ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ, ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ

ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

του Δημήτρη Τζανακόπουλου1

1. Τα αποτελέσματα μιας διακοπής και μιας απουσίας

Σύμφωνα με τον Λένιν το κράτος αποτελεί τη λυδία λίθο της ταξικής πάλης. Τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό για μια Αριστερά η οποία επικαλείται στα κείμενά της ως στρατηγικό στόχο την υπέρβαση των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και τον δημοκρατικό σοσιαλισμό; Αυτό το ερώτημα απασχόλησε μαρξιστές σε όλη την Ευρώπη, σε μια παθιασμένη συζήτηση που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και διακόπηκε απότομα στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μεταξύ άλλων και λόγω της ιστορικής αποτυχίας των Ευρωκομουνιστικών κομμάτων κυρίως στη Γαλλία και την Ιταλία. Πρόκειται για την αποτυχία του κοινού προγράμματος μεταξύ του ΚΚΓ και του ΣΚΓ στη Γαλλία και την κατάρρευση του πειράματος του Ιστορικού Συμβιβασμού στην Ιταλία (Βαλλιάνος 2008 και 2009, Σωτήρης 2008). Ίσως ένα άρθρο που ξεκινά με μια τέτοια αναφορά 30 χρόνια μετά να φαίνεται εντελώς αναχρονιστικό και έξω από τις ανάγκες μιας συγκυρίας που χαρακτηρίζεται από την άνευ προηγουμένου επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία, μια επίθεση συγκροτημένη γύρω από το «τεχνοκρατικό» πρόβλημα της διαχείρισης της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Όμως είναι αδύνατον για την Αριστερά να απαντήσει στα φλέγοντα πολιτικά ερωτήματα της συγκυρίας αν δεν ξαναδώσει το απαραίτητο βάρος στη θεωρητική επεξεργασία των θέσεων που έχουν καθορίσει τις πολιτικές της θέσεις και παραδοχές και την έχουν οδηγήσει στη σημερινή της αμηχανία, αν δεν επεξεργαστεί δηλαδή τα αποτελέσματα της διακοπής αυτής της συζήτησης και της απουσίας μιας θεωρίας για το κράτος και τους μηχανισμούς του.

Η συζήτηση αυτή στη Γαλλία είχε ως αφορμή την απόρριψη από τη μεριά του ΚΚΓ της έννοιας της δικτατορίας του προλεταριάτου στο 23ο συνέδριό του και τη συγκρότηση του Κοινού Προγράμματος, ενώ στην Ιταλία ξεκίνησε με αφορμή ένα άρθρο του Νορμπέρτο Μπόμπιο για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και είχε ως άμεσο πολιτικό επίδικο την στρατηγική του Ιστορικού Συμβιβασμού που σηματοδότησε το αποκορύφωμα της δεξιάς στροφής του ΚΚΙ. Δεν επρόκειτο φυσικά για μια συζήτηση επί ίσοις όροις. Σχηματοποιώντας αναγκαστικά, η συζήτηση αυτή έφερε αντιμέτωπες δύο πολιτικές γραμμές, ήδη συγκροτημένες, οι οποίες είχαν αρχίσει να παράγουν αποτελέσματα σε πρακτικό επίπεδο πολύ νωρίτερα, ίσως ήδη από την άνοιξη του 1968 με τη στάση των δύο μεγάλων ευρωκομουνιστικών κομμάτων στις φοιτητικές και εργατικές εκρήξεις στη Γαλλία και την Ιταλία. Έτσι από τη μια μεριά είχαμε τους επίσημους διανοούμενους των ευρωκομουνιστικών κομμάτων και από την άλλη τις αριστερές αντιπολιτεύσεις στις επίσημες γραμμές.

Ο στόχος μου εδώ είναι να εντοπίσω στα αποτελέσματα μιας συζήτησης που δεν έληξε ποτέ κάποιες από τις ρίζες της κακοδαιμονίας της Αριστεράς και ταυτόχρονα να προτείνω μια άλλη περιοδολόγηση της πολιτικής μας ιστορίας, η οποία δεν παίρνει ως σημείο τομής την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης αλλά τη στροφή στον Ευρωκομουνισμό, που οδήγησε στις οδυνηρές ήττες στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η κατάρρευση εκτιμώ ότι απλώς ενέτεινε τα αποτελέσματα μιας δεξιάς στροφής ήδη από καιρό συντελεσμένης και επιδείνωσε την ήδη ενεργή παγκόσμια κρίση του Μαρξισμού (βλ. και Μηλιός 1995). Η συζήτηση για το κράτος εκείνης της περιόδου συμπυκνώνει με αρκετά καθαρό τρόπο τα συμπτώματα και τις αιτίες αυτής της δεξιάς στροφής η οποία μας στοιχειώνει ακόμη και σήμερα. Από πάνω μας πλανιέται διαρκώς το φάντασμα αυτής της συζήτησης που δεν θα εξαφανιστεί παρά μόνο αν τολμήσουμε να το ξορκίσουμε, παρά μόνο δηλαδή αν τολμήσουμε να μιλήσουμε και να επερωτήσουμε για τις θεωρητικές μας ρίζες.

