ΟΙ "ΝΕΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΚΙΝΔΥΝΟΙ" ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ
των Παναγιώτη Μάρκου, Κατερίνας Μάρκου και Μαρίας Αρναουτέλη

Εισαγωγή

Ο κατασταλτικός μηχανισμός αποτελεί πάντοτε τη ραχοκοκαλιά του καπιταλιστικού κράτους. Εντούτοις, η κατασταλτική λειτουργία του κράτους, η οποία σε τελευταία ανάλυση στρέφεται ενάντια στις υποτελείς στο κεφάλαιο τάξεις στο εσωτερικό κάθε καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού, αναπαράγεται με βάση το εγγενές στην καπιταλιστική κυριαρχία σύστημα δικαίου, και ως εκ τούτου προσλαμβάνει κατά κανόνα το χαρακτήρα όχι της άμεσης (ταξικής) βίας αλλά της "αντιμετώπισης της ποινικής παραβατικότητας". Πέραν αυτού, ο κατασταλτικός μηχανισμός του καπιταλιστικού κράτους, αρχής γενομένης από το στρατιωτικό του κλάδο, οικοδομείται και αναπαράγεται παραδοσιακά σε αναφορά με μια στρατηγική Άμυνας και (εθνικής) Ασφάλειας από τις "έξωθεν επιβουλές", οι οποίες μέχρι πρόσφατα συσχετίζονταν με την ύπαρξη οιονεί "εχθρικών χωρών". Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το διεθνές πολιτικοστρατιωτικό "αντίπαλο δέος" των περισσότερων δυτικών καπιταλιστικών χωρών (με εξαίρεση τοπικούς γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς, όπως οι ελληνοτουρκικές διαφορές) ήταν η Σοβιετική Ένωση και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας.
Η κατάρρευση του συστήματος του λεγόμενου "υπαρκτού σοσιαλισμού" και η διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας συνέπεσε με τη φάση επικράτησης των νεοφιλελεύθερων οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών στις χώρες του δυτικού καπιταλισμού, πολιτικών που επιχειρούν να νομιμοποιηθούν σε αναφορά με τις ιδεολογίες της "παγκοσμιοποίησης", προβάλλοντας την ιδέα μιας νεοφιλελεύθερης "νέας τάξης πραγμάτων", που αμβλύνει τις ιστορικές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των κρατών και τείνει να υπερβεί τα ιστορικά εθνικά σύνορα.
Έτσι, το ζήτημα της Ασφάλειας και της Σταθερότητας της Ευρώπης -- και όχι μόνο -- έχει καταστεί ένα κορυφαίο θέμα στη σύγχρονη πολιτική συγκυρία. Προκύπτει ως αποτέλεσμα των δύο βασικών αλλαγών που συντελέσθηκαν στην γηραιά ήπειρο κατά την διάρκεια του τελευταίου τέταρτου του 20ου αιώνα:
Αφενός, πρόκειται για την φιλελευθεροποίηση των κρατών της Δυτικής Ευρώπης η οποία συντελείται βαθμιαία τόσο στο οικονομικό όσο και στο ιδεολογικό και στο πολιτικό επίπεδο μετά το 1975, αφετέρου επιταχύνθηκε από την κατάρρευση της κρατικής δομής στις χώρες του λεγόμενου "δεύτερου" και "τρίτου" κόσμου που έλαβε χώρα μετά το σωτήριον έτος του 1989.
Η "φιλελευθεροποίηση" συνίσταται στο ότι το δυτικοευρωπαϊκό κράτος διέπεται από μια διαδικασία μετάβασης από τον "παρεμβατισμό" της μεταπολεμικής εποχής (εποχή του "μεγάλου" κράτους) στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο του λεγόμενου "μικρού" κράτους στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Όπως έχουμε ήδη δείξει σε προηγούμενες εργασίες μας το γεγονός αυτό οδήγησε σε ό,τι μπορεί να περιγραφεί ως "μερική κρίση του κράτους στον σύγχρονο δυτικό κόσμο" καθώς και στην "αποδυνάμωση της έννοιας της εθνικής-λαϊκής κυριαρχίας", ως αποτέλεσμα της αποδυνάμωσης της έννοιας του πολίτη.
Από την άλλη το γεγονός της κατάρρευσης της κρατικής δομής που συντελέσθηκε μετά και την πτώση του λεγόμενου "υπαρκτού σοσιαλισμού" σε μια σειρά χώρες της ανατολικής Ευρώπης καθώς και της Ασίας, σε συνδυασμό με την κατάρρευση των κρατικών δομών σε χώρες της Αφρικής, επιτάχυνε τη διαδικασία εμφάνισης ορισμένων νέων "κινδύνων" που προσδίδουν στην "ασφάλεια των πολιτών" των κρατών της Δυτικής Ευρώπης μια διαφορετική "ποιότητα" από αυτήν που υπήρχε κατά τα έτη του Ψυχρού Πολέμου. Οι νέοι αυτοί "κίνδυνοι" έχουν συνοψιστεί τόσο από τους ευρωπαίους όσο και από τους αμερικάνους αναλυτές στις παρακάτω κατηγορίες:
Α) Το οργανωμένο έγκλημα.
Β) Η τρομοκρατία (εσωτερική και διεθνής).
Γ) Το έγκλημα της εμπορίας και διακίνησης ναρκωτικών.
Δ) Το έγκλημα εναντίον των υπολογιστών ή έγκλημα κυβερνοχώρου.
Ε) Το έγκλημα του ξεπλύματος χρημάτων.
Τα είδη αυτά έχουν χαρακτηρισθεί ως "διεθνείς νέοι κίνδυνοι" που απειλούν την ασφάλεια των κρατών του ανεπτυγμένου καπιταλισμού της Δυτικής Ευρώπης. "Νέοι" γιατί ακριβώς θεωρείται ότι έχουν λάβει τεράστια (συγκρινόμενη με το παρελθόν) έκταση την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα και "διεθνείς" ακριβώς γιατί τα σύγχρονα δυτικά κράτη, λόγω της "μερικής κρίσης" τους, αδυνατούν να τους αντιμετωπίσουν το καθένα από μόνο του. Η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ ή WEU) έχει αρχίσει να ασχολείται με την αντιμετώπιση αυτών των νέων κινδύνων ήδη από τις αρχές τις δεκαετίας του 1990 και έχει καταλήξει στο να συνοψίσει τα χαρακτηριστικά τους σε ένα κείμενο που γράφτηκε στα 1997 από τον Alessandro Politi με γενικό τίτλο "European Security: The New Transnational Risks". Ωστόσο, αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι τα νομοθετήματα που θεσπίζονται για την αντιμετώπιση των "νέων κινδύνων" και την καταστολή της παραβατικότητας καθώς και τα κριτήρια που υιοθετούνται για τον ορισμό τους σηματοδοτούν μια σαφή απόκλιση από τις αρχές του φιλελεύθερου δικαίου προς την συντηρητική εκδοχή του ποινικού δικαίου.
Πρόκειται για την αναδιοργάνωση και άσκηση καταστολής με κριτήριο όχι τόσο τη σαφή "προσβολή έννομων αγαθών" όσο την "παραβατική βούληση", τις "προπαρασκευαστικές ενέργειες" και την αμφισβήτηση της "κρατικής αυθεντίας". Τα "αδικήματα" που σήμερα προσβάλλουν το "κοινό συμφέρον", το οποίο ενσαρκώνει το κράτος, δεν εξαντλούνται μόνο σε παραβατικές εκδηλώσεις με υλική υπόσταση αλλά επεκτείνονται και στην ταύτιση της παραβατικής πράξης με την προπαρασκευαστική πράξη και την παραβατική βούληση. Για παράδειγμα, τα τρία βασικά κριτήρια για να χαρακτηρισθεί μια ομάδα ως "ομάδα του οργανωμένου εγκλήματος" αποτελούν χαρακτηριστικά της προαναφερθείσας απόκλισης. Με άλλα λόγια, σήμερα το "υποκείμενο" δεν κρίνεται μόνο σύμφωνα με τις πράξεις του αλλά με βάση τις "προθέσεις" του. Βέβαια, αυτή η όξυνση και η διαφοροποίηση της κρατικής καταστολής είναι στενά συνδεδεμένη με το ζήτημα της ευρύτερης, δυσμενούς-αμυντικής, συγκυρίας για το εργατικό και το κοινωνικό κίνημα. Οι αιτίες της βρίσκονται στον πολιτικό και κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων που στη σημερινή φάση κλίνει σαφώς υπέρ του κεφαλαίου.
Στην συνέχεια αυτού του κειμένου θα ασχοληθούμε διεξοδικά με αυτούς τους "νέους διεθνείς κινδύνους" και τη σύνδεσή τους με το θέμα της ασφάλειας στο σύγχρονο περιβάλλον των διεθνών σχέσεων. Θα επιχειρήσουμε δηλαδή να σκιαγραφήσουμε τις απόψεις και τα ιδεολογικά σχήματα με βάση τα οποία όχι απλώς νομιμοποιείται αλλά και διαμορφώνεται η στρατηγική λειτουργία και άξονες παρέμβασης των μηχανισμών καταστολής στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού σήμερα.

1. Ορίζοντας τους "νέους" κινδύνους.

