημα. Στην οργανωμένη παραγωγή οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους είναι σχετικά απλές και διαφανείς. Η εργασία παίρνει μια άμεσα κοινωνική μορφή, δηλαδή υπάρχει μια ορισμένη κοινωνική οργάνωση και ορισμένα κοινωνικά όργανα, που κατανέμουν την εργασία ανάμεσα στα επιμέρους μέλη της κοινωνίας, όπου η εργασία εισέρχεται κατευθείαν μέσα στην κοινωνική παραγωγή ως συγκεκριμένη εργασία με όλα τα συγκεκριμένα υλικά χαρακτηριστικά της. Η εργασία κάθε ατόμου είναι κοινωνική, ακριβώς γιατί διαφέρει από την εργασία των άλλων μελών της κοινωνίας και αντιπροσωπεύει ένα υλικό συμπλήρωμα σε αυτήν. Η εργασία είναι άμεσα κοινωνική στη συγκεκριμένη μορφή της. Ταυτόχρονα είναι και καταμερισμένη εργασία. Γιατί ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας συνίσταται σε εργασία η οποία καταμερίζεται μεταξύ των επιμέρους μελών της κοινωνίας και, αντίστροφα, ο καταμερισμός της εργασίας είναι η πράξη ενός κοινωνικού οργάνου. Η εργασία είναι και κοινωνική και καταμερισμένη και έχει επίσης αυτά τα χαρακτηριστικά και στην υλική τεχνική, συγκεκριμένη ή χρήσιμη μορφή της.

Ας θέσουμε το ερώτημα: είναι η εργασία σε μια οργανωμένη κοινότητα κοινωνικά ομοιογενοποιημένη2 επίσης; Βρίσκουμε ένα προτσές το οποίο θα μπορούσαμε να περιγράψουμε σαν ένα κοινωνικό προτσές ομοιογενοποίησης2 της εργασίας σε αυτήν την κοινότητα;

Υπάρχουν διάφορες απόψεις πάνω σε αυτό το συγκεκριμένο πρόβλημα. Μερικοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι αυτό το είδος της κοινωνικής ομοιογενοποίησης της εργασίας υπάρχει ήδη σε κάθε κοινότητα παραγωγής, η οποία είναι βασισμένη πάνω στον καταμερισμό της εργασίας, και με μια μορφή η οποία δεν διαφέρει στην ουσία από την ομοιογενοποίηση της εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή.

Άλλοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη λέγοντας ότι το προτσές της κοινωνικής ομοιογενοποίησης της εργασίας είναι ένα προτσές που ταιριάζει μόνο στην εμπορευματική παραγωγή και δεν λαμβάνει χώρα σε καμιά άλλη μορφή παραγωγής. Ιδιαίτερα, αυτοί οι οικονομολόγοι αρνούνται την δυνατότητα και την αναγκαιότητα κοινωνικής ομοιογενοποίησης της εργασίας σε μια σοσιαλιστική οικονομία.

Στο βιβλίο μου έχω προτείνει ένα μέσο δρόμο. Επισήμανα ότι κάθε παραγωγή που βασίζεται στον καταμερισμό εργασίας έχει καταφύγει, σε κάποιο βαθμό και στη μια ή την άλλη μορφή, στην κοινωνική ομοιογενοποίηση της εργασίας διαφόρων ειδών και διαφόρων ατόμων. Επίσης επισήμανα, σε σχέση με αυτό, ότι αυτή η ομοιογενοποίηση εξίσωση της εργασίας παίρνει μια πολύ ειδική κοινωνική μορφή στην εμπορευματική παραγωγή και αυτό ανοίγει το δρόμο για την εμφάνιση μιας τελείως νέας κατηγορίας, αυτής της αφηρημένης εργασίας. Νομίζω ότι ο Μαρξ έβλεπε το ζήτημα με αυτόν τον τρόπο, παρόλο ότι δεν έχουμε μια καθαρή τοποθέτηση του πάνω στο θέμα. Γνωρίζω μια πολύ ρητή παρατήρηση που χρονολογείται ήδη από την πρώτη έκδοση του «Κεφαλαίου». Εκεί λέει: «Σε κάθε κοινωνική μορφή εργασίας, οι εργασίες των διαφόρων ατόμων αλληλοσχετίζονται επίσης ως κοινωνικές εργασίες αλλά εδώ αυτή η σχέση καθεαυτή μετράει ως η ειδικά κοινωνική μορφή των εργασιών» (Das Kapital, 1η έκδοση, σ. 238).

Θα αναλύσουμε το τέλος αυτής της πρότασης σε ένα επόμενο σημείο. Προς το παρόν θέλω μόνο να διαπιστώσω ότι ο Μαρξ αντιλαμβανόταν καθαρά ότι σε κάθε κοινωνική μορφή εργασίας η εργασία των απλών ατόμων συσχετίζεται ως ανθρώπινη εργασία. Είναι σωστό ότι ακραίοι υποστηρικτές της φυσικιστικής εκδοχής μπορούν να υποστηρίξουν ότι ο Μαρξ εννοούσε εδώ μόνο τη φυσιολογική ομοιογένεια των διαφόρων ειδών εργασίας. Αλλά αυτή η ερμηνεία μου φαίνεται πολύ τραβηγμένη. Και το πραγματικό νόημα της πρότασης, που μιλά για την «κοινωνική μορφή της εργασίας» όπως επίσης και η σχέση της με πολλά άλλα μέρη στο «Κεφάλαιο», υποδηλώνουν ότι ο Μαρξ εννοούσε εδώ το προτσές της κοινωνικής ομοιογενοποίησης της εργασίας.

Νομίζω ότι είναι αναγκαίο να προσθέσω μια κάποια διευκρίνιση στη φόρμουλα [που ισχυρίζεται] ότι η κοινωνική ομοιογενοποίηση της εργασίας συμβαίνει σε κάθε κοινωνική μορφή παραγωγής.

Νομίζω ότι στην αρχαία οικογένεια για παράδειγμα, όπου η εργασία ήταν καταμερισμένη ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα και ήταν συνδεμένη με το φύλο, όπου η αλλαγή από ανδρική εργασία σε γυναικεία δεν μπορούσε να λάβει χώρα και ήταν ακόμη και απαγορευμένη, το προτσές της κοινωνικής ομοιογενοποίησης της εργασίας δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα, ούτε και σε εμβρυακή μορφή. Επιπλέον, σε κοινωνικές οργανώσεις οι οποίες ήταν βασισμένες σε ακραίες ανισότητες των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων (π.χ. δουλεία), η κοινωνική ομοιογενοποίηση της εργασίας θα μπορούσε να συμβεί μόνο για τα μέλη μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας (π.χ. για τους δούλους ή για μια ειδική κατηγορία δούλων). Ακόμη και η έννοια της εργασίας ως τέτοιας ως κοινωνικής λειτουργίας, δεν θα μπορούσε να προκύψει σε αυτό το είδος της κοινωνίας.

Αν τώρα αφήσουμε καταμέρος την κοινωνική οργάνωση που ήταν βασισμένη στην ακραία ανισότητα των φύλων ή των επιμέρους ομάδων, και στραφούμε σε μια μεγάλη κοινότητα με καταμερισμό εργασίας, π.χ. το είδος που υπήρχε στους μεγάλους οικογενειακούς συνδέσμους των Νότιων Σλάβων, νομίζω ότι εκεί το προτσές της κοινωνικής ομοιογενοποίησης της εργασίας ήταν αναγκαίο. Γίνεται ακόμη περισσότερο αναγκαίο σε μια μεγάλη σοσιαλιστική κοινότητα. Αλλά αυτί ·· το προτσές της ομοιογενοποίησης της εργασίας σε μια οργανωμένη κοινότητα διαφέρει ουσιαστικά από το προτσές που λαμβάνει χώρα στην εμπορευματική παραγωγή. Ας φανταστούμε πραγματικά κάποια σοσιαλιστική κοινότητα όπου η εργασία κατανέμεται ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας. Ένα ορισμένο κοινωνικό όργανο εξισώνει την εργασία διαφόρων ειδών και διαφόρων ατόμων, αφού χωρίς αυτό το όργανο δεν θα μπορούσε να υπάρχει κανένας οικονομικός προγραμματισμός. Αλλά σε μια κοινότητα αυτού του είδους το προτσές της ομοιογενοποίησης της εργασίας είναι δευτερεύον και μόνο συμπληρωματικό στο προτσές της κοινωνικοποίησης και του καταμερισμού της εργασίας. Η εργασία είναι πρωταρχικά κοινωνική και καταμερισμένη. Το χαρακτηριστικό της κοινωνικά ομοιογενοποιημένης εργασίας έχει θέση εδώ ως παράγωγο ή συμπληρωματικό. Το κύριο χαρακτηριστικό της εργασίας είναι η όψη της ως κοινωνικής και καταμερισμένης και η όψη της ως κοινωνικά ομοιογενοποιημένης είναι ένα πρόσθετο χαρακτηριστικό.

Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να πω ότι για χάρη της σαφήνειας θα έβρισκα χρήσιμο να διακρίνουμε τρεις έννοιες ομοιογενούς εργασίας:

1. φυσιολογικά ομοιογενής (ίδια) εργασία

2. κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία

3. αφηρημένη εργασία, όπως χρησιμοποιείται από τον Μαρξ ή μάλλον, αφηρημένη γενική εργασία (ένας όρος που ο Μαρξ χρησιμοποίησε στην «Κριτική»).

Η φυσιολογική ομοιογένεια των διαφόρων τρόπων εργασίας υπήρχε σε όλες τις ιστορικές εποχές, και η δυνατότητα τα άτομα να μπορούν να μεταπηδούν από μια απασχόληση σε μια άλλη είναι χαρακτηριστική για κάθε κοινωνικό καταμερισμό εργασίας. Η κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία είναι χαρακτηριστική για όλα τα συστήματα με κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, δηλαδή όχι μόνο για την εμπορευματική παραγωγή αλλά, για παράδειγμα, και για μια σοσιαλιστική κοινότητα. Τέλος η τρίτη έννοια της εργασίας, ως αφηρημένη γενική είναι χαρακτηριστική μόνο για την εμπορευματική παραγωγή, θα φτάσουμε σε αυτή την έννοια. Μέχρι εδώ έχουμε μόνο συζητήσει τη δεύτερη έννοια της εργασίας, ως κοινωνικά ομοιογενοποιημένης και καταμερισμένης.

Ας ρίξουμε μια ματιά στις μεταβολές που θα λάβουν χώρα στην οργάνωση της εργασίας στην κοινότητα μας αν την φανταστούμε όχι με τη μορφή ενός οργανωμένου συνόλου αλλά με τη μορφή ενός συνδυασμού επιμέρους παραγωγικών μονάδων ιδιωτών παραγωγών εμπορευμάτων, με άλλα λόγια με τη μορφή της εμπορευματικής παραγωγής.

Στην εμπορευματική παραγωγή βρίσκουμε επίσης τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της εργασίας, που συγκεκριμενοποιήθηκαν πιο πάνω, τα οποία παρατηρήσαμε προηγουμένως σε μια οργανωμένη κοινότητα. Εδώ ακόμη θα βρούμε κοινωνική εργασία, καταμερισμένη εργασία και κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία· αλλά όλα αυτά τα προτσές κοινωνικοποίησης, προτσές ομοιογενοποίησης και καταμερισμού της εργασίας συμβαίνουν με μια τελείως διαφορετική μορφή. Η σχέση ανάμεσα στα τρία χαρακτηριστικά είναι τελείως διαφορετική, κυρίως γιατί στην εμπορευματική παραγωγή η άμεση κοινωνική οργάνωση της εργασίας λείπει και η εργασία δεν είναι άμεσα κοινωνική.

Στην εμπορευματική παραγωγή η εργασία ενός ατόμου, ενός παραγωγού εμπορευμάτων, δεν ρυθμίζεται άμεσα από την κοινωνία και αυτή καθ' εαυτή, στη συγκεκριμένη μορφή της, δεν ανήκει ακόμη στην κοινωνική παραγωγή. Η εργασία γίνεται κοινωνική στην εμπορευματική παραγωγή μόνο όταν παίρνει το χαρακτηριστικό της ομοιογενοποιημένης εργασίας· η εργασία κάθε παραγωγού εμπορευμάτων γίνεται κοινωνική μόνο χάρη στο γεγονός ότι το προϊόν του εξομοιώνεται με τα προϊόντα των άλλων παραγωγών εμπορευμάτων και η εργασία του συγκεκριμένου ατόμου εξομοιώνεται έτσι με την εργασία όλων των άλλων μελών της κοινωνίας και με όλα τα άλλα είδη εργασίας. Δεν υπάρχει κανένα εκ των προτέρων οργανωμένο σχέδιο για την κοινωνικοποίηση του καταμερισμού της εργασίας και η μόνη ένδειξη ότι η εργασία ενός συγκεκριμένου ατόμου περιλαμβάνεται μέσα στο κοινωνικό σύστημα παραγωγής είναι η ανταλλαγή του προϊόντος μιας συγκεκριμένης εργασίας με κάθε άλλο προϊόν.

Έτσι, σε σύγκριση με τη σοσιαλιστική κοινότητα, τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής εργασίας και της ομοιογενοποιημένης εργασίας έχουν αλλάξει ρόλους στην εμπορευματική παραγωγή. Προηγούμενα το χαρακτηριστικό της εργασίας ως ομοιογενούς ή ομοιογενοποιημένης ήταν το αποτέλεσμα ενός δευτερεύοντος προτσές, της λειτουργίας που προερχόταν από ένα κοινωνικό όργανο, που κοινωνικοποιούσε και κατένεμε την εργασία. Τώρα η εργασία γίνεται κοινωνική μόνο με τη μορφή με την οποία εξισώνεται με όλα τα άλλα είδη εργασίας και γίνεται έτσι κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία.

Θα ήθελα να αναφέρω μερικά παραδείγματα από τον Μαρξ που θα το επιβεβαιώσουν αυτό.

Το πιο σαφές παράδειγμα μπορεί να βρεθεί στην «Κριτική» όπου ο Μαρξ λέει ότι η εργασία γίνεται κοινωνική μόνο «παίρνοντας τη μορφή του άμεσα αντιθέτου της, της αφηρημένης γενικής εργασίας» (σ. 34), δηλαδή τη μορφή της εξίσωσης με όλα τα άλλα είδη εργασίας. «Αφηρημένη και, με αυτή τη μορφή, κοινωνική εργασία» - συχνά ο Μαρξ χαρακτηρίζει με αυτές τις λέξεις την κοινωνική μορφή της εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή. Μπορώ επίσης να θυμίσω το γνωστό απόσπασμα από το «Κεφάλαιο» όπου δηλώνει ότι στην εμπορευματική παραγωγή «ο ειδικός κοινωνικός χαρακτήρας της ιδιωτικής εργασίας που καταναλώθηκε ανεξάρτητα συνίσταται στην ισότητα κάθε είδους αυτής της εργασίας δυνάμει του ότι είναι ανθρώπινη εργασία» («Κεφάλαιο», τόμος Ι, σ. 74).

Έτσι στην εμπορευματική παραγωγή η έμφαση του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας μετατοπίζεται από την ιδιότητα της κοινωνικοποιημένης εργασίας σε αυτήν της ομοιογενούς ή κοινωνικά ομοιογενοποιημένης εργασίας, η οποία γίνεται κοινωνικά ομοιογενοποιημένη μόνο μέσω της ομοιογενοποίησης των προϊόντων της εργασίας. Η έννοια της ομοιογένειας της εργασίας παίζει ένα σημαντικό ρόλο στη Μαρξική θεωρία της αξίας ακριβώς γιατί στην εμπορευματική παραγωγή η εργασία γίνεται κοινωνική μόνο μέσω της ιδιότητας της να είναι ομοιογενής εργασία.

Παρόμοια με την περίπτωση του χαρακτηριστικού της κοινωνικής εργασίας, το χαρακτηριστικό της καταμερισμένης εργασίας προκύπτει επίσης από την ισότητα της εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή. Ο καταμερισμός της εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή δεν συνίσταται στη συνειδητή κατανομή της που να αντιστοιχεί σε προσδιορισμένες, εκ των προτέρων εκφρασμένες ανάγκες, αλλά ρυθμίζεται από την αρχή του ίσου πλεονεκτήματος της παραγωγής. Ο καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στους επιμέρους κλάδους παραγωγής λαμβάνει χώρα με ένα τέτοιο τρόπο ώστε οι παραγωγοί εμπορευμάτων να παίρνουν ένα ίσο ποσό αξίας για την ανάλωση μιας ίσης ποσότητας εργασίας.

Πιστοποιήσαμε τα τρία χαρακτηριστικά της εργασίας ως κοινωνικής εργασίας, κοινωνικά ομοιογενοποιημένης εργασίας και καταμερισμένης εργασίας. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά αφορούν επίσης την εργασία σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, αλλά αλλάζουν τελείως το χαρακτήρα τους και τη σχέση τους σε σύγκριση με την εμπορευματική παραγωγή. Τα τρία χαρακτηριστικά της εργασίας που παραθέσαμε εδώ είναι η βάση από την οποία αναπτύσσονται οι τρεις πλευρές της αξίας. Ο Μαρξ θεωρεί την αξία ως την ενότητα της μορφής της αξίας, της ουσίας της αξίας και του μεγέθους της αξίας. «Το καθοριστικά σημαντικό καθήκον όμως ήταν να ανακαλυφθεί η εσωτερική αναγκαία σχέση ανάμεσα στη μορφή της αξίας, την ουσία της αξίας και το μέγεθος της αξίας» («Κεφάλαιο», τόμος Ι, 1η έκδοση, σ. 240). Η ενότητα της μορφής, της ουσίας και του μεγέθους της αξίας αντανακλά την ενότητα της εργασίας ως κοινωνικής, κοινωνικά ομοιογενοποιημένης και ποσοτικά καταμερισμένης. Στην εμπορευματική παραγωγή οι εργασιακές και οι παραγωγικές σχέσεις είναι «αντικειμενοποιημένες» και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της εργασίας παίρνουν τη μορφή «αντικειμενοποιημένων» ιδιοτήτων του προϊόντος της εργασίας. Η «μορφή της αξίας» είναι η κοινωνική μορφή του προϊόντος της εργασίας, που αντανακλά τον ειδικό κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή. Η «ουσία της αξίας» αντιπροσωπεύει την κοινωνικά ομοιογενή εργασία. Και τέλος το «μέγεθος της αξίας» είναι η έκφραση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, ή ακριβέστερα της ποσοτικής πλευράς του προτσές του καταμερισμού εργασίας.