Δεν πρόκειται εδώ φυσικά για μια προσπάθεια επαναπατρισμού μας στα δόγματα του «Μαρξισμού-Λενινισμού» και τις ανυπόφορες σχηματοποιήσεις του Ένγκελς, για μια επιστροφή στις χαμένες ανατολικές πατρίδες (αυτές, για τη δική μας πολιτική και θεωρητική παράδοση, χάθηκαν πολύ πριν από το 1989), αλλά για μια συζήτηση που δεν μπορεί παρά να πάρει το χαρακτήρα μιας πολεμικής εναντίον των θεωρητικών εκείνων θέσεων που οδηγούν στην ενσωμάτωση στο αστικό πολιτικό παιχνίδι. Σε αυτή την αναμέτρηση δεν είμαστε μόνοι/ες μας, αρκεί να εκβιάσουμε μια προκαταρκτική μετατόπιση. Και η μετατόπιση αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό πιο εύκολη τώρα που η τοποθέτηση στην ξεχασμένη εκείνη συζήτηση δεν υπαγορεύεται από κομματικές δεσμεύσεις και από τα ειδικά πολιτικά επίδικα εκείνης της δεκαετίας. Αρκεί με λίγα λόγια να ξαναδούμε τα θεωρητικά κείμενα κριτικής προς τις ευρωκομουνιστικές ηγεσίες από τους διανοούμενους των αριστερών αντιπολιτεύσεων που κάθε άλλο παρά εχθρικοί ήταν στο εγχείρημα της ανανέωσης της μαρξιστικής θεωρίας και πρακτικής, αλλά αντίθετα έβλεπαν τις τύχες τους και την τύχη του εργατικού κινήματος άμεσα συνδεδεμένες με την ύπαρξη μαζικών αριστερών κομμάτων, χωρίς να περιορίζονται σε μια εκ του ασφαλούς κριτική καλυμμένοι από την ασφάλεια που προσφέρουν πάντοτε οι «ομαδούλες». Πρόκειται για θεωρητικές παρεμβάσεις εμπλεκόμενες άμεσα στην πολιτική μάχη, για θεωρητικές πολεμικές που δεν αντιμετωπίζουν τη θεωρία ως ακαδημαϊκό χόμπι, αλλά τη χρησιμοποιούν για να παραγάγουν πολιτικά αποτελέσματα. Μιλώ για τα κείμενα του Αλτουσέρ, του Φεραγιόλι, του PDUP, του Εντελμάν, του Πουλαντζά ενίοτε, του Μπαλιμπάρ κ.ά., που πέρα από την άμεση πολιτική τους σημασία αποτελούν κραυγές απόγνωσης αλλά και μια προειδοποίηση της οποίας η ηχώ σήμερα μπορεί να μας ξυπνήσει από τον πολιτικό μας λήθαργο. Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ είναι χρέος της Αριστεράς να μελετήσει αυτά τα κείμενα συλλογικά όχι μόνο για χάρη της (αναντίρρητης) ιστορικής, επιστημονικής και φιλοσοφικής τους σπουδαιότητας αλλά για να επανασυγκροτήσει ένα θεωρητικό σώμα εννοιών που θα προσανατολίζει τη δράση.

Κοινό χαρακτηριστικό των παραπάνω, ίσως και άλλων κειμένων που δεν έχω υπόψη μου, αλλά σίγουρα των παραπάνω, με την εξαίρεση ενίοτε του Πουλαντζά του οποίου όμως οι αρετές βρίσκονται αλλού, ήταν η αντίθεση στη φαντασιοκοπία των ευρωκομουνιστικών ηγεσιών για τη δήθεν ουδετερότητα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των λοιπών δημοκρατικών θεσμών εν γένει καθώς και στον συνακόλουθο άκρατο κοινοβουλευτισμό που χαρακτήριζε την πολιτική τους γραμμή. Τότε το επίδικο βεβαίως ήταν η μετάβαση στο σοσιαλισμό, σήμερα είναι η πολιτική μας επιβίωση.

2. Αντιπροσωπευτική δημοκρατία και δικαιώματα

Γιατί όμως εμφανίζεται ο Πουλαντζάς ως εξαίρεση σε αυτή τη χωρία αν και προσέφερε την πιο επεξεργασμένη θεωρία για το καπιταλιστικό κράτος; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα βρίσκεται στο γεγονός ότι στο ύστερο ειδικά έργο του η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν νοείται πια ως μια ειδική μορφή οργάνωσης της εξουσίας της αστικής τάξης, ούτε διερευνάται στη συνάρθρωσή της με τις καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις. Για τον Πουλαντζά της τελευταίας περιόδου (αν και ρίζες αυτής της άποψης εντοπίζονται και στις πρώιμες αναλύσεις του) το κράτος δεν συναντά κανένα ενδογενές εμπόδιο στη διεύρυνση της εξουσίας του στο ιδιωτικό-ατομικό. Η εξουσία του καπιταλιστικού κράτους είναι ενδογενώς απεριόριστη και έχει τη δυνατότητα να τα καταπιεί όλα στο πέρασμα της αν δεν συναντήσει αντίσταση. Επομένως, το ιδιωτικό-ατομικό, οι ελευθερίες, η καθολική ψηφοφορία, το ίδιο το όριο του ατομικού-ιδιωτικού είναι μια κατάκτηση της εργατικής τάξης και μόνο.2 Αν λοιπόν η αντιπροσωπευτική δημοκρατία νοείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν βρισκόμαστε μακριά από την απεμπόληση της θεμελιώδους θέσης του μαρξισμού ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι μια διαδικασία ίσης διανομής, εκδημοκρατισμού και πολλαπλασιασμού και βαθέματος των δικαιωμάτων αλλά μια διαδικασία κατάργησης της κεφαλαιακής σχέσης σε όλους τους ειδικούς προσδιορισμούς της, της θέσης δηλαδή για την αναγκαιότητα του μαρασμού του κράτους και του δικαίου σε μια πορεία προς τον κομουνισμό. Ο Πουλαντζάς αναγκάζεται να το παραδεχτεί:

Τελικά [αν αρνηθούμε το διαχωρισμό κράτους και κοινωνικών σχέσεων], και αυτό είναι το κυριότερο, καταντούμε να μην μπορούμε καν να θέσουμε το πρόβλημα της αναγκαίας διατήρησης και διεύρυνσης των πολιτικών ελευθεριών στο σοσιαλισμό: πράγμα που απαιτεί αναγκαστικά ειδικούς θεσμούς (τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ριζικά μετασχηματισμένους βεβαίως) που θα εγγυώνται αυτές τις ελευθερίες. Τούτο συνεπάγεται λοιπόν έναν ορισμένο διαχωρισμό μεταξύ κράτους και κοινωνικών σχέσεων, επομένως κατά μείζονα λόγο (ας αφήσουμε τις περιστροφές) έναν ορισμένο μη μαρασμό του κράτους.3

Αφήσαμε λοιπόν τις περιστροφές και ταυτόχρονα με αυτές και το μαρασμό του κράτους. Τελικά μια θεωρητική θέση, όταν έχουμε να κάνουμε με θεωρητικούς που δεν μασάνε τα λόγια τους, αποδεικνύεται ότι έχει άμεσα πρακτικά πολιτικά αποτελέσματα.

