Σχέδια νόμου για την Εκπαίδευση 1870-1880. ΜΕΡΟΣ Β'
Του Αποστόλη Ανδρέου

6. Τα νομοσχέδια του Γ. Μιλήση (Σκοπός Βαθμίδες και Οργάνωση -Προγράμματα και Μαθήματα -Εξετάσεις -«Παιδονομία» -Εκπαιδευτικοί -Εποπτεία και Διοίκηση της Εκπαίδευσης –Διδασκαλείο)

Οι διάχυτες τάσεις για εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης, οι κριτικές και οι διαμαρτυρίες συνεχώς πολλαπλασιάζονται. Κοντά στην «Εταιρία των φίλων του Λαού»1 (1866) και στο «Σύλλογο προς διάδοσιν των Ελληνικών γραμμάτων»2 προστίθεται ο «Ελληνικός Διδασκαλικός Σύλλογος»3 (1873), ο «Σύλλογος κυριών υπέρ της Γυναικείας Εκπαιδεύσεως»4 (1872), η «Φιλανθρωπική Εταιρεία», στον Ελλαδικό χώρο, ο «Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος»5 της Κωνσταντινούπολης, που αναλαμβάνουν ποικίλες και πολλές πρωτοβουλίες και συστηματοποιούν, ως ένα βαθμό, τις διάχυτες τάσεις και αιτήματα. Παράλληλα μ' αυτούς τους φορείς ορισμένα περιοδικά αναπτύσσουν μια συστηματική κριτική για τα εκπαιδευτικά πράγματα σε οξύ τόνο και σαφή αστικό προσανατολισμό και με αίτημα την «επιστημονική εκπαίδευση». Κυρίως αναφερόμαστε στην «Οικονομική Επιθεώρηση» που σε δημοσιεύματα της θα αναφερθούμε παρακάτω. Κάτω από αυτό το κλίμα που άρχισε να μορφοποιείται, ο υπουργός Γ. Μίλησης συγκροτεί μια επιτροπή για την εκπόνηση μιας μελέτης για την εκπαίδευση και τη σύνταξη ενός σχεδίου. Την επιτροπή αποτέλεσαν οι: Παπαηλιόπουλος (νομάρχης Αττικοβοιωτίας), Παπαδάκης (πρύτανης του Πανεπιστημίου), Πορφυρόπουλος (καθηγητής του Πανεπιστημίου), Πανταζίδης (καθηγητής του Πανεπιστημίου), Πετρίδης (γυμνασιάρχης στην Αθήνα), Κωνσταντινίδης (γυμνασιάρχης στην Αθήνα), Παπαγεωργίου (γυμνασιάρχης στην Αθήνα), Γραμματικόπουλος (γυμνασιάρχης στην Αθήνα), Αργυριάδης (καθηγητής της Ριζαρείου Ιεαριτικής σχολής), Σπαθάκης (καθηγητής της Ριζαρείου Ιερατικής σχολής), Μωραίτης (διεθυντής του προτύπου σχολείου), Καραμάνος (νομαρχιακός δάσκαλος) ως τακτικά μέλη και οι Μιστριώτης (καθηγητής του Πανεπιστημίου), Δαμαλάς (καθηγητής του Πανεπιστημίου) ως έκτακτα μέλη.

Στα μέλη αυτής της επιτροπής βρίσκουμε: τον Κων. Προφυρόπουλο6, καθηγητή της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, μέλος της διοίκησης του «Ελληνικού Διδασκαλικού Συλλόγου» το 1875 και πρόεδρο του το 1877, έναν από τους προοδευτικούς εκπαιδευτικούς της εποχής του και υποστηρικτή της νεοελληνικής γλώσσας, τον Ν. Ι. Γραμματικόπουλο, πρόεδρο του Διδασκαλικού Συλλόγου το 1879-1880, τον Αν. Κωνσταντινίδη, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ίδιου συλλόγου, τον Ι. Πανταζίδη7, που θα διδάσκει Γυμνασιακή Παιδαγωγική στο Πανεπιστήμιο το 1877 και έχει σχέση με το «Σύλλογο προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων», τον Γ. Μιστριώτη, πρόεδρο του Διδασκαλικού Συλλόγου το 1874-75 και 1875-76.

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω η συμμετοχή ατόμων με σχέσεις με τους συλλόγους και ιδιαίτερα με τον «Ελληνικό Διδασκαλικό Σύλλογο» είναι σημαντική. Μπορούμε να υποθέσουμε πως η θέση αυτού του συλλόγου είναι σημαντική και σ' ένα βαθμό καθοριστική. Παρ' όλο ότι η επιτροπή απαρτίζεται από καθηγητές πανεπιστημίου και γυμνασιάρχες, με εξαίρεση τους Δ. Μωραίτη και Γ. Καραμάνο (μέλη και αυτοί του Διδασκαλικού Συλλόγου)8 οι δάσκαλοι και οι καθηγητές (Ελληνικών Σχολείων και Γυμνασίων) φαίνεται να εκπροσωπούνται από μέλη της διοίκησης του συλλόγου τους. θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η ενέργεια του Γ. Μίληση να συγκροτήσει την επιτροπή αυτή, αποσκοπούσε και στην εξασφάλιση της συναίνεσης των εκπαιδευτικών και των συλλόγων. Υποθέτουμε πως αυτή ήταν αναγκαία και γιατί η σύνθεση της δούλης9, όπως διαμορφώθηκε στις εκλογές της 18ης 7.1875, δεν εξασφάλιζε στο κόμμα του Κουμουνδούρου (που ανήκε ο Γ. Μίλησης) την απόλυτη πλειοψηφία. Η πρωτοβουλία του Γ. Μίληση για τη συγκρότηση της επιτροπής (σχετικά αντιπροσωπευτικής) ήταν ένα σημαντικό βήμα για την εποχή αυτή, όχι όμως και καινούργιο. Στα χρόνια του αγώνα είχε συγκροτηθεί επιτροπή υπό την προεδρία του Άνθιμου Γαζή (1824) που συνέταξε σχέδιο για την «κοινή παιδεία του έθνους», κάτι ανάλογο έγινε επί διακυβέρνησης Ι. Καποδίστρια με την «επί της Προπαιδείας επιτροπή», αργότερα με τη σύσταση ειδικής επιτροπής για τα εκπαιδευτικά (1833) και το 1851 το γνωμοδοτικό συμβούλιο.

Πρόθεση του Γ. Μίληση ήταν το σχέδιο της επιτροπής να σταλεί «εις άπαντα τα εν Ελλάδι γυμνάσια και τινά των εν Τουρκία, εις τους ειδικούς συλλόγους1" και εις απαντάς εν γένει τους λογίους της τε ελευθέρας και δούλης Ελλάδος με την παράκλησιν να φέρωσιν άπαντες επ' αυτού τας παρατηρήσεις, (...), αίτινες ήθελον κριθεί εύλογοι και ούτω το νέον της δημοσίας παρ' ημίν παιδί; όσεως σύστημα, ου μόνον να καταρτισθή σχετικώς πλήρες και ορθόν, αλλά και να δύναται να θεωρηθεί έργον αληθώς Πανελλήνιον»". Η διαδικασία που φαίνεται να προκρίνεται από τον Γ. Μίληση αντιστοιχεί μ' αυτή των δυτικοευρωπαϊκών κοινοβουλευτικών αρχών και αποτελεί μια ένδειξη για τα σχετικά αιτήματα που διατυπώνονται την εποχή αυτή και τις απόπειρες υιοθέτησης αυτών των αρχών από την πολιτική εξουσία. Η διαδικασία αυτή δεν ολοκληρώθηκε γιατί με τΐ, ν κυβερνητική μεταβολή ο Γ. Μίληίτης φεύγει από το υπουργείο δημόσιας εκπαίδευσης. Περίληψη των νομοσχεδίων τον Γ. Μίληση βρίσκουμε δημοσιευμένη στον «Ανατολικό Αστέρα» της Κωνσταντινούπολης12, με πρόσκληση για διάλογο. Από τις αναφορές στα νομοσχέδια του Γ. Μίληση που εντοπίσαμε, μπορούμε να υποθέσουμε πως έγινε κάποιος διάλογος, που θα ήταν συστηματικός και εκτεταμένος αν δεν είχε επέλθει η κυβερνητική μεταβολή.

Φεύγοντας ο Γ. Μίλησης από το υπουργείο πήρε την εργασία της επιτροπής και αφού την επεξεργάστηκε την τύπωσε σε φυλλάδιο με σκοπό να προκαλέσει ευρύτερη συζήτηση και ζυμώσεις.

Στις 11.11.1877 ο θ. Δηλιγιάννης καταθέτει στη Βουλή «νομοσχέδιον περί της στοιχειώδους ή δημοτικής εκπαιδεύσεως» και «νομοσχέδιον περί συστάσεως εκπαιδευτικών ταμείων των δήμων». Με αφορμή την κατάθεση αυτών των νομοσχεδίων ο Γ. Μίλησης13 καταθέτει το δικό του νομοσχέδιο «περί δημοτικής και γυμνασιακής παιδεύσεως», «δια να χρησιμεύση οπωσδήποτε εις την ακριβήν εκτίμησιν του έργου, όπερ ο κ. υπουργός [θ. Δηλιγιάννης] της παιδείας παρουσιάζει», όπως υποστήριξε ο ίδιος στη συνεδρίαση της Βουλής την 17η 11.1874 (14).