1.1 To οργανωμένο έγκλημα

Καταρχήν πρέπει να είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ευρεία συναίνεση σε ό,τι αφορά τον ορισμό του "οργανωμένου εγκλήματος" ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς ειδικούς. Ωστόσο, υπάρχουν τέσσερα σημεία σε σχέση με τον εν λόγω ορισμό με τα οποία συμφωνεί η πλειοψηφία των ειδικών. Αυτά είναι: Η ύπαρξη μιας οργανωμένης και σταθερής ιεραρχίας, η απόκτηση κερδών μέσω του εγκλήματος, η χρήση βίας και εκφοβισμού και η προσφυγή στη δωροδοκία με σκοπό να αποφευχθεί η τιμωρία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε) υιοθέτησε το 1993 τον ορισμό που πρότεινε η ειδική ομάδα που συστάθηκε για αυτό τον σκοπό -- ορισμός που παρουσιάσθηκε το ίδιο έτος στο Συμβούλιο Αρχηγών κρατών της Ε.Ε:
"Το οργανωμένο έγκλημα είναι παρόν όταν δύο ή περισσότερα άτομα συμμετέχουν σε ένα κοινό εγκληματικό πρόγραμμα, για παρατεταμένη ή για απροσδιόριστη χρονική περίοδο, προκειμένου να αποκομίσουν ισχύ ή κέρδη και όπου ανατίθεται σε συνεταίρους της εγκληματικής ομάδας να διεκπεραιώσουν τους βασικούς στόχους της ομάδας στο σύνολο τους μέσω: (1) επιχειρησιακών δραστηριοτήτων (2) της χρησιμοποίησης βίας και εκφοβισμού (3) του επηρεασμού των πολιτικών, των ΜΜΕ, των οικονομικών παραγόντων, της κυβέρνησης ή του δικαστικού σώματος μέσω του ελέγχου ορισμένων δραστηριοτήτων προκειμένου να διαπραχθούν τα προγραμματισμένα εγκλήματα που, είτε σε συλλογικό επίπεδο είτε σε ατομικό, πρέπει να θεωρούνται ως σοβαρά εγκλήματα".
Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι η ειδική ομάδα της Ε.Ε επισύναψε μαζί με τον εν λόγω ορισμό έναν πίνακα, προς χρήση από τα κράτη-μέλη, που περιείχε ένδεκα χαρακτηριστικά εκ των οποίων μια εγκληματική ομάδα που χαρακτηρίζεται ως "ομάδα του οργανωμένου εγκλήματος" πρέπει να παρουσιάζει τουλάχιστον έξι από αυτά, μεταξύ των οποίων πρέπει απαραιτήτως να συμπεριλαμβάνονται τα (1), (5), (11). Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι - στο σύνολο τους - τα ακόλουθα:
1. Συνεργασία ανάμεσα σε περισσότερα από δύο άτομα.
2. Ανάμεσα στους συνεργάτες να υπάρχει σαφής καταμερισμός καθηκόντων καθώς και εργασίας.
3. Η συνεργασία να συνεχίζεται για ένα μακρό ή απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.
4. Να υπάρχει μια ορισμένη ιεραρχία και απαραίτητη πειθαρχία σε αυτήν την ιεραρχία.
5. Να υπάρχει σοβαρή υποψία για σοβαρά εγκλήματα.
6. Να λειτουργεί σε διεθνές επίπεδο.
7. Να χρησιμοποιείται βίας και εκφοβισμός.
8. Να χρησιμοποιούνται εμπορικές ή ψευδο-εμπορικές δομές για κάλυψη των εγκλημάτων.
9. Να υπάρχει ξέπλυμα χρημάτων.
10. Να υπάρχει άσκηση επιρροής σε πολιτικούς, σε ΜΜΕ, στο δικαστικό σώμα, στην κυβέρνηση και γενικά στη δημόσια διοίκηση.
11. Να είναι εμφανής η επιδίωξη κέρδους και ισχύος.
Από την άλλη, σε μια διάσκεψη στο Chapel Hill, στη Βόρεια Καρολίνα, στις 2 και 3 Φεβρουαρίου του 2000, το Ίδρυμα Μελετών Ασφάλειας, η Στρατιωτική Σχολή Πολέμου των ΗΠΑ, και το Κέντρο Νόμου, Ηθικής και Εθνικής Ασφάλειας του Πανεπιστημίου Duke εισηγήθηκαν από κοινού τον παρακάτω ορισμό:
"Το οργανωμένο έγκλημα ορίστηκε ως η συνέχεια των επιχειρήσεων που συντηρούνται από εγκληματικούς πόρους". Με την επισήμανση ότι: "Οι εγκληματικοί οργανισμοί έχουν αυξηθεί σε μέγεθος, σκοπό και δύναμη. Είναι περισσότερο αποκεντρωμένοι, ανεξάρτητοι από παραδόσεις και πιο διεθνείς απ' ότι στο παρελθόν. Οι απειλές που δημιουργούνται από το οργανωμένο έγκλημα στις ΗΠΑ είναι λιγότερο άμεσες απ' ό,τι σε άλλα έθνη, αλλά είναι ακόμη σοβαρές. Το οργανωμένο έγκλημα μπορεί να απειλήσει τη σταθερότητα στρατηγικά σημαντικών κρατών προκαλώντας φθορά και διάβρωση, εάν δεν αντικατασταθούν οι νόμιμες κυβερνήσεις. Επιπλέον, μια αύξηση του οργανωμένου εγκλήματος συμβαδίζει με μια αύξηση στην παγκόσμια κυκλοφορία ναρκωτικών και στο ξέπλυμα χρήματος -- δύο συνθήκες οι οποίες άμεσα και έμμεσα απειλούν την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ".

1.2 Η τρομοκρατία

Η τρομοκρατία είναι ένα φαινόμενο το οποίο επίσης δεν είναι εύκολο να καθοριστεί. Στα 1995 ο Louis Rene Beres έδωσε όλους τους ορισμούς που αφορούν σε αυτήν την έννοια. Οι πλέον, όμως, γνωστοί ορισμοί είναι εκείνοι που υιοθετούνται από το αμερικάνικο κράτος, και είναι σημαντικοί επειδή χρησιμοποιούνται ως οδηγοί για την εκάστοτε ετήσια αξιολόγηση της τρομοκρατίας:
" Ο όρος "τρομοκρατία" σημαίνει την προμελετημένη, πολιτικά παρακινούμενη βία που διαπράττεται ενάντια σε αμάχους στόχους από υποεθνικές ομάδες ή από μυστικούς πράκτορες, προορισμένη να επηρεάσει ένα ακροατήριο.
" Επίσης: "Η τρομοκρατία ορίστηκε γενικά, ως μια ψυχολογική χρησιμοποίηση εχθρότητας με σκοπό να επιτευχθούν πολιτικά αποτελέσματα".
" Ο όρος "διεθνής τρομοκρατία" σημαίνει την τρομοκρατία που περιλαμβάνει τους πολίτες ή το έδαφος περισσοτέρων της μιας χωρών.
" Ο όρος "τρομοκρατική ομάδα" σημαίνει οποιαδήποτε ομάδα που ασκεί "διεθνή τρομοκρατία"
Ο Alessandro Politi διακρίνει επτά διαφορετικούς τύπους τρομοκρατίας:
1. Την εσωτερική ή ενδημική τρομοκρατία και τον εμφύλιο πόλεμο.
2. Διεθνείς επιπτώσεις της εσωτερικής τρομοκρατίας και του εμφυλίου πολέμου.
3. Διεθνής επέκταση της εσωτερικής/ενδημικής τρομοκρατίας και του εμφυλίου πολέμου.
4. Διεθνής κρατική χορηγία / εγγυοδοσία της εσωτερικής τρομοκρατίας ή του εμφυλίου πολέμου.
5. Διεθνής υποστήριξη στην εσωτερική / ενδημική τρομοκρατία ή τον εμφύλιο πόλεμο.
6. Διεθνής κατάλληλη τρομοκρατία: Σε αυτήν την περίπτωση οι πολίτες μιας χώρας πραγματοποιούν επιθέσεις σε άλλες χώρες.
7. Συγκαλυμμένες διαδικασίες: Πρόκειται για την "κρατικά υποστηριγμένη δολοφονία επιλεγμένων ατόμων των οποίων οι πολιτικές, στρατιωτικές, ερευνητικές δραστηριότητες θεωρούνται επικίνδυνες ή εξαιτίας του ότι αποτελούν αντεκδικητικούς στόχους".
Επίσης η Διάσκεψη της Β. Καρολίνας επισήμανε ότι: "Τα σύγχρονα τρομοκρατικά δίκτυα δεν παρουσιάζονται τυπικά ως κρατικά. Ο σκοπός τους και το αντικείμενό τους δεν προσδιορίζεται τόσο εύκολα όσο των παραδοσιακών τρομοκρατικών ομάδων. Αν και έχει αυξηθεί η πρόσβασή τους στα πυρηνικά, βιολογικά, και χημικά όπλα μαζικής καταστροφής, η πιθανότητα να χρησιμοποιήσουν οι τρομοκράτες, δραστικά, αυτά τα όπλα παραμένει μικρή, από τη μια μεριά εξαιτίας του κόστους απόκτησης και δοκιμής τους και του μηχανολογικού κόστους, και από την άλλη πλευρά επειδή οι τρομοκράτες μπορούν να πετύχουν τα αποτελέσματά τους χωρίς να χρησιμοποιήσουν όπλα μαζικής καταστροφής. Επομένως, η απειλή της τρομοκρατίας που εμπλέκεται με όπλα μαζικής καταστροφής είναι μικρότερη απ' ό,τι θεωρούνταν. Παρ' όλα αυτά, η ταχύτητα της τεχνολογικής καινοτομίας και η αντίθεση στην ανάδειξη των ΗΠΑ σε ηγεμονική δύναμη, ενισχύουν την άποψη ότι η τρομοκρατία που στο μέλλον θα χρησιμοποιεί όπλα μαζικής καταστροφής είναι δυνατόν να υπάρξει. Επιπλέον, μια ανασκόπηση τρομοκρατικών επεισοδίων της τελευταίας δεκαετίας αποκαλύπτει μια ελαττωμένη τρομοκρατική τάση, αλλά με περισσότερες καταστροφικές επιθέσεις".

