ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΟΔΟΘΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

της Μαρίας Β. Μαρκαντωνάτου

Εισαγωγή

Το άρθρο συζητά μια σειρά θεωρήσεων του ελληνικού οικονομικο-κοινωνικού συστήματος ως «προσοδοθηρικού» (rent seeking) από ελληνική και γερμανική αφετηρία. Στην ελληνική εκδοχή τους λειτούργησαν ως δικαιολογητικό υπόβαθρο της πολιτικής της λιτότητας, ενώ στη γερμανική συνδέθηκαν με τη συζήτηση περί ανοικοδόμησης «αποτυχημένων κρατών».

Οι εν λόγω θεωρήσεις παραβλέπουν και δικαιολογούν: α) το ευρύτερο πλαίσιο, εντός του οποίου οι θεωρούμενες ως «ανάγκες και ανησυχίες» των αγορών τείνουν να αποτελέσουν το κυριότερο κριτήριο άσκησης κρατικής πολιτικής, β) τη διαδικασία ενίσχυσης της ΕΕ ως δημοσιονομικής ένωσης στην κατεύθυνση μιας κεντρικής οικονομικής διακυβέρνησης (Wirtschaftsregierung) και της τάσης προς συνταγματοποίηση του νεοφιλελευθερισμού.

Στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός το 2010 ο Γ. Παπανδρέου περιέγραφε την Ελλάδα ως χώρα μαστιζόμενη από διαφθορά και πελατειακότητα, σε μια προσπάθεια εκλογίκευσης των πολιτικών που θα ακολουθούσαν: «Το πρόβλημα που έχουμε είναι δικό μας (home-made): Εμείς οι Έλληνες είμαστε υπεύθυνοι να βάλουμε τα του οίκου μας σε τάξη».1

Η ρητορική ενοχοποίησης και υπευθυνοποίησης της κοινωνίας, συνδυασμένη με αυτή της «αποφασιστικότητας» της ελληνικής κυβέρνησης να επιβάλλει τις μεταρρυθμίσεις κόντρα στα «συντεχνιακά συμφέροντα», επρόκειτο να παγιωθεί. Ομοίως, η ηγεσία της Ευρωζώνης διατράνωσε στη διάρκεια της κρίσης ότι η Ελλάδα είναι μια «ειδική περίπτωση»2 παθογένειας, στην προσπάθεια να ελληνοποιήσει το πρόβλημα, κάτι που θα λειτουργούσε, στην τότε αρχική φάση, ως προστατευτικός μανδύας για την Ισπανία και την Ιταλία, οι οποίες δεν θα έπρεπε να συγχρωτιστούν με την Ελλάδα, ώστε να μην ανέβουν τα επιτόκια δανεισμού.

Στις ρητορικές ενοχοποίησης και στιγματισμού του ελληνικού συστήματος από ελληνική και γερμανική αφετηρία, κεντρική θέση κατέχει η θεώρηση της «προσοδοθηρίας» (rent-seeking approach). Η έννοια της προσοδοθηρίας έχει τύχει ευρείας εφαρμογής, π.χ. έχει χρησιμοποιηθεί μέχρι και για να περιγράψει διάφορα καθεστώτα της Αφρικής και μια σειρά «αποτυχημένα κράτη» που έπρεπε να ανοικοδομηθούν με πόρους των ανεπτυγμένων χωρών (Ott 2011: 39). Μια τέτοια θεώρηση βλέπει τις υπερχρεωμένες και ελλειμματικές χώρες που τείνουν να αναπτύσσουν «σχέσεις εξάρτησης από τους δανειστές» όχι ως συμπτώματα ενός δυσλειτουργικού συστήματος, αλλά τις ίδιες ως προβλήματα που προκαλούν δυσλειτουργία στο σύστημα.

Η θεωρία της προσοδοθηρίας αντλεί από τον κοινωνικό συμπεριφορισμό, τα νεοθεσμικά οικονομικά, τη θεωρία της δημόσιας επιλογής και αυτή της ορθολογικής επιλογής. Ως προσοδοθηρία ορίζεται γενικά η μη παραγωγική χρήση πόρων στο πλαίσιο ανταγωνισμών (contests) για την κατάκτηση μέσω «μεταβιβάσεων» (transfers), διαφόρων «αμοιβών» (rewards), «βραβείων» (prizes) και εν γένει «προσόδων» (rents), δηλαδή υπάρχοντος πλούτου, αντί της δημιουργίας νέου πλούτου (Congleton, Hillman, Konrad 2008: 1-2). Αν και οι πρώτες μελέτες αφορούσαν συγκεκριμένα είδη «προνομίων» (δασμοί, μονοπώλια) που θεωρήθηκε ότι παραβιάζουν τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, η προσοδοθηρία γίνεται έκτοτε αντιληπτή με ιδιαίτερα γενικό τρόπο, έτσι ώστε μια ποικιλία δράσεων, ακόμα και κεκτημένων δικαιωμάτων να θεωρείται ως προσοδοθηρία, που δεν αποφέρει νέα αξία. Αν η προσοδοθηρία «βασίζεται στη δυνατότητα επηρεασμού των δημόσιων πολιτικών για προσωπικό όφελος», η οποία «μπορεί να συγκαλυφθεί με μια ρητορική κοινωνικού πλεονεκτήματος» (ό.π.: 2), τότε κάθε «κοινωνικό πλεονέκτημα» ενδέχεται να ερμηνευθεί ως προσοδοθηρικό.

Οι απαρχές της θεώρησης περί προσοδοθηρίας εντοπίζονται στις εργασίες των G. Tullock (1967) σχετικά με τις ΗΠΑ και της A. Krueger (1974) για την Τουρκία, η οποία και εισήγαγε τον όρο rent seeking. Η ανάλυση του Tullock (1967) αποσκοπούσε στην ανάδειξη του «κοινωνικού κόστους» ή των «απωλειών ευημερίας» (social costs, welfare costs) τις οποίες συσχέτιζε με την ύπαρξη προνομίων μονοπωλιακού τύπου ή λόγω επιβολής εμπορικών περιορισμών ή δασμών. Οι απώλειες αυτές θεωρείται ότι προέρχονται: α) από τη χρήση πόρων, χρόνου και χρήματος, που αντί να χρησιμοποιηθούν παραγωγικά, δαπανώνται σε ανταγωνιστικές δραστηριότητες επηρεασμού των αρμοδίων, β) από τη χρήση κρατικών πόρων για την εφαρμογή αντιπροσοδοθηρικής νομοθεσίας (π.χ. αντιμονοπωλιακής) και γ) από το ότι τα ίδια τα προνόμια αυτού του τύπου συνιστούν απλές μεταβιβάσεις (transfers) και όχι κερδοφόρες δραστηριότητες. Κατά τον Tullock (ό.π.: 231), τέτοιες δραστηριότητες μπόρεσαν να ανθίσουν στις ΗΠΑ επειδή υπήρχαν ανάλογα οφέλη για το «νικητή», μεταφραζόμενα σε ανάλογο κόστος για τους άλλους ανταγωνιστές και την κοινωνία, κάτι που οδηγούσε σε περαιτέρω ανταγωνισμό για προνόμια.3

Στη γραμμή του Tullock, ο J. Buchanan (1983) συνέδεσε τις θεωρήσεις προσοδοθηρίας με την κριτική στο κεϋνσιανό κράτος που αποτύγχανε να ρυθμίσει την οικονομία υπέρ της ελεύθερης αγοράς εξαιτίας του κομματικού ανταγωνισμού, της ψηφοθηρίας και των πιέσεων από την πλευρά του εκλογικού σώματος για παραπάνω δημόσιες δαπάνες και ικανοποίηση κοινωνικών αξιώσεων.

Βασικό ζήτημα της μετέπειτα βιβλιογραφίας είναι ο υπολογισμός της κοινωνικής απώλειας μέσω του καθορισμού της αξίας των πόρων που δαπανώνται «μη παραγωγικά» για την κατάκτηση προσόδων ή «λαφύρων». Μια πρόσφατη μελέτη (Aggelopoulos κ.ά. 2009: 290) υπολογίζει τις απώλειες για την Ευρωζώνη αλλά και για επιμέρους κράτη-μέλη και επιδιώκει – με ένα μοντέλο όπου η ευκολία και η έκταση της προσοδοθηρίας είναι μαθηματικές παράμετροι που προσαρμόζονται σε οικονομικά στατιστικά δεδομένα για την Ευρώπη κατά την περίοδο 1980-2003 – να απαντήσει στο πρόβλημα της μη-μετρησιμότητας των πόρων (π.χ. εργάσιμος χρόνος) που σπαταλούνται σε προσοδοθηρικές δραστηριότητες.

Στην Ευρωζώνη, οι απώλειες εκτιμώνται σε 18% των φορολογικών εσόδων ή 7% του ΑΕΠ. Αναφορικά με τις επιμέρους χώρες, «η Ιρλανδία και η Ολλανδία σημειώνουν την καλύτερη επίδοση (μηδενική προσοδοθηρία) ακολουθούμενες από τη Φιλανδία», ενώ στο άλλο άκρο του φάσματος «σε Ελλάδα, Πορτογαλία και Ιταλία 16%, 13% και 12% του ΑΕΠ υφαρπάζεται από προσοδοθήρες, ενώ η Γερμανία ακολουθεί με 10%» (ό.π.: 290). Κατά τους συγγραφείς, «φτωχοί θεσμοί» και υψηλή φορολογία εξηγούν την εκτεταμένη προσοδοθηρία.

1. Η ελληνική προσοδοθηρία και η μνημονιακή μεταρρύθμιση

Ελληνικές αναλύσεις ανήγαγαν τις αιτίες της κρίσης σε «ενδογενείς παθογένειες», όπως η κακοδιαχείριση των πόρων, η συστημική διαφθορά και οι «πολιτικές πατρωνίας και νεποτισμού» (Mylonas 2011: 78). Η κρίση ανάγεται στο διαπιστούμενο «προσοδοθηρικό σύστημα της μεταπολίτευσης» (Καζάκος 2011: 242), και στην «προσοδοθηρική κοινωνία» (ό.π.). Με αυτή τη διάγνωση, η θεραπεία του Μνημονίου γίνεται αντιληπτή ως ένα «ατελές μεν, εκσυγχρονιστικό δε σχέδιο» για την αποδυνάμωση της «κοινωνίας των προσοδοθήρων»:

«Παρά τις επιφυλάξεις για επιμέρους μέτρα, το ευρύ και φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων [του Μνημονίου] συνεπάγεται, συνολικά, τη μετάβαση από μια κοινωνία προσοδοθήρων (rent-seeking society) με εκτεταμένη μικροδιαφθορά σε μια κοινωνία στην οποία αποκαθίστανται διαμετρικά αντίθετες αξίες» (Καζάκος 2011: 248).

Οι ομάδες συμφερόντων που διαγκωνίζονται για τους κρατικούς πόρους περιγράφονται ως «προσοδοθήρες Βίκινγκ» που προσπαθούν να υπερασπιστούν «το status quo και που αναζητούν και υπερασπίζονται νόμιμες και παράνομες αρπαγές, κλεψιές και προσόδους» (Mitsopoulos/Pelagidis 2011: 8). Η έλλειψη διαφάνειας και ελέγχων, αδύναμων θεσμών και αναποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης εμποδίζουν τους ψηφοφόρους να επιλέξουν ορθολογικά υπέρ των δομικών μεταρρυθμίσεων στα πεδία της οικονομίας, της δικαιοσύνης και του πολιτικού συστήματος (ό.π.: 6). Ομοίως, οι Λιαργκόβας και Ρεπούσης (2011: 12-13) τονίζουν παράγοντες όπως η αναντιστοιχία προεκλογικών εξαγγελιών και μετεκλογικών πράξεων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται «αίσθηση αιφνιδιασμού στους ιδιωτικούς φορείς και να πληγώνεται η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής» καθώς και η έλλειψη σεβασμού απέναντι στους νόμους, με αποτέλεσμα «η παρανομία να έχει κοινωνικά νομιμοποιηθεί και ουδείς να τολμά να την αμφισβητήσει ως μορφή αγώνα». Το ίδιο το κράτος αποτελεί σύνολο αξιωματούχων που επιδιώκουν τη διατήρηση της εξουσίας τους μέσα από την εξυπηρέτηση της πελατείας:

«Όλα τα χρόνια υπήρξε ατολμία στη λήψη διαρθρωτικών μέτρων γιατί οι πολιτικοί συμπεριφέρονταν ως επιχειρηματίες, λειτουργούσαν ορθολογικά, συνεπώς υπηρετούσαν πρωτίστως το δικό τους συμφέρον και βρίσκονταν σε συνεχή συνδιαλλαγή με πάσης φύσεως οργανωμένα συμφέροντα που επίσης έτειναν να παραβλέψουν το γενικό συμφέρον» (Λιαργκόβας/Ρεπούσης 2011: 12).

Μακράν πιο σοβαρή ως προς τις συνέπειές της ήταν η εκδοχή της προσοδοθηρίας από τα κόμματα που υπέγραψαν τα Μνημόνια αλλά και ομάδες επιχειρηματιών. Η διάσημη φράση του Θ. Πάγκαλου «όλοι μαζί τα φάγαμε» αποτελεί τη χυδαία εκδοχή της προσοδοθηρικής θεώρησης, που τείνει να μετατραπεί στην κυρίαρχη ιδεολογία της κρίσης, υποστηρίζοντας ότι χαμηλά και ανώτερα στρώματα λειτούργησαν ως ορθολογικοί κυνηγοί προσόδων.

Οι απόψεις αυτές εναρμονίζονταν και με τη διάγνωση φορέων όπως ο ΣΕΒ που παραδοσιακά κατήγγελλε το «ζηλότυπο κρατικό παρεμβατισμό» και τις προσοδοθηρικές «συντεχνίες». Αναζητώντας ισχύ για τα αιτήματά του, επικαλείται το Μνημόνιο, ως «μια συγκροτημένη δέσμη σημαντικών μεταρρυθμίσεων, που εφόσον υλοποιηθούν θα επιτρέψουν στη χώρα να ξεπεράσει οριστικά τα αδιέξοδα και τις παθογένειες».4 Μια σειρά από εφαρμοστικούς νόμους των Μνημονίων και νομοθετήματα-αστραπή συμφωνούσαν με τις προτεινόμενες από τον ΣΕΒ μεταρρυθμίσεις: κατάργηση των ελαχίστων αμοιβών, μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, άρση κανονισμών λογοδοσίας στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, μείωση της φορολογίας για εξαγωγικά προσανατολισμένες επιχειρήσεις αλλά και μιας σειράς ειδικευμένων φορολογικών δαπανών όπως συγχώνευσης ή μεταβίβασης επιχειρήσεων, απλοποίηση χωροταξικών και περιβαλλοντικών κανονισμών με ανάθεση αδειοδοτήσεων σε πιστοποιημένες εταιρείες, εκτεταμένο outsourcing κ.ά.5 Ωστόσο, δεν θεματοποιήθηκε από τους υποστηρικτές της μεταρρύθμισης και παραμένει ασαφές το πώς αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα αποδυνάμωναν τις καταγγελθείσες προσοδοθηρικές/ πελατειακές πρακτικές.