ΣΚΟΠΟΣ. Το νομοσχέδιο του Γ. Μίληση προέβλεπε ότι «προς ηθικήν μόρφωσιν των παίδων δϊ εναρμονίου αναπτύξεως των σωματικών και ψυχικών αυτών δυνάμεων και προς μετάδοσιν αυτοίς των αναγκαιοτάτων στοιχειωδών γνώσεων συνιστάται εν πάση μεν πρωτευούση νόμου και επαρχίας εν τουλάχιστον αστικόν σχολείον, εν πάση δε κωμόπολη και κώμη εκ πλειόνων των 50 οικογενειών κατοικούμενη, εν τουλάχιστον δημοτικόν σχολείον, και εν πάση μικρότερα κώμη ή χωρίον μη δυναμένου να συντήρηση δημοτικόν σχολείον, εν γραμματοδιδασκαλείον»(1). Ο Γ. Μίλησης προχωρά σε ειδικότερους προσδιορισμούς για τους τύπους των σχολείων δημοτικής εκπαίδευσης που προτείνει: «Τα αστικά σχολεία, συγκείμενα εκ των 4 τάξεων του δημοτικού σχολείου και δύω άλλων ανωτέρων, σκοπούσι δια των τελευταίων τούτων την συμπλήρωσιν της εν τοις δημοτικοίς σχολείοις παιδεύσεως δϊ ευρύτερος και δαψιλεστέρας διδασκαλίας»(25). Τα «γραμματοδιδασκαλεία σκοπόν έχουσιν την κατά το δυνατόν αναπλήρωσιν της ελλείψεως δημοτικών σχολείων, διδάσκοντα τους αγρότας στοιχειώδη ιερά μαθήματα, ανάγνωσιν, γραφήν και αριθμητικήν»(32). Για τη «Γυμνασιακή παίδευση» στο νομοσχέδιο ορίζεται ότι «προς περαιτέρω ανάπτυξιν και μόρφωσιν των εν τοις αστικοίς σχολείοις εκπαιδευθέντων νέων και προς παρασκευήν αυτών εις τας επιστημονικός σπουδάς, συνιστάται δημοσία δαπάνη, εν πάση μεν πρωτευούση νομού εν τουλάχιστον γυμνάσιον, εν πάση δε πρωτευούση επαρχίας τμήμα γυμνασίου, προγυμνάσιον καλούμενον»(34). Τον προσανατολισμό αυτόν συμπληρώνει η διάταξη του άρθρου 152 του νομοσχεδίου: «Η εν τω γυμνασίω διδασκαλία των μαθημάτων γίνεται τοιαύτη, ώστε αναπτύσσουσα και διαμορφούσα τας του μαθητού πνευματικός και ηθικάς δυνάμεις, να καλλιεργή εν τη ψυχή αυτού την του αληθούς, του καλού και του αγαθού ιδέαν, και εξεγείρη τον προς αυτά έρωτα». Τη σκοποθεσία του Γ. Μίληση για τη δημοτική εκπαίδευση μπορούμε να την θεωρήσουμε ότι θέτει, σε γενικές γραμμές, τις αρχές του αστικού σχολείου. Όσον αφορά τη γενική σκοποθεσία της μέσης εκπαίδευσης δεν διαφέρει από αυτή που διατυπώθηκε το 1836. Επαναλαμβάνεται η υποταγή της μέσης εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο, χωρίς να προβλέπει την αυτονομία της ως εκπαιδευτικής βαθμίδας. Το πλαίσιο του 1836 εξακολουθεί να ορίζει 40 χρόνια αργότερα κάθε αναμορφωτική προσπάθεια.

ΒΑΘΜΙΔΕΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ. Ο Γ. Μίλησης στο νομοσχέδιο του προβλέπει για τη δημοτική εκπαίδευση τρεις τύπους σχολείων. Τα αστικά σχολεία με 6 τάξεις, τα δημοτικά σχολεία με 4 τάξεις και τα γραμματοδιδασκαλεία με 3 τάξεις. Η προτεινόμενη πολυτυπία σχολείων στη βασική εκπαίδευση αιτιολογείται κατά τον Γ. Μίληση, με την ανομοιογενή γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού. Μπορούμε όμως να υποστηρίξουμε πως δίνεται προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση των αστικών πληθυσμών και ταυτόχρονα επιδιώκεται η εξάπλωση ενός οργανωμένου σχολικού δικτύου δημοτικής εκπαίδευσης. Οι προτάσεις του Γ. Μίληση δεν στόχευαν στη δημιουργία μιας ενιαίας και αυτοτελούς βασικής εκπαίδευσης, σύμφωνα και με τις ανάγκες των ανερχόμενων αστικών στρωμάτων, αντίθετα αναπαρήγαγαν την πολυτυπία των σχολείων της βασικής εκπαίδευσης. Αυτό που ίσως, με την εφαρμογή του σχεδίου του Γ. Μίληση, θα επιτυγχάνονταν είναι η συστηματική και οργανωμένη εξάπλωση του σχολικού δικτύου. Πράγμα που θα εξασφάλιζε ευνοϊκές προϋποθέσεις για την περαιτέρω εξέλιξη των εκπαιδευτικών μας πραγμάτων και μέχρι σ' ένα βαθμό τη μόρφωση των κατώτερων κοινωνικών τάξεων.

Ο Γ. Μίλησης στο νομοσχέδιο του «επιμένει» στην ύπαρξη «σχολείων θηλέων» (3540) και ορίζει ότι «εν πάσαις ταις πρωτεύουσαις των δήμων του κράτους συνιστάται ανά εν τουλάχιστον σχολείον θηλέοίν» (35) και ότι «τα των θηλέων δημοτικά και αστιχά σχολεία εισί κεχωρισμένα. όπου τούτο δυνατόν από των σχολείων των αρρένων(...)» Ο Γ. Μίλησης προέολεπε πως «η εν τοις δημοτικοις σχολείου παίδευσις είναι υποχρεωτική και παρέχεται δωρεάν. Όθεν πα; πολίτης υποχρεώνεται ν' αποστέλλη εις το δημοτικόν σχολείον τον υιόν αυτού, άμα συμπληρώσαντα το βον έτος της ηλικίας, ίνα διανύση τακτικώς ως μαθητής 4 σχολικός τάξεις και λάβη απολυτήριον.»(10) Και ακόμη η «εν τοις γραμματοδιδασκαλείοις είναι υποχρεωτική τριετής μαθητεία» (33). Διαπιστώνουμε ότι την υποχρεωτική φοίτηση «από του 5ου συμπεπληρωμένου μέχρι τον 12ου συμπεπληρωμένου έτους της ηλικίας», όπως προέβλεπε το Διάτανιια του 1834 που δεν εφαρμόστηκε, ο Γ. Μίλησης την περιορίζει στην 4ετή υποχρεωτική16. Το νέο στοιχείο είναι η κατάργηση των διδάκτρων, σε αντίθεση ιιε τη διάταξη τον Διατάγματα: του 1834 που προέβλεπε ότι «οι γονείς των παίδων θέλουν αποδίδει εις το ο? ηιοτικόν ταμείον τα δίδακτρα ταύτα (...)»(24). Όμως η υποχρεωτική φοίτηση - έστω και αυτή 4ετής - που προβλέπονταν στο νομοσχέδιο τοι· Γ. Μίληση ακυυώνιται σε μεγάλο βαθμό αφού περιορίζεται μόνο στους άρρενε:. Διαπιστώνουμε ότι στο άρθρο 33 αναφέρεται μόνον εις τον «υιόν» και συμπληρώνεται στο άρθρο («περί σχολείων Ηη. έοιν») ότι «κατά τα λοιπά ισχνουσι και ενταύθα αϊ περί δημοτικών και αστικών σχολείων διατάξεις του παρόντος νόμου, εκτός των περί υποχρεωτικής μαθητείας ωρισμένων». Η πρόταση αυτή θεσμοθετεί τη διάκριση ανάμεσα στα δύο φύλα, κάτι που το Διάταγμα του 1834 δεν περιείχε.

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του νομοσχεδίου ήταν η πρόβλεψη πως «μετά 15 έτη από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου το του δημοτικού σχολείου απολυτήριον θεωρείται απαραίτητον προς απόκτησιν και άσκησιν των του πολίτου Έλληνος δικαιωμάτων» (15), το δε «απολυτήριον γραμματοδιδασκαλείου αναπληρεί (...) το απολυτήριον δημοτικού σχολείου ως προς μόνους τους κατοικούντας εν χωρίοις, ένθα δεν υπάρχει δημοτικόν σχολείον» (34). Η σύνδεση βασικής μόρφωσης και πολιτικών δικαιωμάτων, που κάνει ο Γ. Μίλησης, δεν πρέπει να νοηθεί ως μια συντηρητική πρόταση, με την οποία θα στερούσε τα πολιτικά δικαιώματα από τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, αντίθετα μάλιστα πρέπει να θεωρηθεί ως μια προοδευτική πρόταση, που αντιστοιχούσε στα αιτήματα της ανερχόμενης αστικής τάξης της εποχής. Η απόκτηση βασικής μόρφωσης για την κατανόηση των πολιτικών πραγμάτων ήταν αναγκαίο στοιχείο που απαιτεί η άνοδος των νέων αστικών δυνάμεων και η προσπάθεια τους να κατακτήσουν την πολιτική εξουσία. Μια τέτοια άποψη υποστήριζε και ο «Ελληνικός Διδασκαλικός Σύλλογος» που την αναπτύσσει με άρθρο του στο περιοδικό του ο «ΠΛΑΤΩΝ» κάτω από τον χαρακτηριστικό τίτλο «Δημοτική παίδευσις και καθολική ψηφοφορία».