1.3 Οι απειλές του κυβερνοχώρου

Ως απειλές του κυβερνοχώρου ορίστηκαν "οι εχθρικές επιθέσεις μέσω πληροφοριών εναντίον της υποδομής πληροφοριών των ΗΠΑ με στόχο να υπονομεύσουν ή να αποσυντονίσουν την κυβέρνηση, και το έγκλημα κυβερνοχώρου περιγράφεται ως οι επιθέσεις στο σύστημα πληροφοριών για προσωπικά κέρδη και για κέρδη οργανισμών". Αυτές οι απειλές θεωρούνται σοβαρές, ιδιαίτερα εάν εκτελούνται σε συνδυασμό με στρατιωτικές εχθρικές ενέργειες ενάντια στις ΗΠΑ. Η εθνική οικονομία καθώς επίσης και τα συστήματα του Υπουργείου Άμυνας είναι ευπρόσβλητα στις απειλές αυτού του είδους. Επιπροσθέτως, τα κυβερνητικά εγκλήματα αυξάνονται, και οργανωμένες εχθρικές πληροφορίες ενάντια στις ΗΠΑ μπορεί να είναι αναμενόμενες στο μέλλον. Οι τρομοκρατικοί οργανισμοί θα είναι οι πιο συνηθισμένοι δράστες στον πόλεμο των πληροφοριών, αλλά ο πόλεμος πληροφοριών μεταξύ κρατών είναι επίσης μια πιθανότητα. Η ταχύτητα των τεχνολογικών καινοτομιών συνδυάζεται με μια αποτυχία από την πλευρά των νομικών αρχών να συμβαδίσουν με το ταχύ βήμα των αλλαγών, που τοποθετούν την κυβέρνηση των ΗΠΑ σε μια συνεχιζόμενη κατάσταση να "προφτάσει". Μέχρι τώρα έχουν μετρηθεί μεγάλης αναποτελεσματικότητας αντιδράσεις από έναν οριακό αριθμό "υψηλής-τεχνολογίας" απειλών.

2. Η σχέση της εσωτερικής και της εξωτερικής ασφάλειας στην Ε.Ε.

Σύμφωνα με την εκτίμηση της Ε.Ε η έννοια της ασφάλειας στη σημερινή συγκυρία, συγκρινόμενη με το παρελθόν, έχει γίνει πολυδιάστατη. Για τους αναλυτές αυτής της θέσης αυτό συνεπάγεται ότι το ζήτημα της ασφάλειας πρέπει να αντιμετωπιστεί με όρους της αποκαλούμενης "μεγάλης πολιτικής στρατηγικής" γεγονός που σημαίνει ότι πρέπει να εξεταστεί σε ένα πολύ υψηλό στρατηγικό επίπεδο. Αυτό, όπως διατυπώνεται από τους ίδιους αναλυτές, δεν εξηγείται μόνο από το γεγονός της αλλαγής που έγινε στα 1989 (φυσικά εννοείται η διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας). Ο Politi γράφει: "Η συνηθισμένη διατύπωση ότι όλα αλλάζουν μετά το 1989 δεν είναι ικανοποιητική (...) Μετά το 1989 το στρατηγικό τοπίο άλλαξε, αλλά η σημαντικότερη διαφορά ήταν ότι τα δυτικοευρωπαϊκά έθνη-κράτη είδαν τον αποτελεσματικό τους ρόλο, και τελικά την ίδια την κυριαρχία τους να αποδυναμώνεται όλο και περισσότερο. Η ασφάλεια έχει γίνει πιο ορατά πολυδιάστατη επειδή οι επιθέσεις στην κυριαρχία, τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων, τη σταθερότητα, την ευημερία, το γόητρο / την νομιμότητα των εθνών-κρατών μπορούν τώρα να πραγματοποιηθούν αποτελεσματικότερα από τους μη- κρατικούς δράστες μέσω διαφόρων μέσων. Επιπλέον οι σύγχρονες κοινωνίες παρουσιάζουν πολλαπλάσια τρωτά σημεία. Αφενός οι κυβερνητικές πηγές δεν είναι πλέον επαρκείς για να ελέγξουν αυτόνομα τα βασικά χαρακτηριστικά της κυριαρχίας, είτε πρόκειται για την ασφάλεια στα σύνορα ή σε μια ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, είτε για την αξία ενός νομίσματος είτε ακόμα για την εσωτερική ασφάλεια. Αφετέρου οι υπερεθνικοί δράστες έχουν εκείνα τα μέσα και τις πηγές στη διάθεσή τους που κάποτε ήταν αποκλειστικό προνόμιο των εθνών-κρατών".
Η "αποδυνάμωση" λοιπόν, του δυτικοευρωπαϊκού κράτους, κατά την Ε.Ε., είναι η αιτία που τα κράτη- έθνη δεν είναι πλέον σε θέση να εγγυηθούν την ασφάλεια και τη σταθερότητα στο εσωτερικό τους. Η ανάπτυξη των "νέων" αλλά και των "παλαιών" κινδύνων λειτουργούν πλέον ως "επιταχυντές" αυτής της "αποδυνάμωσης" σε βαθμό ώστε "...η μεμονωμένη ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να ικανοποιηθεί μόνο μέσω του στρατιωτικού σώματος, της αστυνομίας ή των διπλωματικών μέτρων, χρειάζεται μια πολυδιάστατη προσέγγιση. Εάν κάποιος επιθυμούσε να αναπτύξει αυτό το συμπέρασμα στα ακραία όρια του, θα μπορούσε να δηλώσει ότι η μεμονωμένη ασφάλεια και η διεθνής γίνονται όλο και περισσότερο συνδυασμένες".
Κάτω από αυτό το σκεπτικό η Ε.Ε προχωράει τώρα στη σύνδεση των διαφόρων κινδύνων στα πλαίσια της "μεγάλης πολιτικής στρατηγικής", αναλύοντας τη στρατηγική σχετικότητα των δύο κινδύνων: της διεθνούς εμπορίας των ναρκωτικών και του οργανωμένου εγκλήματος.

3. Η εμπορία των ναρκωτικών και η σχέση της με το οργανωμένο έγκλημα

Βάσει του σκεπτικού που αναπτύξαμε παραπάνω το διεθνές και το εθνικά οργανωμένο έγκλημα εξετάζονται από κοινού μια που το ίδιο κάνει και η έκθεση του Politi επειδή "πέρα από το αρχικό στάδιο όπου είναι εφικτό το οργανωμένο έγκλημα να λειτουργήσει αποκλειστικά στη γεωγραφική περιοχή του, οι άλλες φάσεις υπονοούν ότι η εγκληματική οργάνωση πρέπει να έχει μια διεθνή σύνδεση ή να βρίσκεται σε μια τέτοια διαδικασία".
Από την άλλη, η εμπορία των ναρκωτικών εξετάζεται από τους ειδικούς αναλυτές της Ε.Ε σε συνδυασμό με το διεθνές οργανωμένο έγκλημα αφού είναι δεδομένο ότι "τόσο η παραγωγή των ναρκωτικών όσο και η λαθραία αλυσίδα περάσματός τους απαιτούν εγκληματικές οργανώσεις. Με άλλα λόγια, το οργανωμένο έγκλημα μπορεί να υπάρξει χωρίς την εμπορία των ναρκωτικών αλλά η αντιστροφή δεν ισχύει, Τα ναρκωτικά μπορεί να θεωρηθούν ένας πολλαπλασιαστής του εγκλήματος, όχι μόνο για τις εγκληματικές ομάδες αλλά και για τις ομάδες των ανταρτών και των τρομοκρατών".
Οι λόγοι για τους οποίους η σύνδεση του οργανωμένου εγκλήματος με την εμπορία των ναρκωτικών αποτελούν μια ολοκληρωτική απειλή για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι συνοπτικά οι ακόλουθοι:
" Οι ζωές που χάνονται από τα ναρκωτικά ή κατά τη διάρκεια εγκληματικών συγκρούσεων αντιπροσωπεύουν ένα υψηλό κόστος για έναν δημογραφικά σταθερό πληθυσμό και ένα υψηλό οικονομικό κέρδος για τους εγκληματίες εμπόρους. Η εικόνα είναι 16 νεκροί/ημέρα κατά το 1996 στις χώρες της Schengen.
" Οι οικονομικές πηγές που δημιουργούνται από την εμπορία των ναρκωτικών χρησιμοποιούνται σκόπιμα για την αποσταθεροποίηση της κοινωνίας, του πολιτικού συστήματος, της διοίκησης και της οικονομίας μίας χώρας. Το αποτέλεσμα είναι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ε.Ε, η καταστροφή των δημοκρατικών/φιλελεύθερων αξιών, η δωροδοκία, το ξέπλυμα χρήματος και η διήθηση των νομίμων επιχειρήσεων, γενικά η δημιουργία μιας "pax mafiosa" κατάστασης.
" Τα διεθνή δίκτυα που δημιουργούνται από αυτόν τον συνδυασμό (εμπορία ναρκωτικών - οργανωμένου εγκλήματος), απειλούν την εδαφική ακεραιότητα μιας χώρας ακόμα και μέσα στα σύνορα της. Όποτε το οργανωμένο έγκλημα ελέγχει μια περιοχή, το διεθνές οργανωμένο έγκλημα έχει ελεύθερη πρόσβαση σε αυτήν, ενώ αντίθετα η επιβολή του νόμου έχει να αντιμετωπίσει μια "no-go" περιοχή ή μια περιοχή στην οποία δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να λειτουργήσει. Τέτοιες περιοχές αποκαλούνται "γκρίζες ζώνες" και όπως τονίζει το έγγραφο του Politi βρίσκονται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
" Πολλές μεσογειακές χώρες κινδυνεύουν να είναι λιγότερο αξιόπιστοι συνεργάτες επειδή η οργανωμένη εμπορία του εγκλήματος και των ναρκωτικών τις υπονομεύει ακόμα και όταν απλά θεωρούνται μόνο ως χώρες μέσω των οποίων διέρχονται τα ναρκωτικά.
" Στις ΗΠΑ η επίσημη ανησυχία για την Ευρώπη ως συμμάχου είναι ιδιαίτερα υψηλή σε σχέση με αυτόν τον κίνδυνο της ασφάλειας. Επίσης, η οργανωμένη εμπορία των ναρκωτικών έχει τη θέση απειλής της εθνικής ασφάλειας επειδή από την μία τα περισσότερα από τα ναρκωτικά που διακινούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες παράγονται αλλού και από την άλλη επειδή αυξάνεται ο κίνδυνος για τις κυβερνήσεις και τις οικονομίες χωρών που είναι αρκετά σημαντικές για τις ΗΠΑ, ειδικά για τις νέο-δημιουργούμενες δημοκρατίες. To οργανωμένο έγκλημα είναι μια multi-billion διεθνής επιχείρηση: Η εμπορία ναρκωτικών μόνο, σύμφωνα με την έκθεση της Παγκόσμιας Οργάνωσης Φαρμάκων UNDCP, έχει έναν κύκλο εργασιών 400 δις. δολ./ έτος που αντιστοιχεί στο 8% των συνολικών παγκόσμιων εξαγωγών.

