ΛΙΒΕΛΟΣ

Χιλιετηρίς Εποχή απολογισμού για τα πεπραγμένα της χρονιάς που πέρασε και προγραμματισμού για τη νέα που έρχεται. Που συμπίπτει με τη ρυπαρολογία του Millennium και τον επετειακό απολογισμό των επιτυχιών των όπου γης κρατούντων. Και είναι άξιο θαυμασμού πώς η ευκαιρία του χιλιετούς απολογισμού αξιοποιείται για να εμπεδωθεί η ιδέα για τη θέσμιση του καπιταλισμού ως φυσικής τάξης πραγμάτων: πάντα υπήρξε και πάντα θα υπάρχει.

Έτσι με λίγη υπομονή, αν ξεφυλλίσουμε τα δημοσιογραφικά ή τα υψηλότερων προδιαγραφών αφιερώματα στη χιλιετία που φεύγει, θα πειστούμε ότι όλα αυτά τα χίλια χρόνια το "ανθρώπινο είδος" απλά αγωνιζόταν για την ελευθερία, τη δημοκρατία, τη μόρφωση, την κοινωνική δικαιοσύνη κλπ.: χίλια χρόνια δεν ήταν παρά η αέναος επανάληψη των όσων ζήσαμε την τελευταία εικοσαετία που επιτέλους "πραγματώθηκε το όραμα της κοινωνικής δικαιοσύνης", αν και όπως δεν χάνει ευκαιρία να τονίζει ο πρωθυπουργός "πάντα υπάρχει δυνατότητα να βελτιώσεις κάτι το οποίο έχεις φέρει σε πέρας με επιτυχία".

Μπορεί ακόμη να συμπεράνει κανείς ότι, καθ' όλη τη διάρκεια των χιλίων χρόνων, οι ιδέες εξελίχθηκαν ομαλά, ως γραμμική προέκταση των όσων προηγήθηκαν και γραμμικό προαπαιτούμενο των όσων ακολούθησαν. Ενώ οι επαναστάσεις στο χώρο των ιδεών, που ανάλογα με τις προτιμήσεις του εκάστοτε γράφοντος πληθωρίζονται ή συρρικνώνονται κατά βούληση, έχουν ένα σταθερό σημείο αναφοράς που σχετικοποιεί την αξία τους: σε τελική ανάλυση μπορούν να αναχθούν στις απόψεις κάποιου αρχαίου συγγραφέα, κατά προτίμηση Έλληνα, οπότε και πιστοποιείται η κυκλική υφή της ιστορίας των ιδεών.

Και οι επαναστάσεις στην κοινωνία, την πολιτική, την ιδεολογία, την οικονομία; Οι επαναστάσεις δεν ήταν παρά στιγμιαίες εκρήξεις ανορθολογισμού της κοινωνίας ή μερών της, που –ευτυχώς-- διορθώθηκαν στη συνέχεια με την επαναφορά του status quo. Διότι σε τελική ανάλυση η βραδυπορία του αυτορρυθμιζόμενου αειφόρου καπιταλιστικού συστήματος είναι απείρως προτιμότερη από την εκρηκτική απορύθμιση των εκάστοτε επαναστάσεων που μόνο δεινά συσσωρεύουν στους "λαούς".

Με αυτές τις ιδεολογικές και –υρίως-- πολιτικές συντεταγμένες οδηγούνται πολλές σύγχρονες κοινωνίες στο συμβατικό, αλλά τόσο κρίσιμο ορόσημο που φαίνεται να συμβολοποιεί τον πυρήνα της ηγεμονίας του κεφαλαίου στη συγκυρία. Όλη η περίσσεια φιλολογίας για το Millennium μπορεί και να υποδηλώνει συμβολικά τα ακόλουθα: μετά τα τόσο σημαντικά επιτεύγματα της χιλιετίας μπορεί κανείς να περιμένει ακόμη καλύτερες μέρες, αν είναι στην πλευρά των ηγεμόνων. Για τους κυριαρχούμενους, σιωπή...

