Οι αποσιωπημένες λειτουργίες της ιδιότητας του πολίτη.

Αποκλεισμός, ιδεολογική νομιμοποίηση, ασημαντότητα1

των Δημήτρη Δημούλη

και Soraya Lunardi

Το κείμενο αφιερώνεται στον Cesare Battisti, πολιτικό διωκόμενο και κρατούμενο


1. Ερωτήσεις και αποσιωποιήσεις

Στην ελληνική και διεθνή συζήτηση των τελευταίων ετών οι διενέξεις για τις πολιτικές ιθαγένειας επικεντρώνονται στη νομική και φιλοσοφικοπολιτική ανάλυση των κριτηρίων για την απόδοσή της. Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που θέτει όποιος ενδιαφέρεται για το θέμα (ποιος είναι και ποιος πρέπει να είναι Σουηδός, ας πούμε). Η απάντηση δίνεται με τη μελέτη νομικών ρυθμίσεων, διοικητικών και δικαστικών πρακτικών καθώς και μέσω αναλύσεων πολιτικής φιλοσοφίας, οικονομίας και κοινωνιολογίας που αξιολογούν τις προϋποθέσεις και συνέπειες των πολιτικών ιθαγένειας.

Όταν απαντηθεί αυτό το ερώτημα τίθεται ένα δεύτερο: «τι σημαίνει πρακτικά η ιθαγένεια - ιδιότητα του πολίτη - υπηκοότητα»; Εδώ εξετάζεται η κοινωνική-πολιτική σημασία της ιδιότητας του πολίτη, ερωτάται δηλαδή γιατί ακριβώς αγωνίζεται και σε τι ωφελείται όποιος την αποκτήσει.

Δεν παραγνωρίζουμε την ανάγκη να τεθεί το πρώτο ερώτημα και την αρτιότητα των μελετών που το εξετάζουν.2 Ωστόσο η αποκλειστική ενασχόληση με αυτό συνιστά μια συντηρητική αναδίπλωση με σκοπό τη νομιμοποίηση (και ωραιοποίηση) των κρατικών πολιτικών ιθαγένειας. Αυτό συμβαίνει όταν αντιπαρατίθεται ο μυωπικός εθνικισμός ορισμένων κρατών προς την ανθρωπιστική-ανθρωποδικαιωματική θεώρηση που επιβάλλει «γενναιοδωρία» στο δίκαιο της ιθαγένειας με σκοπό την καλύτερη μεταχείριση των μεταναστών.

Η ενασχόληση με τους νομικισμούς της ιθαγένειας αποκρύπτει πραγματικά επίδικα αντικείμενα επειδή αποσιωπά το δεύτερο ερώτημα. Ενδεικτικοί δε της προσέγγισης αυτής είναι οι νόμοι που ορίζουν την έννοια με φράσεις όπως: «την Ελληνική Ιθαγένεια αποκτά από τη γέννησή του όποιος γεννιέται σε ελληνικό έδαφος».3 Ορίζοντας το ποιος, δεν ορίζουν το τι σημαίνει να είναι κανείς πολίτης. Όποιος εξετάσει το δεύτερο ερώτημα με συγκριτικές αναφορές θα διαπιστώσει ότι χώρες με «γενναιόδωρο» δίκαιο ιθαγένειας και πολιτογράφησης απαντούν μεν ικανοποιητικά στο ερώτημα ποιος είναι πολίτης, αλλά ενίοτε αποδυναμώνουν την κοινωνική σημασία της έννοιας. Η αδιαφορία για το τι συμβαίνει μετά την απόδοση ιθαγένειας συνιστά πολιτική οπισθοχώρηση, διότι αποδέχεται το φορμαλιστικό πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των δικαιωμάτων που ο καπιταλισμός αναγνωρίζει. Το αποτέλεσμα είναι η υποστασιοποίηση της ιδιότητας του πολίτη ως δικαιώματος που κατακτάται εφάπαξ και έχει εγγενή πολιτική αξία.


2. Η ιδιότητα του πολίτη ως φορμαλιστική έννοια αποκλεισμού

Από λειτουργικής πλευράς η ιθαγένεια έχει διττό ρόλο, ούσα «διαφοροποιητική νομική κατασκευή συμμετοχής και αποκλεισμού».4 Εντάσσει ορισμένα άτομα στο κρατικό σύνολο και την ίδια στιγμή αποκλείει όσους, κατά κρατική κρίση, δεν «αξίζουν» τη συμπερίληψη. Οι λόγοι αποκλεισμού είναι ποικίλοι και προκύπτουν από την εξέταση της συγκεκριμένης έννομης τάξης κάθε κοινωνικού σχηματισμού.

Ομοίως διττή λειτουργία επιτελεί η ιδιότητα του πολίτη με τη στενή έννοια του δικαιώματος σε πλήρη πολιτική συμμετοχή. Ορισμένοι κρίνονται άξιοι συμμετοχής και την ίδια στιγμή οι υπόλοιποι αποκλείονται με ποικίλα κριτήρια, ανάλογα με τη χώρα και τη στιγμή (εθνικότητα, φύλο, χρώμα δέρματος, ηλικία, διανοητική ή οικονομική κατάσταση, παραβατική συμπεριφορά, πολιτικά φρονήματα).

Όπως έγραφε με ενάργεια ένας συντηρητικός Γερμανός δημοσιολόγος σε έργο που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1876: «Τα προνόμια των ημεδαπών σε σχέση με τους αλλοδαπούς αποτελούν απλώς την άρνηση των βαρών ή περιορισμών που αντιμετωπίζουν οι αλλοδαποί. Δεν έχουν θετικό περιεχόμενο και εξαφανίζονται άμεσα όταν το κράτος εξισώνει τους αλλοδαπούς με τους ημεδαπούς».5 Προνόμιο είναι η άλλη όψη του αποκλεισμού που επιβάλλει η ιθαγένεια.

Αυτό αποσιωπούν οι απολογητές του κοινωνικού συστήματος που υπερτονίζουν τη θετική πλευρά (ένταξη, αλληλεγγύη) της ιδιότητας του πολίτη. Γράφτηκε από έναν ειδικό περί ιθαγένειας ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι μια πολιτιστική κατάκτηση που καθιστά δυνατή τη δημοκρατία, επιτρέπει την ένταξη των πολιτών και την εκ μέρους τους άσκηση δικαιωμάτων.6 Και ένας καθηγητής Νομικής περιέγραψε τις εξελίξεις σχετικά με την ευρωπαϊκή ιθαγένεια με τη φράση: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση εγγυάται ορισμένα δικαιώματα των πολιτών της Ένωσης, που συνδέονται με την κοινή δέσμευση για ανοιχτότητα, ένταξη, ελευθερία και ισότητα».7

Και η καταπίεση, η ανισότητα, η περιθωριοποίηση, το κλείσιμο των συνόρων; Δεν παρακολουθούν οι καθηγητές αυτοί τις ειδήσεις σχετικά με τους θανάτους, και τραυματισμούς, την καταπίεση και λοιπά διαρκή δράματα των μεταναστών; Τη στιγμή που γράφεται αυτή η παράγραφος (7 Απριλίου 2011), τα ειδησιογραφικά πρακτορεία ενημερώνουν ότι πάνω από 250 άτομα πνίγηκαν στα ανοιχτά του ιταλικού νησιού Λαμπεντούζα μετά από ναυάγιο πλοίου που μετέφερε «παράνομους» μετανάστες από τη Βόρεια Αφρική. Στην πλειοψηφία τους ήταν νεαροί, χωρίς αποσκευές, ορισμένοι ξυπόλητοι και όλοι με την ελπίδα να ζήσουν στην Ευρώπη.8 Τι θα έλεγαν οι καθηγητές; Ότι πέθαναν στο όνομα της δημοκρατίας, της ένταξης, της ανοιχτότητας και της ισότητας;

Αυτή η μονομέρεια δείχνει τον βαθιά συντηρητικό-απολογητικό χαρακτήρα της νομικής και πολιτικής «επιστήμης», που αναπαράγει τον κρατικό λόγο και ωραιοποιεί πολιτικά σχέδια της στιγμής. Οι επικριτές του καπιταλισμού επισημαίνουν τους αποκλεισμούς που συνδέονται με τα γεωγραφικά ή μη σύνορα και την αντιδραστική λειτουργία του νομικού συστήματος.

Ο αποκλεισμός συντελείται με τρεις τρόπους. Πρώτον, εμποδίζοντας κάποιους να εισέλθουν στο πεδίο κυριαρχίας, ακόμη και εάν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι εισόδου και παραμονής τους (εργασία, οικογενειακή συνένωση, προστασία από πολιτικές διώξεις ή φυσικές καταστροφές κλπ.). Εδώ η ιθαγένεια γίνεται ζήτημα ζωής και θανάτου.9 Οι στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις στα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και στα νότια σύνορα των ΗΠΑ εκπαιδεύονται και αμείβονται για να ασκούν αυτή τη βίαιη λειτουργία που συμπεριλαμβάνει ενίοτε και τη θανάτωση των εισερχομένων. Μη κυβερνητικές οργανώσεις εκτιμούν ότι από το 1988 έως το 2010 πάνω από 14.000 άτομα βρήκαν το θάνατο στην προσπάθειά τους να εισέλθουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι περισσότεροι από πνιγμό, αλλά και από πείνα, δίψα, κρύο ή σφαίρες αστυνομίας.10 Ιδού το πεδίο δημοκρατίας και ασφάλειας με 14.000 νεκρούς στα σύνορά του.

Δεύτερον, υποχρεώνοντας κάποιον να παραμείνει σε ένα πεδίο κυριαρχίας σε κατάσταση εγκλεισμού που συνδέεται πάγια με κακουχίες. Αυτό συμβαίνει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στα οποία εγκλείονται άτομα για εθνικούς λόγους, πρακτική που συναντάται σήμερα στην Ευρώπη στα κέντρα κράτησης και κακομεταχείρισης μεταναστών. Το ίδιο συμβαίνει και με τις δικαστικές φυλακές, δεδομένης της σκανδαλώδους υπεραντιπροσώπευσης των μεταναστών. Στις ελληνικές φυλακές οι αλλοδαποί ανέρχονται σε 58% του συνόλου του κρατουμένων, 11 στην πλειοψηφία τους προφυλακισμένοι ή καταδικασμένοι για κλοπές, εμπόριο ναρκωτικών και παράβαση διατάξεων περί αλλοδαπών.12

Τρίτον, διατηρώντας τους «άλλους» σε κατάσταση κοινωνικής περιθωριοποίησης, δημιουργώντας ποικίλες κατηγορίες μη-πολιτών ή ημι-πολιτών (denizens).13 Όσον αφορά τους ημιπολίτες, το πιο γνωστό ιστορικό παράδειγμα είναι η ζωή των Εβραίων σε γκέττο επί αιώνες σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ σήμερα εξακολουθεί η πολλαπλή κατηγοροποίηση και δυσμενής διάκριση ατόμων. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία και διοικητική πρακτική δείχνει τις πολλαπλές διακρίσεις που αντιμετωπίζει ο αλλοδαπός μετανάστης, θεωρούμενος ως «αντικείμενο» ή «πρόβλημα» και όχι ως φορέας δικαιωμάτων.14

Με τους όρους της γνωστής αλτουσεριανής διάκρισης μπορούμε να πούμε ότι οι μετανάστες αποτελούν προνομιακό στόχο των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους και αυτό βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με τη θέση τους στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους που αναπτύσσουν πρακτικές δυσμενούς διάκρισής τους.

Αυτή η παρουσίαση των μορφών δομικού αποκλεισμού που προκαλεί η ιθαγένεια και το δίκαιο των αλλοδαπών δείχνει ότι πρόκειται για ισχυρότατο πολιτικό εργαλείο που εξυπηρετεί ποικίλους σκοπούς.

Πρώτον, επιτρέπει στο κράτος να ρυθμίζει την αγορά εργασίας, τόσο ως προς το διαθέσιμο εργατικό στρατό όσο και προς το επίπεδο αμοιβών, εξαναγκάζοντας τους «παράνομους» να πωλούν την εργασιακή τους δύναμη με δυσμενέστερους συγκριτικά όρους. Με άλλη διατύπωση, η «παρανομία» των μεταναστών δεν αποτελεί πρόβλημα για τη χώρα υποδοχής, όπως συνήθως λέγεται. Αποτελεί πρόβλημα για τους ίδιους τους μετανάστες που αντιμετωπίζουν διωγμούς χωρίς να έχουν προσβάλλει κανένα «έννομο αγαθό».15 Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ ζουν και εργάζονται σήμερα 11 εκατομμύρια παράνομοι μετανάστες, ενώ ορισμένες εκτιμήσεις αναφέρονται σε 20 εκατομμύρια.16 Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι μια ή δύο Ελλάδες περνούν απαρατήρητες από τους εντατικούς αστυνομικούς ελέγχους στα σύνορα και εντός των ΗΠΑ. Το πιο εύλογο είναι να υποθέσει κανείς ότι η παρουσία των παρανόμων είναι επιθυμητή, δεδομένου ότι η παρανομία επιτρέπει την εντονότερη εκμετάλλευσή τους προς όφελος των εντοπίων. Αντικείμενα καταστολής και εκμετάλλευσης, οι μετανάστες θεωρούνται «μη πρόσωπα».17

Ο δεύτερος πολιτικός σκοπός του δικαίου της ιθαγένειας είναι η άσκηση εξωτερικής πολιτικής, πιέζοντας ξένες χώρες. Αυτό συμβαίνει με το να διευκολύνεται η απόκτηση ιθαγένειας μιας ισχυρής χώρας με σκοπό να προκληθεί μαζική έξοδος και πολιτική κρίση σε αδύναμη γείτονα, όπως συνέβη με την αυτόματη παραχώρηση της ιθαγένειας της Δυτικής Γερμανίας σε πολίτες της Ανατολικής.18 Το ίδιο συμβαίνει σήμερα με την αυτόματη παραχώρηση διαρκούς άδειας παραμονής σε Κουβανούς που φτάνουν στις ΗΠΑ («Cuba adjustment”)19 την ίδια στιγμή που οι λοιποί λατινοαμερικανοί παράνομοι απωθούνται συστηματικά και βίαια στα σύνορα με το Μεξικό!

Το ελληνικό παράδειγμα μη παραχώρησης ιθαγένειας στους πολυτραγουδισμένους «αδερφούς μας Βορειοηπειρώτες» ως το 2007 με σκοπό να διατηρηθεί το μειονοτικό πρόβλημα στην Αλβανία και η αντίστοιχη γεωπολιτική ένταση20 αποτελεί άλλο ένα δείγμα διεθνοπολιτικής χρήσης του δικαίου της ιθαγένειας με κυνικό τρόπο.

Κατά τρίτο λόγο, το δίκαιο ιθαγένειας μπορεί να έχει εσωτερική πολιτική σημασία ως μέσο καταπολέμησης και οριακά εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων και εν γένει ανεπιθύμητων κοινωνικών ομάδων. Πρόκειται για τη στέρηση ιθαγένειας με κρατική απόφαση. Αυτό συνέβη επανειλημμένα στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, έχοντας αφαιρεθεί η ιθαγένεια από 56.000 κομμουνιστές και 60.000 μέλη της τουρκικής και μακεδονικής μειονότητας.21


3. Η διεύρυνση της ιδιότητας του πολίτη. Μια αμήχανη πολιτική

3 .1. Ένα πολιτικό πρόγραμμα

Απέναντι στην εθνικιστική εργαλειοποίηση του δικαίου της ιθαγένειας και των αλλοδαπών, πολιτικές κινήσεις της Αριστεράς, υποστηριζόμενες και από ορισμένους φιλελεύθερους, διεκδικούν τη μετατόπιση (Verschiebung)22 του ορίου αποκλεισμού. Διεκδικείται η διεύρυνση των δικαιούχων της ιδιότητας του πολίτη με τη νομιμοποίηση και συνακόλουθη πολιτογράφηση μεταναστών και με υπέρβαση της παραληρηματικής ιδέας περί ταύτισης του «γένους-έθνους» με την ιδιότητα του πολίτη.23 Κανόνας είναι η ταύτιση του μόνιμου κατοίκου με τον πολίτη.

Επισημάνθηκε οξυδερκώς ότι «όπως, για παράδειγμα, οι Αλβανοί της Ελλάδας έγιναν Έλληνες το 19ο αιώνα, έτσι γίνονται και πολλοί Αλβανοί στον 21ο. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κάποιοι Έλληνες της Αλβανίας έγιναν Αλβανοί τον 20ό αιώνα ή κάποιοι Έλληνες και Αλβανοί έγιναν Αμερικανοί στον ίδιο αιώνα».24 Αυτό δείχνει ότι στερείται δικαιολόγησης η πολιτική επιλογή που απαγορεύει στον Αλβανό να γίνει νομικά (και άρα κοινωνικά) Έλληνας και θεμελιώνει το αίτημα διεύρυνσης.

Την επικαιρότητα του αιτήματος δείχνει εκ του αντιθέτου η λυσσαλέα αντίδραση που προβάλλει η εθνικιστική πλευρά («Έλληνας γεννιέσαι»). Και είναι εύστοχη η κριτική ότι η ελληνική Αριστερά δεν ασχολήθηκε επαρκώς με τη συζήτηση για το νέο νόμο περί ιθαγένειας το 2009-2010, καίτοι το διακύβευμα ήταν κρισιμότατο και θα μπορούσε να έχει επιτευχθεί μια ρύθμιση ευνοϊκότερη για τους μετανάστες.25 Αρκεί να σκεφθούμε ότι στην Ελλάδα διέμεναν 166.000 αλλοδαποί το 1991 και ο αριθμός τους πενταπλασιάσθηκε σε δέκα χρόνια, φτάνοντας στις 800.000 το 2001, στην πλειοψηφία τους παράνομοι.26 Σήμερα δε οι μετανάστες υπολογίζονται σε ένα εκατομμύριο και οι παράνομοι ανέρχονται τουλάχιστον στις 200.000.27 Αν λάβουμε υπόψη ότι η αστυνομία και ο στρατός συλλαμβάνουν ετησίως πάνω από 100.000 μετανάστες στα ελληνικά σύνορα, 28 ίσως ο αριθμός των παρανόμων να είναι πολύ μεγαλύτερος.

3 .2. Το πρόβλημα του αποκλεισμού

Ας υποθέσουμε ότι στη χώρα Κοσμοπολιτιστάν εφαρμόζεται η πιο γενναιόδωρη πολιτική διεύρυνσης της ιθαγένειας. Πρώτον, με το να γενικευθεί το δίκαιο του εδάφους, αποκτώντας αυτόματα την ιθαγένεια οποιοσδήποτε γεννιέται στο Κοσμοπολιτιστάν, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του ιδίου και των γονέων του και από τη νομιμότητα παραμονής των γονέων στο Κοσμοπολιτιστάν. Δεύτερον, με το να απλουστευθεί η διαδικασία πολιτογράφησης, απαιτώντας η νομοθεσία εξάμηνη παραμονή και μειώνοντας τη γραφειοκρατία, με σκοπό να γίνει η πολιτογράφηση τόσο απλή όσο και η δήλωση γέννησης του τέκνου δύο βέρων Κοσμοπολιτιστανών.

Άλλαξε κάτι στο Κοσμοπολιτιστάν σε σχέση με τη λειτουργία της ιθαγένειας; Από εννοιολογική πλευρά δεν άλλαξε τίποτε, εφόσον και πάλι κάποια άτομα αποκλείονται, όντες αλλοδαποί στο Κοσμοπολιτιστάν. Όπως επανειλημμένα αναφέραμε, αυτή ακριβώς είναι η λειτουργία της ιθαγένειας. Στην ουσία όμως αλλάζει κάτι πολύ σημαντικό. Το Κοσμοπολιτιστάν παραχωρεί την ιθαγένεια σε οποιονδήποτε το επιθυμεί έμπρακτα με το να γεννηθεί ή να εγκατασταθεί στη χώρα. Αυτό θέλει να εμποδίσει η Ελλάδα που, όπως και τόσες άλλες χώρες, αρνείται συστηματικά την ιθαγένεια σε κατοίκους της χώρας ή σε όσους διακαώς επιθυμούν την είσοδο και παραμονή τους. Έχουμε εδώ έναν αποκλεισμό με σαφή πολιτική-οικονομική σημασία. Εάν εξαιρέσουμε λοιπόν το Κοσμοπολιτιστάν, η ιδιότητα του πολίτη συνιστά έκφραση προνομίου και δραστικό μέσο αποκλεισμού - δυσμενούς διάκρισης.

3 .3. Οι μετανάστες ως χρήσιμα αντικείμενα

Κατά δεύτερο λόγο, έχουμε το πρόβλημα της εργαλειακής προσέγγισης και μεταχείρισης των μεταναστών από πολλούς υπέρμαχους μιας φιλελεύθερης πολιτικής. Η προβολή μιας διεκδίκησης (διεύρυνση των φορέων της ιθαγένειας) δεν είναι από μόνη της προοδευτική ή μη. Για να την αξιολογήσουμε πρέπει να αναλύσουμε τα επιχειρήματα όσων την προβάλλουν. Εν προκειμένω είναι σαφές ότι οι περισσότεροι «λόγοι» υπέρ μεταναστών μπορεί να προτάσσουν ορισμένα από τα ιδανικά του κοσμοπολιτισμού και της αλληλλεγύης, αλλά στην ουσία εκφράζουν μια εθνικιστική θέση με χρησιμοθηρική αντιμετώπιση των μεταναστών

Ο κοσμοπολιτισμός βασίζεται σε τρεις παραδοχές. Πρώτον, στο ότι όλοι οι άνθρωποι είναι θεμελιακά ίσοι (λόγω της ίσης αξιοπρέπειας ή κάποιας ανάλογης κοινής ιδιότητας), δεύτερον, στο ότι η διαρκής επικοινωνία των ατόμων είναι συστατική της κοινωνικής ζωής, με συνέπεια να είναι αδικαιολόγητη η απαγόρευση πρόσβασης των αλλοδαπών στο «δικό μας» έδαφος, τρίτον στο ότι είναι αδύνατο να δικαιολογηθεί η απαίτηση προνομιακής μεταχείρισης όσων γεννήθηκαν σε ορισμένο έδαφος.29 Πώς να εξηγήσουμε σε ένα παιδί που γεννήθηκε στο Μπαγκαλαντές ότι πρέπει να υποφέρει επειδή δεν γεννήθηκε στη Δανία;

Αντίθετα, όταν οι μετανάστες θεωρούνται αντικείμενα, αντιμετωπίζονται με χρησιμοθηρική οπτική και όχι με κοσμοπολιτική ευρύνοια. Εμφανίζονται ως καλοί ή κακοί (με διαφοροποιήσεις ανάλογα με την καταγωγή τους), συζητείται εάν συμβάλλουν ή όχι στην ανάπτυξη, εάν είναι εργατικοί, πειθήνιοι, πρόθυμοι για αφομοίωση, προσφέρουν τη λύση στο πρόβλημα της υπογεννητικότητας και του ελλείμματος των ταμείων κλπ. Γιατί οι Έλληνες πολιτικοί, δημοσιογράφοι και κοινωνικοί επιστήμονες δεν συζητούν εάν πρέπει να απελαθούν Έλληνες υπήκοοι που είναι ασθενείς, οκνηροί, φοροφυγάδες, δολοφόνοι ή φασίστες και διεξάγουν σοβαρότατα ανάλογες συζητήσεις σχετικά με τους μόνιμα εγκατεστημένους αλλοδαπούς; Προφανώς διότι το να είσαι Έλληνας υπήκοος σημαίνει ότι μπορείς να παραμένεις στη χώρα ανεξάρτητα από τον τρόπο συμπεριφοράς και την κοινωνική χρησιμότητα.30 Αυτό το δικαίωμα στερείται ο αλλοδαπός, του οποίου η παραμονή στη χώρα και η μεταχείριση εξαρτάται από χρησιμοθηρικές εκτιμήσεις, με τον ίδιο τρόπο που σκεφτόμαστε αν μας συμφέρει να αγοράσουμε ή να πουλήσουμε ένα αυτοκίνητο. Η τύχη του αλλοδαπού αποτελεί αντικείμενο διαβούλευσης για να αποτελέσει στη συνέχεια αντικείμενο εντονότερης καταστολής και εκμετάλλευσης.

Σε αυτή την προοπτική, το αίτημα διεύρυνσης των δικαιωμάτων ορισμένων μεταναστών δεν είναι εξ ορισμού προοδευτικό, αφού συνοδεύεται από αποτελέσματα αποκλεισμού και συνήθως υπαγορεύεται από εργαλειακές εκτιμήσεις.

3 .4. Ιδιότητα του πολίτη και η ψευδής καθολικότητα του εθνικού-αστικού συμφέροντος

Η κυρίαρχη άποψη περί ιθαγένειας τονίζει τα δημοκρατικά πλεονεκτήματά της. Ο πολίτης δημιουργεί το δίκαιο, ως αυτονομοθέτης, και το θέτει στην υπηρεσία του, εφόσον ο ίδιος καθίσταται δια του δικαίου κυρίαρχος, γίνεται τμήμα του Συντάγματος.31

Αυτά τα ωραία λόγια περί ιθαγένειας και οι αγώνες για την κατάκτησή της έχουν γοητεύσει τη σημερινή Αριστερά και απωθούν την κριτική ανάγνωση του θεσμού ή μάλλον την περιορίζουν σε περιθωριακές κριτικές.

Η πρώτη συναντάται στο ήδη αναλυθέν αίτημα διεύρυνσης των φορέων της ιθαγένειας που δεν αμφισβητεί την έννοια της ιθαγένειας αλλά μόνο την πολιτική απονομής της. Ανάλογα ισχύουν για την κριτική που επισημαίνει ότι η παραδοσιακή αντίληψη περί ιθαγένειας είναι ξεπερασμένη, τουλάχιστον στην Ευρώπη.32 Από γεωγραφική άποψη η διευκόλυνση των μετακινήσεων και μεταναστεύσεων δείχνει ότι είναι αναντίστοιχη προς την πραγματικότητα η διάκριση αλλοδαπών και ημεδαπών. Αν ο «ξένος» εργαζόμενος σε μια ευρωπαϊκή χώρα μπορεί να περνά το Σαββατοκύριακο στη γενέτειρά του (ή και να διασχίζει καθημερινά τα σύνορα, εργαζόμενος σε «ξένη» χώρα), είναι δύσκολο να εφαρμόσουμε έννοιες του 19ου αιώνα. Παράλληλα, η έντονη πολιτιστική διαφορετικότητα στην Ευρώπη οφείλεται στην εθνική πολλαπλότητα, στις ευάριθμες μειονότητες, αλλά και στις ειδικές σχέσεις πολλών κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις πρώην αποικίες τους, κάτι που καθιστά τους Ευρωπαίους πολίτες κυριολεκτικά παγκόσμιους.

Αυτή η κριτική ξεκινά με ορθή διάγνωση αλλά καταλήγει σε προβληματικό συμπέρασμα. Όσο ευέλικτη, φιλελεύθερη και «ανθρώπινη» και αν γίνει η ευρωπαϊκή πολιτική περί ιθαγένειας και μετανάστευσης, επιχειρώντας να προσαρμοστεί στην «παγκοσμιοποημένη» πραγματικότητα, δεν θα μεταβάλλει τη λειτουργία του θεσμού της ιθαγένειας.

Αυτή ακριβώς τη λειτουργία εξετάζει η μαρξιστική προσέγγιση.33 Η ιδιότητα του πολίτη ενός εθνικού κράτους επιβάλλει στερεότυπα κουλτούρας και συμπεριφοράς και απωθεί τις διαφορές με διαβαθμισμένη βία. Για έναν άνθρωπο μακεδονικής εθνικής συνείδησης που κατοικεί στην Έδεσσα είναι προφανώς προτιμότερο να έχει την ελληνική ιθαγένεια από το να είναι άπατρις ή αλλοδαπός, περίπτωση στην οποία άλλωστε το ελληνικό κράτος θα τον απέλαυνε άμεσα. Την ίδια όμως στιγμή η νομική ελληνικότητα του επιβάλλει (νομικώς άτυπες) υποχρεώσεις εθνικοφροσύνης που αν δεν ακολουθηθούν τον καθιστούν «προδότη», «ύποπτο» και αντικείμενο ποικίλων διώξεων.

Κατά δεύτερο λόγο, η ιδιότητα του πολίτη οδηγεί στη διάδοση λόγων περί θεμελιώδους ομοιότητας και ισότητας των πολιτών καθώς και περί υπεροχής του κοινού-εθνικού συμφέροντος σε σχέση με το μερικό συμφέρον ατόμων και κοινωνικών ομάδων. Το να είναι κανείς πολίτης αποτελεί νομικό προνόμιο που λειτουργεί αντιδραστικά, μετατρέποντας σε κοινά-εθνικά τα αστικά συμφέροντα που εκφράζει η κρατική πολιτική. Όπως έλεγε πριν από σχεδόν δύο αιώνες ένας νεαρός διδάκτορας ονόματι Καρλ Μαρξ, το αστικό κράτος που αποδίδει ίσα δικαιώματα σε όλους τους πολίτες επιβεβαιώνει και ενισχύει τις κοινωνικές ανισότητες μέσω της ατομικής ιδιοκτησίας. Το κράτος υπάρχει και νομιμοποιείται ως το καθολικό-συλλογικό σε αντίθεση προς τις κοινωνικές ανισότητες των ιδιωτών που το ίδιο ανέχεται και διαιωνίζει με τα ατομικά δικαιώματα.34

Το κράτος θεμελιώνει τη λειτουργία του στην ενότητα-ισότητα των πολιτών. Η παροχή δικαιωμάτων στους πολίτες αποβλέπει στο να εκμαιεύσει τη συναίνεσή τους που στη συνέχεια χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει το κράτος. Η φαντασιακή κοινότητα των πολιτών που στην πραγματικότητα είναι άτομα με διαφορετική κουλτούρα και ταξική θέση, γίνεται θεμέλιο του κράτους που λειτουργεί ως «παραγωγός αφαιρέσεων». Αυτές οι αφαιρέσεις και ιδίως τα ανθρώπινα δικαιώματα συγκαλύπτουν την έλλειψη πραγματικής επικοινωνίας και κοινότητας συμφερόντων των ατόμων και νομιμοποιούν το κράτος.35 Ο νόμος επιβάλλεται και δικαιολογείται ως προϊόν της γενικής βούλησης χωρίς να εξετάζεται το πραγματικό περιεχόμενο και ο τρόπος δημιουργίας του.36

Αυτά τα στοιχεία κριτικής δεν πρέπει να γίνουν νοητά με απόλυτο τρόπο, δεδομένου ότι η ιδιότητα του πολίτη δεν εξαπατά τους φορείς της αλλά όντως τους παρέχει υλικά οφέλη. Δείχνουν όμως ότι η ιδιότητα του πολίτη δεν αποτελεί ένα είδος θείου δώρου, αλλά πολιτική κατασκευή που εξυπηρετεί θεμελιακά τα αστικά συμφέροντα με την (εν μέρει βίαιη και εν μέρει συναινετική) ενοποίηση-εθνικοποίηση των πολιτών. Αυτό δημιουργεί μια παραπλανητική ιδέα περί πολιτικής που εμπλέκει υπαρξιακά τα άτομα, εγκαλώντας τα ως εθνικά υποκείμενα. Οι φρενήρεις πανηγυρισμοί για την κατάκτηση «εθνικών» αθλητικών τίτλων και η πρόσφατη καθολική ανησυχία για την «εθνική πτώχευση» δείχνουν την επιτυχία του σχήματος.


4. Το νομικοκοινωνικό περιεχόμενο της ιθαγένειας

Συνέπεια της επικέντρωσης στον τρόπο απόκτησης και απώλειας της ιθαγένειας που επισημάναμε εισαγωγικά είναι η έλλειψη αναλύσεων για το περιεχόμενο του θεσμού. Γνωρίζουμε μια μόνο μελέτη που παρουσιάζει αναλυτικά τις νομικές συνέπειες κτήσης της αυστραλιανής ιθαγένειας, συγκρίνοντας τους κατόχους της με ποικίλες κατηγορίες αλλοδαπών.37 Εδώ θα κάνουμε κάτι απλούστερο και γενικότερο, προτείνοντας μια τυπολογία των πλεονεκτημάτων που ενδέχεται να προσφέρει η κτήση της ιθαγένειας. Δεν θα ασχοληθούμε με το εύρος των πλεονεκτημάτων αυτών σε κάθε χώρα. Προτείνουμε μια τυπολογία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί (και να διορθωθεί) σε ειδικές μελέτες.

1. Δικαίωμα οριστικής παραμονής στη χώρα. Αυτό είναι ζωτικής σημασίας για τους μετανάστες αφού τους απαλλάσει από το διαρκή φόβο απέλασης ενόσω είναι παράνομοι, αλλά και από την ανάγκη περιοδικών ανανεώσεων της άδειας παραμονής που ενέχουν σημαντικό οικονομικό και προσωπικό κόστος. Η ιθαγένεια λειτουργεί ως «ελευθέρας» που εξασφαλίζει νομική προστασία. Παραδοσιακά η απαγόρευση απέλασης και έκδοσης των πολιτών ήταν απόλυτη.38 Τα τελευταία χρόνια, η ελευθερία παραμονής των πολιτών στη χώρα τους σχετικοποιείται με τη δυνατότητα έκδοσης σε άλλη χώρα υπό ορισμένες προϋποθέσεις, 39 αλλά και με το ενδεχόμενο απώλειας της ιθαγένειας των πολιτογραφηθέντων που θεωρούνται ανάξιοι της ιδιότητας του πολίτη, ιδίως λόγω ποινικών καταδικών.40 Καίτοι όμως δεν ισχύει πλέον απόλυτα η θέση ότι ο ημεδαπός έχει δικαίωμα να ζήσει και να πεθάνει στη χώρα του, αυτό αποτελεί τον κανόνα και ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της ιθαγένειας.41

2. Αναγνώριση ατομικών δικαιωμάτων. Καίτοι οι διακηρύξεις δικαιωμάτων αναφέρουν τον «άνθρωπο» ως φορέα τους, πολλά Συντάγματα του 19ου αιώνα περιόριζαν την άσκηση των κλασικών ατομικών δικαιωμάτων (ελευθερία σκέψης, θρησκείας, εργασίας κλπ.) στους έχοντες την ιθαγένεια.42 Αυτό έχει πάψει να ισχύει, ιδίως λόγω των διεθνών συμβάσεων που αποσύνδεσαν τα ατομικά δικαιώματα και την ιδιότητα του πολίτη, με το να τα αναγνωρίζουν σε όλους τους ανθρώπους.

3. Αναγνώριση κοινωνικών δικαιωμάτων. Η ιθαγένεια εξακολουθεί να είναι κρίσιμη για την πρόσβαση σε μια σειρά κρατικών παροχών. Αυτό συμβαίνει άμεσα, όταν κάποιο κοινωνικό δικαίωμα παρέχεται μόνον σε πολίτες της χώρας, αλλά και έμμεσα, δεδομένου ότι οι παράνομοι μετανάστες δεν είναι σε θέση να αιτηθούν αυτές τις παροχές και οι νόμιμοι είναι συχνά θύματα ρατσιστικών διακρίσεων στη διοικητική πρακτική. Σε κάθε περίπτωση, τα εργασιακά δικαιώματα των πολιτών, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ασφάλισης, δεν υπόκεινται σε περιορισμούς που ισχύουν για αλλοδαπούς.

4. Αναγνώριση πολιτικών δικαιωμάτων. Το δικαίωμα ψήφου και η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα είναι πολύ συχνά προνόμιο των πολιτών, επιβεβαιώνοντας τον ισχυρό δεσμό του πολίτη με το κράτος. Στην πράξη, αυτό ελάχιστα αφορά τους πολίτες (και τους μετανάστες που επιθυμούν την πολιτική ιδιότητα). Η γενικευμένη πολιτική απάθεια δείχνει ότι ο ρόλος του ενεργού πολίτη αποτελεί επιλογή μιας μειοψηφίας και όχι κάτι σύμφυτο με την ιθαγένεια.43

5. Ένταξη στους νομικά πλέον προνομιούχους. Η ιθαγένεια μπορεί να θεωρηθεί ως δέσμη δικαιωμάτων και προνομίων που εντάσσουν τον κάτοχό της στην πλέον προνομιούχο νομικώς ομάδα. Αυτή η σύλληψη της ιθαγένειας δεν δηλώνει κάτι για το περιεχόμενο και την ένταση των δικαιωμάτων και προνομίων, αλλά δείχνει την κοινωνική λειτουργία της. Πρόκειται για σύμβολο ένταξης στην ομάδα κυριαρχίας που ασκείται επί των λοιπών κατοίκων. Επ’ αυτού είναι αναγκαίες τρεις παρατηρήσεις.

Πρώτον, η ιθαγένεια συνδέεται με ελάχιστες και μικρής πρακτικής σημασίας υποχρεώσεις. Η υποχρέωση πατριωτισμού αναφέρεται σε ορισμένα Συντάγματα, 44 αλλά δεν επιδέχεται σαφή ορισμό, δεν συνδέεται με την απειλή κυρώσεων και πάντως η έλλειψη πατριωτισμού συνιστά άσκηση του δικαιώματος ελευθερίας σκέψης και ανάπτυξης της προσωπικότητας.45 Η υποχρέωση στρατιωτικής θητείας των πολιτών, εκτός του ότι χάνει διαρκώς τη σημασία της, δεν αποτελεί γενική υποχρέωση. Αφορά σχεδόν αποκλειστικά νεαρούς άνδρες, δηλαδή ένα μικρό ποσοστό πολιτών που το κράτος θεωρεί χρήσιμους ως φθηνή και πειθήνια εργατική δύναμη. Κατά τα λοιπά, οι βασικές νομικές υποχρεώσεις (τήρηση των νόμων και φορολόγηση) αφορούν όλους τους κατοίκους και όχι μόνον τους πολίτες, δείχνοντας ότι τα προνόμια του πολίτη δεν αντισταθμίζονται με ειδικά καθήκοντα. Στην πράξη, η αναφορά στον πατριωτισμό θέτει εμπόδια για τους αλλοδαπούς που επιθυμούν την απόκτηση ιθαγένειας και εξετάζονται ως προς το βαθμό ένταξης στο «εθνικό σύνολο».

Δεύτερον, η ιδιότητα του πολίτη δεν επιφέρει την πραγματική ισότητα των πολιτών, δηλαδή δεν δίνει δικαίωμα σε παροχές που να καθιστούν πραγματική την εξίσωση των πολιτών.

Τρίτον, η ιθαγένεια συνδέεται σε πολλές χώρες με κοινωνικές πολιτικές στήριξης των λαϊκών τάξεων και, παραλλήλως, η απόκτησή της επιτρέπει τη μείωση των κρουσμάτων ρατσισμού και περιφρόνησης εφόσον οι μετανάστες συγκροτούν επίσημη ομάδα πίεσης και αποκτούν πολιτικούς εκπροσώπους. Όπου αυτά δεν συμβαίνουν, η ιθαγένεια έχει ελάχιστη κοινωνική σημασία για τις λαϊκές τάξεις, όπως θα αναλύσουμε στην περίπτωση της Βραζιλίας.


5. Για το ουσιαστικό-κοινωνικό περιεχόμενο της ιδιότητας του πολίτη.

Ενδείξεις από την Ελλάδα και Βραζιλία

Κατανοούμε τι σημαίνει δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Δεν συμβαίνει το ίδιο με την ιδιότητα του πολίτη που δεν προσφέρει δικαίωμα σε κάτι σαφές και προκαθορισμένο. Δεν είναι entitlement και δεν βελτιώνει από μόνη της τις συνθήκες ζωής του φορέα της. Παρέχει απλώς ευκαιρίες βελτίωσης.46 Εάν αντιληφθούμε την ιθαγένεια ως δυνατότητα πολιτικής συμμετοχής συνδυασμένη με υλικές παροχές, κατανοούμε ότι πριν από τον αγώνα για επέκταση των φορέων της πρέπει να τεθεί το ερώτημα τι όντως σημαίνει ο θεσμός σε ορισμένη χώρα.

Δεν γνωρίζουμε σχετική μελέτη, αλλά ο κοινός νους λεει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μεταναστών της Ελλάδας επιθυμεί την ελληνική ιθαγένεια. Όσο πιο ανασφαλείς αισθάνονται οι μετανάστες, όσο πιο πολύ εκτεθειμένοι σε κρατικές διώξεις και ρατσιστικές δυσμενείς διακρίσεις, τόσο περισσότερο επιθυμούν να ξεφύγουν από την κατηγορία του αλλοδαπού. Οι πολίτες κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιθυμούν την ελληνική ιθαγένεια πολύ λιγότερο απ’ό, τι οι «εξωκοινοτικοί» και αλλοδαπά διευθυντικά στελέχη είναι πολύ λιγότερο διατεθειμένα να περιμένουν σε ατελείωτες ουρές απ’ό, τι μικροπωλητές εκτεθειμένοι στη βία των δρόμων.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η επιθυμία πολιτογράφησης δεν συνδέεται με το βασικό δικαίωμα του πολίτη, το εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Γνωρίζουμε ότι αυτό το δικαίωμα ελάχιστα ενδιαφέρει τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Οι υποψήφιοι αποτελούν μια μικρή ομάδα συνήθως επαγγελματιών πολιτικών και μεγάλο ποσοστό πληθυσμού δεν είναι διατεθειμένο να αφιερώσει ούτε μια ώρα το πρωί της Κυριακής για να ασκήσει το εκλογικό δικαίωμα. Ας σκεφτούμε ότι η αποχή έφτασε το 30% στις εθνικές εκλογές του 200947 και στο 40% στις τοπικές εκλογές του 2010, 48 καίτοι τα μέσα ενημέρωσης ανάγουν τις εκλογές σε κυρίαρχο ζήτημα, πιέζοντας έμμεσα για συμμετοχή. Αν οι αλλοδαποί αδιαφορούν για την ψήφο όσο και οι ημεδαποί, επιθυμούν την ιθαγένεια διότι αποτελεί ένα πολιτικό σύμβολο που αίρει εμπόδια και αποκλεισμούς.

Αυτό όμως δεν αποτελεί ανεξαίρετο κανόνα. Θα παρουσιάσουμε την περίπτωση της Βραζιλίας ως παράδειγμα χώρας στην οποία η ιθαγένεια είναι κοινωνικοπολιτικά αμελητέα. Η Βραζιλία είναι συστατικά χώρα μεταναστών. Έχουμε αρχικά τα εκατομμύρια απογόνων των σκλάβων από αφρικανικές χώρες (μέχρι το 1850 είχαν συρθεί στη Βραζιλία τρία εκατομμύρια αφρικανών49 ) καθώς και των αποικιοκρατών που εγκαταστάθηκαν από το 16ο αιώνα, προερχόμενοι κυρίως από την Πορτογαλία και την Ισπανία. Σε αυτή την παραδοσιακή μετανάστευση προστέθηκαν, μεταξύ 1884 και 1959, σχεδόν πέντε εκατομμύρια μετανάστες, κυρίως Ιταλοί, Πορτογάλοι, Ισπανοί, Γερμανοί καθώς και, σε μικρότερα ποσοστά, Άραβες και Ιάπωνες.50 Με λίγες εξαιρέσεις κλειστών κοινοτήτων, ιδίως Γερμανών και Ιαπώνων, οι μετανάστες αφομοιώθηκαν ταχέως και η δεύτερη γενιά απέκτησε αυτόματα τη βραζιλιανική ιθαγένεια.

Στις τελευταίες δεκαετίες δεν υπάρχει σοβαρή μεταναστευτική κίνηση από άλλες ηπείρους και κατ’ ακολουθίαν αυξάνεται η ηλικία και μειώνεται ο αριθμός των μεταναστών.51 Από τη δεκαετία του 1990, με την καλπάζουσα οικονομική ανάπτυξη της Βραζιλίας, αυξάνονται οι μετανάστες από χώρες της Λατινικής Αμερικής. Οι έλεγχοι στα χερσαία και θαλάσσια σύνορα που υπερβαίνουν τα 20.000 χιλιόμετρα είναι υποτυπώδεις, επιτρέποντας την ανεμπόδιστη είσοδο στη χώρα, είτε με την ιδιότητα του τουρίστα από σημεία ελέγχου, είτε λαθραία.

Έχουν απογραφεί περίπου 700.000 μετανάστες.52 Παράλληλα υπάρχει άγνωστος αριθμός παράνομων μεταναστών. Οι επίσημες εκτιμήσεις αναφέρονται σε μερικές δεκάδες χιλιάδες, ενώ οργανώσεις της καθολικής εκκλησίας που δρουν υπέρ των μεταναστών τους εκτιμούν σε 600.000.53 Το σίγουρο είναι ότι οι «παράνομοι» προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από χώρες της Λατινικής Αμερικής, κυρίως από τη Βολιβία, την Παραγουάη, το Περού και τη Χιλή.54

Οι παράνομοι μετανάστες αντιμετωπίζουν δυσμενέστατες συνθήκες ζωής. Εργάζονται χειρωνακτικά, με εξαντλητικό ωράριο και ανθυγιεινές συνθήκες, διαμένουν σε άθλια καταλύμματα ή και στο χώρο εργασίας. Είναι συνηθισμένη η απασχόληση σε αγροτικές εργασίες ή ως οικιακοί βοηθοί. Εκτιμάται ότι οι μισοί εργάζονται στο Σάο Πάολο. Μια πολυπληθής ομάδα, κυρίως βολιβιανών, απασχολείται στο κέντρο του Σάο Πάολο σε ημιπαράνομες βιοτεχνίες ένδυσης. Στις βιοτεχνίες αυτές η μηνιαία αμοιβή υπολογίζεται σε 200 δολάρια, δηλαδή σχεδόν στα μισά του νόμιμου κατώτερου μισθού. Η παρανομία εμποδίζει αυτούς τους μετανάστες να καταγγείλουν τις συνθήκες εργασίας και να διεκδικήσουν τα εργασιακά τους δικαιώματα. Ωστόσο, η παραμονή τους είναι εκούσια και θεωρείται από τους ίδιους συμφέρουσα, δεδομένου ότι αυτοί οι χαμηλότατοι μισθοί είναι υψηλότεροι από τις αμοιβές στις χώρες προέλευσης και υπάρχει το «όνειρο» της κοινωνικής ανέλιξης λόγω του ρυθμού ανάπτυξης στη Βραζιλία.55

Ένα ιδιάζον χαρακτηριστικό είναι η προθυμία με την οποία η βραζιλιανή κυβέρνηση νομιμοποιεί τους εν λόγω μετανάστες. Νόμος του 200956 οδήγησε στη νομιμοποίηση περίπου 40.000 ατόμων χωρίς γραφειοκρατία και ιδιαίτερες διατυπώσεις.57 Παρόμοιοι νόμοι είχαν εκδοθεί το 1998 και το 1988 νομιμοποιώντας αντίστοιχους αριθμούς μεταναστών.58

Αυτά τα μέτρα εμφανίσθηκαν από κυβερνητικής πλευράς ως ένδειξη γενναιοδωρίας και αλληλεγγύης της Βραζιλίας, ενώ με την ευκαιρία ανακοίνωσης των μέτρων νομιμοποίησης του 2009 ο Πρόεδρος Λούλα, φορώντας ινδιάνικη ζακέτα προς τιμήν των χωρών με το μεγαλύτερο ποσοστό των υπό νομιμοποίηση μεταναστών, δήλωσε ότι το μέτρο αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τις «πλούσιες» χώρες που κακομεταχειρίζονται τους μετανάστες.59

Η «γενναιοδωρία» επεκτείνεται σε ζητήματα απόκτησης ιθαγένειας. Κατά το ισχύον δίκαιο60 ο νόμιμος (ή νομιμοποιημένος) μετανάστης μπορεί να αιτηθεί ιθαγένεια εάν γνωρίζει γραφή και ανάγνωση στα πορτογαλικά και διαμένει στη χώρα για τέσσερα χρόνια. Εάν δε έχει τέκνο γεννημένο στη Βραζιλία ή βραζιλιάνο σύζυγο επαρκεί η ετήσια διαμονή. Η διαδικασία απόκτησης ιθαγένειας είναι απλή και οι αιτήσεις γίνονται πάγια δεκτές. Ωστόσο το ποσοστό πολιτογραφήσεων παραμένει ελάχιστο.61

Εντυπωσιάζει το ότι σε μια χώρα 190 εκατομμυρίων διαμένει μόλις 1, 5 εκατομμύριο μεταναστών – με βάση την πιο υψηλή εκτίμηση για τους παράνομους –, ήτοι οι μετανάστες δεν ξεπερνούν το 0, 8% του πληθυσμού. Δεν υπάρχουν βέβαια ισχυρά κίνητρα για μετανάστευση προς μια χώρα με έντονα κοινωνικά προβλήματα και ελλείψεις υποδομής. Ωστόσο το ελάχιστο ποσοστό αλλοδαπών συνδέεται με το ότι τα τέκνα των μεταναστών αποκτούν αυτόματα τη βραζιλιανή ιθαγένεια με την ανεξαίρετη εφαρμογή του δικαίου του εδάφους.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι κάνει τη Βραζιλία τόσο γενναιόδωρη σε αντίθεση με την Ελλάδα. Η ερμηνεία δεν μπορεί να είναι ψυχολογική, όπως ισχυρίσθηκε ο Λούλα, διακρίνοντας μια ψυχική ανωτερότητα των Bραζιλιάνων. Θα μπορούσε ίσως να υποστηριχθεί μια ποσοτική ερμηνεία. Εν όψει του ελάχιστου ποσοστού μεταναστών, η φιλελεύθερη πολιτική δεν έχει κοινωνικό κόστος. Ούτε αυτό πείθει, αφού επί δεκαετίες η Ελλαδα είχε ασήμαντο αριθμό μεταναστών αλλά το δίκαιο των αλλοδαπών και της ιθαγένειας ήταν δρακόντειο, ενώ χώρες όπως η Βραζιλία, η Αργεντινή ή οι ΗΠΑ επί δεκαετίες είχαν ένα άκρως φιλελεύθερο δίκαιο στον τομέα αυτό παρά τη συρροή μεταναστών.

Η ερμηνεία του φαινομένου είναι διττή. Από ιστορική πλευρά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Βραζιλία είναι χώρα δημιουργημένη από μετανάστες και γι’ αυτό δεν υπάρχουν παγιωμένα αντανακλαστικά εναντίον αλλοδαπών, ούτε η βραζιλιανή εθνική ταυτότητα βασίζεται σε φαντασιώσεις περί αίματος και καθαρότητας. Είναι π.χ. συνηθισμένο ένας Βραζιλιάνος να δηλώνει «είμαι Ιταλός», καίτοι ο ίδιος και η οικογένειά του δεν γνωρίζουν ιταλικά και ουδέποτε επισκέφτηκαν την Ιταλία. Η εν λόγω ταυτότητα δηλώνει απλά την καταγωγή παπούδων ή προπαπούδων καθώς και κάποια πολιτιστικά στοιχεία (λέξεις, τραγούδια, κουζίνα) που διασώθηκαν σε περιοχές με πολλούς μετανάστες. Και φυσικά ουδείς αποκαλεί τα εν λόγω άτομα «αλλογενείς» ούτε προσφεύγει στα δικαστήρια για να απαγορεύσει μια ενδεχόμενη «Ιταλική Ένωση Xaxim» 60 χρόνια μετά την ίδρυσή της. Σε αυτή την προοπτική η γενναιόδωρη πολιτική πολιτογράφησης δεν προσκρούει σε φυλετικοεθνικιστικά εμπόδια.

Αυτό είναι ορθό, αλλά δεν απαντά σε δύο κρίσιμα ερωτήματα. Πρώτον, γιατί δεν συναντούμε την ίδια γενναιοδωρία στις ΗΠΑ που έχουν εξίσου «μεταναστευτική» εθνική συγκρότηση. Δεύτερον, γιατί παρά την κρατική γενναιοδωρία υπάρχουν τόσοι παράνομοι μετανάστες στη Βραζιλία.

Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά πρέπει να εξετάσουμε το ζήτημα σε συγχρονική (και όχι ιστορική) προοπτική. Θεωρούμε πειστική την ερμηνεία που επισημαίνει ότι η εντονότατη κοινωνική ανισότητα στη Βραζιλία καθιστά άνευ ουσιαστικού αντικρύσματος την ιθαγένεια και γι’ αυτό το κράτος την παρέχει εύκολα και οι μετανάστες δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα. Θα επιχειρήσουμε μια σύντομη θεμελίωση. Με ΑΕΠ 2 τρις δολλαρίων και εντονότατη εξαγωγική δραστηριότητα η Βραζιλία ήταν η όγδοη οικονομία του κόσμου το 2010. Με βάση στοιχεία του 2010 το κατά κεφαλήν εισόδημα ξεπερνά τα 11.000 δολάρια, είναι δηλαδή αρκετά υψηλό.62 Την ίδια όμως στιγμή, ο νόμιμος βασικός μισθός έφτανε μόλις στα 300 δολάρια και η κατανομή του εισοδήματος ήταν από τις πλέον άνισες στον κόσμο. Στην κλίμακα του συντελεστή Gini, η Βραζιλία έχει το 2005 56, 7.63 Βρίσκεται έτσι στη δέκατη χειρότερη θέση παγκοσμίως μετά από εννέα χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής.64

Σύμφωνα με το δείκτη R/P10 που συγκρίνει το εισόδημα του 10% των πλουσιότερων με το 10% των φτωχότερων, για κάθε δολάριο που εισπράττουν οι δέκα στη βάση της πυραμίδας, οι δέκα της κορυφής εισπράττουν 51 δολάρια.65 Το UNDP θεωρεί τη Βραζιλία ως τρίτη χειρότερη χώρα στην κοινωνική ανισότητα το 2010.66 Τέλος, έρευνα του βραζιλιανού στατιστικού ινστιτούτου IBGE έδειξε ότι 35% του πληθυσμού υποσιτίζεται συστηματικά67 και 10% εξακολουθεί να είναι αναλφάβητο.68

Αυτή η κραυγαλέα ταξική ανισότητα αποτελεί δομικό στοιχείο που ελάχιστα μεταβλήθηκε τα τελευταία 40 χρόνια παρά την ύπαρξη κυβερνήσεων με τις πιο ποικίλες ιδεολογικές τοποθετήσεις και τη σχεδόν δεκαετία «προοδευτικής» διακυβέρνησης από το Κόμμα Εργαζομένων των Προέδρων Λούλα και Ντίλμα. Οι στατιστικές δείχνουν μικρή τάση μείωσης του αριθμού των εξαθλιωμένων.69 Ωστόσο εν έτει 2011 το Υπουργείο Ανάπτυξης εξήγγειλε πρόγραμμα για την εξάλειψη της «ακραίας φτώχειας». Με βάση τη στατιστική του 2010, 16 εκατομμύρια βραζιλιάνων, ήτοι 8, 6% του πληθυσμού, έχει κατά κεφαλή μηνιαίο εισόδημα έως 45 δολάρια.70 45 δολάρια δεν επαρκούν για να δειπνήσει ένα άτομο σε καλό εστιατόριο του Σάο Πάολο!

Ερωτάται τι σημαίνει κοινωνικά το να αποκτήσει κανείς τη βραζιλιανή ιθαγένεια ενόψει αυτών των συνθηκών. Σε τι θα βελτιωνόταν η ζωή ενός βολιβιανού «παράνομου» εργαζόμενου; Από εργασιακής πλευράς ίσως να επερχόταν μικρή μισθολογική βελτίωση. Αν λάβουμε όμως υπόψη το χαμηλότατο βασικό μισθό και το ότι πολλοί εργαζόμενοι εισπράττουν λιγότερα ακόμη, δεν θα επερχόταν αξιοσημείωτη αλλαγή. Ίσως η νομιμοποίηση να έδινε δικαίωμα σε σύνταξη, αλλά οι συντάξεις κινούνται στα χαμηλά επίπεδα του βασικού μισθού και μεγάλο ποσοστό της εργατικής τάξης εργάζεται χωρίς δήλωση του εργοδότη και άρα χωρίς κοινωνική ασφάλιση.

Όσον αφορά τις σχέσεις με το κράτος, επισημάναμε ότι υπάρχει πάγια πολιτική ανοχής και άρα δεν θα άλλαζε κάτι με τη νομιμοποίηση.

Τέλος οι κοινωνικές παροχές στη Βραζιλία βρισκονται σε χαμηλό επίπεδο και αυτό ισχύει τόσο για αλλοδαπούς όσο και για ημεδαπούς. Το 2009, οι δαπάνες για υγεία ανέρχονταν σε 9% του ΑΕΠ, εκ των οποίων ο κρατικός προϋπολογισμός κάλυπτε το 47, 5% ενώ για την υγεία προοριζόταν 6, 1% του κρατικού προϋπολογισμού.71

Η δημοτική και μέση εκπαίδευση βρίσκεται υπό κατάρρευση σε ό, τι αφορά τα δημόσια σχολεία. Έρευνα έδειξε ότι το 2010 15% των μαθητών που αποφοιτούσαν από τη μέση εκπαίδευση (ενδέκατο έτος σπουδών) ήταν λειτουργικά αναλφάβητο.72

Ενόψει αυτών, ο παράνομος μετανάστης που συνηθέστατα είναι ολιγογράμματος και αγωνίζεται για την επιβίωση δεν έχει λόγο να χάσει χρόνο και χρήματα επιδιώκοντας τη νομιμοποίησή του που δεν θα μεταβάλει τους άθλιους όρους διαβίωσης και πολύ λιγότερο ενδιαφέρεται για την πολιτογράφηση. Αυτό δείχνει το ενδιαφέρον ενός μικρού μόνον ποσοστού «παρανόμων» για τις διαδικασίες νομιμοποίησης των τελευταίων δεκαετιών. Το κρίσιμο δεν είναι η ιθαγένεια, αλλά η κοινωνική ένταξη που επιφέρει αποκλεισμό από βασικούς πόρους, συμπεριλαμβανομένης και της σίτισης.

Ας συγκρίνουμε αυτά τα στοιχεία με την Ελλάδα που κατά τις διεθνείς στατιστικές είναι μια από τις πιο εξισωτικές χώρες, με κατά κεφαλή ΑΕΠ 29.000 δολάρια. Ο συντελεστής Gini φτάνει στο 33 (στοιχεία 2005), 73 ευρισκόμενη η Ελλάδα στη θέση 96. Παρομοίως, ο δείκτης R/P10 φτάνει στο 10 το 2007, δηλαδή το 10% των πλουσιότερων κατοίκων της Ελλάδας έχει εισόδημα 10 δολάριων για κάθε δολάριο που εισπράττει το 10% των πιο φτωχών.74 Συγκριτικά η ανισότητα εισοδήματος των δύο ακραίων ομάδων της Ελλάδας είναι πέντε φορές μικρότερη από την παρατηρούμενη στη Βραζιλία.

Το 2009 οι δαπάνες για την υγεία ανέρχονταν στην Ελλάδα σε 10, 6% του ΑΕΠ. Ο κρατικός προϋπολογισμός κάλυπτε το 62, 6%, αφιερώνοντας στην υγεία 13% του συνολικού προϋπολογισμού.75 Αυτό δείχνει ότι η κρατική χρηματοδότηση της υγείας είναι αισθητά υψηλότερη απ’ ό, τι στη Βραζιλία και το ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού υπερδιπλάσιο. Αν σκεφθούμε τη λυπηρή κατάσταση των δημόσιων νοσοκομείων στην Ελλάδα μπορεί να φανταστούμε την άθλια κατάσταση στη Βραζιλία.

Συνοψίζοντας. Οι μετανάστες της Ελλάδας έχουν άμεσα οφέλη από τη νομιμοποίηση και θα επιδίωκαν και την πολιτογράφηση εάν η νομοθεσία το επέτρεπε. Γι’ αυτό υποβάλλονται σε ταλαιπωρίες και αντιμετωπίζουν δαίδαλους γραφειοκρατίας.

Αυτό δείχνει ότι η ιδιότητα του πολίτη δεν έχει αξία καθεαυτή. Σε χώρες με έντονη κοινωνική ανισότητα και έλλειψη κοινωνικής πολιτικής, οι μετανάστες ελάχιστα ενδιαφέρονται για τη νομική τους κατάσταση, αφού και οι ημεδαποί φτωχοί ουσιαστικά δεν είναι πολίτες.

Μπορούμε εδώ να προτείνουμε τη διαφοροποίηση μεταξύ της νομικής και της κοινωνικής ιδιότητας του πολίτη. Από κοινωνική άποψη έχουν την ιδιότητα-δυνατότητα πλήρους πολιτικής δράσης και άσκησης δικαιωμάτων μόνο οι κυρίαρχες κοινωνικές τάξεις και οι κοινωνικοί τους σύμμαχοι, οι τάξεις-στηρίγματα της εξουσίας. Οι λοιποί παραμένουν με τη νομική ιδιότητα του πολίτη που παρέχει ορισμένα πλεονεκτήματα σε σχέση με τους αλλοδαπούς, αλλά δεν μπορεί να εμποδίσει τον αποκλεισμό τους από την απόλαυση θεμελιωδών αγαθών. Σε χώρες όπως η Βραζιλία η κοινωνική ιδιότητα του πολίτη αφορά ένα μικρό τμήμα του πληθυσμού, ενώ οι λοιποί, έχοντες ή όχι την ιθαγένεια, παραμένουν στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής. Η ιθαγένεια είναι ασήμαντη.

Αυτό δείχνει την ανάγκη μελέτης του περιεχομένου και της κοινωνικής σημασίας της ιδιότητας του πολίτη, εγκαταλείποντας τις φορμαλιστικές προσεγγίσεις που την παρουσιάζουν ως συνώνυμο της δημοκρατίας και ασπίδα κατά του κοινωνικού αποκλεισμού.


Βιβλιογραφία

Baeninger, Rosana. Migração internacional na América Latina. O caso dos brasileiros. Σε Boucault, Carlos Eduardo de Abreu, Malatian, Teresa (eds.). Políticas migratórias. Rio de Janeiro: Renovar, 2003: 305-390.

Balibar, Étienne. Les frontières de la démocratie. Paris: La Découverte, 1992.

Balibar, Étienne. La philosophie de Marx. Paris: La Découverte, 1993.

Balibar, Étienne. Kann es eine europ\E4ische Staatsb\FCrgerschaft geben? Das Argument, 206, 1994: 621-638.

Baub\F6ck, Rainer et al. (επιμ.). Acquisition and loss of nationality. v. I-II. Amsterdam: Amsterdam University Press, 2006.

Baub\F6ck, Rainer et al. (επιμ.). Citizenship policies in the new Europe. Amsterdam: Amsterdam University Press, 2007.

Christopoulos, Dimitri. Greece. Σε Baub\F6ck, Rainer et al. (επιμ.). Acquisition and loss of nationality. v. I-II. Amsterdam: Amsterdam University Press, 2006: 253-287.

Groenendijk, Kees. The legal integration of potential citizens. Denizens in the EU in the final years before the implementation of the 2003 Directive on long-term resident third country nationals. Σε Baub\F6ck, Rainer et al. (επιμ.). Acquisition and loss of nationality. v. I. Amsterdam: Amsterdam University Press, 2006: 385-410.

Gunsteren, Herman R. van. A Theory of Citizenship. Boulder: Westview Press, 1998.

Hailbronner, Kay. Nationality in public international law and European law. Σε Baub\F6ck, Rainer et al. (επιμ.). Acquisition and loss of nationality. v. I. Amsterdam: Amsterdam University Press, 2006: 35-104.

Hofmann, Rainer. Staatsangeh\F6rigkeit im geteilten Deutschland. Der Teso-Beschlu\DF des Bundesverfassungsgerichts. Zeitschrift f\FCr ausl\E4ndische s \F6ffentliches Recht und V\F6lkerrecht, 1989, 257-296.

Instituto Brasileiro de Geografia e Estatística. Brasil: 500 anos de povoamento. Rio de Janeiro: IBGE, 2000.

Joppke, Christian. Immigration and the nation-state. The United States, Germany and Great Britain. New York, Oxford University Press, 1999.

Joppke, Christian. Citizenship and Immigration. London: Polity, 2010.

Laband, Paul. Das Staatsrecht des deutschen Reiches, I. T\FCbingen: Mohr, 1911.

Lago, Alessandro dal. Non-persone. L’esclusione dei migranti in uma società globale. Milano: Feltrinelli, 2005.

La Torre, Massimo. Cittadinanza e ordine politico. Diritti, crisi della sovranità e sfera pubblica: una prospettiva europea. Torino: Giapicchelli, 2004.

Liebich, André. Citizenship Policies in the New Europe. Σε Rainer Baub\F6ck, Bernhard Perching, Wiebke Sievers (επιμ.). Citizenship Polices in the New Europe. Amsterdam: Amsterdam University Press, 2007: 21-42.

Marx, Karl. Zur Judenfrage (1843). Σε Marx-Engels-Werke. Bd. 1. Berlin/DDR: Dietz, 1976: 347-377.

Néri, Marcelo Cortes. Desigualdades na década. Rio de Janeiro: FGV, 2011. http://www.fgv.br/cps/bd/DD/DD_Neri_Fgv_TextoFim3.pdf.

Rubenstein, Kim. Citizenship and the Centenary. Inclusion and exclusion in 20th century Australia. Melbourne University Law Review, 24, 2000 (www.austlii.org/au/journals/mulr/2000/24html.

Silva, Sidney da. Imigrantes hispano-americanos em São Paulo: perfil e problemática. Σε Boucault, Carlos Eduardo de Abreu, Malatian, Teresa (επιμ.). Políticas migratórias. Rio de Janeiro: Renovar, 2003: 289-304.

Waldrauch, Harald. Statistics on acquisition and loss of nationality. Σε Baub\F6ck, Rainer et al. (επιμ.). Acquisition and loss of nationality. v. I-II. Amsterdam: Amsterdam University Press, 2006: 269-315.

Wallerstein, Immanuel. Citizens All? Citizens Some! The Making of the Citizen. Comparative Studies in Society and History, 45, 2003: 650-679.

Weil, Patrick, Hansen, Randall (επιμ.). Nationalité et citoyenneté en Europe. Paris: La Découverte, 1999.

Zolo, Danilo. La strategia della cittadinanza. Σε Zolo, Danilo (επιμ.). La cittadinanza. Appartenenza, identita, diritti. Bari: Laterza, 1994: 3-48.

Γιαννούλη, Χριστίνα. Η Ευρώπη των πολιτών ως μεταβατική έννοια. Θέσεις, τ. 61, 1997: 35-46.

Δημούλης, Δημήτρης. Το δίκαιο της πολιτικής. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2001.

Δημούλης, Δημήτρης. Οι αόρατες εθνικές μειονότητες της ελληνικής έννομης τάξης. Σε Χριστόπουλος, Δημήτρης (επιμ.). Το ανομολόγητο ζήτημα των μειονοτήτων στην ελληνική έννομη τάξη. Αθήνα: Κριτική, 2008: 127-165.

Καρύδης, Βασίλης. Η εγκληματικότητα των μεταναστών στην Ελλάδα. Ζητήματα θεωρίας και αντεγκληματικής πολιτικής. Αθήνα: Παπαζήσης, 1996.

Καρύδης, Βασίλης. Το ζήτημα της δεύτερης γενιάς. Έγκλημα και μετανάστευση. Σε Παύλου, Μίλτος, Χριστόπουλος, Δημήτρης (επιμ.). Η Ελλάδα της μετανάστευσης. Αθήνα: Κριτική, 2004: 205-232.

Κωστόπουλος , Τάσος. Αφαιρέσεις ιθαγένειας. Η σκοτεινή πλευρά της νεοελληνικής ιστορίας 1926–2003. Σύγχρονα Θέματα, τ. 83, 2003: 53–75.

Μπαλτσιώτης, Λάμπρος. Ιθαγένεια και πολιτογράφηση στην Ελλάδα της μετανάστευσης. Σε Παύλου, Μίλτος, Χριστόπουλος, Δημήτρης (επιμ.). Η Ελλάδα της μετανάστευσης. Αθήνα: Κριτική, 2004: 303-337.

Μπαλτσιώτης, Λάμπρος. Η ιθαγένεια στον ψυχρό πόλεμο. Σε Τσαπόγας, Μιχάλης, Χριστόπουλος, Δημήτρης (επιμ.). Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003. Αθήνα: Καστανιώτης, 2004-α: 80-98.

Μπαράττα, Αλεσσάντρο, Γιαννούλη, Χριστίνα. Από το δίκαιο της Ευρώπης στην Ευρώπη των δικαιωμάτων (Ι), Θέσεις τ. 60, 1997: 19-38.

Μπαράττα, Αλεσσάντρο, Γιαννούλη, Χριστίνα. Από το δίκαιο της Ευρώπης στην Ευρώπη των δικαιωμάτων (ΙΙ), Θέσεις τ. 61, 1997-α: 63-83.

Μυλωνόπουλος, Χρίστος. Έκδοση ημεδαπού και εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κατά ημεδαπού. Ποινικός Λόγος, τ. 3, 2005. http://www.poinikos-logos.gr/arxeio/05t3e.html#t10.

Παπανικολάου, Αντιγόνη. Σύγχρονες προσεγγίσεις της έννοιας της ιθαγένειας. Σε Παύλου, Μίλτος, Σκουλαρίκη, Αθηνά (επιμ.). Μετανάστες και μειονότητες. Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2009: 253-276.

Παύλου, Μίλτος. Η Ελλάδα της μετανάστευσης σε αριθμούς. Σε Παύλου, Μίλτος, Χριστόπουλος, Δημήτρης (επιμ.). Η Ελλάδα της μετανάστευσης. Αθήνα: Κριτική, 2004: 367-402.

Πετράκου, Ηλέκτρα. Παράνομη μετανάστευση στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Σε Παύλου, Μίλτος, Σκουλαρίκη, Αθηνά (επιμ.). Μετανάστες και μειονότητες. Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2009: 307-331.

Σιταρόπουλος, Νίκος. Η αβεβαιότητα της αρχής της «δίκαιης μεταχείρισης» των αλλοδαπών μεταναστών εργαζομένων στο υπό εξέλιξη ευρωπαϊκό δίκαιο. Σε Παύλου, Μίλτος, Χριστόπουλος, Δημήτρης (επιμ.). Η Ελλάδα της μετανάστευσης. Αθήνα: Κριτική, 2004: 253-266.

Χατζή, Χρύσα. Ο αλλοδαπός ως υποκείμενο δικαιωμάτων στην ελληνική έννομη τάξη. Σε Παύλου, Μίλτος, Χριστόπουλος, Δημήτρης (επιμ.). Η Ελλάδα της μετανάστευσης. Αθήνα: Κριτική, 2004: 233-252.

Χριστόπουλος, Δημήτρης. Περιπέτειες της ελληνικής ιθαγένειας. Θέσεις, τ. 87, 2004: 61-89.

Χριστόπουλος, Δημήτρης. Οι μετανάστες στην ελληνική πολιτική κοινότητα. Σε Παύλου, Μίλτος, Χριστόπουλος, Δημήτρης (επιμ.). Η Ελλάδα της μετανάστευσης. Αθήνα: Κριτική, 2004-α: 338-366.

Χριστόπουλος, Δημήτρης. Η ελληνική ιθαγένεια στην εποχή της μετανάστευσης-«παλιννόστησης». Σε Τσαπόγας, Μιχάλης, Χριστόπουλος, Δημήτρης (επιμ.). Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003. Αθήνα: Καστανιώτης, 2004-β: 99-109.

Χριστόπουλος, Δημήτρης. Η επόμενη μέρα της ελληνικής ιθαγένειας. Θέσεις, τ. 111, 2010: 15-44.

Χριστόπουλος, Δημήτρης, Δημούλης, Δημήτρης. Ιθαγένεια και μετανάστευση: Να μετατοπίσουμε το κατώφλι του αποκλεισμού. Η Αυγή, 28-2-1010.

1 Το κείμενο βασίζεται σε εισήγηση των συγγραφέων στο διεθνές Συνέδριο Questionning citizenship που διοργανώθηκε τον Οκτώβριο του 2010 στο Ινστιτούτο Goethe. Με εξαίρεση το κεφάλαιο 3.4. που γράφτηκε για τις Θέσεις, το κείμενο πρόκειται να δημοσιευθεί σε τόμο πρακτικών των Συνεδρίου. Ευχαριστούμε τον Δημήτρη Χριστόπουλο, υπεύθυνο διοργάνωσης του Συνεδρίου και του τόμου, για τις καίριες παρατηρήσεις του.

2 Βλ. μια φιλόδοξη συγκριτική ανάλυση για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με εκτενή βιβλιογραφία σε Baub\F6ck et al., 2006 και 2007. Πρβλ. Weil-Hansen, 1999. Για την ελληνική περίπτωση βλ. Χριστόπουλος, 2004, 2004-β και 2010, Christopoulos, 2006, Μπαλτσιώτης, 2004. Νομικοφιλοσοφικές προσεγγίσεις για τα μοντέλα ιδιότητας του πολίτη σε Μπαράττα-Γιαννούλη, 1997 και 1997-α, Γιαννούλη, 1997, Joppke, 1999 και 2010.

3 Άρθρο 1, παρ. 2 του νόμου 3.838/2010.

4 Χριστόπουλος, 2004-β: 99. Πρβλ. Wallerstein, 2003, Balibar, 1994: 625-627, Δημούλης, 2001: 182-191, Χριστόπουλος, 2010: 15-18.

5 Laband, 1911: 151.

6 Gunsteren, 1998: 84-85. Πιο επιφυλακτικός ο Zolo, 1994: 3-5.

7 Hailbronner, 2006: 95.

8 https://goo.gl/j8jUsR

9 Joppke, 2010: 151-152.

10 http://owni.fr/2011/02/18/app-la-carte-des-morts-aux-frontieres-de-leurope.

11 7.300 σε σύνολο 12.600 κρατουμένων το 2010. http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=228137.

12 Καρύδης, 1996 και 2004: 216-232.

13 Groenendijk, 2006.

14 Χατζή, 2004, Σιταρόπουλος, 2004.

15 Πετράκου, 2009.

16 http://www.nytimes.com/2008/07/31/us/31immig.html?partner=rssnyt.

17 Lago, 2005: 208-228.

18 Hofmann, 1989.

19 http://www.state.gov/www/regions/wha/cuba/cuba_adjustment_act.html.

20 Μπαλτσιώτης, 2004: 313-315, Χριστόπουλος, 2004-β: 105.

21 Κωστόπουλος, 2003, Χριστόπουλος, 2004: 79-82, Μπαλτσιώτης, 2004-α: 83-92, Παπανικολάου, 2009: 253 και passim.

22 Χριστόπουλος, 2010, Χριστόπουλος-Δημούλης, 2010.

23 Θεμελίωση και υποστήριξη της θέσης σε Balibar 1992, Γιαννούλη, 1997, Μπαλτσιώτη, 2004.

24 Χριστόπουλος, 2004-α: 365.

25 Χριστόπουλος, 2010.

26 Χριστόπουλος, 2004: 84.

27 http://www.thermopilai.org/content/sto-skotadi-oi-ereunes-gia-ton-akribe-arithmo-metanaston, http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=305285, http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11424&subid=2&pubid=28668949.

28 http://www.astynomia.gr/images/stories//2011/statistics2011/0102syl-allod-diaki-anaetos.jpg.

29 Βλ. Δημούλης, 2001: 197-202.

30 Αυτό δεν αποκλείει τη στέρηση ιθαγένειας που μετατρέπει τον ιθαγενή σε αλλοδαπό, κάτι που, όπως είδαμε, μπορεί να αποτελέσει και μέσο δίωξης πολιτικών αντιπάλων.

31 La Torre, 2004: 300.

32 Liebich, 2007.

33 Βλ. και Δημούλης, 2001: 191-196.

34 Marx, 1976: 354.

35 Balibar, 1993: 47-49.

36 Balibar, 1993: 48-49, παραπέμποντας στη Γερμανική Ιδεολογία των Μαρξ και Ένγκελς.

37 Rubenstein, 2000.

38 Laband, 1911: 154-155.

39 Βλ. το άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου 3251 του 2004. Έχουν εκφρασθεί αμφιβολίες για τη συνταγματικότητα της διάταξης (Μυλωνόπουλος, 2005), αλλά δεν γνωρίζουμε δικαστική απόφαση που να αρνείται την εφαρμογή της. Αντίστοιχη διάταξη κρίθηκε αντισυνταγματική στη Γερμανία από το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. 2 BvR 2236/04 της 18-7-2005 (http://www.bverfg.de/entscheidungen/rs20050718_2bvr223604.html).

40 Άρθρο 25 του γαλλικού Αστικού Κώδικα, https://goo.gl/XF2Hi1 . Η κυβέρνηση Σαρκοζί προσπάθησε να διευρύνει τις περιπτώσεις έκπτωσης, χωρίς επιτυχία (http://www.lepost.fr/article/2011/02/03/2394041_decheance-de-nationalite-le-senat-dit-non-a-sarkozy.html). Στη Βραζιλία προβλέπεται στέρηση ιθαγένειας των πολιτογραφηθέντων σε περίπτωση καταδίκης για εμπόριο ναρκωτικών (άρθρο 5, εδάφιο LI του Συντάγματος του 1988).

41 Οι πολίτες έχουν δικαίωμα παραμονής, αλλά το κράτος δεν τους εγγυάται πλήρως το δικαίωμα στη ζωή. Η θανατική ποινή και η υποχρεωτική στράτευση αποτελούν παραδείγματα.

42 Το ελληνικό Σύνταγμα του 1844 προέβλεπε ότι μόνον οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και μπορούν να εκδίδουν εφημερίδες (άρθρα 3 και 10). http://norfid.files.wordpress.com/2010/11/suntagma-ths-elladas-1844.pdf.

43 Zolo, 1994: 44-45. Η σύγχυση του πολίτη με τον ενεργό πολίτη διαπιστώνεται σε Gunsteren, 1998: 33.

44 Άρθρο 51Α του ινδικού Συντάγματος του 1948.

45 Δημούλης, 2008: 151-155.

46 Zolo, 1994: 45, Δημούλης, 2001: 181.

47 http://ekloges-prev.singularlogic.eu/v2009/pages/index.html.

48 http://ekloges-prev.singularlogic.eu/dn2010/public/index.html.

49 Baeninger, 2003: 312.

50 Instituto Brasileiro de Geografia e Estatística, 2000: 226, Baeninger, 2003: 312-315.

51 Baeninger, 2003: 317-323.

52 http://www.eclac.org/migracion/imila/seleccion.asp?parametro=BR00|R|BRASIL%202000.

53 http://g1.globo.com/Noticias/Mundo/0, , MUL365307-5602, 00-BRASIL+TEM+MIL+IMIGRANTES+ILEGAIS+DIZ+ENTIDADE.html.

54 http://g1.globo.com/Noticias/Mundo/0, , MUL365307-5602, 00-BRASIL+TEM+MIL+IMIGRANTES+ILEGAIS+DIZ+ENTIDADE.html.

55 Silva, 2003.

56 Ομοσπονδιακός Νόμος 11.961 του 2009. http://www.planalto.gov.br/ccivil_03/_Ato2007-2010/2009/Lei/L11961.htm.

57 http://noticias.uol.com.br/ultnot/internacional/2009/07/02/ult1859u1169.jhtm,
http://g1.globo.com/Noticias/Mundo/0, , MUL365307-5602, 00-BRASIL+TEM+MIL+IMIGRANTES+ILEGAIS+DIZ+ENTIDADE.html
http://portal.mj.gov.br/data/Pages/MJA5F550A5ITEMID8F198A79A1564F6D871A385DE1969871PTBRNN.htm.

58 Ομοσπονδιακοί νόμοι 9.675 του 1998 (http://www.planalto.gov.br/ccivil_03/LEIS/L9675.htm) και 7.685 του 1988 (http://www.planalto.gov.br/ccivil_03/LEIS/L7685.htm).

59 Εφημερίδα Estado de São Paulo 2-7-2009.

60 Νόμος 6.815 του 1980 (http://www.planalto.gov.br/ccivil_03/LEIS/L6815.htm).

61 Δεν εντοπίσαμε στατιστικές πολιτογράφησης στις τελευταίες δεκαετίες. Βασιζόμαστε σε πληροφορίες ειδικών.

62 http://www.ibge.gov.br/home/presidencia/noticias/noticia_visualiza.php?id_noticia=1330&id_pagina=1

63 https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/fields/2172.html.

64 https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/rankorder/2172rank.html.

65 http://pt.wikipedia.org/wiki/Lista_de_pa%C3%ADses_por_igualdade_de_riqueza#cite_ref-1.

66 Εφημερίδα O Estado de São Paulo, 24-7-2010.

67 Εφημερίδα O Estado de São Paulo, 23-6-2010.

68 http://www.mds.gov.br/saladeimprensa/noticias/2011/maio/arquivos/Censo%202010%20%20-%20IBGE%20-%20MDS%20%203%20de%20Maio%20de%202011%20-%20-%20Final.pdf.

69 Néri, 2011.

70 http://www.mds.gov.br/saladeimprensa/noticias/2011/maio/brasil-sem-miseria-atendera-16-2-milhoes-de-pessoas; http://www.ibge.gov.br/home/estatistica/populacao/censo2010/preliminar_tab_adic_zip.shtm.

71 http://apps.who.int/ghodata/?vid=1900.

72 http://www.ibope.com.br/ipm/relatorios/relatorio_inaf_2009.pdf.

73 https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/fields/2172.html.

74 http://pt.wikipedia.org/wiki/Lista_de_pa%C3%ADses_por_igualdade_de_riqueza#cite_ref-1.

75 http://apps.who.int/ghodata/?vid=1900.