Η ΣΧΕΣΗ ΕΠΑΡΧΙΑΣ-ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΣΤΟΝ ΜΠΑΛΖΑΚ
ΚΑΙ ΠΟΛΗΣ-ΥΠΑΙΘΡΟΥ ΣΤΟΥΣ ΜΑΡΞ ΚΑΙ ΕΝΓΚΕΛΣ.
ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ (ΟΧΙ ΑΣΥΜΠΤΩΤΕΣ) ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ
του Αδαμάντιου (Μάκη) Πασχαλίδη
«Το Παρίσι είναι το τέρας που μας θλίβει [...] Η επαρχία δεν υπάρχει από μόνη της». (Μπαλζάκ 2017: 94, Οι Παρισινοί στην επαρχία. Δεύτερη ιστορία: «Η μούσα της επαρχίας» [1844], η οποία δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά).
«Στο Παρίσι, οι άνθρωποι είναι συστήματα, στην Επαρχία τα συστήματα γίνονται άνθρωποι» (ό.π.: 101, Οι ανταγωνισμοί. Δεύτερη ιστορία: «Συλλογή αρχαιοτήτων» [1837], η οποία δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά). «Οι μόνοι στον κόσμο που αξίζει να μελετηθούν σε βάθος τα ήθη τους και προς κάθε κατεύθυνση είναι οι Πρωτόγονοι, οι χωριάτες και οι επαρχιώτες∙ όταν περνούν από τη Σκέψη στο Γεγονός, βρίσκετε ακέραια τα πράγματα» (στο ίδιο, ό.π.: 102).
Εισαγωγή
Ο Κωστής Παπαγιώργης έγραψε μια ανθολόγηση (σε μετάφρασή του) της Ανθρώπινης Κωμωδίας του Μπαλζάκ (20171 ). Πρόκειται για μια ανθολόγηση όλων αυτών των βιβλίων, στη βάση ενός «ιδιωτικού σημειωματάριου [...] μια αποσπασματική μνήμη που διασώζει από το έργο όχι κατ’ ανάγκη ό, τι αξίζει αλλά, απλά και μόνο ό, τι της πάει» (11, οι σελίδες αντιστοιχούν στο παραπάνω βιβλίο). Κι εμείς διαλέξαμε αυτά που «πάνε» στο θέμα μας: τις «σκηνές της επαρχιακής και παρισινής ζωής».2 Όλα τα βιβλία παρουσιάζονται σε συνοπτικά πνευματώδη κείμενα τα οποία περιλαμβάνουν κυρίως διαλόγους, αποφθέγματα, φιλοσοφικές σκέψεις, «χαρακτηριστικά» αποσπάσματα, παρατηρήσεις και «μπαλζακικές σκέψεις», ένα «προφίλ του 19ου αιώνα». Οι περιορισμοί στη δική μας προσέγγιση των έργων του Μπαλζάκ βρίσκονται στο ότι το θέμα μας δεν εξαντλείται στα παραπάνω και θα πρέπει να ανατρέξουμε στα ίδια τα έργα, όπως είναι το σημαντικότερο μυθιστόρημα τα Χαμένα Όνειρα3 (Μπαλζάκ 2000, κατά τη βραβευμένη λογοτεχνική μετάφραση ζωής του Κ. Σφήκα). Εκεί διαπιστώνουμε ότι πολλά ζητήματα που αφορούν το θέμα μας, τα αναφέρει μεν ο Κ. Παπαγιώργης, πριν και μετά απ’ αυτά τα αποσπάσματα, όμως υπάρχουν και άλλες σημαντικές αναφορές, όπως επισημαίνεται παρακάτω. Ο Γ. Ανδρεάδης στην εκτενή Εισαγωγή του (ό.π., τ. Α΄: 33-148, μάθημα στους φοιτητές και όχι μόνο, από ένα δάσκαλο στον Μπαλζάκ) γράφει:
«Η πόλη του Παρισιού, ομαδικό πρόσωπο που απωθεί και που σαγηνεύει τον Μπαλζάκ όσο κανένα, πρόσωπο προικισμένο με την δική του ζωή, φωνή, γοητεία. Ο “καλός” κόσμος, ο κόσμος των αστών και των εργατών, ο κόσμος της κοινωνικής εργασίας, ο υπόκοσμος [...] της πόλεως του Παρισιού, που είναι όμως και επικράτεια, Γαλλία, επαρχία μαζί και πρωτεύουσα, και Πολιτεία, πολίτευμα αλλά και ουτοπία, και ακόμη κοινωνία, άθροισμα επιτηδευμάτων και τάξεων, και δομή, και τέλος αγρός, εσχατιά, βασίλειο της πολιτισμένης αγριότητας και βαρβαρότητας, εκεί όπου θα περιμέναμε την έδρα του πολιτισμού και της ανθρωπιάς» (ό.π.: 15, 33. Τα πλάγια γράμματα είναι στο πρωτότυπο, οι αριθμοί αντιστοιχούν στις σελίδες του παραπάνω βιβλίου).
«Φτάνοντας στο Παρίσι, ο ήρωάς μας έχει την πρώτη τραυματική συνάντησή του με την πόλη. Την αστραφτερή πλευρά της πρώτα, τον κόσμο της Όπερας και του προαστίου Σαίν Ζερμαίν, με τους αμείλικτους δανδήδες [...] Μπροστά στην πραγματικότητα του Παρισιού με την πιο αδιανόητη πολυτέλεια που δεν του ανήκει και την πιο ακραία δυστυχία που φαίνεται ότι είναι η μοίρα του, ο ποιητής, ο άνθρωπος της φαντασίας, νιώθει εκμηδενισμένος. Αυτός που προέρχεται από το τότε, το “γοτθικό”, φεουδαλικό παρελθόν στο οποίο είναι αγκιστρωμένη η γαλλική επαρχία, γνωρίζει την πόλη ενός τώρα που τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς οι οποίοι οδηγούν σ’ ένα ασύλληπτο αύριο που μεταβάλλεται ήδη σε παρόν. Μπροστά του προβάλλει αυτός ο ανταγωνισμός με τα μύρια πρόσωπα και πράγματα, η μεγαλούπολη, που είναι ταυτοχρόνως θέμα και προϋπόθεση του μπαλζακικού έργου, όπως ακριβώς και το Λονδίνο, με την αντίστοιχη καπιταλιστική του ανάπτυξη και πληθυσμιακή του έκρηξη, είναι η προϋπόθεση και το θέμα του Όλιβερ Τουίστ και των Μεγάλων Προσδοκιών του Ντίκενς.4 Μπορούμε να πάρουμε την έκφραση ανταγωνιστής κατά γράμμα. Αυτό που θα δοκιμάσει, θα ανυψώσει, θα συνθλίψει τον Λυσιέν, το βασικό ήρωα του βιβλίου, δεν είναι τόσο και μόνο οι διάφοροι Παριζιάνοι. Είναι το Παρίσι ως πρόσωπο, η πόλις ως όν...» (ό.π.: 37-38).
