Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΟΥ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΥΣ ΤΟΥ (1917-1924).
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΑΥΤΟΑΜΥΝΑ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΜΑΧΗΤΙΚΟΤΗΤΑ
του Δημήτρη Μπελαντή

Μέρος Β΄

2. Τα κριτήρια προσδιορισμού της "εχθρικής" δραστηριότητας: από το κέντρο στην περιφέρεια

2.1. Η οργάνωση της "κόκκινης τρομοκρατίας" και το θεωρητικά σαφές όριο της ανατρεπτικής βίας

"Ένα καθεστώς που ριζώνει τόσο βαθιά μέσα στις μάζες δεν έχει ούτε τον παραμικρότερο λόγο να θίξει τη δημοκρατία. Δεν μπορεί πάντα να τα βγάλει πέρα χωρίς βία, στις περιπτώσεις εκείνες που ασκείται βία για να πνίξουν τη δημοκρατία...Το καθεστώς όμως που ξέρει ότι έχει μαζί του τις μάζες, θα χρησιμοποιήσει τη βία, μόνο για να περιφρουρήσει τη δημοκρατία και όχι για να την καταργήσει.." Κ. Κάουτσκυ 1918

"Η δικτατορία (: ως βίαιη κυριαρχία) χρειάζεται κατά τους Μαρξ και Ένγκελς για να τσακίσουμε την αντίσταση της αστικής τάξης, για να εμπνέουμε τρόμο στους αντιδραστικούς, για να διατηρήσουμε το κύρος του ένοπλου λαού απέναντι στην αστική τάξη, για να μπορεί το προλεταριάτο να καταστείλει με τη βία τους αντιπάλους του."

Β.Ι. Λένιν 1918

Η συγκυρία του τέλους του 1917 και των αρχών του 1918 ενεργοποιεί την βίαιη κατασταλτική απάντηση της Σ.Ε. απέναντι στις συνωμοσίες βίαιης ανατροπής των αστικών κομμάτων (ιδίως των Καντέ) και των "δημοκρατικών" κεντρώων κομμάτων (εσέρων, μενσεβίκων). Η απάντηση προσλαμβάνει είτε την μορφή της αναστολής δικαιωμάτων και των διοικητικών απαγορεύσεων και αποκλεισμών κατά κομμάτων είτε την μορφή μαζικών συλλήψεων ατόμων ενεχόμενων σε "λευκές" συνωμοτικές δραστηριότητες και μαζικών εκτελέσεων συχνά χωρίς δίκη εκ μέρους διοικητικών μηχανισμών ασφάλειας κυρίως της ΤΣΕΚΑ.

Ο κύκλος ανοίγει με την απαγόρευση και διάλυση του κόμματος των Καντέ το Νοέμβριο 1917, οι οποίοι ανοιχτά υποστηρίζουν την εξεγερσιακή δράση κατά της Σ.Ε. σε συντονισμό με τις "λευκές" στρατιές. Το κόμμα των Καντέ είναι το μοναδικό κόμμα το οποίο σε αυτήν την φάση διαλύεται τυπικά25. Κατά την διάλυσή του ο Λ. Τρότσκι δηλώνει ότι: "Τους εχθρούς μας σε λίγο θα τους περιμένει όχι μόνο η φυλακή αλλά και η γκιλοτίνα" (σε Καρρ, τ. Ι σελ. 213).

Οι ηγέτες των καντέ καθώς και οι ηγέτες των δεξιών εσέρων συλλαμβάνονται τον 12.1917 ως ενεχόμενοι σε ανατρεπτική δραστηριότητα αλλά οι εφημερίδες και ο τύπος τους εξακολουθεί να λειτουργεί νόμιμα έως το 1918,26 οπότε και απαγορεύεται η έκδοση. Κατά την διάρκεια του 1918 ακολουθούν χιλιάδες συλλήψεις και εκτελέσεις από τον χώρο των "καντέ" και των "λευκών" κυρίως με πρωτοβουλία της ΤΣΕΚΑ27.

Η στάση προς τα δημοκρατικά κόμματα του "κέντρου" είναι κυμαινόμενη στο χρόνο. Ιδίως τα κόμματα των μενσεβίκων και των εσέρων ("αριστερών" και "δεξιών") τίθενται στο στόχαστρο των οργάνων της Σ.Ε. και του κόμματος των Μπολσεβίκων λόγω των μυστικών συνεννοήσεων με το "λευκό μέτωπο" και της σαφούς ανατρεπτικής τους στάσης. Τον Ιούνιο του 1918 (4-6-1918) και ενώ μαίνεται ο εμφύλιος πόλεμος με απόφασης της ΠΚΕΕ (Πανενωσιακής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ, VTSIK) αποκλείονται οι μενσεβίκοι και δεξιοί εσέροι από την ΠΚΕΕ28. Έχει προηγηθεί απόφαση της ΚΕ των δεξιών εσέρων του Μαίου 1918, η οποία καλεί ανοιχτά στην "ανατροπή της μπολσεβίκικης δικτατορίας και στον σχηματισμό μιας κυβέρνησης στηριγμένης στην καθολική ψηφοφορία και πρόθυμης να δεχτεί τη βοήθεια των συμμάχων στον πόλεμο κατά της Γερμανίας" (Ε. Καρρ όπ. π. σελ. 218). Η "αριστερή" τάση των εσέρων παραμένει στην κυβέρνηση ως μειοψηφία ως την συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ -την οποία αποδοκιμάζει- και στην ΠΚΕΕ των σοβιέτ ως το Σεπτέμβριο 1918. Σε συνθήκες διακηρυγμένης άσκησης εκ μέρους τους ατομικής τρομοκρατίας, οι αριστεροί εσέροι αποπέμπονται από τα σοβιέτ και αντιμετωπίζουν μαζικές διώξεις και συλλήψεις. Όμως δεν διαλύονται τυπικά ως οργάνωση. Αντίθετα μάλιστα ως τα 1920-21 λειτουργεί νόμιμα ένα τμήμα των αριστερών εσέρων υπό τον Στάινμπεργκ, το οποίο δηλώνει την αποδοχή νομιμότητας της Σ.Ε.29.

Όσον αφορά τους δεξιούς εσέρους και μενσεβίκους το Νοέμβριο 1918 ξαναγίνονται "δεκτοί" στα σοβιέτ μετά από πολιτική συμφωνία και αφού δηλώνουν την νομιμοφροσύνη τους (ότι δεν σκοπεύουν να αντιπαρατεθούν βίαια στην Σ.Ε.)30. Έχει προηγηθεί η ανεπιτυχής συμπόρευση με τον Κόλτσακ στην Ανατολή και στις κυβερνήσεις της Σιβηρίας και η ρήξη με αυτές ως "αντιδραστικές". Οι εφημερίδες και τα έντυπα των κομμάτων του "κέντρου" κυκλοφορούν κατ' αρχήν νόμιμα, υποκείμενα όμως σε προληπτική λογοκρισία βάσει ενός διατάγματος της 9-11-191731.

Μετά τον χειμώνα του 1920-1921 και την συγκυρία της Κρονστάνδης τα κόμματα του "κέντρου" απαγορεύονται και τυπικά καθώς θεωρούνται ότι μετέχουν στο ρεύμα της ανατροπής. Ειδικότερα, πολλοί εσέροι ηγέτες δικάζονται τον Φεβρ.1922 για συνωμοσία κατά του σοβιετικού καθεστώτος32.

Το αναρχικό ρεύμα επίσης αντιμετωπίζεται από τα κρατικά όργανα και τους μπολσεβίκους υπό το πρίσμα της συμμετοχής του σε ανοιχτή ανατρεπτική δράση. Κρίσιμο αποβαίνει το περιστατικό του Ιουλίου 1918: μία ομάδα αναρχικών επιτίθεται στα γραφεία του μπολσεβίκικου κόμματος στην Μόσχα με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 ατόμων. Την ίδια περίοδο πολλοί αναρχικοί μετέχουν στην γενικευμένη εξέγερση των αριστερών εσέρων. Ακόμη και στην φάση αυτήν ο Λένιν προσπαθεί να υπερασπισθεί μία γραμμή διαχωρισμού ανάμεσα σε αυτούς που επικρίνουν ιδεολογικά την Σ.Ε. και συγκρούονται πολιτικά με αυτήν και σε εκείνους που στρατιωτικά επιτίθενται σε αυτήν και μετέχουν σε εγχειρήματα βίαιης ανατροπής. Η διαφοροποίηση αυτή συνδέεται αναντίρρητα με την ενδεχόμενη συμμετοχή ή πάντως την ευμενή στάση για κάποιο διάστημα μερίδων των αναρχικών και των αναρχοσυνδικαλιστών στην Κομμουνιστική Διεθνή. Μετά την Κρονστάνδη και την συμμετοχή στο κίνημα του Νέστωρ Μαχνό, τον "θερμό χειμώνα" 1920-1921, τα δεδομένα αλλάζουν: ακολουθεί η γενικευμένη απαγόρευση κυκλοφορίας εντύπων και οι μαζικές φυλακίσεις33. Το αναρχικό κίνημα καθίσταται απολύτως παράνομο, σε μία φάση όμως που ήδη φθίνει και υποχωρεί.

Αξίζει σε αυτό το σημείο να κρατήσουμε την γενική γραμμή του Λένιν, σημαντικά διακριτή από την λοιπή μπολσεβίκικη ηγεσία. Η γραμμή αυτή εισάγει μία γραμμή νόμιμης δράσης στο εσωτερικό των μικροαστικών κομμάτων και των αναρχικών, των "μη αστικών" δηλαδή αντιπολιτευτικών ρευμάτων: όσοι δεν μετέχουν σε ανοιχτή ανατρεπτική δράση μπορούν να παραμείνουν στα σοβιέτ και να δρουν νόμιμα-όσοι συμμετέχουν στην απόπειρα βίαιης ανατροπής πρέπει να καταστέλλονται34. Αντίθετα προς μία ευρέως διαδεδομένη αντίληψη που θέλει τον Λένιν συνολικά "δικτατορικό" και εκπρόσωπο γιακωβινικών αντιλήψεων ο Λένιν προτάσσει μία θέση προτεραιότητας της ιδεολογικής ταξικής πάλης έναντι του καταναγκασμού και της δράσης "αυτονομημένων" μηχανισμών καταστολής -τα σοβιέτ πεδίο αντιπαράθεσης και ανοιχτής πάλης, στον βαθμό που δεν αμφισβητείται βίαια η νομιμότητά τους, μία θέση εν τέλει "σοσιαλιστικού πλουραλισμού" απέναντι σε ένα κόμμα "αυτονομούμενο" και σκληρυμένο απέναντι στην αντιπαράθεση και στην ανοιχτή διαπάλη των ιδεών. Το ότι αυτή η θέση δεν επικρατεί στην πολιτική πρακτική, αποτελεί απόρροια της ταξικής πάλης στον σοβιετικό σχηματισμό και όχι αποτέλεσμα των παλινδρομήσεων του ("θετικού" ή "αρνητικού") "προσώπου Λένιν".

2.2. Η θεμιτότητα της άμυνας της Σ.Ε. ως επαναστατικής αντιβίας: άοπλοι ή πάνοπλοι προφήτες35;

Η σοβιετική εξουσία του 1917-1921 είναι μία αντικειμενικά αμυνόμενη επαναστατική εξουσία. Ανεξάρτητα από την εξέλιξη των συγκρούσεων για τον πραγματικό χαρακτήρα της αυτό που πλήττεται από την ιμπεριαλιστική επέμβαση και την αντεπαναστατική κίνηση είναι η ύπαρξη μιας εξουσίας που στηρίζεται στις επαναστατικές διαθέσεις του λαού.

Η εξουσία αυτή έχει άραγε ένα "φυσικό δικαίωμα" (μία ηθικοπολιτική νομιμοποίηση) να υπερασπίσει τον εαυτό της με την βία απέναντι στην προοπτική ανατροπής της και επανεγκαθίδρυσης του ancient regime; Η Β' Διεθνής κατά την εποχή εκείνη αμφισβήτησε αυτό το δικαίωμα (πρβλ. την συζήτηση Λένιν-Κάουτσκυ του 1918). Σήμερα, ακόμη περισσότερο, η αυτοάμυνα της σοβιετικής εξουσίας του 1917-1921 θεωρείται ως η αφετηρία του "σταλινικού δεσποτισμού". Κατά την γνώμη μας αναμφισβήτητα υφίσταται το "δικαίωμα στην αυτοάμυνα", και αυτό για δύο λόγους σχετικά ανεξάρτητους μεταξύ τους.

Ο πρώτος αφορά την ίδια την φύση κάθε (ταξικής) κρατικής εξουσίας και του ταξικού συνασπισμού που αυτή εκπροσωπεί, να αυτοπροστατευθεί απέναντι στην υλική και βίαιη άρνησή του. Απέναντι σε αυτόν τον υλικό και παρόντα (όχι "ιδεολογικό") κίνδυνο ανατροπής η κρατική εξουσία αμύνεται και μάλιστα με έναν τρόπο πρώτιστα βίαιο και υλικό, ο οποίος στον πυρήνα του δεν θεσμοποιείται ούτε "νομικοποιείται".

Η στιγμή (ή μάλλον: η φάση) της άμεσης "αυτοάμυνας" απέναντι στην επανάσταση ή στην αντεπανάσταση είναι μία στιγμή "ολοκληρωτικής" άσκησης της εξουσίας, άρνησης του αναλογικού μέτρου, των εγγυήσεων και των ελέγχων, άρνησης της γενικής και αφηρημένης επιταγής, είναι μία στιγμή της "ανάγκης" όπου οι επαναστάτες-κρατούντες δεν κυβερνούν βασικά μέσα από το Σύνταγμα και τον "συμβιβασμό" αλλά μέσα από την υλική καταναγκαστική βία. Ο "νόμος" αυτής της στιγμής είναι η ικανότητα διατήρησης της υπεροχής του κρατικού μονοπωλίου βίας και εξουδετέρωσης των φορέων και των πρακτικών βίας που στοχεύουν στην ακύρωσή του. Η άρνηση αυτής της πραγματικότητας ισοδυναμεί με την άρνηση της βαθύτερης ουσίας της κρατικής εξουσίας ως οργανισμού που μονοπωλεί την "νόμιμη βία" και στηρίζεται πρωταρχικά στην βία και δευτερογενώς στον νόμο36.

Από αυτήν την άποψη μπορεί να θεωρηθεί δικαιωμένη η θέση ότι η ικανότητα επιβολής της "κατάστασης έκτακτης ανάγκης" επί των αντιπάλων του καθεστώτος αποτελεί αυτήν καθ' αυτήν την θεμελίωση της κυριαρχίας του φορέα της κρατικής εξουσίας εκείνης της "βούλησης" που έχει την ικανότητα να αποφασίζει37. Η "κανονιστική" θεώρηση της θεμελίωσης της ισχύος των κρατικών πράξεων σε έναν υπέρτερο κανόνα δεν θα μπορούσε να βρει ισχύ σε μία περίοδο όπου διακυβεύεται η ίδια η ύπαρξη του συστήματος κυριαρχίας που εγκαθιδρύει η "απόφαση" του νέου κυρίαρχου (με ταξικούς όρους: του σοβιετικού εργατοαγροτικού συνασπισμού). Όμως το ιδιόμορφο στην συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία έγκειται στο ότι η τάξη θεσμών που εγκαθιστά η "απόφαση" του Οκτώβρη 1917 είναι υποχρεωμένη σχεδόν αμέσως να προσφύγει στα μέσα της "κατάστασης έκτακτης ανάγκης" για να αυτοπροστατευθεί. Με αυτήν την έννοια η "απόφαση" έχει διττή σημασία: θεμελίωση της νέας κυριαρχίας και ραγδαία υπέρβαση της κανονιστικής της συγκρότησης για την διαφύλαξη της πολιτικής της ουσίας38.

Όμως η άμυνα της Σ.Ε. δεν μπορεί να αποδοθεί απλώς στην νομιμότητα άμυνας της όποιας εξουσίας, της Εξουσίας γενικά. Πρόκειται για μία ειδική νομιμοποίηση ("Legitimation") της άμυνας της κρατικής εξουσίας, η οποία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τους στόχους και το αξιολογικό περιεχόμενο της ιδιαίτερης αυτής μορφής εξουσίας, της επαναστατικής εξουσίας.

