«Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΗ»;

Είναι κοινή η παραδοχή ότι διανύουμε περίοδο αριστερής πολιτικής καχεξίας, στοιχειώδους ανεπάρκειας του αριστερού πολιτικού λόγου και των αποτελεσμάτων του. Αυτή τουλάχιστον ήταν η μόνιμη και σταθερή διαπίστωση των τελευταίων ετών, στηριγμένη στην αδιαμφισβήτητη ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων ιδεολογιών τόσο στην κοινωνία όσο και τους κρατικούς μηχανισμούς.
Το ίδιο προέκυπτε και από τη στάση της πλειονότητας των οργανώσεων της «αποτελεσματικής» Αριστεράς -κυβερνητικής και εξω-κυβερνητικής- που υιοθετούσε τον πυρήνα του νεοφιλελευθερισμού επιμένοντας όμως -για λόγους παράδοσης και ιστορίας, αλλά και ενός διαστροφικού πολιτικού μάρκετινγκ- στη διαφοροποίηση του «προσδοκώμενου» τελικού αποτελέσματος. Λες και μπορείς να δεχθείς όλες τις προϋποθέσεις και τα αξιώματα μιας λογικής, διατηρώντας ταυτόχρονα την ελευθερία να προσαρμόζεις τα συνεπαγόμενα κατά το δοκούν.
Την ίδια εικόνα διαμεσολαβούσε με τη σημειολογική μετατόπισή της και η παραδοσιακή Αριστερά της ιστορικής και ιδεολογικής υπερσυγκυριακής «καθαρότητας», που μεταμφίεσε την πολιτική αφλογιστία της και τη διαρκή συρρίκνωσή της σε επαναστατικό οχυρό: «χίλια κόμματα δυο πολιτικές», «θέλει κουράγιο στη σημερινή εποχή να δηλώνεις ΚΚΕ» (ενώ στην εποχή του Μανιαδάκη ή του εθνάρχου Καραμανλή ήταν παιχνιδάκι). Και παράλληλα αναζητούσε την αδύνατη διεύρυνση της επιρροής της στις εκλεκτικής συγγένειας συμμαχίες με τους εθνικιστές της μαχητικής ελληνικότητας και της ορθόδοξης μοναδικότητας.
Και ενώ όλα αυτά ίσχυαν μέχρι πρόσφατα με την παντοδυναμία φυσικού νόμου, άρκεσε ένα γεγονός για να ανατρέψει βεβαιότητες και δεδομένα που στηρίζονταν σε παγιωμένους κοινωνικούς συσχετισμούς και δεδομένες ισορροπίες δυνάμεων. Ο καταλύτης ήταν το ασφαλιστικό, και πυροδότησε ανακατατάξεις που δεν φαίνονταν πιθανές πριν από μερικούς μήνες.

Η επαγγελία της αδύνατης συναίνεσης

Στον πυρήνα των εξελίξεων και των ανατροπών που προέκυψαν βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ, ως κόμμα που έχει σημαδέψει τη διαχείριση της κρατικής εξουσίας τις τελευταίες δεκαετίες. Και η κρίση που προέκυψε έχει ως έκφανση την πολιτική αδυναμία της κυβερνητικής διαχείρισης να προωθήσει τις νεοφιλελεύθερες ρυθμίσεις στο ασφαλιστικό. Εγγράφεται όμως σε μονιμότερες τάσεις της συγκυρίας που σχετίζονται με την καταστατική αδυναμία του να υπερβεί τον Ρουβίκωνα και να εξωθήσει τη διαχείριση των τελευταίων ετών στη λογική και αντικειμενική συνέπεια των επαγγελιών της: τη φιλελευθεροποίηση όλων των αγορών, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς εργασίας, με την πιο ευρεία έννοια που μπορεί να δώσει κανείς σε αυτήν: της εργασίας καθαυτής (των αμοιβών, των ωραρίων, της απασχόλησης), αλλά και των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, του δικαιώματος στη ζωή, στον ελεύθερο χρόνο κ.λπ.