Ο τριπλός χαρακτήρας της εργασίας, που προτείναμε, μας βοηθά να εξηγήσουμε τη σχέση που υπάρχει στο Μαρξικό σύστημα ανάμεσα στη μορφή, την ουσία και το μέγεθος της αξίας. Ειδικά, η διάκριση αυτή ξεκαθαρίζει μερικά προβλήματα της δόμησης του τμήματος [του «Κεφαλαίου»] του Μαρξ πάνω στο «Φετιχισμό των Εμπορευμάτων».

Επιτρέψτε μου να σας διαβάσω αυτό το τμήμα από τη δεύτερη παράγραφο: «Γιατί, πρωταρχικά, όσο ποικίλα και αν είναι τα χρήσιμα είδη εργασίας ή παραγωγικών δραστηριοτήτων, είναι ένα φυσιολογικό γεγονός ότι αυτά είναι λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού και κάθε τέτοια λειτουργία, όποια και αν είναι η φύση της ή η μορφή της, είναι αναγκαστικά ξόδεμα ανθρώπινου μυαλού, νεύρων, μυώνων κ.λπ. Δεύτερον, ως προς αυτό το οποίο σχηματίζει τη βάση για τον ποσοτικό προσδιορισμό της αξίας, δηλαδή τη διάρκεια αυτού του ξοδέματος ή την ποσότητα εργασίας, είναι αρκετά καθαρό ότι υπάρχει μια χειροπιαστή διαφορά ανάμεσα στην ποσότητα και την ποιότητα της. Τέλος, από τη στιγμή που οι άνθρωποι σε κάθε περίπτωση δουλεύουν ο ένας για τον άλλο, η εργασία τους παίρνει μια κοινωνική μορφή» («Κεφάλαιο», τόμος Ι, σ. 71).

Στα τρία σημεία που αναφέρθηκαν, ο Μαρξ υποδεικνύει ότι μπορούμε να παρατηρήσουμε τα τρία χαρακτηριστικά της εργασίας - κοινωνική, ομοιογενής και ποσοτικά καταμερισμένη - όχι μόνο στην εμπορευματική παραγωγή, αλλά επίσης και σε άλλες μορφές παραγωγής.

Αλλά, λέει ο Μαρξ, «από πού προκύπτει τότε ο αινιγματικός χαρακτήρας του προϊόντος της εργασίας μόλις αυτό πάρει τη μορφή εμπορευμάτων;». Και απαντά ο ίδιος: «προφανώς ακριβώς από τη μορφή των εμπορευμάτων, στην οποία τα τρία χαρακτηριστικά της εργασίας είναι ήδη μετασχηματισμένα, "πραγμοποιημένα", στην αξία των προϊόντων της εργασίας». «Η ομοιογένεια όλων των ειδών ανθρώπινης εργασίας εκφράζεται αντικειμενικά στο ότι τα προϊόντα τους είναι όλα επίσης αξίες το μέτρημα του ξοδέματος ανθρώπινης εργασιακής δύναμης με [μέτρο] τη διάρκεια αυτού του ξοδέματος παίρνει τη μορφή της ποσότητας της αξίας των προϊόντων της εργασίας. και τέλος, οι αμοιβαίες σχέσεις των παραγωγών, μέσα από τις οποίες ο κοινωνικός χαρακτήρας επιβεβαιώνει τον εαυτό του, παίρνουν τη μορφή μιας κοινωνικής σχέσης ανάμεσα στα προϊόντα» («Κεφάλαιο», τόμος Ι, σ. 72).

Σε αυτά τα τρία σημεία ο Μαρξ μιλά ήδη για την ουσία, το μέγεθος και τη μορφή της αξίας. Η συλλογιστική του μπορεί να ιχνηλατηθεί ιδιαίτερα καθαρά στην πρώτη έκδοση του «Κεφαλαίου», όπου οι τρεις προτάσεις που αναφέρθηκαν ακολουθούνται αμέσως από μια ολόκληρη σελίδα πάνω στην ουσία, το μέγεθος και τη μορφή της αξίας. Στη δεύτερη έκδοση τα σχόλια που αναφέρονται στην ουσία, το μέγεθος και τη μορφή της αξίας προφανώς παραλείπονται από τον Μαρξ. Στην πραγματικότητα μόνο αναβάλλονται. Οι τρεις παράγραφοι που προηγούνται της ανάλυσης των διάφορων μορφών παραγωγής (η παραγωγή του Ροβινσώνα, η μεσαιωνική παραγωγή κ.λπ.) αφιερώνονται στην ουσία, το μέγεθος και τη μορφή της αξίας.3

Έχουμε τώρα φτάσει στο συμπέρασμα ότι ομοιογενής εργασία μπορεί να σημαίνει κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία, και αυτό το είδος της εργασίας υπάρχει όχι μόνο στην εμπορευματική παραγωγή, αλλά επίσης ας πούμε σε μια σοσιαλιστική κοινότητα ή σε μια άλλη μεγάλη κοινότητα που είναι βασισμένη στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας· και τέλος είναι η αφηρημένη γενική εργασία, δηλαδή η κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία σε μια ειδική μορφή κατάλληλη για την εμπορευματική παραγωγή, η εργασία που γίνεται κοινωνική και καταμερισμένη μόνο μέσω του προτσές κοινωνικής εξίσωσης. Μόνο αυτή η κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία μπορεί να περιγραφεί ως αφηρημένη ή αφηρημένη γενική. θα έπρεπε να αναφέρουμε εδώ ότι ο Μαρξ κάνει στην «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» αρκετούς υπαινιγμούς για τα τρία είδη εξίσωσης της εργασίας, δηλαδή για τη φυσιολογική, την κοινωνική εξίσωση γενικά και για την κοινωνική εξίσωση στην εμπορευματική παραγωγή. Ο Μαρξ είναι αλήθεια ότι δεν κάνει καμιά απόλυτα καθαρή διάκριση, αλλά θα πρέπει να επισημάνουμε ότι διακρίνει τρεις όρους: ανθρώπινη εργασία, ομοιογενής και αφηρημένη γενική εργασία. Δεν θα ισχυριστώ ότι οι τρεις αυτοί όροι συμπίπτουν με αυτούς που χαρακτηρίσαμε προηγουμένως σαν φυσιολογικά ομοιογενή εργασία, κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία και αφηρημένη εργασία, αλλά παρόλα αυτά υπάρχουν μερικά σημεία επαφής.

Γι αυτό όταν πραγματευόμαστε το πρόβλημα της αφηρημένης εργασίας δεν μπορούμε να σταματήσουμε στο προκαταρκτικό χαρακτηριστικό της εργασίας ως φυσιολογικά ομοιογενούς, ούτε στο χαρακτηριστικό της εργασίας ως κοινωνικά ομοιογενοποιημένης. Πρέπει να μεταβούμε από τα δύο αυτά χαρακτηριστικά σε ένα τρίτο και να ερευνήσουμε την ειδική μορφή της ομοιογενοποιημένης εργασίας που είναι χαρακτηριστική της εμπορευματικής παραγωγής, δηλαδή για το σύστημα του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας που βασίζεται στην ανταλλαγή.

Επομένως, δεν κάνουν λάθος κατά τη γνώμη μας μόνο οι οπαδοί της φυσικιστικής έννοιας της αφηρημένης εργασίας, αλλά επίσης και αυτοί οι σύντροφοι που καταλαβαίνουν την αφηρημένη εργασία σαν να σημαίνει γενικά κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία ανεξάρτητα από την ειδική κοινωνική μορφή με την οποία η ομοιογενοποίηση πραγματοποιείται.

Πρέπει να προσθέσουμε ότι αυτές οι δυο έννοιες της εργασίας, φυσιολογικά ομοιογενοποιημένη και κοινωνικά ομοιογενοποιημένη, συχνά συγχέονται και δεν διακρίνονται η μια από την άλλη αρκετά καθαρά. Η έννοια της αφηρημένης γενικής εργασίας προφανώς συνεπάγεται τη φυσιολογική ομοιογένεια και την κοινωνική ομοιογενοποίηση της εργασίας, αλλά πέρα από αυτά περιέχει επίσης την κοινωνική ομοιογενοποίηση της εργασίας στην αρκετά ειδική μορφή που αυτή παίρνει στην εμπορευματική παραγωγή.

Θα μπορούσαμε να κάνουμε πολλές αναφορές στον ίδιο τον Μαρξ για να δείξουμε πώς αυτός παρερμηνεύεται ωμά από τους οπαδούς της φυσικιστικής έννοιας της αφηρημένης εργασίας, θα ήθελα να διαβάσω εδώ μόνο ένα πολύ χαρακτηριστικό απόσπασμα. Στο σύντομο σκιαγράφημα των απόψεων του Franklin ο Μαρξ λέει ότι ο Franklin ασυνείδητα συρρικνώνει όλες τις μορφές της εργασίας σε μια πλευρά, ενδιαφερόμενος για το αν η εργασία ήταν αυτή ενός παπουτσή, ενός ράφτη κ.λπ. Ο Franklin πίστευε ότι η αξία προσδιορίζεται «από την αφηρημένη εργασία, η οποία δεν έχει καμία ιδιαίτερη ποιότητα και άρα μπορεί να μετρηθεί μόνο σε όρους ποσότητας». Ο Franklin αναγνώριζε την αφηρημένη εργασία. «Αλλά», προσθέτει ο Μαρξ, «αφού δεν εξηγεί ότι η εργασία η εκφρασμένη στην αξία ανταλλαγής είναι αφηρημένη γενική κοινωνική εργασία, που προκύπτει από τη γενική αλλοτρίωση της ατομικής εργασίας, αναπόφευκτα κάνει το λάθος να εκλαμβάνει το χρήμα ως την άμεση ενσάρκωση αυτής της αλλοτριωμένης εργασίας» («Κριτική», σ. 56-57).

Είναι προφανές εδώ ότι ο Μαρξ αντιπαραθέτει την αφηρημένη εργασία στην αφηρημένη γενική εργασία. Η αφηρημένη γενική εργασία που είναι ενσωματωμένη στην αξία είναι η εργασία που είναι ειδικά κατάλληλη για την εμπορευματική παραγωγή.

Φτάνουμε τώρα στο συμπέρασμα ότι αν αναλύσουμε το πρόβλημα της ειδικής σχέσης ανάμεσα στην εργασία και την αξία από τη σκοπιά της διαλεκτικής μεθόδου και επιπλέον από [τη σκοπιά] της αναλυτικής [μεθόδου], τότε πρέπει να λάβουμε την έννοια της εργασίας ως το σημείο εκκίνησης και να αναπτύξουμε την έννοια της αξίας από αυτό.

Εάν ακολουθήσουμε την αναλυτική μέθοδο, αρχίζοντας από την αξία και ρωτώντας τι βρίσκεται κάτω από αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι φυσιολογικά ομοιογενής εργασία και κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία κρύβονται πίσω από την αξία των προϊόντων. Αλλά ούτε η μια ούτε η άλλη απάντηση θα ήταν επαρκής, αφού δεν υπάρχει τρόπος να μεταβούμε από τη φυσιολογικά ομοιογενή εργασία ή από την κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία στην αξία.

Για να φτάσουμε διαλεκτικά από την έννοια της εργασίας στην έννοια της αξίας, πρέπει ακόμη να περιλάβουμε στην έννοια της εργασίας εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την κοινωνική οργάνωση της εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή και κάνουν αναγκαία την εμφάνιση της αξίας ως την ιδιαίτερη κοινωνική μορφή του προϊόντος της εργασίας. Επομένως αυτή η έννοια της αφηρημένης γενικής εργασίας πρέπει να είναι πολύ πλουσιότερη και από τις δύο, και από την έννοια της φυσιολογικής ομοιογένειας της εργασίας και από την έννοια της κοινωνικής ομοιογενοποίησης της εργασίας γενικά.

II

Προχωρήσαμε από την φυσιολογικά ομοιογενή εργασία στην κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία, και από την κοινωνικά ομοιογενοποιημένη στην αφηρημένη γενική εργασία. Εμπλουτίσαμε τον ορισμό της εργασίας με νέα χαρακτηριστικά στα τρία στάδια της ερευνάς μας και μόνο όταν προχωρήσαμε στο τρίτο στάδιο και ορίσαμε την εργασία ως αφηρημένη γενική, από την οποία προκύπτει αναγκαστικά η κατηγορία της αξίας, έγινε δυνατό να περάσουμε από την εργασία στην αξία.

Θα μπορούσαμε να ορίσουμε την αφηρημένη εργασία περίπου ως εξής: Αφηρημένη εργασία είναι ο προσδιορισμός που αφορά αυτό το τμήμα της συνολικής κοινωνικής εργασίας που ομοιογενοποιήθηκε μέσα στο προτσές του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας μέσω της εξίσωσης των προϊόντων της εργασίας στην αγορά.

Στο βιβλίο μου «Δοκίμια πάνω στην θεωρία της Αξίας του Μαρξ» έδωσα, λίγο πολύ, αυτό τον ορισμό. Νομίζω ότι είναι αναγκαίο να προστεθεί ότι η κοινωνική φύση της αφηρημένης εργασίας δεν περιορίζεται από το γεγονός ότι η έννοια της αξίας προκύπτει αναγκαία από αυτή την έννοια. Όπως έχω ήδη σκιαγραφήσει στο βιβλίο μου, η έννοια της αφηρημένης εργασίας οδηγεί επίσης άνευ όρων στην έννοια του χρήματος, και από τη Μαρξική σκοπιά αυτό είναι απόλυτα συνεπές. Στην πραγματικότητα ορίσαμε την αφηρημένη εργασία ως εργασία η οποία κατέστη ομοιογενής μέσω της κυκλικής εξίσωσης όλων των προϊόντων της εργασίας, αλλά η εξίσωση όλων των προϊόντων της εργασίας δεν είναι δυνατή παρά μόνο μέσω της εξομοίωσης του καθενός από αυτά με ένα γενικό ισοδύναμο. Συνεπώς το προϊόν της αφηρημένης εργασίας έχει την ικανότητα να εξομοιώνεται με όλα τα άλλα προϊόντα μόνο στη μορφή που εμφανίζεται ως γενικό ισοδύναμο ή μπορεί δυνητικά να ανταλλαγεί με ένα γενικό ισοδύναμο.

Στην «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» μπορεί κανείς να διακρίνει ιδιαίτερα καθαρά ότι για τον Μαρξ η έννοια της αφηρημένης εργασίας είναι αδιαχώριστα δεμένη με αυτή του γενικού ισοδύναμου.

Εκεί ο Μαρξ προσεγγίζει την αφηρημένη εργασία ως εξής: Όπως και στο «Κεφάλαιο», ξεκινά από το εμπόρευμα ή την αξία και αποκαλύπτει αναλυτικά την αφηρημένη γενική εργασία που βρίσκεται κάτω από την αξία (Studienausgabe, σ. 235). Αφού ανέλυσε την ομοιογένεια της εργασίας, προχωρά σε έναν αναλυτικό κοινωνιολογικό χαρακτηρισμό αυτής της ομοιογενούς εργασίας, των «κοινωνικών κατηγοριών της εργασίας», «κοινωνικών... με την ειδική έννοια» που είναι κατάλληλη για την εμπορευματική παραγωγή («Κριτική», σ. 31). Στην εμπορευματική παραγωγή ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας εκφράζεται από «το ότι η εργασία του ατόμου παίρνει τη μορφή του γενικού ισοδύναμου» («Κριτική», σ. 33-34). «Ο γενικός εργάσιμος χρόνος βρίσκει την έκφραση του σε ένα γενικό προϊόν, σε ένα γενικό ισοδύναμο» («Κριτική», σ. 32). «Η εργασία ενός ατόμου μπορεί να παράγει αξία ανταλλαγής μόνο αν παράγει γενικά ισοδύναμα» («Κριτική», σ. 32).

Όπως μπορούμε να δούμε, ο Μαρξ συνδέει αδιαχώριστα την κατηγορία της αφηρημένης εργασίας με την έννοια του γενικού ισοδύναμου ή χρήματος. Γι αυτό πρέπει να προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο και βαθύτερα τον κοινωνικό χαρακτηρισμό της αφηρημένης εργασίας και να μην περιοριστούμε στην εξομοίωση της εργασίας διαμέσου της εξίσωσης των προϊόντων της. Πρέπει να προσθέσουμε ότι η εργασία γίνεται αφηρημένη μέσω της εξομοίωσης της με μια ιδιαίτερη μορφή εργασίας ή μέσω της εξομοίωσης του προϊόντος της με ένα γενικό ισοδύναμο, που γι' αυτό θεωρείται από τον Μαρξ ως η αντικειμενοποίηση ή υλοποίηση της αφηρημένης εργασίας.