Έριδες
Η τόσο διαφημισμένη εποχή της νέας χιλιετίας είναι ταυτόχρονα η εποχή της "απουσίας οραμάτων", η εποχή του πολιτικού κενού, της "κρίσης εκπροσώπησης", της δυσλειτουργίας των θεσμών, της απομάκρυνσης των πολιτών από την πολιτική, κλπ. Και επειδή όλη αυτή η φιλολογία είναι το μέσο (αυτο)προβολής και (αυτο)διαφήμισης του ταξικού πυρήνα των κοινωνικών σχηματισμών που ζούμε, οφείλουμε να κατανοήσουμε αφενός το σημερινό συσχετισμό δύναμης και κατά δεύτερο λόγο την κινδυνολογία που εμπεριέχει όλη η συνήθης φιλολογία.

Γιατί λοιπόν παράγεται τόση κινδυνολογία σε μια εποχή ολοκληρωτικής και απόλυτης ηγεμονίας του κεφαλαίου και πλήρους υποταγής της εργασίας υπό την καθοδήγηση του εξωνημένου εργατοπατερισμού, (θιασώτη του κοινωνικού ρεαλισμού και της ιδεολογίας της εφικτότητας), που είναι το όχημα για την αναπαραγωγή και διαιώνιση της υποταγής και του εξανδραποδισμού της; Οι λόγοι είναι πολλοί και όχι άμεσα ορατοί.

Εν αρχή ην το συμβολικό περιεχόμενο της σημερινής πραγματικότητας. Μια συζήτηση που άρχισε πριν δέκα χρόνια με την προσπάθεια αποπομπής του Α. Παπανδρέου από την κυβέρνηση και το κόμμα, και είχε στο επίκεντρό της την ανάγκη "χειραφέτησης του πολίτη" από την κηδεμονία των "χαρισματικών ηγεσιών", τις "συλλογικές ηγεσίες" και την αναβάθμιση των πολιτικών λειτουργιών, έχει φθάσει σταδιακά σε πλήρη ωρίμανση --ίσως και σήψη. Η κατάσταση χαρακτηρίζεται σήμερα από την προβολή των "διαχειριστών" ως πολιτικού ιδεώδους της νέας εποχής, η οποία ταυτόχρονα θεωρείται ότι χαρακτηρίζεται από την "απουσία οραμάτων", αν θεωρηθεί ότι "όραμα" είναι κάτι που οφείλει να υπερβαίνει τους συνήθεις "εθνικούς στόχους" της ΟΝΕ και του Χρηματιστηρίου των 7, 8 ή και 10 χιλιάδων μονάδων.

Και η "απουσία οραμάτων" είναι η κωδική περιγραφή του γεγονότος ότι οι σημερινοί κυβερνώντες αποκαλύπτονται σε όλο τους το μεγαλείο ως απλές μάσκες του κεφαλαίου, ως διαχειριστές μιας σφαίρας του πολιτικού που στερείται στοιχειώδους αυτονομίας. Και τούτο όχι επειδή κάποιοι βουλησιαρχικά το θέλησαν και το αποφάσισαν, αλλά διότι η απουσία εκ των κάτω δυναμικής περιορίζει σημαντικά την ανάγκη της σχετικής αυτονομίας και "ουδετερότητας" της κρατικής εξουσίας, ώστε να μπορεί να επιβάλλει και να εμφανίζει την προάσπιση του ταξικού συμφέροντος του αστικού μπλοκ ως συμφέρον της κοινωνίας ολόκληρης. Συχνά δε η παραπάνω στάση έχει ως άμεση προέκταση την (μερική ή ολική) υποκατάσταση της ταξικής σύγκρουσης από τη σύγκρουση αντιμαχόμενων μερίδων του κεφαλαίου, με τους κυβερνώντες να μεροληπτούν υπέρ της μιας ή της άλλης μερίδας, γεγονός που συντηρεί την εικόνα τους ως "υπαλλήλων του κεφαλαίου".

Η εποχή της παντοδυναμίας του κεφαλαίου είναι ταυτόχρονα και εποχή έντονων αδυναμιών στη διαχείριση της κρατικής εξουσίας, γεγονός που πρώτο το αστικό μπλοκ διαπιστώνει, προβάλλει και υπερβάλλει προκειμένου να υπάρξει η αναγκαία ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση.

Ελληνικός ιμπεριαλισμός
Για χρόνια τώρα καλλιεργείτο και συχνά κυριαρχούσε η αντίληψη για τη διεθνή συνομωσία εναντίον της "μικράς (πλην όμως τιμίας) Ελλάδος", την καταπάτηση των δικαίων του έθνους, την αδίστακτη πριμοδότηση όλων των αδικοπραγούντων εχθρών με προεξάρχουσα την Τουρκία, την παραγνώριση, καταπάτηση και τελικά δίωξη της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας της χώρας, που συνίσταται στην ορθόδοξη κοινοτιστική παράδοση και τη μη συμμετοχή της στην αναγέννηση και το διαφωτισμό --αυτό που μερικοί πεφωτισμένοι κυβερνήται προ τριακονταετίας και πλέον ονόμασαν Ελληνοχριστιανικό Πολιτισμό-- την εξώθηση του περιούσιου έθνους στο περιθώριο των διεθνών πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων.

Και τα αίτια για αυτή τη στάση ήταν προφανώς πολλά, ετερόκλητα, καίτοι τελικά συγκλίνοντα σε ένα και μοναδικό παρονομαστή: την εξαφάνιση του "αντιστεκόμενου ελληνισμού", που αποτελεί "απειλή για αυτούς και τα συμφέροντά τους". Θα πει κανείς, και σωστά, ότι αυτά είναι τα συνήθη φληναφήματα του πλέον καθυστερημένου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας. Πλην όμως αυτό το τμήμα λειτουργεί συμπληρωματικά και νομιμοποιητικά για το κατοπτρικό είδωλό του, που δεν είναι άλλο από το εκσυγχρονιστικό μπλοκ και τους συνοδοιπόρους του, το οποίο ενσωματώνει τις ιδεολογίες αυτές στο εσωτερικό του λόγου του, για να τις ανασύρει κατά περίπτωση αυτούσιες, αν απαιτείται.

Τώρα βέβαια πώς γίνεται αυτός ο τόσο ιδιαίτερος και μοναδικός ("ανάδελφος") Ελληνισμός να καλείται να διαδραματίσει τόσο σημαντικό ρόλο στην "ανοικοδόμηση" των Βαλκανίων (που σημειωτέον δεν κατεδάφισε κάποιος καταστροφικός σεισμός, αλλά η πολεμική μηχανή των ανοικοδομούντων), αυτό θα μπορέσουν να μας το εξηγήσουν μόνο οι επινοητές των θεωριών της μοναδικότητας. Τότε θα γίνει ίσως εφικτό να κατανοήσουμε γιατί είναι τόσο σημαντικό για την "οικονομία μας" να διεισδύσει στα Βαλκάνια και την ευρύτερη γύρω περιοχή, πώς δηλαδή ένα διωκόμενο και εκ πάσης επόψεως ιδιαίτερον έθνος μετατρέπεται σε ιμπεριαλιστική δύναμη υπό τις ευλογίες του Θεού, του Κλήρου, των εκσυγχρονισμένων κρατούντων που το διοικούν, και των μισθοφόρων των κρατικών ιδεολογιών, που αναπέμπουν δεήσεις για την επιτυχία --όχι των ελληνικών όπλων αλλά-- των ελληνικών κεφαλαίων.

Τη λύση του αινίγματος θα μας τη δώσει ένας όπως πάντα ευθύς και άμεσος σχολιαστής των νεοελληνικών πραγμάτων, που φαίνεται ότι έκρυβε στο ασυνείδητό του τόσο μεγάλη καταστολή επιθυμιών και ορμών ώστε σήμερα ξεσπάει με τον πλέον βίαιο τρόπο στην υπεράσπιση των νέων συντεταγμένων του ελληνικού μεγαλείου. Γράφει λοιπόν ο Ι.Κ. Πρετεντέρης, με αφορμή την ελληνο-τουρκική προσέγγιση μετά τους σεισμούς στην Τουρκία: "Αυτή τη φορά (και για πρώτη φορά) (...) εμείς είμαστε οι ισχυροί. Ας είναι καλά ο μακαρίτης ο Καραμανλής που μας έβαλε στην Ευρώπη και ο Παπανδρέου που μας κράτησε και ο Σημίτης που μας πάει ακόμα πιο βαθιά (...) Έτσι μπορούμε να κοιτάμε τους Τούρκους μέσα από το μαγαζί και να τους βγάζουμε τη γλώσσα και να τους στέλνουμε τρόφιμα και τον Ευαγγελάτο και τον Αβραμόπουλο όταν μας πιάνει η συμπόνια" (Το Βήμα 5.9.99).