Έτσι, ενώ το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του '90 εγκαινίασε τη στροφή στο νεοφιλελευθερισμό με την «ήπια» νεοφιλελεύθερη διαχείριση της δεκαετίας αυτής, που περιελάμβανε την επιλεκτική και ανάλογα με τους συσχετισμούς δυνάμεων «απελευθέρωση» των αγορών κατά τρόπο που δεν συνέβαλε στη ριζική αποσάθρωση των κοινωνικών του στηριγμάτων, κάποια στιγμή η πολιτική αυτή έφθασε στο υπαρκτό και αναγκαίο σταυροδρόμι: οι σταδιακές μικρές σωρευτικές ανατροπές των ισορροπιών στους επιμέρους κοινωνικούς χώρους αναζητούν την εμπέδωση των νέων συσχετισμών δύναμης σε συνολικό επίπεδο, με μέτρα που ασκούν ριζική και πολλαπλασιαστική επίδραση στις κοινωνικές ισορροπίες.
Στο χώρο της κοινής ωφέλειας, για παράδειγμα, η ριζική αλλαγή δεν σχετίζεται τόσο με την ολοκλήρωση των ιδιωτικοποιήσεων των κρατικών επιχειρήσεων, (που από τη φάση των «μετοχοποιήσεων» μειοψηφικών πακέτων, προχώρησε σε ολική μεταβίβαση των επιχειρήσεων αυτών στον ιδιωτικό τομέα, την αναζήτηση στρατηγικών επενδυτών και τη διοίκησή τους ως μια οποιαδήποτε ιδιωτική εταιρία). Σηματοδοτείται κυρίως με το άνοιγμα των αγορών στον ανταγωνισμό των κεφαλαίων, το πέρασμα δηλαδή από μια μονοπωλιακή διάρθρωση των αγορών σε καθεστώς ελεγχόμενου ή ανεξέλεγκτου ανταγωνισμού. Οι πραγματικές επιπτώσεις της «απελευθέρωσης» των αγορών θα φανούν λοιπόν μόνο όταν ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός βάλει τη σφραγίδα του στη λειτουργία των επιχειρήσεων αυτών, και η συρρίκνωση του πάλαι ποτέ κραταιού δημόσιου τομέα θα εξισώσει νομοτελειακά τις εργασιακές σχέσεις -μέσα από την ανταγωνιστικότητα του επιχειρείν- με την πλέον ευέλικτη μορφή που θα έχουν υιοθετήσει οι ηγεμόνες των αγορών.
Αλλά ακόμα και αυτή τη σημαντική ανατροπή που δεν επέρχεται ακαριαία, συνολικά και σε μετωπική μορφή, μπορεί σήμερα να διαχειριστεί και να ενσωματώσει -όπως άλλωστε το έχει ήδη πράξει- η πολιτική του ΠΑΣΟΚ. Ο εθισμός του κοινωνικού σώματος στη σταδιακή μεταβολή των ισορροπιών έχει έναν «θετικό» ισολογισμό στα χρόνια της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα τη δεύτερη δεκαετία. Όμως η οργάνωση της συναίνεσης δεν είναι μια παθητική πολιτική επιχείρηση που διεξάγεται εν κρυπτώ (και το όποιο αποτέλεσμά της γίνεται γνωστό μόνο μετά την ολοκλήρωση των εξελίξεων). Είναι ενεργητική-παρεμβατική στρατηγική πρόταση, που διαχειρίζεται και ενσωματώνει τις λαϊκές κοινωνικές αντιστάσεις σε ένα πλαίσιο συναίνεσης και προωθεί την καθολική επικράτηση των νέων συσχετισμών δύναμης στο κοινωνικό σώμα. Και σε αυτή την τελευταία διάσταση των πολιτικών πρωτοβουλιών το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει σημαντικό πρόβλημα.
Ήδη η λήξη της «επιχείρησης ΟΝΕ» αφαίρεσε από το ΠΑΣΟΚ τον ανέξοδο τρόπο να οργανώνει την ιδεολογική συναίνεση στην αναδιάρθρωση με δάνεια από τις αδήριτες αναγκαιότητες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και δέλεαρ τον όμιλο των παγκοσμίως ισχυρών. Οι τελευταίες εκλογές εικονογράφησαν τη δυσκολία αυτή. Η νέα στρατηγική πρόταση ήταν έτσι το «κοινωνικό κράτος», η πρόνοια και ευημερία «όλων των πολιτών και κυρίως των οικονομικά αδυνάτων». Βέβαια, «ενδιαφέρουσα» ήταν η μέθοδος προσέγγισης του στόχου αυτού: οι πόροι για το κράτος-πρόνοια θα αντλούνταν από τις μετοχοποιήσεις, τις συναλλαγές στο χρηματιστήριο, τις ιδιωτικοποιήσεις των κρατικών επιχειρήσεων και την είσοδο του ανταγωνισμού στις αγορές, συνολικά δηλαδή από την ενίσχυση της τάσης που παράγει ακόμη περισσότερους «οικονομικά αδύνατους».