Γράφοντας εγκωμιαστικά για το έργο σημειώνει στο τέλος: «Αν κανείς θέλει να κατανοήσει τον βαθύ θαυμασμό του Μαρξ για τον Μπαλζάκ δεν έχει παρά να διαβάσει αυτό το έργο» (ό.π.: 134, Επίμετρο στην Εισαγωγή).5 Τα παρακάτω αποτελούν μια επιλογή, όπως φαίνεται στους τίτλους των τεσσάρων κεφαλαίων. Τα Χαμένα Όνειρα βρίθουν από αναφορές στο θέμα μας και τις προεκτάσεις τους. Καταβλήθηκε μια προσπάθεια να μεταδοθεί η απόλαυση με το πνευματώδες γραπτό του Μπαλζάκ, με τις ευστοχίες και τη ρεαλιστική εκτίμηση των συνθηκών. Τα εκτενή αποσπάσματα αυτόν τον σκοπό εξυπηρετούν. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα βρει κι άλλα αξιόλογα σημεία και αποσπάσματα, όσο ξαναδιαβάζει το έργο στο πρωτότυπο. Επισημαίνουμε το απόσπασμα για τις τράπεζες ή όσα συμβαίνουν «μέσω τραπέζης» μεταξύ Παρισίων και της επαρχιακής πόλης Ανγκουλέμ (Μπαλζάκ 2000: 300, 302, 308, τ. Β΄, κεφ.: «Δωρεάν παραδόσεις περί διαμαρτυρικών εις όσους δεν έχουν να εξοφλήσουν γραμμάτια», το οποίο παραπέμπει στο πλασματικό κεφάλαιο του 3ου τόμου του Κεφαλαίου, όπως έχει επισημανθεί), καθώς και τα αποσπάσματα για τους δικολάβους της επαρχίας και του Παρισιού (στο ίδιο: 294-296, τ. Β΄). Στις παράλληλες αναγνώσεις παραπέμπουν πολλοί, όπως έχουμε ήδη αναφέρει (βλ. ακόμη για την τέχνη: Μανδηλαρά και Ποταμιάς 2018: 312-326). Λίγο παραπάνω στο τελευταίο απόσπασμα του Ανδρεάδη προτρέπεται η ανάγνωση του έργου προς κατανόηση του θαυμασμού του Μαρξ για τον Μπαλζάκ. Από την άλλη μεριά ενδιαφέρον θα είχε η υπόθεση ότι ο Μπαλζάκ διάβαζε τον Μαρξ, ο οποίος αρθρογραφούσε όταν αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι το 1843, μ.ά.6 Στο παρόν άρθρο εισάγονται τα ίδια τα έργα των Μαρξ και Ένγκελς ως παράλληλες αναγνώσεις, δηλαδή η θεωρητική και αφαιρετική τεκμηρίωση στα όσα γράφει ο Μπαλζάκ (για τα υλικά προβλήματα και τα πάθη των ηρώων του). Οδηγός μας παραμένει πάντως η Εισαγωγή στο έργο από τον Γ. Ανδρεάδη (όπ.π.), όπως και η ανάλυση του Λούκατς (1957).7
1. Η ιδιωτεία της υπαίθρου και οι μορφές της στην επαρχία (σε σχέση με το Παρίσι)
Η ιδιωτεία (με την ερμηνεία της αρχαίας λέξης) αναφέρεται για την ύπαιθρο από τον Μαρξ8 και στις διάφορες μορφές της αναφέρεται από τον Μπαλζάκ για την επαρχία, όπως φαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα:
«Ο περιοδεύων εμπορικός αντιπρόσωπος δεν είναι σε σχέση με τις ιδέες ό, τι οι ταχυδρομικές μας άμαξες σε σχέση με τις αποσκευές και τους επιβάτες; Τους μεταφέρει, τους θέτει σε κίνηση, τους κάνει να χτυπούν ο ένας πάνω στον άλλον. Παίρνει από το φωτεινό κέντρο τις ακτίνες του και τις διασπείρει σε υπνώττουσες περιοχές. Αυτός ο πυρφόρος είναι ανίδεος σοφός, φενακισμένος απατεώνας, άπιστος ιερέας, που γι’ αυτό ακριβώς διδάσκει καλύτερα τα μυστήρια και τα δόγματά του. Παράδοξη φιγούρα! Αυτός ο άνθρωπος είδε τα πάντα, ξέρει τα πάντα, γνωρίζει τους πάντες. Κουρασμένος από τη διαφθορά του Παρισιού, μπορεί να παριστάνει τον αθώο στην επαρχία» (Μπαλζάκ 2017: 90-91, Οι Παρισινοί στην επαρχία. Πρώτη ιστορία: «Ο εκλαμπρότατος Γκωντισάρ» [1833], το οποίο δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Οι τονισμοί είναι δικοί μας, το ίδιο ισχύει και για τα παρακάτω).
«Όταν ο μικρέμπορος που έρχεται από την επαρχία στο Παρίσι επιστρέφει από το Παρίσι στην επαρχία, παίρνει μαζί του κάποιες ιδέες∙ τις χάνει όμως μέσα στις συνήθειες της επαρχιακής ζωής, όπου βυθίζεται και όπου καταβαραθρώνονται οι επιφυλάξεις του για καινοτομίες» (Μπαλζάκ 2017: 80, Οι άγαμοι. Πρώτη ιστορία: «Πιερέτα», το οποίο δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά).
Στο θέμα του εμπορίου, αναφέρθηκε ο Μαρξ ως επέκταση του καταμερισμού της εργασίας («δυνατότητα εμπορικής επικοινωνίας που ξεπερνούσε τα άμεσα περίχωρα») και συντόμευσης του χρόνου κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
«Τίποτα δεν εξαγριώνει περισσότερο τον επαρχιώτη από τη σκέψη ότι θα γίνει παίγνιο στα χέρια του Παριζιάνου» (Μπαλζάκ 2017: 95).