Η "αρχή σωτηρίας της επανάστασης", ακόμη και αν κινδυνεύει να οδηγήσει σε μία "ισοπεδωτική" και "ανελεύθερη" μαχητικότητα -και εδώ έγκειται η αμφισημία και η ανοιχτή διαλεκτική κάθε "χειραφετητικού" προτάγματος-, δεν είναι μία διοικητική επιταγή αλλά μία αξιολόγηση μαζικά αποδεκτή, μία εμπειρία και πρακτική ασκούμενη από μία εξεγερμένη λαϊκή πλειοψηφία. Ως τέτοια παρά το ότι παραβαίνει "στιγμιαία" ένα σύστημα δημοσίων εγγυήσεων και δικαιωμάτων ισοπολιτειακό, παρουσιάζει την τάση να υπερασπίσει τον πυρήνα μιας νέας θεσμικής νομιμότητας, να συντηρήσει έναν στρατηγικό συσχετισμό δύναμης που βγαίνει από την "ρήξη" ως αναγκαίο όρο ενός νέου "συμβιβασμού" που θα επικυρώνει και θα αναδιοργανώνει τις δημόσιες εγγυήσεις τόσο υπέρ των "συμμάχων" και των "αντιπάλων" της εργατικής τάξης όσο και υπέρ της ίδιας της εργατικής τάξης στον βαθμό που αυτή διαθέτει και πρέπει να διαθέτει αυτονομία απέναντι στο κράτος της.

Ο συμβιβασμός θα εκδηλωθεί όταν η στιγμή του "εμφυλίου" θα έχει ξεπεραστεί (πλευρά αυτής της προσπάθειας συμβιβασμού υπήρξε στα 1921-1928 και η ΝΕΠ). Ως τέτοια πλειοψηφική πρακτική η "στιγμή" της σοσιαλιστικής αυτοάμυνας διαθέτει μία πρωτογενή συντακτική κανονιστική ισχύ, αποτελώντας συνέχεια της "επανάστασης" συντηρεί και διαμορφώνει την τάξη που μπορεί να εξελιχθεί σε ένα σύστημα σοσιαλιστικού πλουραλισμού και υπό την έννοια αυτή είναι περισσότερο "απόφαση" σύνταξης ενός καθεστώτος παρά το ίδιο το συντεταγμένο σοσιαλιστικό καθεστώς39.

Με την παραπάνω έννοια η "στιγμή" της βίαιης αυτοάμυνας της επανάστασης είναι μία στιγμή από την ουσία της γιακωβίνικη και "πολεμική" και όχι εγγυητική, μία στιγμή όπου το "δημοκρατικό" (αυτοκαθοριζόμενο) στοιχείο ηγεμονεύει επί του φιλελεύθερου-εγγυητικού, ακόμη περισσότερο το συμπιέζει και το αποδυναμώνει40. Ο "λαός" ως πληθυσμός διακρίνεται από τον "λαό" ως φορέα της επαναστατικής βούλησης, ο οποίος είναι και ο αυτοκαθοριζόμενος "κυρίαρχος" της νέας εξουσίας. Ενώ ο "λαός" ως κυρίαρχος (στην σοσιαλιστική επανάσταση ταξικά καθορισμένος: η εργατική τάξη και οι σύμμαχες της τάξεις) απολαμβάνει κατ' αρχήν των εγγυήσεων, το "αντιδραστικό" τμήμα του λαού-πληθυσμού, το οποίο κατατείνει στην ανατροπή της κυριαρχίας, κηρύσσεται ως "εχθρός". Στη δε στιγμή του "εμφυλίου" στερείται των δικαιωμάτων του. Η ικανότητα κήρυξης του "εχθρού" πιστοποιεί την ύπαρξη της κυριαρχίας- και σε αυτό η καρλσμιττιανή θέση είναι ισχυρή. Είναι η στιγμή η ανάλογης έντασης με εκείνη κατά την οποία ο Σαιν Ζυστ απευθύνεται προς την Συμβατική ως εκπρόσωπος της Επιτροπής Δημόσιας Σωτηρίας με πλήρη επίγνωση των δύο αντιθέτων εννοιών του "λαού" και εμφατικά υποστηρίζει41:

"Η Δημοκρατία θα θεμελιωθεί μόνον όταν η θέληση του κυρίαρχου επιβληθεί πάνω στη μοναρχική μειοψηφία και βασιλέψει πάνω της με το δικαίωμα του κατακτητή. Δεν έχετε τίποτα πια να φεισθείτε ενάντια στους εχθρούς της νέας τάξης πραγμάτων και η ελευθερία πρέπει να νικήσει όποιο κι αν είναι το τίμημα (...) θα ήταν ευχάριστο να κυβερνά κανείς με τις αρχές της πραότητας και της φυσικής δικαιοσύνης. Οι αρχές αυτές είναι καλές μεταξύ των φίλων της λευτεριάς. Αλλά ανάμεσα στο λαό και στους εχθρούς του δεν υπάρχει τίποτα το κοινό πέρα από τη ρομφαία. Πρέπει να κυβερνιούνται με το σίδερο αυτοί που δεν μπορούν να κυβερνηθούν με τη δικαιοσύνη, πρέπει να καταπιεστούν οι τύραννοι".

Παρά την τάση μυστικοποίησης του "λαού" που ενυπάρχει στις παραπάνω γραμμές και ένταξής του σε μία "αναπόφευκτη αναγκαιότητα" και τις αυταρχικές δυνατές συνεπαγωγές αυτής της ερμηνείας, ο γιακωβινισμός της αναγκαίας αυτοάμυνας της επανάστασης δεν μπορεί να απαντηθεί και να απορριφθεί στο όνομα της "απόλυτης ηθικής των μέσων"42. Δεν μπορεί δηλαδή να απορριφθεί αφηρημένα στο όνομα της εν γένει παραγωγής βίας από την επαναστατική εξουσία και της μη τήρησης των εγγυήσεων ιδίως του σεβασμού της ανθρώπινης ζωής και ελευθερίας. Κυρίως επειδή η απόλυτη ηθική των μέσων παραβλέπει τόσο την ειδικότητα μιας "επαναστατικής" συγκυρίας όσο και την αμοιβαιότητα της σχέσης επαναστατική/αντεπαναστατική βία.

Η πάλη για την εξουσία σε έναν "επαναστατικοποιημένο" κοινωνικό σχηματισμό δεν ανταποκρίνεται σε ένα αφηρημένο επικοινωνιακό καθεστώς του οποίου οι "κοινωνοί" διαλέγονται και επιζητούν να πείσουν αλλήλους και στο πλαίσιο του οποίου μία διαιτητική εξουσία διασφαλίζει την ισότητα και την ελευθερία των "κοινωνών". Αντανακλά την στο έπακρο όξυνση της πολιτικής ταξικής πάλης. Δύο ανταγωνιστικοί (κοινωνικοπολιτικοί) συνασπισμοί δεν συνυπάρχουν σε ένα κοινό πεδίο ερίζοντας για τους όρους ρύθμισής του αλλά συγκρούονται επιζητώντας την επιβολή ριζικά αλληλοαποκλειόμενων πεδίων/πολιτικών καθεστώτων. Είναι φορείς μιας στιγμιαίας δυαδικής εξουσίας, η οποία θα οδηγήσει τελικά στην κατίσχυση ενός καθεστώτος από τα δύο. Συνεπώς η ασκούμενη βία δεν συνιστά παραβίαση ενός κανονιστικού καθεστώτος συνύπαρξης αλλά όχημα για την αποκλειστική κατίσχυση μεταξύ εναλλακτικών καθεστώτων, είναι μέσο επιλογής κανονιστικού πλαισίου και όχι αμφισβήτηση οικουμενικά αποδεκτού ρυθμιστικού πλαισίου. Πρόκειται για τον συλλογισμό του Ροβεσπιέρου, όταν μιλώντας στην Συμβατική την 25-12-1793 εξ ονόματος της Επιτροπής Δημόσιας Σωτηρίας διαχωρίζει την επαναστατική (δηλ. κατά την στιγμή του εμφυλίου) από την συνταγματική διακυβέρνηση και υποστηρίζει ότι "η επαναστατική κυβέρνηση έχει ανάγκη από μίαν εξαιρετική δραστηριότητα, επειδή ακριβώς βρίσκεται σε πόλεμο. Υπόκειται σε κανόνες λιγότερο ομοιόμορφους και λιγότερο αυστηρούς, γιατί οι περιστάσεις στις οποίες βρίσκεται είναι ταραγμένες και μεταβλητές..."43.

Η άρνηση της επαναστατικής βίας πρέπει να απαντηθεί ως θέση από δύο διακριτές μεταξύ τους οπτικές. Μία οπτική ηθικοπολιτικά κανονιστική και μία οπτική "στρατηγική". Η πρώτη αφορά έναν καθολικότερο προβληματισμό για την πολιτική βία, η δεύτερη ειναι σαφώς μεροληπτική και "μονομερής", καθώς αφορά εκείνους και μόνο που επιζητούν να απαντήσουν στο επαναστατικό πρόβλημα (και δέχονται την ύπαρξή του).

Η αρχήθεν και εν γένει άρνηση της επαναστατικής βίας αποτελεί άρνηση του "διαφωτιστικού ιδανικού", καθώς αποσυνδέει αφηρημένα την δημοκρατική εξουσία από τον αγώνα διεκδίκησής της, αλλά και νομιμοποιεί επίσης την αντεπανάσταση ως άμυνα του "παλαιού καθεστώτος". Η απόλυτη άρνηση της επαναστατικής βίας ως μία φιλελεύθερη ή μία "ηθικιστική" τοποθέτηση καθώς και η γενικότερη θέση ότι η επανάσταση οδηγεί αναπόφευκτα σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση της βίας, η οποία είναι και ο προπομπός του επερχόμενου ολοκληρωτισμού44 επιχειρεί να αποσυνδέσει το επίτευγμα της επανάστασης από τα μέσα της. Ενώ το δημοκρατικό πολίτευμα (δηλ. η αστική φιλελεύθερη δημοκρατία) προβάλλεται ως το βέλτιστο, η βίαιη κατάκτησή του γίνεται αντικείμενο μομφής.

Η θέση αυτή είναι ασυνεπής γιατί δεν βλέπει την αιτιακή σχέση, την πολιτική βία που γεννά ως ρήξη την δημοκρατική τάξη, θέλει να την υπερπηδήσει, ερμηνεύει την άσκηση βίας ως ένα "παραστράτημα", επιζητεί μία άλλη ιστορική εξέλιξη "χωρίς βία", όπου οι εγγυήσεις θα κατακτούνταν χωρίς "ρήξη", μέσα από μία σειρά συμβιβασμών με το "παλαιό καθεστώς", με την "μετεξέλιξή" του ενδεχομένως. Όμοια, ενώ οι κοινωνικές κατακτήσεις αναπόσπαστες κατά κοινή ομολογία από το σοσιαλιστικό κίνημα, θεωρούνται διακηρυκτικά ως μία πρόοδος του πολιτισμού, αποσυνδέονται από την πρακτική ρήξης του σοσιαλιστικού κινήματος. Ο "κοινωνικός μισθός" χωρίς τον "Οκτώβρη", η συλλογική διαπραγμάτευση χωρίς το δέος του "κράτους των σοβιέτ" και την έστω αποτυχημένη γερμανική επανάσταση του 1918: μία ηθελημένη αυταπάτη. Η επαναστατική εμπειρία παρά τα άμεσα και έμμεσα αποτελέσματά της καταδικάζεται και υιοθετείται η θέση ότι οι κατακτήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν παραχωρηθεί "αναίμακτα", με την άσκηση και πάλι μιας σειράς "λασσαλικών" συμβιβασμών με το αστικό κράτος του τύπου Μπίσμαρκ, παρασιωπώντας ότι και αυτό ακόμη το κοινωνικό κράτος αποτέλεσε αποτέλεσμα βίαιης διεκδικητικής πάλης.

Από την άλλη πλευρά η απόλυτη καταδίκη της επαναστατικής βίας, όχι μόνο ως "αυταξίας" αλλά και ως αναγκαίου μέσου, αποσιωπά τον υλικά βίαιο χαρακτήρα τόσο του "παλαιού καθεστώτος" όσο και της αντεπανάστασης ως απόπειρας παλινόρθωσής του. Όχι μόνο το δικτατορικό τσαρικό καθεστώς, παροιμιώδες για τους υπερτροφικούς μηχανισμούς καταστολής του (εξορίες, μαζικές εκτελέσεις, μαζική καταστολή συναθροίσεων, κατάργηση διαρκής συλλογικών δικαιωμάτων45) αλλά γενικότερα το αστικό κράτος, ακόμη και στις συνθήκες μιας σύγχρονης μαζικής δημοκρατίας, θωρακίζει την οργάνωση της συναίνεσης με κρατικό καταναγκασμό. Στις συνθήκες μιας πολιτικής κρίσης εκπροσώπησης, πολύ περισσότερο μιας επαναστατικής κατάστασης, ένας σκληρός πυρήνας του κρατικού μηχανισμού καταναγκασμού (λ.χ. η ηγεσία της διοίκησης, οι ειδικές δυνάμεις του στρατού ή της αστυνομίας) είναι απολύτως αδύνατο να "πεισθεί" από την επαναστατική ιδεολογική ζύμωση και να προσχωρήσει στην άλλη πλευρά. Είναι απολύτως βέβαιο ότι θα επιδιώξει την αποδυνάμωση και, στην ανάγκη, την βίαιη συντριβή της επαναστατικής διαδικασίας46.

Ακόμη και αν η κρατική εξουσία καταλυθεί από την επανάσταση, ο σκληρός αυτός πυρήνας κατά πάσα πιθανότητα θα πλήξει την νέα εξουσία επιζητώντας την "παλινόρθωση". Απέναντι σε αυτήν την διαρκή απειλή άσκησης καθεστωτικής βίας η άσκηση πολιτικής βίας από τον συνασπισμό της επανάστασης είναι μία βία προληπτικά αμυντική πριν από την κατάληψη της εξουσίας, καθώς αναιρεί την δυνατότητα να προσβληθεί από έναν πανίσχυρο κρατικό μηχανισμό, συρρικνώνοντάς τον αρχικά από την μέγιστη ισχύ του (αποσκιρτήσεις, ιδεολογική κατάκτηση μέρους αυτού του μηχανισμού) και διαλύοντας βίαια αυτόν τον μηχανισμό στην συνέχεια. Μετά δε από την κατάληψη οργανώνοντας τους δικούς της μηχανισμούς άμυνας απέναντι στην "επιστροφή" του σκληρού πυρήνα του παλιού μηχανισμού. Υπό αυτήν την έννοια η άσκηση μιας αναγκαίας και ελάχιστης δυνατής επαναστατικής βίας αποτελεί μηχανισμό κοινωνικής αυτοάμυνας απέναντι σε έναν πάνοπλο και εκπαιδευμένο κατασταλτικό μηχανισμό, όπως ακριβώς μία ελάχιστη κοινωνική βία κατά την καταστολή μιας συνάθροισης στην αστική δημοκρατία αποτελεί μηχανισμό αυτοάμυνας των διαμαρτυρόμενων κοινωνικών ομάδων απέναντι στην επίθεση των κατασταλτικών μηχανισμών.

Πρόκειται για μορφές κοινωνικής αυτοάμυνας με την διαφορά ότι μετά την επανάσταση ασκούνται από τους εξεγερμένους ως πολιτικά κυρίαρχους ενώ πριν από την επανάσταση από τους εξεγερμένους ως κοινωνικοπολιτικά κυριαρχημένους47. Βεβαίως, αν το "δικαίωμα στην επανάσταση" εξ αρχής δεν γίνεται αποδεκτό και η "παλαιά τάξη πραγμάτων" κρίνεται ως η μόνη φυσική και η μόνη νόμιμη τάξη48 και το δικαίωμα στην κοινωνική αυτοάμυνα δεν μπορεί να προταθεί, δεν είναι απολύτως αυτοτελές επιχείρημα. Όμως το δικαίωμα στην επανάσταση των κυριαρχούμενων ενισχύεται και από το γεγονός ότι το κεφαλαιοκρατικό καθεστώς δεν είναι μόνο ένα υλικά βίαιο καθεστώς αλλά και ένα καθεστώς διαρκούς δομικής βίας. Οι κυριαρχούμενοι υφίστανται ποικίλους καταναγκασμούς, οι οποίοι συνθέτουν μία μόνιμη αναντιστοιχία δυνατοτήτων και πραγματικής διαβίωσης. Τα φαινόμενα υλικής βίας, αλλά και η εγκληματικότητα στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία δεν μπορούν να εξηγηθούν χωρίς την αναφορά στην κυρίαρχη στην κοινωνία αυτή κατάσταση "δομικής βίας" 49.