Αντίφαση που μπορεί να αντιμετωπίσει μια κυβερνητική διαχείριση; Ναι, αν είναι σε θέση να αξιοποιήσει τους συσχετισμούς δύναμης στην κοινωνία. Όχι, αν η αντίφαση εμπεριέχει την ίδια την κυβερνητική διαχείριση ως μέρος του προβλήματος, ως σύνολο μέτρων που αδυνατεί να παράγει το κοινωνικό όραμα που αντιστοιχεί στο στόχο. Και το έτος μετά τις εκλογές έδειξε ότι η κυβέρνηση είναι συστατικό στοιχείο του προβλήματος και όχι το όχημα για τη λύση του.
Επί ένα ολόκληρο έτος η κυβέρνηση αναζητά μια διέξοδο από τη στρατηγική παλινωδία στην οποία έχει εγκλωβιστεί χωρίς την παραμικρή επιτυχία:
· οι ιδιωτικοποιήσεις δεν προωθούνται χωρίς βασικές επιλογές για στρατηγικό επενδυτή και τη μεταβίβαση της διοίκησης των ΔΕΚΟ, που συνεπάγεται κατ' ελάχιστο αλλαγές στο εργασιακό καθεστώς και κλονισμούς στα έως σήμερα βασικά κοινωνικά στηρίγματα του ΠΑΣΟΚ,
· οι πόροι για τα μέτρα κοινωνικής πολιτικής, που θα προέρχονταν από αυτά τα βήματα και από την «άνθηση» του χρηματιστηρίου παραμένουν εικονική πραγματικότητα που διαλύεται με κάθε απόπειρα δημόσιας λογιστικής που θέλει να ανιχνεύσει τις δυνατότητες ικανοποίησης και του πιο απλού διεκδικητικού αιτήματος των εργαζομένων,
· η αύρα κοινωνικής συναίνεσης που περιέβαλε την κυβερνητική διαχείριση του ΠΑΣΟΚ σε παλιότερες εποχές διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη: οι εργαζόμενοι φοβούνται το χειρότερο και βιώνουν την περιστολή -αν όχι περικοπή- των υπαρχόντων, ενώ το κεφάλαιο διαισθάνεται την ασταθή ισορροπία ως ενδεχόμενο όριο των σημερινών δυνατοτήτων οργάνωσης της συναίνεσης, ως όριο της ίδιας της διαχείρισης με τη σημερινή της μορφή.
Μπροστά σε αυτό το αδιέξοδο που αναπαραγόταν με τη συνέχιση της τακτικής συντήρησης του υπάρχοντος, η κυβέρνηση επέλεξε τη φυγή προς τα εμπρός: προσέφυγε στην επίδειξη «πυγμής» με την πρόταση για ριζική, καθολική και μετωπική αλλαγή των συσχετισμών μέσω του ασφαλιστικού -κλείνοντας το μάτι με αυτό τον τρόπο στο κεφάλαιο, ενώ προσπάθησε ανεπιτυχώς να «συγκαλύψει» το περιεχόμενο της απόπειράς της, με την επίκληση της «τεχνοκρατικής» προσέγγισης, της αναγκαιότητας παρέμβασης για να μην πτωχεύσουν τα ταμεία κάτω από το βάρος του δημογραφικού. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: άτακτη φυγή, απαξίωση του «τεχνοκρατικού» μέσα από τη διοχέτευση εκτιμήσεων για το «πρόχειρο» της μελέτης του ξένου οίκου, επανεξέταση της θέσης ότι τα ταμεία πτωχεύουν σε 2, 4 ή 8.783 έτη, διάλογος από «μηδενική» βάση, νέα τεχνοκρατική απόπειρα (;), κ.λπ. Και μαζί με τα φαινομενικά έρχεται και το πραγματικό: ένταση στη σχέση με τις κεφαλαιακές μερίδες, διάρρηξη δεσμών με κοινωνικά στηρίγματα, γενικότερη κοινωνική δυσφορία και μειωμένη εκτίμηση στη διαχειριστική δεινότητα των κυβερνώντων. Αυτά ως προς τις άμεσες επιπτώσεις, γιατί και οι δευτερογενείς ανακατατάξεις είναι εξίσου ενδιαφέρουσες.