«Ένοιωσε για τον συμβολαιογράφο [...] ένα από αυτά τα βουβά και ριζωμένα μίση, όπως συμβαίνει συχνά στην επαρχία» (όπ.π.: 101).
«[...] να εκφράζει τη φεουδαλική αφοσίωση του υπηρέτη στον αφέντη. Αυτό το συναίσθημα, που υπήρχε πλέον μόνο στα βάθη της επαρχίας και σε μερικούς παλαιούς υπηρέτες της βασιλείας, τιμούσε εξίσου τους Ευγενείς που ενέπνευσαν παρόμοιες αφοσιώσεις και τους Αστούς που τις ένιωθαν» (όπ.π.: 103).
«Το Παρίσι, εξάλλου, είναι πρωτεύουσα των διανοουμένων, εκεί βρίσκεται το θέατρο των επιτυχιών σας! Δρασκελίστε γοργά την απόσταση που σας χωρίζει. Μην αφήνετε τις ιδέες σας να ταγκιάζουν9 στην επαρχία, συνδεθείτε το ταχύτερο δυνατό με τους μεγάλους άνδρες εκπροσώπους του δέκατου ενάτου αιώνος. Πλησιάστε την αυλή και την εξουσία. Ούτε οι διακρίσεις ούτε τ’ αξιώματα θα ’ρθουν να βρουν ένα ταλέντο που φθίνει σε μια μικρή πολιτεία. Κατονομάστε μου εξάλλου τα ωραία έργα που πραγματοποιήθηκαν στην επαρχία!» (Μπαλζάκ 2000: 332, τ. Α΄, κεφ. «Ερωτικός διωγμός εν επαρχία» – η μαντάμ ντε Μπαρζετόν προς τον Λυσιέν).
«Όταν σας ξέρουν υψηλά ιστάμενο, τα έργα σας αποκτούν μια αξία απέραντη. Για τους καλλιτέχνες, το μεγάλο προς λύση πρόβλημα είναι το να έλθουν στο φως. Εκεί θα βρεθούν τότε για σας χίλιες ευκαιρίες σχηματισμού μιας περιουσίας. Αργομισθίες ή μια σύνταξη απ’ το προσωπικό ταμείο του βασιλέως. Οι Βουρβόνοι επιθυμούν τόσο να ενθαρρύνουν τα γράμματα και τις τέχνες!» (όπ.π.: 332-3).
«Όσα πρόσωπα στην επαρχία απολαμβάνουν εκτιμήσεως και σε κάθε βήμα συναντούν αποδείξεις της κάποιας τους αξίας, είναι αδύνατον να συνηθίσουν σ’ αυτή την αιφνίδια κι ολοκληρωτική της εξαφάνιση. Το να είσαι κάποιος στον τόπο σου και τίποτε στο Παρίσι είναι δυο καταστάσεις που απαιτούν ένα μεταβατικό στάδιο. Όσοι περνούν απ’ τη μια όχθη στην άλλη αιφνιδιαστικά, πέφτουν σ’ ένα είδος εκμηδένισης.» (όπ.π. τ. Α΄: 354 – Μέρος δεύτερο: Μέγας ανήρ εξ επαρχίας στο Παρίσι, κεφ. «Αρχάριοι στο Παρίσι»).
Υποθέτουμε ότι οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν διαβάσει με μεγάλο ενδιαφέρον την παραπάνω σε βάθος προσέγγιση των ανθρώπινων σχέσεων στην επαρχία και στο Παρίσι, διότι αυτό που εξέφρασαν οι ίδιοι αφαιρετικά (στη Γερμανική Ιδεολογία) το είχε δώσει ο Μπαλζάκ ως προσέγγιση στην καθημερινότητα, με πνευματώδη διάθεση και διεισδυτικά. Άλλωστε, όπως επισημαίνει ο Eric Hobsbawm στην Εισαγωγή του στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Μαρξ «συμμεριζόταν τότε τη συνήθη περιφρόνηση – καθώς και την άγνοια – που οι κάτοικοι των πόλεων έτρεφαν για το περιβάλλον του χωριού» (παρατίθεται στο: Πασχαλίδης 2015-α: 555).
2. Το πνεύμα στο Παρίσι και ο ανταγωνισμός επαρχίας - Παρισιού
«...το Παρίσι και η αίγλη του, όπου τα πάντα μειδιούν στο πνεύμα, το Παρίσι που σ' όλες τις επαρχιακές φαντασίες λάμπει σαν Ελντοράντο ...» (Μπαλζάκ 2000: 333, τ. Α΄).
Ο ήρωας του Μπαλζάκ Λυσιέν γράφει από το Παρίσι στην αδελφή του στην επαρχία:
«Μονάχα εδώ στο Παρίσι υπάρχουν συνεχώς διάπλατες βιβλιοθήκες που προσφέρουν στο πνεύμα μάθηση και τροφή. Τέλος, στο Παρίσι κυκλοφορεί παντού στον αέρα και στο μικρότερο δρομάκι ένα πνεύμα που ζει και σφραγίζει τα φιλολογικά έργα. Εδώ συζητώντας σε καφενεία και θέατρα μαθαίνεις μέσα σε μισή ώρα περισσότερα απ’ όσα επί δέκα χρόνια στην επαρχία» (Μπαλζάκ 2000, τ. Α΄: 395-6).
Στο Παρίσι κυριαρχεί το πνεύμα. Η αντίθεση πόλης-υπαίθρου στηρίζεται στον καταμερισμό της χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας και συνεχίζεται με την ιστορία του πολιτισμού, έγραψαν οι Μαρξ και Ένγκελς στη Γερμανική Ιδεολογία. Ο ανταγωνισμός της πόλης και της υπαίθρου, αναφέρεται από τον Ένγκελς ως σύγκρουση, μεταξύ άλλων, ανάμεσα σε αντίπαλα συμφέροντα (βλ. παρακάτω για τους τυπογράφους και χαρτοποιούς). Ιδού ο ανταγωνισμός επαρχίας και Παρισιού κατά Μπαλζάκ, ο οποίος περιλαμβάνει και προσωπικούς ανταγωνισμούς (βλ. και την αναφορά του Ανδρεάδη, στα εισαγωγικά του παρόντος για το Παρίσι):
«Στο Παρίσι υπάρχουν πολλών ειδών γυναίκες∙ υπάρχει η δούκισσα και η σύζυγος του χρηματιστή, η σύζυγος του υπουργού που είναι υπουργός και εκείνου που δεν είναι πια∙ υπάρχει η καθωσπρέπει γυναίκα της δεξιάς όχθης και εκείνη της αριστερής όχθης του Σηκουάνα∙ αλλά στην επαρχία υπάρχει μόνο μια γυναίκα, και αυτή η φτωχή γυναίκα είναι η επαρχιώτισσα. Αυτή η παρατήρηση υποδεικνύει μια από τις μεγάλες πληγές της σημερινής κοινωνίας μας. Ας το καταλάβουμε! Η Γαλλία του 19ου αιώνα χωρίζεται σε δυο μεγάλες ζώνες: το Παρίσι και την επαρχία∙ η επαρχία φθονεί το Παρίσι, το Παρίσι σκέφτεται την επαρχία μόνο για να της πάρει το χρήμα» (Μπαλζάκ 2017: 92-93, Οι Παρισινοί στην επαρχία. Δεύτερη ιστορία: «Η μούσα της επαρχίας»).
