Η σαθρή σταθερότητα της σύγκλισης H επικαιρότητα της περιόδου σημαδεύεται από μια σοβαρότατη αντίφαση η οποία βρίσκεται στη βάση των τελευταίων εξελίξεων. Από τη μια η ακλόνητη πολιτική προσήλωση στη νομισματική ένωση (και η πεποίθηση ότι η διαδικασία αυτή θα εκκινήσει πράγματι το 1999) και από την άλλη η εκπληκτική κοινωνική κινητικότητα που ταράζει κάθε τόσο το πολιτικό τοπίο και την ασύλληπτη αναισθησία των εκσυγχρονιστών.

Ένα γεγονός οφείλει να επισημανθεί όμως από την αρχή. Η σταθερότητα στόχων και μέσων των κρατούντων προκειμένου να επιβληθούν διά της βίας οι πολιτικές επιλογές της λιτότητας χωρίς ορίζοντα. Οπότε ανακύπτει αμέσως το ερώτημα: Η σταθερότητα των επιλογών και η δυναμική επιβολή τους στηρίζεται αποκλειστικά στη βία; Ποιες κοινωνικές παράμετροι συμβάλλουν στην παρατηρούμενη κυβερνητική ακαμψία και τη συγκρουσιακή λογική απέναντι σε κάθε αμφισβήτηση; Και ακόμη περισσότερο, ποιο είναι το στοιχείο εκείνο που διαμορφώνει αποφασιστικά την αίσθηση υπεροχής του κυβερνητικού στρατοπέδου, ώστε να το εξωθεί στην αναμέτρηση με κάθε κοινωνική αμφισβήτηση και διεκδίκηση με την αίσθηση της βέβαιης νίκης;

Τρεις είναι οι βασικές συνιστώσες που συγκροτούν την αίσθηση υπεροχής:

Η ήττα του εργατικού κινήματος και η αντιδραστική κυβερνητική πολιτική συνδυάζεται με την πλέον πληκτική απόπειρα διαλόγου για την Κεντροαριστερά, στην οποία συμμετέχει το πλέον αποχαυνωμένο πολιτικό προσωπικό, παραπροϊόν των διαδικασιών αποσύνθεσης της Αριστεράς τα τελευταία χρόνια.

Η άνεση με την οποία οι κρατούντες προκαλούν τις κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις και ομάδες μαρτυρά την αδύνατη θέση στην οποία έχει περιέλθει η εργασία στον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων. Η υπερβολική αλαζονεία μπορεί όμως να σηματοδοτεί και την αποστασιοποίηση από τις τρέχουσες αντιφάσεις και δυναμικές της συγκυρίας, άρα το γενικότερο εφησυχασμό των κρατούντων. Υπό προϋποθέσεις, αυτό το συγκεκριμένο μπορεί να αποδειχθεί το αδύνατο σημείο τους...