ΑΜΦΙΣΒΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΥΡΩΚΕΝΤΡΙΣΜΟ:

Η ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ «ΑΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ»

ΑΠΟ ΤΟΝ JOHNM. HOBSON


του Δημήτρη Καραλή


«Εάν θέλουμε να υπερασπισθούμε αποτελεσματικά την ευρωπαϊκή κληρονομιά, τότε η πρώτη μας κίνηση θα πρέπει να είναι βαθιά αυτοκριτική. Ό, τι θεωρούμε μεμπτό και επικίνδυνο στην αμερικανική πολιτική και στον αμερικανικό πολιτισμό, αποτελεί μέρος της ίδιας της Ευρώπης» SlavojZizek., Ιράκ: Η δανεική χύτρα.



1. Εισαγωγή1


Η έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου του John Hobson Οι ανατολικές ρίζες του δυτικού πολιτισμού αποτελεί σημαντικό πνευματικό γεγονός το οποίο δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αγνοήσουμε. Κάτι τέτοιο θα μας στερούσε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε ένα έργο που αφενός αμφισβητεί όλες εκείνες τις αφηγήσεις που παρουσιάζουν τη μεν Δύση ως το ενεργητικό υποκείμενο της ιστορίας τη δε Ανατολή ως παθητική, αδύναμη, «αιώνιο θύμα», «αιώνιο παιδί», αφετέρου παρουσιάζει μια εναλλακτική πρόταση για το πώς έγινε δυνατή η περιβόητη άνοδος της Δύσης. Με άλλα λόγια, θα χάναμε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε μια συγκροτημένη προσπάθεια αφενός αποδόμησης του Λόγου περί παγκόσμιας ιστορίας που εκφέρουν τα κυρίαρχα θεωρητικά ρεύματα στο χώρο των επιστημών του ανθρώπου, αφετέρου ανασυγκρότησης μιας εναλλακτικής αφήγησης για το ποια ήταν η ιστορική πορεία της ανθρωπότητας τα τελευταία 1000 χρόνια.2

Ήδη από την εισαγωγή του βιβλίου, ο Χόμπσον θέτει το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί. Έτσι δηλώνει πως θεωρεί τη διαμάχη μεταξύ βεμπεριανών και μαρξιστών (διαμάχη που παλιότερα κυριαρχούσε στους χώρους των ιστορικών) ουσιαστικά άνευ νοήματος, επειδή, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, και οι δύο πλευρές ενστερνίζονταν μια ευρωκεντρική θεώρηση του ιστορικού γίγνεσθαι. Επίσης ξεκαθαρίζει πως σκοπεύει με το πόνημά του αυτό να παρέμβει σε μια διαμάχη που ουσιαστικά ξεκίνησε τις τελευταίες δυο δεκαετίες και που πλέον έχει φουντώσει, δηλαδή τη σύγκρουση ευρωκεντρισμού - αντιευρωκεντρισμού. Δηλώνει μάλιστα κατηγορηματικά ότι θέλει να παρέμβει υπέρ του δευτέρου με διττό τρόπο : α) δείχνοντας ότι από τα συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα προκύπτει ότι οι ευρωκεντρικές θεωρήσεις είναι λανθασμένες, β) δίνοντας μια εναλλακτική περιγραφή των τελευταίων χιλίων ετών της παγκόσμιας ιστορίας.3 Ουσιαστικά δηλαδή, συνειδητή επιδίωξη του βιβλίου του είναι να υπονομεύσει τις εθνοκεντρικές, ευρωκεντρικές και, σε τελική ανάλυση, ρατσιστικές λογικές της κυρίαρχης ιδεολογίας που η κατεστημένη ιστοριογραφία νομιμοποιεί.


2. Ανασυγκροτώντας το ιστορικό επιχείρημα του Χόμπσον


2.1. Αναδεικνύοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο των Αράβων και των Κινέζων


Για τον Χόμπσον δεν θα πρέπει ο ευρωκεντρισμός να απορριφθεί επειδή δεν είναι «πολιτικά ορθός».4 Βέβαια, το ότι πολλές φορές μπορεί να σχετίζεται και να επηρεάζεται από τέτοιου είδους λογικές θα πρέπει να μας κάνει καχύποπτους απέναντί του. Δεν είναι όμως αυτό αρκετός λόγος για να τον απορρίψουμε. Αντιθέτως, θα πρέπει να τον κρίνουμε με βάση το κατά πόσο τα ιστορικά γεγονότα τον επιβεβαιώνουν. Γι’ αυτό και ο Χόμπσον ξεκινά μια εκτεταμένη ανάλυση της ιστορίας της Ευρασίας από το 500 και μετά.

Για τον Χόμπσον, η παραδοσιακή αντίληψη ότι πριν την έλευση του βιομηχανικού πολιτισμού οι διάφορες οικονομίες ήταν απομονωμένες, δεν είναι ορθή. Κατά τη γνώμη του, ήδη από το 500 λαοί της Ανατολής όπως οι Κινέζοι, οι Ινδοί, οι Άραβες και οι Πέρσες, είχαν δημιουργήσει ένα παγκόσμιο δίκτυο εμπορικών ανταλλαγών χάρη στο οποίο οι κοινωνίες του τότε γνωστού κόσμου ανέπτυξαν έντονες σχέσεις μεταξύ τους. Γι’ αυτό και θα πρέπει να παύσουμε να πιστεύουμε το μύθο της ενδογενούς ανάπτυξης της Δύσης και να αρχίσουμε να την βλέπουμε ως αυτό που μέχρι το 1800 όντως ήταν: ως η πιο υποανάπτυκτη (και τεχνολογικά) περιοχή της παγκόσμιας οικονομίας που ωφελούνταν από τα «χαρτοφυλάκια πόρων» (ιδέες, τεχνολογίες, εφευρέσεις, θεσμοί, αγορές, ανθρώπινο δυναμικό), τα οποία εισέρεαν σε αυτή από τις πιο προηγμένες ανατολικές κοινωνίες.5