4. Το διεθνές οργανωμένο έγκλημα και η σχέση του
με το πυρηνικό λαθραίο πέρασμα.

Μια ειδική σύνδεση του οργανωμένου εγκλήματος, σύμφωνα με τον Politi είναι εκείνη με το λαθραίο πέρασμα των πυρηνικών όπλων και του πυρηνικού υλικού, ιδιαιτέρως από την Ρωσία. Οι αριθμοί δείχνουν ότι το λαθραίο πέρασμα πυρηνικών υλικών έχει αυξηθεί από την στιγμή της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ: Στο τέλος της δεκαετίας του '80 δεν υπήρχε καμιά τεκμηριωμένη περίπτωση ενώ στο τέλος του 1994 είχαν καταγραφεί 124. Η Διεθνής Αντιπροσωπεία Ατομικής Ενεργείας (ΙΑΕΑ) κατέγραψε 130 περιπτώσεις μεταξύ του 1993 - 1996, ενώ γερμανικές κυβερνητικές πηγές ανεβάζουν τον αριθμό των περιπτώσεων στην περίοδο ανάμεσα στα 1992 - 1995 έως και τις 500.
Γενικά, οι ευρωπαϊκές αρχές δεν θεωρούν ότι υπάρχει ιδιαίτερο πρόβλήμα με την συμμετοχή του οργανωμένου εγκλήματος στο λαθραίο πέρασμα των πυρηνικών. Η αιτία είναι ότι "το οργανωμένο έγκλημα μπορεί να "παράγει" πολύ περισσότερα χρήματα με άλλες παράνομες δραστηριότητες καθώς και ότι η πώληση πυρηνικού υλικού ή όπλων είναι μια πολύ επικίνδυνη υπόθεση"

5. Η γεωπολιτική των ναρκωτικών.

H Γαλλική Ακαδημία έχει προσπαθήσει να επεκτείνει τις παραδοσιακές έννοιες της γεωπολιτικής στο οργανωμένο εμπόριο των ναρκωτικών. Σύμφωνα, λοιπόν, με τους Labrousse και Koutouzis τα ναρκωτικά μπορούν να είναι ένας άμεσος γεωπολιτικός παράγοντας αφορμής πολέμου, δεδομένου ότι η πρώτη ύλη τους παράγεται στο έδαφος άλλων χωρών. Η Γεωπολιτική των ναρκωτικών παράγει την Γεωστρατηγική των ναρκωτικών που ορίζεται ως "η τέχνη της αφαίρεσης μιας περιοχής ή ενός πληθυσμού από την εξουσία ενός προσδιορισμένου εχθρού". Οι συντάκτες δίνουν ως παράδειγμα την κοιλάδα Huallaga στο Περού και την λοφώδη περιοχή στη Βιρμανία στα σύνορα με την Ταϋλάνδη, όπου ο Περουβιανός στρατός και η βιρμανική στρατιωτική χούντα προσπαθούν να προστατεύσουν τον πληθυσμό και την τοπική παραγωγή ναρκωτικών από τους τοπικούς narco - αντάρτες.
Η σύνδεση με την ιδέα της "γκρίζας ζώνης" είναι ότι, ενώ η κλασική γεωστρατηγική εστίαση σε μια περιοχή οργανώνεται από κάποια κρατική αρχή, η γεωστρατηγική των ναρκωτικών συχνά ενεργεί σε έναν γεωγραφικό χώρο που είναι ρευστός, τεμαχισμένος και αμφισβητούμενος. "Η μελέτη της γεωστρατηγικής των ναρκωτικών συνδέεται με αυτήν των παγκοσμίων αναταραχών (...) όπου ο σταθερός στόχος των νονών των ναρκωτικών είναι η πολιτική αστάθεια".
Αυτή η προσέγγιση είναι πολύ ενδιαφέρουσα γιατί αφενός επιτρέπει τη δημιουργία σαφών γεωγραφικών χαρτών που απεικονίζουν, τόσο σε διεθνές όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, τους βασικούς τομείς παραγωγής της αστάθειας και αφετέρου συνδέει τα προβλήματα της διεθνούς εμπορίας εγκλήματος και των ναρκωτικών με αυτά της έλλειψης διακυβέρνησης.
Έτσι, σύμφωνα με τον Politi η περίπτωση της πρώην Γιουγκοσλαβίας είναι αντιπροσωπευτική σε ό,τι αφορά την γεωπολιτική και την γεωστρατηγική των ναρκωτικών. Όπως ο ίδιος επισημαίνει: "Αν δεχτούμε ότι οι εκθέσεις της UNPROFOR, που επισημαίνουν ότι κατά την διάρκεια του πολέμου υπήρξαν ογκώδεις μετακινήσεις όπλων, ηρωίνης και "μαύρων" χρημάτων, είναι ορθές τότε ανακύπτει το πολύ ενοχλητικό ερώτημα: Μέχρι ποιου σημείου η ανθρωπιστική βοήθεια τροφοδότησε επίσης μια εγκληματική οικονομία, διοικούμενη από το οργανωμένο έγκλημα, το οποίο συνδέθηκε με τις τοπικές πολιτοφυλακές?(...) Δεν αποτελεί κανένα μυστήριο ότι μια από τις βασικές διαδρομές για το λαθραίο πέρασμα της ηρωίνης είναι η αποκαλούμενη "βαλκανική διαδρομή", και ότι κατά μήκος του ποταμού Neretva η καλλιέργεια της μαριχουάνας άρχισε μετά από την συμφωνία τους Dayton".
Πάντα κατά τον ίδιο αναλυτή στην περίπτωση της Σομαλίας ορθώς τα Ηνωμένα Έθνη προσδιόρισαν την αποκατάσταση της διακυβέρνησης ως ουσιαστική προϋπόθεση για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη της περιοχής. Όμως, αυτός ο στόχος δεν επετεύχθη. Έτσι "...το καταβληθέν τίμημα είναι πράγματι η δημιουργία ενός άλλου άδυτου για τη διεθνή τρομοκρατία και ένα κομβικό σημείο για τις αφρικάνικες διαδρομές της εμπορίας των ναρκωτικών που κατευθύνεται προς τις ΗΠΑ και την Ευρώπη".
Όμως, στο κείμενό του ο Politi (και μέσω αυτού η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση -ΔΕΕ) διατυπώνει την θέση ότι δεν είναι υποχρεωτικό μια περιοχή να είναι πάντα τόσο εμφανώς "ρευστή" προκειμένου να την ελέγξει μια εγκληματική οργάνωση. "Οι αναπτυσσόμενες χώρες ή τα αποτυχόντα έθνη παρουσιάζουν αυτήν την έλλειψη ελέγχου σαφώς, αλλά στη Δυτική Ευρώπη επίσης υπάρχουν "γκρίζες ζώνες" που έχουν άλλα χαρακτηριστικά".
Ωστόσο, η Ε.Ε επισημαίνει ότι μια αδυναμία αυτής της γεωπολιτικής προσέγγισης των ναρκωτικών συνίσταται στο ότι δεν έχει λάβει υπόψη της την διάδοση των συνθετικών ναρκωτικών, τα οποία δεν χρειάζονται ορατές περιοχές για να παραχθούν και μπορούν να χρησιμοποιήσουν μικρά κινητά εργαστήρια επεξεργασίας. Η έκθεση επισημαίνει ότι βασικές περιοχές παραγωγής τέτοιων ναρκωτικών είναι η Νότια Κορέα, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Πολωνία και οι ΗΠΑ. Το OICS (Organe International de Controle de Stupefiants) υπογράμμισε στην έκθεση του 1996 ότι η κατανάλωση μιας μόνο κατηγορίας συνθετικών ναρκωτικών ανέβηκε από τους 3 τόνους το 1990 στους 10 το 1995.
Μια άλλη σημαντική κατηγορία της Γεωπολιτικής των ναρκωτικών αποτελούν οι αποκαλούμενοι "εκφυλισμένοι" αντάρτες. Η Ε.Ε ορίζει αυτή την κατηγορία ανταρτών με βάση τα εξής χαρακτηριστικά: "...έχουν: μια υπόλοιπη ιδεολογική υποδήλωση που καλύπτει την έλλειψη πολιτικών σκέψης και στρατηγικής, μια ισχυρή σχέση με την κυκλοφορία τόσο των ναρκωτικά όσο και άλλων παράνομων προϊόντων, έναν χαρακτηριστικό ρόλο στην οργάνωση και στην εκμετάλλευση των μεταναστών της εθνικής τους ομάδας, στο θέμα της εμπορίας των ναρκωτικών, στο ξέπλυμα χρημάτων και στα δίκτυα κίνησης των σκλάβων". Παραδείγματα τέτοιου είδους ανταρτών αναφέρονται ότι αποτελούν το τουρκικό PKK, το NPA των Φιλλιπίνων, το ΤΤLE της Sri-Lanka, το Κολομβιανό FARG, το Περουβιανό Sendero Luminoso (S.L = Φωτεινό Μονοπάτι) και τα υπόλοιπα των Καμποτζιανών Khmer Rouge.
H δυναμική της συμμετοχής στο οργανωμένο έγκλημα αυτών των "εκφυλισμένων" ανταρτών προσεγγίζεται από τους αναλυτές σε 3 επίπεδα:
" Τοπικός φόρος στις παράνομες συγκομιδές.
" Συμμετοχή στα εμπορικά δίκτυα.
" Ανάπτυξη διεθνών δικτύων.
Επισημαίνεται ότι μέσω του πρώτου συστήματος, το 1994, οι Αφγανοί αδελφοί Akunzada επέβαλλαν ένα φόρο της τάξης του 5% - 10% στις συγκομιδές οπίου που τους απέφερε κέρδη 35-70 εκατομμύρια δολάρια και διατήρησαν με αυτόν τον τρόπο μια δύναμη 5.000 ατόμων. Στην συνέχεια το δεύτερο επίπεδο ακολουθεί το πρώτο μέσω ενός φόρου στην εμπορία των ναρκωτικών. Έτσι, αναφέρεται ότι το S.L εισπράττει έναν μέσο όρο 5.000-10.000 δολάρια από τους κολομβιανούς "narcos" για κάθε μικρό αεροσκάφος που μεταφέρει ναρκωτικά, με ένα κατ' εκτίμηση ετήσιο κέρδος περίπου 10 εκατ. δολ. Στην Βιρμανία, ο βασιλιάς του οπίου "Khun Sa" ήταν σε θέση να χρηματοδοτήσει έναν ισχυρό στρατό αποτελούμενο από 10.000 άτομα, ο οποίος επέβαλλε φόρους στους τοπικούς εμπόρους καθώς και να εισπράττει πληρωμές για προστασία των τροχόσπιτων των ναρκωτικών. Το τελικό στάδιο αναφέρεται ότι αναπτύχθηκε από τις λιβανέζικες χριστιανικές πολιτοφυλακές κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, από το TTLE, από τις αλβανικές οργανώσεις του Κοσσόβου καθώς και από τους Κούρδους του PKK.
Όπως όμως επισημαίνει η έκθεση του Politi υπάρχει και μια άλλη επίφοβη πλευρά σε σχέση με την γεωπολιτική των ναρκωτικών. Μεταξύ του 1980 και του 1995 ο αριθμός των εξαρτημένων από την ηρωίνη στο Πακιστάν ανήλθε από το 0 σε 1,5 εκατομμύρια. Το κέρδος από τα ναρκωτικά έφτασε σε 2-4 δις δολάρια και έχει ασκήσει φοβερή επίδραση τόσο στην οικονομική όσο και στην πολιτική ζωή της χώρας: Το Karachi, ο μεγαλύτερος λιμένας, εγκαταλείφτηκε από τον στρατό το 1992 και αφέθηκε στα χέρια του οργανωμένου εγκλήματος.