Η αδυναμία του Πουλαντζά να σκεφτεί την αντιπροσωπευτική δημοκρατία στη συνάρθρωσή της με τις σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ) και η αναγωγή της αποκλειστικά στους αγώνες της εργατικής τάξης αναδεικνύεται κόμβος εξήγησης του λανθάνοντα ρεφορμισμού του. Έχω δε την αίσθηση ότι ο ίδιος συναισθάνεται τις συνέπειες της θέσης αυτής και ενώ ρητά μας καλεί να αφήσουμε τις περιστροφές, η ίδια πρόταση είναι γεμάτη από περιστροφές: μιλά για ριζικό μετασχηματισμό των αντιπροσωπευτικών θεσμών που δεν προσδιορίζει πουθενά και ποτέ, μιλά για έναν ορισμένο μη μαρασμό του κράτους που είναι όμως απολύτως αόριστος. Το ύστερο έργο του είναι διάσπαρτο από τέτοιες διφορούμενες εκφράσεις. Η κατανόηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και συνακόλουθα των εγγυήσεων των δικαιωμάτων και των ελευθεριών πέρα και έξω από τη δομική τους συνάρθρωση με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, δηλαδή ως εγγεγραμμένων στην ίδια του τη δομή, ως μορφή του καπιταλιστικού δικαίου, και ως πιθανό αποτέλεσμα της διευρυμένης αναπαραγωγής του, οδηγεί σε μια σχετική ουδετεροποίησή της ή ακόμα χειρότερα σε μια θεώρηση απόλυτης συμβατότητάς της με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Το πρόβλημα δεν είναι όμως μόνο αυτό. Το επιχείρημα του Πουλαντζά πάει πολύ μακρύτερα από την απλή κατάφαση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αυτό που στην πραγματικότητα συγκροτεί τον απαραβίαστο ορίζοντα οποιασδήποτε επαναστατικής πολιτικής είναι τα δικαιώματα και οι ελευθερίες για την εγγύηση των οποίων είμαστε αναγκασμένοι να διατηρήσουμε την αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική μορφή. Εδώ βρίσκεται ένα πιθανό πρόβλημα από το οποίο δεν θα ξεφύγει ποτέ το ύστερο έργο του Πουλαντζά, το γεγονός δηλαδή ότι θεωρεί τη μορφή δικαίωμα, ως το όριο κάθε σοσιαλιστικής προοπτικής. Ο Πουλαντζάς γνωρίζει αυτό το πρόβλημα και γι’ αυτό το λόγο επισημαίνει ότι τόσο η διαδικασία μετάβασης όσο και ο σοσιαλισμός δεν μπορούν παρά να χαρακτηρίζονται από μια μορφή έντασης μεταξύ αντιπροσωπευτικών θεσμών και αυτοδιαχειρστικών εστιών. Το θέμα όμως δεν είναι να αντιπαραβάλουμε τις δύο μορφές και να αποφασίσουμε ποια είναι προτιμότερη, αλλά να δούμε τις προϋποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίζονται οι αντιπροσωπευτικοί κοινοβουλευτικοί θεσμοί και να διερευνήσουμε αν και κατά πόσο (πρέπει να) αποτελούν το ανυπέρβλητο όριο κάθε ριζοσπαστικής πολιτικής.

Εδώ είναι χαρακτηριστική η επιρροή της αστικής ιδεολογίας και δεν έχω καμία ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημα έχει λυθεί από οποιαδήποτε αριστερή οργάνωση ή από οποιαδήποτε θεωρητική παρέμβαση (τουλάχιστον από ό,τι είμαι σε θέση να γνωρίζω). Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα πραγματικό πρόβλημα, το οποίο όπως όλα τα προβλήματα της θεωρίας καλύπτεται πίσω από την εκτυφλωτική προφάνεια του γεγονότος ότι η κοινωνία συγκροτείται από άτομα. Επί της ουσίας το αποτέλεσμα της ιδεολογικής έγκλησης εκ μέρους των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και ανταλλαγής, η παραγωγή της ανθρώπινης υποκειμενικότητας ως αυτεξούσιας και αυτόνομης οντότητας, ως τέλους/σκοπού κάθε πολιτικής παρέμβασης, νοείται ως θεμέλιο και πρωταρχική ουσία.

Η συγκάλυψη πραγματικών προβλημάτων μας οδήγησε να ξεκινήσουμε από τον Μαρξ και τις έννοιές του (ΚΤΠ, σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής, κράτος ως οργανωτής των συμφερόντων της αστικής τάξης, ταξική πάλη) και να καταλήξουμε στον Καντ (το ορθολογικό και αφηρημένο καθολικό). Πώς μπορούμε να βγούμε από αυτό το αδιέξοδο;