Παρά τα όσα υποστηρίζει η κατεστημένη ιστοριογραφία, η Ανατολή ήταν πιο προηγμένη από τη Δύση μέχρι τον 19ο αιώνα. Έτσι, από το 610 μέχρι το 1100, οι Άραβες ήταν αυτοί που διέθεταν το ηγετικό προβάδισμα τόσο της «εντατικής» όσο και της «εκτατικής» ισχύος παγκόσμια, μάλιστα την τελευταία τη διατήρησαν μέχρι και τον 15ο αιώνα. Επομένως, η άνοδος του Ισλάμ όχι μόνο δεν απέτρεψε την οικονομική ανάπτυξη, αλλά εν πολλοίς την υποβοήθησε, γιατί το Ισλάμ ευνοούσε το εμπόριο και γενικότερα την ορθολογική επιχειρηματική δραστηριότητα.6 Πιο συγκεκριμένα, στο Κοράνι λέγεται σαφώς ότι το εμπόριο είναι κάτι θετικό και ότι, σε αντίθεση με τη φτώχια, η συσσώρευση πλούτου είναι κάτι ευλογημένο από τον Αλλάχ. Επίσης ο Προφήτης Μωάμεθ ήταν έμπορος ο ίδιος και πίστευε στην αξία της επένδυσης. Έτσι η θρησκεία βοήθησε και δεν καθυστέρησε την οικονομική ανάπτυξη. Μάλιστα, ακόμα και η σαρία, που στο φαντασιακό όλων μας είναι το συνώνυμο του ασιατικού δεσποτισμού, δεν ήταν παρά ένα όπλο των εμπόρων ενάντια στην κατάχρηση εξουσίας των χαλίφηδων. Κι αυτό γιατί τόσο η σαρία, όσο και το Ισλάμ εν γένει, δεν ήταν το παράγωγο ενός νομαδικού πολιτισμού της ερήμου, αλλά το προϊόν μιας μακρόχρονης παράδοσης θρησκευτικής λατρείας των πόλεων.

Όντως, για τον Αυστραλό ιστορικό, το Ισλάμ ήταν μια θρησκεία προσανατολισμένη προς τις πόλεις που έδωσε στους Άραβες τη δυνατότητα να γίνουν κυρίαρχοι στην παγκόσμια οικονομία. Επίσης, κατά γνώμη του, το ότι η Ευρώπη μπόρεσε να βγει από το τέλμα στο οποίο είχε περιέλθει μετά την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οφείλεται εν πολλοίς στο Ισλάμ. Έτσι, για παράδειγμα, η Δύση δεν θα τα κατάφερνε χωρίς την εισαγωγή πολλών «χαροφυλακίων πόρων» που διασφάλισε η δημιουργία από τους Άραβες αυτού που η Abu-Lughod ονομάζει «μεσαίο δρομολόγιο».7 Με άλλα λόγια, η έξοδος της Δύσης από τους «Σκοτεινούς Χρόνους» δεν θα είχε συμβεί εάν οι οικονομικά (αλλά και τεχνολογικά και επιστημονικά) πιο αναπτυγμένοι από όλους τους άλλους λαούς της εποχής εκείνης Άραβες δεν δημιουργούσαν – τόσο χάρη στις στρατιωτικές τους επιτυχίες όσο και χάρη στο «εμπορικό τους δαιμόνιο» και τις πόλεις που ίδρυαν – ένα εμπορικό δρομολόγιο που συνέδεε τα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Ευρασίας.8

Ωστόσο, και μετά τους Σκοτεινούς Χρόνους η ανάπτυξη της Δύσης συνέχισε να εξαρτάται από τους Άραβες, ιδίως από την ισλαμική Αίγυπτο που την περίοδο εκείνη ήταν η πύλη για την Ανατολή, η χώρα που έλεγχε τη θαλάσσια διαδρομή προς την Ασία. Βέβαια οι Ευρωπαίοι, ιδίως οι ιταλικές πόλεις-κράτη, είχαν κάνει σημαντικά βήματα προόδου, όμως εν τέλει ακόμα και οι πρωτοπόρες (για τα ευρωπαϊκά δεδομένα) πόλεις της Βενετίας, της Γένοβας και της Φλωρεντίας, δεν ήταν παρά περιφερειακές δυνάμεις που ήταν υποχρεωμένες να δέχονται τους όρους της Αιγύπτου αν ήθελαν να μη παύσουν, με καταστρεπτικές για τις ίδιες συνέπειες, να έχουν πρόσβαση στο καθοδηγούμενο από τους Ασιάτες (Άραβες, Πέρσες, Ινδούς, Κινέζους) και τους Αφρικανούς παγκόσμιο εμπόριο. Είναι δε ενδεικτικό ότι οι υποτιθέμενοι πρωτοπόροι του παγκόσμιου εμπορίου «Ιταλοί», για να μπορούν να έχουν πρόσβαση στα προϊόντα που παρήγαγε η Ανατολή, έκαναν συμφωνίες με τον Σουλτάνο της Αιγύπτου, οι οποίες είχαν επαχθείς όρους, όπως την ύπαρξη ασφυκτικών ελέγχων των φορτίων τους από τους Αιγυπτίους αξιωματούχους και την υποχρέωση οι άνθρωποί τους να μένουν μόνο σε συγκεκριμένες γειτονίες της Αλεξάνδρειας.

Βέβαια, εκτός από τους Άραβες η ανάπτυξη των ιταλικών πόλεων εξαρτιόνταν και από άλλους λαούς της Ανατολής. Έτσι, για παράδειγμα, οι τόσο συκοφαντημένοι στη Δυτική παράδοση Μογγόλοι ήταν αυτοί που, δημιουργώντας ένα είδος PaxMongolica, κατέστησαν εφικτό το εμπόριο μακρινών αποστάσεων χάρη στο οποίο έγινε δυνατή η άφιξη στη Δύση πολλών ανώτερων ανατολικών τεχνολογιών που η τελευταία είχε ανάγκη. Κυρίως όμως ήταν οι Κινέζοι ο λαός στον οποίο όφειλαν οι «επινοητικοί» και «αυτάρκεις» Ευρωπαίοι τις οικονομικές τους επιτυχίες.

Για τον Χόμπσον η Κίνα ήταν η ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομίας μέχρι και τον 19ο αιώνα. Σε αντίθεση μάλιστα με τους ευρωκεντριστές, υποστηρίζει ότι η Κίνα όχι μόνο δεν άρχισε να παρακμάζει (λόγω της δεσποτικής πολιτικής των κινέζικων κυβερνήσεων από το 1200 και μετά), αλλά από τον 15ο αιώνα και μετά εδραίωσε την πρωτοκαθεδρία της έτι περαιτέρω. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι, α) στην Κίνα των Σουνγκ έλαβε χώρα ένα είδος βιομηχανικής επανάστασης με παρόμοια χαρακτηριστικά που είχε η αντίστοιχη βρετανική, β) η Κίνα δεν αποσύρθηκε από το παγκόσμιο εμπόριο από το 1434 και μετά αλλά συνέχισε να συμμετέχει σε αυτό ως η πιο ισχυρή δύναμη.9 Με άλλα λόγια, για τον Χόμπσον ήταν η Κίνα και όχι η Βρετανία που πραγματοποίησε πρώτη ένα «βιομηχανικό θαύμα». Ενδεικτική δε κατά τη γνώμη του είναι η επανάσταση που πραγματοποιήθηκε την περίοδο των Σουνγκ στον κινέζικο κλάδο παραγωγής σιδήρου και ατσαλιού.