Από τη σκοπιά αυτή, ανοίγει εδώ μια ενδιαφέρουσα παράλληλος ανάμεσα στον Μαρξ και τον Hegel. Όπως γνωρίζουμε, ο όρος «αφηρημένο γενικό» καθεαυτός θυμίζει τον Hegel, που διακρίνει το αφηρημένο γενικό από το συγκεκριμένο. Η διάκριση ανάμεσα σε αυτά τα δύο μπορεί να υπαχθεί στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο γενικό δεν αποκλείει τις διαφορές ανάμεσα στα αντικείμενα που περιλαμβάνονται μέσα σε αυτή τη γενική πλευρά, ενώ το αφηρημένο γενικό αποκλείει τέτοιες διαφορές.

Για να καταλάβουμε γιατί ο Μαρξ περιγράφει την ομοιογενοποιημένη εργασία των παραγωγών εμπορευμάτων ως την αφηρημένη γενική, πρέπει να συγκρίνουμε το προτσές ομοιογενοποίησης της εργασίας σε μια σοσιαλιστική κοινότητα με το προτσές ομοιογενοποίησης της εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή, θα προσέξουμε την ακόλουθη διάκριση. Ας υποθέσουμε ότι σε μια σοσιαλιστική κοινότητα κάποιο όργανο συγκρίνει τα διάφορα είδη εργασίας το ένα με το άλλο. Τι συμβαίνει εκεί; Αυτό το όργανο παίρνει όλα αυτά τα είδη εργασίας στη συγκεκριμένη χρήσιμη μορφή τους, αφού τα συνδέει ακριβώς σε αυτή τη μορφή, αλλά αφαιρεί μια από τις πλευρές τους και λέει ότι αυτά τα είδη εργασίας είναι ίσα το ένα με το άλλο στις δεδομένες συνθήκες. Σε αυτή την περίπτωση η ομοιογένεια εμφανίζεται ως ένα χαρακτηριστικό αυτών των συγκεκριμένων ειδών εργασίας, ως ένα χαρακτηριστικό το οποίο αφαιρέθηκε από αυτές τις μορφές· αλλά αυτή η γενική κατηγορία της ομοιογένειας δεν καταστρέφει τις συγκεκριμένες διαφορές τους, που εκδηλώνονται στη χρήσιμη εργασία.

Στην εμπορευματική παραγωγή μια σύγκριση αυτού του είδους είναι αδύνατη αφού δεν υπάρχει το όργανο που συνειδητά εξισώνει όλα αυτά τα είδη εργασίας. Η εργασία ενός κλώστη και αυτή ενός υφαντή δεν μπορούν να εξισωθούν όσο παραμένουν συγκεκριμένες χρήσιμες εργασίες. Η εξίσωση τους συντελείται μόνο έμμεσα διαμέσου της εξομοίωσης καθενός με την τρίτη μορφή της εργασίας, δηλαδή την «αφηρημένη γενική» εργασία (βλέπε «Κριτική»). Αυτό το ορισμένο είδος εργασίας είναι «αφηρημένη γενική» (και όχι συγκεκριμένη γενική) ακριβώς γιατί δεν περιλαμβάνει τις διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων συγκεκριμένων ειδών εργασίας αλλά αποκλείει αυτές τις αποκλίσεις: αυτό το είδος παρουσιάζει όλα τα συγκεκριμένα είδη εργασίας κατά το ότι εμφανίζεται ως αντιπρόσωπος τους.

Το γεγονός ότι σε αυτή την περίπτωση ο Μαρξ εννοούσε την Εγελιανή διάκριση ανάμεσα στο αφηρημένο γενικό και στο συγκεκριμένο γενικό μπορεί να φανεί καθαρά στην πρώτη έκδοση του «Κεφαλαίου» όπου τα ίχνη των Εγελιανών εννοιών και της Εγελιανής ορολογίας εμφανίζονται πολύ πιο ευδιάκριτα από ό,τι στη δεύτερη. Εδώ υπάρχει μια παράγραφος που λέει:

«Μέσα στην αξιακή σχέση και στην αξιακή έκφραση που περικλείεται σε αυτήν, το αφηρημένο γενικό μετρά όχι ως ιδιότητα του συγκεκριμένου, αισθητά πραγματικού· αλλά αντίθετα το αισθητά συγκεκριμένο μετρά ως η απλή μορφή εμφάνισης, η προσδιορισμένη μορφή υλοποίησης του αφηρημένα γενικού... Αυτή η αντιστροφή, με την οποία το αισθητό συγκεκριμένο μετρά μόνο ως η μορφή εμφάνισης του αφηρημένου γενικού και όχι, αντίθετα, το αφηρημένα γενικό ως ιδιότητα του συγκεκριμένου, χαρακτηρίζει την έκφραση της αξίας. Ταυτόχρονα κάνει την κατανόηση [της] δύσκολη».

(«Η αξιακή μορφή», σ. 139-140)

Σε ένα άλλο σημείο ο Μαρξ λέει:

«Είναι σαν μαζί και πλάι στα λιοντάρια, τις τίγρεις, τους λαγούς και όλα τα άλλα πραγματικά ζώα, τα οποία ως μια ομάδα σχηματίζουν τα διάφορα γένη, είδη, υποείδη, οικογένειες κ.λπ. του ζωικού βασιλείου, να υπήρχε επίσης το Ζώο, η ατομική ενσάρκωση του όλου ζωικού βασιλείου».

(«Κεφαλαίο», 1η γερμανική έκδοση, σ. 234)

Για να αποκρυπτογραφήσουμε αυτή την απόφανση του Μαρξ, πρέπει να πούμε ότι στην εμπορευματική παραγωγή το αφηρημένο γενικό εμφανίζεται, στην πραγματικότητα, όχι ως χαρακτηριστικό ή ιδιότητα του συγκεκριμένου, του αισθητού πραγματικού (δηλαδή των συγκεκριμένων τρόπων εργασίας), αφού για να αφαιρεθούν τα συγκεκριμένα γενικά χαρακτηριστικά από αυτά τα συγκεκριμένα είδη εργασίας θα χρειαζόταν ένα συλλογικό όργανο το οποίο δεν υπάρχει στην εμπορευματική παραγωγή. Τα συγκεκριμένα είδη εργασίας, επομένως, δεν εξομοιώνονται το ένα με το άλλο μέσω της αφαίρεσης κάποιων γενικών χαρακτηριστικών αλλά μέσω της σύγκρισης και της ομογενοποίησης καθενός από αυτά τα είδη με ένα ειδικά προσδιορισμένο συγκεκριμένο είδος που χρησιμεύει ως φαινομενική μορφή της γενικής εργασίας. Για να γίνει η συγκεκριμένη εργασία γενική, η γενική εργασία πρέπει να εμφανισθεί με τη μορφή της συγκεκριμένης εργασίας, «εάν ο εργάσιμος χρόνος του ατόμου αντιπροσωπεύει γενικό εργάσιμο χρόνο, ή εάν ο γενικός εργάσιμος χρόνος αντιπροσωπεύει εργάσιμο χρόνο του ατόμου» («Κριτική», σ. 32).

Μόνο κάτω από το φως αυτών των σχολίων του Μαρξ, που δείχνουν καθαρά τα ίχνη επιρροής του Hegel, μπορούμε να καταλάβουμε τα αποσπάσματα από την «Κριτική» που αναφέραμε προηγουμένως, στα οποία ο Μαρξ λέει ότι στην εμπορευματική παραγωγή η εργασία γίνεται κοινωνική μόνο παίρνοντας τη μορφή της αφηρημένης γενικότητας.

Αυτή η ιδέα σχετίζεται ευρύτερα με τις απόψεις του Μαρξ για την αστική κοινωνία. Στα πρώτα του έργα, στη «Γερμανική Ιδεολογία» για παράδειγμα, εκφράζει την ιδέα ότι στην αστική κοινωνία, όπου λείπει μια κεντρική κοινωνική οργάνωση της παραγωγής, η εκπροσώπηση του κοινωνικού συμφέροντος πέφτει πάντα σε ένα μόνο οργανισμό, σε μια ομάδα ανθρώπων, σε μια μόνο τάξη. Αυτή η κοινωνική τάξη ανακηρύσσει τα δικά της συμφέροντα ως συμφέροντα όλης της κοινωνίας και δανείζει στις ιδέες της τη «μορφή της καθολικότητας». «Το ιδιαίτερο συμφέρον εκφράζεται ως το γενικό συμφέρον και το γενικό ως το κυρίαρχο» («Γερμανική Ιδεολογία», MECW, 5ος τόμος, σ. 60). Αν συγκρίνουμε αυτές τις επισημάνσεις του Μαρξ στην «Κριτική» με αυτά τα αποσπάσματα όπου λέει ότι η κοινωνική εργασία παίρνει «την αφηρημένη μορφή της καθολικότητας» και ότι η αξία ενός εμπορεύματος παίρνει τη μορφή ενός ιδιαίτερα προσδιορισμένου εμπορεύματος, τη μορφή του χρήματος, τότε η στενή ιδεατή σχέση αυτών των εννοιών γίνεται προφανής.

Για να καταλήξω με το πρόβλημα της αφηρημένης εργασίας, πρέπει να ασχοληθώ με δύο επικρίσεις που έγιναν εναντίον μου στο άρθρο του Daschkowski και από άλλους συντρόφους 4.

Η πρώτη επίκριση ήταν ότι προφανώς θέλω να υποκαταστήσω την αφηρημένη εργασία με το προτσές της αφαίρεσης των συγκεκριμένων ιδιοτήτων της εργασίας, δηλαδή ότι θέλω να αντικαταστήσω την αφηρημένη εργασία με την κοινωνική μορφή της οργάνωσης της εργασίας.

Ομολογουμένως, μια υποκατάσταση αυτού του είδους, εάν είχε πράγματι συμβεί, θα απόκλινε από τη Μαρξική θεωρία. Αλλά υποστηρίζουμε ότι ο χαρακτήρας των παραγωγικών σχέσεων των ανθρώπων στην εμπορευματική παραγωγή σημαίνει, χωρίς προϋποθέσεις, ότι η εργασία, και στην ποιοτική και στην ποσοτική πλευρά της, βρίσκει την έκφραση της στην αξία και στο μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος. Αν αντί για την αφηρημένη εργασία λάβουμε υπ' όψιν μόνο την κοινωνική μορφή της οργάνωσης της εργασίας, αυτό θα μας βοηθήσει μόνο στο να εξηγήσουμε τη «μορφή της αξίας», δηλαδή την κοινωνική μορφή την οποία παίρνει το προϊόν της εργασίας, θα μπορούσαμε επίσης να εξηγήσουμε γιατί ένα προϊόν της εργασίας παίρνει τη μορφή ενός εμπορεύματος το οποίο κατέχει μια αξία. Αλλά δεν θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε γιατί αυτό το προϊόν παίρνει ειδικά αυτή τη δοσμένη, ποσοτικά προσδιορισμένη, αξία. Για να εξηγήσουμε την αξία ως την ενότητα της μορφής της αξίας, της ουσίας της αξίας και του μεγέθους της αξίας πρέπει να ξεκινήσουμε από την αφηρημένη εργασία, η οποία δεν είναι μόνο κοινωνική και κοινωνικά ομοιογενοποιημένη αλλά επίσης ποσοτικά καταμερισμένη.

Κάποιος θα μπορούσε να βρει διατυπώσεις του ίδιου του Μαρξ, οι οποίες, αν κανείς ήθελε, θα μπορούσαν να είναι επαρκής λόγος για να ισχυριστεί ότι ο Μαρξ υποκαθιστούσε την ίδια την εργασία με την κοινωνική μορφή της εργασίας. Επειδή όμως θα ήταν ανιαρό να αναφερθώ στα διάφορα αποσπάσματα του Μαρξ, θα ήθελα μόνο να αναφέρω ένα απόσπασμα το οποίο, αν ήταν γραμμένο από οποιονδήποτε άλλο εκτός από τον Μαρξ, θα ακουγόταν αιρετικό. Η πρόταση λέει: «Η εργασία η οποία δημιουργεί την αξία ανταλλαγής είναι μια ειδική κοινωνική μορφή της εργασίας» («Κριτική», σ. 36). Στο ίδιο σημείο, σε μια υποσημείωση, ο Μαρξ λέει ότι η αξία είναι η κοινωνική μορφή του πλούτου. Αν κανείς συνδυάσει αυτά τα δύο αποσπάσματα, τότε αντί για τη θέση ότι η εργασία δημιουργεί αξία, έχουμε τη θέση ότι η κοινωνική μορφή της εργασίας παράγει την κοινωνική μορφή του πλούτου. Κάποιος επικριτής θα μπορούσε εύκολα να πει ότι ο Μαρξ αντικαθιστά τελείως την εργασία με την κοινωνική μορφή της εργασίας: το οποίο ο Μαρξ προφανώς δεν σκόπευε να κάνει.

Θα ήθελα τώρα να στραφώ στη δεύτερη επίκριση. Ειπώθηκε ότι οι εξηγήσεις μου δίνουν την εντύπωση ότι η αφηρημένη εργασία παράγεται μόνο μέσα στην πράξη της ανταλλαγής, θα μπορούσε κάποιος να συμπεράνει από αυτό ότι η αξία επίσης δημιουργείται μόνο στην ανταλλαγή, ενώ από τη σκοπιά του Μαρξ η αξία και συνακόλουθα η αφηρημένη εργασία επίσης πρέπει να υπάρχουν ήδη στο προτσές της παραγωγής. Αυτό θίγει το βαθύ και κρίσιμο πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα στην παραγωγή και την ανταλλαγή. Πώς μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτή τη δυσκολία; Από την μια η αξία και η αφηρημένη εργασία πρέπει να υπάρχουν ήδη στο προτσές της παραγωγής, και από την άλλη ο Μαρξ λέει σε δεκάδες αποσπάσματα ότι το προτσές της ανταλλαγής είναι η προϋπόθεση για την αφηρημένη εργασία.

Επιτρέψτε μου να αναφέρω μερικά παραδείγματα, θα ήθελα να γυρίσω πίσω στον Franklin. Ο Μαρξ λέει: «Αλλά αφού δεν εξηγεί ότι η εργασία που εμπεριέχεται στην αξία ανταλλαγής είναι αφηρημένη γενική κοινωνική εργασία η οποία προέρχεται από την καθολική αλλοτρίωση της ατομικής εργασίας...» κ.λπ. («Κριτική», σ. 56). Επομένως, το κύριο λάθος του Franklin ήταν ότι αγνόησε το γεγονός ότι η αφηρημένη εργασία προκύπτει από την αλλοτρίωση της ατομικής εργασίας.

Αυτό δεν είναι ένα απομονωμένο σχόλιο του Μαρξ. θα δείξουμε ότι στις μετέπειτα εκδόσεις του «Κεφαλαίου» ο Μαρξ τονίζει όλο και περισσότερο την ιδέα ότι στην εμπορευματική παραγωγή μόνο η ανταλλαγή υπάγει τη συγκεκριμένη εργασία στην αφηρημένη εργασία.

Για να επιστρέψουμε στα πρώτα μας σχόλια: «Επομένως όταν συσχετίζουμε τα προϊόντα της εργασίας το ένα με το άλλο ως αξίες, αυτό δεν γίνεται επειδή βλέπουμε σε αυτά τα είδη τις υλικές δεξαμενές της ομογενούς ανθρώπινης εργασίας. Αντίθετα: όταν, μέσω μιας ανταλλαγής ομοιογενοποιούμε ως αξίες τα διαφορετικά προϊόντα μας, με αυτή την πράξη ομοιογενοποιούμε επίσης ως ανθρώπινη εργασία τα διαφορετικά είδη εργασίας που ξοδεύτηκαν πάνω τους» («Κεφάλαιο», τόμος Ι, σ. 74).

Στην πρώτη έκδοση του «Κεφαλαίου» αυτή η πρόταση είχε τελείως αντίθετο νόημα. Ο Μαρξ έγραφε: «Όταν συσχετίζουμε τα προϊόντα μας το ένα με το άλλο ως άξιες στο βαθμό που βλέπουμε αυτά τα είδη μόνο ως υλικές δεξαμενές ομογενούς ανθρώπινης εργασίας...» κλπ. (σ. 242).

Στη δεύτερη έκδοση ο Μαρξ άλλαξε τελείως την έννοια αυτής της πρότασης, φοβούμενος ότι θα φαινόταν να εννοεί ότι συνειδητά εξομοιώνουμε εκ των προτέρων την εργασία μας ως αφηρημένη εργασία, και τόνισε ότι η ομοιογενοποίηση της εργασίας ως αφηρημένη εργασία συμβαίνει μόνο μέσω της ανταλλαγής των προϊόντων της εργασίας. Αυτό είναι μια σημαντική αλλαγή ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη έκδοση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου». Αργότερα διόρθωσε το κείμενο της Γαλλικής έκδοσης του 1875 και έγραψε ότι ετοίμαζε διορθώσεις, τις οποίες τελικά δεν μπόρεσε να κάνει, για τη δεύτερη Γερμανική έκδοση. Με βάση αυτό απόδιδε στη Γαλλική έκδοση του «Κεφαλαίου» μια ανεξάρτητη επιστημονική αξία ίση με αυτή του Γερμανικού πρωτότυπου (βλέπε «Κεφάλαιο», τόμος Ι, σ. 22).

Στη δεύτερη έκδοση του «Κεφαλαίου» βρίσκουμε την περιβόητη φράση:

«Η ομοιότητα των πιο διαφορετικών ειδών εργασίας μπορεί να είναι μόνο το αποτέλεσμα μιας αφαίρεσης από τις διαφορές τους, ή μιας υπαγωγής τους στον κοινό τους παρονομαστή, δηλαδή το ξόδεμα ανθρώπινης εργασιακής δύναμης ή αφηρημένα ανθρώπινης εργασίας». («Κεφάλαιο», Γερμανική έκδοση, 1956, σ. 87) t

Στη Γαλλική έκδοση ο Μαρξ αντικαθιστά την τελεία στο τέλος αυτής της πρότασης με ένα κόμμα και προσθέτει «... και μόνο η ανταλλαγή παράγει αυτή την υπαγωγή, με το να συσχετίζει τα προϊόντα των πιο διαφορετικών ειδών εργασίας το ένα με το άλλο σε μια ομοιογενή βάση» («Κεφάλαιο», τόμος Ι, Γαλλική έκδοση, σ. 70).