Από την πλευρά όσων ενδιαφέρονται για το επαναστατικό ζήτημα το πρόβλημα της πολιτικής βίας και της αυτοάμυνας της επανάστασης είναι ένα λιγότερο κανονιστικό/φιλοσοφικό και περισσότερο πραγματικό/στρατηγικό πρόβλημα. Σε μία συγκυρία επαναστατικής κατάστασης και συγχώνευσης των αντιφάσεων σε έναν κοινωνικό σχηματισμό ως "αδύνατο κρίκο"50, η ηγεμονική αδυναμία των "κρατούντων" μεταφράζεται σε επιτακτική ανάγκη κινητοποίησης του μηχανισμού καταστολής κατά της τάσης για επανάσταση, απομόνωσης αρχικά του επαναστατικού συνασπισμού και διάλυσης τελικά του σκληρού του πυρήνα. Η εξ αρχής απόρριψη του ενδεχόμενου στρατιωτικής αναμέτρησης από τον επαναστατικό συνασπισμό με την υιοθέτηση "νομιμόφρονων" ή "ηθικιστικών" επιχειρημάτων αποδιοργανώνει την ετοιμότητα για σύγκρουση και οδηγεί στην υλική αναμέτρηση με όρους ήττας για το επαναστατικό ρεύμα και βέβαιης αντεπαναστατικής διεξόδου.

Προκειμένου το επαναστατικό ρεύμα να μην καταλήξει να γίνει ο αποκρουστικός "πάνοπλος προφήτης" της ρώσικης εμπειρίας ή από άλλων μορφών ηγεμονική αδυναμία γίνεται ο τραγικός "άοπλος προφήτης" της αντεπαναστατικής διεξόδου, όπως δείχνει τόσο η χιλιανή εμπειρία του αποτυχημένου "ειρηνικού περάσματος" όσο και άλλες εμπειρίες, όπως ιδίως η ελληνική εμπειρία του 1943-1945 (όταν ένα επαναστατικό κίνημα κινήθηκε στην γραμμή της αποφυγής με κάθε τρόπο της σύγκρουσης (με τον "συμμαχικό παράγοντα" ως εξωγενή αντεπαναστατικό μηχανισμό) και οδηγήθηκε στην βίαιη σύγκρουση με όρους βέβαιης ήττας), η κινέζικη εμπειρία του 192751 κ.π.α.

Το δίλημμα λοιπόν της στρατιωτικής και άρα και κατασταλτικής αναγκαστικά αυτοάμυνας της επανάστασης είναι ένα πραγματικό δίλημμα και δεν περιορίζεται σε μία αφηρημένη φιλοσοφική συνηγορία, αν και στο επίπεδο αυτό η αυτοάμυνα πρέπει να κριθεί ως δημοκρατικά νομιμοποιημένη. Είναι ένα πραγματικό δίλημμα τιθέμενο από τον συσχετισμό δυνάμεων της σύγκρουσης: όποιος δεν το σταθμίζει αυτόνομα ως στρατηγικό πρόβλημα είναι καταδικασμένος να το υποστεί ετερόνομα, να πραγματοποιήσει εκ των υστέρων την αυτοκριτική του ως "άοπλος προφήτης". Οι ηγεσίες του ελληνικού αριστερού κινήματος της δεκαετίας του 1940 αλλά και του 1960 απέκτησαν πλήρη επίγνωση του προβλήματος.

2.3. Η αφηρημένη ανατρεπτική δράση ως απώτατο όριο της σοβιετικής πολιτικής καταστολής: η μεταφορά του "εχθρού" μέσα στο επαναστατικό στρατόπεδο

2.3.1. Οι συνταγματικές επιφυλάξεις κατά των "χρήσεων" της πολιτικής ελευθερίας

Αν η θέση του Λένιν και η κατ' αρχήν θέση της σοβιετικής εξουσίας της περιόδου 1917-1921 για την ασφάλεια του καθεστώτος εντοπίζεται στην αναζήτηση του ορίου της βίας και της ανοιχτής αναμέτρησης, εμφανίζονται κατά την ίδια περίοδο τόσο θεσμοθετημένες όσο και άτυπες/υλικές κατασταλτικές πρακτικές που δεν αντιμετωπίζουν μόνο την ανατρεπτική αντεπαναστατική βία ως "πυρήνα της αντεπανάστασης" αλλά και την αφηρημένη ανατρεπτική δράση ως περιφέρεια της "αντεπαναστατικής δράσης" - περιλαμβάνοντας και την ιδεολογική ζύμωση κατά της σοβιετικής εξουσίας, ακόμη και αυτήν που πραγματοποιείται με αφετηρία "άλλες" επαναστατικές θέσεις. Μπορούμε εδώ να χρησιμοποιήσουμε ως σχετική αναλογία την διάκριση στις δυτικές δημοκρατίες ανάμεσα στην προστασία του πολιτεύματος έναντι βίαιων πρακτικών ("εσχατοπροδοτικών" ή πρακτικών ελάσσονος βίας κατά της κρατικής τάξης), οπότε θα πρόκειται για την αντιμετώπιση ενός "συγκεκριμένου" κινδύνου ("σαφούς και παρόντος" κατά την αγγλοσαξονική νομολογιακή εμπειρία52) και στην προστασία απέναντι στην αφηρημένη ανατρεπτική δράση, στην μη βίαιη δηλαδή και βασικά νόμιμη πολιτική ζύμωση, που χαρακτηρίζεται όμως από "ανατρεπτικούς σκοπούς" και "προθέσεις "53.

Η συνταγματική ρύθμιση του Συντάγματος 1918 παρέχει σημαντικό περιθώριο στους μηχανισμούς της Σ.Ε. να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους της και πέρα από το όριο της άσκησης ανοιχτής ανατρεπτικής δράσης ή της υποστήριξής της.

Αφ' ενός μεν οι κεφαλαιοκράτες ως "εκμεταλλευτές" αποκλείονται προληπτικά από την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων, της συμμετοχής σε κρατικά όργανα (άρθρο 7), του δικαιώματος εκλέγειν για τους χρησιμοποιούντες μισθωτή εργασία, τους ιερείς, τους εμπόρους, τους υπαλλήλους της πρώην αστυνομίας κ.ά. (άρθρο 64ο)54. Αν οι διατάξεις αυτές οργανώνουν ένα σύστημα αποκλεισμού των φορέων των καπιταλιστικών λειτουργιών και σχέσεων από την σοβιετική πολιτική, δεν συνεπάγονται όμως αυτόματα τον αποκλεισμό της πολιτικής οργάνωσης για την τάξη των κεφαλαιοκρατών μέσα από κόμματα σχετικά αυτόνομα προς αυτούς τους φορείς.

Οι περιορισμοί λοιπόν στην λειτουργία των αστικών και μικροαστικών κομμάτων τίθενται ουσιαστικά από το "δίκαιο της ανάγκης" και δεν απορρέουν άμεσα από συνταγματικές ρυθμίσεις. Έμμεσα πάντως αυτοί οι περιορισμοί πολιτικής συμμετοχής ανάγονται καθώς και οι περιορισμοί της ελεύθερης έκφρασης και διακίνησης ιδεών μπορούν να συσχετισθούν με την διάταξη του άρθρου 23 του Συντάγματος κατά την οποία μπορούν να στερηθούν των δικαιωμάτων τους "όσοι τα χρησιμοποιούν προς βλάβη της σοσιαλιστικής επανάστασης"55.

Ομοίως το 1ο άρθρο του σοβιετικού Αστικού Κώδικα (1923) όριζε ότι "Τα αστικά δικαιώματα των πολιτών προστατεύονται από τον νόμο ως το σημείο που η άσκηση αυτών των δικαιωμάτων δεν αντιβαίνει στον κοινωνικοοικονομικό σκοπό τους" ("naznachenie"). Η γενική αυτή ρήτρα ως λειτουργικός περιορισμός των δικαιωμάτων είναι δυνατό να λειτουργεί ως πηγή κανονιστικής νομιμοποίησης μιας ευρύτατης σφαίρας κατασταλτικών επεμβάσεων απέναντι και σε αφηρημένα ανατρεπτικές στάσεις, δηλ. ως μία διαρκής και γενική στάθμιση υπέρ του "αγαθού κρατική ασφάλεια".

Βασική ενοποιητική παράμετρο αυτών των επεμβάσεων αποτελεί η αφηρημένη αναφορά σε "ανατρεπτική δράση" και "αντεπαναστατικό κίνδυνο", η οποία δεν διαφορίζεται αναγκαστικά από την οξεία κριτική στην τρέχουσα πολιτική της σοβιετικής εξουσίας. Αποτελεί άλλωστε γενικότερο χαρακτηριστικό των "καταστάσεων ανάγκης" ότι κατά την διάρκειά τους η διαχωριστική γραμμή "συγκεκριμένου κινδύνου" και "αφηρημένης ανατρεπτικής δράσης" υποβαθμίζεται μέχρις εξαφάνισης και η θεμελιακή κριτική νοείται ως κίνδυνος συγκεκριμένης ανατροπής.

Η γενικευμένη αντιμετώπιση της "ανατρεπτικής δράσης" ως ακραίου και χαλαρού προσδιορισμού της "μη νομιμότητας" καθορίζεται από την αρχή της πολιτικής σκοπιμότητας και όχι από την αρχή της νομιμότητας (βλ. και Fraenkel όπ. π.). Η κρίσιμη διάσταση της ασφάλειας του καθεστώτος δεν αφορά την νομική τυποποίηση των μέτρων προστασίας, η νομική μορφή υποβαθμίζεται, τα όρια ισχύος του κανόνα παραγνωρίζονται. Η πολιτικότητα της πρακτικής, δηλ. ο ταξικός της χαρακτήρας οριακά μόνο θεωρούνται τυποποιήσιμα. Δεν δεσπόζουν λοιπόν τα χαρακτηριστικά της "εγγύησης" και του "ελέγχου", αλλά εκείνα του ταξικού προσανατολισμού του μέτρου, του συγκυριακού χαρακτήρα του σκοπού στον αγώνα για την κυριαρχία. Κυριαρχεί κατά συνέπεια μία μορφή νομικού μηδενισμού56, στον βαθμό που ούτε ο πραγματικός συσχετισμός δυνάμεων ούτε οι πραγματικές ταξικές αντιφάσεις αντανακλώνται στο συνταγματικό κείμενο και στα νομικά κείμενα γενικότερα της περιόδου, ούτε έχουν αυτά πάντοτε κανονιστική δύναμη. Λειτουργούν περισσότερο ως απεικόνιση των ιδεολογικών παραστάσεων της μπολσεβίκικης καθοδήγησης.

Η αρχή πολιτικής σκοπιμότητας που διέπει τα μέτρα ασφάλειας του καθεστώτος δεν είναι παρά η αρχή "σωτηρίας της επανάστασης". Βάσει αυτής της αρχής η πρακτική των απαγορεύσεων του τύπου ή των περιορισμών του συνεταιρίζεσθαι, των συλλήψεων για ανατρεπτική δράση, των φυλακίσεων και εκτελέσεων με ή και χωρίς δίκη είναι γενικευμένη απέναντι στις δυνάμεις που προσανατολίζονται στην ανατροπή των σοβιέτ, ανεξάρτητα από το αν οι συγκεκριμένοι φορείς των κομμάτων αυτών ασκούν ανατρεπτική δράση ή απλώς εκδηλώνουν ανατρεπτική κριτική. Η κεντρική λοιπόν γραμμή του Λένιν και των Μπολσεβίκων για την οριοθέτηση του "εχθρού" δεν αντιστοιχεί στην πραγματική πολιτική πρακτική57.

2.3.2. Ο σοβιετικός Ποινικός Κώδικας και η λογική του

Μία πρώτη μορφή τυποποίησης της καταστολής της αφηρημένης ανατρεπτικής δράσης σε έναν ευρύ κύκλο "αντεπαναστατικής" συμπεριφοράς πέραν των θεσμικών δυνατοτήτων του Συντάγματος 1918 αποτελεί η εισαγωγή του σοβιετικού Ποινικού Κώδικα του 1923 (ΣΠΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 57 ΣΠΚ ως "αντεπαναστατική δράση" (αγγλική απόδοση: "counterrevolutionary activity") δεν ορίζονται μόνον τα πολιτικά αδικήματα διά των οποίων ευθέως επιχειρείται ή στοχεύεται η ανατροπή ή υπονόμευση του καθεστώτος58, αλλά και πράξεις απλής έκφρασης της θεμελιώδους αντίθεσης στο σοβιετικό καθεστώς και τις αρχές του59. Οπως επισημαίνει ο σοβιετικός νομικός και δημόσιος κατήγορος Ν. Krylenko, σαφή στόχευση αυτού του ποινικού συστήματος αποτελεί η "ελαστικοποίηση" της έννοιας του πολιτικού αδικήματος και της αντεπαναστατικής δράσης, έτσι ώστε να τιμωρούνται και οι "κεκαλυμμένες" (concealed) μορφές αντεπαναστατικής δράσης. Πρόκειται για επιχειρηματολογία όμοια με αυτήν την καταστολής των κομμουνιστικών δραστηριοτήτων στην Δύση60.

Αποτέλεσμα αυτής της ελαστικής δομής των πολιτικών αδικημάτων υπήρξε η μικρότερη ή μεγαλύτερη αποσύνδεση του εγκληματικού αδίκου αλλά και της ενοχής από την εξωτερική και αντικειμενικά επικίνδυνη συμπεριφορά του δράστη (το "εξωτερικό άδικο") και αντίστοιχα η συναρμογή του αδίκου προς την υποκειμενική -ψυχολογική στάση του δράστη προς την σοβιετική εξουσία, δηλαδή την ύπαρξη ενός αντικαθεστωτικού φρονήματος61. Συνακόλουθα, η αντικαθεστωτική προπαγάνδα και η θεμελιακή ιδεολογική αντιπαράθεση προς το καθεστώς ήταν εντάξιμη στο πλαίσιο αντικαθεστωτικών /ανατρεπτικών αξιόποινων πρακτικών.

Αυτό ισχύει ιδίως για την "ανατρεπτική προπαγάνδα" που κατέτεινε στην διάδοση των αρχών των αντεπαναστατικών κομμάτων και οργανώσεων, εκείνων που με κάθε μέσο ενίσχυαν τη "διεθνή αστική τάξη"62. Επρόκειτο ουσιαστικά για αδικήματα προπαγάνδας, τα οποία απέβλεπαν στη διατήρηση του καθεστώτος απαγόρευσης των "αντεπαναστατικών κομμάτων" και οργανώσεων ("Οrganisationsdelikte"). Στην τρέχουσα μορφή τους, σκίαζαν και συρρίκνωναν σημαντικά την ελευθερία διάδοσης ιδεών αποκαθιστώντας σε κάποιο βαθμό αρχές ποινικής καταστολής που είχαν λειτουργήσει κατά την τσαρική περίοδο στην κατεύθυνση της προστασίας της πολιτειακής αυθεντίας και ιδίως της αυθεντίας του προσώπου του τσάρου63.

Επιπλέον, η ελαστικοποίηση των μορφών των πολιτικών αδικημάτων προσέφερε τη δυνατότητα να μην αντιμετωπίζεται ως ατομική η παράνομη και αξιόποινη συμπεριφορά. Ούτε η πράξη ούτε η ενοχή (υπαιτιότητα και ικανότητα για καταλογισμό) συνδέονται με τη δράση συγκεκριμένου ατόμου.

Η έλλειψη εξατομίκευσης ως απόρροια των χαλαρά οριοθετημένων υποστάσεων (νομοθετικών περιγραφών του εγκλήματος) συνέτεινε στην εφαρμογή "μορφών συλλογικής ευθύνης", υπό την έννοια της ποινικής ευθύνης λόγω ένταξης σε συλλογικότητες κοινωνικές ή πολιτικές φερόμενες ως "αντικαθεστωτικές"64.

Η "συλλογική ευθύνη" είχε σε ορισμένες περιστάσεις χρησιμοποιηθεί ως μορφή "κόκκινης τρομοκρατίας" κατά τον εμφύλιο (π.χ. η χρήση αιχμαλώτων αστών ή αριστοκρατών ως ομήρων και για την επιβολή αντιποίνων). Η ιδιομορφία βρίσκεται στην τάση πάγιας ένταξής της στην εφαρμογή της πολιτικής ποινικής νομοθεσίας.

Ακόμη, η νομική θεωρία της εποχής έναρξης ισχύος του ΣΠΚ δέχεται την δυνατότητα "αναλογικής" θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κενό νόμου για την διεύρυνση του ελέγχου σε ενδεχόμενες αντικαθεστωτικές δραστηριότητες65. Δεν γινόταν δηλαδή απολύτως δεκτή η αρχή του δικαιοκρατικού Ποινικού Δικαίου "nullum crimen nulla poena sine lege stricta", (τιμώρηση μόνο με βάση τη σαφή προσταγή ενός νόμου), η οποία απαγορεύει την αναλογική εφαρμογή διατάξεων του ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου.