Βέβαια, το κινέζικο θαύμα του σιδήρου και του ατσαλιού είχε ξεκινήσει ήδη από το 600, όμως ήταν την περίοδο 800-1100 που ο συγκεκριμένος κλάδος γνώρισε μια ανάπτυξη αδιανόητη μέχρι τότε. Έτσι, για παράδειγμα, η ακαθάριστη παραγωγή σιδήρου στη Κίνα από 13.500 τόνους που ήταν το 806 έφτασε το 1078 να είναι στους 125.000, δηλαδή 50. 000 τόνους παραπάνω από όσους παρήγαγε η Βρετανία το 1700. Επίσης οι τιμές του κινεζικού σιδήρου έφτασαν στο σημείο να μειωθούν τόσο πολύ, ώστε οι Βρετανοί πέτυχαν αντίστοιχες τιμές μόλις το 1822. Ουσιαστικά δηλαδή, στην Κίνα των Σουνγκ επετεύχθη μια αύξηση της παραγωγής σιδήρου και μια μείωση της τιμής του που μπορεί να συγκριθεί μόνο με την αντίστοιχη επιτυχία της Βρετανίας 7 αιώνες αργότερα.10

Για τον Χόμπσον δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε σε καμία περίπτωση το παραπάνω κινεζικό επίτευγμα όπως κάνουν οι ευρωκεντριστές. Κι αυτό γιατί θεωρεί πως οι Κινέζοι δεν χρησιμοποιούσαν τον σίδηρο μόνο στην κατασκευή όπλων και στη διακοσμητική (όπως πιστεύουν οι ευρωκεντριστές), αλλά και στην παραγωγή εν γένει.11 Επίσης θεωρεί ότι το κινέζικο θαύμα του σίδηρου συνδέεται και με μια σειρά από άλλες εξελίξεις που έλαβαν χώρα στον κινεζικό κοινωνικό σχηματισμό όπως: α) Η υποκατάσταση του ξυλοκάρβουνου από το κοκ, β) η επανάσταση στις μεταφορές και την ενέργεια που σηματοδότησε η εκτεταμένη χρήση των υδρόμυλων καθώς και καινοτομίες όπως το τεχνητό κανάλι, η δεξαμενή ρύθμισης του νερού και η χρήση πετρελαίου και φυσικού αερίου ως καυσίμων στη μαγειρική και το φωτισμό, γ) η δημιουργία ενός φορολογικού συστήματος που βασιζόταν σε ρευστό και μάλιστα κάτι που, όντας κινέζικη εφεύρεση του 9ου αιώνα, δεν υπήρχε στη Δύση, δηλαδή το χαρτονόμισμα, δ) η γεωργική επανάσταση, στ) η ναυτιλιακή12 και ζ) η επανάσταση στα στρατιωτικά πράγματα.13

Για τον Χόμπσον, από τα παραπάνω προκύπτουν δύο συμπεράσματα: Το πρώτο είναι ότι χαρακτηρισμοί της «πρόσφατα εκβιομηχανισμένης» και «όψιμα αναπτυγμένης» χώρας ταιριάζουν στη Βρετανία (και όχι στην Κίνα), επειδή η εκβιομηχάνισή της βασίστηκε στην ικανότητά της να αφομοιώνει και να βελτιώνει τις κινέζικες εφευρέσεις και τεχνικές καινοτομίες που είχαν εμφανιστεί νωρίτερα. Το δεύτερο είναι πως οι Κινέζοι δεν αποσύρθηκαν από το παγκόσμιο εμπόριο μετά το 1434, αλλά συνέχισαν να συμμετέχουν σ’ αυτό, αφού αφενός το σύστημα φόρου υποτέλειας ήταν ένα εμπορικό σύστημα που ταίριαζε στην κομφουκιανή ιδεολογία και αφετέρου οι ιδιώτες έμποροι παράκαμπταν την επίσημη απαγόρευση με πολλούς τρόπους (τρόπους που αποδεχόταν η, παρά τον μύθο όχι εναντίον του εμπορίου, γραφειοκρατία), όπως π.χ. να παρουσιάζονται ως Πορτογάλοι.

Αν και οι δύο αυτές τοποθετήσεις του Χόμπσον είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, δεν αποτελούν παρά το πρώτο βήμα σε μια προσπάθεια αποδόμησης του κυρίαρχου Λόγου περί παγκόσμιας Ιστορίας. Γι’ αυτό άλλωστε επιχειρεί στα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου του να καταρρίψει πέντε βασικούς ευρωκεντρικούς μύθους.14


2.2. Αποδομώντας πέντε ευρωκεντρικούς μύθους


Πράγματι, όπως είδαμε και παραπάνω, ο Χόμπσον αμφισβητεί την παραδοσιακή θέση ότι οι ιταλικές πόλεις μεταμόρφωσαν την παγκόσμια οικονομία χάρη στην επανάσταση που προκάλεσαν, μέσω μιας σειράς καινοτομιών τους, στο εμπόριο, τη ναυσιπλοΐα και τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Βέβαια, παραδέχεται πως οι ιταλικές πόλεις ήταν οι ηγέτιδες δυνάμεις της Ευρώπης, θεωρεί όμως ότι σε παγκόσμιο επίπεδο δεν ήταν παρά ελάσσονες παίκτες, 15 η ενίσχυση των οποίων οφείλεται στο ότι απέκτησαν πρόσβαση στις καινοτομίες των ανατολικών λαών χάρη στο παγκόσμιο δίκτυο ανταλλαγών που είχαν φτιάξει οι τελευταίοι.16 Με άλλα λόγια, οι ιταλικές πόλεις άλλαξαν την Ευρώπη όχι γιατί έκαναν οι ίδιες καινοτομίες αλλά γιατί, χάρη στους εμπορικούς δεσμούς που είχαν με τη Μέση Ανατολή (και κατά συνέπεια με την Ανατολή εν γένει), βοήθησαν στο να διαχυθούν πολλά «χαρτοφυλάκια πόρων» της Ανατολής στην καθυστερημένη Δύση.17 Ωστόσο η Δύση παρέμεινε καθυστερημένη σε σχέση με την Ασία. Έτσι, για παράδειγμα, τα ταξίδια του Βάσκο Ντε Γκάμα, α) δεν ήταν η έκφραση του νεωτερικού πνεύματος που διέθεταν οι Ευρωπαίοι, αλλά της παλιάς νοοτροπίας θρησκευτικού φανατισμού που διακατείχε τους σταυροφόρους, β) κατ’ ουσία δεν ανακάλυψαν τίποτα γιατί οι ασιάτες είχαν ήδη περάσει από μέρη όπως το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, γ) δεν ανέτρεψαν το συσχετισμό δύναμης υπέρ των Πορτογάλων αφού οι Αφροασιάτες συνέχισαν να κυριαρχούν στο διεθνές εμπόριο.18