Αυτή η προσθήκη είναι πολύ ενδεικτική και δείχνει καθαρά πόσο πολύ απομακρυσμένος ήταν ο Μαρξ από τη φυσικιστική έννοια της αφηρημένης εργασίας. Πώς μπορούμε να συμφιλιώσουμε αυτές τις παρατηρήσεις του Μαρξ, ανάλογες με τις οποίες υπάρχουν δεκάδες, με τη βασική θέση ότι η αξία δημιουργείται στην παραγωγή;

Αυτό δεν θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Το ζήτημα είναι ότι οι σύντροφοι που συζήτησαν το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στην ανταλλαγή και την παραγωγή δεν έκαναν επαρκώς καθαρά, κατά την γνώμη μου, τη διάκριση ανάμεσα σε δύο έννοιες της ανταλλαγής. Πρέπει να διακρίνουμε την ανταλλαγή ως κοινωνική μορφή του προτσές αναπαραγωγής από την ανταλλαγή ως μια ιδιαίτερη φάση της άμεσης παραγωγής.

Εκ πρώτης όψεως η ανταλλαγή φαίνεται να είναι μια διαφορετική φάση στο προτσές αναπαραγωγής. Μπορούμε να δούμε ότι ένα προτσές πρώτα λαμβάνει χώρα στην άμεση παραγωγή και μετά ακολουθείται από τη φάση της ανταλλαγής. Εδώ η ανταλλαγή είναι ξεχωριστή από την παραγωγή και αντιπαρατιθέμενη σε αυτήν. Η ανταλλαγή δεν είναι μόνο μια ξεχωριστή φάση στο προτσές αναπαραγωγής, αλλά σφραγίζει με το ειδικό σήμα της το όλο προτσές της αναπαραγωγής και αντιπροσωπεύει μια ιδιαίτερη κοινωνική μορφή του κοινοτικού προτσές παραγωγής. Παραγωγή βασισμένη στην ιδιωτική ανταλλαγή: με αυτά τα λόγια χαρακτήριζε συχνά ο Μαρξ την εμπορευματική παραγωγή.

Για να διευκρινίσω το σημείο αυτό θα παραθέσω τα λόγια του Μαρξ από τον τρίτο τόμο των "θεωριών για την Υπεραξία": το ότι "η ανταλλαγή των προϊόντων ως εμπορευμάτων είναι μια μέθοδος για να ανταλλάσσεται εργασία, [δείχνει] την εξάρτηση της εργασίας καθενός από την εργασία των άλλων, [και αντιστοιχεί σε] έναν συγκεκριμένο τρόπο κοινωνικής εργασίας ή κοινωνικής παραγωγής" ("θεωρίες για την Υπεραξία", τόμος III, σ. 129). Εδώ επίσης βρίσκουμε μια αναφορά που εξηγεί γιατί ο Μαρξ θεωρούσε την ανταλλαγή ως μια κοινωνική μορφή εργασίας:

"Η όλη οικονομική δομή της κοινωνίας περιστρέφεται γύρω από τη μορφή της εργασίας, τη μορφή με την οποία ο εργάτης ιδιοποιείται τα μέσα διαβίωσης του".

("θεωρίες για την Υπεραξία", σ. 414)

Ας θέσουμε τώρα το ερώτημα με ποια ακριβώς μορφή ο εργάτης αποκτά τα μέσα διαβίωσης του στην εμπορευματική παραγωγή. Βρίσκουμε επανειλημμένα στον Μαρξ την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα αυτό: Στην εμπορευματική παραγωγή η μόνη μορφή ιδιοποίησης των προϊόντων είναι η μορφή της αλλοτρίωσης τους και, επειδή η μορφή της ιδιοποίησης των προϊόντων είναι η μορφή της κοινωνικής εργασίας, γι' αυτό η αλλοτρίωση, η ανταλλαγή, είναι μια ορισμένη μορφή της κοινωνικής εργασίας η οποία χαρακτηρίζει την εμπορευματική παραγωγή.

Αν κανείς θεωρήσει ότι η ανταλλαγή είναι η κοινωνική μορφή του ίδιου του προτσές παραγωγής, η μορφή η οποία βάζει τη σφραγίδα της στην πορεία του ιδίου του προτσές παραγωγής, τότε πολλά αποσπάσματα του Μαρξ γίνονται εντελώς ξεκάθαρα. Όταν ο Μαρξ επαναλαμβάνει συνεχώς ότι η αφηρημένη εργασία προκύπτει μόνο από την ανταλλαγή, εννοεί ότι είναι το αποτέλεσμα μιας δοσμένης κοινωνικής μορφής του προτσές παραγωγής. Η εργασία παίρνει τη μορφή της αφηρημένης εργασίας, και τα προϊόντα της εργασίας τη μορφή των αξιών, μόνο στο βαθμό που το προτσές παραγωγής παίρνει την κοινωνική μορφή της εμπορευματικής παραγωγής, δηλαδή παραγωγή βασισμένη στην ανταλλαγή.

Έτσι η ανταλλαγή είναι η μορφή του όλου προτσές παραγωγής, η μορφή της κοινωνικής εργασίας. Μόλις η ανταλλαγή έγινε πράγματι κυρίαρχη μορφή του προτσές παραγωγής, έβαλε επίσης τη σφραγίδα της πάνω στη φάση της άμεσης παραγωγής. Με άλλα λόγια, αφού το σήμερα δεν είναι η πρώτη μέρα της παραγωγής, εφόσον ένα πρόσωπο παράγει αφού προηγουμένως εισέλθει στην πράξη της ανταλλαγής, και επίσης πριν από αυτήν, το προτσές της άμεσης παραγωγής έχει επίσης πάρει προσδιορισμένα κοινωνικά χαρακτηριστικά, τα οποία αντιστοιχούν στην οργάνωση της εμπορευματικής παραγωγής που βασίζεται στην ανταλλαγή. Ακόμη και όταν ο παραγωγός εμπορευμάτων είναι στο εργαστήριο του και δεν έχει ακόμη εισέλθει σε μια σχέση ανταλλαγής με άλλα μέλη της κοινωνίας, αισθάνεται ήδη την πίεση όλων αυτών των ανθρώπων που εισέρχονται στην αγορά σαν πελάτες του, ανταγωνιστές του ή άτομα που αγοράζουν από τους ανταγωνιστές του, και τελικά [αισθάνεται] την πίεση από όλα τα μέλη της κοινωνίας. Αυτός ο δεσμός μέσω της παραγωγής και αυτές οι παραγωγικές σχέσεις, οι οποίες ρυθμίζονται άμεσα στην ανταλλαγή, συνεχίζουν να ισχύουν και μετά το τέλος των ειδικών συγκεκριμένων πράξεων της ανταλλαγής, θέτουν μια ξεκάθαρη σφραγίδα και στο άτομο και στην εργασία του και στο προϊόν της εργασίας του. Ήδη σε αυτό το ίδιο το προτσές της άμεσης παραγωγής ο παραγωγός παρουσιάζεται ως παραγωγός εμπορευμάτων, η εργασία του προσλαμβάνει το χαρακτήρα της αφηρημένης εργασίας και το προϊόν παίρνει το χαρακτήρα της αξίας.

Εδώ είναι αναγκαίο να προφυλαχθούμε από ένα λάθος που γίνεται από πολλούς συντρόφους. Πολλοί νομίζουν ότι, επειδή το προτσές της άμεσης παραγωγής έχει ήδη ένα ιδιαίτερο κοινωνικό χαρακτηριστικό, τα προϊόντα της εργασίας και η εργασία στη φάση της άμεσης παραγωγής πρέπει επίσης να έχουν ακριβώς αυτά τα κοινωνικά χαρακτηριστικά, τα οποία έχουν στη φάση της ανταλλαγής. Μια τέτοια παραδοχή είναι τελείως λαθεμένη: παρά το ότι και οι δύο φάσεις (παραγωγή και ανταλλαγή) είναι στενά συνδεμένες η μια με την άλλη, η φάση της παραγωγής δεν γίνεται φάση της ανταλλαγής. Δεν υπάρχει μόνο κάποια ομοιότητα ανάμεσα στις δυο φάσεις, αλλά υπάρχει επίσης και κάποια διαφορά. Με άλλα λόγια, από τη μια αναγνωρίζουμε ότι από τη στιγμή που η ανταλλαγή γίνεται η κυρίαρχη μορφή της κοινωνικής εργασίας και οι άνθρωποι παράγουν ειδικά για την ανταλλαγή, δηλαδή στη φάση της άμεσης παραγωγής, ο χαρακτήρας των προϊόντων της εργασίας μπορεί ήδη να θεωρηθεί ως αξιακός. Αλλά το χαρακτηριστικό των προϊόντων της εργασίας ως αξιών δεν είναι ακόμα αυτό το οποίο παίρνουν όταν ανταλλάσσονται στην πραγματικότητα για χρήμα, όταν, με τους όρους του Μαρξ, η "ιδεατή" αξία έχει μετασχηματισθεί σε "πραγματική" αξία και η κοινωνική μορφή του εμπορεύματος έχει αντικατασταθεί από την κοινωνική μορφή του χρήματος.

Το ίδιο ισχύει και για την εργασία. Γνωρίζουμε ότι οι κάτοχοι εμπορευμάτων στις πράξεις παραγωγής τους παίρνουν υπ' όψη την κατάσταση της αγοράς και της ζήτησης κατά τη διάρκεια του προτσές άμεσης παραγωγής και από την αρχή παράγουν αποκλειστικά και μόνο για να μετασχηματίσουν το προϊόν τους σε χρήμα και έτσι να μετασχηματίσουν επίσης την ιδιωτική και συγκεκριμένη εργασία τους σε κοινωνική και αφηρημένη εργασία. Αλλά αυτός ο εγκλεισμός της εργασίας του ατόμου στο μηχανισμό εργασίας όλης της κοινωνίας είναι μόνο προκαταρκτικός και κατά τάση. Υπόκειται ακόμη σε μια αυστηρή δοκιμασία μέσα στο προτσές της ανταλλαγής, η οποία μπορεί να δώσει θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα για έναν ιδιαίτερο παραγωγό εμπορευμάτων. Έτσι η εργασιακή δραστηριότητα των παραγωγών εμπορευμάτων στη φάση της παραγωγής είναι άμεσα ιδιωτική και συγκεκριμένη εργασία και μόνο έμμεσα ή κατά λανθάνοντα τρόπο, όπως το θέτει ο Μαρξ, κοινωνική εργασία.

Άρα όταν διαβάζουμε τα έργα του Μαρξ, και ιδιαίτερα τις περιγραφές του για τον τρόπο με τον οποίο η ανταλλαγή επηρεάζει την αξία και την αφηρημένη εργασία, πρέπει πάντα να ρωτάμε τι είχε ο Μαρξ στο μυαλό του σε [κάθε] μια ιδιαίτερη περίπτωση - την ανταλλαγή ως μορφή του ίδιου του προτσές παραγωγής, ή την ανταλλαγή ως μια ξεχωριστή φάση αντιπαρατιθέμενη στη φάση της παραγωγής.

Στο βαθμό που αφορά την ανταλλαγή ως μορφή του προτσές παραγωγής, ο Μαρξ λέει σαφώς ότι χωρίς την ανταλλαγή δεν υπάρχει ούτε αφηρημένη εργασία ούτε αξία, και ότι η εργασία παίρνει τον χαρακτήρα της αφηρημένης εργασίας μόνο με την ανάπτυξη της ανταλλαγής. Οι απόψεις του Μαρξ είναι αρκετά καθαρές και τις έχω αναπτύξει στο βιβλίο μου.

Εκεί που ο Μαρξ αναφέρεται στην ανταλλαγή ως μια ξεχωριστή φάση αντιπαρατιθέμενη στη φάση της παραγωγής, λέει ότι η εργασία και το προϊόν της εργασίας κατέχουν ένα προσδιορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα ήδη πριν από το προτσές της ανταλλαγής, αλλά αυτός ο χαρακτήρας πρέπει ακόμη να πραγματοποιηθεί στο προτσές της ανταλλαγής. Στο έργο του Μαρξ μπορούν να βρεθούν πολυάριθμα αποσπάσματα με αυτό το περιεχόμενο, θα ήθελα να αναφέρω μόνο δύο κομμάτια από την "Κριτική":

"Αλλά τα διαφορετικά είδη ατομικής εργασίας που αντιπροσωπεύονται σε αυτές τις ιδιαίτερες αξίες χρήσης, στην πραγματικότητα, γίνονται εργασία γενικά, και με αυτό τον τρόπο κοινωνική εργασία, μόνο όταν πράγματι ανταλλάσσονται το ένα με το άλλο σε ποσότητες οι οποίες είναι ανάλογες του χρόνου εργασίας που περιέχεται σε αυτές".

("Κριτική", σ. 45)

Αλλού ο Μαρξ γράφει:

"Τώρα τα εμπορεύματα αντιμετωπίζουν το ένα το άλλο με μια διπλή μορφή, πραγματικά ως αξίες χρήσης και ονομαστικά ως αξίες ανταλλαγής. Τώρα αντιπροσωπεύουν το ένα για το άλλο τη διπλή μορφή της εργασίας που περιέχεται σε αυτά αφού η ιδιαίτερη συγκεκριμένη εργασία υπάρχει πραγματικά ως η αξία χρήσης τους, ενώ ο γενικός αφηρημένος χρόνος εργασίας προσλαμβάνει μια φανταστική ύπαρξη στην τιμή τους...".

("Κριτική" σ. 68)

Ο Μαρξ υποστηρίζει ότι τα εμπορεύματα και το χρήμα δεν χάνουν τις διαφορές τους εξαιτίας του γεγονότος ότι κάθε εμπόρευμα πρέπει να μετασχηματισθεί άνευ όρων σε χρήμα. Το καθένα είναι στην πραγματικότητα ότι είναι το άλλο ιδεατά, και ιδεατά ότι είναι το άλλο στην πραγματικότητα. Όλα τα γραπτά του Μαρξ πάνω σε αυτό δείχνουν ότι δεν πρέπει να προσεγγίσουμε αυτό το πρόβλημα πολύ γραμμικά. Δεν θα πρέπει να σκεφθούμε ότι επειδή οι παραγωγοί εμπορευμάτων είναι ήδη συνδεμένοι ο ένας με τον άλλο με προσδιορισμένες κοινωνικές σχέσεις μέσα στο προτσές της άμεσης παραγωγής, γι' αυτό τα προϊόντα τους και η εργασία τους κατέχουν ήδη ένα άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα. Η εργασία ενός παραγωγού εμπορευμάτων είναι άμεσα ιδιωτική και συγκεκριμένη εργασία, αλλά μαζί με αυτό αποκτά ένα επιπλέον "ιδεατό" ή "λανθάνον" χαρακτηριστικό ως αφηρημένη γενική και κοινωνική εργασία. Ο Μαρξ διασκέδαζε πάντα με τους Ουτοπιστές που ονειρεύονταν την εξαφάνιση του χρήματος και πίστευαν στο δόγμα ότι "η ιδιωτική εργασία ενός ατόμου ιδιώτη που περιέχεται μέσα (σε ένα εμπόρευμα) είναι άμεσα κοινωνική εργασία" ("Κριτική", σ. 86).

Έτσι φθάνουμε σε αυτά τα συμπεράσματα: Η αφηρημένη εργασία και η αξία δημιουργούνται ή "συμβαίνουν" ή "γίνονται" μέσα στο προτσές της άμεσης παραγωγής (ο Μαρξ χρησιμοποιούσε πιο συχνά την έκφραση "werden" [γίνονται] για αυτό το προτσές) και μόνο πραγματοποιούνται μέσα στο προτσές της ανταλλαγής.

III

Μέχρι τώρα έχουμε μιλήσει για την αφηρημένη εργασία, θα ήθελα τώρα να προχωρήσω στην αξία. Το καθήκον μας όσον αφορά το πρόβλημα της αξίας είναι το ίδιο με αυτό για την αφηρημένη εργασία. Προσπάθησα να δείξω ότι στην έννοια της αφηρημένης εργασίας πρέπει επίσης να συμπεριλάβουμε το χαρακτηριστικό της κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή. Με τον ίδιο τρόπο θα ήθελα να δείξω ότι μέσα στην έννοια της αξίας πρέπει αναγκαστικά να συμπεριλάβουμε την κοινωνική μορφή της αξίας, την κοινωνική μορφή την οποία παίρνουν τα προϊόντα της εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή.

Το καθήκον που προβάλλει εμπρός μας είναι να εισάγουμε την κοινωνική μορφή μέσα στην έννοια της αφηρημένης εργασίας και στην έννοια της αξίας.

Πώς ορίζεται συνήθως η αξία, ως διακριτή από την αξία ανταλλαγής;

Αν πάρουμε τις πιο δημοφιλείς και διαδεδομένες αντιλήψεις, μπορούμε σίγουρα να πούμε ότι η αξία νοείται συνήθως ως η εργασία, η οποία πρέπει αναγκαστικά να ξοδευτεί για την παραγωγή ενός ιδιαίτερου εμπορεύματος. Η αξία ανταλλαγής ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος νοείται ως το άλλο προϊόν ή το άλλο ποσό χρήματος με το οποίο ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα ανταλλάσσεται. Εάν ένα συγκεκριμένο τραπέζι παραγόταν με τρεις ώρες εργασίας και ανταλλασσόταν με τρεις καρέκλες, τότε κάποιος συνήθως λέει ότι η αξία του τραπεζιού είναι ίση με τρεις ώρες εργασίας και βρίσκει την έκφραση της σε ένα άλλο προϊόν, το οποίο είναι διαφορετικό από αυτό το ίδιο το τραπέζι, δηλαδή στις τρεις καρέκλες. Οι τρεις καρέκλες αντιπροσωπεύουν την αξία ανταλλαγής του τραπεζιού.