6. Το έγκλημα των υπολογιστών και το ξέπλυμα χρημάτων

Μετά, λοιπόν, τη σχέση του οργανωμένου εγκλήματος με την εμπορία και την διακίνηση των ναρκωτικών έρχονται δύο ακόμα "νέοι" κίνδυνοι να συνδεθούν με το οργανωμένο έγκλημα σύμφωνα με την έκθεση του Politi. Αυτοί είναι "το έγκλημα των υπολογιστών" ή "απειλή του κυβερνοχώρου" καθώς και το "ξέπλυμα χρημάτων". Το έγκλημα υπολογιστών δεν είναι μόνο ένα πρόσθετο εργαλείο στα χέρια του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος και της διεθνούς τρομοκρατίας: προσθέτει μια εξ ολοκλήρου νέα, ηλεκτρονική διάσταση στην απάτη, την κλοπή, την κατάχρηση, τη δολιοφθορά, την κατασκοπεία, τον εκβιασμό, την συνωμοσία και το ξέπλυμα χρημάτων. Θέτει με απλό τρόπο στα χέρια των παράνομων μη-κρατικών δραστών ένα ταχύ δίκτυο επικοινωνιών και ελέγχου, της διακίνησης των επικοινωνιών, της κρυπτογράφησης και της μυστικότητας στην ηλεκτρονική επίθεση.
Οι παραδοσιακές υπηρεσίες ασφάλειας έχουν αναγνωρίσει τις δυνατότητες και τις αδυναμίες σε αυτό που αποκαλείται "εχθροπραξία των πληροφοριών" (IW). Τον Ιούνιο του 1986, η KGB άρχισε για πρώτη φορά μια εκτενή λειτουργία επίθεσης κατά υπολογιστών χρησιμοποιώντας τις δεξιότητες των γερμανών χάκερς. Δέκα έτη αργότερα, ο στρατηγός Aleksander Lebed, στη σύντομη διάρκεια του αξιώματός του ως πρόεδρος του Ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας, δημιούργησε ένα τμήμα ασφάλειας πληροφοριών του οποίου το βασικό καθήκον ήταν να αναπτυχθεί μία υπηρεσία IW. Οι ΗΠΑ έχουν πραγματοποιήσει εκτενείς ασκήσεις επίθεσης κατά των υπολογιστών στα ίδια τα δίκτυά τους. Τα αποτελέσματα είναι τρομερά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 99% των στρατιωτικών επικοινωνιών χρησιμοποιούν τα αστικά δίκτυα μέσω Διαδικτύου, το 88% των επιθέσεων σε ένα δείγμα 3.000 στρατιωτικών υπολογιστών ήταν επιτυχή, μόνο το 4% ανιχνεύθηκε και μόνο το 0,5% αναφέρθηκε. Ο βασικός παράγοντας που αφορά το έγκλημα των υπολογιστών είναι ότι οι στρατιωτικές και πολιτικές τρωτότητες μπερδεύονται σε αρκετό βάθος και ένα ηλεκτρονικό μπλακ-άουτ θα είχε επιπτώσεις σε όλη τη ζωτικής σημασίας υποδομή μιας χώρας.
Προς το παρόν οι βασικές χρήσεις του εγκλήματος των υπολογιστών από τους οργανωμένους εγκληματίες και τους τρομοκράτες κωδικοποιούνται στις επικοινωνίες, στη μετάδοση των ευαίσθητων εγγράφων (οδηγίες καθαρισμού και επεξεργασίας των ναρκωτικών, συναρμολόγησης βομβών, κατάλογοι ενηλίκων και κέντρων παιδικής πορνείας, κ.λπ....) και, φυσικά στο ξέπλυμα χρημάτων. Αλλά και νέες επικίνδυνες χρήσεις προκύπτουν: Η εκτίμηση της Ε.Ε είναι ότι όχι πάρα πολύ μακροπρόθεσμα, οι τρομοκράτες και οι εγκληματίες δεν θα προσπαθούν πλέον να καταστρέψουν τις μεγάλες ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, αλλά άντ' αυτού να διαπεράσουν και να αλλοιώσουν τα στοιχεία τους. Οι παράνομες προσβάσεις στα αρχεία που είναι σχετικά με τους μυστικούς πράκτορες, οι νέες ταυτότητες των "μεταμελημένων" κακοποιών (repentants) ή η τροποποίηση των αρχείων στο σύστημα πληροφοριών της Schengen είναι ακριβώς μερικά εύλογα σενάρια.
Το ξέπλυμα χρημάτων συνδέεται στενά με το έγκλημα των υπολογιστών, και αντιπροσωπεύει εν μέρει τη μη-υλική διάσταση του οργανωμένου εγκλήματος. Οι εκτιμήσεις για τα χρήματα που "ξεπλένονται" ετησίως στην παγκόσμια αγορά είναι ότι πρόκειται για ποσά της τάξης των 300 ως 500 δις $ (30-40% σχετίζονται με τα ναρκωτικά, τη διαφυγή του υπολοίπου φόρου και των δασμολογίων, τα όπλα που περνούν λαθραία, την τρομοκρατία και την απάτη). Στις Ηνωμένες Πολιτείες μόνο, τα αντίστοιχα ποσά από το εμπόριο ναρκωτικών ανέρχονται από 30 σε 100δις $ το χρόνο και μερικοί υπολογίζουν ότι το 1δις $ "πηγαίνει" εβδομαδιαία στη Ρωσία και τα 22 δις $ προέρχονται από εκείνη την χώρα κάθε έτος.
Το ξέπλυμα χρημάτων είναι επίσης ένα από τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των διεθνών εγκληματικών συμμαχιών. Η Cosa Nostra ξεπλένει χρήματα για τα κολομβιανά καρτέλ. Κερδίζει 25% από τα χρήματα που ξεπλένονται, ενώ το υπόλοιπο μπορεί να επενδυθεί στα ρωσικά προϊόντα για εξαγωγή σε σκληρό νόμισμα, με τα κατ' εκτίμηση κέρδη ανερχόμενα στα ποσοστά των 200%-500%.
Σύμφωνα με το INSCR, οι χώρες όπου η πάλη ενάντια το ξέπλυμα χρημάτων πρέπει να αποτελεί μια υψηλή προτεραιότητα είναι ο Καναδάς, οι Νήσοι Καίϋμαν, η Κολομβία, η Κύπρος, η Γερμανία, το Χογκ Κογκ, η Ιταλία, το Μεξικό, οι Κάτω Χώρες,οι ολλανδικές Αντίλλες, η Νιγηρία, ο Παναμάς, η Ρωσία, η Σιγκαπούρη, η Ελβετία, η Ταϊλάνδη, η Τουρκία, το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βενεζουέλα.

7. Η τρομοκρατία

Οι "διεθνείς τρομοκρατικές επιθέσεις ενάντια στα αμερικανικά συμφέροντα ανήλθαν σε 99 το 1995 από 66 το 1994, και ο αριθμός αμερικανών πολιτών που σκοτώθηκαν ανήλθε από 4 στους 12. Ο συνολικός αριθμός των μοιραίων περιστατικών από την διεθνή τρομοκρατία μειώθηκε παγκοσμίως από το 314 του 1994 στο 165 του 1995, αλλά ο αριθμός των τραυματιών βαίνει αυξανόμενος με έναν συντελεστή της τάξης του δέκα -- έφθασε στα 6.291 άτομα, 5.500 εκ των οποίων τραυματίστηκαν σε μια επίθεση αερίου στο σύστημα των υπογείων σιδηροδρόμων του Τόκιο τον Μάρτιο".