Για τη μέση εκπαίδευση, ο Γ. Μίλησης προέβλεπε ένα μόνο τύπο σχολείου, το Γυμνάσιο με 6 χρόνια και το προγυμνάσιο με 2 χρόνια στις πρωτεύουσες των επαρχιών. Η κατάργηση κάθε άλλου τύπου σχολείου στη μέση βαθμίδα πρέπει να θεωρηθεί από τα προωθητικά στοιχεία του νομοσχεδίου, που όμως θ' αργήσουν να πραγματωθούν.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΑΘΗΜΑΤΑ. Το καινοτόμο στοιχείο του προγράμματος του δημοτικού σχολείου, που πρότεινε ο Γ. Μίλησης, ήταν η εισαγωγή της «νέας ελληνικής γλώσσας». Ακριβέστερα πρότεινε: «ανάγνωσις και γραφή της νέας Ελληνικής γλώσσης μετά πρακτικής διδασκαλίας των στοιχειωδέστατων κανόνων της γραμματικής». Η «νέα ελληνική γλώσσα», σύμφωνα με το νομοσχέδιο, θα ήταν η μόνη που θα διδασκόταν στα δημοτικά σχολεία και γραμματοδιδασκαλεία και στις 4 πρώτε; τάξεις του αστικού σχολείου. Η εισαγωγή της αρχαίας ελληνικής γλωσσάς θα γινόταν στις δυο ανώτερες τάξεις του αστικού σχολείου, παράλληλα με τη διδασκαλία της νέας ελληνικής. Από τα άρθρα1 του νομοσχεδίου διαπιστώνουμε πως στις τάξεις αυτέ; η νέα ελληνική γλώσσα θα ήταν η «πρωτεύουσα», δηλαδή η γλώσσα της ομιλίας και της γραφής. Με την πρόταση του Γ. Μίληση η νέα ελληνική γλώσσα θα ήταν η γλώσσα του υποχρεωτικού σχολείον. σε αντίθεση με ότι ίσχυε τότε.

Τα υπόλοιπα μαθήματα του προγράμματος δεν ανατρέπουν το πλαίσιο τον 1834.

Στο πρόγραμμα μαθημάτων του Γυμνασίου, το καινοτόμο στοιχείο ήταν η εισαγωγή των νεοελληνικών, που θα διδάσκονταν σε όλες τις τάξεις δυο ώρες την εβδομάδα. Τα νεοελληνικά στο πρόγραμμα του Γ. Μίληση δεν αποτελούσαν τμήμα τον γλωσσικού μαθήματος - συνήθως κάτω από τον τίτλο - «Ελληνικά», όπως θα συμβεί στο πρόγραμμα τον 1884 - αλλά αυτοτελές μάθημα και θα καταλάμβανε το 5.6% του συνόλου των ωρών. έναντι 24.5% των αρχαίων Ελληνικών.

Τα υπόλοιπα μαθήματα, όπως προκύπτει από το συγκριτικό πίνακα των προγραμμάτων, κινούνται στα ίδια ποσοτικά επίπεδα με το πρόγραμμα του 1867, όπως και αυτό που θα ακολουθήσει επτά χρόνια αργότερα, το 1884.

Να σημειώσουμε εδώ ορισμένες διευκρινήσεις σχετικά με τα προγράμματα, που υπήρχαν στο νομοσχέδιο του Γ. Μίληση, με ιδιαίτερη σημασία. - Μια ειδική πρόβλεψη υπάρχει για τη διδασκαλία των καλλιτεχνικών μαθημάτων και της γυμναστικής στο αστικό σχολείο, δηλαδή «να διδάσκονται και υπό ειδικών διδασκάλων»(28).

- Ο Γ. Μίλησης, για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο, προτείνει «η ερμηνεία [να] γίνεται όσον οίον τε δαψιλής και επί λόγων ή έργων των συγγραφέων τελείων, ουχί δ' επί μεμονωμένων τεμαχίων προς την ερμηνείαν γίνεται και ανάγνωσις συγγραφέων, πεζογράφων τε και ποιητών. Απαγορεύεται δε η κατά την διάρκειαν του εξαμήνου εν τη αυτή τάξει ερμηνεία πλειοτέρων των δύω συγγραφέων, (μη συμπεριλαμβανομένου του προς ανάγνωσιν χρησιμεύοντος) ως και η αλλαγή αυτών (...). Επί των εκλεκτών τούτων τεμαχίων διδάσκονται και οι στοιχειώδεις κανόνες της τον λόγου τέχνης» (154).

Για τα νέα ελληνικά ο Γ. Μίλησης προβλέπει: «Η της νέας Ελληνικής γλώσσης διδασκαλία τοιαύτη, ώστε να μόρφωση παρά τω μαθητή γλωσσικόν ύφος καθαρόν και γλαφυρόν. Όθεν προς τη συστηματική ερμηνεία και αναγνώσει των εκλεκτότερων εν τη γλώσση ταύτη συγγραφέων, πεζογράφων και ποιητών, εφιστάται ιδιαιτέρα προσοχή εις τας εν αυτή γραπτός και προφορικός μεταφράσεις από της αρχαίας ελληνικής ή της λατινικής ή της γαλλικής γλώσσης, ώστε το ύφος των μεταφράσεων τούτων να ήναι καθαρόν παντός ξενισμού ή ιδιοτυπίας, αλλότριας προς το πνεύμα της νεωτέρας γλώσσης» (155).

Η ύπαρξη τέτοιων αναλυτικών οδηγιών σε νομοσχέδιο, όταν ανάλογες οδηγίες δεν είναι συχνές, πρέπει να αιτιολογηθεί ως προσπάθεια αποσαφήνισης και του τρόπου διδασκαλίας και του σκοπού των γλωσσικών μαθημάτων.

- Στο νομοσχέδιο του Γ. Μίληση κάνει την εμφάνιση του ο θεσμός των προαιρετικών μαθημάτων.

Συγκεκριμένα στο άρθρο 144 προβλέπεται ότι «εκτός της γαλλικής γλώσσης δύνανται να διδάσκηται και η γερμανική, ή η αγγλική, ή η ιταλική, ή η τουρκική, εν ώ τίνι των γυμνασίων κρίνη αναγκαίον ο υπουργός της Παιδείας, η σπουδή όμως αυτών είναι προαιρετική. Εν γυμνασίοις των εμπορικών πόλεων δύνανται τη εγκρίσει του Υπουργείου Παιδείας, να διδάσκωνται υπό ειδικών διδασκάλων και εμπορικά μαθήματα, εν δε τοις παραλίων και ναυτικά· αλλά και των μαθημάτων τούτων η ακρόασις είναι προαιρετική. Οι των εμπορικών ή ναυτικών μαθημάτων ακροώμενοι μαθηταί δύνανται να αιτήσωσι την απαλλαγήν αυτών από της υποχρεώσεως, του σπουδάσαι την λατινικήν γλώσσαν» (144) «Ο εμπορικών ή ναυτικών μαθημάτων ακροασάμενος, αν μεν διήκονσε και την λατινική γλώσσαν, λαμβάνει απολντήριον, εν ω προσεπισημειούται και η εν τοις προσθέτοις τούτοις μαθήμασιν επίδοσις αυτού αν δε δεν διήκουσε την λατινική γλώσσαν, λαμβάνει ενδεικτικόν, καλούμενον εμπορικόν ή ναυτικόν πτυχίον» (187).

Οι απόφοιτοι, κάτοχοι αυτών των πτυχίων, δεν μπορούσαν να φοιτήσουν στο Πανεπιστήμιο, γιατί δεν είχαν διδαχθεί τα λατινικά. Έτσι δημιουργούνταν ένας άλλος τύπος σχολείου, οι εμπορικές ή ναυτικές σχολές. Αυτό βέβαια είναι εξηγήσιμο. Η έλλειψη τέτοιων σχολών, αλλά ταυτόχρονα και η ζήτηση στην αγορά εργασίας, εξ αιτίας της αυξημένης εμπορικής και ναυτικής κίνησης, τέτοιων στελεχών, οδήγησε τον Γ. Μίληση στην πρόταση του αυτή.

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ. Για το θέμα των εξετάσεων θα αναφερθούμε μόνο σ' αυτές του Γυμνασίου, γιατί μόνο εδώ είναι καθοριστικές.

Στο άρθρο 181 ο Γ. Μίλησης προβλέπει ότι και «επί προβιβασμώ από τάξεως εις τάξιν εξετάσεις γίνονται προφορικώς μεν εις άπαντα τα διδαχθέντα μαθήματα της τάξεως, εγγράφως δε εις μόνα τα ελληνικά». Και στο άρθρο 182: «Αι γενικοί απολυτήριοι εξετάσεις γίνονται επί πάντων εν γένει των εν τω γυμνασίω δεδιδαγμένων μαθημάτων. Και εγγράφως μεν εξετάζεται ο μαθητής μόνον τα ελληνικά, λατινικά, μαθηματικά και γαλλικά, υποχρεούμενος α) να μετάφραση τεμάχιόν τι εκ της αρχαίας ελληνικής γλώσσης εις την νεωτέραν και τεμάχιόν εκ ταύτης εις την αρχαίαν ελληνικήν, την λατινικήν και την γαλλικήν γλώσαν, 6) να λύση μαθηματικά τινά προβλήματα, αναγόμενα εις δεδιδαγμένα μέρη της μαθηματικής, και γ) να σύνταξη εν τη νεωτέρα ελληνική γλώσση έκθεσίν τίνα περί οιουδήποτε αντικειμένου· προφορικώς δε εξετάζεται τα μεν ελληνικά, λατινικά και γαλλικά, εις δεδιδαγμένα μέρη, προς δε και εις αδίδακτα, εκ συγγραφέων όμως διδασκομένων εν τοις γυμνασίοις, τα δε λοιπά μαθήματα, εις μέρη δεδιδαγμένα».