Όσο ισχυρότερη είναι μια χώρα τόσο περισσότερο βαρύνουσα είναι και η λογική της, όπως έλεγαν και κάποιοι φίλοι μας από τα παλιά...

Ρατσισμός και εγκληματικότητα
Η ισχύς, η διεθνοπολιτική πρωτοκαθεδρία, η υπεράσπιση του ζωτικού χώρου του Ελληνισμού, όλα τα ιδεολογήματα της μοναδικότητας και του πεπρωμένου, που όπως κάθε πεπρωμένο που αναδύεται από την αφάνεια τείνει να είναι υψηλό, δεν είναι παρά η πύλη εισόδου στη μεγάλη λεωφόρο του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, όχι του θεωρητικού αλλά του εφαρμοσμένου και αποκαλυπτόμενου στον ευρύτατο χώρο που περικλείει το φάσμα από τις ατομικές στάσεις και συμπεριφορές έως τις συνήθεις λειτουργίες των κρατικών μηχανισμών.

Η επίκληση του Αλβανού-μπαμπούλα στις καθημερινές παραινέσεις γονέων προς τέκνα, η αυτόκλητη διοχέτευση των υποψιών για οποιαδήποτε φθορά στον Αλβανό-γείτονα, για να μη μιλήσουμε για την αυτόματη υποψία στην περίπτωση κλοπής ή άλλης βίαιης ενέργειας. Στην ελληνική κοινωνία που έχει αυτοεκδώσει για τον εαυτό της πιστοποιητικό ρατσιστικής ορθοφροσύνης ("δεν είμαστε ρατσιστές, αλλά...") έχει μετατοπιστεί ο ανεκτός μέσος όρος συμπεριφορών προς το ακραίο φάσμα ξενοφοβικής προκατάληψης. Και στο υπόβαθρο αυτό μπορεί πλέον να λειτουργήσει άφοβα η όποια δραστηριότητα των κρατικών μηχανισμών, από τα μέτρα πολιτικής κατά των μεταναστών, έως και τα "Σχέδια Δράσης" για την υλοποίησή τους που σε καθημερινή γλώσσα ταυτίζονται με την μαζική σύλληψη και εκτόπιση Αλβανών από τους χώρους της έως χθες νόμιμης εργασίας, συνεύρεσης, συναναστροφής και κατοικίας, κοινώς ζωής.

Και έτσι καταλήγουμε αβίαστα και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια στο χώρο της καθημερινής καταστολής, που σε ελεύθερα νεοελληνικά αποκαλείται αγώνας κατά της εγκληματικότητας και της βίας στις πόλεις. Η οποία, όπως μάθαμε δια στόματος πρωθυπουργού (και από όσες κοινωνικές έρευνες καταφέραμε να διαβάσουμε όσοι είχαμε τη δυνατότητα να ξεπεράσουμε το φράγμα της τηλεοπτικής οθόνης), δεν σχετίζεται παρά δευτερευόντως με τους ξένους που διαβιούν στη χώρα μας. Επειδή όμως, σκέστηκαν οι κυβερνώντες, το κοινό αίσθημα έχει ανησυχήσει και κινητοποιηθεί γύρω από αυτό το ζήτημα και τη σύνδεση που αυτό (το κοινό αίσθημα) πραγματοποιεί μεταξύ ξένων και εγκληματικότητας (εντελώς αθώα ή μήπως με την "ισχυρή καθοδήγηση" των μέσων επικοινωνίας;), ας ιππεύσουμε καλού-κακού και το όχημα της "ανησυχίας των πολιτών για την ασφάλεια των πόλεων", ή όπως θα το πει πιο απλά και κατανοητά ο μέσος βουλευτής της ΝΔ (που με αγαλλίαση θυμάται πόση ασφάλεια και τάξη επικρατούσε στις μέρες της "Επταετίας", άντε και του Καραμανλή): να διώξουμε τους Αλβανούς εγκληματίες, να προσλάβουμε χιλιάδες νέους αστυνομικούς και να τους βγάλουμε σε περιπολία στο δρόμο για να αισθάνεται ασφάλεια ο πολίτης.

