ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ

του Δημήτρη Καραλή


Εισαγωγή


Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η αδιαμφισβήτητη μέχρι τότε ηγεμονία του φορδικού συστήματος μαζικής παραγωγής άρχισε να κλονίζεται. Μια μικρή δε μειοψηφία (τότε!) οικονομολόγων, οι λεγόμενοι «μονεταριστές» ή «νεοφιλελεύθεροι», υποστήριξαν ότι η «κρίση του ’73» δεν αποτελούσε απλώς μια φάση του συνήθους οικονομικού κύκλου, αλλά μια βαθύτερη, «δομικής» φύσεως, κρίση. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκαν πως η κρίση οφείλονταν, κατά βάση, στο ότι μεταπολεμικά αυξήθηκαν υπερβολικά: πρώτον, οι μισθοί λόγω των προνομίων που είχαν διασφαλίσει τα συνδικάτα, δεύτερον, οι λεγόμενες «καταναλωτικές» δαπάνες του κράτους (δηλαδή οι δαπάνες του κράτους πρόνοιας) και, κατά συνέπεια, το δημόσιο χρέος.

Πράγματι, οι νεοφιλελεύθεροι ισχυρίστηκαν ότι η κρίση ήταν σε τελική ανάλυση μια πολιτική κρίση, ήταν το αποτέλεσμα του ότι μεταπολεμικά τα ισχυρά συνδικάτα και οι μεγάλοι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί του σοσιαλδημοκρατικού, κεϋνσιανού κράτους δεν άφηναν τους νόμους της αγοράς (ιδίως δε τον ανταγωνισμό) να λειτουργήσουν απρόσκοπτα. Επιπλέον, έκαναν και ορισμένες προτάσεις στις κυβερνήσεις για το πώς να αντιμετωπίσουν την κρίση που, υποτίθεται, η θεσμική δομή του μεταπολεμικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος προκάλεσε. Έτσι, για παράδειγμα, τους πρότειναν να ακολουθήσουν πολιτικές μείωσης του δημόσιου τομέα (ιδιωτικοποιήσεις) και αποδόμησης του κράτους πρόνοιας. Επίσης τους πρότειναν να προχωρήσουν σε απορρύθμιση των αγορών (ιδίως των χρηματοπιστωτικών) και της αγοράς εργασίας. Όμως, τα πρώτα χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης οι κυβερνήσεις των δυτικών χωρών δεν υιοθέτησαν τις προτάσεις τους. Αντιθέτως μάλιστα, προτίμησαν να αντιμετωπίσουν την ύφεση που προκαλούσε η κρίση εφαρμόζοντας κεϋνσιανές πολιτικές (όπως π.χ. επεκτατική δημοσιονομική πολιτική). Σύντομα όμως αποδείχτηκε ότι οι πολιτικές αυτές δεν ήταν οι κατάλληλες για να αντιμετωπίσουν αφενός τον αδιανόητο μέχρι τότε για την οικονομική επιστήμη συνδυασμό υψηλής ανεργίας και ραγδαίας αύξησης των τιμών και αφετέρου τη διαρκή αύξηση του δημόσιου χρέους. Γεγονός το οποίο κατέστησε δυνατή την επικράτηση, μετά από σφοδρές συγκρούσεις βέβαια, 1 των πολιτικών εκείνων δυνάμεων που ήθελαν το ξεπέρασμα της κρίσης να γίνει υπό τους όρους του κεφαλαίου. Για αυτό και από τη λεγόμενη «δεύτερη πετρελαϊκή κρίση» του 1979 και μετά, στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες διαμορφώθηκε και παγιώθηκε ένα μονεταριστικό πλέγμα κρατικών πολιτικών που ως βασικό του στόχο δεν έθετε την πλήρη απασχόληση και την κατανομή κοινωνικών αγαθών, αλλά τη σταθερότητα των τιμών και την εκτέλεση ισοσκελισμένων προϋπολογισμών.2

Βέβαια, η επικράτηση αυτή του μονεταρισμού δεν συνεπάγεται ότι εφαρμόστηκαν όλα εκείνα τα μέτρα που οι ιδεολόγοι του θεωρούσαν αναγκαία για να «νικήσει η ελευθερία». Όμως σηματοδότησε την απαρχή της μετάλλαξης του κράτους πρόνοιας και, συνακόλουθα, του πλαισίου μέσα στο οποίο ασκούνται οι κοινωνικές πολιτικές. Στόχος δε της παρούσας εργασίας είναι αφενός να περιγράψει τη μετάλλαξη αυτή και αφετέρου να δείξει τι συνεπάγεται για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας.


1. Το κράτος την περίοδο του φορδισμού


Η κρίση του 1929 αποδυνάμωσε τους τρόπους ρύθμισης που μέχρι τότε διασφάλιζαν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου και οδήγησε στην αποσταθεροποίηση του αστικού-φιλελεύθερου συστήματος που απειλούνταν ήδη τόσο από τον κομμουνισμό όσο και από την άνοδο του φασισμού. Όμως, οι φόβοι ή οι προσδοκίες ότι ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει λόγω της ριζοσπαστικοποίησης των μαζών διαψεύστηκαν. Ο καπιταλισμός μετά τον Πόλεμο μπόρεσε να βγει από την κρίση και να διασφαλίσει την ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στον υφιστάμενο τρόπο παραγωγής. Για να επιτευχθεί όμως αυτό χρειάστηκε το αστικό κράτος και οι οργανικοί του διανοούμενοι να πραγματοποιήσουν «μια πραγματικά κοπερνίκεια επανάσταση στη θεωρία και την πολιτική (Κέυνς)», η οποία είχε σημαντικές συνέπειες: Ανέδειξε σε αντικείμενα δημόσιας ρύθμισης μια σειρά σχέσεις και ζητήματα που παραδοσιακά εθεωρούντο ότι ανήκουν στη σφαίρα του ιδιωτικού (ανεργία, ασθένεια, στέγη, όροι μίσθωσης της εργατικής δύναμης κτλ) και, κατά συνέπεια, οδήγησε στην εδραίωση ενός πλέγματος πολιτικών που είχε σαν στόχο τη διασφάλιση της ανάπτυξης και της πλήρους απασχόλησης, την προστασία των εργαζομένων τόσο για όσο διάστημα εργάζονται όσο και μετά, και τη διασφάλιση ενός ελαχίστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης για όλους στη βάση των καθολικών δικαιωμάτων που πηγάζουν από την ιδιότητά τους ως πολίτες (Παλαιολόγος, 2006: 59-60).

Όντως, τη φορδική περίοδο δεν αυξήθηκε απλώς το μέγεθος του κράτους, αλλά άλλαξε σε μεγάλο βαθμό ο ρόλος που διαδραμάτιζε στην κοινωνία και, κατά συνέπεια, οι στόχοι που καλείτο να επιτύχει. Για παράδειγμα, οι πολιτικές του υιοθετούσαν ως πρωταρχικό στόχο τους όχι τη σταθερότητα των τιμών και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, αλλά την πλήρη απασχόληση και τη χορήγηση κοινών αγαθών. Επομένως, η παρέμβασή του στην κοινωνία δεν περιοριζόταν στη διαμόρφωση και την τήρηση των κανόνων του παιχνιδιού της αγοράς. Αντιθέτως, αναλάμβανε την ευθύνη να προωθεί με κεντρικά σχεδιασμένες πολιτικές την καπιταλιστική ανάπτυξη. Επίσης αναλάμβανε να εξαλείψει, στο μέτρο του δυνατού βέβαια, την ανασφάλεια που νοιώθουν οι πολίτες απέναντι σε κινδύνους, όπως π.χ. η ασθένεια και η φτώχεια, που σε ένα καπιταλιστικό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης πάντα μπορεί να απειλήσουν την οικονομική και κοινωνική θέση τους. Ουσιαστικά δηλαδή εισήγαγε πολιτικές κοινωνικής κάλυψης των επισφαλειών (Rosanvallon, 2003: 36-39).

Βέβαια, ο θεσμός της Κοινωνικής Ασφάλισης πρωτοδημιουργήθηκε στη Γερμανία το 1883 με το νόμο του Βίσμαρκ για την ασφάλιση ασθένειας που συμπληρώθηκε το 1884 με το νόμο για την ασφάλιση εργατικών ατυχημάτων και το 1889 με το νόμο για την ασφάλιση γήρατος. Όμως, μόνο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης ενσωματώθηκε στη νομοθεσία όλων των δυτικών χωρών. Με άλλα λόγια, μόνο μεταπολεμικά συγκροτήθηκαν σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες κρατικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που προστάτευαν τους πολίτες από κινδύνους όπως η αρρώστια, τα γηρατειά, τα εργατικά ατυχήματα και η ανεργία. Βασικό δε χαρακτηριστικό των συστημάτων αυτών ήταν η υποχρεωτική υπαγωγή στην ασφάλιση. Και αυτό γιατί οι παροχές που προσέφεραν δεν αποτελούσαν πράξεις γενναιοδωρίας όπως αυτές που παρείχαν οι παλαιότερες μορφές κοινωνικής προστασίας (που σαν επίκεντρο είχαν τη φιλανθρωπία), αλλά οικονομική υποχρέωση του κράτους το οποίο όφειλε, στο πλαίσιο μιας συμφωνίας που έχει συνάψει με τους πολίτες, να αναδιανέμει τις εισφορές που εισέπραττε, όταν παρατηρούνταν κάποια απρόβλεπτη και ανεπιθύμητη μεταβολή της κοινωνικοοικονομικής τους κατάστασης (Rosanvallon, 2003: 35-36, Foucault, 2012: 183-184).