Από τις παραπάνω διατάξεις διαπιστώνουμε την πρωτοκαθεδρία των Ελληνικών, λατινικών και της γαλλικής στο πρόγραμμα των εξετάσεων των μαθημάτων του Γυμνασίου, που σε συνδυασμό με το ποσό ωρών που κατέχουν στο πρόγραμμα (101 ώρες ή 46,1% των ωρών) καθορίζουν την κατεύθυνση των σπουδών στη μέση βαθμίδα.

Στο νομοσχέδιο του ο Γ. Μίλησης προβλέπει ότι ο «μαθητής, επί δύω συνεχή έτη αποτυχών εις την επί προβιβασμώ δημοσίαν εξέτασιν, αποπέμπεται του γυμνασίου ή προγυμνασίου, ως ανίκανος παιδεύσεως (...)» (186).

«ΠΑΙΔΟΝΟΜΙΑ». «Το προχειρότερο και ευκολώτερο μέσον ανατροφής των μαθητών είταν για το δάσκαλο το ξυλοκόπημα. Είταν πιο συνηθισμένο να μην έχη το σχολείο θρανία, πίνακες, έδρες, χάρτες κ.λπ. ποτέ όμως δεν έλειπε ένα καλό απόθεμα από βέργες για την τιμωρία των αμελών και άτακτων. Δεν είναι δε υπερβολή, αν ειπούμε πως η βέργα είτανε το μόνο παιδευτικό μέσον του παλιού σχολείου (...) Αλλά δεν είτανε το ράβδισμα η μόνη τιμωρία των μαθητών, εφαρμόζονταν και άλλα παιδονομικά μέσα πιο βάρβαρα, όπως είταν ο φάλαγγας, το φτύσιμο, το μουτζούρωμα του προσώπου, το γονάτισμα σε μυτερά πράματα με. βάρος στα χέρια τεντωμένα ψηλά από το κεφάλι (...). Άλλη συνηθέστατη τιμωρία στο δημοτικό σχολείο είταν η νηστεία. Απαγορεύονταν στο μαθητή το μεσημέρι έπειτα από το μάθημα να πάη στο σπίτι του να φάη (...). Τα εννέα δέκατα των παιδιών, αφού φοιτούσανε δυο τρία χρόνια στο σχολείο, φεύγανε και θεωρούσαν τον εαυτό τους ευτυχισμένο που απαλλάχτηκαν από τις τιμωρίες και διαπομπεύσεις του δασκάλου».

Την κατάσταση αυτή προσπαθεί να περιορίσει με το νομοσχέδιο του ο Γ. Μίλησης. Στο άρθρο 67 («περί καθηκόντων και δικαιωμάτων δασκάλων») προβλέπεται ότι «ο δάσκαλος είναι υπεύθυνος περί της κοσμιότητας και ευταξίας του σχολείου, και οφείλει να επαγρυπνή υπέρ της επιμελείας και χρησηθείας των μαθητών. Επί τούτω έχει την απεριόριστον εντός του σχολείου επιτήρησιν και το δικαίωμα ν' ανταμείβη και τιμωρή τους μαθητάς παιδαγωγικώς, απαγορευομένων αυστηρώς των σωματικών κακώσεων». «Τα είδη των παιδαγωγικών ποινών ορισθήσονται δϊ οδηγιών του υπουργείου της παιδείας» (68). «Ο διδάσκαλος έχει το δικαίωμα ν' αποβολή επί 8 ημέρας το πολύ μαθητήν δια βαρύτατα ατοπήματα. Εν τοις αστικοίς σχολείοις το δικαίωμα τούτο ανήκει εις μόνον τον διευθυντήν. Η επιτόπιος εφορία δύναται, τη αιτήσει των γονέων ή επιτρόπων του αποβληθέντος μαθητού, ν' ανακαλέση την ποινήν της αποβολής». Το σημαντικότερο στοιχείο στις διατάξεις αυτές δεν είναι η απαγόρευση των σωματικών ποινών, άλλωστε δεν είναι και καινούργιο, το σημαντικότερο είναι η δυνατότητα που παρέχει στους γονείς να παρεμβαίνουν διαμέσου της επιτόπιας εφορίας, ασκώντας στην περίπτωση αυτή έλεγχο.

Για το Γυμνάσιο το νομοσχέδιο προβλέπει κανονισμό για τα καθήκοντα των μαθητών «συντασσόμενα) μεν υπό του γυμνασιάρχου ή διευθυντού μετά του συλλόγου των καθηγητών και διδασκάλων, κυρουμένω δε υπό του υπουργού Παιδείας» (171). «Εις μαθητάς γυμνασίου ή προγυμνασίου, παραβαίνοντας τα εαυτών καθήκοντα, επιβάλλονται αϊ εξής πειθαρχικοί ποιναί: α) νουθεσία, β) επίπληξις κατ' ιδίαν ή εν τη τάξει, γ) κράτησις μετά καταλλήλου εργασίας μέχρι 2 ωρών, δ) προσωρινή αποβολή, και ε) τελεία αποβολή» (174). «Αι προς τους μαθηταίς ύβρεις και αϊ κατ' αυτών αικίαι απαγορεύονται αυστηρώς»19 (175).

Από τις διατάξεις αυτές μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ο Γ. Μίλησης απέβλεπε στο να εξασφαλίσει ένα ανθρώπινο κλίμα στο σχολείο και να περιορίσει τις αυθαιρεσίες των εκπαιδευτικών.

Κοντά όμως στα μέτρα αυτά που είναι θετικά βρίσκουμε και τη διάταξη που προβλέπει πως «καθ' όλον της γυμνασιακής σπουδής τον χρόνον οι μαθηταί φέρουσιν εντός και εκτός του παιδευτηρίου ομοιόμορφον στολήν, κανονιζομένην υπό του υπουργού της Παιδείας» (172).

Πρόκειται για επαναφορά απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου (Υπουργός Παιδείας: Γ. Μίλησης) στις 8..5.1876 (ι. Και όπως παρατηρεί ο Αλ. Δημαράς «στην εκπληκτική αυτή ενέργεια δεν πρέπει να δει κανείς μόνο την έκφραση μιας άκρας αφέλειας, αλλά και ένα πρόσθετο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο απασχολούν το κράτος τα θέματα της ομοιομορφίας, καθώς και της προσήλωσης του στα εξωτερικά χαρακτηριστικά»21.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ. Στο νομοσχέδιο του ο Γ. Μίλησης επιχειρεί μια οικονομική αναβάθμιση των εκπαιδευτικών, αφού οι προτεινόμενοι μισθοί ήταν αρκετά μεγαλύτεροι από τους ισχύοντες με μόνη εξαίρεση τους γραμματοδιδασκάλους. Επισημαίνουμε ακόμη την πρόθεση του Γ. Μίληση να συσταθεί δημόσιο ταμείο για την πληρωμή των εκπαιδευτικών (61).

Όμως σημαντικότερες είναι οι διατάξεις του νομοσχεδίου που αναφέρονται στους διορισμούς, τις μεταθέσεις και τις απολύσεις των εκπαιδευτικών.

Είναι γνωστό πως η εξάρτηση των δημοσίων υπαλλήλων, στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, από την κομματική και κεντρική εξουσία ήταν πλήρης. «Ενώ η συνταγματική συγκρότηση της πολιτείας είναι (...) πρωτοποριακή, η διοικητική νομοθεσία παραμένει αρχαϊκή, στο μέτρο που αφήνει τεράστια θεσμικά περιθώρια για κάθε είδους αθέμιτες παρεμβάσεις με αποτέλεσμα την πλήρη αποδυνάμωση της "διακρίσεως των εξουσιών" με την κλασική φιλελεύθερη έννοια. Η μονιμότητα των υπαλλήλων δεν θεσπίστηκε παρά το 1911, έτσι ώστε όλοι εκείνοι που επάνδρωναν το μηχανισμό να είναι εκτεθειμένοι στον κίνδυνο όχι μόνο αδικαιολόγητης μετάθεσης αλλά και της οριστικής απόλυσης»22

Οι διατάξεις που εισάγει ο Γ. Μίλησης αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση μιας κάποιας ανεξαρτησίας23 τον εκπαιδευτικού, την καταπολέμηση έκνομων πιέσεων έτσι ώστε να είναι δυνατή η σύννομη άσκηση των καθηκόντων τους και αποτελεσμαστική η άσκηση της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής.

ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ. Σημαντικές είναι οι διατάξεις που προτείνει ο Γ. Μήλισης για την εποπτεία της εκπαίδευσης, που συμπληρώνουν τις διατάξεις για την κατοχύρωση των εκπαιδευτικών. Στο νομοσχέδιο του Γ. Μήλιση διατηρείται ως βάση το διοικητικό σύστημα που εισήχθηκε το 1834 και 1836.