Στην πραγματικότητα οι Πορτογάλοι δεν διασφάλισαν για την Ευρώπη κάποιου είδους στρατιωτική και εμπορική κυριαρχία πάνω στην Ανατολή. Ούτε όμως και η ανακάλυψη της αμερικανικής ηπείρου από τον Κολόμβο τη διασφάλισε. Βέβαια, η επιτυχία του Κολόμβου έδωσε στη Δύση τη δυνατότητα να καλύψει εν μέρει την καθυστέρησή της έναντι της Ανατολής, γιατί με το αμερικάνικο ασήμι μπορούσε να καλύπτει το εμπορικό της έλλειμμα με την Κίνα και τα κράτη της Ινδικής υποηπείρου19 (έλλειμμα που το προκαλούσε το γεγονός ότι δεν παρήγαγε τίποτα που να ήθελαν οι Ασιάτες). Ωστόσο, για καιρό ακόμα, η ανάπτυξη της Δύσης συνέχισε να οφείλεται όχι σε κάποιου είδους «έμφυτη» «ευρωπαϊκή επινοητικότητα», αλλά στην εισαγωγή πιο προηγμένων ανατολικών ιδεών και τεχνολογιών. Έτσι, για παράδειγμα, ακόμα και η βρετανική βιομηχανική επανάσταση, δηλαδή ένα φαινόμενο που έλαβε χώρα στα τέλη του 18ου αιώνα, όφειλε πάρα πολλά σε μια σειρά κινεζικών καινοτομιών.

Όντως, σε αντίθεση με τον ευρωκεντρισμό, ο Χόμπσον επισημαίνει στο κεφάλαιο με το συναφή τίτλο ότι η βρετανική βιομηχανική επανάσταση είχε κινέζικες καταβολές. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι αυτό η μεγαλύτερη συμβολή του Αυστραλού ιστορικού στο να συγκροτηθεί μια εναλλακτική άποψη για το θέμα της βιομηχανικής επανάστασης, αλλά τα όσα γράφει στο κεφάλαιο «η σκοτεινή πλευρά της βρετανικής εκβιομηχάνισης». Ο λόγος είναι ότι εκεί αναδεικνύει τον ρόλο που διαδραμάτισε η παρέμβαση του κράτους στην οικονομία και ο βρετανικός μιλιταρισμός.

Σε πλήρη αντίθεση με τους παραδοσιακούς ιστορικούς, για τον Χόμπσον το βρετανικό κράτος δεν ακολουθούσε μια φιλελεύθερη πολιτική που είχε σαν στόχο εξισορροπημένους προϋπολογισμούς, χαμηλή φορολογία, ελεύθερο εμπόριο και διεθνή ειρήνη, αλλά, αντιθέτως εφάρμοζε μια ιδιαίτερα παρεμβατική οικονομική πολιτική. Έτσι, για παράδειγμα, το βρετανικό κράτος επέβαλε φόρους που ήταν και υψηλοί και άδικοι για τις χαμηλότερες οικονομικά τάξεις, όπως φαίνεται από το ότι: Πρώτον, οι έμμεσοι φόροι ήταν 66% όταν οι άμεσοι ήταν 18%. Δεύτερον, η αύξηση των φόρων στις ομάδες των ανθρώπων με χαμηλά εισοδήματα υπερέβαινε τις αντίστοιχες αυξήσεις των αποδοχών τους. Επίσης ακολουθούσε μια προστατευτική οικονομική πολιτική, η οποία συνίστατο στην επιβολή εξαιρετικά υψηλών δασμών.20 Το σημαντικότερο όμως είναι ότι έκανε συνεχώς πολέμους και ότι, κατά συνέπεια, οι στρατιωτικές του δαπάνες ήταν εξαιρετικά μεγάλες.

Η βρετανική μιλιταριστική πολιτική βοήθησε την εκβιομηχάνιση της χώρας με δύο τρόπους. Από την μία έδωσε τη δυνατότητα στους Βρετανούς να εκμεταλλευτούν για λογαριασμό τους πόρους άλλων χωρών. Από την άλλη, οδήγησε σε συμπίεση της κατανάλωσης και σε αύξηση των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων.21 Επομένως, το βρετανικό κράτος δεν ήταν ένα φιλελεύθερο, ορθολογικό και δημοκρατικό κράτος. Αντιθέτως, όπως και όλα τα άλλα δυτικά κράτη, ποτέ: α) δεν διέθετε μια ορθολογική και συγκεντρωτική ιδεολογία που λειτουργούσε βάση απρόσωπων κανόνων και σεβόμενη το διαχωρισμό ιδιωτικής - δημόσιας σφαίρας, β) δεν ακολούθησε μια πολιτική «μη-παρέμβασης» στην οικονομία22 , γ) δεν είχε δημοκρατικές τάσεις και δεν λειτουργούσε ως εγγυητής των δικαιωμάτων των πολιτών.

Η γραφειοκρατία των δυτικοευρωπαϊκών κρατών του Παλαιού Καθεστώτος ήταν αιχμάλωτη των ιδιωτικών συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης των γαιοκτημόνων, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τα δημόσια αξιώματά τους ως μέσο για την ενδυνάμωση της κοινωνικής θέσης τους. Επομένως, όπως τα ανατολικά κράτη έτσι και τα ευρωπαϊκά βασίζονταν κατά κύριο λόγο σε ιδιώτες και τοπικούς κληρονομικούς αξιωματούχους που μεταχειρίζονταν τα αξιώματά τους σαν να ήταν πατρογονικά. Γι’ αυτό και μεγάλο μέρος της κρατικής πολιτικής στις δυτικές χώρες σχεδιαζόταν βάσει των συμφερόντων της τάξης των ευγενών εις βάρος των μαζών, από τη φορολογική πολιτική μέχρι την εμπορική και εξωτερική πολιτική (αλλά και πολλές άλλες πλευρές της κρατικής δραστηριότητας). Γι’ αυτό επίσης οι δυτικές γραφειοκρατίες λειτουργούσαν βάσει αυθαίρετων παραδοσιακών κανόνων και όχι βάσει των κανόνων που διέπουν μια σύγχρονη ορθολογική-σύννομη γραφειοκρατία.

Πράγματι, όπως πολλοί σημαντικοί μαρξιστές αναλυτές, 23 έτσι και o Χόμπσον θεωρεί ότι ακόμα και το απολυταρχικό γαλλικό κράτος24 δεν αποτελούσε παρά ένα αριθμό νησίδων διασκορπισμένης εξουσίας που διέθετε περιορισμένη ικανότητα διείσδυσης στην κοινωνία των πολιτών.25 Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον Χόμπσον, δεν υπήρχε τίποτα το απόλυτο στην εξουσία του Γάλλου μονάρχη, γιατί το κράτος «του» στην πραγματικότητα δεν διέθετε υπηρεσίες ορθολογικά οργανωμένες που θα μπορούσαν να ασκήσουν μια συγκεντρωτική διοίκηση. Έτσι, για παράδειγμα, οι οικονομικές του υπηρεσίες εισέπρατταν το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του από τη συλλογική φορολογία και όχι από την ατομική.26 Το κυριότερο όμως ήταν ότι τα αξιώματά τους τα καταλάμβαναν πλούσιοιιδιώτες με αντάλλαγμα εφάπαξ πληρωμή.

Βέβαια, για τον Χόμπσον η επικράτηση στη Γαλλία της λεγόμενης «παραδοπιστίας» δεν ήταν παρά μια από τις εκφάνσεις ενός ευρύτερου φαινομένου: του μη σαφούς διαχωρισμού της δημόσιας από την ιδιωτική σφαίρα. Γι’ αυτό άλλωστε, κατά τη γνώμη του, η διάκριση που έκαναν οι Weber και AdamSmith μεταξύ, αφενός, του δεσποτικού και οικονομικά παρεμβατικού ασιατικού κράτους και, αφετέρου, του δυτικού ορθολογικού μινιμαλιστικού κράτους δεν έχει κανένα νόημα.27 Επίσης, θεωρεί εντελώς λανθασμένη την πολύ διαδεδομένη ευρωκεντρική θέση, ότι τα μεν ασιατικά κράτη είναι δεσποτείες όπου ένας διαθέτει την απόλυτη εξουσία και όλοι οι άλλοι (ακόμα και οι πλούσιοι) είναι υπήκοοι χωρίς κανένα δικαίωμα, 28 τα δε δυτικά πολιτείες που σέβονταν τα δικαιώματα των κατοίκων τους και στους οποίους όσο περνούσε ο χρόνος έδιναν ολοένα και περισσότερες εξουσίες και ελευθερίες. Συγκεκριμένα υποστηρίζει πως ο ευρωκεντρισμός αναπαριστά την μεν Ανατολή ως στάσιμη και δεσποτική τη δε Δύση ως δημοκρατική καθ’ όλη την ανοδική της πορεία, γιατί έχει υποπέσει στο σφάλμα του αναχρονισμού: δηλαδή αποδίδει θετικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης/αστικής Ευρώπης σε παλιότερες κοινωνίες, όπως για παράδειγμα η αρχαία Αθήνα.29


3. Κριτική αποτίμηση


Χωρίς αμφιβολία, σε μια συζήτηση περί των θετικών του βιβλίου του Χόμπσον πολλά μπορούν να ειπωθούν για τις ιστορικές πληροφορίες που δίνει. Εμείς όμως στην αποτίμηση μας αυτή, θα ασχοληθούμε με κάποια άλλα θετικά στοιχεία του. Για την ακρίβεια θα δούμε τις ορθές μεθοδολογικές επιλογές που ο Αυστραλός ιστορικός έχει κάνει στο συγκεκριμένο έργο.

Τέσσερις κυρίως είναι κατά τη γνώμη μας οι ορθές επιστημολογικές επιλογές που κάνει ο Χόμπσον.

Πρώτον, αντιμετωπίζει την Ιστορία ως μια διαδικασία χωρίς Υποκείμενο. Ουσιαστικά δηλαδή, δεν αντιμετωπίζει την ιστορία ως κάτι που μπορεί να αναχθεί σε μια Ουσία, ή Αρχή, ή Αιτία που θα ήταν το Υποκείμενο στη δράση του οποίου θα οφείλονταν οτιδήποτε συμβαίνει σε αυτήν.30 Γι’ αυτό, και σε αντίθεση με την κυρίαρχη ιστοριογραφία που ανάγει την Ευρώπη σε Υποκείμενο (και κέντρο, τρόπον τίνα) της Ιστορίας, ο Χόμπσον αντιμετωπίζει όλους τους ιστορικώς δρώντες ως υποκείμενα μέσα στην Ιστορία, δηλαδή ως υποκείμενα που δεν δρουν ελεύθερα διότι η δράση τους, αλλά και το ίδιο τους το Είναι (η υποκειμενικοτητά τους), καθορίζεται από δομικούς παράγοντες ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, όπως για παράδειγμα, το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.

Δεύτερον, ακολουθεί την αλτουσεριανή θέση, ότι είναι αδύνατο να δώσουμε τις σωστές απαντήσεις για ένα ιστορικό ζήτημα εάν προηγουμένως έχουμε θέσει λάθος ερωτήσεις.31 Μάλιστα επισημαίνει πως μια βασική αιτία για τα λάθη του ευρωκεντρισμού είναι το ότι έχει θέσει τα ερωτήματα: «τι συνέβη στη Δύση που επέτρεψε την πρόοδό της προς την καπιταλιστική νεωτερικότητα», «τι συνέβη στην Ανατολή που την εμπόδισε να προοδεύσει;» Και αυτό γιατί, κατά τη γνώμη του, εάν θέσει κανείς αυτές τις δύο ερωτήσεις θα πέσει, αναπόφευκτα, στην παγίδα της τελεολογίας και του αναχρονισμού. Της τελεολογίας, γιατί θα θεωρήσει την άνοδο της Δύσης και την υπανάπτυξη της Ανατολής ως κάτι το αναπόφευκτο και θα αρχίσει να αναζητά (και στο τέλος φυσικά να εφευρίσκει) ένα «αναλλοίωτο νόμο της δυτικής ανάπτυξης» και ένα «αναλλοίωτο νόμο υπανάπτυξης της Ανατολής». Του αναχρονισμού, διότι αναπόφευκτα θα προεκτείνει στο παρελθόν τον σημερινό συσχετισμό ισχύος που υπάρχει ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, με αποτέλεσμα να παραβλέπει τα επιτεύγματα που κατά καιρούς έκανε η πρώτη και να μετατρέπει κάποια από τα θετικά στοιχεία της δεύτερης σε χαρακτηριστικά που μόνο αυτή έχει.

Τρίτον, ο Χόμπσον ακολουθεί τις αρχές τις ντεριντιανής αποδόμησης όσον αφορά το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα δίπολα με βάση τα οποία παραδοσιακά σκεπτόμαστε. Έτσι, σε αντίθεση με τις θεωρίες της εξάρτησης, δεν αρκείται στο να τονίσει την αξία της Ασίας (την οποία η παραδοσιακή ιστοριογραφία θεωρεί κατώτερη) και να αμφισβητήσει αυτή της Δύσης.32 Αντιθέτως επιχειρεί να αποδομήσει το συγκεκριμένο δίπολο, να δείξει ότι είναι μια ιδεολογική κατασκευή που επιβλήθηκε μόλις τον 19ο αιώνα. Κι αυτό γιατί, λόγω του ότι συμμερίζεται τις απόψεις του Derrida, κατανοεί πως εάν κάποιος απλώς πριμοδοτήσει την Ανατολή εις βάρος της Δύσης, δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από την ευρωκεντρική λογική, γιατί θα συνεχίσει να σκέφτεται με βάση τις έννοιες που έχει επιβάλλει ο ευρωκεντρισμός και απλώς θα κάνει διαφορετικές αξιολογικές κρίσεις από τους εκπροσώπους του τελευταίου. Γι’ αυτό και δεν πέφτει στην παγίδα που έπεσαν οι θεωρίες της εξάρτησης οι οποίες, λέγοντας ότι η Ανατολή είναι το θύμα των δυτικών ιμπεριαλιστών που αξίζει την υποστήριξή μας γιατί εκφράζει το αντίπαλο δέος στον δυτικό ορθολογισμό (λόγω χαρακτηριστικών της όπως ο κοινοτισμός, η οικολογική και αντιτεχνολογική της στάση), στην ουσία αναπαρήγαγαν την επιχειρηματολογία των ευρωκεντριστών.33

Τέταρτον, ευθυγραμμιζόμενος τόσο με τον αλτουσεριανό υλισμό του αστάθμητου όσο και με την φουκωική γενεαλογία, oΧόμπσον δεν αντιμετωπίζει τα ιστορικά συμβάντα ως τα αποτελέσματα κάποιας εξελικτικής νομοτέλειας ή νοηματικής αναγκαιότητας, αλλά ως την, τυχαία κάθε φορά, κατάληξη μιας σειράς «συναντήσεων» που θα μπορούσαν και να μην είχαν λάβει χώρα.34 Έτσι, για παράδειγμα, δηλώνει ότι δεν υπήρχε τίποτα στη δυτική ιστορία που να εγγυόταν ότι θα είχε συμβεί η άνοδος της Δύσης γιατί το συγκεκριμένο συμβάν δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα μιας «τυχαίας εξέλιξης», μιας σειράς απρόοπτων και τυχαίων γεγονότων.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του βιβλίου του Χόμπσον είναι ότι εξετάζει την παγκόσμια ιστορία με βάση μια μεθοδολογία που είναι πολύ κοντά στα θεωρητικά σχήματα που πρότειναν στις δεκαετίες του 1960 και 1970 Γάλλοι διανοητές όπως οι Althusser, Deleuze, Foucault, Derrida. Με άλλα λόγια, το βασικό πλεονέκτημά του είναι το ότι, όπως οι διανοητές που προαναφέρθηκαν, αμφισβητεί τις τελεολογικές και ουσιοκρατικές φιλοσοφίες της ιστορίας της αστικής νεωτερικότητας.

Αδιαμφισβήτητα ένα βιβλίο που επιχειρεί να ανασκοπήσει την παγκόσμια ιστορία των τελευταίων 1.500 ετών θα έχει και λάθη. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, ένα μόνο είναι το πραγματικά άξιο λόγου μειονέκτημα του βιβλίου: η αναχρονιστική χρήση του όρου «καπιταλισμός».

Πράγματι, ο Χόμπσον πολλές φορές αντιμετωπίζει, εντελώς αναχρονιστικά, την παραδοσιακή εμπορευματική παραγωγή λαών όπως οι Άραβες και οι Ινδοί σαν καπιταλιστική, με αποτέλεσμα οι εξηγήσεις που δίνει για την επικράτηση της Δύσης να είναι του τύπου «σε αντίθεση με την Κίνα συγκρότησε μια ρατσιστική και επιθετική ταυτότητα». Πρόκειται για ένα σημαντικό λάθος του, που οφείλεται στο ότι, εκτός από τον «βεμπεριανισμό», απορρίπτει και τον μαρξισμό λόγω του ευρωκεντρισμού του τελευταίου.

Βέβαια, ο Χόμπσον έχει εν μέρει δίκαιο όταν λέει ότι ο μαρξισμός είναι μια ευρωκεντρική θεωρία που αναπαρήγαγε μύθους όπως ο ασιατικός δεσποτισμός.35 Ωστόσο, έχει άδικο όταν υποστηρίζει ότι η διαμάχη βεμπεριανών-μαρξιστών πρέπει να θεωρηθεί ξεπερασμένη. Κι αυτό γιατί η διαμάχη αυτή έχει ακόμα μεγάλη σημασία, γιατί σε αυτή διακυβεύονται πολλά, όπως το εάν θα χρησιμοποιούμε έναν ορισμό του καπιταλισμού που θα μας επιτρέψει να μην αντιλαμβανόμαστε τον όρο «καπιταλισμός» αναχρονιστικά.

Όντως, (και) όσον αφορά το θέμα που εδώ μας απασχολεί, δεν θα πρέπει να εξισώσουμε τον μαρξισμό με τον βεμπεριανισμό, τόσο για έναν ειδικό όσο και για έναν γενικότερο λόγο. Ο ειδικός είναι ότι ο μαρξιστικός ορισμός του καπιταλισμού μας θυμίζει ότι, για να αποφανθούμε για το εάν μια κοινωνία είναι καπιταλιστική, θα πρέπει να εξετάσουμε τις σχέσεις παραγωγής της. Θα πρέπει δηλαδή να δούμε εάν κυρίαρχη μορφή οργάνωσης της εργασίας είναι η μισθωτή εργασία. Ο γενικότερος είναι ότι η θεωρία αυτή διαθέτει μια σειρά από επιστημονικές έννοιες, όπως τρόπος παραγωγής, δυνάμεις παραγωγής, ταξική πάλη, ιδεολογία, που μας δίνουν τη δυνατότητα να καταρρίψουμε τους μύθους που η κυρίαρχη ιστοριογραφία διακινεί, ακόμα και αυτούς που ο ιδρυτής του ιστορικού υλισμού συμμεριζόταν.36

Ο μαρξισμός μπορεί λοιπόν να φανεί εξαιρετικά χρήσιμος, αρκεί όμως να μην μετατρέψουμε την αναφορά σε αυτόν σε μια δικαιολογία για να παρακάμψουμε το βιβλίο του Χόμπσον – επειδή τάχα ξέρουμε καλύτερα.


4. Επίλογος


Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι το βιβλίο του Χόμπσον, παρά τις όποιες αδυναμίες του, είναι απλώς πολύτιμο κυρίως επειδή μας ανοίγει δρόμους. Μας δίνει, για παράδειγμα, τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουμε ιστοριογραφικές έρευνες οι οποίες θα στρέψουν την προσοχή τους και προς τα μέσα, οι οποίες δηλαδή θα αναστοχάζονται την ιστορία της ιστοριογραφίας, τους τρόπους με τους οποίους κάθε φορά αναπαριστούν το αντικείμενό τους. Κυρίως όμως μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από τον δυϊσμό discourse analysis - «παραδοσιακή» ιστορική ανάλυση. Με άλλα λόγια μας επιτρέπει να πραγματοποιήσουμε έρευνες οι οποίες θα αναζητούν νοήματα, χωρίς όμως να αδιαφορούν για την αναζήτηση εξηγήσεων, του τι και πώς!



1 Μια πρώτη εκδοχή του παρόντος κειμένου γράφτηκε το 2007, λίγο μετά το τέλος της στρατιωτικής μου θητείας, λόγω της μεγάλης εντύπωσης που μου προκάλεσαν οι προκλητικές απόψεις του έργου του Χόμπσον. Αποφάσισα να ξαναασχοληθώ με το κείμενο αυτό, γιατί θεώρησα ότι το συγκεκριμένο βιβλίο είναι πιο επίκαιρο σήμερα όπου επιχειρείται να νομιμοποιηθούν οι μνημονιακές πολιτικές βάσει ενός οριενταλιστικού λόγου που καλεί στον «εξευρωπαϊσμό» της «καθυστερημένης» ελληνικής κοινωνίας.

2 Φυσικά ο Χόμπσον δεν είναι μόνος του στην προσπάθεια του αυτή. Αντιθέτως, τα τελευταία χρόνια μια σειρά ιστορικοί, όπως π.χ. ο MartinBernal και ο JamesBlaut, έχουν αμφισβητήσει τις κυρίαρχες ευρωκεντρικές θεωρήσεις

3 Hobson John, Οι ανατολικές ρίζες του δυτικού πολιτισμού, Κέδρος, Αθήνα, 2004: 20-21.

4 Βέβαια, ο Χόμπσον δεν είναι κάποιος αφελής εμπειριστής που δεν έχει συνείδηση του βασικού ρόλου που διαδραματίζει η ιδεολογία του μελετητή και οι επιστημολογικές παραδοχές που, συνειδητά ή ασυνείδητα. Εξάλλου δεν αγνοεί ότι το κοινωνικό Είναι επηρεάζεται από τις ιδεολογίες που κάθε φορά κυριαρχούν, άλλωστε αυτή ακριβώς τη θέση υπερασπίζεται απέναντι σε στοχαστές με τους οποίους κατά τα άλλα είναι κοντά, όπως ο JamesBlaut και ο EricWolff. Όμως, αρνείται να δεχθεί ιδεαλιστικές θέσεις του τύπου το «Είναι δεν υπάρχει, είναι μια κατασκευή Λόγων». HobsonJohn, ό.π.: 46-47. ΒλεπίσηςEric Wolf, Peoples without history, University of California press, Berkley, 1993: 385-88.

5 Hobson John, ό.π.: 42-45.

6 Για τον Hobson, χάρη και στο Ισλάμ, από το 500 μέχρι το 1100 οιαραβικές κοινωνίες αφενός παρήγαγαν τον περισσότερο πλούτο παγκόσμια («εντατική ισχύς») και αφετέρου επέκτειναν τις οικονομικές τους δραστηριότητες περισσότερο από όλους τους άλλους κοινωνικούς σχηματισμούς («εκτατική ισχύ», Hobson John, ό.π.: 61-63.

7 JanetAbu-Lughod, Before European hegemony, Oxford University Press, Οξφόρδη, 1989: 137-150.

8 Το εμπορικό αυτό δρομολόγιο άρχιζε από τις μεσογειακές ακτές της Μέσης Ανατολής, διέσχιζε τη Μεσοποταμία με κατεύθυνση τη Βαγδάτη πριν χωριστεί είτε: α) σε μια χερσαία διαδρομή που συνεχιζόταν μέσα από την Περσία και κατέληγε ή στη βόρεια Ινδία ή στη Κίνα, β) σε μια θαλάσσια διαδρομή που ακολουθούσε τον Τίγρη ποταμό προς το λιμάνι της Βασόρας για να περάσει μετά από τα προσανατολισμένα στο εμπόριο βασίλεια του Ομάν, της Σιράφ και του Ορμούζ.JanetAbu-Lughod, ό.π.: 153-212.

9 HobsonJohn, ό.π.: 77-78.

10 Hobson John, ό.π.: 79-80.

11 Σύμφωνα με τον Χόμπσον, σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους οι οποίοι γνώριζαν μόνο το σφυρήλατο σίδερο, οι Κινέζοι χρησιμοποιούσαν τον (και φθηνότερο και ανώτερο ποιοτικά) χυτοσίδηρο στην παραγωγή, χάρη σε καινοτομίες που είχαν πραγματοποιήσει στην τήξη.

12 Χαρακτηριστικό της κινεζικής ναυτικής επανάστασης ήταν η ύπαρξη ενός πολύ μεγάλου εμπορικού στόλου που αποτελούνταν από πλοία που εντυπωσίαζαν όχι μόνο με το αδιανόητο για την εποχή τους μέγεθος, αλλά γιατί διέθεταν πρωτότυπα χαρακτηριστικά όπως η πυξίδα, η τετράγωνη γάστρα, το ποδόσταμο του πηδαλίου, τα πρωραία και πρυμναία ιστία και τα υδατοστεγή διαμερίσματα.

13 Hobson John, ό.π.: 81-103. Οι κύριες καινοτομίες των Κινέζων στον στρατιωτικό τομέα ήταν η πυρίτιδα, το πυροβόλο όπλο και το κανόνι.

14 Οι μύθοι είναι τα περί «Ιταλών πρωτοπόρων», «εποχής Βάσκο ντε Γκάμα», «1492», «οικονομικού φιλελευθερισμού της Δύσης» και «ορθολογικού δυτικού φιλελεύθερου-δημοκρατικού κράτους».