3. Το άτομο-ιδιώτης ως υποκείμενο του Δικαίου

Αν δεν θεωρήσουμε το άτομο-ιδιώτη ως την πρωταρχική ουσία, ως σώμα που βρίσκεται πάντα εκεί, πέρα και έξω από κάθε κοινωνική σχέση, δηλαδή ως μια θεμελιακή παρουσία με ανάγκες και επιθυμίες απριόρι καθορισμένες από την ίδια τη φύση, βρισκόμαστε μπροστά στο ερώτημα της συγκρότησης αυτού του ατόμου-ιδιώτη, στο ερώτημα δηλαδή που αφορά τη διαδικασία παραγωγής του. Και τούτο μας φέρνει μπροστά στην ανάγκη να αντιπαρατεθούμε με όλες τις φιλοσοφίες της ουσίας του ανθρώπου και κυρίαρχα με την ίδια τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού που θεωρεί τη νεωτερικότητα ως μια διαδικασία απελευθέρωσης του ανθρώπου από τα δεσμά της καταπίεσης των διαφόρων φεουδαλικών εξουσιών, της Εκκλησίας και της Αριστοκρατίας. Αυτή η γραμμή ανάλυσης στηρίζεται στη λεγόμενη «καταπιεστική υπόθεση». Σύμφωνα με αυτή στο κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης βρίσκεται μια πρωταρχική επιθυμία, αναλλοίωτη και σταθερή, την οποία οι διάφορες εξουσίες μέχρι την έλευση της νεωτερικότητας καταπίεζαν και προσπαθούσαν να εξαφανίσουν. Στην πραγματικότητα όμως η λειτουργία της εξουσίας δεν είναι καταρχήν καταπιεστική, αλλά τουναντίον «παραγωγική» ή διαπλαστική, έχει δηλαδή ως χαρακτηριστική της λειτουργία τη διαμόρφωση της ίδιας της επιθυμίας και το καναλιζάρισμά της μέσα στους κρατικούς θεσμούς. Η εξουσία παράγει - πλάθει την επιθυμία. Αν είναι πράγματι έτσι τα πράγματα ο κομουνισμός δεν αφορά μια χιλιαστική υπόσχεση απόλυτης απελευθέρωσης των ατόμων-ιδιωτών από τα δεσμά κάθε εξάρτησης και άρα δεν έχει σαν στόχο το διαφωτιστικό πρόταγμα της ανθρώπινης αυτονομίας και ελευθερίας από κάθε εξωτερικό καταναγκασμό, αλλά ένα διαφορετικό καναλιζάρισμα και μια διαφορετική διάπλαση της ίδιας της επιθυμίας. Βρισκόμαστε πλέον εδώ σε μια προβληματική εντελώς διαφορετική από τη συναφή φιλελεύθερη που θεωρεί τον άνθρωπο ως ουσία και φυσικό τόπο της ελευθερίας, βρισκόμαστε πολύ μακριά από κάθε προβληματική περί κοινωνικού συμβολαίου, νοούμενου ως παραχώρησης της φυσικής μας ελευθερίας προς όφελος της επιβίωσης, καθώς και πολύ μακριά από κάθε θεώρηση της ριζοσπαστικής επαναστατικής πολιτικής ως διαδικασίας δεμένης αναγκαία με τις κοινοβουλευτικές μορφές και τη διεύρυνση των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Σε τούτη την προβληματική η επιθυμία και οι ανάγκες είναι πάντοτε ήδη κοινωνικά προσδιορισμένες και οι μορφές έκφρασης και καναλιζαρίσματός τους επίσης. Πρωταρχικός λοιπόν στόχος είναι η κατανόηση του υποκειμένου-προσώπου ως αποτέλεσμα μιας διαδικασίας παραγωγής, δηλαδή ως αποτέλεσμα των προσδιορισμών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αν το άτομο-ιδιώτης είναι αποτέλεσμα και όχι ουσία-σκοπός τότε η αντιπροσώπευσή του, η αντιπροσώπευση δηλαδή των αναγκών και των επιθυμιών του, δεν είναι ο τελικός στόχος, ίσως δεν (πρέπει να) είναι καν στόχος. Αντίθετα στόχος είναι η «καταστροφή» του μέσω μιας πορείας «καταστροφής» των ίδιων των θεσμών που το εγκαλούν ως τέτοιο4. Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να είναι μια διαδικασία μαρασμού του κράτους αν δεν γίνει ταυτόχρονα και μια διαδικασία μαρασμού του ατόμου-ιδιώτη, του υποκειμένου ως ελεύθερου και ίσου που νοείται ως πρωταρχική ουσία. Ο θεωρητικός αντιανθρωπισμός οφείλει να ριζοσπαστικοποιηθεί και να γίνει οδοδείκτης όχι για τον πραγματικό ανθρωπισμό αλλά για έναν πρακτικό αντιανθρωπισμό.

Η βασική υπόθεση που κρύβεται εδώ είναι ότι το άτομο-ιδιώτης δεν είναι παρά μια φιλοσοφική – δηλαδή σε τελευταία ανάλυση πολιτική – προσπάθεια θεωρητικοποίησης μιας έννοιας που η φιλοσοφία δανείζεται από το Αστικό Δίκαιο (civil law), της έννοιας του νομικού υποκειμένου. Το νομικό υποκείμενο είναι το αποτέλεσμα της έγκλησης των ατόμων από τον ΚΤΠ με την έννοια ότι είναι το αποτέλεσμα μιας απούσας αιτίας. Δεν συγκροτεί με λίγα λόγια το όριο κάθε παραγωγικής σχέσης, κάθε πολιτικής και κάθε ιδεολογίας, είναι το ίδιο αποτέλεσμά τους. Κάθε προσπάθεια αντιπροσώπευσης στο πλαίσιο του αστικού κοινοβουλευτισμού αντιθέτως παίρνει ως σημείο εκκίνησης το αποτέλεσμα που ο ΚΤΠ και ο κοινοβουλευτισμός ανα-παράγει, παγιδευόμενη έτσι στον φαύλο κύκλο της αστικής ιδεολογίας, στον φαύλο κύκλο του Διαφωτισμού. Θέλει να προωθήσει την απελευθέρωση του ατόμου-ιδιώτη από τον ίδιο της τον εαυτό που το ανα-παράγει. Οι πολιτικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις-αποτελέσματα της αντιπροσωπευτικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αντιστοιχούν τελικά στην κεντρική προϋπόθεση της νομικής ιδεολογίας και τα κεντρικά αποτελέσματα του αστικού πολιτικού συστήματος, καθώς εδώ πρόκειται για μεμονωμένα, ελεύθερα και ίσα υποκείμενα, που υπολογίζουν το συμφέρον τους και μοναδικός στόχος της πολιτικής είναι η αντιπροσώπευση των μεμονωμένων ή συμπιπτόντων ατομικών συμφερόντων που μετατρέπονται έτσι σε συλλογικά (και εδώ ίσως να βρίσκονται οι ρίζες κάθε συντεχνιασμού), από τα οποία θα προκύψει λίγο πολύ αυτόματα, το γενικό καθολικό συμφέρον.

Εδώ όμως είναι ανάγκη να γίνουν μερικές διευκρινίσεις: Τι σημαίνει ότι ο ΚΤΠ εγκαλεί τα άτομα ως ελεύθερα και ίσα υποκείμενα; Για τη σκιαγράφηση μιας πρώτης απάντησης σε αυτό το ερώτημα είναι αναγκαία η προσφυγή στο έργο του Πασουκάνις (Pashukkanis 1978, Paschukanis 1929), του σημαντικότερου ίσως μαρξιστή θεωρητικού του Δικαίου, και η ταυτόχρονη ανασυγκρότηση του εννοιολογικού του οπλοστασίου ώστε να αποκαθαρθεί από τον ακραίο ιστορικισμό που το χαρακτηρίζει καθώς και μια απόπειρα διευκρίνισης της έννοιας του τρόπου παραγωγής ως «απούσας αιτίας» (Αλτουσέρ), της ειδικής, δηλαδή, μορφής συνάρθρωσης των στοιχείων ενός τρόπου παραγωγής.