Σε αυτό το είδος δημοφιλούς ορισμού είναι αδιευκρίνιστο συνήθως κατά πόσο η αξία προσδιορίζεται από την εργασία ή κατά πόσο η αξία είναι η ίδια η εργασία. Φυσικά, από τη σκοπιά του Μαρξ είναι σωστό να ειπωθεί ότι η αξία προσδιορίζεται από την εργασία. Αλλά τότε προκύπτει το ερώτημα: Τι είναι αυτή η αξία, η οποία προσδιορίζεται από την εργασία; Δεν μπορούμε συνήθως να βρούμε καμιά επαρκή απάντηση σε αυτό, στις δημοφιλείς επιστημονικές ερμηνείες.

Επομένως οι αναγνώστες σχηματίζουν την εντύπωση ότι η αξία ενός προϊόντος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εργασία που πρέπει να ξοδευτεί για την παραγωγή του. Δημιουργείται η παραπλανητική εντύπωση της ολοκληρωτικής ταύτισης της εργασίας με την αξία.

Η ιδέα αυτή είναι πολύ διαδεδομένη στην αντιμαρξιστική βιβλιογραφία. Μπορεί κανείς να πει ότι η πλειοψηφία των παρανοήσεων και των παρερμηνειών τις οποίες συναντήσαμε στην αντιμαρξιστική βιβλιογραφία βασίζονται στη λαθεμένη παραδοχή ότι για τον Μαρξ η εργασία είναι επίσης αξία.

Η λαθεμένη αυτή εντύπωση προκύπτει συχνά από την έλλειψη κατανόησης της ορολογίας και του ειρμού της σκέψης στο έργο του Μαρξ, για παράδειγμα οι περίφημες εκφράσεις του Μαρξ ότι η αξία είναι "στερεοποιημένη" ή "αποκρυσταλλωμένη" εργασία συνήθως παρερμηνεύονται ώστε να σημαίνουν ότι η εργασία είναι επίσης και αξία.

Η παρεξήγηση αυτή καλλιεργείται από τη διφορούμενη έννοια του ρωσικού ρήματος για το "παριστώ", "darstellen". H "αξία παριστά εργασία". Αλλά η ρωσική μετάφραση μπορεί να διαβαστεί όχι μόνο σαν να σημαίνει ότι η αξία είναι ο αντιπρόσωπος ή η έκφραση της εργασίας - η μόνη εκδοχή που είναι σύμφωνη με τη θεωρία του Μαρξ - αλλά επίσης σαν να σημαίνει ότι η αξία "είναι" εργασία. Η ιδέα αυτή είναι πολύ διαδεδομένη στην κατευθυνόμενη ενάντια στον Μαρξ επικριτική βιβλιογραφία, και είναι προφανώς λαθεμένη.

Οι επικριτές που μεταφράζουν τις διατυπώσεις του Μαρξ ότι η εργασία αποτελεί την ουσία της αξίας σαν να σημαίνουν την ολοκληρωτική ταύτιση των δύο εννοιών, δεν προσέχουν το γεγονός ότι σε αυτή την περίπτωση ο Μαρξ δανείστηκε την ορολογία του Hegel. Όποιος γνωρίζει τη θεωρία της ουσίας στην "Λογική" του Hegel, θα θυμάται ότι ο Hegel χρησιμοποιεί διάφορους όρους όταν προσπαθεί να ξεδιαλύνει τη σχέση ανάμεσα σε δύο αντικείμενα, ένα το οποίο προσδιορίζει και ένα το οποίο προσδιορίζεται. Πρώτα λέει ότι το ένα αντικείμενο εμφανίζεται ως η ουσία (Wesen) του άλλου, μετά το ορίζει ως τη θεμελιώδη αιτία (Grund) του έτερου αντικειμένου, ακολούθως το περιγράφει ως περιεχόμενο διακρίνοντας το από τη μορφή, αργότερα θεωρεί αυτό το ίδιο αντικείμενο ως υπόσταση (Substanz), ως αιτία (Ursache) και τέλος προχωρεί στο να θεωρήσει την αλληλοσυσχέτιση των δύο αντικειμένων. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι όλο το φάσμα των εκφράσεων που συναντούμε στον Hegel μπορεί να βρεθεί στα έργα του Μαρξ, τώρα εφαρμοσμένο στην εργασία. Επίσης, η εργασία περιγράφεται ως η ουσία της αξίας, η θεμελιώδης αιτία της, το περιεχόμενο της, η υπόσταση και η αιτία της. Πρέπει να συνδέσουμε όλες αυτές τις μεθοδολογικές αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται η θεωρία του Hegel, και τότε γίνεται καθαρό πως η θέση του Μαρξ ότι η εργασία είναι η υπόσταση της αξίας δεν μπορεί με κανένα τρόπο να ερμηνευθεί σαν να σημαίνει την ολοκληρωτική ταύτιση αυτών των δυο.

Πρότεινα αυτή την ιδιαίτερη θέση στο βιβλίο μου, στο κεφάλαιο πάνω στο περιεχόμενο και τη μορφή της αξίας. Βασικά, προσπαθούσα να δείξω ότι η εργασία είναι μόνο υπόσταση της αξίας, αλλά δεν παριστά ακόμα την αξία. Με άλλα λόγια, όταν οι επικριτές του Μαρξ λένε: "Στα γραπτά του Μαρξ η υπόσταση της αξίας είναι η εργασία, συνεπώς η εργασία είναι αξία", πρέπει να τονιστεί ότι η εργασία είναι μόνο η υπόσταση της αξίας, και για να προκύψει η αξία με την πλήρη έννοια της λέξης πρέπει να προσθέσουμε κάτι στην εργασία ως υπόσταση της αξίας, δηλαδή την κοινωνική μορφή της αξίας. Μόνο τότε προκύπτει η έννοια της αξίας με το νόημα που αυτή βρίσκεται στο έργο του Μαρξ.

Τότε τι παριστά η αξία ως ενότητα του περιεχομένου ή υπόσταση (δηλ. εργασία) και μορφή της αξίας; Τι είναι η αξία, σε διάκριση με την ανταλλαγή, για τον Μαρξ; Για να βρούμε μια απάντηση στο πρόβλημα αυτό πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Πώς προχωρά ο Μαρξ από την αξία ανταλλαγής στην αξία; Γιατί θεωρεί αναγκαίο το να σχηματίσει μια νέα και πιο αφηρημένη έννοια της αξίας, σε συνδυασμό με την αξία ανταλλαγής που εμφανίζεται στην πραγματικότητα στην πράξη της ανταλλαγής;

Πιθανόν να γνωρίζετε ότι ο Μαρξ στην "Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας" δεν είχε ακόμα κάνει μια καθαρή διάκριση ανάμεσα στην αξία ανταλλαγής και την αξία. Στην "Κριτική" ο Μαρξ αρχίζει την ανάλυση του με την αξία ανταλλαγής και από εκεί περνά στην αξία (την οποία αποκαλεί αξία ανταλλαγής). Αυτή η μετάβαση είναι τελείως ανεπαίσθητη, ομαλή και προφανώς αυταπόδεικτη.

Στο "Κεφάλαιο" ο Μαρξ κάνει τη μετάβαση αυτή τελείως διαφορετικά και είναι πολύ ενδιαφέρον να συγκριθούν οι πρώτες δύο σελίδες της "Κριτικής" με αυτές του "Κεφαλαίου".

Οι πρώτες δύο σελίδες και στα δύο βιβλία αντιστοιχούν απόλυτα μεταξύ τους. Ομοίως, και στα δυο η ανάλυση αρχίζει με την αξία χρήσης και προχωρεί στην αξία ανταλλαγής. Η πρόταση ότι η αξία ανταλλαγής από μια πρώτη ματιά παρουσιάζεται σαν μια ποσοτική σχέση, σαν αναλογία, βρίσκεται και στα δύο βιβλία αλλά από εκεί και πέρα τα κείμενα αρχίζουν να αποκλίνουν. Ενώ στην "Κριτική" ο Μαρξ περνά ανεπαίσθητα από την αξία ανταλλαγής στην αξία, στο "Κεφάλαιο" συμβαίνει το αντίθετο, σαν να θέλει να χρονοτριβήσει πάνω στο σημείο αυτό, προβλέποντας τις αντιρρήσεις των αντιπάλων του. Μετά την πρόταση που αναφέρθηκε παραπάνω, ο Μαρξ σχολιάζει: "Επομένως η αξία ανταλλαγής φαίνεται να είναι κάτι τυχαίο και καθαρά σχετικό, και επομένως μια για το εμπόρευμα εσωτερική, εμμενής ανταλλακτική αξία, (valeur intrinseque) [εσωτερική αξία] είναι μια contradictio in adjecto [αντίφαση στο κατηγόρημα]", ("Κεφάλαιο", τόμος Ι, ο. 36). Ας ρίξουμε μια πιο κοντινή ματιά. Όπως μπορούμε να δούμε, ο Μαρξ είχε στο μυαλό του έναν αντίπαλο ο οποίος ήθελε να αποδείξει ότι η έννοια της αξίας στην πολιτική οικονομία είναι εντελώς περιττή. Ποιος ήταν αυτό ο αντίπαλος στον οποίο αναφερόταν ο Μαρξ;

Δεν θα ήθελα να δεσμευθώ με τόση ακρίβεια, αλλά υποθέτω ότι αυτός ο αντίπαλος ήταν ο Bailey, ο οποίος προσπάθησε να αποδείξει ότι η έννοια της αξίας γενικά είναι μη-αναγκαία στην πολιτική οικονομία, και ότι πρέπει να περιοριστούμε στην παρατήρηση και έρευνα των ιδιαίτερων αναλογιών με βάση τις όποιες ανταλλάσσονται τα διάφορα εμπορεύματα. Ο Bailley βρήκε μεγάλη επιτυχία με την επιπόλαια αλλά πνευματώδη κριτική του για τον Ricardo, και προσπάθησε να υπονομεύσει τα θεμέλια της εργασιακής θεωρίας της αξίας. Υποστήριζε ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για την αξία ενός τραπεζιού, αλλά το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι το τραπέζι σε μια περίπτωση ανταλλάσσεται με τρεις καρέκλες, σε μια άλλη περίπτωση με δύο λίτρα καφέ κ.λπ. Το μέγεθος της αξίας του τραπεζιού είναι καθαρά σχετικό και ποικίλει σε διάφορες περιπτώσεις. Από αυτό το Bailey έβγαλε το συμπέρασμα που τον οδήγησε να αρνηθεί την έννοια της αξίας, όπου η έννοια της αξίας διαφέρει από τη σχετική αξία ενός ιδιαίτερου προϊόντος σε μια δεδομένη πράξη ανταλλαγής. Ας φανταστούμε την ακόλουθη περίπτωση: η αξία ενός τραπεζιού είναι ίση με τρεις καρέκλες. Μετά από ένα χρόνο αυτό το τραπέζι ανταλλάσσεται με έξι καρέκλες. Σκεφτόμαστε ότι μπορούμε να πούμε ότι παρόλο που η αξία ανταλλαγής του τραπεζιού έχει αλλάξει, η αξία του έχει παραμείνει αμετάβλητη, μόνο η αξία των καρεκλών έχει πέσει στο μισό της προηγούμενης αξίας τους. Ο Bailey βρίσκει αυτόν τον ισχυρισμό χωρίς νόημα. Εάν η σχέση ανταλλαγής των καρεκλών με το τραπέζι έχει αλλάξει, τότε η σχέση ανταλλαγής του τραπεζιού με τις καρέκλες έχει αλλάξει και η αξία του τραπεζιού συνίσταται μόνο σε αυτήν [τη σχέση ανταλλαγής].

Για να αντικρούσει τη θεωρία του Bailey, ο Μαρξ θεώρησε απαραίτητο να αναπτύξει τη θέση ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την αξία ανταλλαγής παρά μόνο εάν την ιχνηλατήσουμε σε μια βαθύτερη ενότητα της αξίας, Το πρώτο τμήμα του πρώτου κεφαλαίου του "Κεφαλαίου" αφιερώνεται στο να θεμελιωθεί η βάση της ιδέας αυτής, στο να γίνει η μετάβαση από τη διαφορετικότητα η οποία είναι παρατηρήσιμη στη σφαίρα των αξιών ανταλλαγής στη βαθύτερη ενότητα [που βρίσκεται] πίσω από όλες τις αξίες ανταλλαγής, δηλαδή την αξία (και τελικά στην εργασία). Εδώ ο Μαρξ δείχνει το λανθασμένο της αντίληψης του Bailey για τη δυνατότητα περιορισμού της ερευνάς μας στη σφαίρα της αξίας ανταλλαγής. Στο τρίτο τμήμα ο Μαρξ ανατρέχει την πορεία και εξηγεί πώς η ενότητα της αξίας ενός ειδικού προϊόντος εκφράζεται στις διάφορες αξίες ανταλλαγής του.

Προηγουμένως, ο Μαρξ είχε κινηθεί από τη διαφορετικότητα στην ενότητα· τώρα κινείται από την ενότητα στη διαφορά. Νωρίτερα αντέκρουσε τη θεωρία του Bailey τώρα συμπληρώνει τη θεωρία του Ricardo, στην οποία η μετάβαση από την αξία στην αξία ανταλλαγής έλειπε. Για να αντικρούσει την θεωρία του Bailey ο Μαρξ έπρεπε να αναπτύξει παραπέρα τη θεωρία του Ricardo.

Στην πραγματικότητα η πρόθεση του Bailey να αποδείξει ότι δεν υπάρχει αξία παρά μόνον αξία ανταλλαγής διευκολυνόταν από τη μονομέρεια του Ricardo, ο οποίος δεν μπορούσε να δείξει γιατί η αξία εμφανίζεται με μια ορισμένη μορφή της αξίας. Ο Μαρξ έπρεπε να αντιμετωπίσει δύο καθήκοντα: 1) να αποδείξει ότι πίσω από την αξία ανταλλαγής πρέπει να αντιμετωπίσουμε την αξία και, 2) να αποδείξει ότι η αξία οδηγεί αναγκαστικά σε διαφορετικές μορφές εκδήλωσης της, στην αξία ανταλλαγής. Στην παρούσα διάλεξη θα ήθελα να ασχοληθώ με το πρώτο καθήκον, αφού σκοπός μου είναι ·να διευκρινίσω την έννοια της αξίας. Μια ολοκληρωμένη διασαφήνιση των εννοιών της αξίας ανταλλαγής και του χρήματος θα με πήγαινε πέρα από τους περιορισμούς του θέματος μου.

Τότε πώς ο Μαρξ κάνει τη μετάβαση από την αξία ανταλλαγής στην αξία; Συνήθως, επικριτές και σχολιαστές του Μαρξ υποθέτουν ότι το βασικό του επιχείρημα συνίσταται στην πασίγνωστη σύγκριση σιτηρών και σίδερου, στην τρίτη σελίδα του πρώτου τόμου του "Κεφαλαίου" ("Κεφάλαιο", τόμος Ι, σ. 37). Όταν κανείς εξισώνει σιτηρά και σίδερο, ο Μαρξ συμπεραίνει, τότε υπάρχει κάτι κοινό σε ίσες ποσότητες και στα δύο, τα δύο πράγματα πρέπει να είναι ίσα με ένα τρίτο και αυτό το τρίτο πράγμα είναι η αξία τους. Αυτό συνήθως θεωρείται ότι αποτελεί το κεντρικό επιχείρημα του Μαρξ και τα κρίσιμα χτυπήματα των αντιπάλων του συνήθως κατευθύνονταν ενάντια σε αυτή την επιχειρηματολογία. Δεν υπάρχει κανένα έργο εχθρικό προς τον Μαρξ που να μην κάνει κάποια αναφορά στην προσπάθεια του Μαρξ να αποδείξει την αναγκαιότητα της έννοιας της αξίας μέσω μιας τελείως αφηρημένης ανάλυσης.

Άλλα παραβλέπουν τελείως το γεγονός αυτό: η παράγραφος η οποία ασχολείται με τη σύγκριση σιτηρών και σίδερου δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα συμπέρασμα που προκύπτει από την προηγούμενη παράγραφο, η οποία συνήθως αγνοείται όχι μόνον από τους επικριτές αλλά επίσης και από τους σχολιαστές του Μαρξ.

Η προηγούμενη παράγραφος λέει:

"Ένα δοσμένο εμπόρευμα, π.χ. ένα τέταρτο της λίβρας σιτάρι ανταλλάσσεται με 20 λίβρες βερνίκι, 1,5 μέτρα μετάξι ή 1 2 ουγγιές χρυσό κ.λπ.· με λίγα λόγια [ανταλλάσσεται] με άλλα εμπορεύματα στις πιο διαφορετικές αναλογίες. Αλλά η αξία ανταλλαγής του τέταρτου της λίβρας σιταριού παραμένει η ίδια και εκφράζεται μόνο στο βερνίκι, στο μετάξι και στον χρυσό. Συνεπώς η αξία ανταλλαγής πρέπει να περιέχει κάτι διακρίσιμο από αυτές τις φαινομενικές μορφές".