Η γενικότερη αυτή αναντιστοιχία του ΣΠΚ και ακόμη περισσότερο της εφαρμογής του με έναν εγγυητικό για τον κατηγορούμενο προσανατολισμό συνδέεται άμεσα με την απορύθμιση του Ποινικού Δικαίου ως οριοθετημένης και σαφώς οριζόμενης υπόστασης και συμπεριφοράς (αντικειμενικής υπόστασης) που εκκινεί από έναν συγκεκριμένο δράστη. Διαπιστώνεται δηλαδή η μετάβαση στο μοντέλο απόκρουσης συλλογικών κινδύνων που ορίζονται χαλαρά. Η διακινδύνευση από τις συλλογικότητες και από την δράση τους ομογενοποιείται ανεξάρτητα από την μορφή, τον βαθμό, την ένταση της προσβολής ή του κινδύνου αλλά και ανεξάρτητα από την ιδιαίτερη δράση και ψυχική τοποθέτηση του κάθε δράστη-κατηγορουμένου.

2.3.3. Οι πρώτες θεαματικές δίκες του 1922: ποινικοποίηση των "αντικαθεστωτικών ομάδων"

Η θέση ότι διώκονται άτομα ενταγμένα σε "εστίες κινδύνου", ακόμη και αν δεν είναι σαφώς οριοθετημένες και αντικειμενικώς επικίνδυνες οι συγκεκριμένες ατομικές πράξεις τους, ωθεί σταδιακά τους σοβιετικούς δικαστικούς μηχανισμούς σε πολιτικές δίκες πανεθνικής εμβέλειας. Στις δίκες αυτές είναι έντονο το συμβολικό στοιχείο καταστολής της συλλογικής "αντικαθεστωτικής δράσης" και επιβεβαίωσης της ορθότητας της κυρίαρχης γραμμής66. Παρά το ότι η ανατρεπτική προπαγάνδα συνδέεται και εντάσσεται έτσι ή αλλιώς στην έννοια της "ανατρεπτικής δράσης", το κατηγορητήριο των πολιτικών δικών τόσο σε αυτήν την φάση όσο και στις μεταγενέστερες της σταλινικής περιόδου -όπου οι δίκες θα αποκτήσουν κεντρική νομιμοποιητική σημασία για το πολίτευμα- θα επικεντρωθεί σε πράξεις αντικειμενικής και άμεσης διακινδύνευσης του πολιτεύματος και επιχείρησης επιθετικής ανατροπής του, σε πράξεις δηλαδή εσχατοπροδοτικού τύπου67.

Ήδη στην δίκη των σοσιαλεπαναστατών μπορούν να ανιχνευθούν όψεις μιας πολιτικής λογικής που συνδέει αντικειμενικά τη θεμελιακή διαφωνία στην μπολσεβίκικη διακυβέρνηση με ένα "ενδεχόμενο σχέδιο ανατροπής του σοσιαλιστικού καθεστώτος". Ακόμη και για ρεύματα όχι ανοιχτά αντεπαναστατικά, η ριζική διαφωνία "χαράζει" μία κατεύθυνση δράσης, η οποία με δεδομένη την "μυστικοποίηση του επαναστατικού σκοπού" και το τεκμήριο συμβατότητας με αυτόν μόνον της εκάστοτε πλειοψηφίας του ΚΚ (Μπ) θα οδηγήσει "αντικειμενικά" στην "ανοιχτή αντεπαναστατική δράση"68. Αντεπαναστατική δράση είναι κατ' αρχήν η συλλογικά εκφρασμένη ριζική διαφωνία Από εκεί και πέρα η αναγωγή της σε εσχατοπροδοτικές πράξεις είναι μία διαδικασία αν όχι απολύτως κατασκευασμένη πάντως συνενώνουσα πολλές διαφορετικές, υπαρκτές και μη, όχι από μόνες τους αναγκαστικά ανατρεπτικές πράξεις σε ένα "αξιόποινο" πλαίσιο φωτισμένο από την διαφωνία69. Παρά το ότι η δίκη του 1922 βρίσκεται ακόμη μακριά από το στάδιο διαχείρισης απολύτως εξωπραγματικών κατηγοριών ("σεναρίων") κατά των κατηγορουμένων (π.χ. η "συνεργασία με τους ναζί ή τους Ιάπωνες ιμπεριαλιστές" στις δίκες της Μόσχας του 1936-1938), και στις κατηγορίες περιελήφθησαν πραγματικές εμπλοκές των εσέρων ηγετών σε στρατιωτική αμφισβήτηση της Σ.Ε. (συμμετοχή σε λευκές κυβερνήσεις του κόμματος, εξέγερση του Ταμπόφ κλπ), ήδη το κριτήριο μιας συλλογικής ποινικής ευθύνης των φορέων αντιπολιτευτικών ρευμάτων έχει διαφανεί. Η ειρωνεία της διαλεκτικής έστρεψε χρόνια αργότερα το ίδιο κριτήριο κατά της "παλαιάς φρουράς" του ίδιου του ΚΚ (Μπ) και ιδίως του Ν. Μπουχάριν.

2.3.4. Η διοικητική καταστολή της "ανατρεπτικής δράσης" και της "ανατρεπτικής προπαγάνδας": η ΤΣΕΚΑ

Ήδη από τα 1917-1918 και σε συνθήκες "κόκκινης τρομοκρατίας" η πολιτική καταστολή εμφανίζει έναν οργανωτικό δυισμό: μία διάσταση δικαστικής καταστολής για όσους ασκούν "αντεπαναστατική δράση"(με την ευρεία έννοια) και μία διάσταση εξωδικαστικής διοικητικής καταστολής. Η δικαστική καταστολή των πολιτικών αδικημάτων ανατίθεται στο "επαναστατικό δικαστήριο" ("Revolutionsgericht"), το οποίο θεσμοθετείται κατά τα τέλη του 1917 προκειμένου να εκδικάζει περιπτώσεις "όσων οργανώνουν εξεγέρσεις κατά της Εξουσίας της Κυβέρνησης των Εργατών και Αγροτών, αντιτίθενται ενεργά ή δεν υπακούουν σε αυτήν, ή παρακινούν άλλους να αντιταχθούν ή να μην υπακούσουν στην εξουσία της "καθώς και τους κρατικούς λειτουργούς που ήταν ένοχοι για σαμποτάζ ή καταστροφή ή απόκρυψη δημόσιας ιδιοκτησίας". Το δικαστήριο αυτό ως ένα ειδικό (και στην σύλληψή του ενδεχομένως μεταβατικό) δικαστήριο ασφαλείας θα επέβαλλε ποινές ανάλογα "με τις συγκεκριμένες συνθήκες και με τις επιταγές της επαναστατικής συνείδησης"70. Από την άλλη πλευρά η εξωδικαστική διοικητική καταστολή (συλλήψεις, ανακρίσεις, φυλακίσεις, εκτελέσεις μη υποκείμενες στην δικαστική οδό) ανατίθεται σε έναν ειδικό κατασταλτικό μηχανισμό, στην πολιτική αστυνομία οριζόμενη ως "Έκτακτη Πανρωσική Επιτροπή" (ΤΣΕΚΑ) υπό την ηγεσία του Φ. Ντζερζίνσκυ.

Η ΤΣΕΚΑ ιδρύεται αρχικά στα πρότυπα της γαλλικής "Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας" του 1793 ως το Τμήμα Ασφάλειας της στρατιωτικής επιτροπής του Σοβιέτ της Πετρούπολης ιδίως για την αντιμετώπιση της οικονομικής δολιοφθοράς κατά της επανάστασης ("σαμποτάζ, απόκρυψη τροφίμων, μαύρη αγορά κλπ."). Στη συνέχεια υπήχθη στην ΠΚΕΕ των Σοβιέτ (VTSIK) έχοντας παράλληλα καθήκοντα ανάκρισης υπόπτων συλληφθέντων για αντεπαναστατική δράση. Με διάταγμα του Σοβναρκόμ (κυβέρνησης) της 7/20-12-1917 (το οποίο διατηρήθηκε κρυφό και δημοσιεύθηκε στην "Πράβντα" μετά 10 έτη -18-12-1927)71, η επιτροπή αυτή αναδιοργανώνεται ως ΤΣΕΚΑ αποτελούμενη από οκτώ μέλη με σκοπό την "καταπολέμηση της αντεπανάστασης και του σαμποτάζ", με αρμοδιότητες δηλαδή διοικητικής καταστολής τόσο στον χώρο του "σαμποτάζ" (από μαυραγορίτες αλλά και αστικά κρατικά στελέχη) όσο και στον χώρο της πολιτικής αντεπανάστασης και με την διασύνδεση και υποστήριξη όλου του κρατικού μηχανισμού και του δικτύου των σοβιέτ. Η προτεραιότητα κατά του μαυραγοριτισμού είχε δοθεί από τον ίδιο τον Λένιν, ο οποίος σε άρθρο του τον Ιανουάριο 1918 πρότεινε την σύλληψη και τουφεκισμό των απατεώνων, δολιοφθορέων και κερδοσκόπων72. Στο πλαίσιο καταπολέμησης του σαμποτάζ πρωτοεμφανίζεται υπό την επίβλεψη της ΤΣΕΚΑ και η επιβολή καταναγκαστικής εργασίας σε "μέλη της αστικής τάξης".

Η επέκταση και διόγκωση της διοικητικής καταστολής υπό την ΤΣΕΚΑ αποτελεί συνέπεια της εξέλιξης του εμφυλίου πολέμου στα 1918-1919. Η ΤΣΕΚΑ αναλαμβάνει από κοινού με τον στρατό ένοπλες επιχειρήσεις κατά εξεγερσιακών δραστηριοτήτων όπως η μαζική σύλληψη αναρχικών στην Μόσχα στις 11-12/4/1918 ή η εξέγερση των αριστερών εσέρων του Ιουλίου 1918. Η ρήξη με τους δεξιούς εσέρους και τους μενσεβίκους τον Ιούνιο 1918, με τους αριστερούς εσέρους μετά το Μπρεστ -Λιτόφσκ αλλά η καταδικασμένη από τους εσέρους επαναφορά της θανατικής ποινής δημιουργεί ένα τεράστιο πεδίο για την ΤΣΕΚΑ: παρακολούθηση και επέμβαση κατά "αντεπαναστατικών ενεργειών" που καθιστά τα μέλη αυτών των κομμάτων συλλήβδην "ύποπτα".

Στη διάρκεια του "άγριου καλοκαιριού" και του "άγριου φθινοπώρου" του 1918 και ιδίως μετά την απόφαση της VTSIK της 2-9-1918 για "γενίκευση της κόκκινης τρομοκρατίας" (ανάλογης συμβολικά στην ημερομηνία γενίκευσης της γιακωβίνικης τρομοκρατίας, την 2-9-1793), η ΤΣΕΚΑ έχει περισσότερο στρατιωτική/παραστρατιωτική παρά αστυνομική/ανακριτική δράση, αφού μετέχει στις ένοπλες συγκρούσεις και πραγματοποιεί μαζικές συλλήψεις και εκτελέσεις χωρίς δικαστική απόφαση73. Βάση για την δράση της αποτελεί μία λογική συλλογικής ευθύνης. Κριτήριο κατ' αρχήν δεν είναι συγκεκριμένες αντεπαναστατικές πράξεις αλλά η ταξική ιδιότητα των συλλαμβανόμενων (κοινωνική ή πολιτική βάσει ένταξης στα "αντεπαναστατικά ρεύματα"). Με άλλα λόγια η δράση της στην περίοδο 1918-1919 αποτελεί περισσότερο μορφή πολέμου και στρατιωτικής επιχείρησης ελέγχου των "στρατιωτικών μετόπισθεν" παρά δράση μηχανισμού ασφάλειας σε ένα παγιωμένο καθεστώς. Η ίδια λογική συλλογικών επιχειρήσεων καταστολής θα επιστρατευθεί στα 1920-1921 και κατά των ζωνών αγροτικού αντάρτικου ή κατά των αντιμπολσεβίκικων εξεγέρσεων τύπου Κρονστάνδης.

Η δράση της ΤΣΕΚΑ καταργεί στην πράξη την διάκριση άσκησης της δίωξης, ανακριτικής έρευνας, εκδίκασης και εκτέλεσης της ποινής και συγκεντρώνει στα χέρια της αυτές τις αρμοδιότητες με μία πρακτική προσιδιάζουσα στην "κατάσταση ανάγκης". Η αφηρημένη κατασκευή της "ανατρεπτικής δράσης ", αποσυνδεδεμένη εν πολλοίς από την "βία", ωθεί σε ποινικοποίηση και απαγόρευση της θεμελιακά αντιπολιτευτικής πρακτικής και λόγου, ακόμη και αυτών που κατ' αρχήν θα θεωρούνταν νόμιμα. Από δικονομική άποψη δεν απαιτείται πλήρης απόδειξη της ενοχής, συχνά ούτε καν επαρκής ένδειξη. Αρκεί η γενική ένταξη της δράσης στο επιλεγόμενο φάσμα "αντεπαναστατικής δράσης" όπου η θεμελιακή αντιπολίτευση ("αριστερή" ή "δεξιά") δεν διαφορίζεται από την επιχείρηση ανατροπής74.

Η άποψη της μη αναγκαίας συνδρομής όχι μόνο αποδείξεων αλλά ούτε καν "αποχρωσών ενδείξεων" οδηγεί σε μία τάση γενικευμένης αστυνόμευσης της πολιτικής ζωής και στην αναστολή της προσπάθειας της λενινιστικής ηγεσίας να διαφυλάξει ένα ελάχιστο "πλουραλισμού" και νομιμότητας της αντιπολιτευτικής δράσης ακόμη και κατά την "στιγμή της κρίσης".

Η ανάγκη περιορισμού των κατασταλτικών αρμοδιοτήτων της ΤΣΕΚΑ τίθεται ήδη στο 6ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ το Νοέμβριο 1918. Το Συνέδριο επικυρώνει τον πολιτικό συμβιβασμό με τους μενσεβίκους και τους δεξιούς εσέρους και σηματοδοτεί την επανάκαμψή τους στα κρατικά όργανα ως νόμιμης αντιπολίτευσης. Η γραμμή "συμβιβασμού και ανοχής απέναντι στη νομιμόφρονα αντιπολίτευση" συμβαδίζει με την καταγγελία των υπερβάσεων της ΤΣΕΚΑ, όπως αυτή διατυπώνεται στο κείμενο "Για την επαναστατική νομιμότητα". H απόφαση αυτή επέβαλε σε "όλους τους πολίτες της χώρας και όλα τα όργανα και τους αξιωματούχους της σοβιετικής εξουσίας την αυστηρή τήρηση των νόμων και έδινε σε κάθε πολίτη το δικαίωμα προσφυγής κατά κάθε παραβίασης των δικαιωμάτων του ή παράλειψης εκ μέρους των κρατικών οργάνων", με την προσεκτική πάντως επιφύλαξη "μέτρων που επιβάλλονταν από τις ειδικές συνθήκες του εμφυλίου πολέμου και την πάλη κατά της αντεπανάστασης"75. Η απόφαση αυτή θέτει όριο, θεσμικά τουλάχιστον, στην ανέλεγκτη και απεριόριστη άσκηση της "κόκκινης τρομοκρατίας" από την ΤΣΕΚΑ. Κατά την ίδια περίοδο (αρχές 1919), ο Λένιν επισημαίνει το πρόβλημα της κατάργησης αξιοπιστίας της σοβιετικής εξουσίας και του κινδύνου αυταρχικών υπερβολών της απαντώντας στην θέση του Μ. Λάσιτς, επιφανούς μπολσεβίκου και στελέχους της ΤΣΕΚΑ, δημοσιευμένη με τον τίτλο "Μην ψάχνετε τεκμήρια ενοχής", θεωρώντας ότι η "υπερβολή" και η "έλλειψη μέτρου" στην δράση της ΤΣΕΚΑ υπονομεύει την αξιοπιστία της σοβιετικής εξουσίας76.

Η πολιτική ανοχής απέναντι στην "νομιμόφρονα αντιπολίτευση" κυμαίνεται ανά συγκυρία και αλληλοκαθορίζεται από τις συγκυριακές τοποθετήσεις των ηγετών της αντιπολίτευσης (Νταν, Μάρτοφ κ.α). Σε κάθε περίπτωση η ημινομιμότητα αυτή της αντιπολίτευσης μέσα στον εμφύλιο επιτηρείται από την ΤΣΕΚΑ και τείνει να περιορισθεί στην θερμή συγκυρία 1920-1921.