Τη φορδική περίοδο λοιπόν επικράτησε ένα μοντέλο κοινωνικής ασφάλισης, βασική αρχή του οποίου ήταν η εξής: Το κράτος οφείλει, στο όνομα της κοινωνικής αλληλεγγύης, να βοηθά τα άτομα που έχουν ανάγκη, ασχέτως εάν αυτό που έπαθαν είναι αποτέλεσμα προσωπικής αδυναμίας, ατύχημα, ή οποιαδήποτε καταδρομή της τύχης.3 Για αυτό άλλωστε τη φορδική εποχή αναγνωρίζονταν αυτόματα σε όλους όσους ήταν φορείς της ιδιότητας του πολίτη ορισμένα κοινωνικά δικαιώματα. Για αυτό επίσης το κράτος λειτουργούσε σαν ένα είδος «επίγειας πρόνοιας» που, όντας ένα είδος «καθολικού ασφαλιστή», επέτρεπε στους πολίτες και να επωφελούνται από τα πλεονεκτήματα του συνόλου και να ζουν ελεύθερα σαν άτομα (Rosanvallon, 2003:38).

Όντως, το κράτος του κοινωνικού συμβολαίου συμφιλίωσε εν μέρει την κοινωνία με την ατομική ελευθερία. Από την άλλη βέβαια, πότε δεν αμφισβήτησε τις κοινωνικές εκείνες δομές που δημιουργούσαν την αντίθεση αυτή. Ωστόσο συμμετείχε ενεργά στην οικοδόμηση ενός νέου μοντέλου κοινωνικής ενσωμάτωσης της μισθωτής εργασίας το οποίο βασίζονταν στη θεσμοποίηση (και όχι απλώς καταστολή) των ταξικών συγκρούσεων. Βασικό δε χαρακτηριστικό του μοντέλου αυτού ήταν ότι λάμβαναν χώρα σε κεντρικό, εθνικό επίπεδο διαπραγματεύσεις μεταξύ των συνδικάτων και των εργοδοτών υπό την «ουδέτερη» – υποτίθεται – διαιτησία του κράτους, οι οποίες κατέληγαν στην υπογραφή (εθνικών) συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΕΣΣΕ).4


2. Το κράτος τη περίοδο του μεταφορδισμού


2.1. Η κρίση του κεϋνσιανού εθνικού κράτους και η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού


Όπως αναφέραμε παραπάνω, τη φορδική εποχή (1945-74) στις δυτικές κοινωνίες συγκροτήθηκαν συστήματα πρόνοιας και παροχής υπηρεσιών τα οποία δρούσαν συμπληρωματικά στην καπιταλιστική οικονομία της αγοράς. Ουσιαστικά δηλαδή τα φορδικά κράτη ήταν κράτη πρόνοιας. Επίσης είχαν την ευθύνη του μακροοικονομικού σχεδιασμού, της μακροικονομικής ρύθμισης της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας. Σε αντίθεση δε με τις προβλέψεις που είχαν κάνει οι νεοφιλελεύθεροι τη δεκαετία του ’30, η εκτεταμένη κρατική παρέμβαση δεν οδήγησε σε μια πολιτική και οικονομική καταστροφή. Αντιθέτως, καθ’ όλη τη φορδική περίοδο ο κεϋνσιανισμός φαινόταν να δικαιώνεται μιας και μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’60, υπήρχε πλήρης απασχόληση και υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης. Για αυτό άλλωστε, ανάμεσα στα άλλα, είχε γίνει κοινά αποδεκτό τόσο από τη Δεξιά όσο και την Αριστερά, ότι το κράτος πρόνοιας είναι θεσμός αναγκαίος για κάθε σύγχρονη κοινωνία, όχι μόνο γιατί αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες, αλλά και γιατί συνεισφέρει στην οικονομία με το να βοηθά στο να καταστεί δυνατή η μαζική κατανάλωση των τυποποιημένων, αδιαφοροποίητων προϊόντων που παρήγαγαν μαζικά τα φορδικά εργοστάσια.

Το κράτος πρόνοιας γνώριζε λοιπόν (σχεδόν) καθολική αποδοχή μέχρι και την κρίση του ’73. Μετά όμως την κρίση, αυτό άρχισε σταδιακά να αλλάζει. Στα τέλη δε της δεκαετίας του ’70, είχε ουσιαστικά αρχίσει να κατισχύει η άποψη ότι το κράτος πρόνοιας αποτελεί έναν υπερχρεωμένο, δύσκαμπτο γραφειοκρατικό θεσμό που δαπανά μεγάλο μέρος του εθνικού πλούτου με πενιχρά αποτελέσματα. Επίσης είχε αρχίσει να καθίσταται κυρίαρχη η νεοφιλελεύθερη άποψη ότι εάν οι πόροι που διατίθενται στο κράτος πρόνοιας διοχετευτούν στον ιδιωτικό τομέα, η συμβολή τους στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου θα γίνει πολύ μεγαλύτερη. Για αυτό και σταδιακά οι κυβερνήσεις εγκατέλειψαν τις κεϋνσιανές κοινωνικές πολιτικές που είχαν σαν στόχο την πλήρη απασχόληση και την αποτελεσματική διαχείριση της ζήτησης και υιοθέτησαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές οι οποίες δίνουν έμφαση στον τομέα της προσφοράς.5


2.2. Η άνοδος του μεταφορδικού νεοφιλελεύθερου κράτους


Όντως, εμπνεόμενες από τις θέσεις του μονεταρισμού και της νεοφιλελεύθερης μακροοικονομίας οι κυβερνήσεις έθεσαν σε εφαρμογή ένα σχέδιο που περιλάμβανε μια σειρά από μέτρα όπως η μείωση των κοινωνικών κρατικών δαπανών, η μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, η ιδιωτικοποίηση των εθνικοποιημένων επιχειρήσεων, η κατάργηση των περιορισμών στο πιστωτικό σύστημα και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Ουσιαστικά δηλαδή, οι κυβερνήσεις άρχισαν να εφαρμόζουν τις οικονομικές προτάσεις που είχαν κάνει νεοφιλελεύθεροι στοχαστές όπως ο Hayek και ο Friedman. Οι τελευταίοι όμως δεν πρότειναν απλώς μια «νέα» οικονομική πολιτική, αλλά μια νέα μορφή κοινωνικής συσσωμάτωσης. Έτσι, η μετάβαση από το φορδικό, κοινωνικό/σοσιαλδημοκρατικό στο μεταφορδικό, νεοφιλελεύθερο κράτος συνεπάγονταν την αντικατάσταση της κοινωνικής λογικής από εκείνη των αγορών (Foucault, 2012: 146-147) .

Τη μεταφορδική εποχή, η οικονομία, στο όνομα της ορθολογικότητας και της αποτελεσματικότητας των αγορών, έχει εκτοπίσει τις αξίες της κοινωνικής αλληλεγγύης, της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης που στον φορδισμό συνέβαλαν στη συνοχή της κοινωνίας. Ουσιαστικά δηλαδή έχουν χάσει το κύρος τους παραδοσιακές κεϋνσιανές αξίες όπως πρόοδος, ισότητα, αλληλεγγύη, συλλογική πρόνοια και ασφάλεια και έχουν επικρατήσει αξίες όπως επιτυχία, ατομικότητα, αποτελεσματικότητα και αυστηρή εργασιακή ηθική («προτεσταντικού τύπου»). Για αυτό και η κοινωνική πολιτική του μεταφορδικού κράτους δεν επιδιώκει να «υπηρετήσει» τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, αλλά καθορίζεται από κριτήρια όπως η αρχή των τριών Ε (economy, efficiency, effectiveness - οικονομία, αποδοτικότητα, αποτελεσματικότητα).6 Όπως άλλωστε εύστοχα το θέτει και ο Rosanvallon, πέρα από τα προβλήματα χρηματοδότησης και τις έντονες δυσλειτουργίες των μηχανισμών του, το κράτος πρόνοιας αντιμετωπίζει από τη δεκαετία του ’90 και μετά ένα επιπρόσθετο πρόβλημα: Το ότι αμφισβητούνται έντονα οι αρχές που δομούν την αλληλεγγύη και η ίδια η αντίληψή μας για τα κοινωνικά δικαιώματα (Rosanvallon, 2003: 18-21).