Αριστερή ανατροπή;

Το πρώτο και σημαντικό στην περίπτωση του ασφαλιστικού είναι ότι η υπόθεση εξελίχθηκε σε αναμέτρηση, παρά την εμφανή πεποίθηση των κυβερνητικών ότι επρόκειτο για περίπατο λόγω της γενικευμένης κοινωνικής αφασίας. Η επιλογή τους για την επίδειξη δύναμης και ανάκτηση πρωτοβουλίας κινήσεων στα δρώμενα κατέληξε σε συντριβή. Και κατέληξε σε ήττα γιατί υπήρξε κινητοποίηση που ξεπέρασε τις δυνατότητες των οργανωμένων συνδικαλιστικών δυνάμεων: το ασφαλιστικό, έστω και προσωρινά, αναδείχθηκε σε κόμβο των αντιφάσεων της συγκυρίας, κινητοποίησε «αδρανείς» δυνάμεις, «έξυσε» το συλλογικό ασυνείδητο και αναδείχθηκε σε μοχλό για τις εξελίξεις (και) για τους επόμενους μήνες. Η κομβική θέση του στην εξέλιξη των αντιφάσεων το καθιστά προνομιακό σημείο παρέμβασης για μια πολιτική που επιδιώκει τη μετατόπιση των συσχετισμών υπέρ της εργασίας και εις βάρος του κεφαλαίου, για την Αριστερά. Η ίδια ιδιότητα προσελκύει όμως και άλλες συνιστώσες της ταξικής πάλης...
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που πρώτα δήλωσαν το παρόν τα συνδικάτα. Και μάλιστα με μια «ριζοσπαστικότητα» και αδιαλλαξία, ακόμη και από τους κυβερνητικούς συνδικαλιστές, που όμοιά της σπάνια έχουμε συναντήσει. Ενώ ταυτόχρονα συστήθηκε μέτωπο ελάχιστου κοινού παρονομαστή που θα το ζήλευε και η πιο προωθημένη θεωρία περί σχετικής ανεξαρτησίας του συνδικαλιστικού: ΠΑΣΟΚ και ΝΔ σε αγαστό «απορριπτικό» μέτωπο, με το ΚΚΕ να απορεί για την όψιμη ταξικότητα των συναδέλφων του στις διοικήσεις των σωματείων και να προχωρά σε άμεση δίκη προθέσεων, καταγγέλλοντάς τους για τη μελλοντική «προδοσία» που ήδη απεργάζονται. Και όμως η «ταξικότητα», η «ριζοσπαστικότητα» και η «αδιαλλαξία» είναι αφενός απόηχοι της όξυνσης των αντιφάσεων, αφετέρου προάγγελοι για αυτό που πιθανότατα θα συμβεί αν δεν αρθρωθούν οι οξυμένες αντιφάσεις σε λόγο πολιτικό: φάσεις στον κύκλο των κοινωνικών αντιστάσεων που εκδηλώνονται με λιγότερο ή περισσότερο οξύ τρόπο προκειμένου να ευαισθητοποιηθούν ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους που θα αναλάβουν -συνεπικουρούσης και της καταστολής- τη διαχείρισή τους
Για να ακολουθήσει φυσικά η Αριστερά, σε όλες τις εκδοχές και εκδόσεις της, που όλες ανεξαιρέτως λησμόνησαν τις εκτιμήσεις και προβλέψεις τους για τα αδύνατα και τρωτά σημεία της κυβέρνησης, προκειμένου να πηδήξουν πάνω στο όχημα της κυβερνητικής απαξίωσης. Το ΚΚΕ βρίσκεται στο σημείο αυτό σε φαινομενικά πλεονεκτικότερη θέση από όλες τις άλλες εκδοχές της επίσημης Αριστεράς, γιατί υπερσυγκυριακά καταγγέλλει τις αντιλαϊκές όψεις τις πολιτικής του Σημίτη με την ίδια και απαράλλαχτη ένταση, είτε πρόκειται για την άδεια της κυβέρνησης για ΝΑΤΟϊκή αποβατική άσκηση στις ακτές της Κυνουρίας, είτε για την ακύρωση από την κυβέρνηση του δικαιώματος στη ζωή του συνταξιούχου, (μεταθέτοντας τη σύνταξη κατά προτίμηση στη μετά θάνατο ζωή, η οποία έχει και ριζικά λιγότερες απαιτήσεις: καμία). Το μόνο ίσως ενδιαφέρον στη στάση του ΚΚΕ που αξίζει να επισημανθεί είναι αυτή η σταθερή προσκόλληση στα πιστοποιητικά πρωτιάς και συνέπειας που σε κάθε ανάλογο συμβάν εκδίδει αφειδώς στον εαυτό του: κάθε ανακοίνωση της Κ.Ε. επισημαίνει κατ' αρχάς ότι «πρώτο το ΚΚΕ» διέγνωσε την αντιλαϊκότητα της πολιτικής Σημίτη, ενώ είναι βέβαιο ότι «μόνο το ΚΚΕ» θα βρίσκεται στο πλευρό των εργαζόμενων όταν όλοι οι άλλοι θα έχουν εξαφανιστεί, δίνοντας έτσι μια αδρή εικόνα για το βάθος της πολιτικής συμμαχιών του κόμματος. Αλλά εκεί, όπως γνωρίζουμε, ίσως να μην έχει ιδιαίτερες δυσκολίες: έχει την «απέραντη» δεξαμενή των εθνικο-πατριωτών που θα στέρξουν σε ενίσχυσή του όποτε το απαιτήσουν «αι κρίσιμαι περιστάσεις»...