Ίσως με την υλοποίηση των παραπάνω προτάσεων, αλλά πιθανώς ήδη και με τις τωρινές "περιορισμένες" ενέργειες εκτοπισμού Αλβανών εκ μέρους ενός "κράτους που αδυνατεί να προστατεύσει τον πολίτη του" (Κ. Καραμανλής), γίνεται περισσότερο ελκυστικό το όραμα της μετανάστευσης: όχι για τους μετανάστες που συρρέουν σε αυτή τη χώρα, αλλά για μας ως μετανάστες σε κάποια χώρα της ουτοπίας...

Παροχές
Ο Παράδεισος της σύγχρονης Ελλάδας έχει διάφορες απειλές που ελλοχεύουν σε σημεία που ευτυχώς είναι γνωστά και αναγνωρίσιμα. Απειλές είναι και μπορεί να είναι πολλές: η χαλάρωση της πολιτικής της λιτότητας, η υπόκλιση μπροστά στο πολιτικό κόστος, η θωπεία του κοινωνικού ανορθολογισμού και των αλόγιστων συντεχνιακών διεκδικήσεων, η μη συμμόρφωση προς τις επιταγές των κριτηρίων για την ΟΝΕ, κλπ. Όμως σε μια περίοδο μακράς προεκλογικής ατμόσφαιρας φαίνεται ότι η σημαντικότερη απειλή είναι η υιοθέτηση και εξαγγελία προεκλογικών παροχών που κατά γενική ομολογία (γενική = όλων εκείνων που τίποτε δεν περιμένουν από τις εξαγγελίες και που αντιθέτως μπορεί κάτι να χάσουν από τη μείωση της υπεραξίας των μετοχών τους) μπορεί να ανακόψει την πορεία της χώρας προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Είναι ακόμη νωπή στη μνήμη μας η γενική κατακραυγή από σύσσωμο το συνταγματικό πολιτικό φάσμα εναντίον των "παροχών" Παπανδρέου - Τσοβόλα το 1989, που άλλωστε δεν απέτρεψε την εκλογική ήττα, ή και τη συνεχή επίκληση του φάσματος αυτού και στις εκλογές του '93 και σε εκείνες του '96. Τι είναι αυτό που στη σημερινή συγκυρία αλλάζει το γενικό κλίμα, και το "Πακέτο Σημίτη" των πολλών εκατοντάδων δισεκατομμυρίων αποσπά εγκωμιαστικά σχόλια και επαίνους από τους συνήθεις μεμψιμοιρούντες; Αν πιστέψουμε τη σχολιαστική οχλοβοή, η λεπτή πλην όμως σημαντική διαφορά έγκειται στην πηγή χρηματοδότησης: παλαιότερα δεν υπήρχαν τα χρήματα που χρηματοδοτούσαν τις παροχές, ενώ τώρα τα έχει ο Σημίτης είτε από το χρηματιστήριο και τις "υπεραξίες" που θα φορολογηθούν, είτε από τα αυξημένα έσοδα της χρονιάς που είναι πέρα από κάθε προσδοκία.

Είναι αξιοθαύμαστη η αντίληψη που διαφαίνεται από τα παραπάνω: έχει άλλο χαρακτήρα και ποιόν η χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών από το χρηματιστήριο, και άλλο η συλλογή κρατικών εσόδων για τον ίδιο σκοπό από επιβολή φόρων, η οποία σύμφωνα με τα νέα σοσιαλδημοκρατικά δόγματα είναι αντιπαραγωγική και πλήττει τα βασικά συμφέροντα της κοινωνικής βάσης του σύγχρονου σοσιαλισμού.