("Κεφάλαιο", τόμος Ι, σ. 37)

Ο Μαρξ επεξεργάστηκε με προσοχή την παράγραφο αυτή και έδωσε διαφορετικές παραλλαγές σε διαφορετικές εκδόσεις. Παραθέσαμε το απόσπασμα από τη ρωσική μετάφραση της γερμανικής έκδοσης η οποία εκδόθηκε από τον Κ. Kautsky. Μπορούμε να παρακολουθήσουμε το συλλογισμό ακόμη πιο καθαρά στη δεύτερη έκδοση του "Κεφαλαίου", όπου στο τέλος αυτού του αποσπάσματος λέει:

"Αλλά αφότου χ βερνίκι, ψ μετάξι και z χρυσός κ.λπ. το καθένα αντιπροσωπεύει την αξία ανταλλαγής ενός τετάρτου της λίβρας σιταριού, [τότε] χ βερνίκι, ψ μετάξι, z χρυσός κ.λπ. πρέπει ως αξίες ανταλλαγής να μπορούν να αντικατασταθούν η μια με την άλλη ή να είναι ίσες η μια με την άλλη. Γι αυτό πρώτα απ' όλα: οι έγκυρες αξίες ανταλλαγής ενός δοσμένου εμπορεύματος εκφράζουν κάτι ίσο".

("Κεφάλαιο", τόμος Ι, σ. 37)

Με άλλα λόγια δύο εμπορεύματα τα οποία είναι ίσα με το δεδομένο εμπόρευμα μας, το σιτάρι, είναι ίσα το ένα με το άλλο. Αν πάρουμε υπ' όψιν αυτό το συμπέρασμα, όπως τονίζεται από τον Μαρξ στις παραλλαγές που αναφέρθηκαν, μπορούμε να δούμε ότι η επόμενη παράγραφος προκύπτει με λογική συνέπεια. Από αυτό προκύπτει ότι ένα και το αυτό εμπόρευμα μπορεί να εκφραστεί με τις πιο διαφορετικές αξίες χρήσης. Στην παράγραφο που αναφέρθηκε, ο Μαρξ φθάνει στο συμπέρασμα ότι δυο εμπορεύματα, τα οποία ανταλλάσσονται με ένα και το αυτό τρίτο εμπόρευμα ή είναι ίσα με ένα τρίτο, είναι ίσα και το ένα με το άλλο. Από αυτό προκύπτει επίσης με λογική αναγκαιότητα το αντίστροφο συμπέρασμα, στο οποίο φθάνει ο Μαρξ στην επόμενη παράγραφο: εάν δύο εμπορεύματα ισούνται το ένα με το άλλο, τότε ισούνται και με ένα τρίτο. Αυτή είναι η σκέψη την οποία εκφράζει ο Μαρξ στην επόμενη παράγραφο όπου συγκρίνει το σιτάρι με το σίδερο. Έτσι η θέση του Μαρξ, ότι δύο εμπορεύματα που είναι ίσα το ένα με το άλλο πρέπει επίσης να είναι ίσα με όποιο [άλλο] τρίτο, είναι απλά η λογική κατάληξη της προηγούμενης θέσης σύμφωνα με την οποία δύο εμπορεύματα που είναι ίσα με ένα τρίτο, είναι ίσα το ένα με το άλλο. Η αληθινή έννοια της επιχειρηματολογίας του Μαρξ συνίσταται στη διατύπωση ενός πασίγνωστου γεγονότος της εμπορευματικής παραγωγής, του γεγονότος ότι τα εμπορεύματα μπορούν να εξισωθούν το ένα με το άλλο και ότι ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα μπορεί να εξομοιωθεί με άπειρους αριθμούς άλλων εμπορευμάτων. Με άλλα λόγια, είναι η συγκεκριμένη δομή της εμπορευματικής παραγωγής η οποία σχηματίζει το σημείο εκκίνησης όλων των σκέψεων του Μαρξ και [δεν είναι] με κανέναν τρόπο η αποκλειστικά και μόνον λογική σύγκριση των δύο εμπορευμάτων.

Έτσι, ο Μαρξ ξεκινά από το γεγονός της γενικής ομοιογενοποίησης (general equalisation) όλων των εμπορευμάτων με κάθε άλλο, ή από το γεγονός ότι κάθε εμπόρευμα μπορεί να συγκριθεί με έναν κολοσσιαίο αριθμό άλλων εμπορευμάτων. Παρόλα αυτά, η παραδοχή αυτή από μόνη της δεν είναι επαρκής για όλα τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει ο Μαρξ. Υπάρχει ακόμη μια άλλη σιωπηρή παραδοχή που βρίσκεται κάτω από αυτές που διατύπωσε αλλού ο Μαρξ.

Η δεύτερη παραδοχή συνίσταται στο εξής: υποθέτουμε ότι η ανταλλαγή ενός τετάρτου της λίβρας σιτάρι με οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα είναι μια ανταλλαγή η οποία κυβερνάται από μια γνωστή κανονικότητα (Gesetzmässigkeit), και η κανονικότητα αυτών των πράξεων ανταλλαγής οφείλεται στην εξάρτηση τους από το προτσές παραγωγής. Πρέπει να απορρίψουμε την αντίληψη ότι ένα τέταρτο της λίβρας σιτάρι μπορεί να ανταλλαχθεί για οποιαδήποτε τυχαία ποσότητα σίδερου, καφέ κ.λπ. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με την υπόθεση ότι οι αναλογίες της ανταλλαγής καθορίζονται κάθε φορά στην πράξη της ανταλλαγής καθεαυτή, και έτσι έχουν έναν τελείως τυχαίο χαρακτήρα. Υποστηρίζουμε ότι όλες αυτές οι πιθανότητες για την ανταλλαγή ενός ειδικού εμπορεύματος με ένα άλλο κυβερνώνται από μια προσδιορισμένη κανονικότητα η οποία βασίζεται στο προτσές παραγωγής. Σε αυτή την περίπτωση η όλη επιχειρηματολογία του Μαρξ παίρνει την ακόλουθη μορφή:

Ο Μαρξ λέει: ας πάρουμε όχι την τυχαία ανταλλαγή δύο εμπορευμάτων, σιταριού και σίδερου, αλλά την ανταλλαγή στη μορφή την οποία πραγματικά συμβαίνει στην εμπορευματική παραγωγή, και τότε θα δούμε ότι κάθε αντικείμενο μπορεί να εξομοιωθεί γενικά (universally) με όλα τα άλλα αντικείμενα· με άλλα λόγια, μπορούμε να παρατηρήσουμε αναρίθμητους αριθμούς αναλογιών ανταλλαγής ενός δεδομένου προϊόντος με όλα τα άλλα. Αλλά οι αναλογίες της ανταλλαγής δεν είναι τυχαίες, είναι κανονικές και η κανονικότητα τους προσδιορίζεται από αίτια τα οποία είναι θεμελιωμένα στο προτσές παραγωγής.

Έτσι φθάνουμε στο συμπέρασμα ότι ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η αξία ενός τετάρτου της λίβρας σιτάρι εκφράζεται σε μια περίπτωση σαν δυο λίβρες καφέ, σε μια άλλη σαν τρεις καρέκλες κ.λπ., η αξία ενός τετάρτου της λίβρας σιτάρι παραμένει μια και αυτή σε όλες τις διαφορετικές περιπτώσεις. Εάν παραδεχόμασταν ότι ένα τέταρτο της λίβρας σιτάρι έχει διαφορετική αξία σε καθέναν από τους αναρίθμητους αριθμούς αναλογιών ανταλλαγής - και οι ισχυρισμοί του Bailey ισοδυναμούν με αυτό - τότε θα ομολογούσαμε ότι απόλυτο χάος βασιλεύει στο φαινόμενο του σχηματισμού της τιμής, σε αυτό το υπέρτατο φαινόμενο της ανταλλαγής προϊόντων, διαμέσου και με τη μεσολάβηση του οποίου θεμελιώνεται μια καθολική (universal) σχέση όλων των ειδών εργασίας.

Μπορούμε να βγάλουμε ορισμένα συμπεράσματα από την πορεία της σκέψης η οποία οδήγησε τον Μαρξ από την αξία ανταλλαγής στην αξία. Προηγουμένως έφθασα σε ένα συμπέρασμα, όταν αναφέρθηκα στο γεγονός ότι ο Μαρξ έχει την εμπορευματική παραγωγή, με την καθολική της ομοιογενοποίηση όλων των προϊόντων - μια ομοιογενοιοποίηση η οποία είναι στενά συνδεμένη με την πορεία του προτσές παραγωγής - το σημείο εκκίνησης της ερευνάς του. Ο Μαρξ δεν ξεκινά από το φτιαχτό παράδειγμα μιας τυχαίας σύγκρισης δύο εμπορευμάτων, ούτε από μια απλώς λογική (purely logical) ανάλυση όλων των χαρακτηριστικών τους τα οποία μπορεί να είναι κοινά, αλλά από την πραγματική μορφή της ανταλλαγής των προϊόντων η οποία χαρακτηρίζει την εμπορευματική παραγωγή. Το δεύτερο συμπέρασμα μας συνοψίζεται ως εξής: όταν ο Μαρξ συγκρίνει σιτάρι με σίδερο βρίσκει και στα δυο κάτι "κοινό" και σε αυτόν τον "κοινό" παράγοντα αναγνωρίζει την αξία των προϊόντων. Μπορεί κανείς να βρει στη δημοφιλή βιβλιογραφία μια καθαρή απάντηση στο ερώτημα ποιος είναι ο "κοινός" παράγοντας στον οποίο αναφέρεται ο Μαρξ. Μερικές φορές θεωρείται σωστά η αξία, μερικές φορές όμως ταυτίζεται με την εργασία. Αν γυρίσουμε στον Μαρξ, βρίσκουμε μια καθαρή απάντηση στο ερώτημα στην πέμπτη σελίδα του "Κεφαλαίου": 'Γι' αυτό, η κοινή ουσία η οποία εκφράζει τον εαυτό της στην αξία ανταλλαγής των προϊόντων, οποτεδήποτε και αν ανταλλάσσονται, είναι η αξία τους". ("Κεφάλαιο", τόμος Ι, σελ. 38). Γι αυτό ο Μαρξ δεν προχωρά κατευθείαν από την αξία ανταλλαγής στην εργασία. Από την αξία ανταλλαγής πηγαίνει στην έννοια της αξίας και τότε μόνον με παραπέρα ανάλυση [προχωρά] από την έννοια της αξίας στην εργασία. Αυστηρά μιλώντας, υπάρχουν τρία στάδια στην αλυσίδα του συλλογισμού, όπως κινείται από την αξία ανταλλαγής στην αξία και από την αξία στην εργασία.

Το συμπέρασμα το οποίο θα ήθελα να βγάλω από αυτό συνοψίζεται στο γεγονός που συζητήσαμε πριν - ότι η έννοια της αξίας πρέπει να διακριθεί αυστηρά από την έννοια της εργασίας, παρόλο ότι υπάρχει μια τάση ιδιαίτερα στις δημοφιλείς ερμηνείες να εξηγούνται σαν ταυτόσημες.

Αλλά τι είναι τότε αυτή η αξία, την οποία αποκτούμε με αφαίρεση από τις συγκεκριμένες αναλογίες της ανταλλαγής και στην οποία το τέταρτο μας της λίβρας σιτάρι εξισώνεται με άλλα προϊόντα; Παρόλο ότι τώρα κάνουμε αφαίρεση αυτών των συγκεκριμένων προϊόντων με τα οποία ανταλλάσσεται το τέταρτο μας [της λίβρας] σιταριού, παρόλα αυτά δεν κάνουμε αφαίρεση της κοινωνικής μορφής της αξίας, την οποία αυτό το τέταρτο σιταριού κατέχει, δηλαδή κρατάμε το ότι το τέταρτό μας σιταριού έχει την ικανότητα να ανταλλάσσεται σε μια ορισμένη ποσότητα με κάθε άλλο εμπόρευμα που υπάρχει σε μια ιδιαίτερη κοινωνία.

Επιπλέον, θεωρούμε την ικανότητα του προϊόντος για ανταλλαγή ως το πιο χαρακτηριστικό του γνώρισμα, το οποίο υπόκειται σε συγκεκριμένους νόμους και, ιδιαίτερα, είναι στενά δεμένο με τις συνθήκες κατασκευής ενός συγκεκριμένου προϊόντος. Με άλλα λόγια, δεν αποτελεί πια μόνον η έννοια της κοινωνικής εργασίας, της αναγκαίας για την παραγωγή του, μέρος της έννοιας μας της αξίας του σιταριού. Η έννοια της κοινωνικής εργασίας που παίρνει "υλική μορφή", τη μορφή μιας ιδιαίτερης ιδιότητας του προϊόντος, περιλαμβάνεται επίσης μαζί με το "περιεχόμενο της αξίας" και τη "μορφή της αξίας", θα ήθελα να αναφέρω μια παραπομπή για να δείξω ότι ο Μαρξ διακρίνει την αξία από την εργασία ως το περιεχόμενο της αξίας.

"Κάθε προϊόν της εργασίας είναι, σε όλες τις ιστορικές φάσεις της κοινωνίας μια αξία χρήσης αλλά είναι μόνο σε μια συγκεκριμένη ιστορική εποχή στην ανάπτυξη της κοινωνίας που ένα τέτοιο προϊόν γίνεται εμπόρευμα, δηλαδή στην εποχή όπου η εργασία που ξοδεύτηκε για την παραγωγή ενός χρήσιμου αντικειμένου εκφράζεται ως μια από τις αντικειμενικές ποσότητες αυτού του αντικειμένου, δηλαδή ως η αξία του".

("Κεφαλαίο", τόμος Ι, σελ. 61)

Έτσι το περιεχόμενο της αξίας (δηλαδή η εργασία) και η κοινωνική μορφή της αξίας περιλαμβάνονται επίσης στην έννοια της αξίας. Τι είναι τότε αυτή η "μορφή της αξίας" η οποία σε διάκριση με την αξία ανταλλαγής είναι μέρος της έννοιας της αξίας καθεαυτής;

Θα ήθελα να δώσω έναν πολύ καθαρό ορισμό της μορφής της αξίας από την πρώτη έκδοση του "Κεφαλαίου": "Η Κοινωνική μορφή του εμπορεύματος και η μορφή της αξίας ή μορφή της ανταλλαξιμότητας είναι επομένως μια και ή αυτή" ("Studienausgabe", σελ. 235). Όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό, η μορφή της αξίας είναι η περιγραφή της μορφής της ανταλλαξιμότητας ή η κοινωνική μορφή του προϊόντος της εργασίας το οποίο περιέχει την ικανότητα να ανταλλάσσεται με κάθε άλλο εμπόρευμα, στο βαθμό που αυτή η ικανότητα προσδιορίζεται από την ποσότητα της εργασίας την αναγκαία για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου προϊόντος. Με αυτόν τον τρόπο δεν φεύγουμε από την κοινωνική μορφή του προϊόντος της εργασίας όταν κάνουμε τη μετάβαση από την αξία ανταλλαγής στην αξία. Έχουμε μόνο κάνει αφαίρεση από αυτό το συγκεκριμένο προϊόν, στο οποίο η αξία του εμπορεύματος εκφράζεται, αλλά δεν έχουμε καθόλου χάσει από τα μάτια μας την κοινωνική μορφή του προϊόντος της εργασίας.

Το συμπέρασμα μας μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: ο Μαρξ αναλύει τη "μορφή της αξίας" ξεχωριστά από την αξία ανταλλαγής. Για να εισαγάγουμε την κοινωνική μορφή του προϊόντος της εργασίας στην έννοια της αξίας καθεαυτής, υποχρεωθήκαμε να χωρίσουμε ή να διαιρέσουμε την κοινωνική μορφή του προϊόντος της εργασίας σε δύο μορφές: στη μορφή της αξίας και στην αξία ανταλλαγής, όπου η πρώτη σημαίνει την κοινωνική μορφή του προϊόντος η οποία δεν έχει ακόμη συγκεκριμενοποιηθεί σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, αλλά αντιπροσωπεύει έτσι όπως ήταν τον αφηρημένο χαρακτήρα ενός εμπορεύματος. Έχω επίσης εξηγήσει στο βιβλίο μου αυτή τη διάκριση ανάμεσα στη μορφή της αξίας και την αξία ανταλλαγής. Εκεί, είναι αλήθεια, τις θεώρησα αμφότερες ως ποσοτική και ποιοτική πλευρά της αξίας ανταλλαγής. Αυτό το έκανα κυρίως επειδή σε ορισμένα σημεία στο έργο του Μαρξ οι όροι μορφή της αξίας και αξία ανταλλαγής σπανίως διακρίνονται ο ένας από τον άλλο. Μια πλήρης ταύτιση της μορφής της αξίας με τις ποιοτικές πλευρές και της αξίας ανταλλαγής με τις ποσοτικές [πλευρές] δεν μπορεί να θεωρηθεί σωστή, αφού και οι δύο έννοιες πρέπει να θεωρηθούν και από την ποιοτική όπως και από την ποσοτική πλευρά τους.

Το ερώτημα δεν αφορά άμεσα το θέμα μας και γι' αυτό δεν θα ξοδέψω περισσότερο χρόνο σε αυτό. Απλά θα επισημάνω ότι έχω ασχοληθεί εκτενώς στο βιβλίο μου με αυτή την διαίρεση της κοινωνικής μορφής του προϊόντος στη μορφή της αξίας και στην αξία ανταλλαγής. Έπρεπε να εισαγάγω τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής μορφής του προϊόντος της εργασίας μέσα στην έννοια της αξίας καθεαυτής, και έτσι να δείξω το απαράδεκτο μιας ταύτισης της έννοιας της αξίας με την έννοια της εργασίας, μια ταύτιση η οποία γίνεται συχνά από τους δημοφιλείς επιστημονικούς ερμηνευτές της θεωρίας του Μαρξ. Με άλλα λόγια: έπρεπε να δείξω ότι η αξία προκύπτει όχι μόνον από την ουσία της αξίας (δηλαδή την εργασία) αλλά επίσης από την "μορφή της αξίας" και για να εισαγάγω τη μορφή της αξίας μέσα στην έννοια της αξίας καθ' αυτήν έπρεπε να τη διακρίνω από την αξία ανταλλαγής, την οποία ο Μαρξ θεωρεί ξεχωριστά από την αξία. Έπρεπε να διαιρέσω την κοινωνική μορφή του προϊόντος σε δύο μέρη: στην κοινωνική μορφή, η οποία δεν έχει ακόμη αποκτήσει μια συγκεκριμένη εμφάνιση και σε αυτή τη μορφή η οποία έχει ήδη αποκτήσει έναν συγκεκριμένο και ανεξάρτητο χαρακτήρα.