Ενδιαφέρουσα είναι και η περίπτωση του Συνασπισμού που από δεξαμενή των πραγματικών ανανεωτών και εκσυγχρονιστών της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου, βρέθηκε ξαφνικά στον προμαχώνα του κοινωνικού αναβρασμού, για τη διαχείριση βασικών ζητημάτων της εργασίας, όπως το ασφαλιστικό και το δικαίωμα στη ζωή μετά την εργασία. Και αναγκάστηκε να επιλέξει σε πείσμα των αναλύσεών του. Και βρέθηκε να καταγγέλλει την κυβέρνηση όχι για το «ήθος και το ύφος του εκσυγχρονισμού», αλλά για το αντιλαϊκό και αντεργατικό των ρυθμίσεων που προωθεί με το ασφαλιστικό. Οποία οπισθοδρόμηση: τόσα χρόνια επίπονης και συστηματικής οικοδόμησης του πολιτικού ίματζ θυσιάζονται αναγκαστικά στα τερτίπια μια απρόβλεπτης και ανεξέλεγκτης συγκυρίας, όπως ακριβώς στις «ανορθολογικές υπανάπτυκτες κοινωνίες των αρχών του 20ου αιώνα», εκεί όπου τριτοκοσμικοί και άλλοι γραφικοί υποκινούσαν επαναστάσεις. Τώρα βέβαια μένει να δούμε πώς ορισμένοι στρατευμένοι εκσυγχρονιστές του Συνασπισμού θα επιχειρήσουν να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα: να πείσουν ότι είναι υπέρ της «ανταγωνιστικότητας» της «οικονομίας» στη μεγάλη «ευρωπαϊκή κοινωνία», υπέρ της πρωτοκαθεδρίας των αγορών, ενάντια στο σπάταλο κράτος -όλα καίρια δόγματα του πολιτικού νεοφιλελευθερισμού- και ταυτόχρονα να κατακεραυνώνουν στο ασφαλιστικό τους ομοτράπεζούς τους που τυχαίνει να είναι στο τιμόνι της εξουσίας (και αναγκάζονται να ωθούν τις λογικές των πραγμάτων στην πρακτική συνέπειά τους). Όμως αυτό μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξειδικευμένων αναλύσεων άλλων «επιστημών του ανθρώπου».
Όμως ο Συνασπισμός βρίσκεται σε εξαιρετική συντροφιά στη σχιζοειδή σχέση του με το αντικείμενο της κυβερνητικής διαχείρισης. Το ΠΑΣΟΚ έδωσε μαθήματα αποστασιοποιήσεων από την ίδια την πολιτική και την πρακτική του, με την ταχύτητα που μετακόμισε σε αριστερά παραπήγματα την διαχειριστική επιχειρηματολογία του. Επικαλέστηκε τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα που περιμένει τις λαϊκές μάζες με την επάνοδο της ΝΔ, λες και η ιδιωτικοποίηση μεγάλου τμήματος της ασφάλισης που προτείνει μπορεί να επικαλεστεί τον όποιο ήπιο νεοφιλελευθερισμό! Υπενθύμισε τα λαϊκά συμφέροντα που με ιστορική σύμβαση παραχώρησης κατά τεκμήριο εκπροσωπεί, μιας και η επιμήκυνση των χρόνων εργασίας και η μείωση των συντάξεων φάνηκε να μην πείθουν πολλούς για το αριστερόστροφο της πρότασης. Πλειοδότησε στη σύγκρουση με τους «βιομηχάνους» και «το μεγάλο κεφάλαιο» του ΣΕΒ, για να δείξει ότι υπάρχει σύγκρουση με το κεφάλαιο στην οποία το κράτος, υπό αριστερή διαχείριση, έχει λάβει όπως και στο παρελθόν θέση: με το λαό και όχι με την πλουτοκρατία, που άλλωστε έχει κάνει τις επιλογές της δεξιωνόμενη το παραδοσιακό της στήριγμα, τη Δεξιά... Θα ήταν απλώς φαιδρές οι πιρουέτες των διαχειριστών, αν δεν σημάδευαν την αμηχανία ενός πολιτικού λόγου που αυτή τη στιγμή παραπαίει ανάμεσα σε μια απροσδιόριστη -δηλαδή κενή περιεχομένου- αριστερή στροφή και τη λογική συνέπεια της κυβερνητικής διαχείρισης, που δεν είναι άλλη από τη συνέχιση της ίδιας πολιτικής με τα ίδια μέσα.