Στο νομοσχέδιο του Γ. Μίληση διατηρείται η «επιτόπια εφορία» και ως δευτεροβάθμιο όργανο ορίζεται η εφορία νομού και καταργείται η επαρχιακή εφορία. Ακόμη ιδρύεται κεντρικό εποπτικό Συμβούλιο26, το οποίο είναι πενταμελές, και περιορίζεται η παντοδυναμία του Υπουργού. Τέλος καθιερώνει το θεσμό του «νομαρχιακού επόπτη» (επιθεωρητή). Πρέπει να επισημάνουμε ότι η «επιτόπια εφορία» είχε τη δυνατότητα να λειτουργήσει αντισταθμιστικά απέναντι στο δήμο, που ήταν και ο χρηματοδότης της σχολικής μονάδας (άρθρο 78, παρ. ζ). Η «επιτόπια εφορία» των γυμνασίων είχε διευρυμένες αρμοδιότητες, σε σχέση μ' αυτές της δημοτικής εκπαίδευσης, τη στιγμή που ήταν το μοναδικό όργανο, ανάμεσα στο Γυμνάσιο και το Κεντρικό εποπτικό Συμβούλιο και τον Υπουργό.

Όσον αφορά την εποπτεία των εκπαιδευτικών πρέπει να επισημάνουμε ότι καθιερωνόταν ένα διπλό παράλληλο δίκτυο εποπτείας. Οι εφορίες (επιτόπια και νομαρχιακή) και ο νομαρχιακός επόπτης από τη μια και ο νομάρχης και ο έπαρχος από την άλλη, είχαν τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου στον εκπαιδευτικό, και βέβαια πάνω σ' όλους ο υπουργός της παιδείας.

Το κεντρικό εποπτικό Συμβούλιο, σύμφωνα με το νομοσχέδιο, είναι εκπαιδευτικό συμβούλιο περισσότερο και λιγότερο διοικητικό. Τα καθήκοντα του είναι: «α) Να παρασκευάζη και καταρτίζη τα νομοθετήματα και Β. Διατάγματα, τα αναγκαία εις συμπλήρωσιν και διασάφησιν του τε παρόντος νόμων και των λοιπών των εις την δημοσίαν καθόλου παίδευσιν αφορώντων, ως και παν σχετικόν προς τον σκοπόν τούτον διοικητικόν μέτρον β) να κανονίζη τα της μεθόδου της διδασκαλίας εν γένει και ιδία εκάστου μαθήματος και ν' αποστέλλη δια του υπουργού γενικά περί τούτου οδηγίας· γ) να συντάττη και επιθεωρή τα προγράμματα των γυμνασίων και των δημοτικών σχολείων και να μεριμνά περί της εφαρμογής αυτών δ) Να κρίνη και γνωμοδοτή περί των εισακτέων διδακτικών βιβλίων εις τα παιδευτήρια παντός βαθμού (...)· ε) να επιθεωρή δια δύω ή και πλειοτέρων εκ των μελών αυτού τακτικώς μεν άπαξ τουλάχιστον του έτους τα γυμνάσια και τα κατά την διάβασιν αυτών δημοτικά και αστικά σχολεία του κράτους, και να εξελέγχη των νομών τας εφορία και τους επόπτας. Να γνωμοδοτή, εκτός των εν τω παρόντι νόμω ειδικώς μνημονευομένων περιπτώσεων, και περί πάσης εκθέσεως αφορώσης εις τα δημόσια και ιδιωτικά παιδευτήρια, ως και περί πάσης υποθέσεως, παραπεμπόμενης αυτώ υπό του Υπουργού της παιδείας» (104).

Τέλος πρέπει να σημειώσουμε ότι το νομοσχέδιο του Γ. Μίληση προβλέπει τη λειτουργία συλλόγου καθηγητών και δασκάλων μόνο στη μέση εκπαίδευση. «Καθήκοντα του συλλόγου είναι να συντάσση μετά του γυμνασιάρχου ή του διευθυντού τα ειδικά του γυμνασιακού έτους προγράμματα και τον εσωτερικόν του γυμνασίου ή προγυμνασίου κανονισμόν, να κατανέμη καταλλήλως τα διδακτέα μαθήματα, να προσδιορίζη τους εν τη διδασκαλία αναπληρωτάς (...), και ν' αποφαίνεται εν γένει περί παντός σπουδαίου αντικειμένου, 'αφορώντος εις την γυμνασιακήν διδασκαλίαν» (213). Στα καθήκοντα του συλλόγου ανήκουν οι επιβολές ποινών (214) και η ρύθμιση διαφόρων ζητημάτων σχετικά με τις εξετάσεις (180).

ΔΙΔΑΣΚΑΛΕΙΟ. Στο νομοσχέδιο του Γ. Μίληση τα άρθρα 108126 αφορούν την επανασύσταση των Διδασκαλείων και των προτύπων σχολείων τους. Η αναφορά μας θα συμπεριλάβει και το νομοσχέδιο του θ. Π. Δηλιγιάννη27, που ψηφίστηκε και έγινε νόμος του κράτους (ΧΘ71878). Αυτό είναι αναγκαίο γιατί ανάμεσα στο νομοσχέδιο του Γ. Μίληση και το νόμο Χθ' υπάρχει στενή σχέση και στο νομοσχέδιο του Γ. Μίληση θα πρέπει να αναζητήσουμε την καταγωγή του. Αλλά και για ένα ακόμη λόγο: ο νόμος Χθ' (1878) τερματίζει μια περίοδο νομοθετικής ακινησίας και εγκαινιάζει μια περίοδο διαρθρωτικών μέτρων. Η πρόθεση του Γ. Μίληση (της εκπαιδευτικής πολιτικής του) ήταν να ανασυσταθεί το Διδασκαλείο. Όπως πληροφορούμαστε από εφημερίδα της εποχής «Ο κ. υπουργός (Μίλησης) των εκκλησιαστικών εν τω προϋπολογισμώ του 1876 ανέγραψε δαπάνην, 35.000 δρχ. δια οικοδομήν ανασυσταθησομένου διδασκαλείου»28.

Σκοπός του Διδασκαλείου29 σύμφωνα με το νομοσχέδιο είναι η «προς παρασκευήν των διδασκάλων των δημοτικών και αστικών σχολείων» (168). Ενώ στο νόμο Χθ' σκοπός είναι η «προς παρασκευήν και προς αναγνώρισιν διδασκάλων δυναμένων να διδάξωσιν εν τοις σχολείοις της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως τας ανωτέρω γνώσεις, (προηγείται το πρόγραμμα του δημοτικού σχολείου) εκμεμαθηκότων δε την παιδαγωγικήν και την διδακτικήν» (2).

Ο Μίλησης στο νομοσχέδιο του προτείνει την σύσταση «βαθμιδόν» τριών Διδασκαλείων. Ένα στην Αθήνα, ένα στο Ναύπλιο και ένα στην Κέρκυρα. Με το νόμο Χθ' ιδρύεται ένα μόνο Διδασκαλείο στην Αθήνα και το 1880 με το νόμο (ΩΝΘ') της 6.5 συστάθηκαν Διδακαλεία στην Πελοπόννησο (Τρίπολη), στο Ιόνιο (Κέρκυρα) και στη Λάρισα αργότερα (Β.Δ. 20.7.1882)30.

Το νομοσχέδιο του Γ. Μίληση προβλέπει Τριτάξιο Διδασκαλείο στο οποίο θα μπορούν να φοιτήσουν, μετά από εξετάσεις, όσοι έχουν ενδεικτικό προβιβασμού στην τετάρτη τουλάχιστον τάξη του Γυμνασίου που προτείνει και έχουν «συμπεπληρωμένον το 16 έτος της ηλικίας» και δεν υπερβαίνουν το 30.

Στο νόμο Χθ' το Διδασκαλείο είναι Τριτάξιο και μπορούν να φοιτήσουν στην α' τάξη του όσοι έχουν ενδεικτικό προβιβασμού από την α' στη β' τάξη του Γυμνασίου, και στη 6' τάξη του Διδασκαλείου όσοι έχουν ενδεικτικό προβιβασμού από την 6' στην γ' τάξη του Γυμνασίου μετά από εξετάσεις.

Ακόμη ο νόμος Χθ' προβλέπει ότι οι «αναγνωρισμένοι ήδη δημοδιδάσκαλοι» μπορούν να φοιτήσουν στο Διδασκαλείο χωρίς εξετάσεις. Οι πρωτοβάθμιοι δάσκαλοι κατατάσσονται στην α' τάξη και οι δευτεροβάθμιοι στην β' τάξη.

Το μέτρο αυτό του νόμου Χθ' είναι θετικό γιατί έδιδε τη δυνατότητα μόρφωσης και κατάρτισης των ήδη δασκάλων. Συνέπεια αυτού του μέτρου ήταν ένας μεγάλος αριθμός - ο μεγαλύτερος - δασκάλων να ζητούν την κατάταξη τους στο Διδασκαλείο.

Μια σημαντική διαφορά που εντοπίζουμε ανάμεσα στο νομοσχέδιο του Γ. Μίληση και τον νόμο Χθ' είναι αυτή που αφορά την κατάταξη των δασκάλων σε κατηγορίες. Η ύπαρξη αυτών των κατηγοριών ανάγεται στη νομοθεσία του 1834. Την κατάσταση αυτή προσπαθεί να αλλάξει ο Γ. Μίλησης και γι' αυτό στο νομοσχέδιο του δεν υπάρχει διάταξη που να προβλέπει ανάλογη κατάταξη. Αντίθετα με τον νόμο Χθ' διατηρείται το καθεστώς των κατηγοριών των δασκάλων. Οι δάσκαλοι α' τάξης είναι όσοι έχουν βαθμό «άριστα», δάσκαλοι 6' τάξης είναι όσοι έχουν βαθμό «πάνυ καλώς» και δάσκαλοι γ' τάξης όσοι έχουν βαθμό «καλώς».