Η κεντρική συνεισφορά του Πασουκάνις στη μαρξιστική θεωρία και ειδικότερα στην προσπάθεια παραγωγής μιας υλιστικής θεωρίας του Δικαίου είναι η απόπειρα να διερευνηθούν οι όροι και η διαδικασία παραγωγής του υποκειμένου δικαίου, η διαδικασία παραγωγής του νεωτερικού ανθρώπου. Εδώ έχουμε την αντιστροφή κάθε ιδεαλιστικής και ανθρωπιστικής προβληματικής, όπου το υποκείμενο, ο αφηρημένος άνθρωπος με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, δεν είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται κάθε δίκαιο και κάθε ηθική, αλλά αντιθέτως ένα αποτέλεσμα, το αποτέλεσμα των προσδιορισμών του τρόπου παραγωγής και συγκεκριμένα αυτού που αντιστοιχεί στη γενικευμένη εμπορευματική ανταλλαγή. Το βασικό του ερώτημα το οποίο μετατοπίζει πλήρως την κυρίαρχη προβληματική αφορά τη διερεύνηση όχι του περιεχομένου του δικαίου, δηλαδή των συγκεκριμένων κανόνων των καπιταλιστικών δικαιικών συστημάτων, αλλά της ίδιας της μορφής του καπιταλιστικού Δικαίου. Δεν πρόκειται πια για τα συγκεκριμένα περιεχόμενα των διατάξεων, για το περιεχόμενο ενός Συντάγματος που μπορεί να αναγνωρίζει ή όχι το δικαίωμα της καθολικής ψήφου ή το περιεχόμενο των ποινικών διατάξεων, που μπορεί να ποινικοποιούν ή όχι την τάδε πράξη ανάλογα με τους συσχετισμούς και τις ειδικές ιδεολογίες κάθε κοινωνικού σχηματισμού, αλλά για την κοινή μορφή αυτών των κανόνων, το κοινό τους στοιχείο που αποτελεί την προϋπόθεση κάθε κανόνα και επομένως κάθε περιεχομένου.

Ποια είναι όμως αυτή η μορφή; Αν πάρουμε μια οποιαδήποτε δικαιική διάταξη θα δούμε ότι το περιεχόμενό της ορίζεται σε αναφορά με μια συγκεκριμένη και πανταχού παρούσα μορφή, τη μορφή του υποκειμένου δικαίου: «Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια υποχρεούται να τον αποζημιώσει» ορίζει το άρθρο 914 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα ή «Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη» ορίζει το άρθρο 299 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα. Ακριβώς αυτός ο «όποιος» είναι η κοινή μορφή που επιτρέπει τη συγκρότηση του Κανόνα, είναι η conditio sine qua non του, είναι το υποκείμενο του Δικαίου. Το κεντρικό ερώτημα του Πασουκάνις είναι να αποκωδικοποιήσει αυτό το «όποιος», να εντοπίσει τους μηχανισμούς παραγωγής του και να διευκρινίσει την τάση της καπιταλιστικής κοινωνίας – αντιφατική βεβαίως – να συμπεριλάβει κάτω από αυτό το «όποιος» κάθε συγκεκριμένο άνθρωπο. Εδώ βρισκόμαστε σε έναν κόμβο όπου συναντιέται το δίκαιο με την ηθική και τη γνωσιολογία, στον κόμβο της νεωτερικότητας: «Για τον Χομπς, τον Λοκ, τον Ντεκάρτ ή το Βολαταίρο οι άνθρωποι μοιράζονται μια κοινή ανθρώπινη ιδιότητα η οποία δίνει σε όλους τους εμπειρικούς ανθρώπους τις ίδιες βασικές ανάγκες και τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά, αν και το ειδικό τους περιεχόμενο διαφέρει ανάλογα με τον κάθε θεωρητικό. Κάθε πρόσωπο είναι μια ατομική εκδοχή του οικουμενικού ανθρώπου»5. Πώς ξεκινώντας από την διαφοροποιημένη οντολογία των αρχαίων Ελλήνων καταλήξαμε στην οικουμενικότητα της ανθρώπινης φύσης, στον απόλυτο ανθρωπισμό της νεωτερικότητας;

Για τον Πασουκάνις η απάντηση στο γρίφο κρύβεται στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής και ανταλλαγής και το υποκείμενο του δικαίου είναι το κρυπτογραφημένο της αποτέλεσμα. Σύμφωνα με την εν λόγω ανάλυση «[...]η αστική νομική δομή είναι μια μορφή κοινωνικής ρύθμισης όπου οι κοινωνικές σχέσεις μετατρέπονται σε σχέσεις μεταξύ ατόμων-ιδιωτών-κατόχων εμπορευμάτων. Στην διαδικασία εμπορευματικής ανταλλαγής οι πιο διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις τείνουν να πάρουν τη μορφή της πρωτότυπης σχέσης εμπορευματικής ανταλλαγής και άρα να ενδυθούν ταυτόχρονα τη νομική μορφή. Επομένως εντοπίζουμε μια κοινωνική σχέση που το αντανακλαστικό της αποτέλεσμα είναι η νομική μορφή, τη σχέση μεταξύ εμπορευματοκατόχων.6» Με άλλα λόγια ο Πασουκάνις επισημαίνει ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής διασπούν το κοινωνικό σώμα σε άτομα ιδιώτες τα οποία αναγκαία προσλαμβάνουν τη σχέση τους σα μια σχέση μεταξύ ελεύθερων και ίσων υποκειμένων. Αυτό είναι το πρωταρχικό - υλικό θεμέλιο του καπιταλιστικού Δικαίου και συνακόλουθα το πρωταρχικό υλικό θεμέλιο της κοινοβουλευτικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Η συγκεκριμένη ανάλυση ενώ κλείνει την πόρτα στον ιδεαλισμό του ατόμου-ιδιώτη ως κέντρου και ουσίας γύρω από την οποία δομούνται όλες οι κοινωνικές σχέσεις τον ξαναβάζει, αν διαβαστεί υπό μια συγκεκριμένη οπτική, από το παράθυρο. Γιατί η εμπορευματική σχέση προσλαμβάνεται με αναγκαίο και αντανακλαστικό τρόπο από τα άτομα ως μια σχέση ελεύθερων και ίσων υποκειμένων; Μήπως εδώ υπονοείται μια προσφυγή στις απριόρι κατηγορίες του νου ως περιοριστικές του τρόπου με τον οποίο είμαστε ικανοί ως ανθρώπινα όντα να προσλαμβάνουμε τη σχέση με το περιβάλλον, μια έμμεση και μασκαρεμένη αναφορά στο υπερβατολογικό υποκείμενο του Καντ; Μήπως δηλαδή η αρχική πασουκανική μετατόπιση είναι μια χίμαιρα, ένας φαύλος κύκλος που μας αναγκάζει να επιστρέψουμε στο σημείο το οποίο θέλαμε να αποφύγουμε: Το υποκείμενο ως κέντρο και αρχή κάθε δυνατής θεώρησης του Δικαίου και του κράτους; Η γνώμη μου είναι ότι αν και μια τέτοια ανάγνωση του Πασουκάνις είναι δυνατή, υπάρχει μια υπόγεια ανάγνωση που μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από το προδιαγραφόμενο αδιέξοδο. Τη λύση νομίζω ότι μπορούμε να τη βρούμε στην έννοια του τρόπου παραγωγής ως απούσας αιτίας.