Δεξιά παλινόρθωση;

Στο υπόβαθρο όλων αυτών των ανακατατάξεων και ανατροπών στο χώρο της κυβερνητικής και εξω-κυβερνητικής Αριστεράς, βρίσκεται το καίριο ερώτημα: πώς είναι δυνατό από μια κρίση που αναδεικνύει την (προσωρινή;) αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να διαχειριστεί τη συναίνεση της εργασίας στις αναγκαίες -από τη δυναμική των ισορροπιών- μετατοπίσεις των συσχετισμών δύναμης εις βάρος της, να επωφελείται η ΝΔ, δηλαδή μια δύναμη που θα έχει τουλάχιστον τα ίδια αν όχι σοβαρότερα προβλήματα στη διαχείριση αυτού του ίδιου ζητήματος που -αν αναβληθεί η λύση του σήμερα- αναπόφευκτα θα τεθεί αύριο σε περίπτωση δικής της κυβέρνησης με ίδιους αν όχι δυσμενέστερους όρους;
Αυτό το ίδιο ζήτημα αξιοποιεί η προπαγάνδα ανάκαμψης του ΠΑΣΟΚ που προσπαθεί να το εκλαϊκεύσει απλοποιώντας το στην πιο αποδοτική για αυτό μορφή: Αν αποτύχουμε εμείς σήμερα και χρεωθούμε όλη την πολιτική αδυναμία διαχείρισης του ζητήματος χάνοντας αύριο τις εκλογές, θα έχετε να αντιμετωπίσετε τη ΝΔ που θα υιοθετήσει σκληρότερα, αντιλαϊκότερα και εμφανώς δυσμενέστερα μέτρα. Κοντολογής: αντί για την ολοκληρωτική δεξιά παλινόρθωση, προτιμήστε μια μερική ατελή και πάντως προτιμότερη από άποψη κοινωνικού κόστους, υπό τη συνετή διαχείριση «αριστερών εκσυγχρονιστών».
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτή την επιχειρηματολογία είναι η απουσία ενεργού συμμετοχής της ΝΔ στα δρώμενα. Και η πάνδηλη ομολογία του ΠΑΣΟΚ ότι όλη η διαδικασία πολιτικής ηγεμονίας του επικαθορίζεται από τη δυνατότητα που έχει (ή δεν έχει) να ηγεμονεύει τα εργατικά και λαϊκά στρώματα ώστε να αποδέχονται αυτές τις (την τελευταία δεκαπενταετία τουλάχιστον) διαρκείς δυσμενείς μετατοπίσεις των συσχετισμών δύναμης. Βεβαίως η ηγεμονία αυτή δεν είναι απεριόριστη ούτε απόλυτα βουλησιαρχική, γιατί ορίζεται στο πεδίο των κοινωνικών αντιφάσεων και επηρεάζεται από την ιστορία του κόμματος και την εγγραφή του στους κοινωνικούς συσχετισμούς. Επομένως, το ΠΑΣΟΚ εκτιμά ότι η ισχύς του έγκειται στο γεγονός ότι μπορεί να διαχειρίζεται τις αντιφάσεις της συγκυρίας ως Αριστερά, και με την έννοια αυτή η άνοδος ή πτώση του αποτελούν διακυμάνσεις της ισχύος της Αριστεράς. Και τούτο γιατί η ηγεμονία του στην Αριστερά είναι προϋπόθεση για το μπλοκ εξουσίας με το εκσυγχρονιστικό πρόσημο, τον διεμβολισμό των συντηρητικών ψηφοφόρων και τον εισοδισμό στην παραδοσιακή εκλογική πελατεία των δεξιών κομμάτων.