Κατά την περίοδο του 10ου Συνεδρίου του ΚΚ (Μπ) και του 9ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ (1921), παρά την τάση για κατασταλτική όξυνση, γίνεται αισθητή η περάτωση της συγκυρίας του εμφυλίου και η αιματηρή σύνδεση της ΤΣΕΚΑ με αυτήν την ιδιαίτερη συγκυρία. Προτείνεται λοιπόν η μετάθεση των σημαντικότερων αρμοδιοτήτων της ΤΣΕΚΑ στα δικαστικά και ανακριτικά όργανα και ο περιορισμός της διοικητικής καταστολής, "η αναθεώρηση των κανόνων λειτουργίας της ΤΣΕΚΑ και των οργάνων της με σκοπό την αναδιοργάνωσή τους, τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων τους και την ενίσχυση των αρχών της επαναστατικής νομιμότητας". Η πρόταση αυτή του "αντιπολιτευόμενου" μπολσεβίκου Σμυρνώφ γίνεται δεκτή από το Συνέδριο (9ο Συνέδριο Σοβιέτ) χωρίς συζήτηση77. Η τάση αυτή εκφράζει τόσο την ιδεολογική αντίθεση τμήματος του κόμματος στην εξάπλωση της "κόκκινης τρομοκρατίας" και την συμβολική συνταύτιση της ΤΣΕΚΑ με τον "τρόμο" και την "πολιτική καταστολή" όσο και την προάσπιση έναντι της ΤΣΕΚΑ χώρων αρμοδιοτήτων από άλλους κρατικούς μηχανισμούς ασφάλειας (Επιτροπάτα Εσωτερικών και Δικαιοσύνης, χώρος ευθύνης των τοπικών σοβιέτ).

Η απόφαση αυτή προετοιμάζει την κατάργηση της ΤΣΕΚΑ με διάταγμα της VTSIK το Φεβρουάριο 1922 και την μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων της στο Λαϊκό Επιτροπάτο των Εσωτερικών, στο πλαίσιο του οποίου δημιουργήθηκε η Κρατική Πολιτική Διοίκηση (Gosudarstvenoe Politicheskoe Upravlenie ή GPU) υπό τον Ι.Κ. Peters. Η νέα υπηρεσία είχε στην διάθεσή της πολιτικά τμήματα στις επαρχίες υπόλογα τόσο στην κεντρική υπηρεσία στην Μόσχα όσο και (μάλλον τυπικά) στην εκτελεστική επιτροπή του σοβιέτ της περιοχής. Η συγκρότηση της GPU, αν και πραγματοποιήθηκε στη συγκυρία οξείας κριτικής στις υπερβάσεις της ΤΣΕΚΑ, είχε ως αποτέλεσμα τη θεσμοποίηση της οδού της διοικητικής καταστολής για τα πολιτικά αδικήματα. Πεδίο αρμοδιότητάς της ήταν η καταστολή "της ανοιχτής αντεπαναστατικής δράσης, περιλαμβανομένων των συμμοριών, η αντιμετώπιση της κατασκοπείας, η προστασία των σιδηροδρόμων, και των υδρεύσεων, η προστασία των συνόρων και η επιχείρηση ειδικών αποστολών για την υπεράσπιση της επαναστατικής τάξης" καθώς επίσης οικονομικά αδικήματα και η ανταρσία στις ένοπλες δυνάμεις. Προβλεπόταν ακόμη ο περιορισμός μετά την δίμηνη κράτηση ενός ατόμου από την GPU της υποχρεωτικής παράδοσής του στα δικαστικά όργανα υπό την πολύσημη όμως επιφύλαξη της παράτασης κράτησης από την GPU με άδεια της VTSIK78.

Τον Ιανουάριο του 1923 δόθηκε στην GPU η αρμοδιότητα διοικητικής εκτόπισης "ατόμων κρινόμενων ως επικίνδυνων από την δράση τους, το παρελθόν τους ή την σχέση τους με εγκληματικούς κύκλους". Ήδη τον Οκτώβριο 1922 είχε δοθεί στην GPU με διάταγμα η αρμοδιότητα επιβολής της θανατικής ποινής χωρίς δικαστική απόφαση για πρόσωπα "ένοχα για την διάπραξη πράξεων ένοπλης ληστείας και συμμορίας συλληφθέντα επ' αυτοφόρω".

Στην πραγματικότητα η μεταρρύθμιση του 1922 νομιμοποίησε τον εξωδικαστικό κατασταλτικό μηχανισμό, και την ανάθεση σε αυτόν του μεγάλου μέρους των πολιτικών αδικημάτων, σε βάρος βεβαίως των δικαστικών εγγυήσεων για την προσωπική ασφάλεια. Από την άλλη πλευρά τέθηκαν στην διάθεσή του σημαντικά μέσα (στρατιωτικός εξοπλισμός, στρατόπεδα εργασίας) για την ανάπτυξη της δράσης του. Τέθηκαν δηλαδή οι οργανωτικοί όροι για το κύμα πολιτικής τρομοκρατίας της "σταλινικής" ηγεσίας από το 1928 και μετά.

2.3.5. Οι πολιτικές συνέπειες της παγιωμένης καταστολής της "ανατρεπτικής προπαγάνδας"

Η επιλογή της αφηρημένης ανατρεπτικής δράσης, η οποία περιλαμβάνει και την προπαγάνδα και ιδεολογική συνηγορία, ως κριτηρίου και ορίου της καταστολής αντί για την συγκεκριμένη επιχείρηση (βίαιης) ανατροπής παγιώνεται και τυποποιείται κατά την περίοδο του 1920-1921. Η θεσμοποίηση της διοικητικής καταστολής με χαλαρά κριτήρια και η διόγκωση πολιτικών αδικημάτων στον ΣΠΚ συντείνουν σε αυτήν την κατεύθυνση. Θεωρούμε ότι αυτή η παγίωση δεν είναι τυχαία. Η θεώρηση ότι η αφηρημένη διαφωνία και αμφισβήτηση αποτελεί "ανατροπή" συνδέεται με μία φάση όπου ο μεν ιμπεριαλιστικός ταξικός εχθρός έχει ηττηθεί και αποσυρθεί, ο δε εσωτερικός ταξικός εχθρός (ιδιωτικοί κεφαλαιοκράτες, μεσαίοι και μεγάλοι γαιοκτήμονες) έχει υποταχθεί και ωθηθεί σταδιακά σε συμβιβασμούς με την σοβιετική εξουσία, προοίμιο της ΝΕΠ.

Ο βασικός λοιπόν εσωτερικός εχθρός δεν φαίνεται να είναι το ancien regime αλλά οι πρακτικές δυνάμεων εντός του επαναστατικού στρατοπέδου, οι οποίες αμφισβητούν την μπολσεβίκικη μονοκρατορία και την παγίωση της ταύτισης της δικτατορίας της τάξης με την δικτατορία του κόμματος79.

Η ασαφής πρόταξη λοιπόν της "ανατρεπτικής δράσης" λειτουργεί ως εργαλείο μιας κρατικής τάξης όπου οι κρατικοί μηχανισμοί αυτονομούνται από την εργατική τάξη80, η σοσιαλιστική δημοκρατία αποδυναμώνεται και σταδιακά καταργείται, οι λειτουργίες των σοβιέτ γραφειοκρατικοποιούνται και τυποποιούνται και η σοβιετική εξουσία ταυτίζεται με το κομματικό μονοπώλιο80. Τα συνδικάτα υποτάσσονται βαθμιαία στην κομματική δικτατορία, αν και με αντιφάσεις και με τον αγώνα του Λένιν εναντίον της ακραίας χειραγώγησης που προτείνει ο Λ. Τρότσκι στο 10ο Συνέδριο του Μπολσεβίκικου κόμματος81, και η εσωκομματική δημοκρατία συρρικνώνεται στο κόμμα με την διάλυση των τάσεων και την απαγόρευση αντιπολιτευτικών τάσεων όπως η "Εργατική Αντιπολίτευση". Χωρίς να γίνεται αποδεκτή η τυπολογία που μιλά για εργατική και γραφειοκρατική φάση της επανάστασης82, μπορούμε με βεβαιότητα να θεωρήσουμε ότι χωρίς ακόμη να έχουν εδραιωθεί νέες εκμεταλλευτικές σχέσεις, στα 1921 παγιώνεται ένας αρνητικός συσχετισμός, όπου η προοπτική της επανάστασης δεν στηρίζεται πλέον στην δημοκρατία των εργαζομένων αλλά στην γραφειοκρατική κομματική διαχείριση σε συνθήκες αποδυνάμωσης της εργατικής τάξης.

Στο πλαίσιο αυτής της πραγματικότητας ή στη βάση της καταπολέμησης της "ανατρεπτικής δράσης", η πολιτική καταστολή αποτελεί παγίωση της "έκτακτης ανάγκης". Ως αποτέλεσμα έχει τη διχοτόμηση του επαναστατικού στρατοπέδου σε φίλους και εχθρούς του κομματικού μονοπωλίου και αλάθητου της αλήθειας του. Οι "εχθροί" δεν περιορίζονται πλέον σε αντιμπολσεβίκικα προλεταριακά στοιχεία, αλλά αφορά και τους μπολσεβίκους, οι οποίοι δεν συμφωνούν με την ηγετική γραμμή του κόμματος. Η εκκαθάριση του κόμματος από αυτούς, πέρα από τα πειθαρχικά όργανα, επαφίεται στα "κριτήρια νομιμότητας" της ΤΣΕΚΑ. Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί άσχετη από δυναμικές γραφειοκρατικές και τάσεις αυταρχικής επιβολής στην εργατική τάξη από την πλευρά της επαναστατικής διανόησης ήδη πριν από την επανάσταση83.

Η ενδιαφέρουσα προέκταση αυτής της πολιτικής ασφάλειας έγκειται στις πολιτικές της συνέπειες για το σύνολο του καθεστώτος ως πολιτικής σχέσης. Ένας μηχανισμός καταστολής ελεγχόμενος μόνο από την κομματική ηγεσία και με κριτήρια που αφορούν την "δικαίωσή" της και μόνο, ανεξάρτητα από την αντικειμενική διακινδύνευση του καθεστώτος. Ένας μηχανισμός δηλαδή ξένος και εχθρικός προς τις ανάγκες των μαζών, έτοιμος και πρόσφορος να "αναληφθεί" από τις δυνάμεις που θα προκύψουν μεσοπρόθεσμα από την αυτονόμηση των κρατικών μηχανισμών από τις μάζες αλλά κυρίως την αυτονόμηση της παραγωγικής διαδικασίας από τον έλεγχο των μαζών και την υπαγωγή της στις "τεχνικές και "παραγωγικές" ανάγκες, καθορισμένες από τους "ειδικούς", από τις δυνάμεις δηλαδή του ανερχόμενου κρατικού καπιταλισμού84. Αλλά και μία στρατηγική καταστολής που επιχειρεί μία αντιφατική κίνηση. Από την μία πλευρά τυπικά εξαφανίζει τις αντιθέσεις μέσα στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, εμφανίζει τον "λαό" χωρίς αντιθέσεις, ως ένα ομοιογενές μπλοκ, αφού εξορίζει τους "διαφωνούντες" στο αντίπαλο στρατόπεδο, τους εκκαθαρίζει. Από την άλλη πλευρά, επειδή υπερτονίζει την ενότητα και διαγράφει την αντίφαση, αποσιωπά και αποκρύπτει τις ταξικές αντιθέσεις και αντιφάσεις που γεννιούνται μέσα σε καθεστώς κομματικού μονοπωλίου, οι οποίες, αν αδυνατούν να εκφρασθούν πλουραλιστικά, εκφράζονται μέσα από το κομματικό μονοπώλιο85.

Έτσι, ο ταξικός αγώνας, παρά την γνωστή θέση ότι οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις σβήνουν με το Σύνταγμα του 1936, εκφράζεται μέσα από το ενιαίο κόμμα με στρεβλό και έμμεσο τρόπο. Η αδυναμία να εκφρασθεί η ιδεολογική πάλη ανοιχτά "μεταμφιέζει" τις απόψεις, κάτω από το πέπλο του μαρξισμού και υπό τον κίνδυνο να εξοριστούν στο αχανές, ζοφερό και απροσδιόριστο βασίλειο του "εχθρικού πεδίου" συγκρούονται ανταγωνιστικές δυναμικές με όλο και σαφέστερη την ηγεμονία των νέων εκμεταλλευτικών στρωμάτων και όλο και ασθενέστερο τον απόηχο της σοσιαλιστικής επανάστασης μέσα από ένα κόμμα που αλλάζει όχι μόνο το δέρμα του αλλά και τη βαθύτερη ουσία του.

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η παγίωση της "κατάστασης ανάγκης" και η απαγόρευση της αμφισβήτησης του καθεστώτος και τελικά του κομματικού μονοπωλίου διευκολύνουν την παγίωση των νέων ταξικών σχέσεων, συμβάλλουν σε αυτήν. Ακόμη περισσότερο, μπορεί να υποστηριχθεί ότι αυτές οι πρακτικές στο επίπεδο των πολιτικών σχέσεων αποτελούν ήδη στα 1920-1921 ένα πρόπλασμα της νέας ταξικής κοινωνίας μέσα σε μία "γραφειοκρατικοποιημένη" σοβιετική δομή, ασταθές όμως ακόμη και αντιστρεπτό, όπως μαρτυρούν οι τελευταίες προσπάθειες του Λένιν κατά του "γραφειοκρατισμού" και η διαρκής αγωνία άλλων μπολσεβίκων ηγετών όπως ο Ν. Μπουχάριν στα τέλη της δεκαετίας του 192086 και αυθόρμητες ταξικές πρακτικές που δεν ευοδώνονται μέσα στην δεκαετία του 1920.

2.3.6..Το ντεσιζιονιστικό επιχείρημα: η πολιτική καταστολή ως πρωτογενής συντακτική στιγμή

Oι νομικοί και πολιτικοί εκπρόσωποι του νέου σοβιετικού καθεστώτος αρνούνται να ορίσουν την πολιτική καταστολή κατά των αντεπαναστατών ως εφαρμογή ενός κοινά αποδεκτού για τους κυρίαρχους και τους αντιπάλους τους δικαιικού συστήματος, ως εφαρμογή ενός δικαιικού συστήματος που έλκει τη συνέχειά του ή την καταγωγή στους προεπαναστατικούς νομικούς θεσμούς και διατάξεις. Ούτε άλλωστε και στο νέο σοβιετικό Σύνταγμα του 1918 γίνεται συστηματική αναφορά και επίκληση για την θεμελίωση της καταστολής, παρά το ότι, όπως φάνηκε, ορισμένες ρήτρες του προσέφεραν εκτεταμένο έρεισμα για την προστασία του καθεστώτος.

Η θεώρηση της πολιτικής καταστολής στην πρώτη φάση προσεγγίζει την οπτική της "τυραννοκτονίας " και γενικότερα της εξουδετέρωσης των φορέων του ancient regime, όχι ως εφαρμογής ενός συστήματος κανόνων αλλά ως "συντακτικής στιγμής". Η εξουδετέρωση των "εχθρών" δεν μπορεί να δεσμευθεί κανονιστικά καθώς από μόνη της διαμορφώνει τους όρους για την κρατική-ταξική επιβολή των επαναστατών. Χωρίς αυτήν το ταξικό καθεστώς δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί, να υπάρξει, να μεταφρασθεί σε ένα σύστημα πολιτικών δομών και θεσμών, να αναπαραγάγει την ίδια την νομιμότητά του. Ιδίως ο Π.Στούτσκα86Α θα υποστηρίξει ότι οι εκπρόσωποι του παλαιού καθεστώτος δεν είναι δυνατόν κατά κυριολεξία να δικαστούν, αφού δεν υπάρχει συστοίχιση των πράξεών τους ούτε προς τους κανόνες του παλαιού καθεστώτος, κατά τους οποίους οι πράξεις τους δεν ήσαν εγκληματικές και οι οποίοι άλλωστε είναι καταργημένοι, ούτε προς τους κανόνες του νέου καθεστώτος, είτε γιατί αυτοί δεν είναι ακόμη διαμορφωμένοι, είτε γιατί οι σημαντικότερες "άδικες" πράξεις των αντεπαναστατών έχουν τελεσθεί υπό το κράτος ακόμη της ισχύος των παλαιών κανόνων, και οι μετεπαναστατικές τους ενέργειες τελούν περισσότερο σε αιτιώδη συνάφεια προς την απωλεσθείσα κυριαρχία τους, της οποίας αποτελούν επέκταση, παρά συνιστούν παράβαση και άρα "πραγμάτωση" της νέας πολιτικής και κανονιστικής τάξης87 .

Η μη συστοίχιση αυτή των πράξεων των φορέων της αντεπανάστασης στο πρώτο μετά την επιβολή της επανάστασης στάδιο σε ένα σύστημα ποινικών κανόνων και άρα η μη ταύτιση της καταστολής τους με μία έννοια ποινικής προστασίας της κοινωνικής ειρήνης είχε εκτιμηθεί ήδη από τους κλασσικούς του μαρξισμού. Δικαζόμενος ο Κ. Μαρξ στο δικαστήριο των ενόρκων της Κολωνίας είχε υποστηρίξει ότι "Όταν η επανάσταση διεξαχθεί με επιτυχία, μπορεί κανείς να κρεμάσει τους αντιπάλους του, όμως γι' αυτούς δεν μπορεί να εκδοθεί δικαστική καταδίκη. Αυτοί πρέπει να παραμεριστούν σαν νικημένοι εχθροί, δεν πρέπει όμως να δικάζονται σαν εγκληματίες. Μετά την πραγματοποίηση της επανάστασης ή της αντεπανάστασης οι καταργημένοι νόμοι δεν πρέπει να στρέφονται ενάντια στους υπερασπιστές αυτών των ίδιων των νόμων (...)"88 . Η αντεπανάσταση όπως και η επανάσταση είναι βασικά πολιτικές κι όχι νομικές πραγματικότητες.

Στο βαθμό λοιπόν που οι εκπρόσωποι του νέου καθεστώτος διακηρύσσουν μαχητικά την τομή και ασυνέχεια προς τους κανόνες και τους νομικούς θεσμούς τόσο της τσαρικής περιόδου όσο και της περιόδου του Φεβρουαρίου 1917 89, η θεμελίωση της πολιτικής καταστολής των "αντεπαναστατών" δεν ανάγεται μόνο στην "κατάσταση έκτακτης ανάγκης". Αποτελεί και μία πρακτική πρωτογενούς θεμελίωσης και σύνταξης της νέας εξουσίας και εξουδετέρωσης των αντίρροπων δυνάμεων προς την επιβολή της89α . Αντιστοιχεί άρα και στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στους κανόνες προστασίας του "παλαιού καθεστώτος" και στους μονιμότερους και θεσμοποιημένους κανόνες προστασίας του "νέου καθεστώτος". Με αυτήν την έννοια γίνεται λόγος ουσιαστικά για την "λαϊκή δικαιοσύνη " όχι ως συντεταγμένο όργανο της νέας εξουσίας, αλλά ως πρακτική που υλοποιεί πρωτογενώς την "απόφαση" για την σύνταξη του νέου καθεστώτος, καθώς διαμορφώνει τις πολιτικές προϋποθέσεις επιβολής και ισχύος του και άρα μετατροπής του σε μία έννομη τάξη.

Επομένως, η πολιτική καταστολή εγγράφεται στη διαδικασία γέννησης αλλά και αρχικής νομιμοποίησης του επαναστατικού καθεστώτος. Αντιστοιχεί στην παραγωγή μιας "τάξης μέσα από το χάος", στη διαμόρφωση μιας κρατικής οντότητας μέσα από την επανάσταση αρνητικής και αντιθετικής προς την παλιά κρατική οντότητα90 . Οφείλει να εγγυηθεί την (νέα) πραγματική κατάσταση κυριαρχίας ως όρο για μία αποτελεσματική στην συνέχεια θεσμοποίηση και κανονιστική της οργάνωση. Συνεπώς, η οργάνωσή της καθοδηγείται κυρίως από την αρνητική τάση διάλυσης και εξουδετέρωσης των δομών και εστιών αντίστασης του "παλαιού καθεστώτος", από τον χαρακτήρα της νέας εξουσίας ως άρνησης και υπέρβασης της παλαιάς.

Είναι προφανές ότι αυτή η στοχοθεσία και ο προσανατολισμός της πολιτικής καταστολής φορτίζεται με "υπαρξιακά" αγωνιστικά στοιχεία και θέτει ως βασικό κριτήριο νομιμοποίησής της την αποτελεσματική εξουδετέρωση του "εχθρού".

Δεν ιεραρχεί ούτε το πρόβλημα των αρχών και αξιών που θετικά πρέπει να διακρίνουν την νέα εξουσία στη διαμορφωμένη της θεσμική παγίωση, ούτε την μονιμότερη ένταξη των δικαστικών μηχανισμών και των μηχανισμών ασφάλειας στην κοινωνική ισορροπία και στην άσκηση της ταξικής πάλης σε μία κοινωνία της σοσιαλιστικής μετάβασης. Αναφέρεται με σμιττιανούς όρους σε μία "clasa decisionista" και όχι σε μία " clasa discuditoria"91 .

Όμως η παραπάνω επιχειρηματολογία, παρά το ότι συγκλίνουσα με την επιχειρηματολογία της απόλυτης κυριαρχίας σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, απαντά σε συγκεκριμένα αντικειμενικά πολιτικά καθήκοντα της νεαρής σοβιετικής εξουσίας και στους όρους πρωτογενούς επιβολής της (εμφύλιος πόλεμος) . Εντούτοις, αδυνατεί να θεμελιώσει πειστικά τη συνολική άσκηση πολιτικής καταστολής στην πρώτη μετεπαναστατική περίοδο και αυτό γιατί:

1) Στην ουσία δεν προσθέτει καινούρια επιχειρήματα στη θέση της "κατάστασης έκτακτης ανάγκης". Αν η πρώτη περίοδος της σοβιετικής εξουσίας δεν ήταν μία περίοδος εμφυλίου πολέμου και βίαιης αντεπανάστασης, η θεμελίωση του νέου καθεστώτος θα μπορούσε να υπακούσει σε μορφές πιο θεσμοποιημένης και κανονιστικά οργανωμένης πολιτικής εξουσίασης, όχι με κριτήριο τους κανόνες του παλαιού καθεστώτος αλλά τους υπέρτερους των κρατικών οργάνων κανόνες που το ίδιο θα έθετε και θα μπορούσε να επιβάλει. Στο πλαίσιο αυτό η εξουδετέρωση των κορυφών του παλαιού καθεστώτος δεν θα σήμαινε αναγκαστικά τη φυσική τους εξόντωση και πάντως δεν θα εννοείτο ως καθοδηγητική γραμμή για τη συνολική ρύθμιση της καταστολής των αντεπαναστατικών ενεργειών. Με λίγα λόγια θα μπορούσε να υπάρξει μία νέου τύπου και σε κατεύθυνση φθίνοντος κατασταλτικού καταναγκασμού κανονιστική οργάνωση της καταστολής.

2) Η εξουδετέρωση των κορυφών του παλαιού καθεστώτος καθόλου δεν απαντούσε σε μορφές αντικαθεστωτικής δράσης από την πλευρά των κομμάτων του "κέντρου" ή από την πλευρά ακόμη περισσότερο αριστερών και γνήσια επαναστατικών δυνάμεων

(π.χ. Κρονστάνδη). Στην τελευταία περίπτωση, όπως ακριβώς οι νόμοι του παλαιού καθεστώτος θα ήταν παράλογο να χρησιμοποιηθούν κατά των φορέων του, θα ήταν εξίσου παράλογο η προβληματική τής εξουδετέρωσης των αντεπαναστατών, ως όρος θεμελίωσης της επανάστασης, να προταθεί έναντι δυνάμεων που απαίτησαν μία ακόμη "συνεπέστερη" εφαρμογή των επαναστατικών αρχών και αντιλήψεων (των οποίων η εν γένει τυποποίηση ως "μικροαστών" ή "καλυμμένων αντεπαναστατών" αποτέλεσε μία απλουστευτική και κοντόφθαλμη προσέγγιση).

3) Η επιταγή θεμελίωσης του νέου καθεστώτος με την έννοια της κατ' αρχήν επιβολής του, δεν είναι δυνατό να αναφέρεται σε μία μακρόχρονη ή και διαρκή διαδικασία. Από ένα σημείο και μετά η πολιτική καταστολή θα πρέπει να οργανωθεί συστηματικά και να τυποποιηθεί κατά τρόπο που να αντιστοιχεί σε αρχές και αξίες δημοκρατικές και δικαιοκρατικές --κατά τρόπο πληρέστερο από αυτόν της αστικής κοινωνίας-- ομόλογες προς τις κοινωνικές ανάγκες και συμφέροντα της ηγεμονικής τάξης, στην κρινόμενη περίπτωση του εργατο-αγροτικού συνασπισμού εξουσίας. Η μονιμοποίηση της επιχειρηματολογίας της καταστολής ως "υπαρξιακής στιγμής" ή ως "διαρκούς σύνταξης του σοσιαλιστικού κράτους" ακυρώνει τη δυνατότητα οι αξίες μιας νέας ηγεμονικής τάξης να αντιστοιχηθούν στο κανονιστικό περιεχόμενο και στην πρακτική δράση της κρατικής οργάνωσης. Αυτή όμως η ακύρωση δεν μπορεί να λογισθεί ως ένα "ατύχημα" ή ως μια "πονηριά της διαλεκτικής". Αντιστοιχεί ακριβώς σε μία ηγεμονική ανατροπή, καθώς η ανατροπή της επαγγελίας ενός γενικευμένου εκδημοκρατισμού και μίας προοπτικής χαλάρωσης του καταναγκασμού και ανάπτυξης των ελευθεριών σηματοδοτεί μία νέα ηγεμονία ("νέων" αστικών και εκμεταλλευτικών στρωμάτων και τάξεων) σε αντεπαναστατική κατεύθυνση.

Έτσι, η επιγενόμενη κανονιστική οργάνωση της καταστολής από το 1924 και εξής δεν θα σημάνει τον περιορισμό του κρατικού καταναγκασμού αλλά την θεσμοποίηση της απεριόριστης, στο όνομα της "άμυνας", καταναγκαστικής κρατικής δράσης.

ΒΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλτουσέρ Λ. 1978: Για τον Μαρξ, Αθήνα, Γράμματα.

Αντερσον Π. 1979: Οι αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι, Αθήνα 1979, Μαρξιστική Συσπείρωση.

Άρεντ Χ. 1988: Το ολοκληρωτικό φαινόμενο, Αθήνα Ευρύαλος.

Βολίν Α. 1977: Η άγνωστη επανάσταση τ. Α΄ και Β΄, Αθήνα, Διεθνής Βιβλιοθήκη.

Bunyan J. 1936: Intervention, Civil War and Communism in RussiA.Documents and Materials, Baltimore.

Δημούλης Δ. 1990: «Παρατηρήσεις για τα σοβιετικά συντάγματα του 1918 και 1936», σε Θέσεις 33, σσ. 55 επ.

Ένγκελς Φρ. 1975: Πρόλογος στην αγγλική έκδοση του Κεφαλαίου, Αθήνα.

Ελλενστέιν Ζ. 1977: Ιστορία του σταλινικού φαινομένου, Αθήνα, Θεμέλιο.

Καρρ Ε.Χ. 1977. Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, Αθήνα, Υποδομή.

Kirchheimer O. 1968: «Politische Justiz», in Politik und Verfassung, Frankfurt a.Main, Suhrkamp.

Κλαουντίν Φ. 1980: Η κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, τ. 2, Αθήνα, Γράμματα.

Κλιφφ Τ. 1995: Λένιν --Τα χρόνια 1898-1914, Αθήνα, Εργατική Δημοκρατία.

Κολλέτι Λ. 1975: Ιδεολογία και κοινωνία, Αθήνα, Οδυσσέας.

Λεκούρ Ντ. 1979: Ετεροδοξία και επανάσταση, Αθήνα, Αγώνας.

Λένιν Β.Ι. 1978-α: «Τα πολιτικά κόμματα στη Ρωσία», σε Άπαντα τ. 21, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, σσ. 286-98.

Λένιν Β.Ι. 1978-β: «Εισήγηση στο 8ο Συνέδριο του Κ.Κ. Ρωσίας (Μπ), 3.1919», σε Άπαντα τ. 39, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, σσ. 341 επ.

Λένιν Β.Ι. 1990: «Για το φόρο σε είδος», σε Για την σοσιαλιστική οικοδόμηση, Αθήνα 1990, Α/Συνέχεια., σσ. 204 επ.

Λινάρ Ρ. - Μπετελέμ Σ. 1979: Ιστορικότητα και επικαιρότητα του Μαρξισμού, Αθήνα.

Λούξεμπουργκ Ρ. 1980: Η Ρώσσικη Επανάσταση, Αθήνα, Υψιλον.

Μάνεση Αρ. 1980: «Το πρόβλημα της ασφαλείας του κράτους και η ελευθερία», σε Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, σσ. 390 επ.

Μαρά, Σεν Ζυστ, Ροβεσπιέρος. 1989: Κείμενα, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή.

Μετ Ι. χ.χρ.ε.: Η Kομμούνα της Κρονστάνδης, Αθήνα, Διεθνής Βιβλιοθήκη.

Mερλώ-Ποντύ M. 1988: Ανθρωπισμός και Τρομοκρατία, Αθήνα.

Μπετελέμ Σ. 1975: Οι ταξικοί αγώνες στη Ρωσία, τ. 2, Αθήνα, Ράππας.

Πασουκάνις Ε. 1979: Μαρξισμός και Δίκαιο, Αθήνα, Οδυσσέας.

Παπαιωάννου Κ. 1991: Η γένεση του ολοκληρωτισμού, Αθήνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Πουλαντζάς Ν. 1975: Φασισμός και Δικτατορία, Αθήνα, Ολκός.

Ροσάντα Ρ. - Μπετελέμ Σ. 1978: Ο μαρξισμός του Μάο τσε τουνγκ και η διαλεκτική, Αθήνα, Στοχαστής.

Pipes R. 1981: Russia under the Bolshevik regime 1917-1924, New York, Harvil.

Schmitt C. 1991: Politische Theologie, (Muenchen 1922), Berlin.

Schmitt C. 1957: Verfassungslehre, Berlin (1928).

Schmitt C. 1934: Die drei Arten des rechtswissenschaftlichen Denkens, Berlin.

Στούτσκα Π. 1992: Ο επαναστατικός ρόλος του δικαίου και του κράτους, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή.

Τάχος Α. (επιμ.) 1989: Το πρώτο σοβιετικό Σύνταγμα του 1918-Εισαγωγή-κείμενα, Θεσσαλονίκη.

Τζονστόουν Μ. 1979: Σοσιαλισμός,Δημοκρατία και Μονοκομματικό Σύστημα, Αθήνα, Αγώνας.

25. Βλ. σε Μπετελέμ όπ. π. σελ. 254 επ., Καρρ όπ. π. σελ. 228 για την νόμιμη κυκλοφορία της εφημερίδας των Καντέ Svoboda Rossii ως το Φεβρ. 1918. Με διάταγμα του φθινοπώρου 1917 δινόταν στο Σοβναρκόμ η αρμοδιότητα απαγόρευσης της κυκλοφορίας των εφημερίδων που προπαγάνδιζαν την "ανοιχτή ανυπακοή ή αντίσταση στην Κυβέρνηση των Εργατών και Αγροτών" - Sobranie Uzakonenii 1917 -1918 (Συλλογή Διαταγμάτων) No 1 (2η Eκδοση), Aρθρο 17 (Καρρ, όπ. π., σελ. 228).

26.. Βλ. σε Καρρ όπ. π. σελ. 228-229 για την μενσεβίκικη εφημερίδα Vpered και τα έντυπα των αναρχικών στα 1918-1920.

27.. Για την έκταση των εκτελέσεων στα 1918-1920 βλ. σε Καρρ όπ. π. σελ. 226 με αναφορά και στην εφημερίδα Ισβέστια φ. της 3-9 και 7-9-1918 όπου γράφεται ότι η μεγαλύτερη σε έναν τόπο και χρόνο εκτέλεση ήταν αυτή των 512 "αντεπαναστατών" στην Πετρούπολη στο ζενίθ της κόκκινης τρομοκρατίας το φθινόπωρο 1918. Σχετική η απόφαση της ΕΕ των Σοβιέτ (VTsIk) της 2-9-1918 μετά την απόπειρα δολοφονίας κατά του Λένιν.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η κατεύθυνση της σοβιετικής εξουσίας πριν από τον εμφύλιο τείνει στη κατάργηση της θανατικής ποινής, και κατ' αρχήν της θανατικής ποινής κατά των κληρωτών στο μέτωπο, όπως και συνετελέσθη με πράξη του 2ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ αμέσως μετά την επανάσταση. Σχετικά σε Καρρ όπ. π. σελ. 208 υποσ. 9, όπου παρατίθεται η συζήτηση στο Ρωσικό και διεθνές εργατικό κίνημα της εποχής για τη θανατική ποινή.

28.. Για την στάση προς τα "δημοκρατικά" κόμματα βλ. Ελλενστέιν, όπ. π., σελ. 24 επ., ιδίως σελ. 32 επ., Μ. Τζονστόουν όπ. π. σελ. 71επ., 76 επ., 79 επ., Σ. Μπετελέμ, όπ. π., σελ. 254 επ. Ιδίως για τον αποκλεισμό από τα σοβιέτ των μενσεβίκων και δεξιών εσέρων (= σοσιαλεπαναστατών) βλ. Καρρ, όπ. π., σελ. 219 και 230 επ. Σχετικά και σε Διατάγματα της Σοβιετικής Εξουσίας τ. 2, Μόσχα 1959, Sobranie Uzakonenii 1917-1918, No 44, αρ. 546. O Kαρρ αναφέρει ότι η απόφαση της ΠΚΕΕ ελήφθη μετά από πολύωρη συνεδρίαση και με αντιρρήσεις.

29.. Μ.Τζόνστοουν, όπ. π., σελ. 76.