Τώρα που η διάκριση ανάμεσα στη μορφή της αξίας και στην αξία ανταλλαγής έχει διευκρινιστεί, θα ήθελα να στραφώ στην έννοια της αξίας και να αναπτύξω τη σχέση ανάμεσα στις διάφορες πλευρές της: ανάμεσα στο περιεχόμενο ή ουσία της αξίας και στη μορφή της αξίας.

Τι σχέση υπάρχει ανάμεσα στην εργασία και σε αυτήν την κοινωνική μορφή της αξίας με την οποία ασχοληθήκαμε; Η γενική απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι: η μορφή της αξίας είναι η επαρκής και ακριβής μορφή της έκφρασης του τι περιέχεται στην αξία (δηλαδή της εργασίας).

Για να εξηγήσουμε την ιδέα αυτή, πρέπει να πάμε πίσω σε ένα προηγούμενο παράδειγμα: ένα τραπέζι ανταλλάχθηκε με τρεις καρέκλες. Λέμε ότι αυτό το προτσές ανταλλαγής υπόκειται σε μια προσδιορισμένη κανονικότητα και εξαρτάται από την ανάπτυξη και τις μεταβολές στην παραγωγικότητα της εργασίας. Αλλά η αξία ανταλλαγής είναι η κοινωνική μορφή του προϊόντος, η οποία όχι μόνον εκφράζει τις μεταβολές στην εργασία αλλά επίσης συγκαλύπτει και συσκοτίζει αυτές τις αλλαγές. Τις συσκοτίζει για τον απλό λόγο ότι η αξία ανταλλαγής είναι η σχέση ανάμεσα σε δύο εμπορεύματα, ανάμεσα στο τραπέζι και τις καρέκλες, και επομένως η μεταβολή των αναλογιών ανταλλαγής ανάμεσα στα δύο αυτά αντικείμενα δεν μας δίνει καμιά πληροφορία για το αν η εργασία η ξοδεμένη για το φτιάξιμο του τραπεζιού έχει πραγματικά αλλάξει. Αν το τραπέζι μπορεί να ανταλλαγεί αφού έχει περάσει κάποιος χρόνος με έξι καρέκλες, τότε η αξία ανταλλαγής του τραπεζιού έχει αλλάξει, ενώ η αξία του τραπεζιού καθεαυτή μπορεί να μην έχει αλλάξει καθόλου. Για να εξετάσει το προτσές μέσω του οποίου η αλλαγή στην κοινωνική μορφή του προϊόντος εξαρτάται από την ποσότητα της εργασίας την ξοδεμένη για το φτιάξιμο του, στην καθαρή μορφή του, ο Μαρξ έπρεπε να διαχωρίσει το φαινόμενο έτσι όπως αυτό υπάρχει σε δύο μέρη. Έπρεπε να το διχοτομήσει και να πει ότι πρέπει να μελετήσουμε ξεχωριστά εκείνες τις αιτίες που προσδιορίζουν την αξία του τραπεζιού και [ξεχωριστά] εκείνες που προσδιορίζουν την αξία των καρεκλών, και ότι ένα και το αυτό φαινόμενο ανταλλαγής (το γεγονός ότι το τραπέζι μπορεί τώρα να ανταλλαγεί με έξι αντί για τρεις καρέκλες) μπορεί να συμβεί είτε εξαιτίας λόγων συνδεδεμένων με το τραπέζι είτε εξαιτίας λόγων που προκύπτουν από τις συνθήκες παραγωγής καρεκλών. Για να εξετάσει τη δράση καθεμιάς από αυτές τις αιτιακές αλυσίδες ξεχωριστά, ο Μαρξ έπρεπε να διαχωρίσει το γεγονός της αλλαγής στην αξία ανταλλαγής του τραπεζιού σε δυο μέρη και να υποθέσει ότι αυτές οι αλλαγές προκαλούνται αποκλειστικά από λόγους ενεργούς στην πλευρά του τραπεζιού, δηλαδή μέσω μιας αλλαγής στην παραγωγικότητα της εργασίας που είναι αναγκαία για την παραγωγή ενός τραπεζιού. Με άλλα λόγια, έπρεπε να υποθέσει ότι όλα τα άλλα εμπορεύματα με τα οποία ανταλλάσσεται το τραπέζι διατηρούν την αρχική αξία τους. Μόνο με βάση αυτή την υπόθεση η αλλαγή στην αξία του τραπεζιού προκύπτει από την αλλαγή στην ποσότητα της εργασίας που είναι αναγκαία για την παραγωγή του, και η κοινωνική μορφή της εργασίας αποδεικνύει ότι είναι μια πιο ακριβής και επαρκής έκφραση του περιεχομένου της αξίας ή της ουσίας της αξίας (δηλαδή της ποσότητας της εργασίας που ξοδεύτηκε στο προτσές παραγωγής).

Ο προσδιορισμός της αξίας ως ενότητας του περιεχομένου (δηλαδή της εργασίας) και της κοινωνικής μορφής της αξίας έχει τα ακόλουθα πλεονεκτήματα. Μπορούμε να διαχωριστούμε από τη διαδεδομένη ταύτιση της αξίας με την εργασία, και έτσι να προσδιορίσουμε πιο σωστά τη σχέση της έννοιας της αξίας με την έννοια της εργασίας. Προηγουμένως, όταν η αξία θεωρούνταν απλά ως εργασία και δεν είχε ακόμη πάρει πιο ακριβή κοινωνικά χαρακτηριστικά, αυτή η αξία, από τη μια ταυτιζόταν με την εργασία και, από την άλλη, διαχωριζόταν με μια άβυσσο από την αξία ανταλλαγής. Οι οικονομολόγοι συχνά είδαν στην έννοια της αξίας μόνο εργασία και δεν μπορούσαν να κάνουν τη μετάβαση από αυτή την έννοια στην έννοια της αξίας ανταλλαγής. Τώρα, θεωρώντας την αξία ως την ενότητα περιεχομένου και μορφής, συνδέουμε την αξία μέσω του περιεχομένου της με την προηγούμενη έννοια, με την εργασία· από την άλλη όμως, συνδέουμε την έννοια της αξίας μέσω της μορφής της αξίας με ό,τι ακολουθεί, με την αξία ανταλλαγής. Στην πραγματικότητα, όταν υποστηρίζουμε ότι η αξία δεν είναι εργασία γενικά αλλά εργασία η οποία έχει πάρει τη μορφή της ανταλλαξιμότητας του προϊόντος, τότε έχουμε αναγκαστικά κάνει τη μετάβαση από την αξία στην αξία ανταλλαγής. Έτσι, η έννοια της αξίας είναι αδιαχώριστα συνδεδεμένη, από τη μια, με την έννοια της εργασίας και, από την άλλη, με την έννοια της αξίας ανταλλαγής. Αλλά αυτή η αδιαχώριστη σύνδεση όλων αυτών των εννοιών δεν πρέπει να οδηγήσει στην ταύτιση της μιας με την άλλη. θεωρούμε την αξία ως κοινωνική εργασία η οποία έχει πάρει τη μορφή μιας «αντικειμενοποιημένης» ιδιότητας του προϊόντος της εργασίας ή ως ιδιότητα του προϊόντος να μπορεί να ανταλλαχθεί με κάθε άλλο προϊόν, στο βαθμό που αυτή η ιδιότητα του προϊόντος εξαρτάται από την ποσότητα της κοινωνικής εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του.

Συμπερασματικά θα ήθελα να επισημάνω ότι η ικανότητα να διαχωρίζεται η κοινωνική μορφή του προϊόντος σε δυο μέρη (τη μορφή της αξίας και την αξία ανταλλαγής, [όπου] η πρώτη ανήκει καθεαυτή στην έννοια της αξίας, ενώ η αξία ανταλλαγής είναι μόνον η φαινομενική μορφή της αξίας) θυμίζει πιθανά μια ανάλογη διαδικασία στα γραπτά του Hegel. Παρόλο ότι ο Μαρξ δεν αναφέρεται πουθενά σε μια σχέση ανάμεσα στην έννοια του και στη φιλοσοφία του Hegel, μπορεί κανείς να βρει μια ουσιαστική ομοιότητα ανάμεσα στη διαίρεση της κοινωνικής μορφής στο έργο του Μαρξ και στη θεωρία του Hegel για τον «διπλασιασμό της μορφής», θα ήθελα να παραθέσω λίγες γραμμές από τη λεγόμενη μικρή «Λογική» του Hegel:

«Το ουσιαστικό σημείο [που πρέπει] να έχουμε στο νου μας για την αντιπαράθεση μορφής και περιεχομένου είναι ότι το περιεχόμενο δεν είναι άμορφο, αλλά έχει τη μορφή μέσα στον ίδιο τον εαυτό του, ακριβώς τόσο όσο η μορφή δεν είναι εξωτερική σε αυτό. Υπάρχει έτσι ένας διπλασιασμός της μορφής. Τη μια στιγμή αυτή αντανακλάται στον εαυτό της· και μετά είναι ταυτόσημη με το περιεχόμενο. Την άλλη δεν αντανακλάται στον εαυτό της και τότε είναι η εξωτερική ύπαρξη, η οποία δεν επηρεάζει καθόλου το περιεχόμενο».

(Hegel's Logic, Clarendon Press, Οξφόρδη 1975, σελ. 189)

Νομίζω ότι η διάκριση που έκανε ο Μαρξ ανάμεσα στη μορφή της αξίας, η οποία συμπεριλαμβάνεται στην αξία καθεαυτή, και στην αξία ανταλλαγής, η οποία αντιπροσωπεύει κάτι «εξωτερικό», «απροσδιόριστο» σε σχέση με την αξία, έχει κάποια ομοιότητα με το διπλασιασμό της μορφής που βρίσκουμε στον Hegel.

Τώρα έρχομαι στο τελευταίο τμήμα της διάλεξης μου που αφορά το ερώτημα του περιεχομένου ή της ουσίας της αξίας. Όλοι οι Μαρξιστές συμφωνούν ότι η εργασία συνιστά το περιεχόμενο της αξίας, αλλά το πρόβλημα βρίσκεται στο να προσδιορίσουμε για ποιο είδος εργασίας μιλάμε. Το προηγούμενο τμήμα της διάλεξης θα πρέπει να μας έχει πείσει για την ποικιλία των διαφορετικών εννοιών οι οποίες κρύβονται στη λέξη «εργασία». Ποιο είδος εργασίας, λοιπόν, συνιστά το περιεχόμενο της αξίας; Οι περισσότεροι αναγνώστες θα θεωρούν ότι εννοώ με αυτό την εργασία στην υλική τεχνική μορφή της. Παραδέχομαι ότι αυτή η ερμηνεία είναι δικαιολογημένη αφού περίπου αυτές οι διατυπώσεις μπορεί να βρεθούν στο βιβλίο μου «Δοκίμια πάνω στη θεωρία της Αξίας του Μαρξ». Παρόλα αυτά, πρέπει να υπενθυμίσω ότι στο βιβλίο μου, στο κεφάλαιο πάνω στο περιεχόμενο και στη μορφή της αξίας, μπορεί κανείς να βρει όχι μια αλλά τρεις διατυπώσεις οι οποίες θα μπορούσαν να δείξουν ότι με το περιεχόμενο της αξίας δεν εννοούσα εργασία η οποία μελετάται αποκλειστικά από την υλική τεχνική πλευρά της. Εκεί έγραφα:

«Η εργασία ως η ουσία της αξίας δεν θεωρείται από τον Μαρξ ως μια ορισμένη ποσότητα εργασίας, αλλά κάτι "ανεξάρτητο και απόλυτο", κάτι συσσωρευμένο στο προϊόν και υλικά αντικειμενοποιημένο. Αυτή η εργασία εξετάζεται από τη σκοπιά του προτσές του καταμερισμού της κοινωνικής εργασίας ανάμεσα στους επιμέρους κλάδους της παραγωγής και θεωρούμενη ως τμήμα της συνολικής κοινωνικής εργασίας στη σχέση της με την τελευταία, ως [σε σχέση] με το όλον».

Αλλού παρέθεσα τα λόγια του Μαρξ για την αξία ως «μορφή με την οποία εκφράζεται ο αναλογικός καταμερισμός της εργασίας». Τέλος, το τελευταίο συμπέρασμα του κεφαλαίου είναι:

«Θεωρούμενη από την ποιοτική πλευρά, η σχέση ανάμεσα στην εργασία ως "ουσία της αξίας" και ως "μορφή της αξίας" σηματοδοτεί τη σχέση ανάμεσα στο προτσές του καταμερισμού της εργασίας και στην ειδική κοινωνική και ανταλλακτική μορφή του».5

Οι παραπομπές αυτές θα πρέπει να δικαιολογούν το συμπέρασμα μου ότι δεν πήρα το περιεχόμενο της αξίας [σαν] να σημαίνει εργασία θεωρούμενη αποκλειστικά από την υλική τεχνική πλευρά. Μάλλον η αντίληψη μου προσέγγιζε στην έννοια της κοινωνικά ομοιογενοποιημένης και καταμερισμένης εργασίας που αναλύθηκε νωρίτερα. Αλλά αυτή η έννοια, η οποία μπορεί να βρεθεί σε πολλά σημεία στο βιβλίο μου, δεν εξηγήθηκε επαρκώς και χρειαζόταν σημαντικές διορθώσεις. Στη σημερινή διάλεξη τράβηξα μια βαθειά διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία γενικά (η οποία υπάρχει όχι μόνον στην εμπορευματική παραγωγή αλλά επίσης, για παράδειγμα, στον σοσιαλισμό) και στην αφηρημένη γενική εργασία ως εργασία η οποία είναι ομοιογενοποιημένη στην ειδική μορφή που είναι κατάλληλη για την εμπορευματική παραγωγή. Ας ρωτήσουμε τώρα: ο Μαρξ εννοούσε το περιεχόμενο της αξίας [σαν] να σημαίνει κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία γενικά ή αφηρημένη γενική εργασία; Με άλλα λόγια, όταν αναφερόμαστε στην εργασία ως το περιεχόμενο της αξίας, περιλαμβάνουμε στην έννοια της εργασίας όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα οποία, πιο πάνω, ενσωματώσαμε στην έννοια της αφηρημένης εργασίας ή αντιλαμβανόμαστε την εργασία με την έννοια της κοινωνικά ομοιογενοποιημένης εργασίας η οποία δεν ενσωματώνει αυτά τα χαρακτηριστικά τα οποία χαρακτηρίζουν την κοινωνική οργάνωση της εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή; Συμπίπτει η έννοια της εργασίας ως το περιεχόμενο της αξίας με την έννοια της αφηρημένης εργασίας η οποία συνιστά αξία, ή ο χαρακτήρας της πρώτης έννοιας είναι ευρύτερος από αυτήν; Με μια πρώτη ματιά μπορεί κανείς να βρει στα γραπτά του Μαρξ επιχειρήματα που να ευνοούν και τις δυο ερμηνείες του «περιεχομένου της αξίας». Από τη μια μπορεί κανείς να βρει επιχειρήματα που προφανώς ευνοούν την άποψη ότι με την εργασία ως περιεχόμενο της αξίας θα πρέπει να καταλαβαίνουμε κάτι πιο περιορισμένο από την αφηρημένη εργασία, δηλαδή εργασία χωρίς όλα αυτά τα κοινωνικά χαρακτηριστικά τα οποία προσιδιάζουν σ' αυτήν στην εμπορευματική παραγωγή.

Τι επιχειρήματα μπορούμε να βρούμε που να υποστηρίζουν αυτή τη λύση στο πρόβλημα;

Με το περιεχόμενο της αξίας ο Μαρξ συχνά εννοούσε κάτι το οποίο όχι μόνον μπορεί να πάρει την κοινωνική μορφή της αξίας αλλά επίσης μια άλλη κοινωνική μορφή. Το περιεχόμενο γίνεται κατανοητό σαν κάτι το οποίο είναι ικανό να παίρνει διαφέρουσες κοινωνικές μορφές. Ακριβώς αυτή είναι η ικανότητα η οποία διακρίνει την κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία αλλά όχι την αφηρημένη εργασία, δηλαδή εργασία η οποία έχει ήδη προσλάβει μια ορισμένη κοινωνική μορφή. Η κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία μπορεί να προσλάβει τη μορφή της εργασίας που είναι οργανωμένη σε εμπορευματική παραγωγή, και τη μορφή εργασίας οργανωμένης, για παράδειγμα, σε μια σοσιαλιστική οικονομία. Με άλλα λόγια, στην περίπτωση αυτή αντιλαμβανόμαστε την κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία στην αφηρημένη μορφή της και παραγνωρίζουμε αυτές τις τροποποιήσεις που επιφέρονται στο περιεχόμενο καθεαυτό (δηλαδή στην εργασία) από τη μια ή την άλλη από τις μορφές του.