4. Δομική αιτιότητα του απόντος αιτίου

Στο έργο του Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο ο Αλτουσέρ προτείνει ότι στο Κεφάλαιο του Μαρξ βρίσκεται σε λειτουργία μια νέα αρχή αιτιότητας διακρινόμενη από τις αντίστοιχες αρχές της κυρίαρχης φιλοσοφικής παράδοσης του Διαφωτισμού, που αντιλαμβανόταν την αιτιότητα είτε ως γραμμική αιτιότητα, όπου το ένα στοιχείο αποτελεί την αιτία ενός άλλου, είτε ως εκφραστική αιτιότητα, όπου τα στοιχεία του όλου νοούνται ως απλές αντανακλάσεις μιας προϋπάρχουσας ουσίας. Σύμφωνα με τον Αλτουσέρ μπορούμε να βρούμε στο Κεφάλαιο σε λειτουργία μια σχέση του όλου με τα στοιχεία του που υπακούει σε μια άλλη αρχή αιτιότητας, τη δομική αιτιότητα. Σύμφωνα με αυτή την αρχή η αιτία είναι πάντοτε εμμενής στα αποτελέσματά της, δεν υπάρχει πριν από αυτά, αλλά αντίθετα υπάρχει μόνο μέσα τους και δια αυτών. Έτσι ένας τρόπος παραγωγής δεν νοείται σαν συνάρθρωση επιπέδων που ανάγονται τελικά σε ένα κέντρο-ουσία, το οικονομικό επίπεδο που τάχα υπάρχει πριν και ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα, αλλά αντιθέτως η ειδική μορφή συνάρθρωσης των επιπέδων είναι αποτέλεσμα του καθορισμού από την ίδια τη δομή του όλου. Είναι δηλαδή το όλο που έχει προτεραιότητα απέναντι στα στοιχεία του. Το «αποτέλεσμα - κοινωνία» στο οποίο αναφέρεται ο Αλτουσέρ είναι δηλαδή ένα αποτέλεσμα του οποίου η αιτία είναι η κοινωνία ως πάντοτε ήδη συναρθρωμένο όλο. Η αιτία υπάρχει αποκλειστικά στο ίδιο το αποτέλεσμά της. Η δομή χαρακτηρίζεται λοιπόν από αυτή την ιδιαίτερη αρχή αιτιότητας, τη δομική αιτιότητα του απόντος αιτίου. Δομική διότι ανήκει στη δομή και απόντος αιτίου διότι το αίτιο είναι πάντοτε απόν, εμμενές στα ίδια του τα αποτελέσματα, χωρίς να προϋπάρχει αυτών των αποτελεσμάτων.

Πώς όμως μπορεί αυτή η αρχή αιτιότητας να συνεισφέρει σε μια διαφορετική ανάγνωση και ερμηνεία του πασουκανικού θεωρητικού εγχειρήματος; Αν ακολουθήσουμε τη λογική της δομικής αιτιότητας τότε η αντανακλαστική συνέπεια της εμπορευματικής σχέσης δηλαδή η αναγκαία πρόσληψή της από τα άτομα ως μιας σχέσης μεταξύ ελεύθερων και ίσων υποκειμένων-ιδιωτών δεν υπαγορεύεται από τις απριόρι κατηγορίες του νου που αναγκάζουν τα άτομα να προσλαμβάνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τη σχέση τους. Αντίθετα είναι η δομή του όλου που υπαγορεύει και μετατρέπει σε αναγκαία την πρόσληψη της σχέσης μεταξύ των εμπορευματοκατόχων ως σχέση μεταξύ νομικών υποκειμένων. Μια τέτοια πρόσληψη είναι αναγκαία για τη λειτουργία του ΚΤΠ και είναι ο ΚΤΠ που την αναπαράγει διαρκώς ως προϋπόθεσή του. Διακινδυνεύοντας να γίνω υπερβολικά σχηματικός θα μπορούσα να πω ότι αν τα άτομα αντισταθούν στην έγκλησή τους από τον ΚΤΠ, αν δεν νοήσουν τη σχέση τους ως τέτοια ενδέχεται να διαταραχθεί η ισορροπία του ίδιου του τρόπου παραγωγής και άρα πρόκειται εδώ για μια φαινομενική, αναδρομική αναγκαιότητα που προκύπτει από την ίδια την αδιατάρακτη αναπαραγωγή του τρόπου παραγωγής. Άρα λοιπόν αυτή η σχέση παρουσιάζεται ως αναγκαία επειδή το κεφάλαιο ως συνολική κοινωνική σχέση αναπαράγει διαρκώς το σύνολο των καθορισμών και των προϋποθέσεων του, τα υποκείμενα παράγονται ως ελεύθερα και ίσα από το κεφάλαιο ως συνολική κοινωνική σχέση και όχι από τη διαδικασία ανταλλαγής ως τέτοια. Η διαδικασία ανταλλαγής υπάρχει μόνο για τον ΚΤΠ και δια του ΚΤΠ.7 Κάπως έτσι ίσως οφείλουμε να διαβάσουμε και την κρυπτική αναφορά του Αλτουσέρ στον Πασκάλ: «Γονατίστε, ψιθυρίστε μια προσευχή και έτσι θα πιστεύετε.»8 Εδώ δεν πρόκειται για μια κοινότοπη συμπεριφοριστική σοφία όπου η εξωτερική συμπεριφορά ως τέτοια δεν μπορεί παρά να προσληφθεί ως αυτό που είναι επειδή δήθεν το υποκείμενο δεν μπορεί να την καταλάβει αλλιώς. Το ανθρώπινο υποκείμενο αντίθετα εξαφανίζεται μέσα στο τελετουργικό και είναι το τελετουργικό με τη προσίδια υλικότητά του, ενταγμένο μέσα σε ένα μηχανισμό, τον μηχανισμό της εκκλησίας με τους ιδιαίτερους σκοπούς και κανόνες λειτουργίας του που σκέφτεται για το υποκείμενο. Γι αυτό και ο Αλτουσέρ μεταφράζει τον αφορισμό αυτό στη μαρξιστική γλώσσα:

[...] οι ιδέες [αυτές] είναι υλικές πράξεις ενσωματωμένες σε υλικές μορφές πρακτικής, ρυθμισμένες από ένα επίσης υλικό τυπικό, προσδιορισμένες από τον υλικό ιδεολογικό μηχανισμό από όπου απορρέουν οι ιδέες του δοσμένου υποκειμένου.9

Αυτή είναι η μοναδική ανάγνωση που μας επιτρέπει να αποφύγουμε την επανεισαγωγή του υπερβατολογικού υποκειμένου ως κέντρου κάθε νοήματος.

5. Πολιτική μέσα στα διάκενα

Συνοψίζοντας το επιχείρημα που αναπτύχθηκε παραπάνω θα λέγαμε ότι η αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία στηρίζεται και αναπαράγει τη διάσπαση της κοινωνίας σε υποκείμενα δικαίου, δηλαδή σε ελεύθερα και ίσα υποκείμενα και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ομαλή λειτουργία των σχέσεων παραγωγής και ανταλλαγής ως σχέσεων μεταξύ εμπορευματοκατόχων. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία στήνεται πάνω στις προϋποθέσεις της διαδικασίας ανταλλαγής (δηλαδή του ΚΤΠ) και τις αναπαράγει μέσω της παραγωγής της κοινής βούλησης του έθνους ως συνισταμένης ελεύθερων βουλήσεων. Φαίνεται σε πρώτη ανάγνωση δηλαδή ότι είμαστε εγκλωβισμένοι σε ένα πλαίσιο που αναπαράγεται ως αναγκαίο από τον ΚΤΠ, ότι δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τους προσδιορισμούς του και ότι είμαστε αναγκασμένοι πάντοτε να παρεμβαίνουμε πολιτικά υπό τους καθορισμούς της έγκλησης που μας μετατρέπει σε ελεύθερα και ίσα υποκείμενα, σε άτομα - ιδιώτες. Πώς να ξεφύγουμε από τους ίδιους τους όρους που κάνουν την ύπαρξή μας δυνατή; Αυτό το ερώτημα συναρτάται άμεσα με ένα άλλο. Πώς είναι δυνατόν να σκεφτούμε την ταξική πάλη χωρίς να καταφύγουμε στην καταπιεστική υπόθεση;

Η καταπιεστική υπόθεση αποτελεί τον κόμβο όπου συναντώνται κατά την άποψή μου η σκέψη του Διαφωτισμού με την παραδοσιακή μαρξιστική σκέψη. Σύμφωνα με αυτή την υπόθεση η εξουσία, φεουδαλική, καπιταλιστική, πατριαρχική ή οποιαδήποτε άλλη, λειτουργεί κατά κύριο λόγο καταπιεστικά - απαγορευτικά. Έτσι στο πλαίσιο του καπιταλισμού έχουμε για παράδειγμα την αστική εξουσία να λειτουργεί κατά κύριο λόγο ως καταπίεση των επιθυμιών και των αναγκών του προλεταριάτου, οι οποίες θεωρούνται από τα πριν δεδομένες. Έχουμε δηλαδή μια εξουσία που είναι εξωτερική ως προς ένα υποτιθέμενο πρωταρχικό σώμα, φορέα φυσικών αναγκών και επιθυμιών ιστορικά απαράλλακτων και το θέμα είναι η υπέρβαση των περιορισμών που κρατούν αυτές τις ανάγκες και επιθυμίες δέσμιες μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Η ταξική πάλη ακόμα και όταν νοείται ως μια αυτοφυής διαδικασία χωρίς υποκείμενο και χωρίς τέλος είναι πιθανόν να αναπαραγάγει την υπόθεση ότι κινητήριος μοχλός της είναι οι ανάγκες των εργατών που προσπαθούν να σπάσουν τις αλυσίδες των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας. Το πρόβλημα εδώ έγκειται στο γεγονός ότι οι ανάγκες και οι επιθυμίες του εργαζόμενου εκφράζονται πάντοτε υπό τους καθορισμούς των εγκλήσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, μέσα δηλαδή από τις ίδιες τις ιδεολογικές μορφές που ο ΚΤΠ επιβάλλει. Το άτομο - ιδιώτης δεν μπορεί να συλλάβει αυτές τις ανάγκες παρά μόνο ως άτομο - ιδιώτης. Με μια κουβέντα, είναι ο ΚΤΠ που του δίνει τη δυνατότητα να σκεφτεί την ίδια του την καταπίεση, οι ανάγκες είναι πάντοτε ήδη διαμεσολαβημένες από τις μορφές μέσα στις οποίες είναι αναγκασμένο να σκέφτεται. Οι κοινωνικές συγκρούσεις αναγκαία προέρχονται από την ασυμβατότητα των υποσχέσεων του ΚΤΠ και των πρακτικών αποτελεσμάτων που η διευρυνόμενη αναπαραγωγή του συνεπάγεται.

Είμαστε λοιπόν αναγκασμένοι να αναπαράγουμε διαρκώς ακόμα και μέσω των ίδιων των αγώνων μας τις προϋποθέσεις αναπαραγωγής του ΚΤΠ, το άτομο - ιδιώτη ως φορέα προκοινωνικών αναγκών και επιθυμιών; Εξαρτάται είναι η απάντηση. Γιατί οι κοινωνικές συγκρούσεις προϋποθέτουν την οργάνωση των μαζών και μάλιστα πολλές φορές αυτές οι μορφές οργάνωσης στοχεύουν όχι απλώς στη διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης αλλά στην ίδια την ικανοποίηση των αναγκών. Αναπτύσσονται δηλαδή στο πλαίσιο των κινημάτων μορφές αλληλεξάρτησης και αλληλεγγύης που δείχνουν σε μια άλλη κατεύθυνση, παράγουν νέες μορφές υποκειμενικότητας οι οποίες βρίσκονται πέρα από τις εγκλήσεις του ΚΤΠ, πέρα από τις εγκλήσεις τις ισότητας και τις ελευθερίας και της πρόσληψης των κοινωνικών σχέσεων ως σχέσεων μεταξύ υποκειμένων με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Μέσα από τους αγώνες αρχίζει να παράγεται μια νέα εικόνα του εαυτού, όπου τη θέση της ισότητας παίρνει η αλληλεγγύη και τη θέση της ελευθερίας / αυτονομίας η εξάρτηση ως αναγκαία συνθήκη της επιβίωσης. Τα κινήματα πολλές φορές αναγνωρίζουν και αναπαράγουν στην πράξη πρακτικές που βρίσκονται πέρα από την ισότητα και υλοποιούν στην πράξη την κομουνιστική αρχή από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητες του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του, χωρίς να υπολογίζουν τοις μετρητοίς με την παγωμένη ορθολογικότητα ενός Σάιλοκ. Στο εσωτερικό των κινημάτων γίνεται σαφές ότι δεν είναι ο καθένας ελεύθερος ανάλογα με τα καπρίτσια του να κάνει ό,τι καταλαβαίνει, αλλά ότι η ευημερία όλων είναι προϋπόθεση για την ευημερία του καθενός.