30.. Σ. Μπετελέμ, όπ. π., τ. Ι, σελ. 262 επ., Β.Ι. Λένιν Απαντα 3η ρωσικη έκδοση τ. 23 σελ. 318-319.

31.. Μ. Τζονστόουν, όπ. π., σελ. 66 με αναφορά και στο έργο του Τζων Ρηντ: Δέκα ημέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο, όπου περιγράφεται η αμφισβήτηση των μέτρων λογοκρισίας από πολλούς μπολσεβίκους της "παλιάς φρουράς" που είχαν υποστεί την τσαρική λογοκρισία.

32.. Σ. Μπετελέμ όπ. π. τ.Ι σελ. 265 επ.

33..Μ. Τζονστόουν, όπ. π., σελ. 79-80, Σ. Μπετελέμ, όπ. π., τ. Ι, σελ. 262 επ. Για μία οπτική της αντιαναρχικής καταστολής από την πλευρά του αναρχικού κινήματος βλ. σε Βολίν: Η άγνωστη επανάσταση τ.Α' και Β', Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1977 σελ. 145-184, Αλ. Μπέρκμαν: Η ρώσικη τραγωδία του 1917, ελλ. μετ. Αθήνα 1997, εκδ. Αρδην. Κατά τον Βολίν οι μπολσεβίκοι απρόκλητα ξεκινούν τις συλλήψεις και φυλακίσεις αναρχικών τον Απρίλη 1918 στην Μόσχα. Στη συνέχεια ο Βολίν θα περιγράψει εκτεταμένες συλλήψεις, διώξεις και εκτελέσεις αναρχικών στη Ρωσία του 1919-1921, αποδίδοντάς τις σε ένα σχέδιο μπολσεβίκικης δικτατορίας. Πολύ ενδιαφέρουσα η περιγραφόμενη συμφωνία μεταξύ Μαχνοβιτών και Σ.Ε. του 1920, κατά την περίοδο του κοινού αγώνα κατά του Βράνγκελ στην Ουκρανία για την αποφυλάκιση των αναρχικών πολιτικών κρατουμένων και την ελεύθερη πολιτική δράση των αναρχικών στην Ρωσία και Ουκρανία (σελ. 151-156). Κατά τον Βολίν οι πολιτικοί κρατούμενοι του αναρχικού και μαχνοβίτικου χώρου την περίοδο αυτήν ανέρχονταν σε 200.000 περίπου. Τελικά, η συμφωνία ανετράπη στην φάση ρήξης με το αντάρτικο του Μαχνό και διάλυσής του. Ενδιαφέρουσα επίσης η περιγραφή της καταστολής των "τολστοϊκών αναρχικών", οι οποίοι αρνούνατν να υπηρετήσουν στον Κόκκινο Στρατό ως "αντιρρησίες συνείδησης". Για τον Βολίν το αναρχικό κίνημα δεν υποχώρησε αλλά συντρίφτηκε κατασταλτικά από τη μπολσεβίκικη εξουσία.

34.. Αναλυτικά για τη θέση αυτή του Λένιν, βλ. Σ. Μπετελέμ όπ. π. τ. Ι σελ. 254 επ., 265 επ., Τζόνστοουν όπ. π. σελ. 76 επ., Καρρ όπ. π. σελ. 232. Η διάκριση πάντως της συμπεριφοράς απέναντι σε "νομιμόφρονες" και σε εξεγερμένους αναρχικούς γίνεται τελικά δεκτή και από τον Βολίν, όπ. π., σελ. 170-173, όπου οι "νομιμόφρονες αναρχικοί" εμφανίζονται ως πιόνια για την νομιμοποίηση της κυριαρχίας των μπολσεβίκων. Η θέση αυτή αποδεικνύει την "διαχωριστική γραμμή" εκ του αρνητικού χρωματισμένη.

35.. Ο όρος από το γνωστό έργο του Ι. Ντόυτσερ: Ο άοπλος προφήτης, Oxford 1959. Η φράση εκπορεύεται από τον Ν. Μακιαβέλι κατά τον οποίο: "Ολοι οι καλά οπλισμένοι προφήτες νίκησαν, οι άοπλοι ηττήθηκαν" (Ο ηγεμών) , παρατίθεται και σε Κ. Παπαϊωάννου, Γένεση του ολοκληρωτισμού όπ. π..

36.. Ν. Πουλαντζά: Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αθήνα 1984 σελ.108 επ. Για μία νομική προσέγγιση της θεματικής, βλ. Αρ. Μάνεση "Το πρόβλημα της ασφαλείας του κράτους και η ελευθερία", όπ. π., όπου ρεαλιστικά εκτιμάται η προτεραιότητα της αυτοπροστασίας του κράτους απέναντι στις φιλελεύθερες διακηρύξεις του.

37.. Η περίφημη θέση του C.Schmitt, Politische Theologie, όπ. π.

38.. Για την οριακή αποδέσμευση της κυριαρχίας από την κανονιστική της μορφή (η ισχύς προϋπάρχει του νόμου και μπορεί να αποδεσμευθεί από αυτόν) βλ. C. Schmitt όπ. π. (Politische Theologie) , του ίδιου: Η έννοια του πολιτικού, όπ. π., σελ. 71 επ. με αναφορά στον Lorenz v. Stein. Βλ. και Φ. Βασιλόγιαννη: "Η περί δικαίου θεωρία του C. Schmitt" σε Το Σύνταγμα 1992, σελ. 439 επ., σελ. 464: "Η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης διακρίνεται από το χάος και την κατάσταση αναρχίας, διότι εξακολουθεί να υπάρχει μία τάξη, αν και -ή μάλλον και γι αυτό -καμμία δικαιική τάξη:η ύπαρξη του κράτους επιβεβαιώνει την αναμφίβολη υπεροχή του επί της ισχύος του κράτους δικαίου".

39..Ως προς την "απόφαση" ως αφετηρία σύνταξης της κρατικής εξουσίας πρβλ. και C. Schmitt: Vergassungslehre, Berlin 1928, εκδ. 1957 σελ. 75 επ. Πάντως, συμφωνούμε με την επιφυλακτική αξιοποίηση των καρλσμιττιανών εννοιών σε μία προσέγγιση της πολιτικής ως ειδικού πεδίου της ταξικής πάλης.

40.. Για την "ένταση" μεταξύ του δημοκρατικού και του φιλελεύθερου στοιχείου μιας δημοκρατικής εξουσίας και την θέση της μαρξιστικης θεωρίας βλ. και σε Λ.Κολέττι: Ιδεολογία και κοινωνία, ελλ. μετ. Αθήνα 1975, σελ. 159 επ.. Για μία φιλελεύθερη-συντηρητική κριτική στον δημοκρατικό αυτοκαθορισμό με την ρουσσωική έννοια βλ. E.E. Brunner: Die verfassungsrechtliche Behandlung extremistischer Parteien in den westlichen Demokratien, Wintertuhr 1965, σελ. 74 επ.

41.. Σαιν Ζυστ: "Για την επαναστατική κυβέρνηση/ αναφορά στο όνομα της Επιτροπής Δημόσιας Σωτηρίας προς τη Συμβατική, 10 Οκτώβρη 1793", σε Μαρά, Σεν Ζυστ, Ροβεσπιέρος -Κείμενα, Αθήνα 1989, επιμ. Μ. Βερέττα, σελ. 142 επ.

42.. Το πρόβλημα της αδιάφορης προς τους "σκοπούς" ηθικότητας των μέσων συνδέεται κατά κανόνα με την καντιανή ηθική φιλοσοφία η με άλλες φιλοσοφικές παραλλαγές της "απόλυτης ηθικής" (π.χ. τα ηθικά υποδείγματα του Λ. Τολστόι η του Μ. Γκάντι). βλ. τελείως ενδεικτικά Ι. Καντ: Για την αιώνια ειρήνη, ελλ. μετ., Αθήνα 1992, σελ. 69 επ., ιδίως σελ. 81 επ., όπου και διατύπωση της προτεραιότητας της αρχής του Πρακτικού Λόγου. Στο πεδίο της έντασης πολιτικών σκοπών και πολιτικών μέσων βλ. Μ. Μερλώ-Ποντύ: Tρομοκρατία και ανθρωπισμός, ελλ. μετ., Αθήνα 1988, Α. Καίστλερ: Το μηδέν και το άπειρο, ελλ. μετ., Αθήνα 1977. Για μία θεωρητική προσέγγιση πρβλ. Μ.Βέμπερ: Η πολιτική ως επάγγελμα, ελλ. μετ. Αθήνα 1987, ιδίως σελ. 152 επ. Για μία ριζικά διαφορετική προσέγγιση του προβλήματος της "ηθικής των μέσων" βλ. Φρ. Νίτσε: Γενεαλογία της ηθικής Θεσσαλονίκη 1989.

Στο πλαίσιο της πρόσφατης συζήτησης στην Ελλάδα για το αν υπάρχει μία μαρξιστική "ηθική" θεωρία για την δικαιοσύνη βλ. Κ. Σταμάτη: Αστική κοινωνία, δικαιοσύνη, κοινωνική κριτική-Μία κριτική θεωρία της δικαιοσύνης, Αθήνα 1995, Φ. Βασιλόγιαννη: "Η δικαιοσύνη στον Μarx. Ένα ιστορικοϋλιστικό αντισκεπτικιστικό και αντισχετικιστικό επιχείρημα" σε "Θέσεις" τ. 56/1996, σελ. 103-110 καθώς και την απάντηση του Γ. Σταμάτη, "Περί μιας ψευδοκαντιανής βασάνου του Μαρξ", Θέσεις 58/1997, σελ. 59 επ.

43.. Για την σχέση "επαναστατικής" και "δημοκρατικής διακυβέρνησης" στη σκέψη του Ροβεσπιέρου βλ. σε Μ. Βερέττα (επιμ.), όπ. π., 218 επ. ("Για τις αρχές της επαναστατικής κυβέρνησης").

44.. Θέση υποστηριζόμενη τόσο από φιλελεύθερους διανοητές κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο σχετικούς με την προβληματική του "ολοκληρωτισμού" (Χ. Άρεντ: Το ολοκληρωτικό φαινόμενο, ελλ. μετ. Αθήνα 1988, C. Friedrich (ed.) Totalitarianism, 1944, W. Kornhauser: The politics of mass society, 1965. Βλ. το μεταπολεμικό έργο του Α.Καμύ (λ.χ. στον Επαναστατημένο άνθρωπο διά της αντίθεσης "επανάστασης"-"εξέγερσης") αλλά διανοητές της σύγχρονης περιόδου κριτικούς στις "μεγάλες αφηγήσεις" του Διαφωτισμού και στα "τραγικά αποτελέσματα του Λόγου", όπως η κριτική του Φ. Φυρέ στον γιακωβινισμό και στην "τρομοκρατία" του 1793 βλ. σε Φ. Φυρέ - Ντ. Ρισέ: Η γαλλική επανάσταση, ελλ. μετ. Αθήνα 1992, ή η φιλελεύθερη "αντεπαναστατική" κριτική του "όψιμου" Χ. Σεμπρούν (Η επιστροφή του Νετσάγιεφ, ελλ. μετ., Αθήνα 1992) κ.α. Για μία κριτική των "αντιολοκληρωτικών" θεωριών ήδη από την δεκαετία του 1970 βλ. Ντ. Λεκούρ: Ετεροδοξία ή επανάσταση, ελλ. μετ. Αθήνα 1979, εκδ. Αγώνας.

45.. Βλ. ενδεικτικά σε Τ.Κλιφφ: Λένιν-Τα χρόνια 1898-1914 (πολιτική βιογραφία τ. Ι), ελλ. μετ., "Εργατική Δημοκρατία", Αθήνα 1995.

46..Βλ. σε Π.Αντερσον: Οι αντινομίες του Α.Γκράμσι, ελλ. μετ. Αθήνα 1979, εκδ. Μαρξιστική Συσπείρωση, ιδίως το τελευταίο κεφάλαιο.

47.. Για τη διάκριση μεταξύ "αμυντικής κοινωνικής βίας" και "εργαλειακής πολιτικής βίας" βλ. σε Λ.Φεραγιόλι: "Βία και πολιτική-μία ανάλυση των ιδεολογικών προτύπων πολιτικής βίας" στο Βία και πολιτική, ελλ. μετ., Αθήνα 1985, σελ.17 επ.

48.. Όπως θα ήθελαν ήδη από τον 19ο αιώνα οι "φιλόσοφοι της αντεπανάστασης" (J. de Maistre, Bonald, Donoso Cortes κ.α.) βλ. και σε Politische Theologie, όπ. π., σελ. 69 επ. ("Zur Staatsphilosophie der Gegenrevolution").

49.. Για την έννοια της "δομικής βίας" βλ. W.D. Narr: "Gewalt und Legitimitaet", in Leviathan 1973, σελ. 19 επ., ιδίως για την διάκριση "φυσικής" και "δομικής βίας" σελ. 22. Πρβλ. τις εργασίες των J. Galtung: "Gewalt, Frieden und Friedensforschung" in D.Senghaas (hrsg.): Kritische Friedensforschung, Frankfutr a.M. 1971, σελ. 55-104., Gurr T.R. - Graham H.D.: Violence in America, N.Y., 1969, Gurr T.R.: Why Men Rebel, Princeton 1971, Hofstaedter R. and W.: American Violence: A Documentary History, N.Y. 1970. Βλ. και Δ. Δημούλη-Χρ. Γιαννούλη: Η διαλεκτική του πολέμου, όπ. π., σελ. 79 επ.

50.. Για την έννοια της "συγχώνευσης των αντιφάσεων στον αδύνατο κρίκο" στον Λένιν βλ. Λ. Αλτουσέρ: Για τον Μαρξ ελλ. μετ., Αθήνα 1978, σελ.200 επ. ("Αντίφαση και επικαθορισμός").

51.. Για τη χιλιανή εμπειρία βλ. το προφητικό κείμενο κριτικής της οργάνωσης MIR στην κυβέρνηση Λαϊκής Ενότητας του Σ. Αλιέντε με τίτλο "Το εκλογικό αποτέλεσμα και οι συνέπειές του για την επαναστατική αριστερά" της 24-9-1970, όπου εκτιμάται ότι η μη συντριβή του αστικού κρατικού μηχανισμού δημιουργεί διαρκή κίνδυνο (βίαιης) αντεπαναστατικής διεξόδου σε Ρ. Ντεμπρέ: Ο δρόμος της Χιλής, σελ. 169 επ. Για την ελληνική εμπειρία βλ. σε Φ. Κλαουντίν: Η κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, ελλ. μετ. Αθήνα 1981, εκδ. Γράμματα, τ.Β' σελ. 67 επ. ("Η στραγγαλισμένη επανάσταση"), για την κινέζικη εμπειρία του 1927 στο ίδιο τ. Α' σελ. 255 επ. Ενδιαφέρουσα η προβληματική των κινέζων κομμουνιστών στην δεκαετία του 1960 περί της ανάγκης μιας διαρκούς "περιφρούρησης" της επανάστασης απέναντι στην τάση καπιταλιστικής παλινόρθωσης βασικά όμως με ιδεολογικούς και πολιτικούς και όχι με κατασταλτικούς όρους.

52.. Ως προς την αγγλοσαξωνική νομολογιακή εξέλιξη στο ζήτημα της ελευθερίας του ανατρεπτικού λόγου πρβλ. J.Boasberg: "Seditious Libel and Incitement to Mutiny" in Oxford Journal of Legal Studies, Spring 1990, vol. 10, Nr. 1, σελ. 107-121, Η. Steinberger, όπ. π., σελ. 352 επ., K. Loewenstein: "Der Kommunismus und die amerikanische Verfassung" in Juristen-Zeitung 1952, σελ. 1 επ. Βλ. και Δ. Μπελαντή, Αντιτρομοκρατική νομοθεσία και αρχή του κράτους δικαίου, Αθήνα 1998, σελ. 372 επ.

53.. Βλ. για μία επισκόπηση της συζήτησης της "μαχόμενης δημοκρατίας" ιδίως ως προς την δυτικογερμανική εμπειρία στο "τεχνικό" επίπεδο της πρόληψης της επαναστατικής δράσης, J. Lameyer: Streitbare Demokratie, όπ. π., Η. Copic: Grundgesetz und politisches Strafrecht, Berlin 1967, ιδίως σελ. 201 επ., H. Steinberger: Freiheit, όπ. π. για την βορειοαμερικάνικη εμπειρία.

54.. Πρβλ. τα αντίστοιχα άρθρα σε Το πρώτο σοβιετικό σύνταγμα του 1918, Εισαγωγή -Κείμενα, (επιμ. Α. Τάχου), Θεσσαλονίκη 1989. Ακόμη τον σχολιασμό τους από τον Δ. Δημούλη: "Παρατηρήσεις", όπ. π., σελ. 62 επ.