Υπάρχει στο έργο του Μαρξ αυτή η έννοια του περιεχόμενου της αξίας με αυτό το νόημα; Τώρα μπορούμε να απαντήσουμε θετικά. Σκεφθείτε για παράδειγμα το απόσπασμα όπου ο Μαρξ λέει ότι «η αξία ανταλλαγής είναι ένας ορισμένος κοινωνικός τρόπος για να εκφραστεί η εργασία, που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή ενός πράγματος» («Κεφάλαιο», τόμος Ι, σελ. 82). Εδώ η εργασία θεωρείται ξεκάθαρα αφηρημένο περιεχόμενο, το οποίο μπορεί να πάρει είτε τη μια είτε την άλλη κοινωνική μορφή. Όταν ο Μαρξ γράφει στο πασίγνωστο γράμμα στον Kugelmann στις 11 Ιουλίου 1868 ότι ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας εκφράζει τον εαυτό του στην εμπορευματική παραγωγή με τη μορφή της αξίας, θεωρεί ξανά την κοινωνικά καταμερισμένη εργασία ως το περιεχόμενο, το οποίο παίρνει αυτή ή την άλλη κοινωνική μορφή.

Στη δεύτερη παράγραφο του τμήματος πάνω στο φετιχισμό των εμπορευμάτων ο Μαρξ εξηγεί κατευθείαν ότι μπορεί να βρούμε «το περιεχόμενο των προσδιοριστικών παραγόντων της αξίας» όχι μόνον στην εμπορευματική παραγωγή αλλά επίσης, για παράδειγμα, σε μια πατριαρχική οικογένεια ή σε ένα μεσαιωνικό κτήμα. Εδώ, όπως βλέπουμε, η εργασία αντιπροσωπεύει ένα περιεχόμενο που μπορεί να πάρει διάφορες κοινωνικές μορφές.

Μπορούμε τώρα να προτείνουμε ένα επιχείρημα που να ευνοεί την αντίθετη θέση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να θεωρήσουμε την αφηρημένη εργασία ως το περιεχόμενο της αξίας.

Πρώτον, βρίσκουμε λίγες παραπομπές του Μαρξ που το επιβεβαιώνουν αυτό, π.χ. «(τα εμπορεύματα) σχετίζονται με την αφηρημένη ανθρώπινη εργασία ως με την κοινή κοινωνική ουσία τους» («Studienausgabe», σελ. 235). Αυτή η διατύπωση δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ότι η αφηρημένη εργασία δεν είναι μόνον ο δημιουργός της αξίας αλλά επίσης η ουσία της αξίας, ή το περιεχόμενο της αξίας. Στο ίδιο συμπέρασμα μπορούμε να φτάσουμε με βάση μεθοδολογικούς συλλογισμούς.

Έδειξα νωρίτερα ότι στην εμπορευματική παραγωγή η κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία παίρνει τη μορφή της αφηρημένης εργασίας, και η αξία ως η κοινωνική μορφή των προϊόντων της εργασίας προκύπτει αναγκαστικά μόνον από αυτή την αφηρημένη εργασία. Από αυτό συνεπάγεται ότι στο σύστημα μας η έννοια της αφηρημένης εργασίας προηγείται άμεσα της έννοιας της αξίας, και αυτό έδειχνε ότι πρέπει να ερμηνεύσουμε ακριβώς αυτή την έννοια της αφηρημένης εργασίας ως τη βάση, το περιεχόμενο ή την ουσία της αξίας. Αλλά κανείς δεν πρέπει να ξεχνά ότι στο ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στο περιεχόμενο και τη μορφή ο Μαρξ ακολούθησε τη σκοπιά του Hegel και όχι του Kant. Ο Kant θεωρούσε τη μορφή ως κάτι εξωτερικό σε σχέση με το περιεχόμενο και ως κάτι το οποίο ενώνεται με αυτό [το περιεχόμενο] από έξω. Από τη σκοπιά της Χεγκελιανής φιλοσοφίας το περιεχόμενο δεν αντιπροσωπεύει κάτι στο οποίο η μορφή προσάπτεται από έξω, αλλά μάλλον το περιεχόμενο το ίδιο στην ανάπτυξη του γεννά αυτή τη μορφή, η οποία εμπεριεχόταν μέσα σε αυτό το περιεχόμενο σε συγκεκαλυμμένη μορφή. Η μορφή προκύπτει αναγκαία από το περιεχόμενο καθεαυτό.

Αυτή είναι η βασική θέση της Χεγκελιανής και Μαρξικής μεθοδολογίας, μια θέση που έρχεται σε αντίθεση με την Καντιανή μεθοδολογία. Από τη σκοπιά αυτή, η μορφή της αξίας πρέπει επίσης να προκύψει αναγκαστικά από την ουσία της αξίας και επομένως πρέπει να θεωρούμε την αφηρημένη εργασία ως την ουσία της αξίας, με όλη την αφθονία των κοινωνικών στοιχείων της που είναι χαρακτηριστικά για την εμπορευματική παραγωγή. Τέλος, για το τελευταίο επιχείρημα μας, θα επισημάνουμε ότι όταν παίρνουμε την αφηρημένη εργασία ως το περιεχόμενο της αξίας επιτυγχάνεται μια ουσιαστική απλοποίηση του όλου Μαρξικού συστήματος αφού σε αυτή την περίπτωση η εργασία ως περιεχόμενο της αξίας δεν διακρίνεται από την εργασία η οποία δημιουργεί αξία.

Έτσι φτάσαμε στο παράδοξο συμπέρασμα ότι ο Μαρξ σε ένα σημείο αναγνωρίζει την κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία ως το περιεχόμενο της αξίας, και σε ένα άλλο αναγνωρίζει την αφηρημένη εργασία ως το περιεχόμενο αυτό.

Πώς μπορούμε να λύσουμε την αντίθεση αυτή;

Μου φαίνεται ότι η αντίθεση αυτή εξαφανίζεται εάν θυμηθούμε τη διάκριση ανάμεσα στις δυο μεθόδους, την αναλυτική και τη διαλεκτική, τις οποίες ανέλυσα στην αρχή της διάλεξης μου. Αν ξεκινήσουμε από την αξία ως μια προσδιορισμένη κοινωνική μορφή και αναρωτηθούμε ποιο είναι το περιεχόμενο της μορφής αυτής, θα γίνει προφανές ότι η μορφή αυτή εκφράζει μόνο το γεγονός γενικά ότι ξοδεύτηκε κοινωνική εργασία: η αξία αποδεικνύεται να είναι η μορφή η οποία εκφράζει το γεγονός της κοινωνικής ομοιογενοποίησης της εργασίας, ως ένα γεγονός το οποίο δεν συμβαίνει μόνον στην εμπορευματική παραγωγή αλλά μπορεί επίσης να συμβεί και σε άλλα είδη παραγωγής. Προχωρώντας αναλυτικά από την τελειωμένη μορφή στο περιεχόμενο της, έχουμε βρει την κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία ως το περιεχόμενο της αξίας. Όμως φτάνουμε σε διαφορετικό συμπέρασμα όταν πάρουμε ως σημείο εκκίνησης όχι την τελειωμένη μορφή αλλά το περιεχόμενο το ίδιο (δηλαδή την εργασία) από το οποίο η μορφή (αξία) πρέπει αναγκαστικά να προκύψει. Για να κάνουμε τη μετάβαση από την εργασία, θεωρούμενη ως το περιεχόμενο, στην αξία, ως μορφή, πρέπει να συμπεριλάβουμε στην έννοια της εργασίας την κοινωνική μορφή της οργάνωσης της στην εμπορευματική παραγωγή, δηλαδή να αναγνωρίσουμε την αφηρημένη γενική εργασία ως το περιεχόμενο της αξίας. Είναι δυνατόν η φαινομενική αντίθεση στον ορισμό του περιεχομένου της αξίας στο έργο του Μαρξ να μπορεί να εξηγηθεί ακριβώς με τη διάκριση ανάμεσα σε αυτές τις δυο μεθόδους.

Αν τώρα συνοψίσουμε την ερμηνεία που συζητήθηκε στη διάλεξη μας, μπορούμε να πούμε ότι οι ακόλουθες πέντε έννοιες είναι οι βασικές έννοιες πάνω στις οποίες στηρίζεται η Μαρξική θεωρία της αξίας και του χρήματος: 1) οι παραγωγικές σχέσεις των παραγωγών εμπορευμάτων, 2) η αφηρημένη εργασία, 3) η αξία, 4) η αξία ανταλλαγής και 5) το χρήμα.

Ο Engels στο άρθρο του πάνω στην «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» του Μαρξ επεσήμανε ότι η συνεισφορά του Μαρξ συνίσταται στο ότι μας δείχνει ολόκληρο το σύστημα της αστικής οικονομίας στις εσωτερικές σχέσεις του («Κριτική», σελ. 226). Εφαρμοζόμενη σε αυτές τις πέντε κατηγορίες, η συνεισφορά του Μαρξ συνίσταται στο ότι δείχνει τις εσωτερικές αδιαχώριστες σχέσεις ανάμεσα σε όλες αυτές τις κατηγορίες. Ατυχώς αυτή η σχέση συχνά χανόταν από την οπτική των αναγνωστών του Μαρξ και οι κατηγορίες αυτές θεωρούντο η κάθε μια ξεχωριστά. Ας υπενθυμίσουμε πώς έχει συνήθως αντιμετωπιστεί η σχέση ανάμεσα στις πέντε κατηγορίες.

Ας αρχίσουμε από τις παραγωγικές σχέσεις των παραγωγών εμπορευμάτων. Η έννοια αυτή είναι γνωστή σε όλους τους Μαρξιστές. Ήταν γενικά γνωστό ότι η θεωρία των παραγωγικών σχέσεων ανάμεσα στα άτομα είναι η βάση της Μαρξικής οικονομικής θεωρίας. Αλλά κανείς δεν κατέβαλε επαρκείς προσπάθειες να δείξει καθαρά πώς προκύπτουν οι κατηγορίες αυτές από τις παραγωγικές σχέσεις των ανθρώπων. Υπήρχε λοιπόν ένα ολόκληρο ρήγμα ανάμεσα στις πρώτες και τις δεύτερες έννοιες όταν κάνουμε τη μετάβαση στην αφηρημένη εργασία. Η αφηρημένη εργασία ορίστηκε ως φυσιολογικά ομοιογενής εργασία, δηλαδή η μορφή των παραγωγικών σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους ως παραγωγούς εμπορευμάτων είχε απορριφθεί τελείως. Ξεχάσαμε τη μορφή αυτή και ξαφνικά βρεθήκαμε στην έννοια της φυσιολογικά ομοιογενούς εργασίας, η οποία είναι ίδια σε όλες τις ιστορικές εποχές.

Κάνοντας τη μετάβαση από την έννοια της αφηρημένης εργασίας στην έννοια της αξίας, πρέπει να ειπωθεί ότι οι έννοιες αυτές ήταν πάντα στενά συνδεμένες στη Μαρξιστική βιβλιογραφία, θα ήταν πράγματι παράξενο αν οι υποστηρικτές της εργασιακής θεωρίας της αξίας δεν συνέδεαν την έννοια της εργασίας με την έννοια της αξίας. Αλλά αυτή η σύνδεση πληρώθηκε πολύ ακριβά με το ότι η αξία σχεδόν ταυτίστηκε με την εργασία και δεν ήταν καθαρό με ποιο τρόπο η αξία διακρίνεται πραγματικά από την εργασία. Υπήρχε, ξανά, ένα ρήγμα στην επόμενη μετάβαση, από την αξία στην αξία ανταλλαγής. Η αξία ταυτιζόταν με την εργασία, και έτσι δεν γνωρίζαμε ούτε πώς η αξία ανταλλαγής προκύπτει από την αξία. Τέλος, η σχέση ανάμεσα στην έννοια της ανταλλαγής και στην έννοια του χρήματος στην Μαρξιστική βιβλιογραφία ήταν πάντα πολύ συνεπής ήδη από τότε που ο Μαρξ τόνισε τη σχέση αυτή και την τεκμηρίωσε ειδικά. Έτσι οι πέντε κατηγορίες που παραθέσαμε διεχωρίζοντο σε τρεις ομάδες. Στην πρώτη ομάδα ήταν οι παραγωγικές σχέσεις των παραγωγών εμπορευμάτων, στη δεύτερη η αφηρημένη εργασία και η αξία, και στην τρίτη η αξία ανταλλαγής και το χρήμα. Το σύστημα διακοπτόταν μόνο σε δυο σημεία, στο σημείο όπου πρέπει να περάσουμε από τις παραγωγικές σχέσεις στην αφηρημένη εργασία και μετά ξανά [εκεί όπου περνάμε] από την αξία στην αξία ανταλλαγής.

Αυτές οι διακοπές εξαφανίζονται όταν θεωρήσουμε την αφηρημένη εργασία ως εργασία η οποία κατέχει μια προσδιορισμένη κοινωνική μορφή και την αξία ως την ενότητα μορφής και περιεχομένου.

Μέσω των δυο αυτών διατυπώσεων αποκτούμε τώρα μια αδιάκοπτη λογική σχέση όλων των παρατιθέμενων κατηγοριών. Μια προσδιορισμένη μορφή των παραγωγικών σχέσεων των ανθρώπων ως παραγωγών εμπορευμάτων γεννά την έννοια της αφηρημένης εργασίας. Από την αφηρημένη εργασία στην εμπορευματική παραγωγή, θεωρούμενη όχι ως φυσιολογικά ομοιογενή εργασία αλλά ως κοινωνικά ομοιογενοποιημένη εργασία σε μια ειδική μορφή, προκύπτει αναγκαία η έννοια της αξίας. Η έννοια της αξίας, θεωρούμενη ως ενότητα του περιεχομένου και της μορφής, συνδέεται μέσω του περιεχομένου της με την προηγούμενη έννοια της αφηρημένης εργασίας και μέσω της μορφής με την επόμενη έννοια της αξίας ανταλλαγής. Τέλος, η ανάπτυξη της ανταλλαγής οδηγεί αναγκαία στην αξία.

Θα ήταν αντίθετο στις προθέσεις μου εάν η σχέση ανάμεσα σε αυτές τις κατηγορίες παρουσιαζόταν σαν κάποια λογική εσωτερική ανάπτυξη (self-progression) των εννοιών, οι οποίες γεννούν η μια την άλλη. Η στενή σχέση των εννοιών α οποίες προκύπτουν λογικά η μια από την άλλη εξηγείται από το γεγονός ότι όλες αυτές οι έννοιες οικοδομούνται από την έννοια των παραγωγικών σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους ως παραγωγούς εμπορευμάτων. Αυτή η έννοια συγκαλύπτει μια πολλαπλότητα πραγματικών κοινωνικών σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους, οι οποίες εν τη συνοχή τους συγκρούονται και αναπτύσσονται αδιάκοπα. Οι οικονομικές κατηγορίες εκφράζουν «μορφές της ύπαρξης, προσδιορισμούς της ύπαρξης, συχνά μόνον ατομικές πλευρές μιας δεδομένης κοινωνίας» («Grundrisse», σελ. 106). Η λογική ενότητα των οικονομικών κατηγοριών οφείλεται στην πραγματική ενότητα αυτής της κοινωνίας, του πραγματικού αντικειμένου της μελέτης μας.

*. Η μετάφραση έγινε από την αγγλική έκδοση του κειμένου, που δημοσιεύθηκε στο «Capital and Class» no. 5, 1978, σελ. 109 επ.

1.. Τα παραθέματα είναι από την α' έκδοση (1867) του τόμου Ι του «Κεφαλαίου». Βλ. την ελληνική μετάφραση (του Γ. Σταμάτη) του 1ου κεφαλαίου της έκδοσης αυτής, που εκδόθηκε υπό τον τίτλο «Εμπόρευμα και Χρήμα» (εκδ. «Κριτική», Αθήνα 1991), σελ. 80-81 και 94. (Σ.τ.Μ.).

2.. Μεταφράζουμε ως ομοιογενοποίηση-ομοιογενοποιημένη τους όρους equation-equaled (που αντιστοιχούν στο Μαρξικό όρο gleichsetzen) διότι με τους όρους αυτούς δεν εννοείται απλώς η ποσοτική εξίσωση δύο ποιοτικά όμοιων πραγμάτων, αλλά (κυρίως) η «ποιοτική τους εξίσωση» (αναγωγή των διαφορετικών συγκεκριμένων εργασιών σε ένα κοινό για όλες - όμοιο - περιεχόμενο). Χρησιμοποιούμε τους όρους «εξίσωση εξισωμένος» όταν πρόκειται για την ποσοτική και μόνο διάσταση του ζητήματος (ίσες ποσότητες ομοιογενοποιημένης εργασίας). Η εξίσωση έχει πάντα ως προϋπόθεση την ομοιογενοποίηση. (Σ.τ.Μ.).

3. Μια ολόκληρη παράγραφος είναι αφιερωμένη στην ουσία της αξίας αρχίζοντας με τις λέξεις: «Επομένως, όταν συσχετίζουμε τα προϊόντα της εργασίας μας το ένα με το άλλο ως αξίες, αυτό δεν γίνεται επειδή βλέπουμε σε αυτά τα είδη τις υλικές δεξαμενές της ομοιογενούς ανθρώπινης εργασίας» (σ. 74). Η ακόλουθη παράγραφος είναι αφιερωμένη στο μέγεθος της αξίας και η επόμενη στη μορφή της αξίας.

4. Αναφέρεται σε ένα άρθρο του I. Daschkowski, «Abstraktuy trudi ekhonomitscheskije kategorii Marksa» («Αφηρημένη εργασία και οικονομικές κατηγορίες στον Μαρξ»), στο Pod Znamenem Marksizma, vo. 6, Μόσχα 1926.

5. Αυτά τα αποσπάσματα προφανώς παραλείφθηκαν από τη Γερμανική έκδοση των «Δοκιμίων πάνω στην θεωρία της Αξίας του Μαρξ» («Studien zur Marxschen Wertheorie») και δεν μπορούν να βρεθούν στην Αγγλική έκδοση.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή