16: ΟΙ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΥ
1. Όψεις «υπανάπτυξης»
Είχαμε λοιπόν την τύχη να βιώσουμε και πάλι μερικές όψεις της «υπανάπτυξης» του ελληνικού καπιταλισμού, όπως αυτές εκφράζονται από τον πλέον κομβικό των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους: τον εκπαιδευτικό μηχανισμό. Μια «υστέρηση» που εκδηλώνεται σε όλες τις βαθμίδες του και αφορά όλες τις κοινωνικές κατηγορίες που είναι αντικείμενο των χειρισμών του. Κάτι που διαχρονικά παράγει ιστορικά παράδοξα: ενώ η «υστέρηση» του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος αποτελεί μόνιμο στόχο των εκάστοτε πρωτοβουλιών «εκσυγχρονισμού» και βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του «ενδιαφέροντος» των κυβερνητικών διαχειριστών, εντούτοις ουδείς κατόρθωσε να προβλέψει ότι η «υστέρηση» αυτή θα προκαλούσε κατά τη φετινή εκπαιδευτική χρονιά τόσα θερμά επεισόδια. Και μάλιστα αξιοποιώντας ένα πρωτογενές «υλικό» που φαινόταν εξαιρετικά βολεμένο.
· Η απεργία των δασκάλων κράτησε πολύ περισσότερο από μια τυπική μάχη για «την τιμή των όπλων», ενώ συνεχίστηκε ακόμη και όταν στέρεψε και η τελευταία ελπίδα νίκης.
· Η αναθεώρηση του συντάγματος για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια από μια βοναπαρτικού τύπου άνωθεν «πεφωτισμένη κίνηση εκσυγχρονισμού» του ηγετικού ΠΑΣΟΚ εξελίχθηκε εντελώς απρόσμενα σε μια άτακτη υποχώρηση, που επιβλήθηκε χωρίς όρους από τη μαζική αμφισβήτηση.
· Η συνολική ρυθμιστική παρέμβαση με τον νέο νόμο-πλαίσιο μοιάζει πια με κινηματογραφικό σκηνικό πόλης που σχεδιάζεται αρχικά για να υποδεχθεί χιλιάδες κομπάρσους και στρατιά ηθοποιών για να καταλήξει τελικά σε πενιχρή θεατρική σκηνογραφία δωματίου και ψηφιακά εφέ που προβάλλουν μια εικονική πραγματικότητα.
Για κάποιο λόγο, που έως σήμερα διαφεύγει των χειρισμών των κυβερνητικών αξιωματούχων αλλά και δεν υπακούει στα ερμηνευτικά σχήματα των επαγγελματιών ιδεολόγων των κυβερνητικών προθαλάμων, αυτή η «υστέρηση» του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος είναι πηγή προβλημάτων για την κρατική εξουσία και ζωογόνα δύναμη για τις κοινωνικές αντιστάσεις. Η «υστερούσα» παιδεία αναδεικνύεται ως σχεδόν υπερσυγκυριακός αδύναμος κρίκος της εκάστοτε κυβερνητικής ρύθμισης.
2. Η αφλογιστία του «συνολικού»
Η «υστέρηση» του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, ως μόνιμο συνοδευτικό ιδεολόγημα, ανασύρεται από την πλευρά του άρχοντος συγκροτήματος όποτε η συγκυρία αναδεικνύει με ιδιαίτερη επιτακτικότητα την ανάγκη για κομβικές παρεμβάσεις στον εκπαιδευτικό ιδεολογικό μηχανισμό. Και η πρόσφατη ελληνική ιστορία προσφέρει σειρά από τέτοια παραδείγματα. Εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς ότι στο εσωτερικό αυτού του ιδεολογικού μηχανισμού κινούνται και συναρθρώνονται ανεξέλεγκτα αντιφάσεις που μεταφέρονται, σε μετασχηματισμένη μορφή, και στο εσωτερικό του άρχοντος συγκροτήματος.
Και όλες οι πρωτοβουλίες έχουν ως αφετηρία μια κοινή «διαπίστωση», την εκτίμηση ότι οι αντιστάσεις στο εσωτερικό των μηχανισμών είναι απονευρωμένες. Σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, το κίνημα που αντιπαλεύει την κυρίαρχη όψη των μηχανισμών έχει ηττηθεί και αδυνατεί να αντιπαρατεθεί έστω και παθητικά. Δίνεται λοιπόν τώρα η ευκαιρία, μαζί με τις σημερινές «αναγκαίες» ρυθμίσεις, να επιβληθεί και κάτι απ’ όσα είχαν καταστήσει ανενεργά οι συσχετισμοί του παρελθόντος.
Αυτά είναι τα συμφραζόμενα στα οποία κάθε φορά εγγράφεται μια σχεδόν συστηματική παλινωδία: αρχικά η δοκιμαστική προβολή των «αναγκαίων» τομών, στη συνέχεια η «ολοκλήρωσή» τους σε ένα συνολικό «οραματικό» πλαίσιο καθολικής ρύθμισης, ειρήνευσης και τιθάσευσης και, τέλος, η άτακτη υποχώρηση, όπου κάτι μερικό επιβάλλεται αποσπασματικά για να περιπέσει σε σύντομο χρονικό διάστημα στην αδράνεια. Και όλ’ αυτά κάτω από την πίεση ενός κινήματος που όλοι βιάστηκαν αρχικά να διαπομπεύσουν (τα παιδιά της Coca Cola, οι καριερίστες, οι τρόφιμοι του πνευματικού fast food κλπ.), για να δηλώσουν στη συνέχεια την πλήρη αδυναμία να το ερμηνεύσουν (υποκινείται από τα κόμματα [so what?], είναι δυνατόν οι νέοι να θέλουν «υποβαθμισμένα πτυχία», να υπονομεύουν το μέλλον τους; κλπ.) και να καταλήξουν στην άρνηση της ήττας που υπέστησαν διατυμπανίζοντας πειστήρια «νίκης» που τους απένειμαν ελλανοδίκες με «προοδευτικές περγαμηνές».
Ποιος δεν θυμάται την τύχη του πρώτου ηχηρού νόμου-πλαισίου για τα ΑΕΙ στη δεκαετία του ’70 και την αχρηστία στην οποία περιέπεσε αφού δόθηκαν μάχες για την ψήφισή του; Ποιος μπορεί να ξεχάσει τα μεγαλεπήβολα σχέδια Αρσένη και την τύχη που τους επιφύλαξε το «αδιανόητο» κίνημα των «συμβιβασμένων»; Ποιος μπορεί να καταγράψει το εξόχως ελλειμματικό ισοζύγιο των μεγαλόπνοων σχεδίων Ευθυμίου που τα προωθούσε με τον γνωστό αφ’ υψηλού τόνο, κατακεραυνώνοντας τους αντιπάλους του με την παροιμιώδη άνεση της δημοσιογραφικής του ημιμάθειας; Ποιος μπορεί να λησμονήσει την πομπώδη αναγγελία για «ριζική αναβάθμιση» των εκπαιδευτικών πραγμάτων από την τρέχουσα –αναλώσιμη και αυτή– υπουργό με τη συνοδεία του «ασυμβίβαστου» περί τα «μεταρρυθμιστικά» διορισμένου προέδρου ενός συμβουλίου χωρίς την παραμικρή νομιμοποίηση; Ποιος θα θυμάται αύριο την τύχη που θα έχει στη συνέχεια και την άδοξη κατάληξη ενός μαδημένου –πλην, όμως, διαυγούς ως προς τους στόχους του– νέου νόμου-πλαισίου; Ποιος θα ξεχάσει, τέλος, την τύχη μιας συνταγματικής αναθεώρησης με αντικείμενο την και τυπική επέκταση της κυριαρχίας του «ιδιωτικού τομέα» στην παιδεία, η οποία παρά τη συντριπτική κοινοβουλευτική στήριξή της οδηγείται πρακτικά στις ελληνικές καλένδες;
3. Μακρά κύματα
Στην τελευταία τριακονταετία, για να μην επεκταθούμε σε παλαιότερες καταστάσεις υπό εντελώς διαφορετικό συσχετισμό δυνάμεων στη συγκυρία, διαπιστώνουμε μια φαινομενολογία πολιτικών μακρών κυμάτων που υπακούουν στη μορφολογία ενός σχετικά απλού μη γραμμικού συστήματος: δεν υπάρχει αναλογική σχέση αιτίου-αποτελέσματος αλλά ισχυροί μηχανισμοί ανάδρασης που σχεδόν πάντα αναιρούν τον επιδιωκόμενο στόχο. Η εκτιμώμενη αδυναμία αντίδρασης των κυριαρχούμενων «προκαλεί» την απόπειρα «συνολικής επίλυσης» του επίδικου αντικειμένου, κάτι σαν την «τελική λύση» που ανεπιτυχώς επιδίωξε να πετύχει ο γνωστός Γερμανός «αποκλίνων δημοκράτης». Πλην, όμως, η αντίδραση που υποτιμήθηκε ανατρέπει τους σχεδιασμούς με αποτέλεσμα την εύσχημη ή απροκάλυπτη υποχώρηση. Έως την επόμενη «ευκαιρία» για τη νέα «τελική λύση», για της οποίας την «επικαιρότητα» θα έχει πειστεί όπως πάντα το άρχον συγκρότημα.
Και σε αυτή την ιστορική κυματοειδή συνάρτηση υπάρχουν ενδιαφέροντα σημεία για παρατήρηση και άντληση συμπερασμάτων:
-Ποιοι αποτελούν το «πρώτον κινούν» για τις νέες προσπάθειες;
-Ποιοι συστρατεύονται για την υλοποίηση αυτών των μεγαλόπνοων στόχων;
-Ποιες συμμαχίες διαμορφώνονται, με βάση ποιο σκεπτικό και τι στόχους, και ποιες πολιτικές μετατοπίσεις σηματοδοτούν;
-Ποια είναι τα κίνητρα των τελευταίων;
-Ποιο είναι το κόκκινο νήμα των κρατικών πρωτοβουλιών και των στόχων που αυτές καλούνται να υλοποιήσουν;
Υπάρχει τελικά κάτι πέρα από αυτό που φαίνεται να προκύπτει – και τα «μακρά κύματα» εικονογραφούν – ότι δηλαδή ο κυρίαρχος των γενικών συσχετισμών δύναμης αδυνατεί να επιβάλει σε τελική ανάλυση, στο χώρο της εκπαίδευσης, το επίδικο αντικείμενο της κυριαρχίας του;
4. Η πρωτοκαθεδρία του ανταγωνισμού
Η φαινομενολογία της αδυναμίας του άρχοντος συγκροτήματος να επιβάλει τους συγκεκριμένους όρους λειτουργίας του εκπαιδευτικού ιδεολογικού μηχανισμού είναι υπαρκτή και πραγματική. Τα «μακρά κύματα» εικονογραφούν την παλινωδία μιας απόπειρας που δεν τελεσφορεί και υποχωρεί για να ανακάμψει σε νέα ευνοϊκότερη συγκυρία. Αδυναμία και υποχώρηση, ανάκαμψη και εμμονή για τελική ευόδωση του εγχειρήματος.
Είναι, όμως, η ιστορία των συγκρούσεων περί τα εκπαιδευτικά και των επαναληπτικών προσπαθειών για την «αδύνατη» ρύθμιση η ιστορία διαδοχικών – έστω και μερικών – αποτυχιών; Εικονογραφεί την έστω και μερική αδυναμία του κυρίαρχου κρατικού λόγου να επιβάλει την εξουσία του σε μια συστοιχία κοινωνικών κατηγοριών; Είναι η «αχίλλειος πτέρνα» του, που τον εξαναγκάζει σε καταστροφική ισορροπία;
Ένας παρόμοιος ισχυρισμός φαντάζει εξαιρετικά αφελής και προσκολλημένος στην προφάνεια του κοινού νου, μιας και εύκολα διαπιστώνουμε ότι προσκρούει και στα αντικειμενικά δεδομένα που συνθέτουν τη συνολική εικόνα της συγκυρίας. Γιατί κάθε (προσωρινά) τελική έκβαση μετά από έναν κύκλο αναμέτρησης και μερικής υποχώρησης αφήνει ένα «κατάλοιπο»: κάτι που ενώ δεν αποτυπώνεται στην πρώτη «ανάγνωση», εντούτοις δύσκολα παραβλέπεται, διότι αφήνει σημαντικά ίχνη στη συγκυρία. Ένα «κατάλοιπο» που δεν λειτουργεί απλώς ως κεκτημένο στη σύγκρουση δυο αντιπάλων, μια καλύτερη θέση του ενός στην αναμέτρηση με τον άλλο, αλλά ως μια συνολική μετατόπιση του πεδίου μάχης σε χώρο όπου πλεονεκτεί συντριπτικά το μπλοκ εξουσίας. Μια μετατόπιση της σύγκρουσης που αντίστοιχα διαμορφώνει για τους «από κάτω» δυσμενέστερους όρους για την επόμενη αναμέτρηση, η οποία αναπόφευκτα θα έρθει. Η μετατόπιση συντελείται σε ένα πεδίο που ορίζεται, διαμορφώνεται και κυριαρχείται από τον πυρήνα των σχέσεων αστικής κυριαρχίας στις σύγχρονες κοινωνίες: τον ανταγωνισμό ως καταστατικό στοιχείο του τρόπου παραγωγής και της συγκρότησης των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών.
Κάθε αναμέτρηση, έστω και προσωρινά νικηφόρα για τις δυνάμεις των κοινωνικών αντιστάσεων, η οποία δεν ανατρέπει ριζικά τους συσχετισμούς στον χώρο του εκπαιδευτικού ιδεολογικού μηχανισμού, συνεισφέρει άθελά της στην πορεία εγκαθίδρυσης και επικράτησης των σχέσεων που απορρέουν από το πρότυπο του ανταγωνισμού, την αντιφατική λειτουργία των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών και τις σχέσεις κυριαρχίας-υποταγής που εκπορεύονται από αυτές.
Η πορεία των κινητοποιήσεων από τον πρώτο νόμο-πλαίσιο της δεκαετίας του ’70 έως το άρθρο 16 και τον νόμο-πλαίσιο του 2007 αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Από την πρώτη μαζική αμφισβήτηση του ρόλου που παίζει η εκπαίδευση για την αναπαραγωγή των ιεραρχικών σχέσεων και του καταμερισμού εργασίας που χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό και τη μάχη κατά της εντατικοποίησης και για διαφορετικά περιεχόμενα των σπουδών στη μεταπολιτευτική συγκυρία, οδηγηθήκαμε στη σημερινή σύγκρουση σε ένα περιβάλλον όπου ο (καπιταλιστικός) ανταγωνισμός είναι δεδομένος και κοινωνικά αποδεκτός: έχει ξεπεράσει το στενό πλαίσιο του εξεταστικού συστήματος και διαχέεται σε όλο τον εκπαιδευτικό ιστό. Ενώ στη δεκαετία του 1970 ακόμα και τα κοινοβουλευτικά κόμματα της «αλλαγής» διακήρυσσαν την αναγκαιότητα για μια ριζικά διαφορετική παιδεία στο πλαίσιο μιας ριζικά διαφορετικής κοινωνίας, σήμερα οι όροι της σύγκρουσης δεν επιτρέπουν στο κίνημα για τη διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα των ΑΕΙ να θέσει στο στόχαστρό του τη θέση ότι η πανεπιστημιακή παιδεία είναι το ατομικό εφόδιο για τον μελλοντικό σκληρό ανταγωνισμό που θα αφορά μια «θέση» στην «παγκοσμιοποιημένη» «αγορά εργασίας». Σήμερα το περιβάλλον των ΑΕΙ εμφανίζεται ως το εκκολαπτήριο του μελλοντικού ανταγωνισμού μεταξύ κατόχων «ατομικών δεξιοτήτων» και εφοδίων, από τους οποίους, ως άθροισμα, υποτίθεται ότι διαμορφώνεται όχι μόνο η αγορά εργασίας αλλά και ολόκληρη η κοινωνία:
· η «ποιότητα των σπουδών», την οποία πρέπει να εξασφαλίζει το (δημόσιο) Πανεπιστήμιο, εμφανίζεται ως μέσο για την ενδυνάμωση των πτυχίων στον διεθνή και ενδοευρωπαϊκό ανταγωνισμό,
· ο ανταγωνισμός των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων θα είναι μέσο για την κατάληψη μιας προνομιακής θέσης στην ευρωπαϊκή εκπαιδευτική σκακιέρα και την αγορά, · ο ανταγωνισμός θα διεξάγεται μεταξύ ειδικοτήτων και γνωστικών αντικειμένων που βρίσκουν αντίκρισμα στην αγορά και εκείνων που φυτοζωούν, περίπου ως επιστημονικά αξιοπερίεργα, · η εξώθηση των διδασκόντων σε ανελέητο ανταγωνισμό για μετρημένα κονδύλια, θα αποτελεί μια επαγγελματική μάχη για την επιβίωση του καταλληλότερου και, τέλος, · ο ανταγωνισμός δημόσιου και ιδιωτικού θα «αναβαθμίσει» τη δημόσια εκπαίδευση δίνοντάς της το αντεστραμμένο ιδιωτικό της είδωλο απέναντι στο οποίο θα μετρηθεί.
Αξιοθαύμαστη σύμπνοια μεταξύ δυο ορκισμένων «εχθρών», όπου το δημόσιο αναδεικνύει την αναγκαιότητα του ιδιωτικού, κάπως σαν όψεις ενός νομίσματος.
5. Υφέρπων εκσυγχρονισμός
Η προηγούμενη κατάληξη δεν είναι τυχαία ούτε αποσπασματική επιδίωξη ενός πολιτικού συστήματος που υποσκάπτει συστηματικά τα θεμέλια στα οποία έχουν οικοδομηθεί οι κοινωνικές συμμαχίες του τελευταίου αιώνα. Είναι η λογική προέκταση της πρωτοκαθεδρίας των αγορών σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής.
Η ιδιωτική εκπαίδευση δεν εγκαθιδρύεται λοιπόν για να «πλουτίσουν τα μονοπώλια από το αίμα του ελληνικού λαού», όπως ισχυρίζονται οι σύγχρονοι «φίλοι του λαού». Η ιδιωτική ανώτατη παιδεία υποδηλώνει την πρωτοκαθεδρία ενός γενικευμένου ανταγωνισμού (μεταξύ των ατομικών κεφαλαίων αλλά και μεταξύ των μεμονωμένων μισθωτών ή επαγγελματιών, που δεν βιώνουν πλέον την ύπαρξή τους ως μέλη μιας τάξης, μιας επαγγελματικής ομάδας, μιας «κοινότητας συμφερόντων»), η οποία εξωτερικεύει και επισημοποιεί την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού μέσα στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς. Μεταφέρει στην κοινωνία την εικόνα των αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν κατά την τελευταία εικοσαετία με την de facto ιδιωτικοποίηση των δημόσιων ΑΕΙ.
Τη μετατροπή, δηλαδή, των πανεπιστημίων (και) σε «οιονεί επιχειρήσεις» χαμηλού εργασιακού κόστους με τη χρήση συχνά απλήρωτης ή υποαμειβόμενης εργασίας φοιτητών και μεταπτυχιακών ή άνεργων πτυχιούχων, στοχεύοντας έτσι και στη μετατροπή τους σε χώρους τιθάσευσης και συντήρησης του εφεδρικού στρατού, με την παράλληλη σχεδόν δωρεάν χρήση δημόσιων υποδομών.
Και όλ’ αυτά στο φόντο του «δημοκρατικού» νόμου-πλαισίου του ’82, ως η σιωπηρή –πλην όμως «αποτελεσματική» – απάντηση του αρχικά υφέρποντος και στη συνέχεια καλπάζοντος εκσυγχρονισμού στην αδυναμία της πολιτικής εξουσίας να επιβάλει θεσμικά την υιοθέτηση ενός «πειθαρχημένου» πλαισίου για την «αναβάθμιση» των σπουδών.
Και αν αναρωτιέται κανείς πώς γίνεται υπό τις συνθήκες αυτές να ηττάται ο εκσυγχρονισμός, που εγγράφει στο ενεργητικό του την πλήρη υποταγή των κοινωνικών σχέσεων στην εκπαίδευση στην πρωτοκαθεδρία του ανταγωνισμού της αγοράς, τότε η απάντηση μπορεί και να φαντάζει αφοπλιστικά απλή: η υποχώρηση ενός συμβολικά φορτισμένου σημαίνοντος γίνεται συχνά για να μπορέσει να αποκατασταθεί η κυριαρχία του σημαινόμενου, η οποία άλλως κινδυνεύει από τις ανεξέλεγκτες προεκτάσεις και αντιπαλότητες που το σημαίνον τροφοδοτεί.
Η «μεταρρύθμιση» είναι η συνέχιση του «εκσυγχρονισμού» με άλλα μέσα...
6. Η αναγκαία καταστολή
Η «μεταρρύθμιση» παίρνει λοιπόν τη σκυτάλη και ορίζει το πεδίο στο οποίο θα αναπτυχθεί η νέα επίθεση των κυβερνητικών διαχειριστών για να επιτευχθεί η τιθάσευση των κοινωνικών αντιστάσεων στον εκπαιδευτικό χώρο: εξατομίκευση και ανταγωνισμός. Πάνω στον παραδεδομένο καμβά της «υστέρησης» των ελληνικών πτυχίων, της ανάγκης εναρμόνισης των ελληνικών εκπαιδευτικών πραγμάτων με τις «ευρωπαϊκές εξελίξεις», της ανάγκης για «βαθιές τομές» εξυφαίνονται τα μοτίβα της επίθεσης: η «αυτονομία» των ΑΕΙ, ο ανταγωνισμός μεταξύ τους για τη χρηματοδότηση, η αξιολόγηση των «επιδόσεών» τους, η ιεράρχηση των πτυχίων τους, η στάθμιση της «ανταγωνιστικότητας» των ελληνικών τίτλων, η θητεία στο σχολείο της αγοράς ως κόκκινο νήμα της «ύλης» που πρέπει να διδάσκονται οι φοιτητές.
Το εγχείρημα αυτό δεν πραγματοποιείται όμως εν κενώ: συνεχίζει και ολοκληρώνει τη συνολική πορεία των τελευταίων δεκαετιών στην οποία το ελληνικό πανεπιστήμιο έχει μετατραπεί σε μια τεράστια «επιχείρηση», η οποία ασκεί τους φορείς της στην έμπρακτη θεραπεία της «αοράτου χειρός» της αγοράς. Ο περιορισμός της δημόσιας χρηματοδότησης, η αξιοποίηση κεφαλαίων από την ελληνική ή την ευρωπαϊκή αγορά, η εκμετάλλευση των κοινόχρηστων υποδομών για συγκαλυμμένη ή απροκάλυπτη επιχειρηματική δραστηριότητα, η θητεία στους μηχανισμούς υπεραξίωσης του κεφαλαίου είναι το νέο «εκπαιδευτικό» περιεχόμενο των ΑΕΙ.
Και δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η απογύμνωση της σχέσης του κεφαλαίου από κάθε κοινωφελή νομιμοποιητική διάσταση και οποιαδήποτε εκπαιδευτικά προσχήματα «μεταφέρει» τον χορό των κοινωνικών συγκρούσεων στο εσωτερικό των μηχανισμών χωρίς την «προστασία» του εκπαιδευτικού πέπλου. Ενώ όπου υπάρχει αντίσταση και σύγκρουση, οφείλει να είναι ορατή και πανταχού παρούσα η καταστολή. Η «αυτονομία» και η «ανταγωνιστικότητα» του πανεπιστήμιου οφείλουν να απαλλαγούν από την «ανορθογραφία» του ασύλου και να δεχθούν την πλήρη ένταξή τους στην «ελεύθερη κοινωνία της αγοράς», καταργώντας τα στεγανά από την καταστολή.
Για μια ακόμη φορά επιστρατεύονται όλα τα ιδεολογήματα του πυρήνα των αστικών σχέσεων –η προστασία της περιουσίας και της ζωής, με αυτή τη σειρά, ναι!– για να επιτευχθεί αυτό που ο μεταπολιτευτικός συσχετισμός δύναμης συστηματικά απέτρεπε έως σήμερα: η κατάργηση του ασύλου.
Τι κι αν η βία είναι πανταχού παρούσα στην κοινωνία, αν ξεσπάει κάθε βδομάδα στα γήπεδα ή στις καθημερινές συμπλοκές των οπαδών. Ο δημόσιος χώρος είναι χώρος όπου σε τελική ανάλυση επιβάλλεται η δημόσια βία – και το πανεπιστημιακό άσυλο φαίνεται να το αμφισβητεί.
Ενοχλεί η «κατάλυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας» από το άσυλο που βοηθά στη συνέχιση των κινητοποιήσεων!
Ενοχλεί η «κατάλυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας» από τους φοιτητές που συμμετέχουν στην ανάδειξη των πρυτανικών αρχών, λες και τα πανεπιστημιακά πράγματα είναι κάτι που αφορά τρίτους!
Ενώ η «ακαδημαϊκή ελευθερία» δεν καταλύεται από τη μετατροπή της διδασκαλίας και της έρευνας σε πάρεργο της πανεπιστημιακής καθημερινότητας!
Ενώ, πάλι, η «ακαδημαϊκή ελευθερία» δεν καταλύεται από τη στρατιά των καθηγητών που χρησιμοποιούν τον τίτλο τους απλώς και μόνο για την κατ’ ανάθεση κατάληψη δημόσιων θέσεων!
Μήπως θα ήταν καλύτερο να πραγματωθεί το ιδανικό της «διά βίου μαθήσεως» με τον εξοστρακισμό των φοιτητών από τα πανεπιστήμια και την απευθείας κατάρτισή τους στο χώρο εργασίας; Μια χαρά επαγγελματίες δεν ήταν οι μαθητευόμενοι στον Μεσαίωνα;
7. Τα όρια του ατομικού ανταγωνισμού...
Με δεδομένα τα προαναφερθέντα, τίθεται εύλογα το ερώτημα: Ήταν εύλογα και αναμενόμενα τα ρήγματα στο εσωτερικό της Αριστεράς; Είναι λογικό αυτό που η εξέγερση αποκάλυψε στον εκπαιδευτικό χώρο, τις διαχωριστικές γραμμές που διαπερνούν το εσωτερικό της αριστερής και προοδευτικής παράδοσης, ανοίγοντας μέτωπα που πρόσφατα έδειχναν να συγκαλύπτονται πίσω από την αντίθεση προς τους κυβερνητικούς χειρισμούς; Γιατί διαλύθηκαν χωρίς περιττές διαδικασίες ιστορικά μπλοκ και εξανεμίστηκαν εκλεκτικές συγγένειες που έστω και σιωπηρά εκλαμβάνονταν ως υπαρκτές;
Ποιο ήταν το κίνητρο και το ιστορικό διακύβευμα που ώθησαν ολόκληρα μπλοκ πανεπιστημιακών οι οποίοι θήτευσαν στις ιστορικές αναμετρήσεις σε προηγούμενες φάσεις της περί τα εκπαιδευτικά σύγκρουσης να προσυπογράψουν την πλέον απροκάλυπτη απόπειρα τιθάσευσης των δυνάμεων της κοινωνικής αντίστασης στον εκπαιδευτικό χώρο;
Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα δεν μπορούμε να αρκεστούμε στις γενικές πολιτικές και κοινωνικές μετατοπίσεις των τελευταίων δεκαετιών, όσο υπαρκτές και υλικές και αν είναι οι τελευταίες.
Δεν αρκεί να δεχθούμε το ανεπίκαιρο των παλιών ιστορικών συμμαχιών που ο χρόνος οδήγησε σε αχρηστία, αν και ουδείς το αμφισβητεί.
Δεν αρκεί, τέλος, να προβάλουμε τα μικρά και μεγάλα ίδια συμφέροντα που έχουν εν τω μεταξύ αναπτύξει οι φορείς τους, μολονότι και τούτο έχει την αξία του.
Ο πυρήνας των μετατοπίσεων και ο αποχρών λόγος των συμπεριφορών οφείλουν να αναζητηθούν σε μια απουσία και την ταυτόχρονη κάλυψη του κενού από τα διαθέσιμα ιδεολογήματα των καιρών: Στη βαθμιαία υποχώρηση του κοινωνικά και πολιτικά συλλογικού (του συνδικάτου, του κόμματος, του οράματος για μια διαφορετική κοινωνία) και την κατάληψη της θέσης του από διάφορες εκδοχές του ατομικού ωφελήματος. Η αποστράτευση από τις –ιστορικές και μη– συλλογικότητες αφήνει ανοιχτό τον δρόμο για τις φωνές του «ρεαλισμού» (που απορρέει από την «παγκοσμιοποίηση», τις «τεχνολογίες» και κυρίως τον ανταγωνισμό των ατομικών επιχειρήσεων και των ατομικών εργαζομένων στην αγορά), που εγκαλούν το άτομο ως υποκείμενο να υπερβεί τις καταβολές και τις ιστορικές αναφορές του. Και οι φωνές αυτές είναι τόσο περισσότερο «πραγματικές» όσο πλησιέστερα τοποθετούνται στον κοινωνικό ρεαλισμό, δηλαδή όσο περισσότερο εναρμονίζονται με τους υπάρχοντες συσχετισμούς δύναμης.
Διότι το μεμονωμένο άτομο μπορεί πραγματικά να «δημιουργήσει» όταν ιππεύει τα κύματα της κρατούσας κοινωνικής δυναμικής, των κυρίαρχων σχέσεων εξουσίας: Ως μάσκα του κεφαλαίου ή ως φορέας της λογικής των μηχανισμών το άτομο είναι πραγματικά «ελεύθερο» να μεγαλουργήσει!
8.. ..και το επίκαιρο του κομμουνισμού
Αλλά δεν υπάρχουν μόνο οι ιστορικές «αποδείξεις» της παντοδυναμίας των μηχανισμών. Η συγκυρία καταγράφει και άλλες ατομικές «ιστορίες», που ενταγμένες στις νέες συλλογικότητες κατορθώνουν να συνεισφέρουν την εμπειρία τους στη νέα κοινωνική δυναμική της αμφισβήτησης και τις εκφράσεις που αυτή προκρίνει.
Οι συμβολισμοί του παρελθόντος υποκαθίστανται από παραστάσεις του παρόντος, που όμως, και πάλι, καταφέρνουν να προβάλουν το εφικτό του μέλλοντος. Παραμένει έτσι ο πυρήνας μιας κοινωνικής δυναμικής που διεκδικεί την ορμητική είσοδό της στη σκηνή της συγκυρίας:
· ο δρόμος και η διαδήλωση, το συλλογικό, λειτουργούν ως αντίπαλο δέος της απομόνωσης, του δωματίου, του κοινωνικού κατακερματισμού, · η άμεση αυθεντική κοινωνική εμπειρία της σύγκρουσης εξοβελίζει τη διαμεσολαβημένη πραγματικότητα των εικόνων, · η συμμετοχή στην ιστορία υπερσκελίζει την αφηγηματική προβολή του «ένδοξου» παρελθόντος των διηγήσεων, · η άμεση συμμετοχή και η πρακτική δημοκρατία επισκιάζει την αντιπροσώπευση, · η τραχύτητα των αγώνων εξοστρακίζει το ναρκισσισμό των κειμένων, · η έστω και στρεβλή άρθρωση της συλλογικής τάσης του κομμουνισμού προβάλλει δίπλα στη λατρεία της ατομικής ανέλιξης και της ελευθερίας της αγοράς.
Και, πάνω απ’ όλα, μένει η συμμετοχή στην εξέγερση, που αποκτά τη δική της υπόσταση και σημασία, ως διαδικασία αλλαγής των συσχετισμών και της κοινωνίας, κι όχι ως μέσο για μελλοντικές αμοιβές και εξαργυρώσεις.
Αυτό που μετράει είναι η εμπειρία της ιστορίας, των συλλογικών εμπειριών στο εσωτερικό της, των εμπειριών που υπάρχουν ως ιστορικά ίχνη μόνο χάρη στη συλλογική εμπειρία και ιστορία και της ιστορίας που υπάρχει μόνο επειδή οι συλλογικότητες χάραξαν το ίχνος τους με αυτή και σε αυτήν εικονογραφώντας το ανυπόστατο!