Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το τρίτο κεφάλαιο (από τα πέντε) του δοκιμίου των Wolfgang Müller και Christel Neusüss με τίτλο Die Sozialstaatsillusion und der Widerspruch von Lohnarbeit und Kapital (Η αυταπάτη του κοινωνικού κράτους και η αντίφαση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου) που δημοσιεύθηκε στο έκτακτο τεύχος 1 του γερμανικού περιοδικού Probleme des Klassenkampfs το 1971: 7-70.
Το δεύτερο κεφάλαιο της μελέτης αυτής έχει μεταφραστεί το 1982 στο πρώτο τεύχος των Θέσεων από τους Τάσο Κυπριανίδη και Γιάννη Μηλιό με ενημερωτικό σημείωμα των μεταφραστών.
Η συνέχιση της μετάφρασης μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αποτελεί ένδειξη της συνέχειας στους θεωρητικούς προβληματισμούς των Θέσεων. Δείχνει όμως και τη μεγάλη θεωρητική σημασία του κειμένου. Η Christel Neusüss (1937-1988) και ο Rudolf Wolfgang Müller (1934-2017), μαρξιστές οικονομολόγοι της (τότε Δυτικής) Γερμανίας πρωταγωνίστησαν στη συζήτηση για τη μαρξιστική θεωρία του κράτους, υποστηρίζοντας τη θεώρηση που κωδικοποιήθηκε ως Staatsableitung («συναγωγή του κράτους από την καπιταλιστική οικονομία» ή «λογική του κεφαλαίου») και γύρω από την οποία έχουν γραφεί πάμπολλα σχόλια και πολλές ειδικές μελέτες.
Η παρούσα μετάφραση διατηρεί τον τρόπο παραπομπών του πρωτοτύπου με μικρές προσαρμογές και προσθήκες. Στα σημεία που θεωρήσαμε ότι οι αναφορές των συγγραφέων σε κείμενα και γεγονότα είναι δυσνόητες για τον σημερινό αναγνώστη ή ότι χρειάζεται κάποια επεξήγηση, προσθέτουμε σημειώσεις του μεταφραστή.
Δημήτρης Δημούλης
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ
του Βόλφγκανγκ Μύλλερ και της Κρίστελ Νόιζυς
μετάφραση Δημήτρης Δημούλης
III. Διανομή του εισοδήματος και κυκλοφορία του κεφαλαίου
Διαπιστώσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο1 ότι η θεώρηση της διανομής του εισοδήματος ως ξεχωριστής σφαίρας δίπλα στην παραγωγή, δηλαδή δίπλα στη διανομή των μέσων παραγωγής που προϋποθέτει η παραγωγή, αποτελεί μια καθοριστική θεωρητική παραδοχή που οφείλουν να κάνουν οι ρεβιζιονιστικές αντιλήψεις του κράτους προκειμένου να ισχυρισθούν ότι υπάρχουν δυνατότητες σημαντικής κρατικής παρέμβασης στη διανομή του εισοδήματος. Η εικόνα της «πίτας του κοινωνικού προϊόντος»2 που μοιράζεται σε κομμάτια, ανάλογα με το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης των ενδιαφερομένων και ανεξάρτητα από τους όρους παραγωγής, προϋποθέτει ότι το κεφάλαιο παράγει τα εμπορεύματα και ακολούθως τα θέτει στην «ελεύθερη διάθεση» της κοινωνίας. Ακολούθως, το κεφάλαιο παρακολουθεί με καλόβουλη ουδετερότητα τις διαμάχες των ενδιαφερομένων για τα κομμάτια της πίτας και αρκείται να λαμβάνει τα μερίδια που εξασφαλίζουν οι εκπρόσωποί του, δηλαδή οι σύνδεσμοι κεφαλαιοκρατών (BDI, BdA, DIHT κλπ.).3 Κατά την άποψη αυτή, δεν υπάρχει οικονομική, αλλά μόνον πολιτική σχέση ανάμεσα στην καπιταλιστική παραγωγή ως παραγωγή εμπορευμάτων και κεφαλαίου και στη διανομή του εισοδήματος που «πηγάζει» από αυτή την παραγωγή.
1. Πρωτογενής διανομή και κρατική αναδιανομή
Οι αστικές θεωρίες διανομής δεν υιοθετούν ωστόσο ένα απλουστευτικό σχήμα. Υποστηρίζουν ότι η σχέση μεταξύ αρχικής διανομής και αναδιανομής καθορίζεται οικονομικά και δεν εξαρτάται από πολιτικές διαδικασίες. Η κρατική πολιτική αναδιανομής εμφανίζεται ως δευτερογενής διόρθωση της πρωτογενούς διανομής με βάση την «αμοιβή των συντελεστών παραγωγής». Η εκ των υστέρων διόρθωση της πρωτογενούς διανομής δεν μπορεί να επέλθει αυθαίρετα ή με βάση τους πολιτικούς νόμους ισορροπίας δυνάμεων, αλλά μόνον με βάση την ήδη πραγματοποιηθείσα πρωτογενή διανομή. Η εξουσία μπορεί, γράφει ο Preiser, 4 να δράσει αποκλειστικά ως μέρος των παγιωμένων δεδομένων του οικονομικού συστήματος, δεδομένου ότι η επιρροή της εξουσίας έχει ήδη υπολογισθεί στους οικονομικούς νόμους που καθορίζουν τη διανομή. Η σημασία των οικονομικών νόμων για τη διανομή του εισοδήματος φαίνεται σαφέστατα στις θεωρίες για τον κύκλο της διανομής. «Οι πληρωμές μισθών και τα κέρδη [αποτελούν - ΣτΣ] το εισοδηματικό θεμέλιο των καταναλωτικών και επενδυτικών δαπανών, που ακολούθως σχηματίζουν το προϊόν από το οποίο θα πληρωθεί ο επόμενος κύκλος μισθών και θα προκύψουν τα κέρδη».5 Με τον τρόπο αυτό, η διανομή κατανοείται ως στιγμή του γενικού κύκλου της αναπαραγωγής. Και παύει να έχει το χαρακτήρα αυτόνομης διαδικασίας που δέχεται πολιτικές επιρροές.6
Με διαφορετική διατύπωση, τα μέτρα πολιτικής αναδιανομής θα αντιμετωπίσουν προβλέψιμες αντιδράσεις. Αυτό εκφράζεται στην πολιτική ως σύγκρουση στοχοθεσιών, δεδομένου ότι οι οικονομικές αντιδράσεις θέτουν σε κίνδυνο άλλες πολιτικές στοχοθεσίες. Μια τέτοια «σύγκρουση στοχοθεσιών» μεταξύ μεγέθυνσης και διανομής εκφράζεται ως εξής: μπορεί να θεωρήσουμε ότι «υπάρχει ένα κατώτατο όριο αμοιβής του κεφαλαίου μέχρι το οποίο μπορεί να διατηρηθεί η επένδυση και η απασχόληση. Εάν όμως υπάρξει υπέρβαση, δεν είναι δυνατή η διαδικασία μεγέθυνσης σε μια οικονομία αγοράς. Αυτό το κατώτατο όριο αμοιβής του κεφαλαίου είναι ταυτόχρονα και ανώτατο όριο του πραγματικού μισθού. Εάν υπάρξει υπέρβαση του ανώτατου ορίου αμοιβής του κεφαλαίου που ταυτίζεται με το κατώτατο όριο του πραγματικού μισθού, τότε ξεσπά μια “κοινωνική επανάσταση” και καταρρέει το οικονομικό σύστημα της ελεύθερης αγοράς».7
Τέτοιες πολιτικές συγκρούσεις στοχοθεσιών αποτελούν επιφανειακή αντανάκλαση των θεμελιακών οικονομικών αντιφάσεων μεταξύ μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου που ωστόσο δεν γίνονται αντιληπτές από την αστική οικονομία ως κινητήρια δύναμη των πολιτικών συγκρούσεων. Το πρώτο αποτέλεσμα είναι μια χαρακτηριστική διαφοροποίηση μεταξύ οικονομικής και πολιτικής αποτίμησης της κρατικής αναδιανομής του εισοδήματος. Ενώ οι ρεβιζιονιστές και οι πολιτολόγοι θεωρητικοί θεωρούν εφικτή μια ιδιαίτερα έντονη κρατική παρέμβαση, οι θεωρίες της Πολιτικής Οικονομίας εκφράζουν έντονο σκεπτικισμό. Το δεύτερο αποτέλεσμα είναι ότι οι οικονομικές θεωρίες αναδιανομής παραμένουν δέσμιες της φαινομενικής δυνατότητας παρέμβασης του κράτους. Γι’ αυτό και το μόνο που κατορθώνουν είναι να περιγράφουν πιθανές συγκρούσεις στοχοθεσιών και χρησιμοποιούν μεθόδους που δείχνουν πώς είναι δυνατόν να υπάρξουν άριστοι συνδυασμοί υλοποίησης σε συνθήκες συγκρουόμενων στοχοθεσιών χάρη σε μια «ορθολογική» οικονομική πολιτική. Η αστική οικονομία θεωρεί ότι η ενημέρωση για αυτές τις συγκρούσεις και η διαπίστωση των σχέσεων μεταξύ των αντιφατικών στοχοθεσιών είναι η κατάλληλη μέθοδος για τον τερματισμό των συγκούσεων. Προϋπόθεση αυτής της ιδεαλιστικής θεώρησης είναι βεβαίως, όπως και στις ρεβιζιονιστικές και πολιτολογικές θεωρίες, η ύπαρξη ενός κράτους που αποτελεί σημείο αναφοράς της οικονομίας ως μεγα-υποκείμενο και που αρκεί να έχει τις καλύτερες πληροφορίες (ιδίως σε συνθήκες κρίσης), καθώς και εργαλεία παρέμβασης, για να μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ορθολογικής οικονομικής πολιτικής: «η ορθολογική πολιτική πρέπει να έχει συνείδηση των στόχων της και να ρυθμίζει πρόσφορα το αντικείμενό της».8
Η παρατήρηση των οικονομικών κανονικοτήτων οδηγεί στον ρεαλισμό των οικονομικών θεωριών διανομής σε αναφορά προς τις δυνατότητες πολιτικής αναδιανομής. Ο Krelle δεν έχει ψευδαισθήσεις στo βιβλίο του Θεωρία διανομής, συμπεραίνοντας ότι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα αναδιανομής σε μια «οικονομία αγοράς» «διορθώνονται» από μακροπρόθεσμα αντίρροπα αποτελέσματα.9 Σε αντίθεση όμως προς τους ψευτογιατρούς των συνδικάτων που αναφέρονται στη διανομή του εισοδήματος στον καπιταλισμό με ψευτοφάρμακα όπως ο «σχηματισμός περιουσίας από τους εργαζόμενους», η αστική οικονομία οδηγείται στο σαφές αποτέλεσμα ότι δεν είναι δυνατή η αναδιανομή μέσω αποταμίευσης. Όπως και να εξετάζουν το ζήτημα, οι Föhl και Hennies οδηγούνται στο συμπέρασμα που επιβεβαίωσαν όλες οι διαθέσιμες εκθέσεις. Μια «πραγματική αναδιανομή» του εισοδήματος είναι ανέφικτη.10 Είτε τα μέτρα αναδιανομής οδηγούν στη μείωση των εισοδημάτων, της απασχόλησης και του ποσοστού μεγέθυνσης, είτε σημειώνεται φυγή κεφαλαίων, είτε σημειώνεται αναδιανομή μεταξύ «κρατικού τομέα» και «ιδιωτικής οικονομίας», αλλά όχι μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, όταν επιδιώκεται να μεταβληθεί η κατανομή πλούτου και εισοδήματος προς όφελος των εργαζομένων. Με μια λέξη: «τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται».11 , 12
Η αστική οικονομία δεν μπορεί να αγνοήσει το ότι στη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου συγκεντρώνεται στον ένα πόλο ο κοινωνικά παραχθείς πλούτος ως ιδιωτικός με κεφαλαιακή μορφή και στον άλλο η ένδεια του μισθωτού εργαζόμενου, ο οποίος και στη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία το μόνο που μπορεί να προσφέρει στην αγορά είναι η εργασιακή του δύναμη. Τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται και ο μη έχων πρέπει να εργασθεί για να ζήσει, με αποτέλεσμα να δίνονται ακόμη περισσότερα στους ήδη έχοντες.