15 Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο JacquesLe Goff έχει υποστηρίξει ότι κακώς θεωρούμε ότι ο 15ος αιώνας σηματοδοτεί το τέλος του Μεσαίωνα και την απαρχή των Νέων Χρόνων. Ταυτόχρονα επισημαίνει ότι γενικά θα ήταν καλύτερο να μιλούμε για «μακρύ Μεσαίωνα» που τελείωσε μόλις την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης. JacquesLe Goff, Γεννήθηκε η Ευρώπη τον Μεσαίωνα; εκδ. Πόλις, Αθήν, 2006: 349-351.

16 Ιδίως δε οι Άραβες (ισλαμική γέφυρα του κόσμου)

17 Hobson John, ό.π.: 153-155.Επίσης JamesBlaut, The colonizer s model of the world, εκδ. Guilford Press:20-33.

18 Hobson John, ό.π.: 172-173.

19 Hobson John, ό.π.: 202-213.

20 Hobson John, ό.π.: 298-300.

21 Σύμφωνα με τον Χόμπσον, τo κράτος αποπλήρωνε τα δάνεια που συνέλεγε από την κεφαλαιαγορά του Λονδίνου με τους φόρους που συγκέντρωνε από τα χαμηλότερα εισοδήματα, αναδιανέμοντας έτσι τον εθνικό πλούτο εις βάρος των φτωχών και υπέρ των πάμπλουτων επενδυτών και αποταμιευτών. HobsonJohn, ό.π.: 303-308.

22 Στο σημείο αυτό απλώς να θυμίσουμε την μερκαλιντιστική πολιτική του Υπουργού του Λουδοβίκου ΙΔ΄ Ζαν Μπατίστ Κολμπέρ (αλλά και γενικότερα την τεράστια επιρροή του μερκαντιλισμού και ως θεωρίας και ως οικονομικής κυβερνητικής πρακτικής).

23 Christopher Hill, «Σχόλιο», Η μετάβαση από τον φεουδαλισμό στον καπιταλισμό, Θεμέλιο, Αθήνα, 1986: 173-78, Perry Anderson, Το απολυταρχικό κράτος, Οδυσσέας, Αθήνα 1986: 11-30, Louis Althusser, Μοντεσκιέ, πολιτική και ιστορία, Πλέθρον, Αθηνά 2005: 127-142.

24 Δηλαδή το απολυταρχικό εκείνο κράτοςτης Δύσης, που παραδοσιακά θεωρείται ως το πιο ορθολογικό και συγκεντρωτικό.

25 Hobson John, ό.π.: 338-339.

26 Επίσης η επιτυχία τους στη συλλογή εσόδων δεν εξαρτιόταν από το φόρο επί της έγγειας ιδιοκτησίας, αλλά από τους φόρους επί της εμπορικής δραστηριότητας.

27 Σύμφωνα με τον Χόμπσον, κανένα από τα δυτικά κράτη δεν εφάρμοζε πολιτική ελεύθερου εμπορίου αλλά προστατευτισμού, γιατί μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τη στρατιωτική τους μηχανή μόνο με τους δασμούς που εισέπρατταν και όχι μέσω του φόρου εισοδήματος.HobsonJohn, ό.π.: 341-343.

28 Η άποψη, ότι τα ανατολικά κράτη αποτελούν δεσποτείες όπου κανένας πέρα από τον ηγεμόνα δεν είναι ελεύθερος, αποτελεί κοινό τόπο για τη δυτική πολιτική φιλοσοφία και ιστοριογραφία από την εποχή του Montesquieu το λιγότερο.

29 Hobson John, ό.π.: 344-349.

30 Althusser L., Για τον Μαρξ, εκδ. Γράμματα, Αθήνα: 59-60.

31 Hobson John, ό.π.: 351-357.

32 Alan Schrift, Nietzsche’s French legacy, Routledge, Λονδίνο 1995: 15-17.

33 Η μεγάλη άλλωστε επιτυχία της θεωρίας της εξάρτησης στην Ελλάδα, εν μέρει τουλάχιστον, οφείλεται στο ότι η τελευταία δέχεται άκριτα το ευρωκεντρικό, «άριο μοντέλο» (ο όρος του Μπερνάλ), σύμφωνα με το οποίο η Αρχαία Ελλάδα δεν ήταν μεσογειακή και ανατολική, αλλά ο πρώτος δυτικός πολιτισμός, το λίκνο του, τρόπον τινά.

34 Ουσιαστικά ο Χόμπσον ακολουθεί την, κατά τους DeleuzeGuattari μαρξική, άποψη ότι «η παγκόσμια ιστορία είναι η ιστορία των συμπτώσεων και όχι της αναγκαιότητας, των τομών και των ορίων και όχι της συνέχειας. Γιατί χρειάσθηκαν μεγάλες συμπτώσεις, καταπληκτικές συναντήσεις που θα μπορούσαν να είχαν συμβεί αλλού, προηγούμενα, ή και να μην είχαν συμβεί ποτέ, για να ξεφύγουν οι ροές από την κωδικοποίηση, και ξεφεύγοντας, να αποτελέσουν ωστόσο μια καινούργια μηχανή που μπορεί να χαρακτηριστεί ως καπιταλιστικό κοινωνικό σώμα». Deleuze &Guattari, Καπιταλισμός και σχιζοφρένεια: ο Αντι- Οιδιπους, εκδ Ράππα, Αθήνα, 1973σελ 61-62

35 Βλ καιPerry Anderson, ο.π.: 460- 500. Λέμε ότι ο Χόμπσον έχει μόνο εν μέρει δίκαιο, γιατί νεότερες έρευνες, όπως, για παράδειγμα, το Marx at the margins . On Nationalism, Ethnicity, and Non-Western Societies του KevinB Anderson και το «Marx’s Eurocentrism: Postcolonial Studies and Marx Scholarship» του Kolja Lindner , έχουν δείξει ότι ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1850 ο Μαρξ άρχισε να αποστασιοποιείται από τις παλιότερες ευρωκεντρικές του απόψεις και, γενικότερα, να αμφισβητεί το ευρωκεντρικό παράδειγμα που κυριαρχούσε τον 19ο αιώνα.

36 Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί και το ότι, όπως έχει δείξει ο KevinAnderson, ο ίδιος Μαρξ αμφισβήτησε πολλές από τις ευρωκεντρικές θέσεις που είχε διατυπώσει σε κάποια κείμενά του, όπως «Η βρετανική κυριαρχία στην Ινδία».