Η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) αναφέρει: "Εάν κάποιος συγκρίνει αυτά τα στοιχεία με τις προηγουμένως αναφερθείσες εκτιμήσεις του συνολικού ετήσιου κόστους των ναρκωτικών στην αμερικανική οικονομία -- 152 δισεκατομμύρια $ /έτος και 20.000 θάνατοι αμερικανών ετησίως σχετικοί με τα ναρκωτικά, τότε μπορεί να βάλει τους διαφορετικούς κινδύνους σε μια σαφέστερη προοπτική. Η αντίρρηση ότι μερικές από αυτές τις απώλειες μπορούν να αποδοθούν στους συγκατατιθέμενους ενηλίκους οι οποίοι συμμετέχουν στην αυτοκαταστροφή τους ή στο έγκλημα δεν μειώνει το γεγονός ότι υπάρχει μια εμφανής δυσαναλογία στη συγκεκριμένη ζημία που προκύπτει από την οργανωμένη εμπορία εγκλήματος και ναρκωτικών έναντι της διεθνούς τρομοκρατίας, ανεξάρτητα από το πώς αυτή καθορίζεται". Ένα άλλο γεγονός που αναφέρεται είναι ότι η πιο καταστρεπτική τρομοκρατία είναι η εσωτερική/ενδημική πίεση, όπως στην Αλγερία, την Βόρεια Ιρλανδία, τις βάσκικες επαρχίες, την Τουρκία, το Περού, την Κολομβία. Οι κατ' εκτίμηση 60.000 θάνατοι στην Αλγερία από το 1990 και μετά δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι ο φόρος αίματος από τη δραστηριότητα των τρομοκρατικών ομάδων μπορεί να συναγωνιστεί την καταστροφή που προκαλείται από την "ορθόδοξη" διακρατική εχθροπραξία.
Στα πλαίσια αυτών των στοιχείων, η διεθνής τρομοκρατία από το 1989 έχει θέσει τους όρους για να θεωρηθεί ως κίνδυνος για την ασφάλεια των δυτικοευρωπαϊκών κρατών. Εντούτοις, φαίνεται αδικαιολόγητο να λογίζεται αυτός ο κίνδυνος ως ολοκληρωτική απειλή, ή για να προβάλλονται με ιδιαίτερο τρόπο τα αποτελέσματά του. Οι γνωστές ενέργειες όπως το κύμα των επιθέσεων βομβών στη Γαλλία (1995) ή των βίαιων ταραχών που σχετίστηκαν με το PKK στο Ηνωμένο Βασίλειο (1995) και τη Γερμανία (1996), αν και είχαν μια ισχυρή ηχώ καθώς αποτέλεσαν σημαντική πρόκληση για τις κυβερνήσεις και την αστυνομία, δεν μετέβαλαν την πολιτική συγκυρία και τους αντίστοιχους συσχετισμούς στο εσωτερικό των χωρών αυτών.
Η διεθνής τρομοκρατία παρουσιάζει ένα παράδοξο: από μια πολιτική προοπτική θεωρείται ως παγκόσμιο ζήτημα, αλλά τα φυσικά αποτελέσματά της είναι περιορισμένα και ψυχολογικά εξασθενίζουν γρήγορα από το μυαλό του ευρύτερου διεθνούς κοινού.
Η εσωτερική ή ενδημική τρομοκρατία, παρά τα αιματηρά και από κοινωνικο-πολιτική άποψη καταστρεπτικά της αποτελέσματα στο μέσο και στο μακροπρόθεσμο επίπεδο, δεν εγείρει την άμεση διεθνή υποστήριξη για τη χώρα θυμάτων, ούτε και στην περίπτωση χωρών που είχαν στενούς πολιτικούς δεσμούς με τη χώρα που πλήττεται. Έτσι, η ΔΕΕ υποστηρίζει ότι η διεθνής τρομοκρατία που προωθείται από συγκεκριμένα κράτη είναι πολιτικά πιο ανησυχητική, επειδή διαβρώνει τα διεθνή πρότυπα με την πραγματοποίηση των άνευ διακρίσεως επιθέσεων σε αθώους πολίτες. Εντούτοις, η τάση μετά το 1989 είναι μια χαρακτηριστική μείωση αυτής της μορφής εγκληματικότητας.
Η διεθνής τρομοκρατία που υποστηρίζει την εσωτερική τρομοκρατία, και η διεθνής τρομοκρατία που είναι υπέρ μιας ευρύτερης πολιτικής, ιδεολογικής ή θρησκευτικής αντιπαράθεσης, θεωρούνται περισσότερο προβληματικές. Εδώ οι ιδεολογικές διασυνδέσεις είναι ευπροσδιόριστες, αλλά τα τρομοκρατικά κύτταρα και τα δίκτυά τους είναι λιγότερο εύκολο να επιτεθούν, επειδή οι συνδέσεις τους είναι πιο αδύναμες και εύκαμπτες από αυτές που υποστηρίζονται από κράτη. Η γαλλική τρομοκρατική ομάδα Kelkal, που ήταν υπεύθυνη για τις επιθέσεις βομβών το 1995, εμφάνισε ακριβώς αυτά τα πιο αόριστα χαρακτηριστικά, που συνδέονται με μια ανησυχητική σύνδεση με το κοινό έγκλημα.

7.1 Η άρση των ελέγχων και η μετατόπιση της τρομοκρατίας

Τώρα το κρίσιμο σημείο, στο επίπεδο της μεγάλης στρατηγικής, βρίσκεται λιγότερο στις παρούσες ανθρώπινες και υλικές δαπάνες της διεθνούς τρομοκρατίας και περισσότερο στις πιθανές εξελίξεις της, οι οποίες είναι οι ίδιες με εκείνες που περιγράφονται για την περίπτωση των ανταρτών. Τα πιθανά αυτά αποτελέσματα περιγράφονται ως "χάσιμο του ελέγχου" και "μετατόπιση". Σε αυτά πρέπει να προστίθενται και τα πιο μακροπρόθεσμα έμμεσα αποτελέσματα.
Το χάσιμο του ελέγχου της τρομοκρατίας σχετίζεται με την ιδιωτικοποίησή της, τις συνδέσεις της με τις εγκληματικές οργανώσεις και, κυρίως σε τοπικό επίπεδο, την επέκτασή της ως πρακτική στις εγκληματικές οργανώσεις.
Αυτά τα τρία σχετικά νέα χαρακτηριστικά δημιουργούν ένα άμεσο πρόβλημα στα κράτη από την άποψη της διάχυσης της δύναμης, και μια ειδική περίπτωση είναι η κατοχή των όπλων μαζικής καταστροφής (WMD).
Η ιδιωτικοποίηση της τρομοκρατίας συνοψίζεται από τον εκατομμυριούχο Osama Ben Laden. Στο παρελθόν ο Ben Laden είχε συνεργαστεί ενεργά με την CIA στο Αφγανιστάν, αλλά άλλαξε τον προσανατολισμό του μετά από την άφιξη στη Σαουδική Αραβία των αμερικανικών στρατευμάτων. Η περιουσία του των 300 εκατομμυρίων $ έχει χρησιμοποιηθεί για να δημιουργηθούν διάφορα στρατόπεδα "εκπαίδευσης τρομοκρατών" στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν, την Υεμένη και την Σομαλία, και είναι ύποπτος για την κατοχή και την επίθεση με βόμβες στο Dhahran την 25η Ιουνίου του 1996.
Λιγότερο θεαματικό αλλά όχι λιγότερο σημαντικό είναι το δίκτυο των ιδιωτικών ή θρησκευτικών φιλανθρωπιών που είναι σε θέση να υποστηρίζουν τα χαμηλού κόστους τρομοκρατικά δίκτυα, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να αποδεχθούν την κρατική υποστήριξη χωρίς όμως να εξαρτώνται από αυτή.

7.2 Η θεσμική συζήτηση

Η πρόσφατη συζήτηση για την τρομοκρατία έχει πολωθεί μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης στο ζήτημα των "απατεώνων ή αχρείων" κρατών. Για να γίνει κατανοητή η βασική πηγή της διαφωνίας, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε την επίσημη θέση των ΗΠΑ στο θέμα της αντί -τρομοκρατίας:
"Οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν ότι η εφαρμογή μιας συνεπούς αντί-τρομοκρατικής πολιτικής είναι ο καλύτερος τρόπος για να μειωθεί η παγκόσμια τρομοκρατική απειλή. Η αμερικανική πολιτική ακολουθεί τρεις γενικούς κανόνες:
" Κατ' αρχάς, κανείς δεν επισυνάπτει συμφωνίες με τους τρομοκράτες ή κανείς δεν ενδίδει στον εκβιασμό. Έχει αποδειχθεί κατά τη διάρκεια των ετών, ότι αυτή η πολιτική λειτουργεί.
" Δεύτερον, αντιμετώπισε τους τρομοκράτες ως εγκληματίες, ακολούθησε επιθετική τακτική, και εφάρμοσε τον κανόνα του νόμου.
" Τρίτον, άσκησε την μέγιστη πίεση στα κράτη που υποστηρίζουν τους τρομοκράτες με την επιβολή οικονομικών, διπλωματικών, και πολιτικών κυρώσεων".
Αυτή η συνεπής αλλά εντούτοις μονομερής και μονολιθική θέση διαμορφώνει την ηγεμονική κατεύθυνση της αντι-τρομοκρατικής πολιτικής των περισσότερων δυτικών χωρών, όπως αποτυπώνεται και στην ψήφιση "αντιτρομοκρατικών νόμων" σε χώρες της ΕΕ. Εντούτοις, η πολιτική κατεύθυνση που σκιαγραφεί το τρίτο σημειο είναι για διαφορετικούς λόγους (οικονομικούς και γεωπολιτικούς) διαφοροποιημένη στους βασικούς ευρωπαίους και άραβες συμμάχους των ΗΠΑ. Κάθε φορά που υπάρχει ένοπλη επίθεση (κυρίως κατά αμάχων) στη Μέση Ανατολή ξαναέρχεται στην επιφάνεια η αξιολόγηση της τρομοκρατίας και το ερώτημα πώς πρέπει να μεταχειριστεί κανείς το πρόβλημα.
Μετά από το μπαράζ των επιθέσεων αυτοκτονίας που πραγματοποιήθηκαν τον Μάρτιο του 1996 από την Hamas εναντίον ισραηλινών πολιτών, μια επείγουσα σύνοδος κορυφής οργανώθηκε στο Sharm el-Sheikh (στις 13 Μαρτίου του 1996) προκειμένου να "σωθεί" η διαδικασία ειρήνης. Την παραμονή της συνόδου κορυφής, οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλησαν η αντί-τρομοκρατία να είναι το μόνο σημείο στην ημερήσια διάταξη. Οι βασικές λειτουργικές προτάσεις στράφηκαν γύρω από τη διανομή των πληροφοριών και την προσπάθεια να περιοριστούν οι χρηματοδοτήσεις προς τις τρομοκρατικές οργανώσεις καθώς και οι στρατολογήσεις οπαδών σε αυτές.
Η Γαλλία πρότεινε άντ' αυτού έναν ισορροπημένο κατάλογο αντικειμένων συζήτησης (π.χ., να αρθούν οι περιορισμοί που επιβάλλονται στους Παλαιστίνιους μετά από τις επιθέσεις αυτοκτονίας, και να επιτραπεί στην Ευρώπη να δώσει την οικονομική ενίσχυσή της στους Παλαιστίνιους). Η Αίγυπτος, η Ιορδανία και η Παλαιστινιακή αρχή υποστήριξαν τη γαλλική θέση.
Στο παρασκήνιο, η πολεμική μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης στο ζήτημα του διαλόγου συνεχίστηκε. Αφ' ενός, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν τη χρήση των οικονομικών κυρώσεων ενάντια στα κράτη "απατεώνες" και επίσης ζήτησαν την απομόνωση αυτών των χωρών. Αφ' ετέρου, οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν ότι ένας μόνιμος δίαυλος διαλόγου, τέτοιος που να επισημαίνει συστηματικά τις παραβιάσεις των διεθνών κανόνων, θα βοηθούσε μακροπρόθεσμα στο να απομονωθούν τα εξτρεμιστικά στοιχεία σε αυτές τις κυβερνήσεις "απατεώνων". Στην σύνοδο κορυφής του Sharm el-Sheikh, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν ότι δεν όφειλαν να προσκομίσουν συγκεκριμένες αποδείξεις ότι η Τεχεράνη στήριζε την τρομοκρατία, επειδή η ενθάρρυνση, η χρηματοδότηση και η εκπαίδευση των τρομοκρατών από αυτήν την χώρα έπρεπε να θεωρηθεί ότι έχει ήδη αποδειχθεί. Οι γάλλοι διπλωμάτες επισήμαναν ότι η Συρία, παρά το ότι ισχύουν και για αυτήν τα ίδια συμπεράσματα, παραμένει στο απυρόβλητο επειδή είναι χρήσιμη στη διαδικασία ειρήνης της Μέσης Ανατολής.
Ουσιαστικά οι ίδιες αποκλίσεις εμφανίστηκαν και στην ακόλουθη διάσκεψη για την τρομοκρατία, στην Ουάσιγκτον στις 28-29 Μαρτίου του 1996. Πάλι οι Ηνωμένες Πολιτείες θεώρησαν ότι η τρομοκρατία πρέπει να είναι προοίμιο στη συγκεκριμένη υπουργική διάσκεψη, ενώ οι χώρες της ΕΕ υποστήριξαν ότι επρόκειτο για μια συνεδρίαση που αφορούσε ολόκληρη τη διαδικασία ειρήνης της Μέσης Ανατολής, συμπεριλαμβανομένης και της τρομοκρατίας.
Οι δύο πλευρές πρόβαλαν και πάλι αντιτιθέμενα ορίσματα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν ότι η Τεχεράνη χρηματοδότησε τις τρομοκρατικές ομάδες που ήταν εχθρικές στη διαδικασία ειρήνης και που είχαν πραγματοποιήσει ακόμα και αποστολές εκρηκτικών υλών στην Ευρώπη. Οι κυβερνήσεις της ΕΕ απάντησαν ότι η νομοθεσία των ΗΠΑ και του ΗΒ επέτρεψε τη χρηματοδότηση των ισλαμικών δικτύων σχεδόν ελεύθερα και ότι, παρά τις υποχρεώσεις για το αντίθετο, η Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ δεν έλεγξαν τη χρηματοδότηση των διεθνών τρομοκρατικών ομάδων από τα εδάφη τους. Τα στοιχεία για την αμερικανική υποστήριξη στις τρομοκρατικές εκστρατείες από την ιρακινή αντιπολίτευση και τις έμμεσες εμπορικές σχέσεις μεταξύ του Ιράν και των αμερικανικών επιχειρήσεων ήταν πρόσθετα θέματα αντιπαράθεσης.
Οι αξιολογήσεις διέφεραν, επίσης, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο εξελισσόταν η διεθνής τρομοκρατία στη Μ. Ανατολή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θεώρησαν ότι η τρομοκρατία ήταν πλήρως πειθαρχημένη και καθοδηγημένη από την Τεχεράνη, ενώ οι άλλες χώρες παρατήρησαν ότι η πραγματικότητα ήταν πιο σύνθετη και αόριστη, και ότι ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία που να αποδείκνυαν τη συμμετοχή του Ιράν δεν υπήρχαν πλέον.
Μόνο τρεις μήνες μετά, η σύνοδος κορυφής των G7- P8 στη Λυών, στις 29 Ιουνίου του 1996 κατέληξε σε κάποια συμφωνία μεταξύ των δυτικών συμμάχων. Εντούτοις, προέκυψε εκ νέου ένα στοιχείο αντιπαράθεσης αναφορικά με το επιθυμητό αντιτρομοκρατικό μέτωπο, όταν υιοθετήθηκαν από το αμερικανικό Κογκρέσο, τον Μάιο του 1996, δύο νομοσχέδια (Helms-Burton & D'Amato-Kennedy) που επέκτειναν εδαφικά την αμερικανική νομοθεσία ενάντια στις επιχειρήσεις που κάνουν εμπόριο με την Κούβα, με την Λιβύη και με το Ιράν. Αυτές οι εταιρίες θα παρουσιάζονταν στα αμερικανικά δικαστήρια και θα δικάζονταν για την παραβίαση αυτής της νέας νομοθεσίας.
Η κίνηση αυτή, επικρίθηκε έντονα από τις χώρες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, μέσω δημόσιων δηλώσεων. Μετά από τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές της 6ης Νοεμβρίου του1996 τα δύο νομοσχέδια δεν επικυρώθηκαν. Συνεχίζουν να δημιουργούν ένα πρόβλημα για το διεθνές δίκαιο επειδή ο καθορισμός των κρατών "απατεώνων" είναι ουσιαστικά μονομερής και αυθαίρετος. Οι οικονομικές επιπτώσεις τους είναι μια πηγή σημαντικής τριβής μεταξύ των δυτικών συμμάχων, και θα είναι ένας πιθανός φραγμός στις υπερατλαντικές σχέσεις.

Συμπερασματικά. ..

Οι "νέοι" διεθνείς κίνδυνοι καθιστούν την έννοια της στρατηγικής για την ασφάλεια των δυτικοευρωπαϊκών κρατών αρκετά προβληματική. Ενώ και κατά την διάρκεια της εποχής του Ψυχρού Πολέμου πολλοί από αυτούς τους κινδύνους ήταν παρόντες εντούτοις θέμα ασφάλειας δεν υπήρχε, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ένταση και την μορφή που θεωρείται ότι έχει στις ημέρες μας. Κάποιοι θεωρούν ότι αυτό πηγάζει από το γεγονός της κατάρρευσης του πρώην "υπαρκτού σοσιαλισμού". Όμως -- και σε αυτό θα συμφωνήσουμε με την άποψη της ΔΕΕ και του Politi -- αυτή η αιτίαση δεν είναι ικανοποιητική. Είναι βέβαιο ότι τα σύνορα των κρατών του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας "κρατούσαν" τους πολίτες τους "εντός". Το "άνοιγμα" αυτών των συνόρων, για κάποιους, σε συνδυασμό με την κατάρρευση των κρατικών δομών σε πολλές από αυτές τις χώρες αποτελεί και τη βασική αιτία που "μεταφέρονται" αυτοί οι κίνδυνοι στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών έτσι ώστε να θεωρείται ότι απειλείται η ασφάλεια των κοινωνιών αυτών. Όμως, όπως γράφει και ο Guido Lenzi "oι όροι της κοινωνικής σύμβασης μεταξύ του πολίτη και του κράτους έχουν αλλάξει, καθώς τα διεθνικά φαινόμενα πολλαπλασιάζονται".
Η "μερική κρίση" του δυτικοευρωπαϊκού κράτους επέφερε την αλλαγή στη σχέση της σύμβασης μεταξύ του πολίτη και του κράτους την οποία και διαπιστώνει ο Lenzi. Αυτή η αποδυνάμωση της έννοιας του πολίτη έθεσε και θέτει ένα σοβαρό πρόβλημα που έχει να κάνει με την "εθνική-λαϊκή κυριαρχία" του ίδιου του κράτους - έθνους. Οι "νέοι" κίνδυνοι οριοθετούνται στο έδαφος της "μερικής κρίσης" του σύγχρονου δυτικού καπιταλιστικού κράτους και μεγεθύνουν και επιταχύνουν το "πρόβλημα της ασφάλειας". Η κατάρρευση των κρατικών δομών σε μια σειρά χώρες του λεγόμενου "δεύτερου" και "τρίτου" κόσμου σαφώς και έπαιξε το ρόλο της στην δημιουργία αυτής της κατάστασης, μα η κύρια αιτία είναι η "νέο-φιλελευθεροποίηση" του δυτικού κράτους. Είναι βέβαιο ότι όσο αυτή η διαδικασία συνεχίζεται τόσο περισσότερο το κράτος θα βιώνει ότι οι απειλές γίνονται οξύτερες.
Ήδη μια μεγάλη συζήτηση έχει ξεκινήσει σε όλες τις χώρες της Δύσης για την αντιμετώπιση των "νέων κινδύνων". Η λεγόμενη "στρατιωτικοποίηση" της Ε.Ε, η δημιουργία της Euro-police, οι διάφοροι αντιτρομοκρατικοί νόμοι είναι μέτρα που προτείνονται για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Όμως, τα πράγματα δεν είναι απλά. Το δυνάμωμα των κατασταλτικών μηχανισμών δεν είναι επαρκής λύση για τους διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας, κι αυτό για δύο λόγους:
Πρώτον, διότι η τάση σε αυτή τη συγκυρία είναι η γενική, για όλες τις χώρες της δυτικής Ευρώπης και όχι μόνο, μείωση των κονδυλίων για την άμυνα.. Τα κατασταλτικά μέτρα κοστίζουν και από την άλλη οι "μισθοφορικοί στρατοί" δεν έχουν ακόμα αναγνωρισθεί από τη διεθνή κοινότητα και δεν είναι καθόλου εύκολο να νομιμοποιηθούν από το κοινωνικό σώμα και να χρησιμοποιηθούν από μέρους των κρατών -- ακόμα και αν αναγνωρισθούν -- προκειμένου να εδραιώσουν την "ασφάλεια των πολιτών" απέναντι στους εντεινόμενους "νέους" κινδύνους.
Δεύτερον, η εξασθένιση της έννοιας του πολίτη και η μετατροπή του σε ιδιώτη καταναλωτή τον ωθεί στο να προσπαθεί να αντιμετωπίσει τους διαφόρους κινδύνους χρησιμοποιώντας περισσότερο "ιδιωτικά" μέσα παρά "δημόσια". Από την άλλη μεριά, τα αντιτρομοκρατικά μέτρα έρχονται σε αντίθεση με το φιλελεύθερο δόγμα των "ανθρωπίνων δικαιωμάτων" και είναι αρκετά δύσκολο να εφαρμοστούν και να έχουν την αποτελεσματικότητα που επιδιώκουν οι εμπνευστές τους όταν αφορούν πολίτες που συναινούν όλο και λιγότερο στην ιδέα του "κοινού συμφέροντος".
Έτσι, δεν νομίζουμε ότι τα συμπτώματα εκείνα της "μικρής κρίσης" του κράτους που γίνονται αντιληπτά ως "πρόβλημα ασφάλειας του δυτικοευρωπαϊκού κράτους" μπορεί να αντιμετωπιστούν επιτυχώς με τον τρόπο που το θέτει ο Politi στην εισήγηση του: "Η στρατιωτική υποστήριξη στην επιβολή νόμου είναι ένα ζήτημα που εμπίπτει φυσικά στο πλαίσιο λειτουργίας της ΕΕ, και πράγματι η ΕΕ έχει αρχίσει ήδη να αντιμετωπίζει το πρόβλημα. Αυτό που απαιτείται τώρα είναι μια σαφής λειτουργική σχέση μεταξύ της ΔΕΕ και της ΕΕ". Ο νεοφιλελευθερισμός είναι η αιτία ενώ το "πρόβλημα της ασφάλειας" είναι απλά μια από της συνέπειες της εφαρμογής του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ad Hoc Group on Organized Crime (1993), "Report on the situation of organized
crime in the EU".
Allam Magdi (27 June 1996), "Il miliardario di Allah e l'esercito del terrorismo", La
Repubblica.
Atlas Mondial des Drogues (1996), Paris: PUF.
Barcott Rye (Φεβρουάριος 2000), "Οι υπερεθνικές απειλές: Συνδυάζοντας τις
στρατηγικές των υπηρεσιών προώθησης του νόμου και των στρατιωτικών
υπηρεσιών", Σύνοψη Διάσκεψης, Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας, Chapel Hill. (Ελληνική μετάφραση στον δικτυακό τόπο http://users.hol.gr/~joakim/geopolique.htm).
Beres Louis Rene, (July - September 1995): "The meaning of terrorism for the
military commander", Comparative Strategy vol. 14, no. 3, Basingstoke: Taylor & Francis, 1995.
CHEAR (September 1995), "Defense et securite a l' horizon 2000, Nouveaux defis,
nouveaux moyens", CRR no. 12, Paris.
Cockburn Patrick (27 March 1996), "US anti-terror forum poised to miss target", The
Independent.
Dupuis Marie - Christine (1996), Stupefiants, prix, profits, Paris: PUF.
Euro-Mediterranean Conference (28 Νοεμβρίου 1995), "Terrorism, Drug trafficking,
Οrganized Crime".
Fidler Stephen and Burns Jimmy (26 June 1997), "Illicit drugs trade is put at $400
bn", Financial Times.
Flory Denis, "Crime organise transnational: le trafic illicite de matieres nucleaires', in
Marcel Leclerc (ed.). La criminalite organisee, La Documentation Francaise, 1996, Paris, pp. 83-9, 96-7.
Fuller Jim (July 1996), "Global cooperation vital in addressing drug concerns", σε:
Global Issues, vol. 1, no. 7.
Gallet Bertrand (1995), "La grande criminalite organissee, facteur de destabilisation
mondiale?", Relations internationales et strategies, Grande criminalite organisee: desous et enjeux, no. 20
Garcon Jose and Perrin Jean-Pierre (27 March 1996), "Terrorisme: desaccord franco-
americain", Liberation
Heinrich Andreas and Pleines Heicko (17 November 1995), "Russia's "nuclear flea
market" tempts smugglers", σε Transition.
Inciyan Erich (9-10 March 1997), "L'OICS constate le developpement du marche des
produits stimulants ", Le Monde.
Jalkh Antoine (February 1996), "L'"armee integriste internationale": mythe ou
realite?", Arabies.
Karp Aaron (Autumn 1995), "The demise of the Middle East arms race", The
Washington Quarterly, vol. 18, no. 4.
Labrousse Alain et Koutouzis Michel (1996), Geopolitique et Geostrategies des
Drogues, Paris: Economica.
Luttwak N. Edward (1987), Strategy, the logic of war and peace, Cambridge, MA:
Bellknap Press, Harvard University Press.
Martin Daniel (1997), La criminalite informatique, Paris: PUF.
Mason G John (1996), "Failing nations: what US response?", σε Great Decisions,
New York: American Foreign Policy Association.
Mouna Naim (24-25 March 1996), "Les Europeens veulent sauver le processus de
paix", Le Monde.
Odinzov Vladimiro (29January 1996), "Νel dopoguerra Droga e prostituzione
bosniaco", La Repubblica.
OSCE (December 1996), Lisbon Declaration on a common and comprehensive
security model for Europe for 21st century, Lisbon.
Politi Alessandro (1997), "European Security: The New Transnational Risks",
Chaillot Paper 29 October The Institute for Security Studies of Western European Union.
Potter C William.(*), "Before the deluge? Assessing the threat of nuclear leakage
from the post-Soviet states", Arms Control Today, 25
Rauffer Xavier (7 May 1996), "The new post-Cold War terrorist threats", Democracy
& Security.
Rensselaer Lee (May/June 1997), "Smuggling update", The Bulletin of the Atomic
Scientists.
Scherr Ed (July 1996), "Critical targets", USIA Electronic Journal, vol. 1, no 7.
US Department of State (April 1996), "Patterns of global terrorism:1995", Office of
the Coordinator for Counter-terrorism, Washington, (Ambassador Philip C. Wilcox, Jr, Coordinator for the counter- terrorism) .
US Department of State, Bureau for International Narcotics and Law Enforcement
Affairs (March 1997), International Narcotics Control Strategic Report (INCSR).
US Department of State (April 1996), "The year in review", σε Patterns of Global
Terrorism: 1995,, Office of the Coordinator for Counter-terrorism, Washington.
US Department of State (April 1998), "The year in review" in Patterns of Global
Terrorism: 1997, Office of the Coordinator for Counter-terrorism, Washington.
World Bank Atlas 1994.
World Economic Forum (4 February 1996), Davos.
Μάρκου Παναγιώτης, Μάρκου Κατερίνα, Αρναουτέλη Μαρία στο "Από τον 20ο στον
21ο αιώνα" στη διεύθυνση http://users.hol.gr/~joakim/geopolique.htm
Μάρκου Παναγιώτης, "Μοίρασμα των Ευθυνών" (Πίνακες και Διαγράμματα), στη
διεύθυνση http://users.hol.gr/~joakim/geopolique.htm
Μάρκου Παναγιώτης, Μάρκου Κατερίνα, Αρναουτέλη Μαρία "Σκέψεις για την
κρίση του κράτους στην χαραυγή του 21ου αιώνα", Θέσεις 75.
Μάρκου Παναγιώτης, Μάρκου Κατερίνα, Αρναουτέλη Μαρία, "Οι αλλαγές στην
έννοια της εθνικής κυριαρχίας στο σύγχρονο νεωτερικό κράτος", στη διεύθυνση http://users.hol.gr/~joakim/geopolique.htm
Μαυρομάτη Αντιγόνη και Μηλιός Γιάννης (1987), "Πολιτική εξουσία, δίκαιο και
κρατική καταστολή", Θέσεις 18, σσ. 5-18.
Πασουκάνις Εβγκένι (1977), Μαρξισμός και Δίκαιο, Αθήνα: Οδυσσέας.