Ο ρεαλισμός που εκφράζεται σε αυτό το συμπέρασμα δεν είναι παρά ο ρεαλισμός του «κοινού νου», ο οποίος και χωρίς να εξετάσει οικονομικές σχέσεις μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ότι κερδίζουν αυτοί που έχουν και όχι αυτοί που δεν έχουν. Αλλά ο ρεαλισμός των οικονομικών θεωριών παύει πάραυτα όταν οι θεωρίες καταλήγουν σε προτάσεις κρατικής πολιτικής. Δεν προτείνει εδώ και χρόνια η οικονομική «ειδημοσύνη» τον σχηματισμό περιουσίας [στα χέρια των εργαζομένων - ΣτΜ];13 Αυτό είναι βεβαίως δυνατό μόνον εάν θεωρηθεί εφικτή μια τέτοια αναδιανομή. Έτσι υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στο συμπέρασμα των οικονομικών αναλύσεων του κύκλου που θεωρεί καθαρή αυταπάτη τη μακροπρόθεσμη ή και διαρκή αναδιανομή στον καπιταλισμό και στη διαπίστωση ότι μια διαρκώς οξυνόμενη ταξική αντίθεση μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου στον καπιταλισμό θέτει σε κίνδυνο την ταξική ειρήνη που είναι απόλυτα αναγκαία για την απρόσκοπτη ανανέωση του κεφαλαίου. Ο αστός επιστήμονας έχει δύο οδούς διαφυγής. Πρώτον, μπορεί να αποσυρθεί από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε κρατικό επίπεδο και να αφήσει το πεδίο στην πολιτική αποφασιοκρατία. Δεύτερον, μπορεί να προτείνει την αναδιανομή εισοδημάτων και περιουσίας με τον όρο να γίνει «προσεκτικά» (με ξεκάθαρα λόγια: τελείως αναποτελεσματικά) και με σκοπό να εξαπατήσει τους μισθωτούς σχετικά με την πραγματική τους κατάσταση.14
Η σύγκρουση στοχοθεσιών αποκαλύπτεται ως εσωτερική αντίφαση της κοινωνίας, που εκφράζεται εξίσου στον ρεαλισμό των οικονομικών θεωριών διανομής και στην επίγνωση της ανάγκης αναδιανομής. Αυτή η κοινωνική αντίφαση μεταξύ μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου που αναπαράγεται σε θεωρητικό επίπεδο δεν αποσιωπάται λόγω συνειδητών προθέσεων απόκρυψης. Η απόκρυψή της εδράζεται στην πραγματικότητα της κυκλοφορίας εμπορευμάτων στον καπιταλισμό. Η καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής αποτελεί παραγωγή εμπορευμάτων: παράγονται εμπορεύματα με σκοπό την κυκλοφορία. Στην κυκλοφορία δεν είναι ορατό από ποια συστατικά τμήματα αξίας αποτελείται κάθε εμπόρευμα. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι ορατό σε ποια αναγκαιότητα διανομής υπόκειται η αξία που πραγματώθηκε με την πώληση των εμπορευμάτων. Από πού προέρχεται όμως το χρήμα το οποίο ανταλλάσσεται με το εμπόρευμα και στο οποίο πραγματώθηκε η τιμή του εμπορεύματος; Ένα τμήμα του προέρχεται από το πορτοφόλι των εργαζομένων που ανταλλάσσουν το μισθό τους με εμπορεύματα. Στην κυκλοφορία οι εργαζόμενοι είναι μόνον καταναλωτές που διαθέτουν χρήμα και οι επιχειρήσεις (πωλητές εμπορευμάτων) ανταγωνίζονται για να ιδιοποιηθούν την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Ο μισθός εμφανίζεται μόνον ως εισόδημα που έχει ικανότητα ζήτησης και ανταλλάσσεται με εμπορεύματα των οποίων δεν είναι ορατή η καπιταλιστική προέλευση και άρα η αξιακή τους σύνθεση, δηλαδή το ότι περιέχουν μεταβλητό κεφάλαιο (για τους εργαζόμενους, εμφανιζόμενο ως μισθός), υπεραξία και σταθερό κεφάλαιο. Σε αυτή τη σφαίρα προκύπτουν οι ψευδαισθήσεις για τις δυνατότητες διανομής. Και αυτές οι ψευδαισθήσεις θεωρούν δυνατή την κρατική αντίδραση στην αναδιανομή της αγοραστικής δύναμης και τις αρνητικές της συνέπειες.15
Σε αυτές τις ψευδαισθήσεις που προκύπτουν στο πλαίσιο της κυκλοφορίας αντιπαρατίθεται η ρεαλιστική κατανόηση των στενών ορίων των κρατικών μέτρων αναδιανομής που προκύπτουν όταν ληφθεί υπόψη η σφαίρα παραγωγής κατά την οικονομική ανάλυση των διαδικασιών διανομής. Η οικονομική σύνδεση της παραγωγής με την κυκλοφορία δημιουργεί την προαναφερθείσα αντίφαση. Η λύση της μπορεί να δοθεί μόνον με μια ακριβή ανάλυση της διττής λειτουργίας κάθε τμήματος της αξίας που αποτελεί για τον καπιταλιστή μεταβλητό κεφάλαιο και για τον εργαζόμενο εισόδημα (μισθό).16 Εάν το εκφράσουμε αυτό απλουστευτικά ως «διττό χαρακτήρα του μισθού», μπορούμε να πούμε ότι η αντίφαση μεταξύ μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου εμπεριέχεται ήδη στην κατηγορία του μισθού και άρα προϋποτίθεται στη θεωρία της διανομής όταν εξετάζονται οι μεμονωμένες κατηγορίες εισοδήματος (μισθός, κέρδος, πρόσοδος), άρα ήδη πριν να εξετασθεί η σχέση μισθών και κερδών. Συνεπώς, στις οικονομικές θεωρίες διανομής επανεμφανίζονται οι δύο πλευρές της αστικής ανάλυσης του καπιταλισμού. Αφενός η καπιταλιστική παραγωγή εμπορευμάτων γίνεται αντιληπτή ως απλή παραγωγή αγαθών, η οποία υπάγεται στις φυσικές συνθήκες της βιομηχανικής εργασιακής διαδικασίας και δεν ενέχει κοινωνικές αντιφάσεις («σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία»). Από την άλλη πλευρά, η θεωρία βασίζεται στην κυκλοφορία εμπορευμάτων και χρηματικού εισοδήματος («ροές αγαθών και χρήματος») και αυτό της δίνει μια ιδέα της ανάδρασης των αντιφάσεων της σφαίρας παραγωγής στην κίνηση της κυκλοφορίας. Μόνον με αυτή τη στρεβλή μορφή μπορεί να διατυπώσει ορθές προβλέψεις για τα όρια των μέτρων αναδιανομής στο επίπεδο του εισοδήματος. Όταν όμως η αστική επιστήμη επιδιώκει να διατυπώσει προτάσεις ως εμπειρογνώμων αναγκάζεται να περιορισθεί στα προσεκτικά μέτρα ή στην πολιτική αποφασιοκρατία. Η αντίφαση στις οικονομικές θεωρίες διανομής είναι ριζωμένη στην ίδια την καπιταλιστική πραγματικότητα.
Το κλειδί για την ορθή κατανόηση των σχέσεων διανομής στο επίπεδο των «εισοδημάτων» βρίσκεται στην ανάλυση του ιστορικού-κοινωνικού καθορισμού των σχέσεων διανομής στο επίπεδο της παραγωγής, δηλαδή στην ανάλυση της κεφαλαιακής σχέσης, 17 όπου τα μέσα παραγωγής ως κεφάλαιο βρίσκονται απέναντι στον «ελεύθερο», δηλαδή ελεύθερο από μέσα παραγωγής μισθωτό εργαζόμενο. Το ερώτημα είναι πώς συνδέονται αυτές οι δύο σχέσεις διανομής. Μπορούμε να πούμε ότι η μια αποτελεί απλώς στιγμή της άλλης; Εδώ θα απαντήσουμε σε γενικές γραμμές το ερώτημα. Μια αναλυτική μορφή της απάντησης θα αποτελούσε τον πυρήνα της ανάλυσης του κεφαλαίου και των φετίχ που παράγει καθώς και των μορφών συνείδησης στην οικονομική θεωρία που αντιστοιχούν σε αυτά.
2. Καθαρό και ακαθάριστο εθνικό προϊόν.18 Εθνικό εισόδημα και διατήρηση του κεφαλαίου
Η αστική θεωρία εμφανίζει το σύνολο των διαφόρων ειδών εισοδήματος («εισόδημα από εξαρτημένη εργασία», «εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και «περιουσιακό εισόδημα») ως εθνικό εισόδημα.19 Θεωρείται ότι το εθνικό εισόδημα αντιστοιχεί στο σύνολο του κόστους των τριών συντελεστών της παραγωγής (εργασία, γη, κεφάλαιο) που καταβάλλεται στη διάρκεια ενός έτους. Άρα το εθνικό εισόδημα αποτελεί το καθαρό εθνικό προϊόν σε κόστος συντελεστών παραγωγής. Αυτό που συνιστά κόστος για τις επιχειρήσεις είναι συνεπώς εισροή εισοδήματος του ιδίου ύψους για τους «κατόχους των συντελεστών παραγωγής».20 Από την πραγματοποιηθείσα εργασία προκύπτει ο μισθός, από τη διατεθείσα γη η έγγεια πρόσοδος (αγρομίσθωση και εν μέρει ενοίκια) και από το κεφάλαιο το κέρδος. Αντικείμενο της λειτουργικής θεωρίας διανομής είναι, κατά την άποψη αυτή, «και η διανομή του εθνικού εισοδήματος στους συντελεστές παραγωγής της εθνικής οικονομίας, εργασία, γη, κεφάλαιο, στους οποίους εισρέουν, ανάλογα με τη συμβολή τους στην παραγωγή και την οικονομική τους ισχύ, οι εισοδηματικές κατηγορίες μισθός, έγγεια πρόσοδος και κέρδος».21 Ο Monsieur le Capital και η Madame la Terre22 εξακολουθούν να εμφανίζονται στις αστικές θεωρίες, παρά τις απόπειρες εκσυγχρονισμού, σε αξιοθαύμαστη αρμονία με «την» εργασία ως δημιουργοί του «εθνικού πλούτου». Εκείνο που μετράται ως εθνικό εισόδημα στα χέρια των κατόχων αυτών των «συντελεστών», εμφανίζεται στις επιχειρήσεις ως ο εθνικοοικονομικός σχηματισμός αξίας. Το εθνικό εισόδημα ως άθροισμα της δημιουργηθείσας αξίας αντιστοιχεί στο καθαρό εθνικό προϊόν (σε τιμές συντελεστών) ως άθροισμα κατανάλωσης και καθαρών επενδύσεων.