55.. Η ρήτρα αυτή θυμίζει εκπληκτικά την ρήτρα έκπτωσης ("Verwirkung") από δημόσιο δικαίωμα λόγω της καταχρηστικής άσκησής του κατά της φιλελεύθερης δημοκρατικής τάξης σύμφωνα προς το άρθρο 18 Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης του 1949. Βλ. και Δ. Δημούλη: "Παρατηρήσεις", όπ. π., σελ 62 για την γερμανική συνταγματική τάξη και τις παλαιότερες μελέτες των Η.Gallwas: Der Missbrauch von Grundrechten, 1967, Schmitt-Glaeser W.: Missbrauch und Verwirkung von Grundrechten im politischen Meinungskampf, 1968

56.. Δ. Δημούλη όπ. π. ("Παρατηρήσεις") σελ. 64.

57.. Βλ. αντί για πολλούς Σ. Μπετελέμ, όπ. π., τ. Ι, σελ. 265.

58.. Βλ. αναλυτικά σε R. Pipes, όπ. π., σελ. 402-403 ("in addition to actions commited for the express purpose of overthrowing or weakening the government or rendering assistance to the international bourgeoisie").

59.. Βλ. τον προσδιορισμό της "περιφέρειας" των πολιτικών αδικημάτων σε Pipes όπ. π., σελ. 402: "without being directly intended to attain (these) objectives, nevertheless, as far as the person commiting the act was concerned, represented a deliberate assault (pokushenie) on the fundamental political and economic conquests of the proletarian revolution".

60.. Pipes, όπ. π. σελ. 402, ο οποίος παραπέμπει στο έργο του N.Trainin: Ugolovnoe pravo R.S.F.S.R. Chast Osobennaia, Leningrad 1925.

61.. Βλ. σε Pipes όπ. π. σελ. 402, όπου διευκρινίζεται ότι η "εγκληματική πρόθεση" και γενικότερα τα υποκειμενικά στοιχεία του αδικήματος στοιχειοθετούσαν συχνά τον πυρήνα του εγκληματικού αδίκου στον ίδιο βαθμό με την αντικειμενικά επικίνδυνη πράξη ("deed"). Ομοίως R. Schlesinger: Soviet Legal Theory, NY 1945, όπου παραλληλίζεται και η τσαρική ποινική νομοθεσία του 1649, κατά την οποία δεν ήταν σαφής η διάκριση μεταξύ "πρόθεσης" και "πράξης".

62.. Pipes, στο ίδιο, με αναφορά στην άποψη του Λένιν για την καταστολή ανατρεπτικής προπαγάνδας, 5η Ρωσική έκδοση (1957-1959) τ.45 σελ. 190.

63.. Στο ίδιο, σελ. 401.

64.. Στο ίδιο, σελ. 403 με παραπομπή στο έργο του Ν.Τrainin: Ogolovnoe pravo: Obshchaia Chast, Μόσχα 1929, σελ. 260-261 ("instances in which criminal repression is applied also in the absence of guilt").

65.. Στο ίδιο, σελ. 402 ("made it possible to charge citizens for crimes not directly defined but similar in nature" -άρθρο 10 ΣΠΚ).

66.. Για την προβληματική των "θεαματικών" μαζικών πολιτικών δικών εξόντωσης του πολιτικού αντιπάλου βλ. Δ.Μπελαντή, όπ. π., σελ. 271 υποσ. 154. Για τις δυτικές δημοκρατίες θεμελιώδης είναι η μελέτη του O. Kirchheimer: "Politische Justiz" in O. Kirchheimer: Politik und Verfassung, Frankfurt a. Main 1981 σελ. 96 επ.

67.. Έτσι, στη βασική δίκη των σοσιαλεπαναστατών ηγετών του 1922 η κατηγορία θα είναι "ανάληψη αντεπαναστατικών δραστηριοτήτων και ιδίως τρομοκρατικών και στρατιωτικών ενεργειών κατά του σοβιετικού καθεστώτος", εντεταγμένη στην "συνωμοσία κατά του πολιτεύματος" και τις συναφείς προς αυτήν πράξεις προπαρασκευής και τρομοκρατικές ενέργειες κατά τα άρθρα 57-60 ΣΠΚ. Η δίκη διήρκεσε από τον Ιούνιο ως Αύγουστο 1922. Η διεθνής σοσιαλδημοκρατία υπερασπίσθηκε δημόσια τους σοσιαλεπαναστάτες ηγέτες ως πολιτικούς κρατούμενους, συνήγορος των κατηγορουμένων ήταν ο βέλγος σοσιαλιστής ηγέτης Βαντερβέλντε. Η επιβαλλόμενη ποινή υπήρξε αντικείμενο διαπραγμάτευσης των Μπολσεβίκων με την Β' και την Β' 1/2 Διεθνή. Τελικά, 14 κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν σε θάνατο αλλά κανείς δεν εκτελέσθηκε: οι ποινές των δύο από αυτούς μετατράπηκαν σε ισόβια και οι λοιπές ανεστάλησαν.

68.. Βλ. για την λογική αυτήν σε Μ. Μερλώ-Ποντύ, όπ. π.

69.. Πρβλ. επίσης τις απόψεις της Χ. Άρεντ για την συγκρότηση των κατηγοριών στις δίκες και στην καταστολή της σταλινικής περιόδου με προσοχή όμως δεδομένης της τάσης της Άρεντ να εντάσσει την λενινιστική και την σταλινική εμπειρία στο "ολοκληρωτικό φαινόμενο" (όπ. π., σελ. 198-200, όπου περιγράφεται η μετάβαση από τον "ύποπτο" στον "αντικειμενικό εχθρό").

70.. Ε.Χ. Καρρ όπ. π. σελ. 215 (Sobranie Uzakonenii 1917-1918, No 12, άρθρο 170).

71.. Στο ίδιο, σελ. 214.

72.. Στο ίδιο, σελ. 215 επ., Β.Ι.Λένιν, Απαντα 3η Ρωσική έκδοση, τ. 22, σελ. 166-167, 243.

73.. Ενδεικτική η άποψη του Ντζερζίνσκυ κατά το καλοκαίρι 1918: "Η ΤΣΕΚΑ δεν είναι δικαστήριο. Η ΤΣΕΚΑ είναι η άμυνα της επανάστασης όπως ο Κόκκινος Στρατός. Οπως στον Εμφύλιο Πόλεμο ο Κόκκινος Στρατός δεν μπορεί να σκέφτεται μήπως βλάψει το α' ή το β' συγκεκριμένο άτομο αλλά πρέπει να έχει στο μυαλό του τη νίκη της επανάστασης κατά της αστικής τάξης". Παρατίθεται σε Καρρ όπ. π. σελ. 225. Για την στρατιωτική καταστολή της ΤΣΕΚΑ κατά των αναρχικών βλ. και σε Βολίν, όπ. π. σελ. 178 επ., όπου περιγράφονται τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά των "αριστερών" αντιφρονούντων (Σολόβσκι, Σουζντάλ, Τομπόλσκ, μοναστήρι Γιαροσλάβ κ.α.).

74.. Ζ. Ελλενστέιν, όπ. π., σελ. 34 με εκτενή αναφορά στο σημαντικό άρθρο του μπολσεβίκου και στελέχους της ΤΣΕΚΑ Μ. Λάτσις "Μην ψάχνετε να βρείτε ενδείξεις ενοχής", βλ. και Σ. Μπετελέμ, όπ. π., τ. Ι, σελ. 254 επ.

75.. Καρρ όπ. π. σελ. 230, περιελήφθη στην συλλογή διαταγμάτων Sobranie Uzakonenii 1917-1918 Νο 90, άρθρο 908.

76.. Στο ίδιο, σελ. 241-242.

77.. Στο ίδιο, σελ. 242, 244, βλ. και σε Pipes όπ. π. σελ. 398-400.

78.. Για τον πολιτικό λόγο και τα χαρακτηριστικά της εξέγερσης της Κρονστάνδης βλ. σε Ι.Μετ (1948): Η κομμούνα της Κρονστάνδης, ελλ. μετ., Αθήνα χ.χρ., εκδ. "Διεθνής Βιβλιοθήκη", ιδίως το κείμενο του ναύτη Πετριτσένκο, Προέδρου της Προσωρινής Επαναστατικής Επιτροπής της Κρονστάνδης, σελ. 75 επ., κατά της άποψης ότι η εξέγερση είχε την συμπαράσταση ξένων δυνάμεων. Βλ. ακόμη Β.Ι. Λένιν: "Ο φόρος σε είδος", Poukhov: La rebellion de Cronstadt en 1921, Jeune Garde 1931, F.Dan: Deux annees en errant (1919-1921), Αλ. Μπέρκμαν, όπ. π.

79.. Σ. Μπετελέμ, όπ. π., τ. Ι, σελ. 324 επ.

80.. Κ. Παπαϊωάννου, όπ. π., σελ. 271 επ., Ελλενστέιν, όπ. π. σελ. 34-40, Τζονστόουν όπ. π., σελ. 86 επ., Τ. Κλιφφ: Κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία, ελλ. μετ. Αθήνα 1983, σελ. 118-129, Κ. Καστοριάδη και της ομάδας του: "Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα" στο Κ. Καστοριάδη: Η γραφειοκρατική κοινωνία, ελλ. μετ. Αθήνα 1985, σελ. 145 επ. Τόσο οι απόψεις του πρώιμου Καστοριάδη όσο και αυτές του Κλιφφ ξεπήδησαν ως "αιρέσεις" από το τροτσκιστικό ρεύμα.

81..Κ. Παπαϊωάννου, όπ. π. σελ. 262 επ., 278 επ. (Για το 10ο Συνέδριο), Λ. Τρότσκι: Communism and Terrorism, Moscow 1921.

82.. Κ. Παπαϊωάννου, όπ. π., σελ. 175 επ., 232 επ. για τις τρείς φάσεις της επανάστασης στη Ρωσία ("αστική" "εργατική" "γραφειοκρατική").

83.. Στο ίδιο, σελ. 130 επ., 146 επ. για τις τάσεις κυριαρχίας της ρώσικης διανόησης επί της εργατικής τάξης.

84.. Για την τάση παλινόρθωσης της κυριαρχίας των "ειδικών" και του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας στην ΕΣΣΔ βλ. σε Σ. Μπετελέμ, όπ. π., τ. ΙΙ, ελ. 204 επ., 234 επ., 299 επ., 310 επ., 464 επ., 541 επ., του ίδιου στο Συνέδριο της Βενετίας του 1978, Πολίτης, τ.16/1978, επίσης Ρ.Ροσάντα-Σ.Μπετελέμ: Ο μαρξισμός του Μάο Τσε Τουνγκ και η διαλεκτική, Αθήνα 1978, ιδίως το κείμενο της Ροσάντα: "Ο μαρξισμός του Μαο Τσε Τουνγκ" σελ. 35 επ.

85.. N. Πουλαντζά, Φασισμός και δικτατορία, ελλ. μετ. Αθήνα 1975, σελ. 447 υποσ. 9 για τις αντιφάσεις στο μονοκομματικό σύστημα ("Μήπως το μπολσεβίκικο κόμμα δεν είχε την τάση να πιστεύει ότι η απαγόρευση των άλλων κομμάτων στην ΕΣΣΔ απέκλειε τη δυνατότητα να οργανωθεί η αστική τάξη και να αναδειχθεί σε κοινωνική δύναμη;" Βλ. και Σ. Μπετελέμ, όπ. π., (Οι Ταξικοί αγώνες... ) , τ. ΙΙ για την "εξαφάνιση των αντιθέσεων" υπέρ μιας φανταστικής ενότητας σελ. 507 επ.

Την εξέλιξη το παλιό να αναδειχθεί ξανά μέσα από το καινούριο με όλη την "μονολιθικότητα" του νέου είχε προείδει ο Ν. Μπουχάριν σε ομιλία του στην Πετρούπολη το 1923 ("Η προλεταριακή επανάσταση και η κουλτούρα") όπου επεσήμαινε ότι: "Θα καταλήγαμε σε μία κατάσταση όπου όλες οι δηλώσεις μας, οι σημαίες, ο ύμνος της Διεθνούς, η σοβιετική μορφή της κυβέρνησης θα έμεναν εξωτερικά στη θέση τους, ενώ το εσωτερικό περιεχόμενό τους θα είχε μεταμορφωθεί" -αναφέρεται σε Σ. Μπετελέμ, όπ. π., τ ΙΙ.

86..Βλ. και την κριτική του Ν.Μπουχάριν, κατά την εποχή που ως εκπρόσωπος της "Δεξιάς" αντιπαρατιθόταν στην "κολλεκτιβοποίηση" και στον Στάλιν για την απονέκρωση της δημοκρατίας στο κόμμα (Πράβντα της 2-12-1928, εμπεριεχόμενο στο Ν. Μπουχάριν: "Η πολιτική διαθήκη του Λένιν", σε Σ. Μπετελέμ, όπ. π., τ. ΙΙ, σελ. 415) όπου καλεί τα μέλη του κόμματος κατά της τυφλής πειθαρχίας "να μην λένε ούτε λέξη ενάντια στη συνείδησή τους". Για τις τελευταίες αγωνίες και προσπάθειες του Λένιν κατά του γραφειοκρατισμού βλ. και Ζ. Λαμπικά: "To xαμένο στοίχημα -για την κρίση του 'πραγματικού' μαρξισμού" σε Θέσεις τ. 49/1994 σελ. 31 επ.

86.Α. Βλ. σε Στούτσκα (1992), σ. 142 επ.

87.. Όπ. π. Πρρβλ. και τις δίκες κατά στελεχών της τέως ΛΔΓ μετά την ανατροπή του καθεστώτος και την γερμανική ενοποίηση του 1990 για "αδικήματα" της περιόδου 1949-1989, βάσει του δικαίου της ΟΔΓ. Για το ότι ο ποινικός εγκληματίας "πραγματώνει" στην κυριολεξία το ποινικό δίκαιο με τις πράξεις του βλ. σε Ν. Ανδρουλιδάκη Ποινικόν Δίκαιον -Γενικόν Μέρος, Αθήνα -Κομοτηνή 1985 σελ. 5.

88..Παρατίθεται σε Π. Στούτσκα όπ. π. σ. 176. Η θέση αυτή του Μαρξ απηχεί και τις λίγο παλαιότερες θέσεις των γιακωβίνων, κατά τις οποίες η Εθνοσυνέλευση δεν είχε το δικαίωμα να δικάσει τον Λουδοβίκο ΧVI παρά μόνο να τον καταδικάσει και να τον εξοντώσει καθώς "είτε ο Λουδοβίκος είναι ήδη καταδικασμένος είτε η δημοκρατία δεν δικαιώθηκε (...) οι λαοί δεν καταδικάζουν τους βασιλιάδες αλλά τους γκρεμίζουν και τους κάνουν στάχτη (...)" (ομιλία του Μ. Ροβεσπιέρου στην Εθνοσυνέλευση, παρατίθεται από Στούτσκα όπ. π.

89.. Σχετικό και το διάταγμα 5 ως προς την οργάνωση της σοβιετικής δικαιοσύνης: "Τα τοπικά δικαστήρια παίρνουν αποφάσεις εξ ονόματος της Ρωσικής Δημοκρατίας και στις αποφάσεις τους και τις καταδίκες τους καθοδηγούνται από τους νόμους των κυβερνήσεων που ανατράπηκαν, εφόσον αυτοί δεν καταργήθηκαν από την επανάσταση και δεν έρχονται σε αντίθεση με την επαναστατική συνείδηση και την επαναστατική νομική σκέψη".

89.α. Για τον φορέα της απόφασης πρωτογενούς σύνταξης της εξουσίας ως φορέα της κυριαρχίας βλ. σε C.Schmitt: Verfassungslehre.. όπ.π. σσ. 75 επ.

90..Για την εικόνα της "τάξης που γεννιέται από το χάος" μέσα από την "απόφαση" για την εγκαθίδρυση της κυριαρχίας ως μία εκκοσμικευμένη θρησκευτική παράσταση εγγεγραμμένη στην "αποφασιοκρατική" γραμμή βλ. σε C.Schmitt: Ueber die drei Arten des rechtswissenschaftlichen Denkens, 1934 σσ. 24-29, πρβλ. και Φ. Βασιλόγιαννη όπ.π. σ. 467: "Από κανονιστική άποψη η απόφαση είναι κάτι καινούριο και ξένο, γεννάται από ένα τίποτε. Η νομική ισχύς της είναι κάτι διαφορετικό από το αποτέλεσμα της θεμελίωσης, δεν προσυπολογίζεται μέσω ενός κανόνα".

91.. Για τη δικτατορία του προλεταριάτου ως πολιτική πρακτική μιας "clasa decisionista" βλ. σε Μπ. Ανθόπουλου: "H Θεωρία του Παρτιζάνου και ο C. Schmtt. Σημειώσεις για την πολιτική και τον πόλεμο" σε Θέσεις 10/1985 σσ. 81 επ.