Adam Smith

Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του Πλούτου των Εθνών (Βιβλία Ι & ΙΙ)

Μετάφραση Χρήστος Βαλλιάνος

Επιστημονική επιμέλεια - Εισαγωγή Γιάννης Μηλιός



«H λέξη ΑΞΙΑ έχει δύο διαφορετικές σημασίες και μερικές φορές εκφράζει τη χρησιμότητα κάποιου συγκεκριμένου αντικειμένου και κάποιες άλλες τη δυνατότητα αγοράς άλλων αγαθών την οποία επιτρέπει η κατοχή αυτού του αντικειμένου. Η πρώτη θα μπορούσε να ονομαστεί «αξία χρήσης», η δεύτερη «αξία ανταλλαγής». Πράγματα που έχουν τη μεγαλύτερη αξία χρήσης έχουν συχνά μικρή ή καμιά αξία ανταλλαγής, και αντιθέτως, αυτά που έχουν τη μεγαλύτερη αξία ανταλλαγής έχουν συχνά μικρή ή καμιά αξία χρήσης. Τίποτα δεν είναι πιο χρήσιμο απ' ό,τι το νερό: αλλά μ' αυτό ελάχιστα πράγματα μπορούμε να αγοράσουμε, με ελάχιστα πράγματα μπορούμε να το ανταλλάξουμε. Από την άλλη μεριά, ένα διαμάντι έχει ελάχιστη αξία χρήσης, ωστόσο, μπορούμε άνετα να το ανταλλάξουμε με μια μεγάλη ποσότητα άλλων αγαθών. Προκειμένου να διερευνήσουμε τις αρχές που ρυθμίζουν την ανταλλάξιμη αξία των εμπορευμάτων, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε,

Πρώτον, ποιο είναι το πραγματικό μέτρο αυτής της ανταλλάξιμης αξίας, ή, από τι αποτελείται η πραγματική τιμή όλων των εμπορευμάτων,

Δεύτερον, ποια είναι τα διάφορα μέρη που συνθέτουν αυτή την πραγματική τιμή.

Και τέλος, ποιες είναι πραγματικές περιστάσεις που μερικές φορές αυξάνουν ορισμένα τμήματα ή το σύνολο των ανωτέρω τμημάτων της τιμής, και μερικές φορές τα συμπιέζουν κάτω από το φυσικό ή κανονικό τους επίπεδο. Ή, ποιες είναι οι αιτίες που μερικές φορές εμποδίζουν τη σύμπτωση της αγοραίας τιμής, δηλαδή της πραγματικής τιμής των εμπορευμάτων, με αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε φυσική τους τιμή» (Adam Smith)

Adam Smith (1723-1790)

Ο Adam Smith γεννήθηκε το 1723 στη μικρή Σκωτική πόλη Kirkcaldy. Το 1751 εκλέχθηκε καθηγητής Ηθικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης, όπου διαδέχθηκε τον Francis Hutchison (1694-1747). Το 1759 εξέδωσε την πραγματεία The Theory of Moral Sentiments (Η θεωρία των ηθικών συναισθημάτων), που του απέφερε μεγάλη φήμη.

Ωστόσο, η γρήγορη ανάπτυξη των καπιταλιστικών (προβιομηχανικών) οικονομικών σχέσεων στην Αγγλία και τη Σκοτία, έστρεψε το ενδιαφέρον του (όπως άλλωστε και του φίλου του, διάσημου φιλοσόφου David Hume, 1711-76), από τις αρχές της δεκαετίας του 1760, στη μελέτη των οικονομικών προβλημάτων και της Πολιτικής Οικονομίας. Στη δεκαετία του 1740 είχε ήδη σχηματιστεί μια λέσχη Πολιτικής Οικονομίας στη Γλασκόβη, της οποίας ο Smith ήταν τακτικός επισκέπτης. Το 1764 παραιτήθηκε τελικά από την καθηγητική του έδρα, προκειμένου να αφιερωθεί στη μελέτη της Πολιτικής Οικονομίας. Ταξίδεψε στη Γαλλία, όπου, μεταξύ άλλων, συνάντησε και τον ηγέτη του θεωρητικού ρεύματος των «Οικονομολόγων», (που έμειναν γνωστοί ως Φυσιοκράτες), Francois Quesnay (1694-1774). Μετά την επιστροφή του στη Σκοτία, το 1766, απομονώθηκε στο Kirkcaldy, όπου και συνέγραψε το μεγάλο έργο του, An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations (την ανά χείρας Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών) , το οποίο εκδόθηκε το 1776. Από εκείνη τη στιγμή και εξής, η Πολιτική Οικονομία έπαψε να είναι μια συρραφή ξεχωριστών πραγματειών ή ένα παράρτημα της φιλοσοφίας και του φυσικού δικαίου και προέβαλε ως μια συστηματική και συνεκτικά αναπτυγμένη ανεξάρτητη θεωρητική περιοχή.

H τεράστια επιτυχία του βιβλίου αυτού οφείλεται από τη μια πλευρά σε θεωρητικούς λόγους, δηλαδή στην ποιότητα της θεωρητικής του γενίκευσης, και από την άλλη σε πολιτικούς λόγους, δηλαδή στο ότι χρησιμοποιεί τη θεωρητική ανάλυση για να υπερασπίσει τις ιδέες του ελεύθερου εμπορίου. Η διαμάχη γύρω από την κυρίαρχη την εποχή εκείνη μερκαντιλιστική πολιτική είχε οξυνθεί εξαιρετικά από μέσα του 18ου αιώνα Από τα πέντε βιβλία του Πλούτου των Εθνών μόνο τα πρώτα δύο είναι αφιερωμένα στην οικονομική θεωρία κατά κύριο λόγο, ενώ στα άλλα τρία επικρατούν κυρίως τα ζητήματα της οικονομικής πολιτικής, με ιδιαίτερη έμφαση στην πολεμική κατά του μερκαντιλισμού. Σήμερα, τα τμήματα αυτά του έργου του Smith έχουν κυρίως ιστορικό ενδιαφέρον. Αντίθετα, τα δύο πρώτα βιβλία (που περιέχονται στην ανά χείρας έκδοση) επρόκειτο να αποτελέσουν τη βάση για την όποια περαιτέρω ανάπτυξη της οικονομικής θεωρίας.

Μετά την έκδοση του Πλούτου των Εθνών ο Smith προσανατόλισε τις έρευνές του προς το Δίκαιο και την ιστορία της Λογοτεχνίας, αλλά έκαψε τα χειρόγραφά του λίγο πριν το θάνατό του, το 1790. Πρόλαβε να δει το μεγάλο έργο του να κάνει την 5η του έκδοση το 1789.

Περιεχόμενα

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤη (Η σμιθιανή θεωρία της αξίας και οι αντιφάσεις της)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟυ

I ΒΙΒΛΙΟ ι

Σχετικά με τα αίτια της βελτίωσης των παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας, και τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους το προϊόν της κατανέμεται φυσικά μεταξύ των διαφόρων τάξεων του λαού

I.i ΚΕΦΑΛΑΙΟ ι Σχετικά με τον καταμερισμό της εργασίας

I.ii ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ιι Σχετικά με την αρχή που προκαλεί τον καταμερισμό εργασίας

I.iii ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Σχετικά με το ότι ο καταμερισμός εργασίας περιορίζεται από την έκταση της αγοράς

I.iv ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV

Σχετικά με την προέλευση και τη χρήση του χρήματος

I.v ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Σχετικά με την πραγματική και την ονομαστική τιμή των εμπορευμάτων, ή την τιμή τους σε εργασία και την τιμή τους σε χρήμα

Ivi ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Σχετικά με τα συστατικά μέρη της τιμής των εμπορευμάτων

I.vii ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

Σχετικά με τη φυσική και την αγοραία τιμή των εμπορευμάτων

I.viii ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

Σχετικά με τους μισθούς της εργασίας

I.ix ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

I Σχετικά με τα κέρδη του κεφαλαίου

I.x ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ

I.x.a Σχετικά με τους μισθούς και το κέρδος στις διάφορες απασχολήσεις της εργασίας και

του κεφαλαίου

I.x.b Μέρος Ι. Ανισότητες που προκύπτουν από τη φύση των ίδιων των απασχολήσεων

I.x.c Μέρος ΙΙ. Ανισότητες που προκαλούνται από την πολιτική της Ευρώπης

I.xi ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙ

I.xi.a Σχετικά με την πρόσοδο της γης

I.xi.b Μέρος Ι. Σχετικά με τα προϊόντα της γης που επιτρέπουν πάντα την καταβολή

προσόδου

I.xi.c Μέρος ΙΙ. Σχετικά με τα προϊόντα της γης που άλλοτε επιτρέπουν και άλλοτε δεν

επιτρέπουν την πληρωμή προσόδου

I.xi.d Μέρος ΙΙΙ. Μεταβολές της αναλογίας μεταξύ των αντίστοιχων αξιών των προϊόντων

που επιτρέπουν πάντα την καταβολή προσόδου και εκείνων που άλλοτε επιτρέπουν και άλλοτε δεν επιτρέπουν την καταβολή προσόδου

Παρέκβαση σχετικά με τις μεταβολές της αξίας του αργύρου στη διάρκεια των

τεσσάρων τελευταίων αιώνων

I.xi.e Πρώτη περίοδος I.xi.f Δεύτερη περίοδος I.xi.g Τρίτη περίοδος

I.xi.h Μεταβολές της αναλογίας μεταξύ των αντίστοιχων τιμών χρυσού και αργύρου I.xi.i Η βάση της υποψίας ότι η αξία του αργύρου συνεχίζει να μειώνεται

I.xi.j Οι διαφορετικές συνέπειες της οικονομικής προόδου επί της πραγματικής τιμής τριών

διαφορετικών ειδών ακατέργαστων προϊόντων

I.xi.k Πρώτο είδος I.xi.l Δεύτερο είδος I.xi.m Τρίτο είδος

I.xi. n Συμπεράσματα της παρέκβασης σχετικά με τις μεταβολές της αξίας του αργύρου

I.xi.o Oι επιπτώσεις της οικονομικής προόδου επί των πραγματικών τιμών των

μανυφακτουρικών προϊόντων

I.xi.p Συμπεράσματα του κεφαλαίου

ΒΙΒΛΙΟ ΙΙ

Σχετικά με τη φύση, τη συσσώρευση και την απασχόληση του αποθέματος

ΙΙ. ΕΙΣΑΓΩΓη

ΙΙ.i ΚΕΦΑΛΑΙΟ ι Σχετικά με τους κλάδους στους οποίους κατανέμεται το απόθεμα

II.ii ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ιι Το χρήμα ως ιδιαίτερος κλάδος του γενικού αποθέματος της κοινωνίας ή περί των

δαπανών συντήρησης του εθνικού κεφαλαίου

II.iii ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Σχετικά με τη συσσώρευση κεφαλαίου, ή την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία

II.iv ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Σχετικά με το εντόκως δανειζόμενο απόθεμα

II.v KΕΦΑΛΑΙΟ V

Σχετικά με τη διαφορετική απασχόληση των κεφαλαίων

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤη

Η σμιθιανή θεωρία της αξίας και οι αντιφάσεις της

Ο Adam Smith θεωρείται από όλες τις σύγχρονες Σχολές οικονομικής θεωρίας ως ο «πατέρας» της Οικονομικής επιστήμης. Με άλλη διατύπωση, η Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του Πλούτου των Εθνών (ή συντομότερα ο Πλούτος των Εθνών) θεωρείται ως η καταστατική πράξη ίδρυσης της Πολιτικής Οικονομίας ως αυτοτελούς κλάδου θεωρητικής γνώσης.

Πραγματικά, αν κάθε επιστήμη ή επιστημονική περιοχή [1] ορίζεται σε συνάρτηση με (α) το αντικείμενο μελέτης της και (β) το σύστημα εννοιών, σε αναφορά με το οποίο προσεγγίζει και μελετά το αντικείμενό της, τότε ο Adam Smith έβαλε πρώτος τέλος σε μια μακρά παράδοση, από τη μια ηθικών και κανονιστικών προσεγγίσεων (όπως εκείνες της αρχαιότητας και του μεσαίωνα), και από την άλλη θεωρητικά «κυκλικών»-ταυτολογικών θεωρήσεων της «οικονομίας», οι οποίες όριζαν --και ορίζουν-- το ζητούμενο δια του ζητουμένου (π.χ. σε ένα «διτομεακό μοντέλο οικονομίας», την τιμή των σιτηρών δια της τιμής του χάλυβα και των σιτηρών και την τιμή του χάλυβα δια της τιμής των σιτηρών και του χάλυβα). Στο έργο αυτό ο Smith θεώρησε ότι η Οικονομία (το θεωρητικό αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας) χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα στοιχεία:

α) Έχει ως φορείς της τους μεταξύ τους ανεξάρτητους κατόχους εμπορευμάτων, δηλαδή είναι οικονομία των ανεξάρτητων εμπορευματοκατόχων και της γενικευμένης ανταλλαγής εμπορευμάτων μεταξύ αυτών. Στα εμπορεύματα συγκαταλέγεται και η «εργασία», την οποία ο κάθε εργάτης πωλεί στον εργοδότη του, ο οποίος είναι κάτοχος των μέσων παραγωγής (ή του «αποθέματος», όπως το ονομάζει ο Smith), που είναι απαραίτητα για την παραγωγή συγκεκριμένων κατά περίπτωση εμπορευμάτων. Συνακόλουθα η οικονομία βασίζεται στον καταμερισμό εργασίας και στην αγορά, αφού κάθε εμπορευματοκάτοχος ανταλλάσσει το συγκεκριμένο εμπόρευμα που κατέχει (και το οποίο για τον ίδιο δεν έχει κάποια χρηστική αξία, διότι αυτός το κατέχει σε ποσότητα που υπερβαίνει τις ανάγκες του), με τα εμπορεύματα των άλλων εμπορευματοκατόχων, τα οποία χρειάζεται για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του.

β) Τα εμπορεύματα είναι προϊόντα εργασίας και η αξία τους είναι ανάλογη προς την ποσότητα εργασίας που απαιτήθηκε για την παραγωγή τους, ή αντιστοιχεί στην ποσότητα «εργασίας» άλλων ανθρώπων, (μισθωτών εργατών), την οποία η αξία αυτή μπορεί να αγοράσει (ή «να ελέγξει»: «to command», όπως λέει ο Smith).

Με τον τρόπο αυτό ο Smith πρώτος απαντάει στο θεμελιώδες θεωρητικό πρόβλημα «τι είναι η οικονομία», στην ειδική μορφή υπό την οποία αυτό τίθεται για την «οικονομία της αγοράς»: τι είναι οι τιμές, ή, με άλλη διατύπωση, τι καθιστά τα «αγαθά» (χρήσιμα αντικείμενα ή υπηρεσίες), που από την άποψη των φυσικών χαρακτηριστικών τους αλλά και της ιδιαίτερης χρησιμότητάς τους είναι τόσο διαφορετικά, οικονομικώς σύμμετρα, δηλαδή (σε οικονομικό επίπεδο) ποιοτικώς ισοδύναμα, πράγμα που επιτρέπει την ποσοτική τους αντιστοίχηση: χ μονάδες του εμπορεύματος Α ισοδυναμούν (είναι ίσης αξίας και ανταλλάσσονται με) ψ μονάδες του εμπορεύματος Β.

Η απάντηση που δίνει ο Adam Smith είναι πως η εργασία αποτελεί τη σχέση συμμετρίας (ποιοτικής ισοδυναμίας) των εμπορευμάτων: «H εργασία είναι το πραγματικό μέτρο της ανταλλάξιμης αξίας όλων των εμπορευμάτων» (Smith, I.v.1) «Επομένως, η εργασία από μόνη της, δεν είναι μεταβαλλόμενης αξίας, είναι απλά το τελικό και πραγματικό πρότυπο (standard) μέσω του οποίου μπορούν να εκτιμηθούν και να συγκριθούν οι αξίες όλων των εμπορευμάτων σε οποιαδήποτε εποχή και τόπο. Η εργασία είναι η πραγματική τους τιμή, το χρήμα είναι μόνο η ονομαστική τους τιμή» (Smith, I.v.7).

Η ανάλυση του Smith αποτελεί, λοιπόν, μια θεωρία της εργασιακής αξίας. Ως αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας αναδεικνύεται η ρυθμιζόμενη από την εργασία αξία, η παραγωγή και διανομή αυτής της εργασιακής αξίας, σε μια κοινωνία γενικευμένης εμπορευματοπαραγωγής Η θεωρία του Smith συνδέεται επομένως με σχέσεις μεγαλύτερης ή μικρότερης συγγένειας με τις μετέπειτα θεωρίες της εργασιακής αξίας (όπως π.χ. η ρικαρδιανή ή η μαρξική), και αποκλίνει, σε ό,τι αφορά τις θεωρητικές αρχές σύστασής της (και την απάντηση που δίνει στο θεμελιώδες θεωρητικό ερώτημα του «τι είναι η οικονομία», ή «τι είναι οι τιμές» σε μια οικονομία της αγοράς), από τα θεωρητικά εκείνα ρεύματα που απορρίπτουν κάθε έννοια της εργασιακής αξίας.

Αν επομένως πάρει κανείς στα σοβαρά όσα γράφει ο Adam Smith για την «οικονομία της αγοράς», τότε είναι αδύνατο να θεωρήσει όλες τις μετέπειτα Σχολές οικονομικής θεωρίας ως μια απλή «μετεξέλιξη» ή «ανάπτυξη» της σμιθιανής ανάλυσης. Όσο και αν οι θεωρητικές αντιφάσεις που εντοπίζονται στον Πλούτο των Εθνών μπορεί να επιτρέπουν κάτι τέτοιο, μέσα από την εκλεκτικιστική χρήση του κειμένου (με την επιλογή αποσπασμάτων και την αποσιώπηση άλλων), εντούτοις είναι προφανές, για παράδειγμα, ότι η σύγχρονη Νεοκλασική θεωρία αποκλίνει ρητά από το σμιθιανό θεωρητικό σύστημα, καθώς αντιλαμβάνεται τη χρησιμότητα (την αξία χρήσης) ως την αφετηρία από την οποία απορρέει η σχέση συμμετρίας (ποιοτικής ισοδυναμίας) των εμπορευμάτων. Συνάγει έτσι η Νεοκλασική θεωρία την ανταλλακτική αξία από τη χρησιμότητα (την αξία χρήσης) των εμπορευμάτων, υποστηρίζοντας ότι η πρώτη (η «οριακή χρησιμότητα», ή η αξία χρήσης της τελευταίας μονάδας ενός «αγαθού» που προμηθεύεται ο καταναλωτής) «παράγει» τη δεύτερη (την ανταλλακτική αξία) .

Αντίθετα, στο σμιθιανό σύστημα η ανταλλακτική αξία, ως αντικείμενο μελέτης της Πολιτικής Οικονομίας («να διερευνήσουμε τις αρχές που ρυθμίζουν την ανταλλάξιμη αξία των εμπορευμάτων» -- Smith, I.iv.14), δεν ρυθμίζεται κατά κανένα τρόπο από τη χρησιμότητα: «Θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η λέξη ΑΞΙΑ έχει δύο διαφορετικές σημασίες και μερικές φορές εκφράζει τη χρησιμότητα (utility) κάποιου συγκεκριμένου αντικειμένου και κάποιες άλλες τη δυνατότητα αγοράς άλλων αγαθών την οποία επιτρέπει η κατοχή αυτού του αντικειμένου. Η πρώτη θα μπορούσε να ονομαστεί "αξία χρήσης", η δεύτερη "αξία ανταλλαγής". Πράγματα που έχουν τη μεγαλύτερη αξία χρήσης έχουν συχνά μικρή ή καμιά αξία ανταλλαγής, και αντιθέτως, αυτά που έχουν τη μεγαλύτερη αξία ανταλλαγής έχουν συχνά μικρή ή καμιά αξία χρήσης. Τίποτα δεν είναι πιο χρήσιμο απ' ό,τι το νερό: αλλά μ' αυτό ελάχιστα πράγματα μπορούμε να αγοράσουμε, με ελάχιστα πράγματα μπορούμε να το ανταλλάξουμε» (Smith, I.iv.13).

Παρότι ο Smith δεν εγκαταλείπει ούτε μια στιγμή στο έργο του την ιδέα ότι η εργασία αποτελεί τη ρυθμιστική αρχή από την οποία απορρέουν οι σχέσεις ανταλλαγής των εμπορευμάτων στην αγορά, εντούτοις, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, αντιλαμβάνεται την αξία ενός εμπορεύματος με ένα τρόπο αμφίσημο, άλλοτε σε αναφορά με τη «δαπανώμενη» εργασία για την παραγωγή του εμπορεύματος και άλλοτε σε αναφορά με την «αγοραζόμενη» (τη δυνάμενη να «αγοραστεί») μισθωτή «εργασία» από τον κάτοχο αυτού του εμπορεύματος.

Στην πρώτη εκδοχή, η αξία (η «φυσική τιμή», όπως την αποκαλεί ο Smith) ενός εμπορεύματος καθορίζεται από το χρόνο εργασίας που απαιτήθηκε για την παραγωγή του, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου παραγωγής των πρώτων υλών, εργαλείων και λοιπών στοιχείων του υλικού κεφαλαίου που αναλώθηκαν κατά την εξεταζόμενη διαδικασία παραγωγής. [2] Σύμφωνα με τη γραμμή αυτή σκέψης, ο εργάτης παράγει ολόκληρη τη νέα αξία που προστίθεται στην ήδη υπάρχουσα αξία των στοιχείων του υλικού κεφαλαίου που αναλώνονται (φθείρονται) κατά την παραγωγή. Εντούτοις ο εργάτης δεν αμείβεται με το σύνολο της αξίας που παράγει, αλλά με ένα μόνο τμήμα της, το μισθό της εργασίας. Ο ιδιοκτήτης του «αποθέματος», των μέσων παραγωγής που χρησιμοποίησε ο εργάτης, δηλαδή ο επιχειρηματίας-καπιταλιστής, καρπώνεται (ή με άλλη διατύπωση «παρακρατεί»), ένα μέρος αυτής της αξίας, λόγω ακριβώς της ιδιοκτησίας που κατέχει στα μέσα παραγωγής, χωρίς τη χρήση των οποίων θα ήταν αδύνατη η παραγωγή. Το μέρος αυτό της παραχθείσας από τον εργάτη αξίας, το οποίο «παρακρατεί» ο καπιταλιστής αποτελεί την ιδιαίτερη κατηγορία εισοδήματός του, το κέρδος. [3] Αντίστοιχα, ένα τμήμα της αξίας του εμπορεύματος «παρακρατεί» ως (γαιο)πρόσοσδο και ο γαιοκτήμονας, στην έγγεια ιδιοκτησία του οποίου λειτουργεί η επιχείρηση του καπιταλιστή και παράγεται η αξία από τον εργάτη. [4]

Μισθός, κέρδος και πρόσοδος αποτελούν επομένως τις τρεις διακριτές κατηγορίες εισοδημάτων στις οποίες διανέμεται η παραγόμενη από τον εργάτη αξία. Με άλλη διατύπωση, η αξία αποτελεί το εννοιολογικά πρωτεύον μέγεθος, από την οποία απορρέουν τα εισοδήματα, που αποτελούν τα εννοιολογικά δευτερεύοντα-παραγόμενα μεγέθη. Ανάλογα με την κατηγορία εισοδήματος που αποκομίζουν (δηλαδή τελικά ανάλογα με τη θέση τους στην παραγωγική διαδικασία), τα μέλη της κοινωνίας κατανέμονται σε τρεις κοινωνικές τάξεις: τους εργάτες (που απολαμβάνουν ως εισόδημα το μισθό), τους καπιταλιστές (που αποκομίζουν κέρδος) και τους γαιοκτήμονες (που το εισόδημά τους είναι η γαιοπρόσοδος). [5]

Στη δεύτερη εκδοχή ο Smith θεωρεί ότι η αξία ενός εμπορεύματος εκφράζει την ικανότητά του να «αγοράσει» ή να «ελέγξει» μισθωτή εργασία, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι παύει να ισχύει η αρχή της ανταλλαγής ίσων ποσοτήτων δαπανώμενης εργασίας. [6] Για να προσδιορίσει τώρα την αξία ενός εμπορεύματος θεωρεί τα εισοδήματα ως τα εννοιολογικά πρωτεύοντα μεγέθη, από τα οποία προκύπτει αθροιστικά η αξία, ως, επομένως, το εννοιολογικά παραγόμενο-δευτερεύον μέγεθος. Η αξία θεωρείται δηλαδή τώρα ότι προκύπτει ως άθροισμα των «φυσικών» εισοδημάτων (δηλαδή των εισοδημάτων που το καθένα απορρέει από συγκεκριμένες ενδοφυείς κανονικότητες, ή νόμους): ως άθροισμα του φυσικού μισθού, του φυσικού κέρδους, της φυσικής προσόδου. [7] Η προσέγγιση αυτή ανοίγει το δρόμο για την έννοια των «συντελεστών παραγωγής», την οποία εισήγαγε ο J.-B. Say (1767-1832) και υιοθέτησαν και άλλοι οικονομολόγοι της κλασικής εποχής της Πολιτικής Οικονομίας, και η οποία αποτέλεσε αργότερα συστατική θεωρητική θέση της Νεοκλασικής θεωρίας.

Στη δεύτερη αυτή εκδοχή πρέπει να προσδιοριστούν οι «νόμοι» που καθορίζουν το ύψος καθεμιάς από τις τρεις συνιστώσες της αξίας. Εδώ ο Smith δεν μπορεί να δώσει μια λογικά συνεκτική απάντηση. Διότι ενώ ο ονομαστικός μισθός της εργασίας (δηλαδή ο μισθός σε αξίες ή τιμές, ο χρηματικός μισθός) προσδιορίζεται από τον πραγματικό μισθό, δηλαδή από το «καλάθι» εκείνων των εμπορευμάτων που είναι αναγκαία για την επιβίωση του εργάτη και της οικογενείας του, [8] δεν υπάρχει καμιά ενδογενής κανονικότητα που να ρυθμίζει το «φυσικό» απόλυτο ύψος του κέρδους ή της προσόδου (μπορούν να αναφερθούν μόνο οι παράγοντες που συντελούν στην αύξηση ή τη μείωση του κέρδους ή της προσόδου).

Για να θεμελιώσει την αντίληψη ότι η «αγοραζόμενη εργασία» αποτελεί το περιεχόμενο και το μέτρο της αξίας, ο Smith καταφεύγει σε ένα «υποκειμενιστικό» επιχείρημα: Ίσες ποσότητες (αγοραζόμενης) εργασίας είναι ίσης αξίας (κι έτσι η αγοραζόμενη εργασία μπορεί να θεωρηθεί ως το αναλλοίωτης αξίας μέτρο των αξιών), διότι ο εργάτης που τις παρέχει «πρέπει να αφιερώνει πάντα το ίδιο μερίδιο από την άνεσή του, την ελευθερία και την ευτυχία του» (Smith, I.v.7). [9]

Αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό θεωρητικό ζήτημα να ερμηνευθεί η πηγή αυτής της θεωρητικής αντίφασης στο έργο του Adam Smith. Στην κατεύθυνση αυτή πρέπει κατ' αρχάς να επισημάνουμε ότι ο Smith παλινωδεί συνεχώς από τη μία εκδοχή της έννοιας της αξίας στην άλλη, δηλαδή δεν εγκαταλείπει ποτέ την έννοια της «δαπανώμενης εργασίας», αλλά την επαναφέρει συνεχώς στο έργο του, παρά την αρχική του απόφανση ότι «μετά την πρώιμη και πρωτόγονη εποχή» η αρχή της «δαπανώμενης εργασίας» δεν ρυθμίζει πλέον τις σχέσεις ανταλλαγής (βλ. και τα αποσπάσματα που παρατίθενται στην υποσ. 6, αλλά και στις υποσ. 3, 4 και 5 αυτού του κειμένου).

Την αντίφαση αυτή εντόπισε πρώτος ο David Ricardo, ο οποίος στο βασικό έργο του, τις Αρχές Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας, απέρριψε κάθε εκδοχή της «αγοραζόμενης εργασίας» ως συστατική κατηγορία της έννοιας της αξίας, και ανέπτυξε την Κλασική θεωρία της εργασιακής αξίας σε συνάρτηση και αναφορά με ό,τι ο Smith αντιλαμβανόταν ως «δαπανώμενη εργασία». [10]

Ο Karl Marx ανέλυσε εκτενώς, σε διάφορα σημεία του έργου του, την αντίφαση στον ορισμό και την ανάπτυξη της έννοιας της αξίας στον Πλούτο των Εθνών, και επέμεινε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι η αντίφαση αυτή συνδέεται με τη σύγχυση ανάμεσα στην έννοια εργασία, η οποία δαπανάται κατά την παραγωγική διαδικασία και «αντικειμενοποιείται» ως αξία στο εμπόρευμα, από τη μια μεριά, και στην έννοια εργασιακή δύναμη, την οποία ο εργάτης πωλεί στον κεφαλαιοκράτη στην αγορά εργασίας και η οποία αμείβεται με το μισθό, από την άλλη. Ο Smith μπερδεύοντας την εργασία με την εργασιακή δύναμη, θεωρεί το μισθό «αμοιβή της εργασίας» και έτσι οδηγείται λανθασμένα στο ερώτημα αν ταυτίζεται η αξία του προϊόντος της εργασίας με την αμοιβή που δίνεται στην «εργασία» (δηλαδή ως αντάλλαγμα για την εργασιακή δύναμη) που παρήγαγε αυτό το προϊόν. Διαπιστώνοντας τη μη ταύτιση των δύο μεγεθών, οδηγείται στην απόρριψη της έννοιας της «δαπανώμενης εργασίας». [11]

Επίσης ο Μαρξ επισήμανε ότι αν γίνει η υπόθεση ότι ο πραγματικός μισθός (το καλάθι εμπορευμάτων που αγοράζει με το χρηματικό μισθό του ο εργαζόμενος) παραμένει σταθερός, τότε η αξία του (δηλαδή ο ονομαστικός μισθός) μεταβάλλεται με την αξία των εμπορευμάτων, και επομένως μια δεδομένη ποσότητα εμπορευμάτων αγοράζει πάντα την ίδια ποσότητα «εργασίας» (εργασιακής δύναμης), πράγμα που ίσως ενθάρρυνε τον Smith να θεωρήσει την «αγοραζόμενη εργασία» ως μέτρο των αξιών.

Οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι υποβαθμίζουν την αντιφατική προσέγγιση της αξίας στον Πλούτο των Εθνών, στην προσπάθειά τους να απαλλαγούν από το βάρος που έχει στο έργο του Smith η έννοια της «δαπανώμενης εργασίας» ως ρυθμιστική αρχή της ανταλλακτικής αξίας, αλλά και από το βάρος της έτερης σμιθιανής θέσης, ότι η ανταλλακτική αξία δεν ρυθμίζεται από την αξία χρήσης. Χαρακτηριστικά, ο Mark Blaug αντιλαμβάνεται τον Πλούτο των Εθνών όχι ως μια θεωρητική ανάλυση της καπιταλιστικής οικονομίας (της «οικονομίας της αγοράς»), αλλά ως μια πραγματεία στα «οικονομικά της ευημερίας». Έτσι η «αγοραζόμενη εργασία» (από μια ποσότητα εμπορευμάτων) θεωρείται ως η πλέον σημαντική έννοια που εισάγει ο Smith, και ερμηνεύεται ως «δείκτης ευημερίας», καθώς αποτελεί το αντίστροφον της αγοραστικής δύναμης του μισθού, δηλαδή ένα κατάλληλο μέτρο για τη μελέτη του «βιοτικού επιπέδου» (πέρα και ανεξάρτητα από το πρόβλημα του τι αποτελεί αξία). Ο Smith, κατά την αντίληψη αυτή, απλώς «ενδιαφερόταν να βρει κάποιο αναλλοίωτο μέτρο του πραγματικού εισοδήματος». [12]

Στο πλαίσιο αυτού του σύντομου σημειώματος ας μου επιτραπεί να διατυπώσω μια υπόθεση εργασίας σχετικά με τις αιτίες της διφορούμενης στάσης του Smith απέναντι στην έννοια της αξίας, σε συνέχεια των επισημάνσεων του Μαρξ για τη σύγχυση των εννοιών εργασιακή δύναμη και εργασία, που χαρακτήριζε τον Smith αλλά και ολόκληρη την Κλασική Σχολή της Πολιτικής Οικονομίας.

α) Ο Smith αντιλαμβανόταν ότι η καπιταλιστική οικονομία έχει ως κινητήρια δύναμη την παραγωγή κέρδους και ότι συνακόλουθα η αυθόρμητη κίνηση των μεμονωμένων κεφαλαίων και ο ανταγωνισμός μεταξύ τους οδηγεί προς τη διαμόρφωση ενός ενιαίου ποσοστού κέρδους της οικονομίας.

Έγραφε χαρακτηριστικά: «(...) Ο μισθός της εργασίας υπολογίζεται γενικά από την ποσότητα του αργύρου που καταβάλλεται στον εργάτη (...) Αλλά τα κέρδη του αποθέματος δεν υπολογίζονται από τον αριθμό των αργυρών νομισμάτων με τα οποία εκφράζονται, αλλά από την αναλογία μεταξύ των νομισμάτων αυτών και του συνολικά απασχολούμενου κεφαλαίου. Έτσι λοιπόν, σε μια δεδομένη χώρα, λέμε ότι ο συνήθης μισθός της εργασίας είναι 5 σελίνια την εβδομάδα, και το σύνηθες κέρδος του αποθέματος 5%» (Smith, II.iv.11). Στη βάση αυτή μάλιστα ο Smith απέρριπτε τη θεώρηση του κέρδους ως αμοιβή μιας ειδικής κατηγορίας εργασίας --εποπτείας και διεύθυνσης-- (ή ενός ιδιαίτερου «παραγωγικού συντελεστή», κατά τη Νεοκλασική θεωρία): «Ίσως να νομίζει κανείς ότι τα κέρδη του αποθέματος είναι απλά ένα διαφορετικό όνομα για τους μισθούς ενός ιδιαίτερου είδους εργασίας, της εργασίας επίβλεψης και διεύθυνσης. Είναι ωστόσο κάτι απολύτως διαφορετικό, διέπονται από τελείως διαφορετικές αρχές, και δεν διατηρούν καμιά αναλογία με το μέγεθος, τη δυσκολία ή την ευφυία της υποτιθέμενης αυτής εργασίας επίβλεψης και διεύθυνσης. Τα κέρδη ρυθμίζονται συνολικά από την αξία του απασχολούμενου αποθέματος, και είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα, ανάλογα με το μέγεθος αυτού του αποθέματος» (Smith, II.vi.6).

β) Αντιλαμβανόταν επίσης ο Smith ότι ανάλογα με τον κλάδο στον οποίο απασχολούνταν, κεφάλαια ίσου μεγέθους έθεταν σε κίνηση διαφορετικές ποσότητες εργασίας: «Παρ' όλον ότι όλα τα κεφάλαια προορίζονται για τη συντήρηση μόνο της παραγωγικής εργασίας, ωστόσο, η ποσότητα της εργασίας που είναι σε θέση να θέσουν σε κίνηση δύο ίσα κεφάλαια ποικίλει δραματικά, ανάλογα με το είδος της απασχόλησής τους» (Smith, II.v.1).

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, αν δηλαδή ο Smith κατανοούσε σε βάθος τόσο την ύπαρξη ενός ενιαίου ποσοστού κέρδους της οικονομίας όσο και το γεγονός της διαφορετικής αξιακής σύνθεσης των ατομικών κεφαλαίων, τότε δεν αποκλείεται να είχε αντιληφθεί επίσης (και να προσπάθησε να αποφύγει) το πρόβλημα που ταλάνισε και τελικά οδήγησε στη διάλυση τη Σχολή Ρικάρντο: Το (εμπειρικώς) ασύμβατο της κλασικής (ρικαρδιανής) εργασιακής θεωρίας της αξίας (που συνδέεται με την έννοια της «δαπανώμενης εργασίας») με την ύπαρξη ενός ενιαίου μέσου ποσοστού κέρδους της καπιταλιστικής οικονομίας. [13] Το πρόβλημα αυτό έγινε τελικά δυνατόν να αντιμετωπιστεί μόνο στο πλαίσιο της μαρξιστικής θεωρίας της αξίας, ένα ζήτημα που υπερβαίνει, όμως, τους στόχους αυτής της εισαγωγής. [14]

Επαφίεται στον αναγνώστη να κρίνει κατά πόσο οι θεωρητικές αναπτύξεις που περιέχονται στον Πλούτο των Εθνών επιδέχονται τη μια ή την άλλη ερμηνεία. Σε κάθε περίπτωση, ο Πλούτος των Εθνών αξίζει και πρέπει επιτέλους να διαβαστεί: Μόνο έτσι ο Adam Smith θα πάψει να είναι γνωστός δια της φήμης του, δηλαδή δια της ερμηνείας που κατά καιρούς δόθηκε στο έργο του από δημοσιογράφους ή οικονομολόγους, και θα μπορέσει να γίνει γνωστός με βάση όσα ο ίδιος υποστήριξε και ανέπτυξε.

Ο Πλούτος των Εθνών είναι ένα έργο μεγάλης θεωρητικής σημασίας όχι μόνο για τους οικονομολόγους, αλλά και για όλους τους άλλους κοινωνικούς επιστήμονες, και ιδιαίτερα για τους ιστορικούς: Αυτοί οι τελευταίοι θα μπορέσουν ίσως να διδαχθούν από τον Smith ότι η σχέση κεφαλαίου - εργασίας, δηλαδή ο καπιταλισμός, είχε παγιωθεί ως ένα δυναμικά αναπτυσσόμενο κοινωνικό σύστημα ήδη στα μέσα του 18ου αιώνα, δηλαδή πριν από τη βιομηχανική επανάσταση.

Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει τα δύο πρώτα από τα συνολικά πέντε βιβλία του Πλούτου των Εθνών, τα οποία και περιέχουν το σύνολο των θεωρητικών αναλύσεων του Smith. Τις αναλύσεις αυτές ο συγγραφέας εφαρμόζει κατόπιν για την αποτίμηση της οικονομικής ανάπτυξης διαφόρων χωρών (Βιβλίο ΙΙΙ), για την κριτική ανάλυση του μερκαντιλιστικού συστήματος οικονομικής πολιτικής (Βιβλίο IV) και για τα Οικονομικά του κράτους (Βιβλίο V). Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο της 3ης έκδοσης του Πλούτου των Εθνών (1784) αντλήθηκε από τη διεύθυνση του Internet: http://socserv2.socsci.mcmaster.ca/~econ/ugcm/3113/smith/wealth/index.html

Για την απόδοση στα ελληνικά λήφθηκε επίσης υπόψη η γαλλική και η γερμανική μετάφραση.

Γιάννης Μηλιός

Νοέμβριος 1999

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟυ

1 Η ετήσια εργασία ενός έθνους αποτελεί την πρωταρχική πηγή εσόδων του, από την οποία προέρχονται όλα τα αναγκαία μέσα διαβίωσης και οι ανέσεις της ζωής που το έθνος αυτό καταναλώνει κάθε χρόνο, και οι οποίες αποτελούν πάντα, είτε το άμεσο προϊόν αυτής της εργασίας, είτε αυτό που αγοράζεται από άλλα έθνη με αυτό το προϊόν.

2 Ανάλογα επομένως, με το εάν αυτό το προϊόν ή αυτό που αγοράζεται με αυτό, ευρίσκεται σε μια μεγαλύτερη ή μικρότερη αναλογία με τον αριθμό εκείνων που πρόκειται να το καταναλώνουν, το έθνος θα αποκτά τα αναγκαία μέσα διαβίωσης και τις ανέσεις της ζωής που χρειάζεται σε μια μεγαλύτερη ή μικρότερη ποσότητα.

3 Όμως, σε κάθε έθνος, η αναλογία αυτή πρέπει να ρυθμίζεται από δύο διαφορετικούς παράγοντες: πρώτον, την ικανότητα, την επιδεξιότητα και την ευφυία με την οποία εφαρμόζεται γενικά η εργασία του, και δεύτερον, την αναλογία μεταξύ του αριθμού αυτών που απασχολούνται σε χρήσιμη εργασία και του αριθμού αυτών που δεν απασχολούνται κατ' αυτό τον τρόπο. Ανεξάρτητα από το πώς είναι το έδαφος, το κλίμα, ή η έκταση ενός συγκεκριμένου έθνους, η αφθονία ή η στενότητα των ετήσιων προμηθειών του θα εξαρτάται υποχρεωτικά από αυτούς τους δύο παράγοντες.

4 Η αφθονία ή η ανεπάρκεια αυτών των προμηθειών φαίνεται ότι εξαρτάται περισσότερο από τον πρώτο εκ των δύο παραγόντων και λιγότερο από τον δεύτερο. Στους πρωτόγονους λαούς που ζουν από το κυνήγι και το ψάρεμα, κάθε άτομο που είναι σε θέση να εργαστεί, λίγο ως πολύ απασχολείται σε μια χρήσιμη εργασία και πασχίζει να προσφέρει τα αναγκαία μέσα διαβίωσης και τις ανέσεις της ζωής, για τον εαυτό του και εκείνα τα μέλη της οικογένειάς του ή της φυλής του, που λόγω είτε της μικρής ηλικίας τους είτε της μεγάλης ηλικίας τους, είτε της εξασθενισμένης υγείας τους, αδυνατούν να ασχοληθούν με το κυνήγι ή το ψάρεμα. Ωστόσο, αυτά τα έθνη ζουν σε τέτοια φτώχεια και εξαθλίωση, ώστε συχνά να αναγκάζονται, ή τουλάχιστον να νομίζουν ότι βρίσκονται στην ανάγκη να εξολοθρεύουν και μερικές φορές να εγκαταλείπουν τα παιδιά τους, τους γέρους, και όσους αρρώστους υποφέρουν από χρόνιες ασθένειες, έρμαια της πείνας, ή των αγρίων ζώων. Αντίθετα, στα πολιτισμένα και ευημερούντα έθνη, παρ' όλον ότι ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων δεν εργάζεται καθόλου, και μάλιστα πολλοί απ' αυτούς καταναλώνουν το προϊόν δέκα ή ακόμα και εκατό φορές περισσότερης εργασίας απ' ό,τι η πλειοψηφία όσων εργάζονται, εντούτοις το προϊόν της συνολικής εργασίας της κοινωνίας είναι τόσο μεγάλο, ώστε συχνά τροφοδοτούνται όλοι επαρκώς, και ένας εργάτης της πιο χαμηλής βαθμίδας, εάν είναι ολιγαρκής και φιλόπονος, είναι σε θέση να απολαύσει ένα πολύ μεγαλύτερο μερίδιο μέσων διαβίωσης και ανέσεων απ' αυτό που θα ήταν δυνατόν να αποκτήσει οποιοσδήποτε πρωτόγονος.

5 Τα αίτια αυτής της βελτίωσης της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, και οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους το προϊόν της κατανέμεται μεταξύ των διαφόρων τάξεων από τις οποίες απαρτίζεται η κοινωνία, αποτελούν το αντικείμενο του Πρώτου Βιβλίου αυτής της Έρευνας.

6 Ανεξάρτητα από το ποια είναι σ' ένα έθνος η πραγματική κατάσταση της ικανότητας, της επιδεξιότητας και της ευφυίας με την οποία εφαρμόζεται η εργασία, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της ετήσιας κάλυψης των αναγκών της, εφ' όσον η κατάσταση αυτή παραμένει αμετάβλητη, θα εξαρτάται, από την αναλογία μεταξύ του αριθμού αυτών που απασχολούνται ετησίως σε χρήσιμη εργασία, και αυτών που δεν απασχολούνται κατ' αυτό τον τρόπο. Όπως θα δείξουμε στη συνέχεια, ο αριθμός των χρήσιμων και παραγωγικών εργατών, είναι πάντα ανάλογος της ποσότητας του κεφαλαιακού αποθέματος που απασχολείται στο να τους θέσει σε εργασία, και του συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο απασχολείται αυτό το απόθεμα (stock). Επομένως, το Δεύτερο Βιβλίο θα πραγματεύεται τη φύση του κεφαλαιακού αποθέματος, τον τρόπο με τον οποίο αυτό συσσωρεύεται βαθμιαία, καθώς και τις διαφορετικές ποσότητες εργασίας που αυτό θέτει σε κίνηση, ανάλογα με τους διάφορους τρόπους απασχόλησής του.

7 Τα έθνη με μια ανεκτή ανάπτυξη όσον αφορά την ικανότητα, την επιδεξιότητα και την ευφυία με την οποία εφαρμόζεται η εργασία, έχουν ακολουθήσει πολύ διαφορετικές μεθόδους γενικής διαχείρισης και διεύθυνσης της, οι οποίες δεν ευνόησαν εξ ίσου τη μεγέθυνση του προϊόντος της. Η πολιτική ορισμένων εθνών υπήρξε εξαιρετικά ενθαρρυντική για την οικονομική δραστηριότητα της υπαίθρου, ενώ η πολιτική κάποιων άλλων ευνόησε τη δραστηριότητα των πόλεων. Δεν υπάρχει σχεδόν κανένα έθνος που να ασχολήθηκε εξ ίσου και χωρίς μεροληψίες, με όλα τα είδη οικονομικής δραστηριότητας. Από την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η πολιτική της Ευρώπης ευνόησε περισσότερο τις τέχνες, τις μανυφακτούρες και το εμπόριο, τις δραστηριότητες δηλαδή των πόλεων, και λιγότερο την αγροτική οικονομία που αποτελεί την οικονομική δραστηριότητα της υπαίθρου. Οι συνθήκες που εισήγαγαν και καθιέρωσαν αυτή την πολιτική εξηγούνται στο Τρίτο Βιβλίο.

8 Παρ' όλον ότι οι διάφορες αυτές μέθοδοι εισήχθησαν ίσως για πρώτη φορά από τα ιδιωτικά συμφέροντα και τις προκαταλήψεις συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, χωρίς καθόλου να εξεταστούν ή να προβλεφθούν οι συνέπειες τους στο γενικό συμφέρον της κοινωνίας, προκάλεσαν πολύ διαφορετικές θεωρίες πολιτικής οικονομίας. Κάποιες απ' αυτές μεγιστοποιούν τη σημασία της οικονομικής δραστηριότητας των πόλεων, και κάποιες άλλες μεγιστοποιούν αυτή της δραστηριότητας της υπαίθρου. Οι θεωρίες αυτές έχουν μια σημαντική επίδραση όχι μόνο στη γνώμη των μορφωμένων ανθρώπων, αλλά και στη δημόσια συμπεριφορά των αρχόντων και των κρατών. Προσπάθησα, στο Τέταρτο Βιβλίο, να εξηγήσω, με όση πληρότητα και σαφήνεια μου ήταν δυνατόν, τις διάφορες αυτές θεωρίες, και τις κυριότερες συνέπειες που προκάλεσαν στους διάφορους λαούς ανά τους αιώνες.

9 Επομένως, τα Τέσσερα αυτά πρώτα Βιβλία έχουν ως αντικείμενο το σε τι συνίσταται το εισόδημα της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων, ή ποια ήταν η φύση αυτών των πηγών εσόδων που προσέφεραν την ετήσια κατανάλωση των διαφόρων λαών ανά τους αιώνες. Το Πέμπτο και τελευταίο Βιβλίο πραγματεύεται το εισόδημα του κράτους (sovereign) ή της κοινότητας (commonwealth). Στο Bιβλίο αυτό, προσπάθησα να δείξω: Πρώτον, ποιες είναι οι αναγκαίες δαπάνες του κράτους ή της κοινότητας, ποιες από αυτές τις δαπάνες θα πρέπει να αναληφθούν από ολόκληρη την κοινωνία και ποιες απ' αυτές θα πρέπει να αναληφθούν μόνο από κάποιο ιδιαίτερο τμήμα της ή κάποια συγκεκριμένα μέλη της. Δεύτερον, ποιες είναι οι διάφορες μέθοδοι με τις οποίες θα μπορούσε να οδηγηθεί ολόκληρη η κοινωνία στην ανάληψη των δαπανών που βαρύνουν ολόκληρη την κοινωνία, και ποια είναι τα κύρια πλεονεκτήματα και αδυναμίες καθεμιάς από αυτές τις μεθόδους. Και τρίτον και τελευταίον, ποιοι είναι οι λόγοι και τα αίτια που οδήγησαν όλες σχεδόν τις σύγχρονες κυβερνήσεις να υποθηκεύσουν ένα μέρος αυτού του εισοδήματος, ή να συνάψουν δάνεια, και ποιες είναι οι επιπτώσεις αυτών των δανείων στον πραγματικό πλούτο, στο ετήσιο εισόδημα της γης και της εργασίας της κοινωνίας.