Ως τώρα ασχοληθήκαμε με τους ορισμούς της αστικής οικονομίας. Αυτοί οι ορισμοί εξομοιώνουν τα εισοδήματα ως προκύπτοντα από «εισφορές» των τριών «συντελεστών παραγωγής». Μια ενδελεχέστερη παρατήρηση δείχνει ότι αυτή η εξίσωση αποτελεί λήψη του ζητουμένου. Αυτό οφείλεται στη διττή χρήση του εισοδήματος, αρχικά από την πλευρά του «εισπράττοντος» και ακολούθως από την πλευρά της «διαδικασίας σχηματισμού» του. Προφανώς όλα τα εισοδήματα δημιουργούνται στους τόπους παραγωγής της εθνικής οικονομίας. Ως εκ τούτου είναι αρχικώς απλά εισοδήματα. Ακολούθως διανέμονται σε διάφορες «ομάδες είσπραξης», στους εργαζόμενους μισθοί, στους καπιταλιστές κέρδη. Αυτό είναι βέβαια το πιο προφανές γεγονός στην καπιταλιστική οικονομία (θα αγνοήσουμε εδώ την έγγεια πρόσοδο). Αλλά ποιο συμπέρασμα προκύπτει; Το κεφάλαιο είναι παραγωγικό διότι λαμβάνει εισόδημα και λαμβάνει εισόδημα διότι είναι παραγωγικό. Κάθε περαιτέρω θεμελίωση συντελεί απλώς στην τελειοποίηση αυτής της ταυτολογίας, είτε με τη βοήθεια της θεωρίας της οριακής παραγωγικότητας που εξηγεί τη διανομή, είτε με οποιαδήποτε άλλη θεωρητική παραλλαγή.23
Είναι λοιπόν μεθοδολογικά αναγκαίο να εξετάσουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο από τις δύο αφετηρίες του, αφενός τον «σχηματισμό αξίας» και αφετέρου τη «λήψη εισοδήματος». Ας εξετάσουμε αρχικά τον σχηματισμό αξίας, δηλαδή το ερώτημα με ποιους τρόπους θεμελιώνεται η θέση της παραγωγικότητας του κεφαλαίου. Το κύριο πρόβλημα έγκειται στο ότι πρέπει να παραχθούν οι προς διανομή αξίες πριν να καταλογισθούν στους οποιουσδήποτε «συντελεστές» ως εισοδήματα. Άρα πρέπει να ξεκινήσουμε από την ανάλυση της διανομής στη διαδικασία παραγωγής. Αυτή η διαδικασία παραγωγής έχει διττό χαρακτήρα στην καπιταλιστική μορφή της, ούσα ταυτόχρονα διαδικασία εργασίας και αξιοποίησης. Τα παραγόμενα προϊόντα έχουν ενδιαφέρον για τους καπιταλιστές, που διευθύνουν τη διαδικασία παραγωγής, μόνο στο βαθμό που, εκτός από αξίες χρήσης, είναι και φορείς αξίας, δηλαδή μπορεί να ανταλλαγούν με χρήμα στην αγορά. Ένας πρόσθετος όρος είναι ότι ο καπιταλιστής πρέπει να εισπράξει το κεφάλαιο που προκατάβαλε για τη διαδικασία παραγωγής και ένα πλεόνασμα. Δεδομένου ότι αυτό το πλεόνασμα δεν μπορεί να προέλθει από τη διαδικασία ανταλλαγής (το πλεόνασμα που λαμβάνει ο πωλητής αφαιρείται από τον αγοραστή και επειδή όλοι δρουν τόσο ως πωλητές όσο και ως αγοραστές μηδενίζονται τα πλεονάσματα και τα ελλείμματα). Πρέπει λοιπόν να έχει παραχθεί από την ίδια τη διαδικασία παραγωγής. Πώς γίνεται αυτό; Η απάντηση της αστικής οικονομίας είναι σαφής. Με τις παραγωγικές εισφορές των συντελεστών της παραγωγής, εργασία, κεφάλαιο και γη. Βασίζεται εδώ στο γεγονός που προκύπτει από την πιο επιφανειακή παρατήρηση οποιασδήποτε επιχείρησης. Τα φυσικά στοιχεία, οι μηχανές και οι εργάτες συνδέονται στην παραγωγή εμπορευμάτων. Οι φυσικές ανάγκες της εργασιακής διαδικασίας, το ότι η εργασία μπορεί να παράγει μόνο σε σύνδεση με παραγωγικά μέσα, ανάλογα με το ιστορικά δεδομένο στάδιο τεχνολογικής εξέλιξης, μετατρέπονται από τη θεωρία στο ότι οι συντελεστές της παραγωγής πρέπει να λάβουν «εισόδημα». Ωστόσο η αστική οικονομία δεν λαμβάνει υπόψη το ότι αυτός ο τρόπος σύνδεσης των συντελεστών παράγει μεν προϊόντα, αλλά δεν συνιστά με κανένα τρόπο μια καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής, αποτέλεσμα της οποίας είναι τα εμπορεύματα και – εάν αυτά πωληθούν – το χρήμα. Εκτός αυτού, ο εν λόγω τρόπος θεώρησης αγνοεί το ότι οι μηχανές και οι πρώτες ύλες δεν μετατρέπονται μόνες τους σε νέα προϊόντα – αυτό ακριβώς επιδιώκει η διαδικασία παραγωγής –, αλλά μένουν παρατημένα ως άχρηστα αντικείμενα εάν δεν τεθούν σε κίνηση και δεν μετασχηματισθούν από τη ζωντανή εργασία. Τουλάχιστον η μικροοικονομία που ασχολείται ιδιαίτερα με τη διαδικασία παραγωγής έχει μια ιδέα, καίτοι θολή, του διττού χαρακτήρα της διαδικασίας παραγωγής όταν διαφοροποιεί τον χώρο παραγωγής από την επιχείρηση, την παραγωγικότητα (με τεχνική έννοια) από την αποδοτικότητα (με την έννοια αξιοποίησης του δαπανηθέντος κεφαλαίου). Όλα αυτά αγνοούνται από τη θεωρία των συντελεστών παραγωγής (ή αντανακλώνται εν μέρει και πολύ θολά όταν εξετάζεται ο «άριστος συνδυασμός συντελεστών», εξομοιώνοντας την τεχνική με την τιμιακή τους σχέση).
Ας εξετάσουμε αρχικά το τμήμα του κεφαλαίου που προκατέβαλαν οι καπιταλιστές. Δαπανάται για την αγορά μέσων παραγωγής (μηχανές, πρώτες ύλες κλπ.) και για την αγορά του εμπορεύματος «εργασιακή δύναμη» στην αγορά εργασίας. Όπως όλα τα εμπορεύματα, η αξία του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη (κατά μέσο όρο και πάντως στο τέλος του κύκλου) πραγματοποιείται από εργαζόμενους, άρα πρέπει να πληρωθεί από τους καπιταλιστές. Ο εργαζόμενος «πραγματοποιεί την ανταλλακτική αξία της εργασίας και πουλά την αξία χρήσης της».24 Αυτή όμως η αξία χρήσης της εργασιακής δύναμης, η ίδια η εργασία, δεν ανήκει πλέον στον εργαζόμενο, αλλά στον καπιταλιστή που την αγόρασε. Άρα ανήκει στον καπιταλιστή και το αποτέλεσμα της χρησιμοποίησης της αξίας χρήσης της εργασιακής δύναμης του εργαζόμενου. Το γεγονός, π.χ. ότι «είναι αναγκαία μισή μέρα εργασίας για να διατηρηθεί 24 ώρες στη ζωή ο εργαζόμενος» πληροί τη γενική συνθήκη που επιτρέπει την παραγωγή υπεραξίας: «Η αξία της εργασιακής δύναμης και η αξιοποίησή της στη διαδικασία εργασίας είναι λοιπόν δύο διαφορετικά πράγματα. Ο καπιταλιστής εποφθαλμιούσε αυτή τη διαφορά αξίας όταν αγόραζε εργασιακή δύναμη. Η χρηστική ιδιότητά της, το να παράγει νήμα ή μπότες, ήταν μόνον μια αναγκαία συνθήκη, διότι η εργασία στη χρηστική μορφή της πρέπει να δαπανηθεί για να δημιουργήσει αξία. Το αποφασιστικό όμως είναι ότι η ειδική αξία χρήσης αυτού του εμπορεύματος αποτελεί πηγή αξίας και μάλιστα περισσότερης αξίας από εκείνη που έχει η ίδια».25
Ο σχηματισμός αξίας επιτυγχάνεται με τον συνδυασμό μέσων παραγωγής και εργασίας, αλλά «οι διάφοροι παράγοντες της διαδικασίας εργασίας έχουν διαφορετική συμμετοχή στον σχηματισμό της αξίας των προϊόντων».26 Ενώ η αξία των μέσων παραγωγής απλώς εισέρχεται στη διαδικασία παραγωγής μέσω της απλής μεταφοράς αξίας στην αξία των νεοπαραχθέντος προϊόντος, «κάθε στιγμή της κίνησής της [ενν. της εργασίας – ΣτΣ] δημιουργεί πρόσθετη αξία, νέα αξία».27 Δεν είναι λοιπόν ορθό ότι κατά την εργασία αρχικά γίνεται μεταφορά αξίας των μέσων παραγωγής και ακολούθως σχηματίζεται νέα αξία. Αυτά συμβαίνουν ταυτόχρονα, δυνάμει του διττού χαρακτήρα της εργασίας ως συγκεκριμένης, χρήσιμης και ως αφηρημένης, δημιουργούσης αξία. Προκειμένου η εργασία να μπορέσει να εκφράσει το δυναμικό της ως δημιουργός αξίας πρέπει να εκτελεσθεί ταυτόχρονα ως συγκεκριμένη, ως εκδήλωση των συγκεκριμένων ικανοτήτων του εργαζόμενου και με συγκεκριμένη χρήση των μέσων παραγωγής. Έτσι η αξία των μέσων παραγωγής μεταβιβάζεται αναγκαστικά στο προϊόν λόγω της χρήσης τους στη διαδικασία σχηματισμού αξίας. «Ο εργαζόμενος δεν μπορεί να προσθέσει νέα εργασία, άρα να δημιουργήσει νέα αξία, χωρίς να λάβει υπάρχουσες αξίες, δεδομένου ότι πρέπει να εκτελέσει την εργασία σε μια συγκεκριμένη χρήσιμη μορφή και δεν μπορεί να την εκτελέσει σε χρήσιμη μορφή χωρίς να χρησιμοποιήσει προϊόντα ως μέσα παραγωγής ενός νέου προϊόντος και συνεπώς να μεταφέρει την αξία τους στο νέο προϊόν. Αποτελεί συνεπώς φυσικό χάρισμα της δρώσας εργασιακής δύναμης, της ζωντανής εργασίας, το να διατηρεί την αξία ενώ προσθέτει αξία».28
Ο καπιταλιστής πρέπει να προκαταβάλει κεφάλαιο για την αγορά εργασιακής δύναμης και μέσων παραγωγής. Το τμήμα του προκαταβληθέντος κεφαλαίου, η αξία του οποίου μεταφέρεται χωρίς να μεταβάλλει μέγεθος, αποκαλείται από τον Μαρξ σταθερό κεφάλαιο (σ). Σε αντίθεση προς το κεφάλαιο που δαπανάται για εργασιακή δύναμη, το οποίο γνωρίζει μεταβολή της αξίας του στη διαδικασία παραγωγής και αποκαλείται μεταβλητό κεφάλαιο (μ). Ενώ λοιπόν ο καπιταλιστής προκαταβάλλει σ+μ για τη διαδικασία παραγωγής, προκύπτει τελικά εμπόρευμα με συνολική αξία μεγαλύτερη από σ+μ, το σ+μ+υ, όπου υ συμβολίζει την υπεραξία που παράγουν οι εργαζόμενοι στη διαδικασία αξιοποίησης. Οι αξίες που δημιουργούνται στη διαδικασία παραγωγής, πρόβλημα που διατυπώσαμε αρχικά, είναι προϊόν της ζωντανής εργασίας. Η «παραγωγική λειτουργία» του κεφαλαίου έγκειται αποκλειστικά στο ότι αγοράζει εργασιακή δύναμη και μέσα παραγωγής για να τα συνδέσει στη διαδικασία εργασίας, με σκοπό να παραχθούν αξίες και ιδίως υπεραξία, δηλαδή ένα πλεόνασμα σε σχέση με το προκαταβληθέν κεφάλαιο.