Τη μεταφορδική εποχή δεν έχει αλλάξει μόνο το ποια μέτρα επιστρατεύει το κράτος για την αντιμετώπιση των προβλημάτων, αλλά και ο τρόπος με τον οποίον τα αντιλαμβάνεται, τα ιεραρχεί και τα αντιμετωπίζει. Έτσι, για παράδειγμα, το νεοφιλελεύθερο κράτοςδεν επιδιώκει, όπως ο προκάτοχός του, να εξασφαλίσει τους όρους μιας γενικής οικονομικής αναπτυξιακής διαδικασίας κάνοντας παρεμβάσεις που επιδιώκουν την κλαδική και περιφερειακή ανάπτυξη και την αναδιανομή των εισοδημάτων, αλλά να προωθήσει τις, νεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης, «διαρθρωτικές αλλαγές» που έχει ανάγκη το κεφάλαιο για να ξεπεράσει την κρίση. Και αυτό γιατί θέλει να είναι ένα «κράτος μάνατζερ» που λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και που αντιμετωπίζει τους ανθρώπους με τους οποίους «συναλλάσσεται» πρωτίστως σαν «πελάτες» και όχι, όπως στο παρελθόν, ως πολίτες (Μαρκαντωνάτου, 2011). Στα πλαίσια δε αυτής του της επιδίωξης και όντας κάτω από πίεση λόγω της διαρκούς διεθνοποίησης της παραγωγής, εφαρμόζει ένα σύνολο πολιτικών που «ευνοούν μια εξωστρεφή οικονομία, βασισμένη στις εξαγωγές, οργανωμένης σε αγορές, με ελάχιστη κρατική παρέμβαση, σε συνδυασμό με ιδιωτικοποιήσεις, απελευθέρωση του εμπορίου και περιορισμένα (κρατικά) ελλείμματα στον προϋπολογισμό».7

Βέβαια, η υιοθέτηση των νεοφιλελεύθερων αυτών πολιτικών και η συνακόλουθη απόδοση κρατικών υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα δεν συνεπάγεται τη μη-παρεμβατικότητα του κράτους. Παρά τα όσα υποστηρίζει η νεοφιλελεύθερη θεωρία, το μεταφορδικό κράτος δεν είναι ένα αδύναμο κράτος, αποκομμένο από την κοινωνία, που αφήνει την αγορά να λειτουργεί ανεμπόδιστα. Αντιθέτως είναι ένα ισχυρό κράτος που, όντας αυτονομημένο από την πολλαπλότητα των κοινωνικών συμφερόντων, παρεμβαίνει διαρκώς για να διασφαλίσει την απορρύθμιση της αγοράς και την κατάργηση όλων εκείνων των μηχανισμών που αμφισβητούν έμπρακτα την πλήρη επικράτηση της αρχής του ανταγωνισμού (Hirsch, 1993: 43, αναλυτικότερα Μαρκαντωνάτου, 2009: 205-206).

Πράγματι, το νεοφιλελεύθερο κράτος δεν παρεμβαίνει για να αμβλύνει τις αρνητικές συνέπειες που έχει για την κοινωνία, για τον κοινωνικό ιστό, η λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, αλλά για να διασφαλίσει ότι θα λειτουργήσει ο τυπικός μηχανισμός του ανταγωνισμού και, κατά συνέπεια, θα αποφευχθούν τα αρνητικά κοινωνικά φαινόμενα που (υποτίθεται) ότι προκαλεί η απουσία του ανταγωνισμού. Ένας δε από τους λόγους που οι παρεμβάσεις του πετυχαίνουν σε μεγάλο βαθμό τους στόχους τους είναι ότι η σημασία της τριμερούς συλλογικής διαπραγμάτευσης έχει μειωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, αφενός λόγω της διαίρεσης του κόσμου της εργασίας σε εργαζομένους του «πυρήνα» (σταθερών εργασιακών σχέσεων) και της «περιφέρειας» (επισφαλούς απασχόλησης) και αφετέρου λόγω του φαινόμενου της τριτογενοποίησης: τα συνδικάτα έχουν καταστεί εκπρόσωποι του ολοένα και μικρότερου εκείνου τμήματος των εργαζομένων που διαθέτουν μόνιμη και σταθερή δουλεία και, κατά συνέπεια, δεν έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν την πολιτικές αποφάσεις των κυβερνήσεων (ακόμα και των σοσιαλδημοκρατικών). Ουσιαστικά δηλαδή, το κράτος κατά τη μεταφορδική εποχή έχει καταφέρει να εγκαθιδρύσει ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς διαχείρισης και απορρύθμισης της αγοράς εργασίας8 χάρη αφενός στην κατάρρευση του φορδικού μοντέλου ρύθμισης που χαρακτηριζόταν από την κεντρική, κρατική κορπορατιστική οργάνωση ευρύτερων ταξικών συμφερόντων και αφετέρου την επικράτηση ενός είδους «κεντρικού, τεμαχισμένου κορπορατισμού» στον οποίο «τα κορπορατιστικά στοιχεία συντίθενται από αποκλίνουσες και ανταγωνιστικές επαγγελματικές ομάδες συμφερόντων» (Hirsch, 1993: 44).


2.3. Από το «παθητικό» στο «επιλεκτικό» και «ενεργητικό» κράτος πρόνοιας


Από την άλλη βέβαια, η επικράτηση και σταθεροποίηση του τεμαχισμένου κορπορατισμού οφείλεται στο ότι έχουν καταστεί πολύ πιο αποτελεσματικοί οι μηχανισμοί καταπίεσης και επιτήρησης του μεταφορδικού κράτους. Επίσης οφείλεται στο ότι το τελευταίο δεν αποτελεί ένα κράτος παροχών που επιδιώκει την αναδιανομή του εισοδήματος, αλλά ένα κράτος που «τιμωρεί» όσους δεν δέχονται να ενταχθούν στην αγορά εργασίας με οποιουσδήποτε όρους. Με άλλα λόγια, οφείλεται στο ότι οι κοινωνικές του πολιτικές δεν επιδιώκουν την αναδιανομή του πλούτου και των ευκαιριών ως μέσο καταπολέμησης των ανισοτήτων, αλλά το να επεκταθεί ο ιδιωτικός τομέας και στον «κοινωνικό» τομέα της πρόνοιας και, γενικότερα, το να αποτελεί το οικονομικό παιχνίδι, με τα φαινόμενα ανισότητας που ενέχει, αυτό που ορίζει το πώς πρέπει να λειτουργεί κάθε σφαίρα του κοινωνικού (Foucault, 2012: 151-153).

Το μεταφορδικό κράτος έχει εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό (όχι όμως πλήρως) τον στόχο να διασφαλίσει τους πολίτες απέναντι στους κινδύνους, είτε είναι ατομικοί κίνδυνοι, τύπου ασθένειας ή ατυχήματος, είτε συλλογικοί κίνδυνοι, όπως, για παράδειγμα, καταστροφές. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι την περίοδο του μεταφορδισμού έχει περιοριστεί σημαντικά το εύρος της έννοιας του κινδύνου σαν ενοποιητικής κατηγορίας. Οφείλεται δηλαδή στο ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και μετά, να εντάξεις μια σειρά από διαφορετικά κοινωνικά προβλήματα (του τύπου ασθένεια, ανεργία, ακόμα και γηρατειά) στην ομοιογενή κατηγορία του κινδύνου.

Όντως, όπως επισημαίνει και ο Rosanvsallon, τη μεταφορδική εποχή η σφαίρα του κοινωνικού δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή με όρους κινδύνου. Και αυτό γιατί τα μεγάλα προβλήματα των μεταφορδικών κοινωνιών, όπως π.χ. ο αποκλεισμός και η ανεργία, αποτελούν μόνιμες καταστάσεις, προβλέψιμες και μη αντιστρέψιμες. Αυτό όμως υπονομεύει τις αρχές της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης οι οποίες βασίζονταν στην ιδέα τόσο ότι ο κίνδυνος είναι «κατανεμημένος ισομερώς όσο και ότι η φύση του είναι εξαιρετικά αστάθμητη» (Rosanvallon, 2003: 39-41). Για αυτό και, ανάμεσα στα άλλα, το μεταφορδικό κράτος υιοθετεί ολοένα και περισσότερο την άποψη, ότι η μόνη υποχρέωση που έχει είναι να παρέχει βοήθεια στα άτομα που δεν μπορούν να καλύψουν ούτε τις βασικές τους ανάγκες (που βρίσκονται δηλαδή σε κατάσταση «απόλυτης» φτώχειας9 ).