Για το τελευταίο ισχύει η θεώρηση του Μαρξ ότι η πόλη είναι το επίκεντρο της προέλευσης του καπιταλισμού και του χρηματιστικού κεφαλαίου. Εντέλει η κεφαλαιοκρατική αγορά του Παρισιού μετατρέπει και την πνευματική εργασία σε εμπόρευμα (Λούκατς 1957: 73, βλ. την παρέκβαση παρακάτω).
3. Το επαρχιακό τυπογραφείο
Τα Χαμένα Όνειρα αρχίζουν με το κεφ. «Ένα επαρχιακό τυπογραφείο» και το ακόλουθο απόσπασμα:
«Την εποχή που αρχίζει αυτή η ιστορία, πιεστήρια Στάνχοπ10 και κυλινδρικά ταμπόν δεν είχαν φτάσει ως τα μικρά επαρχιακά τυπογραφεία. Παρά τους επαγγελματικούς δεσμούς της με μια τυπογραφία σαν την παρισινή, η Ανγκουλέμ συνέχιζε μ’ εκείνα τα παμπάλαια ξύλινα μηχανήματα, που η γλώσσα τους χρωστά την ανεφάρμοστη πια παρομοίωση: “βογκά η πρέσα”» (Μπαλζάκ 2000, τ. Α΄: 153).
Στη συνέχεια του παραπάνω αποσπάσματος ο πατέρας-αφέντης και ιδιοκτήτης του τυπογραφείου εκμηδενίζει το γιο του με τη φιλαργυρία του και διαφωνεί με την εγκατάσταση των αγγλικών μηχανών (Στάνχοπ), διατηρώντας τη λειτουργία του εργαστηρίου του με βάση τα παλιά μηχανήματα, με «προληπτική στοργή» και χωρίς να γνωρίζει τις συνέπειες, αν και ίσως να τις υποψιάζονταν. Στο 13ο κεφάλαιο του 1ου τόμου του Κεφαλαίου, ο Μαρξ ανέπτυξε πώς
«τα μηχανήματα [...] αναιρούν τη συνεργασία, η οποία στηρίζεται στη χειροτεχνία, και πως αναιρούν τη βιοτεχνία11 που βασίζεται στον καταμερισμό της χειροτεχνικής εργασίας» (Μαρξ 2016: 422).
Αλλά και ο Ένγκελς στο Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία αναφέρεται εκτενώς στις εγκαταστάσεις των νέων μηχανών και στις δυσμενείς επιπτώσεις στους εργάτες, καθώς και για τις εξεγέρσεις των εργατών ενάντια στις μηχανές (Ένγκελς 1974). Υπ’ αυτήν την έννοια δικαίως ο ήρωας του Μπαλζάκ αντιτίθεται στα νέα μηχανήματα. Από τις χειροτεχνίες μέχρι τις βιοτεχνίες η αντίθεση πόλης-υπαίθρου εκδηλώνεται και στη σύγκρουση για την εισαγωγή των μηχανών, όπως συμβαίνει με τη χειροτεχνία της υπαίθρου, όπου λείπει ο χωρισμός κεφαλαίου και γαιοκτησίας (o αφέντης πατέρας, ο ήρωας του βιβλίου, είναι ένας «γερο-αμπελουργός»). Οι εργάτες απλά αναφέρονται (στοιχειοθέτες, τυπογράφοι, διορθωτής) καθώς και μια γυναίκα για όλες τις δουλειές (Μπαλζάκ 2000), ενώ για τους Μαρξ και Ένγκελς αποτελούν το κύριο θέμα τους. Ο Μαρξ, από τα Grundrisse μέχρι το Κεφάλαιο, αναφέρεται στην αντίθεση πόλης και υπαίθρου (με την κυριαρχία της πόλης, που χαρακτηρίζει τη μετάβαση στον καπιταλισμό, βλ. και παρακάτω), με βάση τον καταμερισμό της εργασίας και τη συνεργασία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ανταγωνισμού συμφερόντων αποτελούν τα τυπογραφεία (τυπογράφοι, βλ. Ένγκελς 1974) και οι χαρτοποιίες της επαρχίας, καθώς και τα νέα μηχανήματα στο Παρίσι που τύπωναν μαζικά και πιο φτηνά (Μπαλζάκ). Όπως γράφει ο Λούκατς (1957: 70):
«Σ’ όλα σχεδόν τα μυθιστορήματά του ο Μπαλζάκ απεικονίζει αυτή την καπιταλιστική ανάπτυξη, τη μετάβαση από τις πατροπαράδοτες χειροτεχνίες στη μοντέρνα καπιταλιστική παραγωγή. Δείχνει πώς το ραγδαία συσσωρευμένο χρηματιστικό κεφάλαιο εκμεταλλεύεται με τοκογλυφική μανία την πόλη και την ύπαιθρο και πώς τα παλιά κοινωνικά σχήματα και οι ιδεολογίες ήταν αναγκασμένα να υποχωρήσουν μπροστά σ’ αυτή τη θυελλώδη έφοδο που θριάμβευε» (η έμφαση προστέθηκε).