2. Ευρωπαϊκοποίηση και αποτυχημένο κράτος

Από γερμανική πλευρά, κυρίαρχη έγινε η άποψη ότι η «ασύδοτη» Ελλάδα «ζούσε πάνω από τις δυνατότητές της» μέσω των ευρωπαϊκών κονδυλίων, εκμεταλλευόμενη την ελαστικότητα και έλλειψη τιμωρητικών μηχανισμών του συστήματος της ΟΝΕ. Δηλώσεις Ευρωπαίων ηγετών, εξώφυλλα του Focus όπως «Προδότες της Ευρω-Οικογένειας» (20/2/2010) ή της Bild Zeitung όπως «Απατεώνες Έλληνες καταστρέφουν το ευρώ μας» (2/3/2010), αλλά και εκλεπτυσμένα ακαδημαϊκά άρθρα για το μέλλον της Ευρωζώνης, υποστήριζαν την άποψη ότι το ίδιο το πολιτικό-οικονομικό σύστημα της Ελλάδας ήταν υπαίτιο για την κρίση.

Σύμφωνα με τον Axt (2010: 544), η ελληνική κρίση είναι καθαρά «εσωτερική» (hausgemacht) εξαιτίας του υψηλού ελλείμματος, του χρέους και της παραγκώνισης των κανόνων της ΕΕ. Το τελευταίο οφείλεται κατά τον Axt (2010: 553) σε «εκείνο το στοιχείο της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας» το οποίο θεωρεί αδιαφιλονίκητο, δηλαδή τις σχέσεις «πατρωνίας και πελατείας» (Patron/Klientel). Από ιστορική σκοπιά, ο Richter (2012) διαπιστώνει μια δομική «πελατειακότητα της Αθήνας», την οποία ανάγει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (που καλλιέργησε μια παράδοση θέασης του κράτους ως εκμεταλλευτή), στο ρόλο της εκκλησίας στην ελληνική πολιτική ιστορία (που εξηγεί τις δυσκολίες του ελληνικού εκσυγχρονισμού από πλευράς χωρισμού εκκλησίας/ κράτους) και στο μεταπολεμικό ρόλο της αμερικανικής και αγγλικής επιρροής. Οι κυβερνήσεις του δικομματισμού εναλλάσσονταν απλώς στην εξουσία για να εγκαταστήσουν τα δικά τους δίκτυα εξουσίας και να εκμεταλλευτούν τους πόρους που διέθετε η ΕΟΚ, γράφει ο Richter (ό. π.). Εισάγει μάλιστα, τον όρο pelateiasmos για να δώσει ελληνική διάσταση στον όρο Klientelismus. Αυτόν θεωρεί ως δομικό-ιστορικό στοιχείο της ελληνικής πολιτικής ζωής, για να εξηγήσει ότι «αυτές οι πολιτικές [των Μνημονίων] θα μπορούσαν να είχαν δοκιμαστεί σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, αλλά όχι στην Ελλάδα» (ό.π.: 27).

Άλλες αναλύσεις αναζητούν ιστορικές συνέχειες ανάμεσα «στην πρώτη χρεοκοπία της πρώτης δημοκρατίας της Αρχαίας Ελλάδας, στα άδεια ταμεία μετά την ανεξαρτησία από την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1822, στη χρεοκοπία του 1893 ως τη σημερινή κρίση» (Konrad/ Zschäpitz 2010: 47). Άλλοι θεωρούν ότι δεν υπάρχει ιστορική συνέχεια, αλλά μόνο ιδεολογία. Το ελληνικό κράτος «δεν είναι πραγματικά νομιμοποιημένο» και βασίζεται στην «εκμετάλλευση του ελληνιστικού μύθου της Αρχαίας Ελλάδας», επιζητώντας παραδοσιακά η ΕΕ να πληρώνει ελληνικά χρέη και συνεχίζοντας «να ζει off shore» εξαιτίας υποτιθέμενων λόγων ιστορικής παράδοσης που καλλιέργησαν παλιοί ηγέτες της ΕΕ (Sorman 2011).

Σε άλλη εκδοχή, o Ott (2011: 39-41) χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία ως προσοδοθηρική και διαφωνεί με τον Habermas για την «αλληλεγγύη» προς την Ελλάδα σαν μια πολιτική που υποτίθεται πως μετατρέψει την ΕΕ «ένωση μεταβιβάσεων» (Transferunion). Προκρίνει αυτό που αντιλαμβάνεται ως «Ευρώπη των Προγραμμάτων» (Europa der Projekte), δηλαδή τη στοχευμένη χρηματοδότηση συνδυαστικά με επιτήρηση σε τομείς που οι χώρες έχουν ανάγκη, π.χ. για την Ελλάδα τονίζει την ανάγκη χρηματοδότησης της επιστημονικής έρευνας (ό.π). Θεωρεί, ακόμη, ότι τα δάνεια προς την Ελλάδα αναπαράγουν το ρόλο της ως προσοδοθήρα και τη συνέχιση της κατάστασης που κατά αυτόν οδήγησε στην κρίση. Τέτοιοι λόγοι είναι το υψηλό της χρέος της Ελλάδας, η αναποτελεσματικότητα του δημοσίου τομέα, η διαφθορά αλλά και το σύστημα «φακελάκι» (ό.π.: 40). Με τη διάσωση της Ελλάδας, ανατροφοδοτούνται κατά τον Ott αυτά τα προβλήματα. Αλληλεγγύη προς την Ελλάδα, λοιπόν, θα ήταν ακριβώς η απόρριψη των χρηματικών μεταβιβάσεων που αυξάνουν την «αρπαγή των προσόδων». Και καθώς πρόκειται για διαχυμένη στην κοινωνία προσοδοθηρία, «αμφίβολη» του φαίνεται επίσης και «η αλληλεγγύη για τις πολλές διαμαρτυρίες, απεργίες και διαδηλώσεις», οι οποίες «παρά τα αριστερά αντανακλαστικά που εγείρουν, θα πρέπει να εξεταστούν κριτικά» μήπως οι φορείς αυτοί δεν αναζητούν παρά επιπλέον προσόδους (ό.π.: 43).

Οι Konrad και Zschäpitz (2010: 49) θεωρούν ότι οι πολιτικοί λόγοι για τους οποίους η Ευρώπη επέτρεψε στην Ελλάδα να γίνει μέλος της ΕΕ ήταν «ότι ίσως οι Ευρωπαίοι ηγέτες να σκέφτηκαν ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα θα διδαχθεί να εξοικονομεί και ότι οι αδυναμίες των θεσμών σίγουρα θα εξαφανίζονταν». Η Ελλάδα χρησιμοποίησε προσοδοθηρικά την ανεκτικότητα της ΕΕ μέσω των Greek Statistics, χωρίς να προβεί σε μεταρρυθμίσεις. Τα δεδομένα αυτά καλούν την Ευρώπη σε παρέμβαση και κάνουν αναγκαία την «ανοικοδόμηση» του ελληνικού κράτους για τη διασφάλιση της Ευρωζώνης και προς όφελος της ίδιας της Ελλάδας (ό.π.).

Ως προς την ανάγκη ανοικοδόμησης υπήρξε ομοφωνία, αλλά όχι και σχετικά με τους τρόπους. Κάποιοι θεώρησαν ότι τέτοιες «αποστολές δημοκρατικοποίησης» στις οριζόμενες ως «ολιγαρχικές κοινωνίες της Πορτογαλίας, της Ελλάδας και της Νότιας Ιταλίας αποτυγχάνουν όταν επιβληθούν από τα πάνω» (Nölke 2012). Άλλοι θεώρησαν ότι αφού το πρόγραμμα απέτυχε, δεν μένει παρά η «από τα πάνω» λύση. Π.χ. ο Straubhaar (2012) παραδέχεται την «πικρή πραγματικότητα» ότι το πρόγραμμα λιτότητας απέτυχε και στραγγάλισε την οικονομία, αλλά εκφράζει την ανάγκη να εγκατασταθούν ειδικοί στο «αποτυχημένο κράτος» Ελλάδα και αυτή να γίνει ενός είδους προτεκτοράτο ώστε να είναι αποτελεσματική η μεταρρύθμιση.

Το πιο γνωστό παράδειγμα εφαρμογής αυτής της λογικής ανοικοδόμησης κράτους είναι η «Ομάδα Δράσης για την Ελλάδα» (Task Force for Greece), για την οποία μάλιστα προβλέπεται στο Μνημόνιο ΙΙ ένας ενισχυμένος ρόλος. Αυτή ήταν μια από τις ομάδες εμπειρογνωμόνων, που μαζί με την Τρόικα κατέφθασαν στην Ελλάδα από το 2010 με σκοπό να επιβλέπουν το πρόγραμμα λιτότητας. Επιδιώκοντας να παρουσιαστεί η Ομάδας Δράσης με ουδέτερο τρόπο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την περιγράφει σαν απλό πάροχο τεχνικής βοήθειας, χωρίς άλλες εξουσίες.6

Οι «ειδικοί» από την Ομάδα Δράσης προβαίνουν σε ευθείες υποδείξεις για λιτότητα, περικοπές μισθών και αναδιάρθρωση, αρθρώνοντας λόγο υπέρ των επιχειρηματικών προτεραιοτήτων, καθώς ήταν κυρίως ομάδες Ελλήνων τραπεζιτών και επιχειρηματιών που είχαν πρόσβαση σε αυτήν (για τον τρόπο λήψης αποφάσεων στην περίοδο 2009-2012, Κοτζιάς 2012).

3. Η θεώρηση της προσοδοθηρίας ως αναλυτικό εργαλείο

Η σύνδεση ανάμεσα στη διαφθορά, τη διαπιστούμενη από τις εν λόγω θεωρήσεις αδύναμη κοινωνία των πολιτών και το μέγεθος της οικονομίας δεν είναι ούτε αιτιακή, ούτε αυτονόητη. Η διαφθορά σε χώρες που βρίσκονται ψηλά στους δείκτες της Transparency International όπως η Ιαπωνία, οι ΗΠΑ ή η Ιταλία δεν ήταν ανασχετικός παράγοντας στη για μεγάλα διαστήματα οικονομική τους ανάπτυξη ή τον εκσυγχρονισμό τους (Fouskas 2012: 28). Ούτε σημαίνει πως χώρες με αδύναμη κοινωνία των πολιτών και διαφθορά έχουν απαραίτητα μεγάλο χρέος ως προς το ΑΕΠ, π.χ. το εν λόγω κλάσμα για την Αλβανία είναι 59,3% και για την Ανγκόλα 20,8% (ό.π.). Ομοίως, το σκάνδαλο Siemens δείχνει ότι η διαφθορά και οι εμπλοκές γύρω από τις προσόδους δεν συνιστούν αποκλειστικά ελληνικά φαινόμενα, καθώς ακόμα δεν έχει φωτιστεί ούτε από την ελληνική ούτε από τη γερμανική δικαιοσύνη. Αλλά και η αγορά, εν μέσω της μεγαλύτερης ελληνικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, γερμανικών υποβρυχίων σκιαγραφεί πως η καταγγελθείσα ανορθολογικότητα του πελατειακού συστήματος δεν είναι απαραίτητα εμπόδιο στις συνηθισμένες εργασίες μεταξύ χωρών.

Επιπλέον, η θεωρητικοποίηση ενός προσοδοθηρικού συστήματος που υποτίθεται πως είναι μοναδικό στην ΕΕ και η ιστορικοποίησή του ως δομικό ελληνικό πρόβλημα, κατατείνει περισσότερο στην αντίληψη πως υπάρχουν χώρες με μια «έμφυτη» ευρωπαϊκότητα και άλλες όχι. Η άποψη αυτή υπακούει σε μια λογική στα όρια του ρατσισμού (Liakos 2011: 20). Ενδεικτικές είναι οι απόψεις υπέρ εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη που εξετάζουν «Τι διαχωρίζει την Ελλάδα από την Ευρώπη»7 και εντοπίζουν αξεπέραστες πολιτισμικές διαφορές και ιδιομορφίες της Ελλάδας «όπου οι ιστορικά υπανάπτυκτοι κόσμοι της Μεσογείου και των Βαλκανίων επικαλύπτονται» (Kaplan 2010). Ως εκ τούτου, το όριο ανάμεσα στην ανάλυση των στρεβλώσεων και την επιφανειακή περιγραφή συμπτωμάτων και ιδιοσυγκρασιών είναι, αν μη τι άλλο, ιδιαίτερα λεπτό.

Η θεώρηση πάσχει, όπως παρατηρεί ο Tsakalotos (2010: 15), από μια «κρυμμένη παραδοχή» ότι χωρίς διεφθαρμένο και πελατειακό κράτος «οι δυνάμεις της αγοράς και της επιχειρηματικότητας θα ανέβαζαν την παραγωγικότητα, θα ενίσχυαν την ανταγωνιστικότητα και θα έβαζαν την ελληνική οικονομία σε ένα υψηλότερο, και σημαντικά πιο βιώσιμο, μονοπάτι ανάπτυξης».

Περαιτέρω, η εν λόγω θεώρηση εμφανίζει το έλλειμμα στην αρχή της κρίσης ως πρόβλημα υψηλών δαπανών και όχι ως πρόβλημα εσόδων, παρότι οι δημόσιες δαπάνες βρίσκονταν πριν από την κρίση χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο8 και οι δαπάνες ανά τομέα ήταν ομοίως χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ (με εξαίρεση τις αμυντικές δαπάνες),9 καθώς και ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων.10 Αγνοεί παράγοντες όπως η μειωμένη φορολογία επί των κερδών των επιχειρήσεων (π.χ. από το 40% το 2000 στο 20% το 2011),11 η εξασφάλιση φορολογικών προνομίων και οι διπλάσιες απ’ ότι στην ΕΕ αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, που είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των εσόδων, π.χ. από το 43% του ΑΕΠ το 2000 στο 37,3 % το 2007 (Karamessini 2012: 164). Επίσης, οι θεωρήσεις περί πελατειακού κράτους χαρακτηρίζονται από επιλεκτική κατανόηση των συμφερόντων, έτσι ώστε, σε αντίθεση π.χ. με τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα, «τραπεζίτες, κατασκευαστές, προμηθευτές στην άμυνα και μια σειρά άλλες ομάδες, σπάνια αντιμετωπίζονται ως συντεχνίες» (Tsakalotos 2010: 16).

Στο πλήθος των γενικευτικών προσεγγίσεων προσοδοθηρίας, εξαίρεση αποτελεί η ανάλυση του Roth (2011), η οποία εστιάζει στις δυο δεκαετίες της ελληνικής φιλελευθεροποίησης και περιγράφει «τρεις στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους κυρίαρχες ελίτ» (2011: 161). Πρόκειται για οικογένειες του εφοπλιστικού και τραπεζικού κεφαλαίου, στις οποίες δίδονται φοροαπαλλαγές ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, έτσι ώστε «όσο πλουσιότεροι γίνονταν, τόσο η διάθεσή τους να πληρώσουν φόρους μειωνόταν, το οποίο οδηγούσε και τα συντηρητικά ανώτερα στρώματα – γιατρούς, εμπόρους ακινήτων, σύμβουλους επιχειρήσεων – σε μια αξιοσημείωτη πτώση του φορολογικού ήθους» (ό.π.). Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσει τις κορυφαίες ευρωπαϊκές εταιρείες στον τομέα των επενδύσεων, των κατασκευών, των εξοπλισμών και των τραπεζών σε στενή σύνδεση με την πρώτη ομάδα. Αναφέρει π.χ. «τον ιδρυμένο στην Ελβετία Όμιλο Λάτση μαζί την Deutsche Bank AG και τις δυο μεγαλύτερες ελβετικές τράπεζες, την Thyssen Krupp με την ελληνική ναυπηγική βιομηχανία, τις μεγάλες γαλλικές και γερμανικές τράπεζες με τον ελληνικό τομέα της αγοράς ακινήτων. οι γαλλικές και γαλλο-βελγικές μεγάλες τράπεζες όπως η Société Générale, Crédit Agricole και Dexia ελέγχουν μέσα από εταιρείες επενδύσεων και θυγατρικές σημαντικά κομμάτια του ελληνικού χρηματοπιστωτικού τομέα». Πρόκειται για επιχειρήσεις που επωφελήθηκαν ιδιαίτερα από την ανάπτυξη της πρώτης περιόδου του ευρώ (2001-2008). Στην τρίτη θέση εντάσσει τους πολιτικούς που μεταπολιτευτικά εναλλάσσονταν στην εξουσία. «Μόνο η Siemens», αναφέρει ο Roth (2011: 162), «στη φάση της ανάπτυξης έκανε δωροδοκίες ύψους 15 εκατομμυρίων ευρώ, για να φέρει την ελληνική εταιρεία ΟΤΕ υπό τον έλεγχό της, να καθοδηγήσει τις κινήσεις των εξοπλισμών του Υπουργείου Άμυνας και να εξασφαλίσει τις σημαντικότερες επενδύσεις της Ολυμπιάδας».

Αυτό το είδος προσοδοθηρίας ενδεχομένως αποτελεί έναν από τους λόγους για τον οποίο, παρά τη μείωση του ελλείμματος τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, και παρά τις πρωτοφανείς περικοπές μισθών και κοινωνικών δαπανών, δεν μειώθηκε το πρόβλημα είσπραξης εσόδων, γεγονός που έκανε τις μνημονιακές κυβερνήσεις να καταφεύγουν σε σωρεία έκτακτων φόρων και νέων περικοπών, ανακυκλώνοντας την ύφεση και συρρικνώνοντας με πρωτοφανή ταχύτητα το εναπομείναν κοινωνικό κράτος.

4. Οι «ανάγκες των αγορών» ως ρυθμιστές της κρατικής πολιτικής

Οι τελευταίες δεκαετίες του νεοφιλελευθερισμού δεν είδαν την «υποχώρηση του κράτους», αλλά μια σειρά εντατικές πολιτικές υπέρ του ανταγωνισμού, μερικών ή ολικών ιδιωτικοποιήσεων, μονεταριστικής αυτονόμησης της μακροοικονομικής πολιτικής από τις εθνικές κυβερνήσεις και απόσυρσης του κράτους από πρωτύτερες προνοιακές του λειτουργίες. Τελευταία έκφραση της νεοφιλελευθεροποίησης, μετά από τις διάφορες φάσεις της που ακολούθησαν την υποχώρηση της εθνικοκρατικής κεϋνσιανής ρύθμισης και της κρίσης του 1970, αποτέλεσε η πιστωτική φιλελευθεροποίηση της στεγαστικής πολιτικής καθώς και μια σειρά πολιτικών μεταβίβασης προς τους πολίτες της ευθύνης χρηματοδότησης της σύνταξης και της ασφάλισής τους στις ΗΠΑ και εν μέρει στην ΕΕ.

Αυτή η «χρηματιστικοποίηση της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης» (Saad-Filho 2011: 244) επεδίωξε να λειτουργήσει ως αντίβαρο στη συστηματική από τις αρχές του 1990 υποχώρηση του κοινωνικού κράτους, εξαντλώντας την όποια αποτελεσματικότητά της ως την κρίση του 2008. Έκτοτε, τα κράτη επιδίδονται σε διασώσεις τραπεζών, γίνονται εγγυητές καταθέσεων και χρηματοοικονομικών επενδύσεων, αγοράζουν προσωρινά τους απαξιωμένους τίτλους, εθνικοποιούν σημαντικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επιβάλλουν έκτακτους φόρους για να αντεπεξέλθουν στη μείωση των φορολογικών εσόδων λόγω της κρίσης και κοινωνικοποιούν τις οικονομικές απώλειες (ό.π.: 245).

Στην Ευρωζώνη οι τράπεζες γίνονται αντιληπτές ως οι σπουδαιότεροι κοινωνικοί θεσμοί. Τον Ιούνιο του 2012, ταυτίστηκε η διάσωση «της Ισπανίας» με αυτή των διαφόρων εγχωρίων ή/και ξένων συμφερόντων τραπεζών στο έδαφος της Ισπανίας, την οποία έπρεπε να χρηματοδοτήσουν Ισπανοί και άλλοι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι. Τα κράτη από την πλευρά τους, εξισώνουν τα δημόσια οικονομικά με τα κέρδη των επιχειρήσεων και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Η μείωση κοινωνικών δαπανών και η λήψη μέτρων για την υποβάθμιση της εργασίας αποτέλεσαν κυρίαρχες πολιτικές προϋποθέσεις.

Το κριτήριο που κάνει μια οικονομία «υγιή» ή χρήζουσα «διάσωσης» δεν είναι σαφές ούτε δοσμένο από πριν. Προκύπτει κατά περίπτωση, σαν οι «σοφές» αγορές να γνωρίζουν και να κρίνουν συγκεκριμένα και σε βάθος τι πρέπει να διορθωθεί σε κάθε εθνική οικονομία. Ενώ στην περίπτωση της Ελλάδας ασκήθηκε κριτική στον προσοδοθηρικό κρατισμό, το χρέος και την ατελή φιλελευθεροποίηση, η κρίση της Ιρλανδίας αποδόθηκε στην υπέρμετρη φιλελευθεροποίηση των τραπεζών και τις φούσκες στα ακίνητα. Σε όλες τις περιπτώσεις, η λιτότητα ήταν η κύρια απάντηση στις κρίσεις.

Αλλά ακόμα και τα πλέον αυστηρά προγράμματα λιτότητας δεν κατορθώνουν να ικανοποιήσουν τις «αγορές». Εξάλλου, το ότι «ούτε καν “οι αγορές” δεν θα έβαζαν τα λεφτά τους στο μάντρα των οικονομικών της προσφοράς, σύμφωνα με τα οποία η ανάπτυξη επιτυγχάνεται με περικοπές δημοσίων δαπανών» (Streeck 2011: 25), αντανακλάται στην ελληνική περίπτωση στις αντιφατικές αξιολογήσεις των προγραμμάτων λιτότητας από ειδικούς αναλυτές και οίκους αξιολόγησης. Π.χ. ενώ η Morgan Stanley έβλεπε τον Αύγουστο του 2010 τη «δημοσιονομική σταθεροποίηση» ως ιδιαίτερα πιθανή λόγω της προθυμίας του «πολιτικού μετώπου» στην Ελλάδα να επιβάλει τα μέτρα, η Citi Group το ίδιο διάστημα αμφέβαλε για το αν είναι βιώσιμες οι μεταρρυθμίσεις, εξαιτίας της «κόπωσης της προσαρμογής», η οποία «θα εκτροχίαζε τη διαδικασία» (για μια επισκόπηση των αξιολογήσεων από τράπεζες και οίκους αξιολόγησης στην ελληνική περίπτωση βλ. Wansleben 2011: 511).

Παρά τη γερμανική αφήγηση (εργατικοί και πειθαρχημένοι Γερμανοί πληρώνουν προσοδοθήρες Έλληνες) και την ελληνική (η χώρα βρίσκεται υπό γερμανική κυριαρχία), αξιοσημείωτο είναι ότι, Γερμανία και Ελλάδα έκαναν ό,τι και οι περισσότερες χώρες μετά την κρίση του 2008, προσπαθώντας να ανακόψουν τον εκτροχιασμό της υπάρχουσας χρηματοπιστωτικής οικονομίας. Το πιο γνωστό σημείο σύμπνοιας αφορά στις διασώσεις τραπεζών. Τον Οκτώβρη του 2008 η γερμανική κυβέρνηση αποκρίθηκε με ένα σχέδιο διάσωσης ύψους 500 δις ευρώ που περιγράφτηκε σαν «το μεγαλύτερο πακέτο διάσωσης στη μεταπολεμική ιστορία».12 Στην Ελλάδα, όταν ξέσπασε η κρίση του 2008, η τότε κυβέρνηση της ΝΔ και η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών δημιούργησαν ένα κλίμα εφησυχασμού, με το επιχείρημα ότι η οικονομία δεν κινδύνευε λόγω της μικρής έκθεσης των ελληνικών τραπεζών σε τοξικά προϊόντα και του χαμηλού βαθμού διεθνοποίησης τους.13 Οι ευοίωνες αναλύσεις δεν εμπόδισαν την κυβέρνηση να χορηγήσει το Νοέμβρη του 2008 28 δις στις τράπεζες, αυξάνοντας διαρκώς το ποσό στα επόμενα χρόνια.

Με άλλα λόγια, ο διαχωρισμός μεταξύ χωρών που διασώζουν και διασώζονται είναι ασαφής, κυρίως γιατί είναι ασαφές το υποκείμενο της «διάσωσης». Τα κράτη δρουν ως «διασώστες» του σύνθετου (λόγω αλληλεξάρτησης και αλληλοδιείσδυσης) και δυνητικά αδιαπέραστου (λόγω του διεθνικού και διατοπικού του χαρακτήρα) πλέγματος των «διεθνών αγορών» που δημιουργούν την κρίση.

Τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γερμανία, οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν συνδυάστηκαν με απλοϊκές, κατάλληλες για τα ΜΜΕ και εύπεπτες για το εκλογικό κοινό ρητορικές. Σύνθετες υπερεθνικές διαδικασίες νεοφιλελευθεροποίησης ανάγονται σε – λιγότερο ή περισσότερο υπαρκτές – παθογένειες συγκεκριμένων εθνικών οικονομιών που λειτουργούν ως αποδιοπομπαίοι τράγοι, με πρώτο θύμα αυτής της στρατηγικής εντός Ευρωζώνης την Ελλάδα. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος των θεωρήσεων προσοδοθηρίας δεν ήταν παρά η ηθικοποίηση και δικαιολόγηση των πολιτικών της περιόδου 2010-2012.

5. Τελικές παρατηρήσεις

Οι διαγνώσεις της ελληνικής κρίσης που βασίστηκαν στη θεώρηση της προσοδοθηρίας χαρακτηρίζονται από ιστορισμό (αναγωγή της προσοδοθηρίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία που καλλιέργησε μια νοοτροπία δυσπιστίας απέναντι στο κράτος), οικονομισμό (αναγωγή της προσοδοθηρίας στην ορθολογική οικονομική συμπεριφορά των δρώντων που αποφάσισαν πως τους συμφέρουν αντί άλλων οι μη-παραγωγικές μεταβιβάσεις), κουλτουραλισμό (αναγωγή της προσοδοθηρίας σε μια κουλτούρα εργασιακής νωθρότητας που διέβρωσε την ανταγωνιστικότητα) και πολιτικισμό (αναγωγή της προσοδοθηρίας στις μικροπολιτικές πελατειακές σχέσεις εντός κράτους).

Θεωρήσεις αυτού του τύπου αντανακλούν τη θεωρία της ορθολογικής επιλογής, η οποία εκκινεί από την αξιωματική θέση ότι η (δι)ατομική και κοινωνική δράση καθορίζεται από ένα (ταυτολογικά ορισμένο), ορθολογικό οικονομικό συμφέρον: καθώς οι δρώντες (άτομα ή ομάδες, οι παρασιτικές συντεχνίες, το κράτος της διαφθοράς) χαρακτηρίζονται από οικονομικό εγωισμό δεν επιζητούν παρά τη μεγιστοποίηση του οφέλους τους. Όσο περισσότερο το σύστημα μειώσει τα σημεία τριβής κράτους-κοινωνίας και τις αξιώσεις των κοινωνικών ομάδων από το κράτος, τόσο περισσότερο θα επιτρέψει στην αυτο-ρυθμιζόμενη αγορά να αποβάλλει την προσοδοθηρία. Συνεπώς, όχι μόνο επιδιώκεται να ενταχθεί η σχέση οικονομίας-κοινωνίας στο όραμα ενός απομακρυσμένου κράτους, αλλά και παραγνωρίζεται ότι η αγορά αποτελούσε σε όλες τις φάσεις του καπιταλισμού έναν χώρο τροφοδοτούμενο από κοινωνικές σχέσεις εξουσίας που υπόκειται σε πολιτική και θεσμική ρύθμιση.

Στην περίπτωση της ελληνικής κρίσης, η θεώρηση περί προσοδοθηρίας ενοχοποίησε την κοινωνία και αποσύνδεσε την κρίση τόσο από την παρούσα φάση του καπιταλισμού και της ευρύτερης κρίσης που ξέσπασε το 2008 (McNally 2011), όσο και από την κρίση που ανέδειξε τις δομικές αδυναμίες της ΟΝΕ (Scharpf 2011). Έτσι, λειτούργησε ως το δικαιολογητικό πλαίσιο της συνταγής που υποτίθεται πως θα έβγαζε την Ελλάδα από την κρίση ήδη από το 2010, ημερομηνία που μετατίθεται διαρκώς, εξυπηρετώντας τις προτεραιότητες των επιχειρηματιών, νομιμοποιώντας τη «μετα-δημοκρατική» διακυβέρνηση, επιφέροντας την άνοδο του νεοφασισμού και προωθώντας ένα όραμα για το μέλλον στο οποίο ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα σημαίνει φτηνή και «ευέλικτη» εργασιακή δύναμη.

Ειδικά στις γερμανικές θεωρήσεις προσοδοθηρίας, ο στιγματισμός της Ελλάδας λειτούργησε δικαιολογητικά για τη διαφαινόμενη εντός ΕΕ τάση προς την «οικονομική διακυβέρνηση» (Wirtschaftsregierung), δηλαδή την επιβεβλημένη και νομικά-συνταγματικά, υιοθέτηση μέτρων λιτότητας και νεοφιλελευθεροποίησης. Οι ελληνικές θεωρήσεις προσοδοθηρίας αναλώθηκαν στην (αυτο)ενοχοποίηση, παρέβλεψαν το συνολικό πλαίσιο των εξελίξεων και συμπλήρωσαν τις γερμανικές με πιο λεπτομερείς αναλύσεις για το εσωτερικό της χώρας.

Από την ίδρυσή της ως και πριν την κρίση, η «ενωμένη Ευρώπη» εξελίχθηκε από τελωνιακή ένωση σε μια περίοδο προστατευτισμού, σε ζώνη ελεύθερου εμπορίου και από εκεί σε ένωση ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων και κοινής αγοράς, θεσπίζοντας στην τελευταία της φάση όλες τις ρυθμίσεις για την άρση των εμποδίων του ανταγωνισμού (Fisahn 2011: 49). Το ότι το κράτος ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μετά μετατρέπεται σε «ανταγωνιστικό κράτος» (Hirsch) που μεριμνά να εξασφαλίσει ευνοϊκές συνθήκες για το διεθνές ή εγχώριο κεφάλαιο στο έδαφός του (Standortpolitik), είχε ως συνέπεια, ανάμεσα σε άλλα, τον εναρμονισμό των εθνικών νομοθεσιών ως προς την πολιτική του ανταγωνισμού.

Καθώς το πεδίο της φορολογικής και της κοινωνικής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν από τα τελευταία πεδία άσκησης μιας περισσότερο αυτόνομης εθνικής πολιτικής, οι κυβερνήσεις αναζητούν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, είτε μέσα από την όλο και πιο φιλική προς το κεφάλαιο φορολογία και τις ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις, είτε μέσα από μια όλο και λιγότερο προνοιακή πολιτική (Fisahn 2011: 51).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναλαμβάνει διευρυμένες λειτουργίες και ελεγκτικό ρόλο κατά την επίβλεψη εθνικών προϋπολογισμών στην κατεύθυνση μιας κεντρικής οικονομικής διακυβέρνησης που απομειώνει περαιτέρω τις εθνικοκρατικές δημοσιονομικές αρμοδιότητες.

Πρόκειται για τη διεύρυνση της Σουμπετεριανής τάξης από το επίπεδο του έθνους κράτους στο ευρωπαϊκό με στόχο την εμβάθυνση της φιλελευθεροποίησης, του ανταγωνισμού, της επιχειρηματικής διακυβέρνησης και μιας παραγωγίστικης κοινωνικής πολιτικής (Jessop 2008: 224).

Αξιώσεις συνταγματοποίησης δεν διατυπώνονται για πρώτη φορά με το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, αλλά τίθενται ήδη από τους θεωρητικούς της δημόσιας επιλογής και της προσοδοθηρίας, π.χ. στις εργασίες των δεκαετιών 1960 και 1970 του Buchanan και άλλων. Θεωρώντας ότι όταν ορθολογικά δρώντες πολιτικοί επιδιώκουν το μέγιστο ατομικό (εκλογικό) όφελος, δεν μεγιστοποιούν αναγκαστικά και το δημόσιο συμφέρον (το οποίο φυσικά ταυτίζεται με μειωμένες δημόσιες δαπάνες), οι νεοφιλελεύθεροι θεωρητικοί αναζητούσαν μια οικονομική πολιτική υποτιθέμενα πάνω από το κράτος και τελικά, τη συνταγματοποίηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας (για μια επισκόπηση του νεοφιλελεύθερου συνταγματισμού Turner 2008: 52-53).

Για παράδειγμα, σχετικά με τις ΗΠΑ, οι Buchanan και Wagner (2000: 188) είχαν προτείνει τροποποίηση του συντάγματος έτσι ώστε να απαιτεί ισοσκελισμένο προϋπολογισμό και, σε περίπτωση διαπίστωσης ελλείμματος, αυτόματη περικοπή δημοσίων δαπανών ώστε να διορθωθεί η απόκλιση εντός τριμήνου. Ομοίως, αναφορικά με τη Βρετανία, οι Buchanan, Burton και Wagner (1978) έκριναν ότι οι πολιτικοί απείχαν από το να είναι «διορατικοί πολιτικοί και διαχειριστές του μέλλοντος». Θεωρούσαν ότι η «Κεϋνσιανή επανάσταση» ενθάρρυνε αυτό που αντιλαμβάνονταν ως ροπή της ίδιας της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης προς τις αυξανόμενες δαπάνες, αφού οι πολιτικοί ενέδιδαν σε αυξήσεις δαπανών, απασχόλησης κλπ. για λόγους πολιτικής επιβίωσης (ό.π.: 23). Ως αντίδοτο προτάθηκε η εφαρμογή της αρχής του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού και της αυτόματης διόρθωσης των ελλειμμάτων μέσω περικοπών (ό.π.: 81-82).

Η διαδικασία συνταγματικής νεοφιλελευθεροποίησης παραγνωρίζεται από νεο-κεϋνσιανές θεωρήσεις που ανάγουν την κρίση στις ανισορροπίες στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών ανάμεσα σε ελλειμματικές και πλεονασματικές χώρες. Οι θεωρήσεις αυτές ασκούν κριτική στην ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι η κρίση στις «περιφερειακές» χώρες είναι αποτέλεσμα υπέρογκων δαπανών και υποστηρίζουν ότι οι πλεονασματικές χώρες οφείλουν να τονώσουν την εσωτερική τους ζήτηση και παράλληλα να βοηθήσουν τις ελλειμματικές να αυξήσουν τις εξαγωγές τους (για μια επισκόπηση τέτοιων απόψεων Dullien/ Guerot 2012). Στη «νεομερκαντιλιστική» εκδοχή αυτής της θεώρησης, το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα προέρχεται, σε συνθήκες κοινού νομίσματος, σχεδόν αποκλειστικά από τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας. Για παράδειγμα, για τη Γερμανία, η απόσταση ανάμεσα στο ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας και το ρυθμό αύξησης των μισθών αποδίδεται σε μια «νεομερκαντιλιστική συμμαχία ανάμεσα σε κεφάλαιο και συνδικάτα», η οποία «ευνοεί το κεφάλαιο περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες» (Bellofiore/Garibaldo/Halevi 2011: 136).

Η κριτική στη νεοφιλελεύθερη πρόσληψη με βάση την προβληματική περί ασυμμετρίας στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών πλεονεκτεί κατά το ότι φωτίζει την ανομοιογένεια των οικονομιών της Ευρωζώνης και τις διαφορετικές μισθολογικές πολιτικές, καταδεικνύει τους εντός αυτής ανταγωνισμούς διαφορετικών μερίδων του κεφαλαίου και κλονίζει την εντύπωση μιας ενιαίων συμφερόντων Ευρώπης. Απ’ την άλλη, η άποψη αυτή παραβλέπει πως η μισθολογική πολιτική δεν μπορεί να καθοριστεί «από τα πάνω» για χάρη, υποτίθεται, μιας βιώσιμης Ευρωζώνης, αλλά αντανακλά και προκύπτει από τους ταξικούς συσχετισμούς δύναμης εντός των εθνικών κοινωνιών. Κυρίως όμως, η αδυναμία αυτής της άποψης είναι ότι υποβαθμίζει την κοινή σε παγκόσμιο επίπεδο διαδικασία νεοφιλελευθεροποίησης εις βάρος των εργατικών τάξεων. Ως εκ τούτου, τείνει να εμφανίζει τις ταξικές αντιθέσεις σαν αντιθέσεις ανάμεσα σε εθνικούς καπιταλισμούς.

Βιβλιογραφία

Angelopoulos, K., Philippopoulos, A., Vassilatos, V., 2009, “The Social Cost of Rent-Seeking in Europe”, European Journal of Political Economy 25.

Axt, Heinz-Jürgen, 2010, “Verschuldung in Griechenland: Ursachen einer hausgemachten Krise und Folgen für den Euroraum”, Südosteuropa 58, τ. 4.

Bellofiore, Riccardo, Garibaldo, Francesco, Halevi, Joseph, 2011, “The Global Crisis and the Crisis of European Neomercantilism”, Socialist Register, τ. 47.

Buchanan, James M., Wagner, Richard E., Burton, James, 1978, The Consequences of Mr. Keynes, The Institute of Economic Affairs, Sussex.

Buchanan, James M., 1983, “Rent-Seeking, Non-compensated Transfers and Laws of Succession”, Journal of Law and Economics, τ. 26, ν. 1.

Buchanan, James M., Wagner, Richard E., 2000, Democracy in Deficit: The Political Legacy of Lord Keynes τ. 8, The Collected Works of J. Buchanan, Liberty Fund, Indianapolis.

Congleton Roger D., Hillman, Arye L., Konrad, Kai A., 2008, “Forty Years of Research on Rent Seeking: An Overview”, στο Congleton Roger D., Hillman, Arye L., Konrad, Kai A. (eds.), Forty Years of Research on Rent Seeking: Theory of Rent Seeking, Springer, Heidelberg.

Dullien, Sebastian, Guerot, Ulrike, 2012, The Long Shadow of Ordoliberalism: Germany’s approach to the Euro Crisis, Policy Brief, European Council on Foreign Relations, ecfr.eu, February.

Fisahn, Andreas, 2011, “Europa Braucht einen Neuen Gesellschaftsvertrag”, Vorgänge, Heft 4.

Fouskas, Vassilis, 2012, “Insight Greece: The Origins of the Present Crisis”, Insight Turkey, τ. 14, ν. 2.

Jessop, Bob, 2008, State Power: A Strategic-Relational Approach, Polity Press, Cambridge.

Kaplan, Robert, 2010, “For Greece’s Economy, Geography was Destiny”, The New York Times, 24.10.2010 (http://www.nytimes.com/2010/04/25/opinion/25kaplan.html).

Karamessini, Maria, 2012, “Sovereign Debt Crisis: An Opportunity to complete the Neoliberal Project and Dismantle the Greek Employment Model”, Lehndorff, Steffen (ed.), A triumph of failed ideas European models of capitalism in the crisis, European Trade Union Institute.

Καζάκος, Πάνος, 2011, Μετά το Μνημόνιο: Οικονομική Πολιτική στην Ελλάδα υπό Διεθνή Έλεγχο, Παπαζήσης, Αθήνα.

Konrad, Kai A., Zschäpitz, Holger, 2010, Schulden ohne Sühne?: Warum der Absturz der Staatsfinanzen uns alle trifft, Beck, München.

Κοτζιάς, Νίκος, 2012, Η πολιτική σωτηρίας ενάντια στην Τρόικα, Λιβάνης, Αθήνα.

Krueger, Anne O., 1974, The Political Economy of the Rent-Seeking Society, The American Economic Review, τ. 64, ν. 3.

Liakos, Antonis, 2011, “Griechenland und Europa: Im Knäuel der Krisenreaktionskräfte. Vorurteile und Richtigstellungen”, Lettre International 95, Winter.

Λιαργκόβας, Παναγιώτης, Ρεπούσης, Σπύρος, 2011, Κρίση, Δανεισμός και Χρεοκοπία: Ελληνικές και Διεθνείς Εμπειρίες, Παπαζήσης, Αθήνα.

MacNally, David, 2011, Global Slump: The Economics and Politics of Crisis and Resistance, Oakland, Spectre, PM Press.

Mitsopoulos, Michael, Pelagidis, Theodore, 2011, Understanding the Crisis in Greece: From Boom to Bust, Palgrave MacMillan, New York.

Mylonas, Harris, 2011, “Is Greece a Failing Developed State? Causes and Socio-economic Consequences of the Financial Crisis”, στο Botsiou, K. (ed.), The Global Economic Crisis and the Case of Greece (The Kostas Karamanlis Institute of Democracy, Yearbook 2011), Springer Verlag, Berlin.

Nölke, Andreas, 2012, “Rettet Europa! Ohne den Euro?”, Blätter für Deutsche und Internationale Politik, τ. 3.

Ott, Konrad, 2011, “Solidarität in Europa und der „Fall Griechenland“: Ein Argument für einen ökologischen Marshallplan”, Vorgänge, τ. 4.

Richter, Heinz A., 2012, “Athener Klientelismus: Die Politische Kultur Griechenlands und die Wurzel der Schuldenkrise”, Lettre International 96, Frühjahr.

Roth, Karl Heinz, 2011, “Griechenland und die Euro-Krise”, Sozial. Geschichte Online, τ. 6.

Saad-Filho, Alfredo, 2011, “Crisis in Neoliberalism or Crisis of Neoliberalism?”, Socialist Register, τ. 47.

Sorman, Guy, 2011, The Greek Grand Debt, 28.09.2011 http://gsorman.typepad.com/guy_sorman/2011/09/the-greek-grand-debt.html.

Straubhaar, Thomas, 2012, “Griechenland braucht Fachkräfte aus dem Norden“, Die Welt, 08.05.2012, http://www.welt.de/106041246.

Tsakalotos, Euclid, 2010, Greek Economic Crisis, Department of International and European Economic Studies, Athens University of Economics and Business, July.

Tullock, Gordon, 1967, “The Welfare Costs of Tariffs, Monopolies, and Theft”, Western Economic Journal, τ. 5, ν. 3.

Turner, Rachel, 2008, “Neo-Liberal Constitutionalism: Ideology, Government and the Rule of Law”, Journal of Politics and Law, τ. 1, ν. 2.

Wansleben, Leon, 2011, “Wie wird bewertbar, ob ein Staat zu viele Schulden hat? Finanzexperten und ihr Bewertungswissen in der griechischen Schuldenkrise”, Berliner Journal für Soziologie, τ. 21, ν. 4, Dezember.


1 “No EU bailout for Greece as PM promises to ‘put house in order’”, The Guardian, 28.01.2010, http://www.guardian.co.uk/business/2010/jan/28/greece-papandreou-eurozone.

2 Π.χ. “Angela Merkel casts doubt on saving Greece from financial meltdown”, The Guardian, 25.01.2012, http://www.guardian.co.uk/world/2012/jan/25/angela-merkel-greece-financial-meltdown

3 «Όπως μια επιτυχημένη κλοπή θα ωθήσει άλλους κλέφτες σε μεγαλύτερες δουλειές και θα απαιτήσει περισσότερη επένδυση σε προστατευτικά μέτρα, έτσι και κάθε επιτυχής εγκαθίδρυση ενός μονοπωλίου ή δημιουργία ενός δασμού θα εγείρει εκτενέστερη εκτροπή πόρων σε προσπάθειες να οργανωθούν περαιτέρω μεταβιβάσεις εισοδήματος» (Tullock 1967: 231).

5 Ό.π.

6 “Questions and Answers on the Task Force for Greece”, MEMO 11/599, 13.09.2011, Brussels, Βλ. http://europa.eu/rapid/pressReleasesAction.do?reference=MEMO/11/599.

7 “Was Griechenland von Europa trennt”, Der Spiegel, 18.05.2012.

8 Βρίσκονταν στο 46,9% του ΑΕΠ ενώ ήταν 47,4% στην ΕΕ. European Commission, Eurostat, Government finance statistics – Statistics Explained, 06.08.2012. epp.eurostat.ec.europa.eu/statistics_explained/index.php/Government_finance_statistics#Database.

9 Για παράδειγμα, από το 2001 ως το 2009, οι δαπάνες για την υγεία ήταν 5,1% του ΑΕΠ (συγκρινόμενο με το 6,7% της ΕΕ), για την παιδεία 3,8%, χαμηλότερα από το 5,3% της ΕΕ, για κοινωνική προστασία 16,8% (EΕ: 18,6%), ενώ οι αμυντικές δαπάνες ήταν 3,2% ενώ στην ΕΕ 1,6%., European Commission, Eurostat, ό.π.

10 Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (ILO), το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων για την περίοδο 2001-2009 κυμαίνεται μεταξύ 20 και 22% της συνολικής απασχόλησης (συνολικό εργατικό δυναμικό μείον άνεργοι), δηλαδή περίπου στο ίδιο επίπεδο με τη Βρετανία και σημαντικά χαμηλότερο από το 30% της Γαλλίας ή το 27% της Ολλανδίας. International Labor Organization, Geneva, LABORSTA - Labour Statistics Database, 10.10.2011, laborsta.ilo.org.

11 Eurostat/European Commission, Taxation trends in the European Union – Data for the EU member states, Iceland and Norway, Publications Office of the European Union, Luxembourg, 2011, σ. 129

12 “Germany Responds to Finance Crisis: Parliament Approves Bank Bailout Package”, Der Spiegel, 17.10.2008, http://www.spiegel.de/international/germany/0,1518,584781,00.html.

13 «Οι ελληνικές τράπεζες δεν κινδυνεύουν από την κρίση», 05.10.2008, http://news.in.gr/economy/article/?aid=944332.