Υπό την έννοια των παραπάνω το ΠΑΣΟΚ ματαιοπονεί με το να υποδεικνύει την «έλλειψη πολιτικής» από την πλευρά της ΝΔ: αρκεί η τελευταία να την αποκτήσει όταν έρθει στην κυβέρνηση από την αδυναμία επιβολής της δυσμενούς μετατόπισης των συσχετισμών στα εργατικά και λαϊκά στρώματα, στην κοινωνική Αριστερά, από το ΠΑΣΟΚ. Τότε θα έρθει η ώρα που θα αναγκαστεί να συγκροτήσει το δικό της μπλοκ εξουσίας στο οποίο θα έχουν θέση και εκείνα τα όψιμα κοινωνικά στηρίγματα του ΠΑΣΟΚ που λάτρεψαν τη διαχειριστική δεινότητά του αναφορικά με την κηδεμόνευση και χειραγώγηση της εργασίας και της Αριστεράς. Η δεξιά παλινόρθωση έχει αρχίσει από καιρό με την υποταγή στα κελεύσματα και τις ισορροπίες του νεοφιλελευθερισμού: το αν θα συνεχίσει και θα ολοκληρωθεί υπό τη σημερινή ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ ή αν θα χρειαστεί μια νέα αρχή με άλλο κυβερνητικό σχήμα, αυτό θα καθοριστεί από την πολιτεία των εκσυγχρονιστών. Και τη δυναμική της Αριστεράς των κοινωνικών αντιστάσεων και όχι της Αριστεράς της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.

Επαναστατική γυμναστική;

Είναι φανερό νομίζουμε από τα παραπάνω ότι η συγκυρία είναι ιδιαίτερα λεπτή και οι ισορροπίες ασταθείς και ευαίσθητες.
Η «αριστερή στροφή» των πολιτικών σχηματισμών της κεντρικής πολιτικής σκηνής, από την επιστροφή στις ρίζες του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ έως το αρχειακό κήρυγμα του ΚΚΕ και τον παχυδερμικό λαϊκισμό της ΝΔ, μπορεί μεν να αφήνει την εντύπωση μιας ηγεμονίας της Αριστεράς και του «Λαού» στα τεκταινόμενα και να ανατροφοδοτεί διαθέσεις επαναστατικής γυμναστικής για τους επιρρεπείς.
Σε αυτό μάλιστα συνηγορούν οι πολύ ενδιαφέρουσες και διδακτικές εξελίξεις στο διεθνή χώρο και, ειδικότερα, αυτό που έστω αδέξια, έστω περιγραφικά, έχει καταγραφεί με τη συμβιβαστική -όσο και δύσχρηστη- ονομασία «κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης». Το πρόσφατο επεισόδιο του Γκαίτεμποργκ, και όσα προετοιμάζονται εν όψει του επόμενου, της Γένοβας, ξαναθυμίζουν -σε όσους είχαν την τάση να το ξεχάσουν- κάτι πολύ παλιό και, ταυτόχρονα, πολύ καινούριο: ότι η πολιτική δεν έχει τελειώσει, δεν έχει διαλυθεί στο «διάλογο», την «επικοινωνία», τη «συναίνεση» και δεν συνιστά μια απροβλημάτιστη πλεύση προς τον καλύτερο όλων των δυνατών κόσμων υπό την κυριαρχία του ορθού Λόγου, αλλά συνιστά αντιπαράθεση, σύγκρουση και συσχετισμό δυνάμεων. Και δείχνουν ότι οι ηγεμόνες της «νέας εποχής» και της μετα-ιστορίας, αφού επί ένα διάστημα προτίμησαν να «κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν», πήραν απόφαση ότι τα πράγματα είναι σοβαρά και επιστράτευσαν τα πιο παραδοσιακά όπλα που είναι γνωστά σε όλους τους σοβαρούς αναλυτές της πολιτικής, από την εποχή του Μακιαβέλι τουλάχιστον: την άμεση, υλική καταστολή και την απόπειρα ιδεολογικής χειραγώγησης, απαξίωσης, σύγχυσης και απομόνωσης. Αυτά τα δύο, βέβαια, δεν έχουν «μηδενικό άθροισμα» αλλά συνδυάζονται αρμονικά: ο Τάκης Μίχας και η τοποθέτηση του εκπροσώπου της σουηδικής ATTAC (Βλ. Ελευθεροτυπία, 19.6.01) είναι εξίσου χρήσιμοι για τον περιφερόμενο θίασο των διεθνών εγκληματιών, όσο και τα δακρυγόνα, οι αντλίες και οι σφαίρες των αστυνομικών της «πολιτισμένης» σοσιαλδημοκρατικής Σουηδίας, χθες, ή της Ιταλίας του «πόλου των ελευθεριών» αύριο και του Βελγίου του «ουράνιου τόξου» μεθαύριο. Όσο πιο πετυχημένα συκοφαντήσουν οι κονδυλοφόροι και λοιποί opinion makers το «λαό του Σηάτλ» ως εσμό από ανεύθυνους χούλιγκαν και τρομοκράτες, τόσο πιο εύκολα θα μπορούν οι διεθνοποιημένοι ρόμποκοπ να τους πυροβολούν πισώπλατα χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανένα.