4. Η βιομηχανική πόλη, η χωροθέτηση της χαρτοποιίας στην επαρχία
«Έτσι το προάστιο του Ουμώ έγινε μια πλούσια βιομηχανική πόλη, 12 μια δεύτερη Ανγκουλέμ, που τη φθονούσε η πάνω πόλη στην οποία παρέμειναν η Διοίκηση, η Επισκοπή, τα Δικαστήρια, η Αυτοκρατορία. Έτσι, παρά τη δραστηριότητα και την αύξουσα δύναμή του, το προάστιο Ουμώ ήταν ένα παράρτημα της Ανγκουλέμ. Ψηλά οι ευγενείς και η Εξουσία, χαμηλά το εμπόριο και το χρήμα. Δύο κοινωνικές ζώνες σε διαρκή εχθρότητα σε όλους τους τομείς» (Μπαλζάκ 2017: 104-5, από τις Χαμένες Ψευδαισθήσεις, έτσι μετάφρασε ο Κ. Παπαγιώργης, όπως κ.ά., 13 τα Χαμένα Όνειρα [Μπαλζάκ 2000, μετ. του Κ. Σφήκα] η έμφαση προστέθηκε).
Πριν απ’ το παραπάνω απόσπασμα και μετά υπάρχουν μια σειρά από αναφορές του Μπαλζάκ (2000 τ. Α΄: 190-191) στο θέμα μας που προκαλούν έκπληξη, ως προς το αντικείμενό τους: Οι χαρτοποιίες και άλλες υδροκίνητες επιχειρήσεις εκμεταλλεύτηκαν τις υδατοπτώσεις του ποταμού (όπως και η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος) και συγκεντρώνονταν γύρω από τον ποταμό (μαζί με ποτοποιίες, αποθήκες για «τις μεταφερόμενες μέσω ποταμού πρώτες ύλες», το διαμετακομιστικό εμπόριο με όλα τα κτίσματά του). Όλες οι βιομηχανίες προσανατολίζονταν στον δρόμο και τον ποταμό, δηλαδή στις οδούς μεταφοράς και συγκεντρώνονταν στο Ουμώ. Εδώ συνεχίζεται το παραπάνω απόσπασμα: «Έτσι το προάστιο Ουμώ έγινε μια πλούσια βιομηχανική πόλη...», φράση που παραπέμπει στο κείμενο του Ένγκελς για την Κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία. Εκεί ο Ένγκελς γράφει για τη δημιουργία στην ύπαιθρο της νέας βιομηχανικής πόλης, όπου η πτώση του μεροκάματου, η υδροκίνηση, οι μεταφορές αποτελούν πλεονεκτήματα γι’ αυτήν τη νέα χωροθετική διαδικασία στην αρχή του καπιταλισμού. O Hobsbawm έγραψε στο εισαγωγικό του σημείωμα για την αναφορά του Ένγκελς στην «εποχή της ιστορίας του καπιταλισμού και της νεώτερης βιομηχανικής κοινωνίας», καθώς και για τη «λογοτεχνική ποιότητα του έργου». Βέβαια ο Ένγκελς έγραψε για τις τρισάθλιες συνθήκες στέγασης και εργασίας των εργατών της Αγγλίας, ενώ ο Μπαλζάκ δεν γράφει τίποτα γι’ αυτές, παρά μόνο κάποιες σύντομες σχετικές αναφορές για τους ήρωές του και το εργαστήριο του τυπογραφείου. Χαρακτηριστικό είναι και το εξής απόσπασμα του Μπαλζάκ:
«Οι σιδηρόδρομοι, στο προσεχές μέλλον, θα προκαλέσουν την εξαφάνιση ορισμένων βιομηχανιών, θα μεταβάλουν κάποιες άλλες, και κυρίως όσες αφορούν τα μέσα μεταφοράς τα οποία χρησιμοποιούνται στα περίχωρα του Παρισιού» (Μπαλζάκ 2017: 26, «Ένα ξεκίνημα στη ζωή» [1842], το οποίο δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά).
Ο σιδηρόδρομος αποτελεί για τον Μαρξ ένα θεμέλιο της ανάπτυξης του βιομηχανικού καπιταλισμού (μαζί με την πόλη ένα σύμβολο του καπιταλιστικού κόσμου, σύμφωνα με τον Hobsbawm14 ) και συντελεί στην ταχεία μεταφορά των εμπορευμάτων στην αγορά (αξιοποίηση του κεφαλαίου), γεγονός που προσανατολίζει τις χωροθετήσεις των βιομηχανιών. Για το θέμα της χρησιμοποίησης της δύναμης του νερού στα εργαστήρια, με αποτέλεσμα τη μικρότερη αξία του εμπορεύματος, ο Μαρξ έγραψε διεξοδικά στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου. Ο Μπαλζάκ δεν περιορίζεται στα παραπάνω, αλλά αναφέρει και την ταξική διάρθρωση με τους ευγενείς (φορείς πολιτικής εξουσίας) και τους αστούς (εμπόριο και χρήμα), σε διαρκή σύγκρουση. Η εργατική τάξη της νέας βιομηχανικής πόλης απουσιάζει εντελώς, σε αντίθεση φυσικά με τις αναλύσεις των Μαρξ και Ένγκελς.
5. Παρέκβαση (λόγω επικαιρότητας): Η μετατροπή της λογοτεχνίας (και της δημοσιογραφίας) σε εμπόρευμα15
«Στη Γαλλία το πνεύμα είναι ισχυρότερο από το καθετί, κι οι εφημερίδες διαθέτουν πιο πολύ πνεύμα απ’ όλους τους ευφυέστερους άνδρες μαζί: την υποκρισία Ταρτούφου!» (Μπαλζάκ 2000, τ. Β΄: 19)
Ο Λούκατς (1957: 70-71) θεωρεί τη μετατροπή της λογοτεχνίας (και της δημοσιογραφίας) σε εμπόρευμα ως το θέμα του μυθιστορήματος («με όλες τις λεπτομέρειες»): οι καπιταλιστές με τις κερδοσκοπικές επιχειρήσεις τους, είτε εκδόσεις είτε εφημερίδες («“καπιταλιστικοποίηση” στον περιοδικό τύπο, στο θέατρο στις εκδοτικές επιχειρήσεις κτλ.») δεν εκμεταλλεύονται μόνο τους συγγραφείς και τους δημοσιογράφους αλλά και τους «εκπορνεύουν»16 γιατί τους κάνουν να θέλουν να γίνουν κι αυτοί εκμεταλλευτές των συναδέλφων τους (Λούκατς 1957: 71-72). Τα παραπάνω καταγράφονται από τον Λούκατς (όπ.π.) μαζί με τους απολαυστικούς διαλόγους του Μπαλζάκ. Υπενθυμίζουμε ότι ο ήρωας του μυθιστορήματος, ο Λυσιέν, από συγγραφέας και ποιητής έγινε δημοσιογράφος με όλη τη ματαιοδοξία του αφενός, και τη διαφθορά (και εκμετάλλευση) της οποίας υπήρξε θύμα στο Παρίσι αφετέρου (αλλάζοντας πολιτικά στρατόπεδα σ’ ένα αμείλικτο πόλεμο συγγραφέων και δημοσιογράφων).17 Κι έτσι τα «όνειρα» χάθηκαν. Τα εμπορεύματα (μαζί με τα «όνειρα») μπορούν ν’ αγοραστούν και να πουληθούν από εκδότες-εμπόρους στη μεγάλη αγορά του Παρισιού (του καπιταλισμού, με τη διάδοση των εφημερίδων και των διαφημίσεων ...). Ο Μπαλζάκ περιγράφει το θέμα εκτενώς με τα χρηματικά ποσά των συναλλαγών, καθώς και των κερδών με όλο τον κυνισμό των εμπλεκόμενων, κλπ.:
«Σήμερα, τα φιλολογικά και εκδοτικά ήθη άλλαξαν τόσο πολύ, ώστε πολλοί να θεωρούν μύθους τ’ άπειρα εκείνα μέσα, τα λαδώματα, τις μηχανορραφίες, τη χαμέρπεια που ενέπνεαν σ’ εκδότες, συγγραφείς, σ' όλους αυτούς τους μάρτυρες της δόξας, σ’ όλους αυτούς τους ισοβίτες της επιτυχίας, οι διαφημίσεις.» (Μπαλζάκ 2000, τ. Β΄: 86, κεφ.: «Ο εκδότης εις τον οίκον του συγγραφέως»).