Η θεωρία των συντελεστών παραγωγής αποδίδει παραγωγική δύναμη τόσο στο νεκρό κεφάλαιο όσο και στη ζωντανή εργασία και για τον λόγο ότι ο εργαζόμενος, που έχει στερηθεί όλων των μέσων παραγωγής, έχει ανάγκη να αγοράσει ο καπιταλιστής το εμπόρευμά του (εργασιακή δύναμη) και να το συνδυάσει με το νεκρό κεφάλαιο, τα μέσα παραγωγής, διότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να ασκήσει ο εργαζόμενος παραγωγική δραστηριότητα. Στη βάση ανταγωνιστικών σχέσεων διανομής – τα μέσα παραγωγής ανήκουν στον καπιταλιστή, στον εργαζόμενο η εργασιακή του δύναμη29 – δημιουργείται η εντύπωση ότι η εργασιακή δύναμη είναι μια παραγωγική δύναμη ανάμεσα σε άλλες: δίπλα στη γη, δίπλα στο κεφάλαιο. Ναι μεν ο καπιταλιστής δεν μπορεί να παράγει εμπορεύματα χωρίς τον εργαζόμενο, αλλά και ο εργαζόμενος δεν μπορεί να ασκήσει παραγωγική δραστηριότητα εάν ο καπιταλιστής δεν του δώσει τα μέσα παραγωγής του. Και έγινε σαφές ότι η κεφαλαιακή αξία που έχει επενδυθεί στα μέσα παραγωγής δεν σχηματίζει αξία από μόνη της, αλλά μεταφέρεται ως αξία στα προϊόντα μόνον στο πλαίσιο της εργασιακής διαδικασίας. «Μια μηχανή που δεν χρησιμοποιείται στη διαδικασία εργασίας είναι άχρηστη. Και εκτός αυτού αφήνεται στην καταστροφική δύναμη του φυσικού μεταβολισμού. Το σίδερο οξειδώνεται, το ξύλο σαπίζει [...]. Η ζωντανή εργασία πρέπει να πάρει στα χέρια της αυτά τα αντικείμενα, να τα νεκραναστήσει, να τα μετατρέψει από απλώς ενδεχόμενες σε πραγματικές και δρώσες αξίες χρήσης. Είναι αλήθεια πως όταν τα γλείφει η φωτιά της εργασίας, όταν η εργασία τα προσαρτά ως δικά της σώματα, όταν τα εμπνέει να εκπληρώσουν τις λειτουργίες τους στη διαδικασία σύμφωνα με την έννοια και τον προορισμό τους, καταναλώνονται βεβαίως, αλλά καταναλώνονται εμπρόθετα, ως στοιχεία δημιουργίας νέων αξιών χρήσης, νέων προϊόντων».30 «Αυτή η φυσική δύναμη της εργασίας εμφανίζεται ως δύναμη αυτοσυντήρησης του κεφαλαίου, στο οποίο είναι ενσωματωμένη, ακριβώς όπως οι παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας εμφανίζονται ως ιδιότητες του κεφαλαίου και όπως η διαρκής ιδιοποίηση υπεραξίας από τον καπιταλιστή εμφανίζεται ως διαρκής αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου. Όλες οι δυνάμεις της εργασίας προβάλλονται ως δυνάμεις του κεφαλαίου».31
Μαζί με την αποκάλυψη του μυστικού του σχηματισμού αξίας και υπεραξίας εξηγείται και η αντεστραμμένη εμφάνισή της ως «παραγωγική συμβολή του συντελεστή κεφάλαιο» στη διαδικασία σχηματισμού αξίας. Τα συστατικά τμήματα της εκάστοτε σχηματιζόμενης νέας αξίας, δηλαδή της αξίας των προϊόντων (σ+μ+υ) αφαιρούμενης της απλώς μεταβιβαζόμενης αξίας (σ) εμφανίζονται έτσι στην αστική συνείδηση ως συμβολές των «συντελεστών» και συγκαλύπτονται ασυνείδητα ως «εθνικό εισόδημα».32 Αυτή η ταξική συνείδηση δεν αντιλαμβάνεται ότι η νέα αξία είναι αποκλειστικό αποτέλεσμα της εργασίας. Πρόκειται για συνείδηση που συγκροτείται όχι μόνον στη βάση «οικονομικών συμφερόντων», αλλά και εντός μιας συγκεκριμένης μορφής παραγωγής.
Αφού εξετάσαμε τον προαναφερθέντα φαύλο κύκλο από την πλευρά του «σχηματισμού αξίας», θα τον εξετάσουμε τώρα από την «εισοδηματική πλευρά». Όταν η φυσική δύναμη της εργασίας εμφανίζεται στη διαδικασία παραγωγής ως δύναμη αυτοσυντήρησης του κεφαλαίου (και αποδίδεται επίσης στο κεφάλαιο ικανότητα «δημιουργίας εισοδήματος»), πρέπει να αναλύσουμε πώς εμφανίζεται η δωρεάν δαπάνη εργασίας στο επίπεδο του εισοδήματος και πώς η αστική οικονομία γενικεύει και συστηματοποιεί «επιστημονικά» την εμπειρική εμφάνιση τέτοιων φαινομένων.
Ο καπιταλιστής διαφοροποιείται από τον εργαζόμενο διότι διαθέτει τα μέσα παραγωγής που είναι αναγκαία για να παράγει ο εργαζόμενος υπό τις παρούσες τεχνολογικές συνθήκες. Στο πλαίσιο του συνολικού κεφαλαίου33 αποτελούν ένα σημαντικό ενεργητικό, η διατήρηση και διαρκής επέκταση του οποίου είναι ζωτική για τον καπιταλιστή. Για τα μέσα παραγωγής ισχύει ό, τι και για τα λοιπά τμήματα του σταθερού κεφαλαίου (πρώτες ύλες, βοηθητικό υλικό κλπ.). Η αξία τους απλώς μεταφέρεται κατά τη διαδικασία εργασίας και μάλιστα εισέρχονται ολοκληρωτικά στη διαδικασία εργασίας (ο εργαζόμενος δουλεύει πάντα με ολόκληρη τη μηχανή), αλλά μόνον εν μέρει στη διαδικασία αξιοποίησης, συγκεκριμένα με το τμήμα που φθείρεται κατά τη διαδικασία εργασίας λόγω χρήσης του μέσου παραγωγής. Αυτό το τμήμα είναι το πρώτο που αφαιρείται, με τη μορφή απόσβεσης, για τη διατήρηση [της αξίας, ΣτΜ] του κεφαλαίου.
Με βάση τις αστικές κατηγοριοποιήσεις, το καθαρό εθνικό προϊόν ή το ισομεγέθες εθνικό εισόδημα διακρίνεται από το ακαθάριστο εθνικό προϊόν στο εξής σημαντικό σημείο. Το ακαθάριστο περιλαμβάνει το σύνολο των αποσβέσεων που εκφράζουν την αξία της φθοράς διαρκών (χρησιμοποιούμενων για διάστημα μεγαλύτερο από μια ετήσια περίοδο παραγωγής) μέσων παραγωγής στη διάρκεια του έτους. Με αυτή την έννοια, οι αποσβέσεις ισούνται με το σύνολο των επενδύσεων αντικατάστασης που αποβλέπουν στο να διατηρηθεί το πάγιο κεφάλαιο, η καπιταλιστική μορφή των διαρκών μέσων παραγωγής. Ενώ λοιπόν το καθαρό εθνικό προϊόν εκφράζει τη νέα αξία που δημιουργήθηκε στη διάρκεια ενός έτους, το ακαθάριστο περιλαμβάνει και τα «κόστη» που προκύπτουν στη διάρκεια ενός έτους για ανανέωση της κεφαλαιακής επένδυσης που καταναλώθηκε στη διαδικασία παραγωγής. Με άλλη διατύπωση, το καθαρό εθνικό προϊόν που τελικώς θα διανεμηθεί ως εθνικό εισόδημα δεν περιλαμβάνει τις δαπάνες για ανανέωση του καταναλωθέντος παγίου τμήματος του κεφαλαίου. Στην αστική έννοια της ετήσιας δημιουργίας αξίας ως αποτέλεσμα της «συμβολής των τριών συντελεστών» δεν περιλαμβάνεται η αξία των καταναλωθέντων και αντικατασταθέντων μέσων παραγωγής, καίτοι και αυτή η αξία πρέπει να παραχθεί. Ο καπιταλιστής που παράγει μέσα παραγωγής δεν γνωρίζει εκ των προτέρων εάν αυτά θα χρησιμοποιηθούν για αντικατάσταση ή για συσσώρευση κεφαλαίου και βεβαίως θα έπαυε άμεσα την παραγωγή τους εάν αυτή δεν «δημιουργούσε» και αξίες. Ενώ οι τρεις συντελεστές εμφανίζονται ως δημιουργοί του εθνικού προϊόντος και εισοδήματος, η παραγωγή με σκοπό την αντικατάσταση των φθαρέντων μέσων παραγωγής προϋποτίθεται ως οιονεί φυσικώς αναγκαίο παρακολούθημα της διαδικασίας παραγωγής. Η δωρεάν καταβολή εργασίας, «διατήρηση αξίας με την προσθήκη αξίας» εκφράζεται στην αστική θεωρία με το να μην περιλαμβάνεται αυτή η δωρεάν καταβολή στο εθνικό εισόδημα, στο καθαρό εθνικό προϊόν.
Αυτό εκφράζεται με τους ορισμούς του κεφαλαίου, των επενδύσεων και του εισοδήματος στην αστική οικονομία. Ο A.C. Pigou, που κανείς δεν αμφισβητεί ότι είναι ένας από τους εμπνευστές των οικονομικών της ευημερίας, συγκρίνει το κεφάλαιο με μια λίμνη «στην οποία ρίχνονται συνεχώς τα πιο ποικίλα αντικείμενα ως προϊόντα της αποταμίευσης. Μέσα στη λίμνη αυτά τα πράγματα επιβιώνουν για διαφορετικά χρονικά διαστήματα, ανάλογα με τη διαφορετική τους φύση και τη διαφορετική μεταχείριση που τους επιφυλάσσεται».34 Ωστόσο όλα όσα ρίχνονται στη λίμνη κάποια στιγμή θα εξέλθουν. Για να διατηρηθεί η στάθμη των υδάτων πρέπει συνεπώς οι ροές προς την κεφαλαιολίμνη να έχουν ορισμένο όγκο. Πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσες με τις εκροές, μεταξύ των οποίων βρίσκεται η κατανάλωση κεφαλαίου. Τι είναι όμως η κατανάλωση κεφαλαίου; Ο Pigou θεωρεί ότι περιορίζεται «στη συνήθη φθορά μηχανών και εργοστασιακών κτιρίων κατά τη διαδικασία λειτουργίας τους».35
Η ανάγκη διατήρησης του κεφαλαίου θεμελιώνεται με το επιχείρημα ότι η μη αντικατάσταση του «εκρέοντος» κεφαλαίου θα μειώνει διαρκώς τη ροή κεφαλαίου και η λίμνη θα αποξηρανθεί. «Είναι αξιοσημείωτο ότι η ανθρωπότητα δεν θα δείξει ενδιαφέρον γι’ αυτό το συμβάν, δεδομένου ότι πριν από την εκροή της τελευταίας μονάδας κεφαλαίου θα έχει εξαφανισθεί ο “τελευταίος άνθρωπος”».36 Γι’ αυτό, συμπεραίνει ο Pigou, πρέπει πρώτα να αφαιρεθεί η αξία αντικατάστασης του «εκρεύσαντος» και μετά να διανεμηθεί η «national dividend» στους συντελεστές παραγωγής. Άρα είναι διανεμητέο μόνο το [καθαρό - ΣτΜ] εθνικό εισόδημα και όχι το ακαθάριστο εθνικό προϊόν. Το ακαθάριστο εθνικό προϊόν χρησιμοποιείται, αλλά δεν διανέμεται. Έτσι, για παράδειγμα, το 1968 στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μπορεί να διανεμηθούν 404, 91 δις DM, αλλά να χρησιμοποιηθούν 530, 80 δις DM.