Πολιτική
Σύμφωνα με τη γνώμη των κρατούντων, τα πολιτικά ζητήματα που κυριεύουν τον άμεσο κοινωνικό ορίζοντα πριν από την είσοδο στη νέα χιλιετία είναι δυο: η ομαλή ένταξη στην ΟΝΕ και η ομαλή εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Αν δεν διακατέχεστε από το ίδιο περί ομαλότητος άγχος, τότε ίσως θα πρέπει να επανεξετάσετε την πεποίθησή σας ότι κινείστε στο φυσιολογικό τμήμα του κοινωνικού φάσματος.

Διότι αυτή τη στιγμή προέχει να καταστείλουμε ως έθνος την τάση του πληθωρισμού να ανέλθει άνω του 1,9% για τη χρονιά αυτή και να μη διαμορφωθεί αισθητά κάτω του 2% για το 2000, με τεράστιες επιπτώσεις στην εθνική οικονομία και τα βασικά κρατικά ισοζύγια. Αυτή η αγωνιώδης προσπάθεια του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης να τιθασεύσει τα μεγέθη με ακρίβεια 0,1% είναι η ειδοποιός διαφορά της χρηστής φιλολαϊκής σοσιαλιστικής διαχείρισης από τη δεξιά νεοφιλελεύθερη συντηρητική πολιτική που θα άφηνε αυτό το 0,1% ανεξέλεγκτο να διαβρώνει το λαϊκό εισόδημα. Αυτή η στράτευση στα οράματα του λαού και του έθνους είναι που έδωσε τη σημερινή προοπτική εισόδου στην ΟΝΕ η οποία, όπως επισήμανε ο πρωθυπουργός, δεν μας χαρίστηκε από κανέναν, είναι επίτευγμα του ελληνικού λαού.

Η εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας είναι ένα άλλο κορυφαίο πολιτικό γεγονός της χρονιάς που έρχεται, το οποίο επ' ουδενί πρέπει να συνδεθεί με έκρυθμες καταστάσεις, εκτροπές από την ομαλότητα και σενάρια αποσταθεροποίησης. Για το λόγο αυτό ο πρωθυπουργός ευθαρσώς τοποθετήθηκε εξαρχής υπέρ της ομαλής διεκπεραίωσης της εκλογής του Προέδρου, της μη επίσπευσης των εκλογών (κατά ένα εξάμηνο) προκειμένου να μη διακυβευτεί η πορεία προς την ΟΝΕ και γενικώς υπέρ της διακομματικής συνεργασίας προκειμένου να αποφευχθούν τα αδιέξοδα (τα οποία άλλωστε δεν υπάρχουν στη δημοκρατία). Και αναρωτιέται κανείς, πόσο ανεγκέφαλοι και μικροπρεπείς είναι όλοι εκείνοι που από το άγχος τους να καταλάβουν την εξουσία ένα εξάμηνο νωρίτερα θέλουν να βυθίσουν τη χώρα σε περιπέτειες!

Διατρέχοντας τον κίνδυνο να διαψευσθούμε από την μελλοντική πορεία των εξελίξεων αποτολμάμε την ακόλουθη πρόβλεψη: οι επόμενες εκλογές, αυτές που θα προκύψουν από την αδυναμία της βουλής να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας, θα είναι από τις κρισιμότερες από γενέσεως Ελληνικού Κράτους (όπως άλλωστε υπήρξαν και όλες οι προηγούμενες που είχαμε την τύχη να ζήσουμε στη σύντομη ζωή μας).

Ο Σοσιαλισμός
Και κλείνουμε με τα υψηλά ιδεώδη, αφού βέβαια περιηγηθήκαμε σε όλους τους καθημερινούς βούρκους της πολιτικής. Στην ημερήσια διάταξη δεν μπορεί να είναι οι νεοφιλελεύθερες συνταγές που αγνοούν τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, αλλά ο Σοσιαλισμός, που έχει στο κέντρο της προσοχής του την καθημερινή ζωή, τις προοπτικές και τα ιδεώδη της. Στο πεδίο αυτό διαπρέπουν διεθνείς αστέρες της θεωρίας αλλά και άξιοι μαχητές της καθημερινής πολιτικής. Θα σταχυολογήσουμε μόνο δυο χαρακτηριστικά δείγματα των παραπάνω προβληματισμών, από το χώρο της θεωρίας και το πεδίο της πολιτικής.