Άρα λοιπόν μέσα από τις ίδιες τις αστικές μορφές κατανόησης του εαυτού ξεφυτρώνουν νέες, εύθραυστες όμως που εξαρτούν το άπλωμά τους από την κατεύθυνση που θα πάρει το κίνημα αλλά και από την επιτυχία ή την αποτυχία του. Το κόμμα ή τα κόμματα της Αριστεράς που θέλουν να είναι πραγματικά ριζοσπαστικά οφείλουν να αναγνωρίζουν αυτή τη διαδικασία ανάδυσης μιας νέας υποκειμενικότητας, να την υποστηρίζουν και να την προστατεύουν. Η διαδικασία της συμμετοχής στους αντιπροσωπευτικούς κοινοβουλευτικούς θεσμούς οφείλει να υποτάσσεται στο στόχο του κινήματος που είναι ακριβώς η ανάδυση μιας νέας υποκειμενικότητας και να λειτουργεί βοηθητικά προς αυτό το σκοπό. Αυτό εκτιμώ ότι εννοούσε ο Αλτουσέρ με την οριακή του επισήμανση ότι το επαναστατικό κόμμα οφείλει να βρίσκεται πρωταρχικά εκτός κράτους.

Το γεγονός ότι οι αντιπροσωπευτικοί κοινοβουλευτικοί θεσμοί στην ευρωκομμουνιστική παράδοση θεωρούνται ο απόλυτος ορίζοντας της ταξικής πάλης συσχετίζεται άμεσα με μια πολιτική επιλογή. Την επιλογή αντιπαράθεσης με το Σοβιετικό ολοκληρωτισμό. Αυτή η επιλογή ωστόσο δεν είναι άμοιρη θεωρητικών συνεπειών. Η μοναδική μορφή μέσω της οποίας ο ευρωκομμουνιστικός μαρξισμός κατάφερε να στοχαστεί τη δημοκρατία ήταν η μορφή του υποκειμένου δικαίου. Η θεωρητική αυτή αδυναμία με τη σειρά της επηρέασε βαθύτατα την Αριστερά, τις πολιτικές της θέσεις αλλά και τις πρακτικές της ακόμα κι αν ο ευρωκομμουνισμός σήμερα για τα περισσότερα αριστερά κόμματα δεν ανήκει παρά σε ένα ξεχασμένο παρελθόν. Οι πολιτικές δομές όμως δεν ξεχνάνε τόσο εύκολα όσο οι άνθρωποι...

Βιβλιογραφία

Αλτουσέρ , Λ., Μπαλιμπάρ, Ε., Εσταμπλέ, Ρ., Μασρε, Π., Ρανσιέρ, Ζ. (2003), Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

Αλτουσέρ, Λ. (1981), Θέσεις, Αθήνα: Θεμέλιο

Βαλλιάνος, Χ. (2008), «Ποιος θυμάται την 10η Μαΐου 1981;», μέρος Α΄, Θέσεις τ.

105: 33-62.

Βαλλιάνος, Χ. (2009), «Ποιος θυμάται την 10η Μαΐου 1981;», μέρος Β΄, Θέσεις τ.

106: 59-98.

Δουζίνας, Κ. (2006), Το Τέλος των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση

Μαρξ, Κ. (1976), Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα: Στοχαστής

Μηλιός, Γ. (1995), Η μαρξιστική θεωρία και ο μαρξισμός ως ιδεολογία μαζών (Ο μαρξισμός μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού»), Θέσεις τ. 50, Ιανουάριος-Μάρτιος: 13-31.

Πουλαντζάς, Ν. (1980), «Η κρίση των κομμάτων», στο Αλτουσέρ, Μπαλιμπάρ, Πουλαντζάς, Έντελμαν, Συζήτηση για το κράτος, Αθήνα: Εκδόσεις Αγώνας, σ. 57.

Πουλαντζάς, Ν. (1982), Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αθήνα: Θεμέλιο.

Paschukanis, E. (1929), Allgemeine Rechtslehre und Marxismus. Wien/Berlin: Verlag für Literatur und Politik.

Pashukanis, E. (1978), Law and Marxism: A General Theory, London Pluto Press

Rubin, I. I. (1972), Essays on Marx’s Theory of Value. Detroit: Black and Red.

Σωτήρης, Π. (2008), «La rossa primavera. (Σημειώσεις για τον ιταλικό Μάη)», Θέσεις 104: 115-164.


1 Ευχαριστώ τους Γιάννη Μηλιό και Γιώργο Φουρτούνη για τις πολύτιμες παρατηρήσεις τους.

2 Η θέση αυτή συγκροτεί τον πυλώνα που υποστηρίζει ολόκληρη την ανάλυση στο Πουλαντζάς 1982. Για την αναλυτική παρουσίαση της θέσης βλ. ιδίως σσ. 89-107.

3 Πουλαντζάς, 1980: 57.

4 Προς αποφυγή παρεξηγήσεων χρησιμοποιώ εδώ τον όρο καταστροφή με την έννοια που δίνει ο Μαρξ στον όρο Sprengung περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο η Κομμούνα μετασχημάτισε ριζικά τους θεσμούς που κληρονόμησε από την 2η Αυτοκρατορία και την κυβέρνηση εθνικής άμυνας. Βλ. Μαρξ, 1976.

5 Δουζίνας, 2000: 279

6 Pashukanis, 1978: 82 (μετάφραση δική μου)

7 Με την έννοια αυτή, όπως σημειώνει ο Rubin (1972: 123), «η ανταλλαγή είναι η μορφή της συνολικής διαδικασίας παραγωγής ή η μορφή της κοινωνικής εργασίας».

8 Αλτουσερ, 1981: 105

9 Στο ίδιο: 105