Στο νομοσχέδιο του Γ. Μίληση υπάρχει σχετική διάταξη που καθορίζει ότι το «εν Αθήναις διδασκαλείον διατελεί υπό την άμεσον επιτήρησιν του παρά τω Υπουργείω της Παιδείας κεντρικού εποπτικού συμβουλίου, τα δε εν Ναυπλίω και Κέρκυρα υπό την εποπτείαν εκάτεοον της επιτόπιου εφορίας των γυμνασίων» (119).

Αν και η διάταξη αυτή δεν προβλέπει την άμεση εξάρτηση των Διδασκαλείων από τον υπουργό - διάταξη που συναντάμε στον ιδρυτικό νόμο του Πανεπιστημίου31 - ανάλογη διάταξη δεν υπάρχει στο νόμο Χθ'. Αυτή θα νομοθετηθεί στο νόμο ΩΝΘ71880 (Υπουργός Ν. Μαυροκορδάτος) και θα είναι περισσότερο συγκεντρωτική. «Τα διδασκαλεία - ορίζει ο νόμος ΩΝΘ' - διατελούσιν υπό την άμεσον εποπτείαν του Υπουργού των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως» (6).

Η διάταξη αυτή είναι χαρακτηριστική του συγκεντρωτικού πνεύματος που έκτοτε θα επικρατήσει και αποσκοπούσε στον άμεσο έλεγχο της πολιτικής ηγεσίας στη μόρφωση των δασκάλων32.

Το πρόγραμμα μαθημάτων που προτείνει ο Γ. Μίλησης όσο και αυτό που θεσπίζει ο νόμος Χθ' και εξειδικεύει κατά τάξη το ΒΔ της 25.5.1882 δεν παρουσιάζουν διαφορές. Μάλιστα παρουσιάζουν καταπληκτική ομοιότητα, τέτοια που μπορούμε να ισχυριστούμε πως ο θ. Δηλιγιάννης υιοθέτησε το πρόγραμμα του Γ. Μίληση.

Τα προγράμματα αυτά περιλαμβάνουν όλα τα μαθήματα που διδάσκονταν στο δημοτικό σχολείο και Παιδαγωγικά. Σημειώνουμε πως στο μάθημα των Παιδαγωγικών υπήρχε ένα ευρύ φάσμα συγγενών γνωστικών αντικειμένων (θεωρία Παιδαγωγικής και Διδακτικής, Ιστορία της Παιδαγωγικής, Ανθρωπολογία, Ψυχολογία και Λογική, μεθοδικές διδακτέες ασκήσεις). Ακόμη στο μάθημα των Ελληνικών εισάγεται η «ανάγνωσις και ερμηνεία εκλεκτών συγγραφέων της καθομιλουμένης γλώσσης και συνθέσεις (εκθέσεις) εν αυτή».

Στο νομοσχέδιο του Γ. Μίληση αν και πολλά πράγματα της υπάρχουσας εκπαιδευτικής κατάστασης διατηρούνται, εντούτοις υπάρχουν πολλά νέα στοιχεία. Το νομοσχέδιο χαρακτηρίζεται από πρόγραμμα Μαθημάτων Διδασκαλείου: στο νομοσχέδιο του Γ. Μίληση και στο νόμο Χθ' (1878) - υπουργός θ. Δηλιγιάννης.

Σημειώσεις.

1. Π.χ. ιδρύει νυχτερινό σχολείο.

2. Π.χ. Προκηρύσσει διαγωνισμό για την κατάσταση τη; εκπαίδευσης (έκθεση 1812). Στέλνει με υποτροφίες τρία άτομα για παιδαγωγικές σπουδές στη Γερμανία, ιδρύει το «παιδαγωγείον» Αθηνών.

3. Π.χ. Παρεμβάσεις στο ν.σχέδιο Βαλασόπουλου. εκδηλώσει;.

4. Π.χ. Ίδρυση εργαστηρίου.

5. Π.χ. Ίδρυση σχολείων, έκδοση όιόλίων κ.λπ.

6. Βλ. Σ. θεοδωρόπουλος. Γύρω από τον Πορφυρόπουλον. εφ. «Σπαρτιατικά Νέα», φυλ. της

16.4.1939.

1. Συμμετέχει στην σύνταξη της έκθεσης του συλλόγου της βης.5.1874.

8. Για τα μέλη του «Ελληνικού Διδασκαλικού Συλλόγου». Βλ. Λόγος απαγγελθείς υπό του

Προέδρου του Ελληνικού Διδασκαλικού Συλλόγου. Γ. Μιστριώτου κατά την επέτειον εορτήν του

1875, Εν Αθήναις 1875, σ. 2329.·....

9. Σε σύνολο 190 εδρών ο Κουμουνδούρος είχε 80 έδρες, ο Ζαίμης 25, ο Δεληγιώργης 30, ο Βούλγαρης 12, ο Τρικούπης 25 και οι ανεξάρτητοι ήταν 18.

10. Οι σημαντικότεροι σύλλογοι που δρούσαν στην ελεύθερη Ελλάδα ήταν 7, στις ηγεμονίες 2, στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρα της 25 και στις επαρχίες 48. Σύνολο 82. Σχετικά με τους μορφωτικούς συλλόγους. Βλ. Στ. Παπαδόπουλος, Εκπαιδευτική και κοινωνική δραστηριότητα του Ελληνισμού της Μακεδονίας κατά τον τελευταίο αιώνα"της Τουρκοκρατίας, θεσσαλονίκη 1970 και Γ. Χασιώτης, Η παρ' ημίν Δημοτική παίδευσις. Από της αλώσεως Κων πόλεως μέχρι σήμερον, Εισαγωγήσχόλια: Αποστόλης Ανδρέου (υπό έκδοση).

11. Αναφέρεται στο Σ.Ν. Παπαδημητρίου, Ιστορία του Δημοτικού μας σχολείου, Μέρος Α' (18341895), Αθήνα 1960, σ. 96.

12. Βλ. «Ανατολικός Αστήρ». Εφημερίς Φιλολογική, εκκλησισατική και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Έτος ΙΖ', περίοδος Β', Εν Κωνσταντινουπόλει, 5 Φεβρουαρίου 1877, Αριθ. 6, σ. 6667.

13. Για τον Γ. Μίληση μεταφέρουμε εδώ το νεκρολογικό σημείωμα της εφημερίδας «Ακρόπολις», φυλ. βης. 12.1898. «Εναλλάξ, διηνεκώς, απαύστως δημοσιογράφος, δικαστής, πρόξενος, δουλευτής, υπουργός, εφέρετο πλήρως θελήσεως και πόθου ευγενούς και δυνάμεως ανεξάντλητου εις τον δρόμον ον έταμεν εις εαυτόν. Και έταμεν τον πολιτικόν δρόμον νεώτατος. Φοιτητής ήδη ήρχισε να δημοσιογραφή ο ζωηρός νεανίας εμπνευσμένος απολύτως δημοκρατικός αρχάς, υπό θερμού κρατούμενος έρωτος προς την Γαλλική Δημοκρατίαν του 1848. Η ανδρική ηλικία συνεκέρασε την ορμητικότητα του χαρακτήρος και ο ζωηρός νεανίας παρουσιάζεται πολιτικός συντηρητικός (...). Η αξία του υπό πάντων ομολογουμένη, αυτή τον ύψωσεν εις το υπουργείον της Παιδείας, υπό του αειμνήστου Κουμουνδούρου, ο οποίος περί πολλού είχεν τον επιφανέστατον οπαδόν και φίλον του. Ως υπουργός της Παιδείας καίτοι μακράν του κλάδου εις ον ήτο ειδικώτερος, δεν διέψευσε την περί αυτού ιδέαν, τουναντίον απέδειξε και γνώσιν πολλήν και ζήλον εις εκπαιδευτικός μεταρρυθμίσεις επαινετόν».

14. Βλ. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Γ' Σύνοδος, Ζ' περίοδος, Αθήναι 1878, σ. 53.

15. Για την εκπαίδευση των κοριτσιών. Βλ. Σ. ΖιώγουΚαραστεργίου, Η μέση εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (18301893), Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 1986.

16. Το νομοσχέδιο προβλέπει και ποινές για τους γονείς ή επιτρόπους όταν τα παιδιά δεν «αποστέλλονται τακτικώς εις το σχολείον» (άρθρα 1114).

17. Άρθρο 26.

18. Σ.Γ. Τζουμελέας - Π.Δ. Παναγόπουλος, «Η εκπαίδευση μας στα τελευταία 100 χρόνια». Αθήναι 1933, σ. 3942.

19. Εγκύλιοι για τις ποινές και έκθεση Διατάγματος απόλυσης δασκάλου βλ. Σ.Γ. Τζουμελέα - Π.Δ. Παναγόπουλου, όπ. π. σ. 4246.

20. Αλ. Δημαρά (επιμ.), «Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε», τόμ. Α', Ερμής, Αθήνα 1973, τεκ. 67676, σ. 224227.

21. Αλ. Δημαρά (επιμ.), όπ. π. σ. μ'μα'.

22. Κ. Τσουκαλάς, «Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», στο Ε.Ε.Π.Ε., «Κοινωνικές και Πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα», Εξάντας, 1977, σ. 99.

23. Το 1882 ψηφίζεται ο νόμος ΑΚΑ «περί προσόντων δημοσίων υπαλλήλων» και το 1884 ο νόμος ΑΡΜΑ περί του μισθού των δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών. Ήταν μια προσπάθεια του Χ. Τρικούπη να άρει την εξάρτηση του δημοσίου υπαλλήλου από την εκτελεστική εξουσία.