Βέβαια, πρακτικά, μέχρι σήμερα κανένα κράτος δεν έχει υιοθετήσει (και άρα εφαρμόσει) πλήρως την παραπάνω άποψη. Ωστόσο δεν υπάρχει δυτικό κράτος που να μην έχει επηρεαστεί από τις νεοφιλελεύθερες απόψεις περί κοινωνικής πολιτικής. Όλα τα μεταφορδικά κράτη έχουν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, δεχτεί ως λογική10 την άποψη ότι τα άτομα δεν θα πρέπει να ζητούν από την κοινωνία να τους διασφαλίσει απέναντι στους κινδύνους, αλλά να προσπαθούν να αποκτήσουν με τη δουλειά τους ένα εισόδημα τέτοιο που θα τους δίνει τη δυνατότητα, είτε άμεσα τα ίδια είτε υπό τη συλλογική διαμεσολάβηση της αλληλασφάλισης, να (αυτό)ασφαλιστούν απέναντι στους κινδύνους που υπάρχουν, βάσει πόρων που θα αποτελούν το δικό τους ιδιωτικό απόθεμα.11 Για αυτό και εφαρμόζουν πολιτικές που στοχεύουν στη μείωση του δημόσιου τομέα και στην ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών.

Βέβαια, το κράτος πρόνοιας δεν παύει να υφίσταται τη μεταφορδική εποχή. Όμως, αφενός έχει συρρικνωθεί και αφετέρου έχει αλλάξει ο χαρακτήρας του. Δηλαδή πλέον δεν αποτελεί κατά βάση ένα μηχανισμό αναπλήρωσης εισοδημάτων που δεν ασχολείται με το ζήτημα του καταλογισμού της ευθύνης. Αντιθέτως, αποτελεί ένα μηχανισμό που επιτηρεί και καθιστά χρήσιμους για τους μηχανισμούς της ελεύθερης αγοράς τις αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες. Kαι αυτό γιατί τη μεταφορδικη εποχή έχει αποκτήσει μεγάλη επιρροή η άποψη, ότι η πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές12 δεν αποτελεί (κοινωνικό) δικαίωμα που διαθέτει αυτόματα όποιος είναι φορέας της ιδιότητας του πολίτη, αλλά πρέπει να περιορίζεται σε αυτούς που αποδεδειγμένα έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη και προσπαθούν να επανενταχθούν στην αγορά εργασίας (Rosanvallon, 2003: 123-131). Για αυτό άλλωστε έχει αποδυναμωθεί εξαιρετικά (όχι όμως και καταργηθεί) το «δόγμα της καθολικότητας των παροχών».13

Τη μεταφορδική εποχή έχει καταστεί πολύ δημοφιλής στους κυβερνητικούς κύκλους (και όχι μόνο) η ιδέα ότι τα επιδόματα πρέπει να χορηγούνται έπειτα από έλεγχο εισοδήματος ή με προϋποθέσεις. Επίσης έχει καταστεί στους ίδιους κύκλους κυρίαρχη η άποψη ότι όσοι επωφελούνται από τις (διαρκώς μειούμενες) κοινωνικές παροχές που δίνει το κράτος πρόνοιας δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν «δικαιούχοι», αλλά σαν «οφειλέτες», οι οποίοι για να εξοφλήσουν το «χρέος» τους πρέπει να υιοθετήσουν έναν τρόπο ζωής που θα τους καταστήσει και πάλι χρήσιμους για την καπιταλιστική παραγωγή. Γι’ αυτό και το νεοφιλελεύθερο κράτος πρόνοιας αντιμετωπίζει κάθε άτομο στο οποίο προσφέρει τη βοήθειά του σαν μια ιδιαίτερη περίπτωση η οποία πρέπει να αναλύεται με προσοχή επειδή από το στιλ της ζωής του εξαρτάται το αν θα προσπαθήσει να μεγιστοποιήσει την απασχολησιμότητά του, να ενεργοποιηθεί στην κατεύθυνση της ένταξης στην αγορά εργασίας ή της κοινωνικής ένταξης, να είναι διαθέσιμο και επιστρατεύσιμο στην αγορά της απασχόλησης. Για αυτό επίσης ολοένα και περισσότερο οι κοινωνικές παροχές παραχωρούνται στη βάση ενός ατομικού φακέλου και μόνο αφού, κατόπιν εξέτασης, διαπιστωθεί ότι ο «δικαιούχος» δεν επιδιώκει να ζει εις βάρος της κοινωνίας14 (Lazzarato, 2014: 152-158).



3. Η «Agenda 2010» ως μέρος της νεοφιλελεύθερης «κυβερνησιμότητας»


Αδιαμφισβήτητα οι προσδοκίες ότι, λόγω της κρίσης του 2008, οι κυβερνήσεις θα εγκατέλειπαν το νεοφιλελευθερισμό και πλέον θα εφάρμοζαν μια διαφορετική, περισσότερο ευνοϊκή για τα συμφέροντα του κόσμου της μισθωτής εργασίας, οικονομική και κοινωνική πολιτική διαψεύστηκαν. Δυστυχώς, δεν φαίνεται να έχει γίνει ακόμα κατανοητό πως ο «εκσυγχρονισμός» του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, δηλαδή ο μετασχηματισμός του ευρωπαϊκού κράτους πρόνοιας σε ενεργητικό κοινωνικό κράτος όχι μόνο δεν υποβοηθά, αλλά υπονομεύει την προσπάθεια δημιουργίας μιας ανταγωνιστικής και δυναμικής οικονομίας της γνώσης. Δεν έχει επομένως γίνει κατανοητό πως οι δύο στόχοι που προωθούσε η Στρατηγική της Λισσαβόνας είναι ασύμβατοι μεταξύ τους. Αντιθέτως μάλιστα, εξακολουθεί να κυριαρχεί στις δυτικές κοινωνίες η νεοφιλελεύθερη αντίληψη, ότι οι ασκούμενες κοινωνικές πολιτικές αφενός πρέπει να στηρίζονται σε ένα, εντελώς διαφορετικό από το φορδικό, συμβόλαιο μεταξύ κράτους και πολίτη που συνδέει τα δικαιώματα του τελευταίου με τις υποχρεώσεις του, αφετέρου πρέπει να είναι εξατομικευμένες, δηλαδή να λαμβάνουν υπ’ όψιν τις ιδιαίτερες ανάγκες και τα χαρακτηριστικά κάθε ατόμου. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί η αρχή ότι το κράτος πρόνοιας πρέπει να γίνει «επιλεκτικό», δηλαδή να περιοριστεί στο να επιλαμβάνεται των προβλημάτων ατόμων τα οποία έχουν ξεχωριστή το καθένα ιστορία (Καραμεσίνη, 2005: 56-58).

Από την άλλη βέβαια, όπως πριν από την κρίση έτσι και μετά, ναι μεν όλες οι χώρες-μέλη της ΕΕ έχουν αποδεχτεί σε γενικές γραμμές τη νεοφιλελεύθερη λογική, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχουν υιοθετήσει όλες το ίδιο ακριβώς μοντέλο κοινωνικής πολιτικής. Μάλιστα δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την περίπτωση και στο μέλλον να εξακολουθήσουν να μην υιοθετούν κοινές πολιτικές και μέτρα. Άλλωστε κάτι τέτοιο δεν επιδιώκει ούτε καν ο συντονισμός των εθνικών πολιτικών μέσω της λεγόμενης «Ανοιχτής Μεθόδου Συντονισμού». Από την άλλη όμως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και στο πεδίο αυτό κάποια σύγκλιση θα υπάρξει. Άλλωστε δεν θα ήταν υπερβολή το να λέγαμε ότι η μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου της κοινωνικής πολιτικής που έκανε, βασιζόμενη στο σύνθημα «προωθούμε και απαιτούμε», 15 η γερμανική κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων (οι λεγόμενοι νόμοι Hartz) την περίοδο 1999-2005 έχει καταστεί ένα είδος προτύπου για τα υπόλοιπα κράτη μέλη της ΕΕ.16

Τον Ιανουάριο του 2003 η γερμανική κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή τον νόμο HartzII που θέσπιζε τις συμβάσεις mini job, που απαλλάσσουν τους εργοδότες από την υποχρέωση να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές και δεν διασφαλίζουν στους εργαζομένους ούτε ταμείο ανεργίας ούτε σύνταξη, και midi jobs, που προβλέπουν μισθούς από 400 μέχρι 800 ευρώ τον μήνα. Τον Ιανουάριο της επόμενης χρονιάς έθεσε σε ισχύ και τον νόμο HartzIII που προέβλεπε την αναδιάρθρωση της εθνικής υπηρεσίας απασχόλησης, δηλαδή του Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Εργασίας (που μετονομάστηκε σε Ομοσπονδιακό Οργανισμό Εργασίας - Agentur für Arbeit) και των παραρτημάτων της. Όταν δε ένα χρόνο μετά θεωρήθηκε ότι οι υπηρεσίες απασχόλησης μπορούν πλέον να ελέγξουν εντατικότερα και αποτελεσματικότερα τη συμπεριφορά και τη ζωή των φτωχών εργαζομένων, η κυβέρνηση έθεσε σε ισχύ και τον HartzIV, που, στο όνομα της ανάγκης ριζικού μετασχηματισμού της γερμανικής πολιτικής απασχόλησης, προβλέπει:

Τη μείωση της διάρκειας παροχής του επιδόματος ανεργίας (του λεγόμενου επιδόματος ανεργίας I) που λαμβάνει κάποιος που μόλις έχασε τη δουλειά του από 32 σε 12 μήνες το πολύ.

Την παραχώρηση του δικαιώματος εγγραφής στο Ταμείο ανεργίας μόνο σε όποιον εργαζόταν τουλάχιστον δώδεκα μήνες στα δύο χρόνια πριν απολέσει τη δουλειά του.

Την ενοποίηση του επιδόματος που λάμβανε ο μακροχρόνια άνεργος μετά το πέρας των 32 μηνών (το λεγόμενο Arbeitslosenhilfe) με το επίδομα κοινωνικής πρόνοιας (Sozialhilfe). Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι από 1/1/2005, ο μακροχρόνια άνεργος λαμβάνει ένα κοινωνικό βοήθημα 374 ευρώ (το λεγόμενο επίδομα ανεργίας II ή επίδομα Hartz) αντί για ένα επίδομα το ύψος του οποίου θα αντιστοιχούσε (αν δεν είχε αλλάξει ο νόμος) στο 50% του τελευταίου μισθού που έλαβε.

Η λήψη των επιδομάτων από τον άνεργο να μπορεί γίνει μόνο εάν ο τελευταίος υπογράψει την «Συμφωνία Ένταξης στην Αγορά Εργασίας», η οποία τον υποχρεώνει να δηλώσει στο Ομοσπονδιακό Οργανισμό Εργασίας όλα του τα περιουσιακά στοιχεία, να αποδεικνύει ανά τακτά χρονικά διαστήματα ότι έχει καταβάλει σοβαρές προσπάθειες εύρεσης εργασίας και να συναινεί σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία λαμβάνει ο Οργανισμός για την επανένταξή του στην αγορά εργασίας.

Την παροχή του επιδόματος ανεργίας II μόνο στην περίπτωση που ο άνεργος δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία με τα οποία μπορεί να διασφαλίσει την επιβίωσή του.

Τη μείωση του επιδόματος στον μακροχρόνια άνεργο που απορρίπτει μια θέση εργασίας κατώτερη των προσόντων του, που όμως ο Ομοσπονδιακός Οργανισμός τη θεωρεί υποφερτή, δηλαδή ότι μπορεί σωματικά, νοητικά και ψυχολογικά να την αναλάβει, παραβλέποντας τόσο την επαγγελματική κατάρτισή και το μορφωτικό του επίπεδο όσο και το ύψος του μισθού.

Την υποχρέωση των ανέργων να δέχονται ταυτόχρονα με το επίδομα ανεργίας θέσεις εργασίας με μισθό 1 ευρώ την ώρα («ευτυχώς» καθαρά!).

Στον υπολογισμό του επιδόματος II ενός ανέργου που, για οποιαδήποτε λόγο, συγκατοικεί με κάποιο άλλο πρόσωπο, να λαμβάνεται υπ’ όψιν (και μάλιστα να παίζει αποφασιστικό ρόλο) το εισόδημα του τελευταίου, επειδή για τη διασφάλιση της επιβίωσης του κάθε ανέργου ευθύνεται πρώτα ο ίδιος και όσοι συγκατοικούν μαζί του και μετά το κράτος πρόνοιας.

Τη δυνατότητα το κράτος να ελέγχει το εάν η κατοικία του ανέργου που λαμβάνει το επίδομα II είναι αδικαιολόγητα μεγάλη και δαπανηρή και να απαιτεί, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι όντως είναι, ο άνεργος να αλλάξει κατοικία και να μετακομίσει σε ένα σπίτι που η αρμόδια υπηρεσία έχει εγκρίνει.17

Όντως, σε αντίθεση με το νομικό πλαίσιο που αντικατέστησε, ο νόμος Hartz δεν επιδιώκει να διασφαλίσει ότι μέσω της κρατικής παρέμβασης ο άνεργος θα διατηρήσει το βιοτικό επίπεδο που κατέκτησε κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου του. Αντιθέτως, επιδιώκει τη συγκρότηση μηχανισμών επιτήρησης (και εκφοβισμού) που θα εξαναγκάζουν τους ανέργους να αποδεχτούν οποιαδήποτε θέση εργασίας τους προσφέρεται. Και αυτό γιατί ο νόμος ακολουθεί τη νεοφιλελεύθερη λογική σύμφωνα με την οποία: α) Το κράτος δεν πρέπει να αποτελεί ένα είδος «καθολικού ασφαλιστή» από τον οποίο όλοι όσοι φέρουν την ιδιότητα του πολίτη δικαιούνται να ζητούν κάλυψη από τους κύριους κινδύνους της ζωής, αλλά ένα μηχανισμό που θα βοηθά μόνο αυτούς που αποδεδειγμένα έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη και είναι διατεθειμένοι να τηρήσουν τους όρους που θα τους τεθούν. β) Οι «ωφελούμενοι» δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν χρήστες ενός κοινωνικού δικαιώματος, αλλά σαν οφειλέτες που πρέπει να ελέγχονται για το αν προσπαθούν να ξεπληρώνουν το χρέος τους ακολουθώντας τις συστάσεις που τους κάνουν οι υπεύθυνες κοινωνικές υπηρεσίες «για το καλό τους», 18 για να καταστούν δηλαδή διαθέσιμοι για την αγορά εργασίας και για τους μηχανισμούς κοινωνικής ένταξης. γ) Πρέπει να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στις ενεργητικές από ό, τι στις παθητικές πολιτικές απασχόλησης και, κατά συνέπεια, να ανακατανεμηθούν οι δαπάνες μεταξύ των ενεργητικών και των παθητικών πολιτικών απασχόλησης υπέρ των πρώτων (Lazzarato, 2014: 16-19, Dörre, 2015: 26-32). Ουσιαστικά δηλαδή, παρότι κεντροαριστερή η τότε κυβέρνηση προχώρησε σε μια νεοφιλελεύθερης έμπνευσης μεταρρύθμιση του γερμανικού κοινωνικού μοντέλου. Αυτό δε οφείλεται στο ότι πλέον όχι μόνο τα συντηρητικά, κεντροδεξιά κόμματα, αλλά και τα κεντροαριστερά, επιδιώκουν την αποδόμηση του κεϋνσιανού εθνικού κράτους πρόνοιας (δηλαδή ενός κράτους που είχε ως στόχο την πραγμάτωση αξιών όπως η κοινωνική δικαιοσύνη) και την αντικατάστασή του από το «ανταγωνιστικό μεταεθνικό κράτος» (ο όρος είναι του Bob Jessop), το οποίο προωθεί συστηματικά την εγκαθίδρυση ενός νεοφιλελεύθερου καθεστώτος διαχείρισης και απορρύθμισης της εργασίας (Μαρκαντωνάτου, 2009: 206-209, Jessop, 2002).

Την περίοδο λοιπόν του μεταφορδισμού ακόμα και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν αποτελούν πλέον μαζικά κόμματα που ενσωματώνουν στο σύστημα τα οργανωμένα εργατικά συμφέροντα συντελώντας στη θεμελίωση μιας πλουραλιστικής κατανομής των συμβιβασμών. Αντιθέτως, έχουν μετατραπεί σε άκρως γραφειοκρατικούς, συγκεντρωτικούς και κρατικοποιημένους πολιτικούς μηχανισμούς που προσπαθούν να πείσουν την κοινή γνώμη για την αναγκαιότητα των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων χρησιμοποιώντας την πληροφορική (π.χ. τα λεγόμενα socialmedia) και, γενικότερα, ακολουθώντας τις στρατηγικές του λεγόμενου «εμπορικού μάρκετινγκ» (Hirsch, 1993: 45-46). Ουσιαστικά δηλαδή αποτελούν μέρος της νεοφιλελεύθερης κυβερνησιμότητας (governmentality)19 η οποία έχει πλέον εδραιωθεί στις δυτικές κοινωνίες.20

Πράγματι, όπως έχει επισημάνει εύστοχα ο Lemke, ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι απλώς μια ιδεολογία, θεωρούμενη ως είδος «ψευδούς γνώσεως». Ούτε επίσης αποτελεί μόνο ένα σύμπτωμα της κατίσχυσης την περίοδο της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας στην πολιτική. Αντιθέτως αποτελεί μια νέα μορφή διακυβέρνησης η οποία επιτρέπει στο κράτος να δημιουργεί «υπεύθυνα» υποκείμενα, τα οποία αναλαμβάνουν τα ίδια την ευθύνη για τους κινδύνους τους οποίους αντιμετωπίζουν. Με άλλα λόγια ο νεοφιλελευθερισμός είναι μια μορφή διακυβέρνησης η οποία: α) Επιδιώκει να διαμορφώσει υποκείμενα τα οποία συναινούν στην άποψη ότι κάποιος συμπεριφέρεται ηθικά και υπεύθυνα μόνο όταν λειτουργεί ως homoeconomicus, που επιδιώκει να μεγιστοποιήσει τα κέρδη του, εξισώνοντας τον εαυτό του με τον επιχειρηματία, που αξιοποιεί το «κεφάλαιό» του, τουτέστιν τις εργασιακές του δεξιότητες. β) Επιτηρεί τα υποκείμενα εκείνα που δεν μπορούν να «φροντίσουν μόνα τους τον εαυτό τους», αφού πρώτα έχει ενοχοποιήσει την «ανευθυνότητά» τους, που τα οδήγησε σε μια επισφαλή κατάσταση (Lemke, 2001: 201-203).21

Παράλληλα, βασική λειτουργία τόσο των κεντροδεξιών όσο και των κεντροαριστερών κομμάτων την περίοδο του μεταφορδισμού είναι το να διαδίδουν ένα ιδεολογικό λόγο που αφενός εκλαϊκεύει τις θέσεις των μονεταριστών θεωρητικών και αφετέρου τις παρουσιάζει ως αυτονόητες αλήθειες.22 Με άλλα λόγια, χάρη (και) στις άοκνες προσπάθειες του κομματικού συστήματος, έχει σήμερα κατισχύσει η μονεταριστική θεωρία, η οποία αντιλαμβάνεται το κοινωνικό φαινόμενο «ανεργία» και τις αιτίες που το προκαλούν τελείως διαφορετικά από ότι η κεϋνσιανή.

Σε αντίθεση με τους κεϋνσιανούς, οι μονεταριστές υποστηρίζουν ότι μακροπρόθεσμα οι μακροοικονομικές πολιτικές τόνωσης της ζήτησης δεν μπορούν να μειώσουν την ανεργία πέρα από το «φυσικό» της ποσοστό, όπως αυτό προσδιορίζεται από την αγορά εργασίας, διότι τα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας (όπως π.χ. το προϊόν και η απασχόληση) επηρεάζονται από θεμελιώδεις σχέσεις και όχι από τα νομισματικά μεγάθη (τα οποία επηρεάζουν μόνο τις τιμές).23 Θεωρούν επομένως ότι οι κυβερνήσεις δεν μπορούν μέσω κεϋνσιανής έμπνευσης μακροοικονομικών πολιτικών να πετύχουν τον στόχο της πλήρους απασχόλησης, γιατί υπάρχει ένα φυσικό ποσοστό ανεργίας (γνωστό και ως NAIRU) ασυμπίεστο, σταθερό και μακροπρόθεσμα μοναδικό, το οποίο προσδιορίζεται από τα πραγματικά και όχι χρηματικά οικονομικά μεγέθη, λόγω της πλήρους διχοτομίας μεταξύ του χρήματος και της «πραγματικής» οικονομίας. Για αυτό και τους προτείνουν να ασκούν περιοριστική μακροοικονομική πολιτική η οποία, τουλάχιστον, καταπολεμά τον πληθωρισμό (Δεδουσόπουλος, 2004: 363-365).

Όντως, οι μονεταριστές θεωρούν ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να ασκούν περιοριστική μακροοικονομική πολιτική, διότι θεωρούν πως στην πραγματικότητα δεν τίθεται καν το δίλημμα «άσκηση περιοριστικής μακροοικονομικής πολιτικής που μειώνει τον πληθωρισμό και αυξάνει την ανεργία ή επεκτατικής που επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα», αλλά ισχύει ότι «με δεδομένο το επίπεδο της ανεργίας, θα καταπολεμήσω τον πληθωρισμό ασκώντας περιοριστική μακροοικονομική πολιτική». Επομένως αντιτάσσονται στην εφαρμογή επεκτατικής μακροοικονομικής πολιτικής, γιατί πιστεύουν πως τόσο η νομισματική όσο και η δημοσιονομική πολιτική είναι εργαλεία κατάλληλα για την καταπολέμηση του πληθωρισμού μόνο και όχι της ανεργίας. Γι’ αυτό άλλωστε θεωρούν πως η βασική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής των κυβερνήσεων θα πρέπει να είναι η επίτευξη νομισματικής σταθερότητας, δηλαδή η μείωση του ρυθμού του πληθωρισμού.24

Για τους μονεταριστές, οι κυβερνήσεις πρέπει να συμβιβαστούν με την ιδέα ότι δεν μπορούν να εξαλείψουν την ανεργία και ότι το καλύτερο που μπορεί να κάνουν είναι το να συμβάλουν στη μείωση του NAIRU (δηλαδή του φυσικού ποσοστού της ανεργίας) εφαρμόζοντας πολιτικές οι οποίες θα προωθούν την ευελιξία της εργασίας. Ουσιαστικά δηλαδή, κατά τη γνώμη τους, οι κυβερνήσεις πρέπει να εγκαταλείψουν ως μη ρεαλιστικό τον στόχο της πλήρους απασχόλησης.

Βέβαια, παρά τη διάδοση των μονεταριστικών ιδεών, οι κυβερνήσεις σπάνια δηλώνουν ευθαρσώς πως δεν αποτελεί για τις ίδιες προτεραιότητα η καταπολέμηση της ανεργίας και ότι η επίτευξη του στόχου της πλήρους απασχόλησης είναι κάτι το αδύνατο. Πρακτικά όμως υιοθετούν τα επιχειρήματα των μονεταριστών, αφού: α) Δεν χρησιμοποιούν ως εργαλείο επίτευξης της πλήρους απασχόλησης την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, β) ανάγουν σε βασικά εργαλεία της πολιτικής απασχόλησης τις πολιτικές ευελιξίες της αγοράς και τις ενεργητικές πολιτικές προσφοράς εργασίας, γ) εφαρμόζουν πολιτικές οι οποίες εξαναγκάζουν τους ανέργους και τις ανενεργές ομάδες του πληθυσμού που λαμβάνουν επιδόματα να ενταχθούν στην αγορά εργασίας. Ουσιαστικά δηλαδή η μονεταριστική θεωρία αποτελεί μέρος μιας νέας μορφής διακυβέρνησης, η οποία εξαναγκάζει τα, στιγματισμένα από την ίδια ως ανεύθυνα, υποκείμενα να αναζητήσουν ενεργά εργασία.


Επίλογος


Όπως είδαμε παραπάνω, η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού δεν κλονίστηκε μετά την κρίση του 2008, διότι η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού κατά τη μεταφορδική περίοδο δεν είχε σαν αποτέλεσμα απλώς την εφαρμογή ενός συγκεκριμένου πολιτικού προγράμματος. Αντιθέτως συνεπάγονταν την επικράτηση ενός νέου τρόπου διακυβέρνησης των πληθυσμών από το κράτος. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η ανατροπή της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού. Σημαίνει όμως ότι η ανατροπή αυτή πρόκειται να συμβεί μόνο όταν αλλάξουν οι υφιστάμενοι συσχετισμοί δύναμης χάρη στους αγώνες τόσο του εργατικού, όσο και άλλων κινημάτων, και όχι αυτόματα (π.χ. επειδή μια οικονομική κρίση θα καταδείξει ότι είναι αντιεπιστημονικές οι απόψεις που αποδέχονται οι νεοφιλελεύθεροι θεωρητικοί).


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Butler, J., (2008). Ευάλωτη ζωή: Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας, Αθήνα: Νήσος.

Δεδουσόπουλος, Α., (2004). Θεωρίες της Ανεργίας, τόμος Α, Αθήνα: Τυπωθήτω.

Dörre, K., (2015).Το «γερμανικό εργασιακό θαύμα». Μοντέλο για την Ευρώπη;, Αθήνα: Ινστιτούτο Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Ewald, F., (2000). Ιστορία του κράτους πρόνοιας, Αθήνα: Gutenberg.

Hirsch, J., (1993). «Φορντισμός και μεταφορντισμός: η παρούσα κοινωνική κρίση και οι συνέπειές της», σε Bonefeld , W, & Holloway, J., Μεταφορντισμός και κοινωνική μορφή. Μια μαρξιστική συζήτηση για το μεταφορντικό κράτος, Αθήνα: Εξάντας: 16-50.

Jessop, B., (2002). The future of the capitalist state, Cambridge: Polity Press.

Foucault, M., (2012). Η γέννηση της βιοπολιτικής, Αθήνα: Πλέθρον.

Foucault, M., (2009). Security, Territory, Population: Lectures at the Collège de France 1977 - 1978, New York: Picador.

Ιωακείμογλου, Η., (2010). Υπηρεσίες Υγείας: Από το Δημόσιο Αγαθό στο Εμπόρευμα,

Αθήνα: Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ.

Καραλής, Δ., (2006). «Οι περιπέτειες ενός “ενοχλητικού θεσμού”: Τα συνδικάτα την περίοδο του φορντισμού και του μεταφορντισμού». Θέσεις, Ιούλιος-Σεπτέμβριος, τ. 96: 95-113.

Καραλής, Δ., (2014). «Σύγχρονος ανθρωπισμός και πειθαρχική εξουσία: Για μια γενεαλογική κριτική των επιστημών του ανθρώπου», Θέσεις, Οκτώβριος-Δεκέμβριος, τ. 129: 83-104.

Καραλής, Δ., (2015). «Χαρτογραφώντας μια επικίνδυνη “μεταρρύθμιση”: Οι αλλαγές στο ασφαλιστικό το 2015», Ενημέρωση, Ιούλιος- Αύγουστος, τ. 224: 17-26.