Η κριτική του κράτους πρόνοιας δεν παραμένει σήμερα στα χωράφια του νεοφιλελευθερισμού, αλλά υιοθετείται και από τους χαϊδεμένους διανοούμενους της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας, με προεξάρχοντα τον Α. Γκίντενς. "Η ‘γραφειοκρατική κριτική' του κράτους πρόνοιας δεν περιορίζεται στους νεοφιλελεύθερους διανοούμενους. Σε συνθήκες όπου, σε πολυάριθμες πτυχές της ζωής, δεν μπορεί κανείς να επιλέξει να μην επιλέγει, τα κεντρικά οργανωμένα συστήματα διανομής οικονομικών παροχών μπορούν να θεωρούνται ως προσβολή της αυτονομίας, ακόμη και αν παρέχουν υλικά οφέλη" (Ημερησία 5.9.99). Σε πιο απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι η αποδοχή των παροχών πρόνοιας από τον φτωχό, τον άπορο, τον άνθρωπο χωρίς μέσα επιβίωσης εξαρτάται από το αν η παροχή αυτή εντάσσεται σε σύστημα με ή χωρίς επιλογή. Ή αλλιώς, ο φτωχός έχει ευαισθησία και δεν θα δεχθεί τη συνδρομή αν αυτή είναι προϊόν μονοπωλίου. Ίσως η λύση να είναι να φτιάξουμε δύο συστήματα πρόνοιας, για να μπορούν να επιλέγουν οι χρήζοντες βοηθείας χωρίς να τραυματίζεται η προσωπικότητά τους...

Η σύγχρονη αιχμή του δόρατος της κοινωνικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής της σοσιαλδημοκρατίας βρίσκεται αυτή την περίοδο στη Γαλλία. Εκεί διατυπώνονται σκέψεις και αναπτύσσονται προβληματισμοί για τη σοσιαλιστική πολιτική του μέλλοντος. Σύγχρονοι πολιτικοί γίγαντες, όπως ο Ζοσπέν, διατυπώνουν την πολιτική της νέας χιλιετίας και εστιάζουν την προσπάθειά τους στην ιδιαίτερη μέριμνα για τα συμφέροντα των μεσαίων τάξεων, τα οποία ευθέως ομολογούν ότι έως πρόσφατα είχαν παραμελήσει. Η στροφή προς τη μεσαία τάξη, αυτό το σύγχρονο μήλον της έριδος, θα πρέπει να συνδυαστεί με γενναία μέτρα πολιτικής, που να διαλύουν τις όποιες δυσπιστίες είχαν αναφυεί στο εσωτερικό της κατά το παρελθόν, κατά τις περιόδους παρωχημένων πολιτικών πειραματισμών. Το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα φιλοδοξεί λοιπόν να βρεθεί στην πρωτοπορία των αλλαγών και όπως διατείνονται οι ηγέτες του θα παρουσιάσει ένα πολιτικό πρόγραμμα για τη νέα χιλιετία που θα στηρίζεται αποκλειστικά στη μείωση φόρων. Είναι προφανές ότι αυτή η επαναστατική κατεύθυνση που χαράζει η σοσιαλιστική ηγεσία θα προκαλέσει ρίγη πολιτικής ανάτασης στα παραδοσιακά κοινωνικά στηρίγματα του κόμματος, εφόσον ο κάθε χαμηλόμισθος, ο κάθε συνταξιούχος, ο κάθε άνεργος ξέρει από πού θα περιμένει την πηγή της επιβίωσής του και τις καλύτερες μέρες που θα έρθουν στο μέλλον: από την αύξηση του εισοδήματος που θα προκαλέσει η μείωση των φόρων. Και αν δεν έχει εισόδημα; Τότε δυστυχώς θα πρέπει να τσακιστεί να αποκτήσει...

Ένας λαμπρός καινούργιος κόσμος ανοίγεται μπροστά μας.