Κατακλείδα. Οι ψευδαισθήσεις και αντιφάσεις του Λυσιέν, του ήρωα του μυθιστορήματος:
«Ω Παρίσι!... Εύα μου, το Παρίσι είναι η δόξα και η ατίμωση της Γαλλίας μαζί!» (Μπαλζάκ 2000, τ. Β΄: 340, κεφ.: «Απόγειο διώξεων»).
6. Συμπεράσματα
Ο Μπαλζάκ αναφέρεται στους ανθρώπους της επαρχίας και του Παρισιού. Παίρνει όμως θέση υπέρ των πρώτων. Άλλωστε και στους Χωριάτες παίρνει το μέρος τους, αν και η συμπάθειά του είναι προς τους αριστοκράτες, ενώ η αντιπάθειά του προς τους αστούς. Στο έργο Χαμένα όνειρα, όπως στους Χωριάτες, αγνοείται η εργατική τάξη, γεγονός που αποτελεί βασικό λόγο να διαβάζονται τα βιβλία του Μπαλζάκ παράλληλα με τα έργα των Μαρξ και Ένγκελς, στα οποία αναφέρονται επίσης οι αριστοκράτες, οι αστοί και οι «χωριάτες» με ιστορικό βάθος. Το Παρίσι για τον Μπαλζάκ είναι η πρωτεύουσα όπου κυρίως ζουν οι ήρωές του (και ο ίδιος, με όλες τις αντιφάσεις τους, «που απωθεί και που σαγηνεύει», όπως το διατύπωσε ο Γ. Ανδρεάδης στην Εισαγωγή του), είναι ο κόσμος όλος των μυθιστορημάτων του (και του ίδιου). Η πόλη για τους Μαρξ και Ένγκελς είναι το κέντρο του καπιταλισμού. Η πραγματικότητα (του Παρισιού και της επαρχίας) έχει εκφράσεις-σκοπιές όπως: τη θεωρητική (αφαιρετική, υλική, αντικειμενική) και εκείνη ων προσωπικών λεπτομερειών (υποκειμενική). Ο Μαρξ, όταν αναφέρεται στη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, επισημαίνει την αντίθεση πόλης και υπαίθρου, με βάση τον καταμερισμό της εργασίας και τη συνεργασία.
1. Η επαρχία για τον Μπαλζάκ είναι κέντρο μορφών της ιδιωτείας και της καθυστέρησης, όπως και για τους Μαρξ και Ένγκελς η ύπαιθρος. 2. Στο Παρίσι κυριαρχεί το πνεύμα, έγραφε ο Μπαλζάκ. Η αντίθεση πόλης-υπαίθρου στηρίζεται στον καταμερισμό της χειρωνακτικής-υλικής και πνευματικής εργασίας και συνεχίζεται με την ιστορία του πολιτισμού, έγραψαν οι Μαρξ και Ένγκελς 3. Το επαρχιακό τυπογραφείο του Μπαλζάκ αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του χειροτεχνικού εργαστηρίου, πριν την εγκατάσταση των μηχανών και η συζήτηση για την εγκατάσταση των νέων μηχανών, που αναιρούν τη συνεργασία και τον καταμερισμό της χειροτεχνικής εργασίας, σχετίζεται με τη διεξοδική συζήτηση από τους Μαρξ και Ένγκελς. Ο ανταγωνισμός αναφέρεται από τον Μπαλζάκ συχνά για τα πρόσωπα και τις ανθρώπινες συνθήκες και από τον Ένγκελς αναφορικά με τα αντίπαλα συμφέροντα. 4. Η αναφορά του Μπαλζάκ στη βιομηχανική πόλη ανταποκρίνεται στη διαδικασία των χωροθετήσεων (προσανατολισμένων στις υποδομές των μεταφορών και στις υδατοπτώσεις), καθώς και των συγκεντρωτικών τάσεων στις πόλεις, ζήτημα το οποίο έχουν αναλύσει διεξοδικά ο Ένγκελς και ο Μαρξ (βιομηχανικές εγκαταστάσεις, στέγαση των εργατών, κλπ.), οι οποίοι εντάσσουν τη χωροθέτηση των βιομηχανιών στην αξιοποίηση του κεφαλαίου, καθώς και στις συνθήκες εργασίας και την κατάσταση της εργατικής τάξης.
Η μετατροπή της λογοτεχνίας και της δημοσιογραφίας σε εμπόρευμα είναι το θέμα του μυθιστορήματος Χαμένα Όνειρα. Οι κερδοσκοπικές επιχειρήσεις δεν εκμεταλλεύονται μόνο τους συγγραφείς και τους δημοσιογράφους, αλλά τους εκπορνεύουν συγχρόνως (Λούκατς). Τέλος, οι προσωπικές στιγμές (όπως αναφέρθηκαν) εικονογραφούν την προσέγγιση του μεγάλου ρεαλιστή μυθιστοριογράφου και οι αντιφάσεις συμπληρώνουν την εικόνα της επαρχιακής και παρισινής σκηνής (ζωής).