Καραμεσίνη, Μ., (2005). «Η πολιτική απασχόλησης ως πεδίο σύζευξης της οικονομικής και

της κοινωνικής πολιτικής», στο Καραμεσίνη, Μ, Κουζής, Γ (επίμ), Πολιτική απασχόλησης. Πεδίο σύζευξης της οικονομικής και της κοινωνικής πολιτικής, Αθήνα: Gutenberg: 21-68.

Lazzarato, M., (2014). Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Lemke, T., (2001). «“The Birth of Bio-Politics” – Michel Foucault’s Lecture at the Collège de France on Neo-Liberal Governmentality», Economy & Society, 30 (2), May: 190-207.

Μαρκαντωνάτου, Μ., (2009). Το κράτος και το μονοπώλιο της βίας. Θεωρήσεις και μεταβολές, Αθήνα: Παπαζήσης.

Μαρκαντωνάτου, Μ., (2011). «Κράτος και “Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ”: Η προνοιακή απορρύθμιση μέσα από την επιχειρηματική διακυβέρνηση, τις “Καλές Πρακτικές” και την ISO-προτυποποίηση», Θέσεις, Ιούλιος-Σεπτέμβριος, τ. 116: 53-76.

Μιχοπούλου, Σ., (2012). Αναπτυξιακές και κοινωνικές επιπτώσεις των πολιτικών σταθερότητας του ΔΝΤ, Μελέτη 21, Παρατηρητήριο Οικονομικών και Κοινωνικών Eξελίξεων, Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ.

Μωυσίδου, Α., Παπαθεοδώρου, Χ., (2011). Υγειονομική περίθαλψη και ανισότητα στην Ελλάδα: Η διανεμητική επίδραση του συστήματος υγείας, Μελέτη 11, Παρατηρητήριο Οικονομικών και Κοινωνικών Eξελίξεων, Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ.

Παλαιολόγος, Ν., (2006). Εργασία και Συνδικάτα στον 21ο αιώνα, Αθήνα: Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.

Peet, R., (2009). Unholy Trinity: The IMF, World Bank and WTO, London-New York: Zed Books.

Rosanvallon, P., (2003). Το νέο κοινωνικό ζήτημα. Επανεξετάζοντας το κράτος πρόνοιας, Αθήνα: Μεταίχμιο.

Σακελλαρόπουλος, Σ., (2014). Κρίση και κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, Αθήνα: Τόπος.

Στασινοπούλου, Ο., (1997). Κράτος πρόνοιας. Ιστορική εξέλιξη - Σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις, Αθήνα: Gutenberg.



1 Πράγματι, η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού τη μεταφορδική εποχή δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εκλαμβάνεται ως κάτι το αναπόφευκτο. Τουναντίον ο κεϋνσιανισμός θα μπορούσε να είχε αντικατασταθεί από πολιτικές οι οποίες θα επίλυαν την κρίση με τους όρους του κόσμου της εργασίας. Το ότι αυτό δεν συνέβη, οφείλεται στο ότι τελικά δεν ήταν η εργατική τάξη αλλά το κεφάλαιο που μπόρεσε, συνεπικουρούμενο από το κράτος που για άλλη μια φορά αποδείχτηκε ότι δεν είναι ταξικά ουδέτερο, να αλλάξει υπέρ του τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων και, κατά συνέπεια, να επιβάλλει ένα πολιτικό πρόγραμμα που εξυπηρετεί συμφέροντά του.

2 Για τα παραπάνω βλ Hirsch, 1993: 17-20 και Καραμεσίνη, 2005: 42-44.

3 Όπως το θέτει πολύ ωραία ο Rosanvallon: «Σε μεγάλο βαθμό, η ανάπτυξη της κοινωνίας της ασφάλισης ανταποκρινόταν στο στόχο της κοινωνικοποίησης της υπευθυνότητας, όπου το ζήτημα του καταλογισμού της ευθύνης παραμεριζόταν μπροστά στην αναζήτηση ενός ικανοποιητικού καθεστώτος αναπλήρωσης του εισοδήματος». Rosanvallon, 2003:43.

4 Φυσικά η αναβάθμιση αυτή του ρόλου των συνδικάτων δεν σημαίνει ότι το κράτος του κοινωνικού συμβολαίου αποτελούσε ένα «αντικαπιταλιστικό», «κολεκτιβιστικό» θεσμό. Βέβαια, αναμφίβολα το τελευταίο αποτελούσε ένα γενικευμένο σύστημα παροχών, το οποίο, όντας βασισμένο στην προοδευτική φορολογία, προέβαινε σε αναδιανομή του εισοδήματος. Από την άλλη όμως: Πρώτον ανέπτυσσε δράσεις που διασφάλιζαν τη φθηνή για το κεφάλαιο αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και τη διατήρηση των αποστερημένων από τη δουλειά τους προλετάριων ως καταναλωτών. Δεύτερον, επιτηρούσε και έλεγχε για λογαριασμό του κεφαλαίου τις περιθωριακές ομάδες του πληθυσμού. Επομένως δεν ήταν απλώς ένας μηχανισμός που, με αποσπασματικό τρόπο, ασκούσε μια σειρά πολιτικών που είχαν σαν στόχο τη διόρθωση των ανισορροπιών και των ανισοτήτων που προκαλεί η αγορά, αλλά ένας συγκεκριμένος τρόπος κυριαρχίας που συνειδητά επιδίωκε να επιτηρεί τη συμπεριφορά των ατόμων μέσω της του κράτους και της γραφειοκρατίας του. Βλ Καραλής, 2006:96-102.

5 Για τα παραπάνω βλ. Στασινοπούλου, 1997: 56-57, 80-84.

6 Βλ για τα παραπάνω Hirsch, 1993: 45-46.

7 Peet, 2009: 40, αναφέρεται σε Μιχοπούλου, 2012: 19.

8 Βέβαια, στην πραγματικότητα «απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων» σημαίνει μετατροπή των όρων πώλησης και κατανάλωσης της εργασιακής δύναμης υπέρ του κεφαλαίου. Επομένως, η εγκαθίδρυση του νεοφιλελεύθερου κράτους σηματοδοτεί την αποδυνάμωση της εργατικής τάξης. Πλέον το κράτος δεν αντιμετωπίζει τους εκπροσώπους της, δηλαδή τα συνδικάτα, ως έναν θεσμικό συνομιλητή που πρέπει να συμμετάσχει στην κατάρτιση μιας εθνικής συλλογικής σύμβασης που θα δεσμεύει και τους δύο «κοινωνικούς εταίρους», αλλά ως συντεχνίες που εμποδίζουν την πραγμάτωση των μεταρρυθμίσεων εκείνων που είναι αναγκαίες για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Έτσι, τελικά: α) υποβαθμίζεται η σημασία της θεσμοποιημένης τριμερoύς (κράτος, συνδικάτα, εκπρόσωποι των εργοδοτών) συλλογικής διαπραγμάτευσης, β) αναβαθμίζεται η σημασία των λεγόμενων «αποκεντρωμένων συλλογικών διαπραγματεύσεων», οι οποίες αφήνουν ουσιαστικά όλα τα ζητήματα (μισθοί, ωράριο, δομή της αγοράς εργασίας) να (απο)ρυθμίζονται από την αγορά, δηλαδή τα υποτάσσει στα κριτήρια (ανόδου της) κερδοφορίας της κάθε μεμονωμένης επιχείρησης. Βλ. Καραλής, 2006: 106-109

9 Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι για τον νεοφιλελευθερισμό μόνο η απόλυτη και όχι η σχετική φτώχεια αποτελεί πρόβλημα το οποίο χρήζει αντιμετώπισης. Για τους νεοφιλελεύθερους το πρόβλημα της σχετικής φτώχειας θα το λύσει αυτόματα η λειτουργία της αγοράς (ή, αν δεν το λύσει, η ευθύνη δεν πρέπει να αποδοθεί στη λειτουργία της, αλλά στους ίδιους τους φτωχούς. Πάντως η πολιτεία δεν οφείλει να κάνει κάτι άλλο για το θέμα παρά να προωθήσει τις αναγκαίες «διαρθρωτικές αλλαγές»). Βλ Foucault, 2012: 193-195.

10 Βέβαια, τα περισσότερα κράτη δεν θεωρούν πλήρως εφαρμόσιμη την άποψη αυτή ούτε και απολύτως σωστή. Τη δέχονται όμως ως μια λογική άποψη που, σε γενικές γραμμές, δείχνει την κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινηθούν.

11 Τη μεταφορδική εποχή έχει σε μεγάλο βαθμό κατισχύσει (χωρίς όμως να έχει εφαρμοστεί πλήρως) η νεοφιλελεύθερη άποψη ότι η κοινωνική πολιτική «θα πρέπει να είναι μια πολιτική που θα έχει ως όργανο όχι τη μεταβίβαση ενός μέρους των εισοδημάτων σε κάποιο άλλο, αλλά την όσο το δυνατόν πιο διευρυμένη κεφαλαιοποίηση για όλες τις κοινωνικές τάξεις, που θα έχει ως όργανο την ατομική ασφάλιση και την αλληλασφάλιση, που θα έχει ως όργανο, τελικά, την ατομική ιδιοκτησία». Foucault, 2012: 143-145, επίσης Ewald, 2000.