24. Αλ. Δημαράς, όπ. π. τεκ. 17, σ. 4553.

25. Αλ. Δημαράς, όπ. π. τεκ. 20, σ. 6065.

26. Υπάρχει βέβαια και προηγούμενο. Το 1872 ψηφίστηκε ο νόμος ΒΠΕ' (υπουργός Στ. Σκουλούδης), με το οποίο ιδρύονται τριμελές «Συμβούλιο της Εκπαιδεύσεως», περις. βλ. Μ. Παπαμαύρου, «Σύοτημα νέας Παιδαγωγικής», Αθήνα, 1961, σ. 483 κ.εξ. και Χρ. Λέφα, «Ιστορία της εκπαιδεύσεως», Ο.Ε.Δ.Β., Αθήναι 1942.

27. Νομοσχέδιον «περί συστάσεως του Διδασκαλείου», 20.6.1877, αριθ. 54. Πρακτικών της Βουλής.

28. Εφ. «Άγγελος», φυλ. 28.12.1875, αριθ. 1, (είδηση).

29.. ..

30.. ..

31.. ..

32.. ..

7. Νομοσχέδιο του Π. Δηλιγιάννη: Δομή της Δημοτικής Εκπαίδευσης · Προγράμματα και Μαθήματα · Δάσκαλοι

Στις 26.5 1877 υπουργός Παιδείας αναλαμβάνει ο θ. Π. Δηλιγιάννης1 και στη συνεδρίαση της 11ης 11.1877, δηλώνει ότι «και εγώ, κύριοι, υποβάλλων εις την Βουλήν δύω νομοσχέδια, το εν περί στοιχειώδους ή δημοτικής εκπαιδεύσεως, το δεύτερον περί εκπαιδευτικών ταμείων των δήμων. Τα νομοσχέδια ετυπώθησαν ήδη εις το υπουργείον και τα έστειλα εις την Βουλήν να διανεμηθώσι»2.

Προηγούμενα (20.6.1877) είχε καταθέσει νομοσχέδιο «περί συστάσεως του Διδασκαλείου» που όριζε και το πρόγραμμα της στοιχειώδους εκπαίδευσης και που στις 11.1.1878 είναι νόμος, ο Χθ'νόμος. Το νομοσχέδιο του θ. Δηλιγιάννη αφορά μόνο τη δημοτική εκπαίδευση. Όπως και το νομοθετικό κείμενο του 1834 απέφευγε να δώσει σαφή νομοθετημένο σκοπό για τη δημοτική εκπαίδευση έτσι και στο νομοσχέδιο του ο θ. Δηλιγιάννης το αποφεύγει. Το ίδιο έχει γίνει και στο νόμο Χθ'.

ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ. Ο θ. Δηλιγάννης στο νομοσχέδιο του προτείνει τη θέσπιση τριών τύπων σχολείων δημοτικής εκπαίδευσης. Τα γραμματοδιδασκαλεία με 4 τάξεις για τα μικρά χωριά, τα κοινά δημοτικά σχολεία με 4 τάξεις για τα χωριά με περισσότερους από 300 κατοίκους και τα πλήρη δημοτικά σχολεία με 6 τάξεις για τους δήμους και τις πρωτεύουσες νομών και επαρχιών.

Διαπιστώνουμε πως και το νομοσχέδιο του θ. Δηλιγιάννη θέλει κατακερματισμένη τη δημοτική εκπαίδευση. Όμως η κατανομή που κάνει, καθώς και ότι το Γραμματοδιδασκαλείο είναι 4 ετές - χωρίς να έχει το ίδιο πρόγραμμα με το κοινό δημοτικό σχολείο - εξασφαλίζει μεγαλύτερη επέκταση για τα πλήρη δημοτικά σχολεία και ιδιαίτερα στις αραιοκατοικημένες περιοχές.

Ο θ. Δηλιγιάννης για το θέμα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ορίζει ότι «οι κατοικούντες εν κώμη εν ή υπάρχει ιδρυμένον είτε κοινόν είτε πλήρες δημοτικόν σχολείον, οφείλουσι να προσαγάγωσιν εις αυτό και εγγράψωσιν ως μαθητάς τους παίδας των, άμα συμπληρώσαντος το έκτον έτος της ηλικίας των μετά τούτο δε να αποστέλλωσι αυτούς, τακτικώς εις το σχολείον, μέχρι να διανύσωσι την εν αυτώ μαθητείαν των και λάδωσι μετά την νόμιμον εξέτασιν το απολυτήριόν των. Την αυτήν υποχρέωσιν έχουσι και οι κατοικούντες εν κώμη ένθα υπάρχει γραμματοδιδασκαλείον (...)» (17).

Δηλαδή η υποχρεωτική εκπαίδευση αρχίζει από το 6 έτος της ηλικίας και διαρκεί 4 έτη. Ένα νέο στοιχείο στο νομοσχέδιο είναι ότι προβλέπει τη λειτουργία νηπιαγωγείων. Στο άρθρο 40 αναφέρεται: «Εν τοις δημοτικοίς σχολείοις των θηλέων δεν επιτρέπεται να διδάσκωνται παίδες. Νήπια όμως εισίν εν αυτοίς δεκτά, όταν εν τοις σχολείοις τούτοις υπάρχη προσηρτημένον νηπιαγωγείον». Η αναφορά αυτή του θ. Δηλιγιάννη, όπως και εκείνη του Γ. Βακαλόπουλου, αλλά και μια σειρά στοιχεία3 αποδεικνύουν πώς λειτουργούσε ένα δίκτυο νηπιαγωγείων.

Μια διάκριση που εισάγει ο θ. Δηλιγιάννης είναι αυτή που αφορά τα σχολεία θηλέων, αφού τα «δημοτικά σχολεία των θηλέων εισί κοινά (...)» (42), δηλαδή

ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

(Νομοσχέδιο θ. Π. Δηλιγιάννη)

Πλήρη Δημοτικά Σχολεία

α

6'

γ

6'

ε

στ

Κοινά Δημοτικά Σχολεία

Γραμματοδιδασκαλείο

α'

β'

Υ'

δ'

α'

β'

γ'

δ'

4ετούς φοίτησης, και «διδάσκουσι γυναίκες, αξιωθείσαι το πτυχίον της διδασκάλου» (41). Επειδή δεν υπάρχει νομοσχέδιο, αλλά ούτε και εκφρασμένη άποψη για τη μέση εκπαίδευση και την πρόσβαση σ' αυτή, από τον θ. Μίληση, δημιουργείται ένα κενό σχετικά με τη δυνατότητα πρόσβασης των κοριτσιών στη μέση εκπαίδευση.

Ακόμη ο θ. Δηλιγιάννης διατηρεί την καταβολή των διδάκτρων, άσχετα αν αυτά είναι πολύ μικρά, και απαλλάσει μόνο τους μαθητές των Γραμματοδιδασκαλείων, δηλαδή των πιο φτωχών περιοχών.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΑΘΗΜΑΤΑ. Το πρόγραμμα που προτείνει ο θ. Δηλιγιάννης δεν διαφέρει από αυτό που πρότεινε ο Γ: Μίλησης. Και εδώ υπάρχουν τα νέα ελληνικά για το Δημοτικό σχολείο (κοινό), και συνυπάρχουν με τα αρχαία στο πλήρες. Αυτό που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι το πρόγραμμα των κοινών δημοτικών σχολείων έγινε πρόγραμμα των δημοτικών σχολείων με το νόμο ΧΘ7 1878. Οι παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν για το πρόγραμμα και τα μαθήματα του νομοσχεδίου του Γ. Μίληση ισχύουν και για τα αντίστοιχα του νομοσχεδίου του θ. Δηλιγιάννη.

Στο νομοσχέδιο αυτό επαναλαμβάνεται, με λιγότερη ένταση, η απαγόρευση των σωματικών ποινών και κακώσεων: «Επιτρέπεται αυτοίς (δασκάλους) να επιβάλλωσιν εις τους μαθητάς παιδαγωγικός τιμωρίας, τας οποίας θέλουσι κανονίσει ιδιαίτερα διατάξεις του επί της δημοσίας εκπαιδεύσεως υπουργείου, αλλ' απαγορεύονται αυστηρώς αϊ σωματικοί κακώσεις» (32).

ΔΑΣΚΑΛΟΙ. Προσπάθεια προστασίας των δασκάλων από τις μεταθέσεις και απολύσεις επιχειρεί και ο θ. Δηλιγιάννης. Στο άρθρο 12 αναφέρει πως «οι δάσκαλοι και εν τοις κοινοίς και εν τοις πλήρεσι δημοτικοίς σχολείοις διορίζονται υπό του επί της δημοσίας εκπαιδεύσεως υπουργού. Δεν μετατίθενται όμως ουδέ παύονται υπό του υπουργείου, αλλ' υπό της εν τω νομώ αρχής, της ασκούσης την επί των εκπαιδευτηρίων τούτων νόμιμον εποπτείαν, και δϊ αποφάσεως ητιολογημένης» (12). Ενώ ο διορισμός των Γραμματοδιδασκάλων γίνεται με αίτηση του δημάρχου ή των κατοίκων και στις μεταξύ τους συμβάσεις δεν ενέχεται το δημόσιο ταμείο (15, 16).

Αν συγκρίνουμε τις διατάξεις αυτές με τις αντίστοιχες του νομοσχεδίου του Γ. Μίληση διαπιστώνουμε ότι εκείνες είναι περισσότερο αυστηρές, διαφυλλάσουν τους δασκάλους, αλλά και ταυτόχρονα ισχυροποιούν τις συγκεντρωτικές τάσεις.