Κλείνοντας αυτό το άρθρο θα επιχειρήσουμε να επισημάνουμε τις αναλογίες ανάμεσα σε ορισμένα έργα (ίσως από τα πιο σημαντικά) του Μπαλζάκ μ’ αυτά των Μαρξ και Ένγκελς και να εξετάσουμε ενδεικτικά σε ποια υπάρχουν κοινές αναφορές, ώστε να αξίζει να διαβάζονται παράλληλα και συμπληρωματικά, ώστε να δοθεί η πλήρης εικόνα, λογοτεχνική-καλλιτεχνική και ταξική-επιστημονική, δηλαδή η παρουσίαση της ολότητας της σύνθετης υλικής πραγματικότητας. Άλλωστε για την εποχή του Μπαλζάκ έγραφαν κατ’ εξοχήν ο Μαρξ και ο Ένγκελς: 1. Οι χωριάτες με τη 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (βλ. Πασχαλίδης 2015-β). 2. Το πουγκί και Γκομπτσέκ με τον 1ο τόμο του Κεφαλαίου (βλ. Πασχαλίδης 2019). 3. Ο Μπάρμπα Γκοριό με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (βλ. Πασχαλίδης 2019). 4. Ο οίκος Νυσενζέν με τον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου (τράπεζες, χρήμα), καθώς και το Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία (βλ. το παρόν άρθρο). 5. Τα Χαμένα όνειρα με τον 1ο (βιομηχανικές εγκαταστάσεις κλπ.), καθώς και τον 3ο τόμο του Κεφαλαίου (τράπεζες, χρήμα), το Η Γερμανική Ιδεολογία, καθώς και το Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία του Ένγκελς (όπως εξηγήθηκε στο παρόν άρθρο).
Βιβλιογραφία
Balzac, H. De (1993), Χαμένες ψευδαισθήσεις, Αθήνα: Εξάντας.
Ένγκελς, Φ. (1974), Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία (Εισαγωγικό σημείωμα E.J. Hobsbawm), Αθήνα: Μπάυρον.
Liedman S.-E. (2018), A World to Win. The Life and Works of Karl Marx, London and New York: Verso.
Λούκατς, Γκ. (1957), «Μπαλζάκ: Τα Χαμένα Όνειρα» (κεφ. Δεύτερο), στο: Μελέτες για τον Ευρωπαϊκό Ρεαλισμό Μετάφραση από τ’ αγγλικά: Τίτου Πατρίκιου, Εκδοτικόν Ινστιτούτον Αθηνών, Αθήνα: 68-89 (επίσης στο: https://pernoamparizabooks.files.wordpress.com/2015/09/ceb3cebaceadcebfcf81ceb3ceba-cebbcebfcf8dcebaceb1cf84cf82-cebcceb5cebbceadcf84ceb5cf82-ceb3ceb9ceb1-cf84cebfcebd-ceb5cf85cf81cf89cf80.pdf, ανάκτηση 25.6.2019).
Μανδηλαρά, Η. και Σ. Ποταμιάς (2018), «Σας αρέσει ο Μπλαζάκ; Ο Μαρξ και ο Ένγκελς για το ρεαλισμό», Μαρξιστική Σκέψη, τ. 26: 312-326.
Μαρξ, Κ. (1978), Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
Μαρξ, Κ., (1983), Προκαπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί (Εισαγωγή E. Hobsbawm), Αθήνα: Κάλβος.
Μαρξ, Κ. (2016), Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος, Αθήνα: ΚΨΜ.
Μπαλζάκ, Ο. Ντε (2000), [1835-1843], Χαμένα Όνειρα, μετάφραση Κ. Σφήκας, πρόλογος Γ. Ανδρεάδης, τόμοι Α΄ και Β΄, Στάχυ (κλασική λογοτεχνία 3).
Μπαλζάκ, Ο. ντε (2017), Η Ανθρώπινη Κωμωδία, ανθολόγηση-μετάφραση: Κ. Παπαγιώργης, Καστανιώτης (κλασική βιβλιοθήκη).
Πασχαλίδης, Α. (2015-α), «Η αντίθεση και ο ανταγωνισμός Πόλης-Υπαίθρου (από τα έργα των Μαρξ και Ένγκελς)», στο: Χαρτογραφίες Νου, Ψυχής και Γνώσης. Αφιέρωμα στον Ομότιμο Καθηγητή Μύρωνα Μυρίδη, ΑΠΘ-Τμήμα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών, Θεσσαλονίκη: 551-562, στο: https://www.topo.auth.gr/main/images/pdf/TOMOS_MYRIDIS/40_Paschalidis.pdf (ανάκτηση 25.6.2019)
Πασχαλίδης, Α. (2015-β), «Η ταξική σύγκρουση των “χωριατών”(του πρώτου μισού του 19ου αιώνα στη Γαλλία, σύμφωνα με τους Μπαλζάκ, Λούκατς και Μαρξ)», Θέσεις τ. 133: 103-120.
Πασχαλίδης, Α. (2019), «Ο θησαυρισμός και η φιλαργυρία του Γκομπσέκ. (Από την ομώνυμη νουβέλα του Μπαλζάκ)», Θέσεις 147: 105-126.
1 Περίπου ενενήντα βιβλία περιληπτικά, από τα οποία τα δέκα περίπου δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά (σύμφωνα με έρευνα στο: biblionet.gr/, μετά την αφαίρεση των τίτλων πολλαπλών εκδόσεων). Η μετάφραση «ακολουθεί τη δεκάτομη έκδοση της Πλειάδας (Bibliotheque de la Pleiade), Παρίσι 1951» (ό.π.: 12).
2 Στη «σκηνή της αγροτικής ζωής» εντάσσονται Οι Χωριάτες, όπου η συσχέτιση με τα ιστορικά γραπτά του Μαρξ φάνηκε άμεση (βλ. Πασχαλίδης 2015-β). Από το Πασχαλίδης 2015-α αντλείται εδώ η προσέγγιση στη σχέση πόλης-υπαίθρου των Μαρξ και Ένγκελς, καθώς και οι αναφορές σ’ αυτούς.