12 Αλλά και γενικότερα αυτό που ο Bottomore ονομάζει «κοινωνικά δικαιώματα».

13 Πράγματι, τη μεταφορδική εποχή ούτε καν η παροχή υπηρεσιών υγείας σε όλους τους πολίτες δεν αποτελεί για τις κυβερνήσεις πρώτη προτεραιότητα. Πλέον, βασικός τους στόχος είναι η συγκράτηση του κόστους της υγειονομικής περίθαλψης. Στο πλαίσιο δε της επίτευξης αυτού του στόχου έχει διευρυνθεί η ιδιωτικοποίηση του υγειονομικού τομέα, και έχει καθιερωθεί η πρακτική των τελών χρήσης για τις δημόσιες υπηρεσίες. Γι’ αυτό άλλωστε οι υπηρεσίες υγείας ολοένα και περισσότερο μετατρέπονται σταδιακά σε τυπικά εμπορεύματα, όπου η πρόσβαση σε αυτά γίνεται με βάση το διαθέσιμο εισόδημα των ατόμων, και όχι με βάση την ιδιότητα του πολίτη. Μωυσίδου - Παπαθεοδώρου, 2011: 18-23, Ιωακείμογλου, 2010: 9.

14 Αυτό βέβαια επιτρέπει την εισαγωγή στοιχείων αυθαιρεσίας και τυχαιότητας καθώς τα πάντα συνδέονται όχι με κανόνες γενικούς και ίσους για όλους, αλλά με την «ιδιοσυγκρασία» κάθε υποκειμένου.

15 Σύνθημα που συνοψίζει τέλεια τη λογική του νέου, «ενεργητικού», κράτους πρόνοιας.

16 Ιδίως μετά την κρίση, η γερμανική μεταρρύθμιση του κράτους πρόνοιας έχει καταστεί ένα είδος προτύπου, γιατί, υποτίθεται, έχει συντελέσει στο να επιτευχθεί ένα δεύτερο (μετά το πρώτο της δεκαετίας του ’50) οικονομικό θαύμα, το λεγόμενο “Germany’sjob miracle”. Βλ Dörre, 2015: 4-7.

17 Για τα παραπάνω βλ Lazzarato, 2014: 15-17, Dörre, 2015: 14-15.

18 Συνήθως οι συστάσεις είναι: α) αναζήτησε ενεργά εργασία, β) αποδέξου οποιαδήποτε δουλειά, ακόμα και αν είναι κατώτερη των προσδοκιών σου, γ) δήλωσε συμμετοχή σε κάποιο από τα υφιστάμενα προγράμματα κατάρτισης και απασχόλησης.

19 Ως γνωστόν, το 1978, ο MichelFoucault υποστήριξε ότι στη νεωτερικότητα η κρατική εξουσία δεν ζωογονείται κατά κύριο λόγο από την εξουσία που ασκεί ο εκάστοτε κυρίαρχος, αλλά από μια διακριτή από αυτή (αλλά και από την πειθαρχική εξουσία που επιτηρεί τα ατομικά σώματα) μορφή εξουσίας, τη κυβερνησιμότητα (governmentality), η οποία διαχειρίζεται και ρυθμίζει αφενός τους πληθυσμούς αφετέρου την κυκλοφορία των αγαθών στο βαθμό που τα τελευταία διαφυλάττουν τη ζωή του πληθυσμού. Βλ Foucault, 2009: 16-35, Butler, 2008: 108.

20 Πράγματι η κυβερνησιμότητα δεν λειτουργεί μόνο με τη βοήθεια θεσμών, όπως τα κόμματα, οι οποίοι αντλούν τη νομιμοποίησή τους είτε μέσω εκλογών είτε μέσω μιας ανώτερης κρατικής αρχής (είτε μέσω και τα δύο). Και αυτό γιατί χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο διάχυτων στρατηγικών και τακτικών και δεν αποκτούν νόημα από κάποιο κυρίαρχο υποκείμενο. Πιο συγκεκριμένα οι στρατηγικές που χαρακτηρίζουν την κυβερνησιμότητα λειτουργούν με διάχυτο τρόπο και επιδιώκουν να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους ρυθμίζοντας τους πληθυσμούς μέσω της μετατροπής των ατόμων που ανήκουν σε αυτούς σε υποκείμενα με συγκεκριμένες πεποιθήσεις. Foucault, 2009: 30-32, Butler, 2008: 109.

21 Για αυτό άλλωστε η «μεταρρύθμιση» του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος που πραγματοποιούν οι μνημονιακές κυβερνήσεις από το 2010 και μετά δεν συνεπάγεται «απλώς» αύξηση ορίων ηλικίας και μείωση των συντάξεων. Τουναντίον, υπονομεύει τον δημόσιο, κοινωνικό και αναδιανεμητικό χαρακτήρα του συστήματος ασφάλισης. Αυτό δε, φαίνεται από το ότι: πρώτον, ουσιαστικά καταργεί την αρχή ότι αν ένας εργαζόμενος συμπληρώσει ένα συγκεκριμένο αριθμό ημερών ασφάλισης έχει δικαίωμα να λάβει σύνταξη ανεξάρτητα από την ηλικία του. Καταργεί δηλαδή την αρχή ότι ο ασφαλισμένος, όντας φορέας της ιδιότητας του πολίτη, μπορεί να κάνει χρήση μιας συγκεκριμένης συλλογικής - κοινωνικής υπηρεσίας και παροχής εφόσον εκπληρώσει την «οφειλή» του προς το κοινωνικό σύνολο. Δεύτερον, εισάγει ένα είδος κεφαλαιοποιητικού ασφαλιστικού συστήματος βάσει του οποίου ο ασφαλισμένος θα λαμβάνει αφενός την εγγυημένη από το κράτος βασική σύνταξη και αφετέρου ένα επιπλέον (αναλογικό) ποσό σύνταξης ανάλογα με τα έτη ασφάλισης. Τρίτον, υπονομεύει (προς το παρόν ευτυχώς δεν καταργεί) την αρχή ότι ομάδες του πληθυσμού που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες και προβλήματα θα πρέπει να χρήζουν ιδιαίτερης αντιμετώπισης. Ενδεικτικό δε του γεγονότος αυτού είναι η κατάργηση του ΕΚΑΣ για τους χαμηλοσυνταξιούχους. Τέταρτον, ρίχνει όλο το βάρος της «εξυγίανσης» του ασφαλιστικού συστήματος που προωθεί σχεδόν αποκλειστικά στον κόσμο της εργασίας και στους συνταξιούχους. Είναι δε ενδεικτικό ότι ακόμα και η πρόταση να αυξηθούν οι εργοδοτικές εισφορές στα επίπεδα που βρίσκονταν προ του 2014 δεν έγινε τελικά πράξη! Πέμπτον, ουσιαστικά υπονομεύει έναν βασικό μηχανισμό διασφάλισης του δημόσιου και αναδιανεμητικού χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος, δηλαδή την τριμερή χρηματοδότηση του ασφαλιστικού από κράτος, εργαζομένους, εργοδότες. Καραλής, 2015: 21-22, Σακελλαρόπουλος, 2014: 81-82.

22 Βλ Καραλής, 2014: 98-100.

23 Βέβαια κάποιοι σημαίνοντες μονεταριστές διανοούμενοι (όχι όμως όλοι), όπως πχ ο Freidman, δεν στηρίζουν τη θέση τους περί ύπαρξης ενός φυσικού ποσοστού ανεργίας μόνο στην υπόθεση αυτή, αλλά και στην υπόθεση «των προσαρμόσιμων προσδοκιών», σύμφωνα με την οποία ενώ οι εργαζόμενοι δεν είναι ικανοί εξ αρχής να προβλέψουν με ακρίβεια την εξέλιξη των τιμών, οι εργοδότες έχουν τέλειες προσδοκίες, δηλαδή πέφτουν πάντα μέσα στις προβλέψεις τους για τις τιμές. Δεδουσόπουλος, 2004: 378-383.

24 Όντως, για τους μονεταριστές η καταπολέμηση της ανεργίας πρέπει να καταλαμβάνει χαμηλή θέση στις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής των κυβερνήσεων, διότι αποτελεί μια κατάσταση αναπότρεπτη, «φυσική», που δεν μπορεί κανείς να την εξαλείψει. Και αυτό γιατί η ανεργία μπορεί να μειωθεί μόνο εάν αρθούν οι παράγοντες (π.χ. η δράση των συνδικάτων, η εργατική νομοθεσία) που εμποδίζουν την προσαρμογή του πραγματικού μισθού και τη μείωση του NAIRU. Δεδουσόπουλος, 2004: 220-222, 371-378.