Σε όλο τον κόσμο, πάντως, φαίνεται ότι διαμορφώνεται πλέον μια κρίσιμη μάζα που είναι έτοιμη να μάθει -και να διδάξει- ακόμα μια φορά, με το ίδιο το σώμα της, το παλιό αυτό μάθημα· ωριμάζει πλέον μια καινούρια γενιά διατεθειμένη να κάψει τα δάχτυλά της γι' αυτό -είτε πρόκειται για τη «μακρο-κλίμακα» της ηρωικής και, τελικά, νικηφόρας αντίστασης των νοτιοαφρικανών ακτιβιστών, που μπόρεσαν να στερήσουν από τα ζόμπι των φαρμακευτικών εταιριών το ανθρώπινο δικαίωμά τους να δολοφονούν όσους ασθενείς δεν έχουν να τους καταβάλουν το αντίτιμο της πνευματικής τους ιδιοκτησίας επί της θεραπευτικής αγωγής για το AIDS, είτε για τη «μικρο-κλίμακα» των αντιεξουσιαστών που, τη μέρα της μεγάλης διαδήλωσης για το ασφαλιστικό, διακόσμησαν τους τοίχους της Πατησίων με συνθήματα όπως «αρχίζει ο διάλογος - φέρτε πέτρες» ή «αγώνες ταξικοί - όχι Ολυμπιακοί».
Στην πραγματικότητα όμως δείχνει ότι πλανάται ως άμεσος κίνδυνος η διατήρηση, αναβάθμιση και επέκταση της ηγεμονίας των κρατούντων επί της Αριστεράς. Δείχνει ακόμη ότι η εξίσωση δεν αντιστρέφεται όσο εύκολα υποβάλλει η απλή και μονοσήμαντη καρτεσιανή σχέση αιτίου - αιτιατού: αν η πηγή του κακού είναι η έκλειψη της Αριστεράς, αρκεί να επανέλθει η (αληθινή, πραγματική, ακραιφνής...) επαναστατικότητα στην ημερήσια διάταξη και να αποτιναχθεί ο ιδεολογικός ζυγός, για να βγούμε από το πολιτικό τέλμα και τον διαρκή παροπλισμό. Ουδέν αναληθέστερο. Η επανάσταση δεν είναι επίκαιρη, όπως αναιτίως, αστόχως και ασκόπως ισχυρίζονται οι πρόσφατες ντατζεμπάο του ΑΚΕΠ στους τοίχους της Αθήνας. Αντιθέτως βρισκόμαστε (και πάλι) στην αρχή μιας μακράς και επίπονης διαδικασίας συγκρότησης ενός εναλλακτικού πόλου αριστερής αντικαπιταλιστικής πολιτικής, που αντί για τον σχετικά αδιάφορο μικρόκοσμο των ιστορικών στελεχών της Αριστεράς θα θέσει στο κέντρο της πολιτικής την απάντηση στα ζητήματα που αναδεικνύει η συγκυρία, προτού κατορθώσει να θέσει και ο ίδιος με επιτυχία ζητήματα αριστερής πολιτικής στη συγκυρία.
Όπως να απαντήσει στο ερώτημα: Πώς ανατρέπουμε την πολιτική του ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα στο ασφαλιστικό χωρίς να γίνουμε μοχλός συνολικής δεξιάς μετατόπισης του πολιτικού φάσματος; Ερώτημα που μένει να απαντηθεί -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- στο άμεσο μέλλον στη συγκυρία....