4 Υποσημειώνει ο ίδιος ανάλογες παρατηρήσεις για τον ρόλο της βιομηχανικής-καπιταλιστικής έκρηξης, του «υποκόσμου» μ.ά. και το αστυνομικό μυθιστόρημα, «σε διάλογο με την ανάδυση των καπιταλιστικών πόλεων» (ό.π.: 142 [υποσ. 3], 145 [υποσ.14]). Βλ. επίσης το μυθιστόρημα (συνέχεια των Χαμένων Ονείρων) Λαμπρότητες και αθλιότητες εταιρών, σε μετάφραση Κ. Σφήκα και επίμετρο Γ. Ανδρεάδη («Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας»), εκδόσεις Πολύτροπον 2004.
5 Και η παράλληλη ανάγνωση: «όποιος δεν διάβασε το Κεφάλαιο έχασε την ουσία της Ανθρώπινης Κωμωδίας», Σ. Μιχαήλ «Το πάθος του απόλυτου», Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008 (https://www.tovima.gr/2008/11/24/books-ideas/to-pathos-toy-apolytoy/ ανάκτηση 25.6.2019) Ακόμη, σύμφωνα με τον Paul Lafargue ο Μαρξ σύγκρινε τον εαυτό του με τον ήρωα Frenhofer του Άγνωστου Αριστουργήματος του Μπαλζάκ (στο ίδιο, επίσης Liedman 2018: 464).
6 Η υπόθεση αυτή αγνοεί τη γαλλική (ή άλλη) βιβλιογραφία.
7 Εντύπωση προκαλεί ότι ο Τ. Πατρίκιος μεταφράζει το 2ο κεφάλαιο του έργου του Λούκατς ως «Χαμένα όνειρα» κι όχι «Χαμένες ψευδαισθήσεις», όπως αποδίδεται συνήθως στις διεθνείς εκδόσεις του έργου: “VerloreneIllusionen”-“Lostillusions” (και μάλιστα το 1957, σαράντα τρία χρόνια πριν το 2000).
8 Ο Eric Hobsbawm έχει αναφερθεί στο θέμα αυτό διεξοδικά στην Εισαγωγή του στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, βλ. σχετικά: Πασχαλίδης 2015-α: 555. Εδώ επισημαίνεται, ως προς τον Μπαλζάκ, η διπλή ευρεία ερμηνεία της αποχής από τη δημόσια ζωή, καθώς και η έλλειψη μόρφωσης, όπως επίσης ευρύτερα το φεουδαλικό παρελθόν, που αναφέρθηκε παραπάνω από τον Γ. Ανδρεάδη και ως «φεουδαλική αφοσίωση του υπηρέτη στον αφέντη», όπως γράφει ο Μπαλζάκ παρακάτω.
9 Όπως το λάδι όταν μένει στον σκουριασμένο τενεκέ.
10 «Stanhop Charles (1773-1816). Άγγλος σοφός κόμης, με επιδόσεις στη μηχανική και τη ναυπηγική. Εφευρέτης του ομώνυμου τυπογραφείου» (όπ.π.).
11 Ο Π. Μαυρομάτης δεν μεταφράζει το γερμανικό Manufaktur (το μεταφέρει ως «μανουφακτούρα» στην έκδοση του Κεφαλαίου της Σ.Ε. – Μαρξ 1978). Θα μπορούσε ν’ αποδοθεί ως χειροτεχνία του εργαστηρίου (τη λέξη αυτή χρησιμοποιεί και ο μεταφραστής του Μπαλζάκ για το παρόν τυπογραφείο), πριν την εγκατάσταση των μηχανών (βλ. επίσης στο: Πασχαλίδης 2015-α, υποσ. 3).
12 Ο Κ. Σφήκας μεταφράζει το πόλη ως Πολιτεία (βλ. παραπάνω, για την Εισαγωγή του Ανδρεάδη). Στο παραπάνω απόσπασμα, αλλά και σε άλλα σημεία, οι δύο μεταφράσεις (Balzac 1993, Μπαλζάκ 2000) διαφέρουν περισσότερο στο ύφος και τη μορφή της γλωσσικής έκφρασης. Ο Μ. Λυκούδης μεταφράζει «πόλη φίλεργη και πλούσια» (Balzac 1993: 44), επομένως από μια παράφραση θα μπορούσε να χαθεί το αντικείμενο της παρούσας συζήτησης.
13 Η μετάφραση στις εκδόσεις Εξάντας (Balzac 1993) είναι συχνά σε μεγάλη διάσταση από τη μετάφραση του Κ. Σφήκα (Μπαλζάκ 2000). Κάποιοι φαίνεται να μη συμμερίζονται αυτή την άποψη και χρησιμοποιούν την πρώτη μετάφραση (εντός της εφταετίας 1993-2000 υποθέτω και όχι μετά το 2000). Κι όμως ο Ν. Σαραντάκος το κάνει και το αιτιολογεί με τον δικό του τρόπο και τους λόγους του: «Ο εκβιαστής καλαηδούσε υπέροχα» (Posts Tagged «Χαμένες ψευδαισθήσεις»), στο:
(https://sarantakos.wordpress.com/2015/11/11/chantage/#more-14034 (ανάκτηση 25.6.2019)
14 Ο Hobsbawm επισημαίνει: «το στοιχείο εκείνο, μέσα στα σπλάχνα της φεουδαλικής κοινωνίας, από το οποίο προκύπτει ο καπιταλισμός, φαίνεται να είναι η πόλη – ακόμα πιο ειδικά οι έμποροι και οι τεχνουργοί της πόλης» (Hobsbawm σε Μαρξ 1983: 56).
Επίσης: «Οι μεγάλες πόλεις αποτελούν, κατά τον Ένγκελς, τους τόπους τους πιο χαρακτηριστικούς του καπιταλισμού» (Hobsbawm στο Ένγκελς, 1974: 15).
15 Τον τίτλο αυτόν τον δανειζόμαστε από το κείμενο του Λούκατς (1957).
16 Τη λέξη αυτή χρησιμοποιεί και ο Γ. Ανδρεάδης για να εξηγήσει τον τίτλο του βιβλίου Λαμπρότητες και Αθλιότητες Εταιρών, γράφοντας: «ο τίτλος μοιάζει να αφορά περισσότερο όχι στις πόρνες, αλλά σε όσους εκπορνεύονται για χρήμα, εξουσία ή γόητρο». Επίμετρο στο βιβλίο (βλ. υποσ. 3), τ. Β΄: 247-248.
17 Οι σύγχρονοί τους υποθέτω ότι θα ωχριούσαν μπροστά στις λεπτομέρειες που περιγράφει ο Μπαλζάκ, βλ. επίσης «η τέχνη ως μέσο γνώσης του πραγματικού» στο Μανδηλαρά και Ποταμιάς 2018: 313 επ.