Πριν από την όποια διανομή «εισοδημάτων» με βάση τις ειδικές «εισφορές» κάθε συντελεστή37 επέρχεται η αναπαραγωγή του φθαρέντος, επενδυθέντος σε μέσα παραγωγής κεφαλαίου. Άρα το κεφάλαιο έχει το δικαίωμα να εξέλθει από κάθε κύκλο παραγωγής τουλάχιστον χωρίς να έχει χάσει κάτι από την ουσία του.38 Μόνο το περίσσευμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την «αύξηση της ευημερίας». «Το εθνικό εισόδημα (ή εθνικό προϊόν) αποτελεί εξ ορισμού το καθαρό αποτέλεσμα μιας οικονομίας. Αλλά η αναφορά σε “καθαρό” έχει δύο αναγκαίες προϋποθέσεις. Πρώτον, το κεφάλαιο πρέπει να παραμένει λειτουργικό. Δεύτερο, το “κεφάλαιο” πρέπει να είναι σαφώς διακριτό από τα τελικά προϊόντα, έτσι ώστε η κατανάλωση προϊόντων στη διάρκεια ενός έτους ως τελικό αποτέλεσμα να μην συγχέεται με την κατανάλωση εντός της διαδικασίας παραγωγής. Εξ ορισμού το εθνικό εισόδημα μετρά το συνολικό καθαρό αποτέλεσμα και όχι την τελική χρήση ή κάποιο άλλο μεγαλύτερο ή μικρότερο ποσό [...]. Πρέπει να περιλάβουμε στους δείκτες της παρούσας ευημερίας και τα τμήματα που εκφράζουν την καθαρή αύξηση του κεφαλαίου μιας χώρας».39 Μόνο το καθαρό αποτέλεσμα της ετήσιας εργασίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ευημερία. Επειδή όμως πρέπει να παραχθούν και τα φθαρέντα μέσα παραγωγής, η ετήσια εργασία μιας κοινωνίας χωρίζεται σε δύο τμήματα. Το μέρος της εργασίας που χρησιμοποιείται για αντικατάσταση του φθαρέντος κεφαλαίου δεν αυξάνει την ευημερία. Το άλλο τμήμα της ετήσιας εργασίας που παράγει μέσα κατανάλωσης και μέσα καθαρής επένδυσης εξυπηρετεί αυτόν ακριβώς το σκοπό. Το κεφάλαιο μπορεί λοιπόν, σύμφωνα με αυτή την εννοιολόγηση, όχι μόνο να προβάλει αλλά και να ικανοποιήσει την απαίτησή του για διαιώνιση, καθιστάμενο αιώνιο όπως και η φύση (στην οποία προστρέχουν για αναλογίες ο Pigou και ο Samuelson). Αντιθέτως, η διατήρηση της εργασίας εμφανίζεται ως κατανάλωση στην κατηγορία «εθνικό εισόδημα».
Αυτό δείχνει ότι η διάκριση καθαρού και ακαθάριστου εθνικού προϊόντος δεν είναι στατιστική-τεχνική. Αποτελεί τη μορφή με την οποία η δωρεάν διδόμενη παραγωγική δύναμη της εργασίας αντικαθρεφτίζεται ως φυσική ιδιότητα του κεφαλαίου, με μεταφορά της αξίας στο προϊόν κατά τον σχηματισμό νέας αξίας. Ταυτόχρονα, αυτή η διάκριση έχει ως αποτέλεσμα το να προϋποτίθεται στη διανομή του καθαρού εθνικού εισοδήματος η διατήρηση του κεφαλαίου. Τοιουτοτρόπως, σε κάθε διαδικασία παραγωγής προϋποτίθεται η αναπλήρωση του κεφαλαίου. Εξασφαλίζεται αρχικά η απλή αναπαραγωγή που είναι λογικώς πρότερη της διευρυμένης (γι’ αυτό και ο Μαρξ αναλύει χωριστά στο δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου την απλή και τη διευρυμένη αναπαραγωγή). Το πρώτο αποτέλεσμα της διαδικασίας παραγωγής που εκφράζεται από αυτή τη διάκριση είναι η αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Το δεύτερο αποτέλεσμα είναι η συνύπαρξη μισθού και κεφαλαιακού εισοδήματος. Έχουμε αφενός την αναπαραγωγή της ζωντανής εργασιακής δύναμης, ολοκληρώνοντας την αναπαραγωγή των δύο πλευρών της κεφαλαιακής σχέσης (κεφάλαιο και μισθωτή εργασία) και αφετέρου τη διαρκή επέκταση της παραγωγής κεφαλαίου, τη συσσώρευση. Όλα αυτά εμφανίζονται ως «αυτονόητα» και εξετάζονται μόνον τα τεχνικά προβλήματα μεταξύ «ακαθάριστου» και «καθαρού» με τα οποία γεμίζουν τα εγχειρίδια Πολιτικής Οικονομίας.40
Η δωρεάν παροχή εργασίας που χρησιμοποιείται στη διαδικασία σχηματισμού αξίας και για να διατηρηθεί η αξία του σταθερού κεφαλαίου και εμφανίζεται στο επίπεδο σχηματισμού αξίας ως δύναμη αυτοσυντήρησης του κεφαλαίου, εκφράζεται στο επίπεδο της λήψης εισοδήματος ως αντικατάσταση του φθαρέντος κεφαλαίου που προηγείται της οποιασδήποτε διανομής εισοδήματος.
Δεδομένου ότι η διαφορά ακαθάριστου και καθαρού εθνικού προϊόντος δεν είναι απλώς τεχνική, αλλά έχει θεμελιώδη σημασία όταν μελετάται ο οικονομικός κύκλος, η αστική οικονομία άρχισε ξανά να εξετάζει το θέμα. Στην κεϋνσιανή θεωρία, η ροπή προς κατανάλωση («propensity to consume») έχει, ως γνωστόν, καθοριστικό ρόλο στη βραχυπρόθεσμη αύξηση των εισοδημάτων και της απασχόλησης. Όσο περισσότερο οι καταναλωτές καταναλώνουν το εισόδημά τους, τόσο αυξάνεται η πραγματική ζήτηση, αυξάνονται οι παραγγελίες, αυξάνεται η απασχόληση και συνεπώς το συνολικό εισόδημα. Αυτή είναι συνοπτικά η πορεία επιχειρηματολογίας. Εάν όμως μπορεί να υπάρξει κατανάλωση μόνον από το καθαρό «εθνικό» προϊόν, το εθνικό εισόδημα, τότε αποκτά μέγιστη σημασία ο όγκος των επενδύσεων αντικατάστασης που αποβλέπουν στην αναπλήρωση των φθαρέντων διαρκών μέσων παραγωγής. Και αυτό διότι η πραγματική κατανάλωση με σταθερή ροπή προς κατανάλωση εξαρτάται και από το μέγεθος των αποσβέσεων. «Είναι σημαντικό να εξετάσουμε το μέγεθος των παρακρατήσεων-αφαιρέσεων από το εισόδημα μιας κοινωνίας, η οποία διαθέτει ήδη μεγάλο απόθεμα κεφαλαίου, πριν να διαπιστώσουμε το καθαρό εισόδημα που συνήθως διατίθεται για την κατανάλωση. Διότι εάν το παραβλέψουμε αυτό, θα υποτιμήσουμε τη μεγάλη πίεση που ασκείται στη ροπή κατανάλωσης ακόμη και όταν το κοινό είναι διαθέσιμο να καταναλώσει ένα πολύ μεγάλο τμήμα του καθαρού εισοδήματός του».41 Γι’ αυτόν τον λόγο ο Κέυνς διαμαρτύρεται για τα συμβάντα στη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, όπου η τάση του ατομικού καπιταλιστή να καθυστερεί τις επενδύσεις καινοτομίας όξυνε την κρίση για το συνολικό κεφάλαιο.42 Όχι μόνο μειώθηκε ο πολλαπλασιαστής επενδύσεων λόγω έλλειψης όγκου επενδύσεων, αλλά και η κρίση επιτάθηκε διότι διακόπηκαν οι αποσβέσεις από το λειτουργικό κεφάλαιο με μορφή χρηματικού κεφαλαίου μέχρι να επέλθει η ανανέωση των μέσων παραγωγής. «Μειώνουν την τρέχουσα πραγματική ζήτηση και τη μεταθέτουν για το έτος στο οποίο θα επέλθει όντως η αντικατάσταση του κεφαλαίου. Αυτό το αποτέλεσμα οξύνεται περαιτέρω από τη “χρηματοοικονομική εξυπνάδα”, δηλαδή με το να φαίνεται σκόπιμο να “αποσβεσθούν” τα αρχικά κόστη ταχύτερα απ’ ό, τι όντως φθείρονται οι εξοπλισμοί, κάτι που κάνει το τελικό αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά ανησυχητικό».43
Κατά τον Κέυνς η «χρηματοοικονομική εξυπνάδα» του ατομικού καπιταλιστή που αυξάνει τεχνητά τις προκαταβολικές αποσβέσεις οδηγεί στην κρίση της καπιταλιστικής οικονομίας συνολικά. Και αυτό διότι αποσβέσεις χωρίς επενδύσεις αντικατάστασης μειώνουν τη συνολική ζήτηση, αυξάνοντας τα κόστη παραγωγής (οι αποσβέσεις είναι τελικώς κόστος που ο καπιταλιστής θέλει να ενσωματώσει στην τιμή) χωρίς να δημιουργούνται νέα εισοδήματα κατόπιν επενδυτικής δραστηριότητας. Όσο υψηλότερες είναι αυτές οι αποσβέσεις, τόσο χαμηλότερο είναι το εισόδημα που «διατίθεται», μεταξύ άλλων, για την κατανάλωση. Συνεπώς η πίεση για διατήρηση του ατομικού κεφαλαίου, οδηγεί στην κρίση του συνολικού κεφαλαίου.
Γίνεται τώρα σαφές, τι δεν κατανοούν οι θεωρητικοί της διανομής που αναφέρονται σε καθαρά μεγέθη. Η θεωρία τους περί διανομής είναι έωλη και υπονομεύεται συνεχώς από την πολιτική αποσβέσεων και επενδύσεων των καπιταλιστών. Η διανομή θίγεται όταν το απαιτεί η αξιοποίηση του κεφαλαίου. Το μέγεθος της «διαθέσιμης πίτας» εξαρτάται από το εάν εξασφαλίζονται οι συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου. Αυτό παραβλέπουν όλες οι θεωρίες διανομής εισοδήματος που θεωρούν ότι μια πιο εξισωτική διανομή των εισοδημάτων αυξάνει τη ροπή κατανάλωσης (γίνεται ποσοστικά μικρότερη αποταμίευση στα μεγαλύτερα εισοδήματα σε σύγκριση με τα μικρότερα), άρα και την πραγματική ζήτηση. Αποφασιστική δεν είναι η πραγματική ζήτηση, αλλά η αξιοποίηση του κεφαλαίου που εκφράζεται στο ύψος του ποσοστού κέρδους επί του προκαταβληθέντος κεφαλαίου. Συνεπώς ο Κέυνς έχει δίκιο όταν γράφει ότι η πτώση της πραγματικής ζήτησης είναι συνέπεια της «χρηματοοικονομικής εξυπνάδας» των καπιταλιστών. Οι καπιταλιστές πρέπει όντως να είναι έξυπνοι, δηλαδή να συμπεριφέρονται ως ηθοποιοί που παίζουν τον ρόλο του κεφαλαίου, 44 ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει με την πραγματική ζήτηση και τη διανομή. Αυτό προκύπτει και από τους κανόνες απόσβεσης της μικροοικονομίας, δηλαδή του ατομικού καπιταλιστή, που απαιτούν από τον «καλόπιστο έμπορο» την «χρηματοοικονομική εξυπνάδα» που έχει τόσο καταστροφικά αποτελέσματα για το συνολικό κεφάλαιο. «Ύψιστη αρχή για την αξιολόγηση του ισολογισμού είναι η αρχή της εμπορικής επιμέλειας. Πρέπει να αποτραπεί η αύξηση των κερδών σε σημείο που να προκαλεί μείωση των πόρων της επιχείρησης».45
Από αυτό προκύπτει η αρχή της ελάχιστης αξίας που επιβάλλει να χρησιμοποιείται το χαμηλότερο από δύο μεγέθη αξίας (παρούσα αξία και αξία απόκτησης). Κύριος σκοπός είναι να διατηρηθούν οι πόροι της επιχείρησης, το κεφάλαιο. Ενόσω δεν σημειώνονται πραγματικές ζημίες και διατηρείται το ελάχιστο επίπεδο κατανάλωσης της καπιταλιστικής τάξης, οι προκαταβολικές, δηλαδή υπερβολικές, δαπάνες για διατήρηση του κεφαλαίου και τα κέρδη που εμφανίζονται ως «υπόλοιπο» είναι, για τον καπιταλιστή, απλώς κλάσματα του ίδιου τελικού ποσού, καίτοι αυτό δεν ισχύει για τη στατιστική. Το εάν τα κέρδη θα εμφανισθούν ως τέτοια ή ως υπόλοιπα είναι σίγουρα ζήτημα «χρηματοοικονομικής εξυπνάδας». Οι αποσβέσεις εξαρτώνται και από την πορεία των τιμών των μέσων παραγωγής. Όταν αυξάνονται τα κόστη αναπλήρωσης, οι αποσβέσεις είναι υψηλότερες. Όταν μειώνονται οι αποσβέσεις, μπορεί να είναι χαμηλότερες από τα κόστη αναπλήρωσης, εάν γίνουν αγορές με χρηματικά ποσά που προέκυψαν από την απόσβεση.46 Η επίσημη στατιστική ακολουθεί αυτή την αρχή με το να υπολογίζει το καθαρό εθνικό προϊόν αφαιρώντας από το ακαθάριστο «τις αποσβέσεις σε τιμές αναπλήρωσης αγαθών».47 Έτσι ο ατομικός καπιταλιστής ενσωματώνει στον λογαριασμό του τη διάκριση μεταξύ διατήρησης του κεφαλαίου και σχηματισμού αξίας, μεταξύ αντικατάστασης κεφαλαίου και αναδιανομής χωρίς αυτό να φαίνεται ως λαθροχειρία. Συμπεριφέρεται απλώς ως καπιταλιστής, «χρηματοοικονομικά έξυπνος». Και ως καπιταλιστής δεν ενδιαφέρεται για τη διανομή του εισοδήματος ως αποτέλεσμα της δράσης του, αλλά ως προϋπόθεση της επιδίωξής του για αξιοποίηση του κεφαλαίου.
Η αξιοποίηση του κεφαλαίου εκφράζεται εδώ ως αύξηση του προκαταβληθέντος κεφαλαίου. Ο καπιταλιστής θέλει να λάβει αυξημένη την αξία που προκατέβαλε με χρηματική μορφή και θα δώσει συνέχεια στη διαδικασία παραγωγής μόνον εάν το επιτύχει. Το ύψος του μισθού είναι καθοριστικό, διότι καθορίζει το ύψος του μεταβλητού κεφαλαίου που ο καπιταλιστής προκαταβάλλει για την αγορά εργασιακής δύναμης. Τα «κόστη παραγωγής» αυξάνονται με την αύξηση του μισθολογικού κόστους και αναγκαστικά μειώνεται, caeteris paribus, το ποσοστό κέρδους. Η ήδη σχολιασθείσα αντίφαση μεταξύ αναδιανομής και οικονομικής μεγέθυνσης προκύπτει λόγω του ότι η διανομή του εισοδήματος είναι εξαιρετικά σημαντική για τον ατομικό καπιταλιστή ως προϋπόθεση αξιοποίησης του κεφαλαίου του. Αυτό το δεδομένο, που η αστική οικονομία αντιλαμβάνεται ως σύγκρουση στοχοθεσιών, διαμεσολαβείται από την υπόθεση ότι το κέρδος προκύπτει με σκοπό τη συσσώρευση. Διότι πώς μπορεί να προκύψει μια αντίφαση μεταξύ αναδιανομής των εισοδημάτων και οικονομικής μεγέθυνσης, αν όχι με βάση την προϋπόθεση ότι η μεγέθυνση βασίζεται στα κέρδη; Αυτή δε η προϋπόθεση θεμελιώνεται στην ίδια την καπιταλιστική σχέση παραγωγής. Το κεφάλαιο ως ομογενής ποιότητα μπορεί να μεταβληθεί μόνο ποσοτικά, με τη μεγέθυνση. Όλοι οι καταναγκασμοί του ανταγωνισμού επιβάλλουν στον καπιταλιστή, ως ηθοποιό στο ρόλο του κεφαλαίου, να ακολουθήσει μια επιταγή: «Συσσώρευε! Αυτό λένε ο Μωυσής και οι Προφήτες».48 Η συσσώρευση υπερβαίνει την απλή διατήρηση του κεφαλαίου. Προκύπτει από το αξιακό προϊόν που για λόγους απλοποίησης εξισώνουμε με το καθαρό εθνικό προϊόν ή εισόδημα (βλ. υποσημ. 32), δηλαδή από το καθαρό εθνικό προϊόν που υποτίθεται ότι διατίθεται για διανομή. Συνεπώς, αυτό που εμφανίζεται στην αστική οικονομία ως σύγκρουση στοχοθεσιών και αντίφαση μεταξύ διανομής και μεγέθυνσης δεν είναι παρά η μη κατανοηθείσα αντανάκλαση των αντιφάσεων της διαδικασίας συσσώρευσης.
Αυτό έχει συνέπειες για τη λεγόμενη διανομή. Η ανάγκη διατήρησης του κεφαλαίου που επιβάλλει να αφαιρούνται από τη διανεμητέα πίτα οι αποσβέσεις πριν από οποιαδήποτε διανομή, αλλά και η αναγκαιότητα συσσώρευσης κεφαλαίου δείχνουν ότι είναι φαιδρή η αντίληψη ότι η διανομή αποτελεί μια σφαίρα στην οποία διανέμεται κάποια πίτα. Εάν, κατά πρώτον, οι αποσβέσεις αφαιρούνται πριν τη διανομή και, κατά δεύτερον, η διανομή του υπολοίπου, δηλαδή των μισθών και του κέρδους, δεν πραγματοποιείται με βάση νόμους μιας αυτόνομης σφαίρας διανομής, αλλά με βάση τους νόμους συσσώρευσης του κεφαλαίου, τι μένει όρθιο από τις αντιλήψεις περί δυνατοτήτων αναδιανομής;
Στο πλαίσιο αυτό, το λεγόμενο κοινωνικό κράτος δεν έχει «στη διάθεσή του» κάτι που θα μπορούσε να αναδιανείμει από τη μια τάξη στην άλλη. Οι δυνατότητες και τα μέτρα του κινούνται, όπως προείπαμε και όπως θα μπορούσε να καταδείξει μια πολύ πιο συγκεκριμένη ανάλυση, στη σφαίρα αναδιανομής στο εσωτερικό κάθε τάξης. Μόνον όταν δεν εξασφαλίζεται πλέον η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, όταν δηλαδή το ύψος του μισθού επαφίεται πλήρως στους νόμους της συσσώρευσης, το κράτος μπορεί να επιβάλλει αναδιανομή μεταξύ μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, με σκοπό τη διατήρηση της εργασικής δύναμης ως βάσης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.49
Η αρχή ότι οι κανόνες της διανομής είναι κανόνες της συσσώρευσης και κυκλοφορίας του κεφαλαίου δεν θίγεται από τα παραπάνω. Αντικειμενικό αποτέλεσμα είναι ότι η μελέτη της διανεμητικής ικανότητας του κοινωνικού κράτους οδηγείται στην ανάλυση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Και εδώ θα διακόψουμε την ανάλυση στο πλαίσιο μιας κριτικής στις ψευδαισθήσεις των θεωριών περί κοινωνικού κράτους και διανομής.
Οι ψευδαισθήσεις των ρεβιζιονιστικών θεωριών του κοινωνικού κράτους γίνονται πλήρως σαφείς όταν οι σχέσεις διανομής σε εισοδηματικό πλαίσιο αναχθούν στη διανομή στο επίπεδο της καπιταλιστικής παραγωγής. Αυτό αποσαφηνίζει και το ότι η ρεβιζιονιστική θεωρία του κράτους συνάγεται ευθέως από τις αντεστραμμένες μορφές που δημιουργεί η καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής στη συνείδηση των φορέων κεφαλαίου και της συνδεόμενης με αυτούς οικονομικής επιστήμης. Τόσο οι αστικές όσο και οι ρεβιζιονιστικές αντιλήψεις δεν είναι απλές συγκαλύψεις ή ιδεολογίες με την συνήθη έννοια του όρου. Συνιστούν αναγκαία προϊόντα των μορφών εμφάνισης της κεφαλαιακής σχέσης. Αυτή η ουσιώδης βασική σχέση, που καθορίζει την κοινωνική παραγωγή (στην καπιταλιστική της μορφή), δεν εμφανίζεται καθαυτή. Εμφανίζεται τελείως αντεστραμμένη στη σφαίρα της κυκλοφορίας, στιγμή της οποίας αποτελεί η διανομή του εισοδήματος. Εδώ βρίσκουμε την πηγή των αστικών ψευδαισθήσεων περί ελευθερίας, αρχίζοντας από την ελευθερία του ατόμου ως «εισοδηματία» και «καταναλωτή» και φτάνοντας στην ικανότητα της «νέας οικονομικής πολιτικής» για «συνολική ρύθμιση της οικονομίας» ή «αναδιανομή μέσω περιουσιακής πολιτικής».
Για τις ρεβιζιονιστικές οργανώσεις, στόχος αλλαγής της υπάρχουσας (όπως ομολογείται προφορικά: καπιταλιστικής) κοινωνίας εξακολουθεί να είναι η «ανθρώπινη» ή «πιο ανθρώπινη» κοινωνία. Και με τον στόχο αυτό δικαιολογείται η συμμετοχή στους θεσμούς του αστικού κράτους. Οι ρεβιζιονιστικές θεωρίες δεν κατανοούν, για τους λόγους που εξηγήσαμε, ότι αυτό το κράτος γεννήθηκε στη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής και σε αυτή τη βάση αναλαμβάνει νέες λειτουργίες. Ούτε κατανοούν ότι αυτή η βάση καθορίζει και περιορίζει οποιαδήποτε παρέμβαση του εν λόγω κράτους στην «οικονομία». Η συμμετοχή στους θεσμούς του αστικού κράτους, η λιγότερο ή περισσότερο ισχυρή σύνδεση των ιστορικών οργανώσεων της εργατικής τάξης με το κράτος αυξάνει δραματικά τη νομιμοποίηση του κράτους (βλ προσφάτως τις αυταπάτες πολλών αριστερών σχετικά με την κυβέρνηση SDP-FDP).50 Από την άλλη πλευρά, η πλήρης προσχώρηση στις αστικές ψευδαισθήσεις αποτελεί και το πρώτο βήμα για τη διάλυσή τους. Ένα σημαντικό βήμα στη διαδικασία αυτή είναι η θεωρητική κριτική τους, η κατάδειξη της οργανικής σύνδεσης με το θεμέλιό τους, την καπιταλιστική μορφή παραγωγής. Αυτή η κριτική μπορεί να συμβάλει στο να κατανοηθεί – και όχι απλώς να διαπιστωθεί – ο περιορισμένος χαρακτήρας της «κρατικής δράσης» που θεωρείται ως μόνη δυνατότητα σύμφωνα με αυτές τις αναγκαίες ψευδαισθήσεις και η οποία δεν μπορεί να εκπληρώσει τις ρεβιζιονιστικές ελπίδες και υποσχέσεις. Και από την κριτική μπορεί να συναχθούν πρακτικές συνέπειες με στόχο μια πραγματική και όχι απλώς φαινομενική αλλαγή.
1 Ελληνική μετάφραση, Θέσεις, τ. 1, 1982: 75-108 [ΣτΜ].
2 Η ιδέα της πίτας είναι εξαιρετικά αγαπητή και δημοφιλής και γοητεύει και τους «μεγάλους» της Πολιτικής Οικονομίας. Βλ. π.χ. Keynes, Die wirtschaftlichen Folgen des Friedensvertrages, München/Leipzig 1921: 14: «Από τη μια πλευρά, οι εργαζόμενες τάξεις αρκούνταν, λόγω ανασφάλειας ή αδυναμίας με μια κατάσταση που τους έδινε μόνον ένα πολύ μικρό κομμάτι από την πίτα που έφτιαχναν οι καπιταλιστές και η φύση (!) [...]. Από την άλλη πλευρά, η τάξη των καπιταλιστών κατάφερνε να εξασφαλίσει το καλύτερο κομμάτι της πίτας». Αλλά και στις μέρες μας, στη «σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία», ένας λαός μαγείρων παρασκευάζει πίτες: «Αυτό το εθνικό προϊόν αποτελεί την πραγματική αξία που δημιούργησε η δυτικογερμανική εθνική οικονομία. Αυτή είναι η “μεγάλη πίτα”, το Όλον που είναι διαθέσιμο ως εισόδημα της εργασίας, εισόδημα του κεφαλαίου, έγγεια πρόσοδος και κρατικές δαπάνες. Ο καθένας προσπαθεί να λάβει ένα όσο το δυνατό μεγαλύτερο κομμάτι από αυτή την πίτα» (Kurt Walter, Arnold Leistico, Anatomie der Wirtschaft. Eine Einführung in die Volkswirtschaftslehre, Reinbeck bei Hamburg 1969: 42). Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτό το βιβλίο (α) παρουσιάστηκε στα επαρχιακά κρατικά κανάλια, άρα γνώρισε σημαντική δημοσιότητα, (β) εκδόθηκε με επιμέλεια του «προοδευτικού» Dr. Gerhard Szcesny, (γ) συντάχθηκε από τον επικεφαλής της υπηρεσίας τύπου του Επιμελητηρίου Βιομηχανίας και Εμπορίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και από τον οικονομικό σύμβουλο του στρατηγού που είναι υπεύθυνος για την εκπαίδευση και μόρφωση στο Στρατό Ξηράς και (δ) δημοσιεύθηκε από τον «αριστερό» εκδοτικό οίκο Rowohlt. Για να μεταφέρουμε τα περί πίτας στον τρίτο κόσμο πρέπει να προστρέξουμε στο παραμύθι των Γκριμ: «Κρίτσι, κριτσινάκι, ποιος μασουλάει το σπιτάκι;», «Είναι ο αέρας που φυσά, των ιμπεριαλιστών η γενιά...».
3 Αρχικά των γερμανικών οργανώσεων: Ομοσπονδιακός Σύνδεσμος της Γερμανικής Βιομηχανίας, Ομοσπονδιακή Ένωση των Γερμανών Εργοδοτών, Γερμανικό Επιμελητήριο Βιομηχανίας και Εμπορίου [ΣτΜ].
4 Erich Preiser, Distribution: (Ι) Theorie, in: Handwörterbuch der Sozialwissenschaften, 2: 624 [Stuttgart: Fischer, 1959, ΣτΜ]. Με αυτά, Preiser αναφέρεται στη θεώρηση ότι η «εξουσία» εκτός από πολιτική και κοινωνική κατηγορία είναι και οικονομικά σημαντική, δεδομένου ότι οι οικονομικές κατηγορίες και οι «καθαροί» νόμοι εκφράζουν αναγκαστικά και την πολιτική και κοινωνική εξουσία. Με αυτό τον τυποκρατικό τρόπο προσπαθεί να εκφράσει το ότι η εξουσία είναι μια «οικονομική δύναμη». Βλ. Karl Marx, Das Kapital, τ. l, Marx-Engels-Werke, τ. 23, Berlin (DDR), 1969: 799.
5 Wilhelm Krelle, Verteilungstheorie, Tübingen 1962: 110.
6 Δεν θα συζητήσουμε εδώ τους διάφορους τύπους διανομής (ατομική, λειτουργική, τομεακή) και όταν αναφερόμαστε σε διανομή εννοούμε πάντα τη διανομή εισοδήματος. Για τα είδη διανομής, βλ. Erich Preiser, ό.π., και Leo Kowalski, Einkommensverwendung, Einkommensverteilung und Vermögensverteilung, Tübingen 1967, όπου αναφέρονται οι νεώτερες θεωρήσεις της αστικής οικονομίας. Εδώ δεν ενδιαφέρει η διανομή καθαυτή, αλλά η σχέση της με τη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου.
7 Georg H. Küster, Untersuchungen zur Einkommensverteilung im Wirtschaftswachstum, Berlin 1969: 15. Ο Küster παραπέμπειστον Wilhelm Krelle, Bestimmungsgründe der Einkommensverteilung in der modernen Wirtschaft, in: W.G. Hoffmann (επιμ.), Einkommensbildung und Einkommensverteilung, Berlin 1957.
8 H. Giersch, Allgemeine Wirtschaftspolitik. Grundlagen, Wiesbaden 1960: 23.
9 «Εάν εξετάσουμε συνολικά το αποτέλεσμα [της θεωρίας της διανομής - ΣτΣ] προκύπτει μια τελείως αναπάντεχη σταθερότητα του συστήματος οικονομίας της αγοράς. Σχεδόν όλες οι βραχυπρόθεσμες αλλαγές προκαλούν μακροπρόθεσμες αντιδράσεις που τις αναιρούν», Wilhelm Krelle, Verteilungstheorie, ό.π.: 257.
10 Carl Föhl, Manfred Hennies, Vermögensbildung in Arbeitnehmerhand, Pfullingen 1966.
11 Carl Föhl, Kreislauf. Analytische Untersuchungen der Vermögensbildung in der Bundesrepublik und der Beeinflussbarkeit ihrer Verteilung, Tübingen 1964: 40. Η φράση αυτή είναι απλώς παρωδία του νόμου της συσσώρευσης. Karl Marx, Das Kapital, τ. 1, ό.π.: 674-675: «Ωστόσο όλες οι μέθοδοι παραγωγής της υπεραξίας είναι ταυτόχρονα και μέθοδοι συσσώρευσης και κάθε διεύρυνση της συσσώρευσης καθίσταται αντιστρόφως μέσο ανάπτυξης αυτών των μεθόδων. Από αυτό προκύπτει ότι, στο μέτρο που συσσωρεύεται κεφάλαιο, αναγκαστικά χειροτερεύει η κατάσταση του εργαζόμενου, ανεξάρτητα από το εάν η αμοιβή του είναι υψηλή ή χαμηλή [...]. Προκύπτει μια συσσώρευση εξαθλίωσης που αντιστοιχεί στη συσσώρευση κεφαλαίου. Η συσσώρευση πλούτου στον ένα πόλο είναι συνεπώς ταυτόχρονα συσσώρευση εξαθλίωσης, βασανιστικής εργασίας, αμορφωσιάς, αποκτήνωσης και ηθικής κατάπτωσης στον άλλο πόλο, δηλαδή στην τάξη που παράγει το προϊόν της ως κεφάλαιο».
12 Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τη γερμανική μετάφραση ρήσης που βρίσκεται στην Καινή Διαθήκη, Ματθαίος κεφ. 25, στ. 29 [ΣτΜ].
13 Βλ. ως παράδειγμα τις τοποθετήσεις αστών οικονομολόγων που συγκεντρώνονται σε Georg Leber, Vermögensbildung in Arbeitnehmerhand. 3. Wissenschaftliche Beiträge, Frankfurt 1965. Όλοι ανταποκρίνονται σε αυτό που τους ζήτησε ο Leber στον πρόλογο: «[να γίνουν - ΣτΣ] βήματα για την αλλαγή μιας άδικης και ξεπερασμένης εισοδηματικής δομής τοποθετούμενοι στο στερεό έδαφος των επιστημονικών δεδομένων».
14 Οι δύο συγγραφείς που έγραψαν τα δύο μέρη του άρθρου για τη διανομή στο Handwörterbuch der Sozialwissenschaften, οι Erich Preiser και Gerhard Weisser, πολώνονται στις δύο μεθόδους με τις οποίες οι αστοί επιστήμονες ξεφεύγουν από τις δυσκολίες. Ο Erich Preiser αναφέρει τρεις φορές το ίδιο συμπέρασμα στο άρθρο του: «Εάν επιθυμούμε να εξετάσουμε το πρόβλημα [του σχηματισμού περιουσίας – ΣτΣ], θα πρέπει να υποθέσουμε ότι τα δύο μέρη [οι «κοινωνικοί εταίροι» -ΣτΣ] έχουν καλή πίστη και πάντως το αποτέλεσμα για τις επιχειρήσεις μπορεί να είναι η μείωση των κερδών, αλλά όχι ο κίνδυνος πτώχευσης». Και: «οι προοπτικές επιτυχίας μιας μισθολογικής πολιτικής με σκοπό την επένδυση (ή μιας πολιτικής σχηματισμού περιουσίας) αυξάνουν (!), όσο πιο προσεκτικά είναι τα βήματα που γίνονται» (Erich Preiser, Theoretische Grundlagen der Vermögenspolitik, ανατύπωση σε Georg Leber, Vermögensbildung in Arbeitnehmerhand. 3, ό.π.: 34, 38, 41). Τι σημαίνει όμως στην πράξη το να είμαστε «προσεκτικοί»; Ο Gerhard Weisser [Distribution: (II) Politi], in Handwörterbuch der Sozialwissenschaften, ό.π.: 645) έχει την απάντηση: «Ωστόσο οι διορθώσεις από την πολιτική διανομής προσκρούουν εν μέρει στον κανόνα της συμβατότητας. Τα μέγιστα μεγέθη πρέπει να μην αποτρέπουν τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς. Όποιος επιλέγει το καθεστώς της οικονομίας της αγοράς με σκοπό να αριστοποιήσει την αυτονομία των παραγόντων της οικονομίας, πρέπει να αποδεχθεί κάποια όρια των διορθώσεων της διανομής. Δεν μπορούμε βεβαίως εδώ να καθορίσουμε τα όρια αυτά εν γένει ή για τη σημερινή κατάσταση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Αλλά και εδώ η επιστήμη δεν πρέπει να φτάσει σε σημείο ώστε να στερήσει την πολιτική πράξη από την τόλμη της» (ανάλογα συναντούμε και στην Sozialenquete, Soziale Sicherung in der BRD, Stuttgart, Berlin, Köln, Mainz, χ.χ..εκδ. [1966 - ΣτΣ]). Τα καθιερωμένα: η αστική επιστήμη αφήνει ελεύθερο πεδίο στους πολιτικούς, γνωρίζοντας καλά ότι η ικανότητα λειτουργίας της «οικονομίας της αγοράς» δεν θα διατρέξει κανένα κίνδυνο. Το ότι στόχος της πολιτικής σχηματισμού περιουσίας είναι η ικανοποίηση των μισθωτών εκφράζεται καθαρά από πάμπολλους εκπροσώπους της «δημοκρατικής μας τάξης». Βλ. π.χ. Georg Leber, που θεωρεί καθήκον της πολιτικής αυτής «να εξασφαλίσει την ελευθερία και την ιδιοκτησία ως θεμελιακά στοιχεία της δημοκρατικής μας τάξης» (Die Gretchenfrage ist gestellt, εφημερίδα Die Zeit, 2.10.1964, ανατύπωση στου ίδιου, Vermögensbildung in Arbeitnehmerhand, 2, Frankfurt 1965: 63). Παρόμοιεςτοποθετήσειςαναφέρονταισε E. Altvater, Gewerkschaften und Vermögenspolitik, Heidelberger Blätter, 12/13, 1968: 61 επ. καισε W. Müller, Grenzen der Sozialpolitik in der Marktwirtschaft, in Der CDU-Staat, επιμ. Nedelmann/Schäfer, Frankfurt 1969.
15 Τροποποιήσαμε τη φράση που είναι ακατανόητη στο πρωτότυπο [ΣτΜ].
16 Karl Marx, Das Kapital, τ. 3, Marx-Engels-Werke, τ. 25, Berlin (DDR), 1969: 890: «Οι λεγόμενες σχέσεις διανομής αντιστοιχούν λοιπόν και προκύπτουν από τις ιστορικά καθορισμένες, ειδικές κοινωνικές μορφές της διαδικασίας παραγωγής και από τις σχέσεις που συνάπτουν τα άτομα στη διαδικασία αναπαραγωγής της ανθρώπινης ζωής τους. Ο ιστορικός χαρακτήρας αυτών των σχέσεων διανομής είναι ο ιστορικός χαρακτήρας των σχέσεων παραγωγής, των οποίων εκφράζουν μια μόνον πλευρά. Η καπιταλιστική διανομή είναι διαφορετική από τις μορφές διανομής που προκύπτουν από άλλους τρόπους παραγωγής και κάθε μορφή διανομής εξαφανίζεται μαζί με τη συγκεκριμένη μορφή παραγωγής, από την οποία προκύπτει και στην οποία αντιστοιχεί».
17 Βλ. Karl Marx, Das Kapital, τ. 2, Marx-Engels-Werke, τ. 24, Berlin (DDR), 1969, ιδίωςσ. 437 επ.
18 Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τους όρους Sozialprodukt (κατά λέξη: κοινωνικό προϊόν) και Volkseinkommen (κατά λέξη: εθνικό εισόδημα). Μεταφράζουμε ενιαία ως «εθνικό προϊόν» και «εθνικό εισόδημα», για να αποφύγουμε παρανοήσεις με την ενδεχόμενη σύνδεση του «κοινωνικού» προϊόντος με την «κοινωνική» πολιτική [ΣτΜ].
19 Δεν εξετάζουμε εδώ τη στατιστική διαφορά μεταξύ καθαρού εθνικού προϊόντος σε τιμές αγοράς και εθνικού προϊόντος που οφείλεται στις ειδικές μορφές κρατικής αναδιανομής δια των έμμεσων φόρων και των επιδοτήσεων. Αυτό δεν επηρεάζει την επιχειρηματολογία που αναπτύσσουμε εδώ.
20 "Η αμοιβή για την εισφορά των συντελεστών παραγωγής στις επιχειρήσεις συνιστά εισόδημα για τους λήπτες (‘νοικοκυριά συντελεστών’)». A. Paulsen, Volkswirtschaftslehre, τ. III, Berlin l965: 9.
21 Dr. Gablers Wirtschaftslexikon, τ. 6, Frankfurt 1969, στήλη 2.955.
22 «Στο κεφάλαιο κέρδος ή, ορθότερα, τόκος, στη γη έγγεια πρόσοδος, στην εργασία μισθός εργασίας. Σε αυτή την οικονομική τριάδα ως συνάφεια των συστατικών μερών της αξίας και του πλούτου εν γένει με τις πηγές του, ολοκληρώνεται η μυστικοποίηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η πραγμοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, η άμεση σύμφυση των υλικών σχέσεων παραγωγής με τον ιστορικό-κοινωνικό καθορισμό τους. Είναι ο μαγεμένος, αντεστραμμένος, με το κεφάλι προς τα κάτω κόσμος, όπου ζουν σαν ξωτικά ο Monsieur le Capital και η Madame la Terre ως κοινωνικοί χαρακτήρες και ταυτόχρονα και άμεσα ως απλά πράγματα», Karl Marx, Das Kapital, τ. 3, ό.π.: 838.
23 Βλ. την παρουσίαση αυτών των θεωριών σε Erich Preiser, Distribution, ό.π.
24 Karl Marx, Das Kapital, τ. 1. ό.π.: 208.
25 Στο ίδιο.
26 Στο ίδιο: 214.
27 Στο ίδιο: 223.
28 Στο ίδιο: 221.
29 «Μπορεί όμως να λεχθεί ότι το κεφάλαιο [...] ήδη αφεαυτού προϋποθέτει μια διανομή: ο αποχωρισμός των εργαζομένων από τις συνθήκες εργασίας, η συγκέντρωση αυτών των συνθηκών στα χέρια μιας μειοψηφίας ατόμων». Αυτές οι σχέσεις διανομής «καθορίζουν το συνολικό χαρακτήρα και τη συνολική κίνηση της παραγωγής». Karl Marx, Das Kapital, τ. 3, ό.π.: 886.
30 Karl Marx, Das Kapital, τ. 1, ό.π.: 198.
31 Στο ίδιο: 633-634.
32 Για να αποφύγουμε ψευδαισθήσεις του είδους ότι το μ+υ είναι μαρξιστική έκφραση της αστικής κατηγορίας «εθνικό εισόδημα» επισημαίνουμε ότι η αστική στατιστική και θεωρία θεωρεί ως εισόδημα όλα όσα εισπράττει ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Το μ+υ δηλώνει όμως μόνον τη νεοδημιουργηθείσα ετήσια αξία, που διογκώνεται στατιστικά με τη συμπερίληψη στα εισοδήματα από μισθούς και κέρδη και του εισοδήματος των δημοσίων υπαλλήλων, καίτοι το μερίδιο του κράτους προέρχεται από το μ+υ. Θα ήταν αναγκαία μια νέα εργασία για την προβληματική αυτή που εμπλέκει δυσχερή ζητήματα, όπως η σχέση παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας. Εδώ επισημαίνουμε μόνον ότι δεν είναι δυνατό να εξισωθεί το «εθνικό εισόδημα» με το μ+υ.
33 Το συνολικό κεφάλαιο του καπιταλιστή περιλαμβάνει και το μέρος που δαπανήθηκε για την αγορά εργασιακής δύναμης. Και η αγορά πρώτων υλών, βοηθητικού υλικού κλπ. αποτελεί δαπάνη χρηματικού κεφαλαίου και μεταβολή της μορφής του σε παραγωγικό κεφάλαιο. Η διαφορά μεταξύ του παραγωγικού κεφαλαίου που χρησιμοποιείται για διάστημα μεγαλύτερο από μια περίοδο παραγωγής και του τμήματος κεφαλαίου που προκαταβάλλεται βραχυπρόθεσμα έχει μεγάλη πρακτική σημασία για τον δρώντα καπιταλιστή και δίνει αφορμή για εννοιολογική παγίωση των κατηγοριών του πάγιου και του κυκλοφορούντος κεφαλαίου. Αυτή η διαφορά αντιστοιχεί χονδρικά στη διαφορά μεταξύ περιουσίας για επένδυση και κυκλοφορούσας περιουσίας που συναντούμε στη Μικροοικονομία. Αντιθέτως, οι κατηγορίες του σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου δεν έχουν πρακτική σημασία και δεν αναφέρονται καν στην αστική Πολιτική Οικονομία. Και δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, δεδομένου ότι δείχνουν καθαρά τον ταξικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής παραγωγής, και συγκεκριμένα την παραγωγή υπεραξίας.
34 A.C. Pigou, The Economics of Welfare, London 1932, ανατύπωση 1960: 43.
35 Στο ίδιο. Βλ. και σ. 46: «Το να διατηρηθεί άθικτο το κεφάλαιο ισοδυναμεί, κατά τη γνώμη μου, με τη διατήρησή του με απόλυτη έννοια, με μόνη εξαίρεση τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για να αντιμετωπισθεί η καταστροφή “από το Θεό ή τους εχθρούς του Βασιλιά”». Ενδιαφέρον έχει το ότι ο Pigou έγραφε τα παραπάνω το 1932 ενώ εξελισσόταν καταστροφή κεφαλαίου σε τεράστια έκταση στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Αλλά προφανώς η οικονομική κρίση ήταν μια «κατάσταση ανάγκης» που προκλήθηκε από τον καλό Θεό σε ανίερη συμμαχία με το προλεταριάτο.
36 Στο ίδιο: 49.
37 «Η συμβολή της επιχείρησης συνίσταται στην πραγματική συμβολή της επιχείρησης (!) και – τουλάχιστον για την οικογενειακή επιχείρηση (!) – στην προσφορά κεφαλαίου, γης και κτηρίων». Από τη συλλογή μαργαριταριών των Walter και Leistico, ό.π.: 44. Για το έργο αυτό, βλ. παραπάνω, υποσημ. 1.
38 Το ότι ο κοινωνικός και ιστορικός καθορισμός αυτών των διαδικασιών δεν κατανοείται επ’ ουδενί από όσους έχουν στο κεφάλι τους αστικές αντιλήψεις και άρα εμφανίζεται ως φυσική αναγκαιότητα είναι σαφές και στον μέγα Paul A. Samuelson (Volkswirtschaftslehre, τ. I, Köln 1967: 242): «Τι γνώμη θα είχαμε για μια στατιστική που υπολογίζει την αύξηση του πληθυσμού χωρίς να λαμβάνει υπόψη τους θανάτους; Σίγουρα δεν θα είχαμε καλή γνώμη. Διότι εάν υπολόγιζε τις γεννήσεις χωρίς να αφαιρεί τους θανάτους, θα οδηγούνταν σε υπερβολικές εκτιμήσεις για την καθαρή αύξηση του πληθυσμού. Το ίδιο ισχύει και για τις επενδύσεις εξοπλισμού και οικοδομής. Η καθαρή μεταβολή τους προκύπτει από τη γέννηση (!) και το θάνατο (!) του κεφαλαίου (στην περίπτωση αυτή απόσβεση)».
39 Simon Kuznets, On the Valuation of Social Income - Reflections on Professor Hicks Article, Part 1, in: Economica, νέασειρά, τ. XV, 1948: 13. Ο Kuznets θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αστούς οικονομολόγους σε θέματα εισοδήματος.
40 Βλ. Erich Schneider, Einführung in die Wirtschaftstheorie, Tübingen 1958, ιδίωςτ. I, Theorie des Wirtschafskreislaufs.
41 John Maynard Keynes, The General Theory of Employment, Interest and Money, London (ανατύπωση) 1964: 104.
42 Στο ίδιο: 100.
43 Στο ίδιο: 100.
44 Μεταφράζουμε έτσι τον όρο Charaktermaske που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς και τον οποίο εισήγαγε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο (ο καπιταλιστής είναι ένας άνθρωπος που φορά τη μάσκα, παίζει τον ρόλο του κεφαλαίου) [ΣτΜ].
45 Günter Wöhe, Allgemeine Betriebswirtschaftslehre, Berlin, 1962: 389.
46 Στοίδιο: 403.
47 Statistisches Jahrbuch für die Bundesrepublik Deutschland 1969, Vorbemerkung zu den Statistiken der volkswirtschaftlichen Gesamtrechnung: 485.
48 ΦράσητουΜαρξ (“Akkumuliert, Akkumuliert! Das ist Moses und die Propheten!”, Das Kapital, τ. 1, ό.π.: 621) ωςειρωνικήαναφοράστηνΚαινήΔιαθήκη (Ιωάννης, κεφ. 1, στ. 46) [ΣτΜ].
49 Βλ. το τέταρτο μέρος της μελέτης [περιοδικό Probleme des Klassenkampfs, έκτακτο τεύχος 1, 1971: 46-71 – ΣτΜ].
50 Στις εκλογές του 1969 της τότε Δυτικής Γερμανίας το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα SPD αύξησε σημαντικά τον αριθμό ψήφων του και σχημάτισε κυβέρνηση συμμαχίας με το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (FDP), το οποίο παραδοσιακά συνεργαζόταν με τους ομολογημένα δεξιούς Χριστιανοδημοκράτες. Η συμμαχία κράτησε ως το 1982, οπότε επέστρεψε το FDP στη συμμαχία με τους Χριστιανοδημοκράτες [ΣτΜ].