Σημειώσεις

1. Θ.Π. Δηλιγιάννης: Γεννήθηκε στα Λαγκάδια της επαρχίας Γορτυνίας στις 2.1.1820.

1845: Συντάκτης πρακτικών της Βουλής.

1863: Υπουργός Εξωτερικών (1864, 1869, 1878, 1885).

1865: Σύμβουλος Επικρατείας.

1869: Υπουργός Οικονομικών (1971, 1878, 1885, 1890, 1895, 1902).

1877: Υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημ. Εκπαιδεύσεως (1878, 1895).

1885: Πρωθυπουργός (1890, 1895, 1902, 1904).

1890: Υπουργός Στρατιωτικών (1902)

2. «Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής» Τ' Συνόδου, Ζ' περιόδου, σ. 24, Αθήναι 1878. Το νομοσχέδιο δημοσιεύτηκε και στον «Ανατολικό Αστέρα», 24 Δεκεμβρίου, 1877.

3. Ανέκδοτη εργασία της θ. Τσεσμετζή για τα νηπιαγωγεία στο 19ο αιώνα.

8. Νομοσχέδια Γ. Μιλήση και θ. Δηλιγιάννη:

Η Κατάθεση στη Βουλή και η άποψη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής

Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ. Ενώ στις 20.6.1877 ο θ. Δηλιγιάννης κατέθεσε στη Βουλή το νομοσχέδιο «περί συστάσεως του Διδασκαλείου» (ο νόμος Χθ') και την 11.11.1877 καταθέτει τα δύο άλλα, ο Γ. Μίλησης στην αγόρευση του στη Βουλή την ίδια μέρα λέει: «Η σύστασις Διδασκαλείου αποτελεί μέρος της προκαταρκτικής ή δημοτικής εκπαιδεύσεως, περί της οποίας ο κ. υπουργός της παιδείας υπέβαλε σήμερον νομοσχέδιον επομένως δεν έχει πλέον λόγον υπάρξεως το νομοσχέδιον το ειδικόν περί ανασυστάσεως του Διδασκαλείου, αλλά το ζήτημα τούτο πρέπει να αφέθη, όπως συζητηθή μετά του γενικού νόμου περί δημοτικής εκπαιδεύσεως»1.

Μετά την άρνηση του θ. Δηλιγιάννη στην πρόταση αυτή, ο Γ. Μίλησης κάνει μια παρατήρηση: «Αυτά τα νομοσχέδια τα οργανικά θα συζητηθώσιν άνευ της προεξελέγξεως των αρμοδίων επιτροπών; Εννοώ κ. Πρόεδρε, η Βουλή να συζήτηση αμέσως νομοσχέδια αφορώντα εις τας προπαρασκευάς, αλλά δεν εννοώ να συζήτηση, νόμους οργανικούς άνευ της αναγκαίας προεξεργασίας των επιτροπών. Τι μας διάζει εις τούτο; (...) Δια τούτο κ. Πρόεδρε, προτείνω να μη προβή η Βουλή εις τρίτην ανάγνωσιν του νομοσχεδίου περί συστάσεως διδασκαλείου, (οπότε και μπορούσε να ψηφιστεί), αλλά να παραπεμφθή το νομοσχέδιον τούτο εις την αρμοδίαν επιτροπήν. Γνωρίζετε, κύριοι, ότι δια να εκτέλεση η Βουλή σπουδαίως το καθήκον το οποίον έχει ίνα συντρέχη εις τον τέλειον καταρτισμόν των νόμων, πρέπει τα νομοσχέδια να παραπέμπονται εις τας επίτροπος, αϊ οποίοι σύγκεινται από ειδικούς άνδρας, έχοντες και τον καιρόν να τα εξετάζουν επισταμένως»2.

Η πρόταση του Γ. Μίληοη για απόσυρση του νομοσχεδίου «περί ανασυστάσεως του Διδασκαλείου» δεν εγκρίθηκε και έτσι ψηφίστηκε αργότερα.

Στη συνεδρία της Βουλής την 17η 11.1877, ο Γ. Μίλησης καταθέτει το δικό του νομοσχέδιο. Στην αγόρευση του επισήμανε τα εξής:

«Το νομοσχέδιο τούτο παρασκεύασε πέρυσιν επιτροπή, εργασθείσα επί ημέρας πολλάς εν τω υπουργείω της Παιδείας υπό την προεδρείαν μου, κατήρτισα δε κατόπιν εγώ και συνεπλήρωσα αυτό εν άλλοις, αλλά δεν το υπέβαλον εις την Βουλήν αμέσως τότε, διότι εσκέφθην ότι τοιούτον έργον έπρεπε να ή ναι προϊόν ωρίμου σκέψεως και μελέτης όλων των λογίων ανδρών της τε ελευθέρας και δούλης Ελλάδος. Δια τούτο προτίμησα να τυπώσω το νομοσχέδιον τούτο εις ολίγα αντίτυπα, τα οποία και απέστειλα ήδη εις ειδικούς άνδρας και εντός και εκτός της Ελλάδος, προκαλών την επ' αυτού γνωμοδότησίν των.

Αναγνωρίζω κύριοι ότι ούτε σήμερον είναι ώριμον προς συζήτησιν το νομοσχέδιον μου. Όταν πρόκειται ν' ανατικαταστήσωμεν ή τροποποιήσωμεν σύστημα λειτουργούν επί 43 έτη εν τω τόπω και κληροδοτηθέν ημίν παρ' ανδρών ειδικών, σοφών, γνώσιν πλήρη εχόντων του έργου, το οποίον επιχείρησαν, οφείλομεν να βαδίσωμεν βραόέως και μετά πολλής περισκέψεως, όπως η αντικατάστασις ή τροποποίησις επέλθη επ' ωφελεία της δημοσίας εκπαιδεύσεως. Αλλ' επειδή ο κ. υπουργός της παιδείας υπό αξιέπαινου §>αίως ζήλου ορμώμενος, υπέβαλεν ήδη εις την Βουλήν νομοσχέδιον περί στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, νομίζω, ότι έχω καθήκον να συνυποβάλλω και εγώ, ως έχει το νομοσχέδιον μου, δια να χρησιμεύση οπωσδήποτε εις την ακριβή εκτίμησιν του έργου, όπερ ο κ. υπουργός της παιδείας παρουσιάζει (...). Όταν δε έλθη η ώρα της συζητήσεως, τότε επιφυλάσσομαι ν' αναπτύξω τας ελλείψεις, τας οποίας η πείρα κατέδειξεν εις το ισχύον σύστημα της εκπαιδεύσεως, τας βάσεις του νέου συστήματος, του δια του νομοσχεδίου μου εισαγομένου, την εν γένει οικονομίαν τούτου και τους καρπούς, τους οποίους επαγγέλλεται να φέρει»3.

Η ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ. Τα δύο νομοσχέδια ä παραπέμφθηκαν να μελετηθούν από την «επί της εκπαιδεύσεως επιτροπήν της 4; Βουλής».

Η επιτροπή προτίμησε το νομοσχέδιο του θ. Δεληγιάννη γιατί ήθελε «να καταστήση μάλλον εκτεταμένην την πληρεστέραν δημοτικήν εκπαίδευσιν δια της εν εκάστω δήμω συστάσεως πλήρων σχολείων» γιατί «δικαιότερον είναι να ληφθή η δέουσα φροντίς μάλλον υπέρ των οικούντων τας μικράς πόλεις και κώμας, εν αίς και ο μείζων πληθυσμός της χώρας υπάρχει».

Αλλά ο κυριότερος λόγος προτίμησης του νομοσχεδίου του θ. Δηλιγιάννη και απόρριψης του Γ. Μίληση είναι ότι το πρώτο «εν γένει περιορίζεται δια καταλλήλων μεταρρυθμίσεων να βελτιώση όσα μέρη της ισχύουσας νομοθεσίας θεωρεί χρήζοντα τοιαύτης βελτιώσεως, αποφεύγον μετά περιεσκεμμένης φειδούς το να καινοτομήση ως οίοντε επί πλείστον, ως συμβαίνει εν τω ετέρω σχεδίω»4.

Η κυβέρνηση αυτή την εποχή είναι οικουμενική και συμμετέχουν ο Χ. Τρικούπης (έχει 25 δουλευτές), ο θ. Ζαίμης (25 δουλευτές), ο Α. Κουμουνδούρος (80 δουλευτές), ο Ε. Δεληγιώργης (30 δουλευτές). Αυτή η πλειοψηφία απορρίπτει το νομοσχέδιο του Γ. Μίληση. Με τη σύνθεση της δούλης που είναι σαφώς υπέρ των παλαιοκομματικών δυνάμεων, είναι λοιπόν αιτιολογημένη η απόρριψη αυτή. Παρ' όλο ότι διάφοροι κοινοβουλευτικοί άνδρες κατά καιρούς ασπάστηκαν τη διαπίστωση που έκανε ο Γ. Μίλησης το 1876 στη Βουλή ότι είναι «εμπαιγμός του έθνους» η εκπαιδευτική κατάσταση και παρ' όλο ότι όλο και μεγαλύτερες δυνάμεις συνειδητοποιούν την εκπαιδευτική πραγματικότητα και αναζητούν λύσεις, το κοινοβούλιο δεν μπορεί να αποδεχτεί το μεταρρυθμιστικό σχέδιο του Γ. Μίληση.

(Στο επόμενο τεύχος το Γ' Μέρος)



Πίνακες και διαγράμματα: