ΠΑΝΔΗΜΙΕΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ:

ΜΙΑ ΘΕΩΡΗΣΗ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ COVID-19

Μέρος 2ο


των Γιώργου Παπαλεξίου και Γιώργου Οικονομάκη


Στο δεύτερο μέρος του άρθρου διερευνώνται οι μεταβολές στο καταναλωτικό πρότυπο και σε σχέση με αυτές τις μεταβολές εξετάζεται ο προεξέχων ρόλος της κτηνοτροφίας στο καπιταλιστικό μοντέλο ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής. Στον επίλογο διατυπώνονται κάποια βασικά συμπεράσματα αναφορικά με τα παραπάνω, και οι κρατικές πολιτικές αντιμετώπισης της περιβαλλοντικής κρίσης.


2. Μέρος δεύτερο:

Η διατροφική μετάβαση, η επανάσταση στην κτηνοτροφία

και οι αλλαγές στα καταναλωτικά πρότυπα


«Η βιομηχανική κτηνοτροφία και πτηνοτροφία ενσαρκώνουν όλο και περισσότερο την καπιταλιστική οικονομία» (Wallace 2020: 102).


2.1. Η διατροφή στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες


Η «ποιμενική ζωή» εξυπηρέτησε με ποικίλους τρόπους τους λαούς του «Παλαιού Κόσμου». Ο συγχρωτισμός με τις φυσικές συνθήκες και το βιολογικό τους υπόστρωμα, ισχυροποίησε το ανοσοποιητικό τους σύστημα και εν μέρει, τους βοήθησε να ανταπεξέλθουν έναντι των «παγκόσμιων ασθενειών» (Crosby2003). Σπουδαίο ρόλο έπαιξε η διατροφή τους που αποτελούνταν από σχετικά μεγάλες ποσότητες ζωικής πρωτεΐνης. Ο Ένγκελς (1988: 26) επισημαίνει σχετικά:


«Η ανώτερη εξέλιξη […] των άριων και των σημιτών [στη μεσαία βαθμίδα της βαρβαρότητας], ίσως να οφείλεται στην άφθονη τροφή σε κρέας και γάλα και ιδιαίτερα στην ευνοϊκή επίδραση των τροφών αυτών στην ανάπτυξη των παιδιών. Πραγματικά, οι πουέμπλος-ινδιάνοι του Νέου Μεξικού, που ήταν περιορισμένοι σχεδόν αποκλειστικά στη χορτοφαγία, έχουν μικρότερο εγκέφαλο από τους ινδιάνους της κατώτερης βαθμίδας της βαρβαρότητας που τρώνε περισσότερο κρέας και ψάρια».1


Η εξημέρωση φυτών και ζώων και η εξάπλωση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, τροποποιήσαν την υφιστάμενη τροφική αλυσίδα και τους τρόπους επεξεργασίας και πρόσληψης της τροφής. Ήταν μία μακρόχρονη κοινωνική/πολιτισμική διαδικασία, καθώς οι πρώτες καλλιέργειες βασίστηκαν σε μικρό αριθμό φυτών – σιτηρά και όσπρια –, που ήταν ελάχιστα επεξεργασμένα δημιουργώντας συχνά διατροφικά προβλήματα. Όμως η ανάπτυξη νέων τεχνικών και η αυξανόμενη παραγωγικότητα της γεωργίας συνοδεύτηκαν από νέες τεχνικές μαγειρέματος που «αντιστάθμιζαν το μειονέκτημα της ανισορροπίας που προκαλούσε η εξάρτηση από τα λίγα φυτικά είδη» (Ματάλα2015: 85).

Στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες η κατανάλωση κρέατος ήταν χαμηλή, λόγω της χαμηλής παραγωγικότητας της γεωργίας, της υψηλής πληθυσμιακής πυκνότητας σε σχέση με τις γεωργικές αποδόσεις, των πολιτισμικών και θρησκευτικών απαγορεύσεων, των πολέμων ή των φυσικών καταστροφών. Με μικρή πρόοδο στις μέσες αποδόσεις των καλλιεργειών κατά τη διάρκεια της ύστερης αρχαιότητας και τον Μεσαίωνα, οι τυπικές δίαιτες των δουλοπάροικων και των φτωχών των πόλεων περιελάμβαναν ελάχιστη ποσότητα κρέατος, καθώς η κατανάλωση κρέατος παρέμενε προνόμιο των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων (Smil 2013: 5· Ματάλα2015: 143).2

Από τον 16ο αιώνα, η «Κολομβιανή Ανταλλαγή» (δηλαδή, η μεταφορά και ανταλλαγή χλωρίδας, πανίδας και ασθενειών από και προς την Αμερική, που προκλήθηκε από την ευρωπαϊκή αποίκηση, βλ. στην ενότητα 1.2. στο πρώτο μέρος του άρθρου, Θέσεις τ. 159) επέφερε αλλαγές στη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη διατροφή. Το καλαμπόκι, η πατάτα, η ντομάτα, τα φασόλια και ο καπνός ήρθαν στην Ευρώπη, ενώ το σιτάρι, το ζαχαροκάλαμο, το ρύζι και ο καφές μεταφέρθηκαν στον Νέο Κόσμο (Ματάλα & Grivetti2015: 32). Η εξάπλωσή τους προκάλεσε κοινωνικές, δημογραφικές και πολιτισμικές αλλαγές, διαφοροποίησε τις αγροτικές οικονομίες και επηρέασε καθοριστικά τα διατροφικά συστήματα (Ματάλα & Grivetti2015: 35).

Η δυσκολία εκπλήρωσης μιας ικανοποιητικής διατροφής συνεχίστηκε στην Ευρώπη του 18ου αιώνα, την Ινδία, την Κίνα και την Ιαπωνία του 19ου (Smil 2013: 73, 81-84). Ωστόσο, στις δυτικές κοινωνίες, το ποσοστό κατανάλωσης κρέατος άρχισε να αυξάνεται, παράλληλα με την αστικοποίηση, τη συγκέντρωση του πληθυσμού σε αστικά κέντρα, και την εκβιομηχάνιση (Smil 2013: 33-34). Η διατροφική αλλαγή συντελέστηκε πρώτα στη Βόρεια Αμερική, τη Δυτική Ευρώπη, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Συνεχίστηκε τον 20ό αιώνα παίρνοντας τη μορφή μιας παγκόσμιας διατροφικής μετάβασης, όπου η κατανάλωση κρέατος έφτασε σε ποσοστά κορεσμού στις δυτικές χώρες και αυξήθηκε σε πρωτοφανή επίπεδα σε ορισμένες χώρες της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής (Smil 2013: 51).

Σε αυτήν τη διατροφική μετάβαση και τις αλλαγές που προκλήθηκαν στην παραγωγή κρέατος και τις διατροφικές συνήθειες θα εστιάσουμε την προσοχή μας στη συνέχεια.


2.2. Ο καπιταλισμός και η διατροφική μετάβαση σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης


Η καπιταλιστική ανάπτυξη έφερε μαζί της την αλλαγή στη χρήση γης, καθώς η παραγωγή υδατανθράκων (δημητριακά) και οσπρίων (κύρια πηγή πρωτεϊνών στις παραδοσιακές δίαιτες), υποχώρησε προς όφελος της κτηνοτροφικής εκτροφής, ενώ, σταδιακά, η εντατική κτηνοτροφία απαίτησε νέα εδάφη για την παραγωγή ζωοτροφών (Ritchie & Roser 2019a). Η τεχνολογία αντικατέστησε τις παραδοσιακές μορφές κτηνοτροφίας και οι νέες τεχνικές εκτροφής εξοικονόμησαν χρόνο και εργασία δημιουργώντας οικονομίες κλίμακας. Η ανάπτυξη της χημικής βιομηχανίας (συνθετικά λιπάσματα, φυτοφάρμακα, ζιζανιοκτόνα, μυκητοκτόνα) αύξησε την παραγωγικότητα της εργασίας, ενώ η βιομηχανία επεξεργασίας μετάλλων κατασκεύασε μηχανήματα εκτροφής ζώων· βελτιώθηκαν παράλληλα οι μεταφορές με την εισαγωγή αυτοκινούμενων οχημάτων, του σιδηροδρόμου και των μεγάλων πλοίων μεταφοράς αγροτικών προϊόντων και κατεψυγμένων τροφίμων. Οι αποδόσεις αυξήθηκαν και περισσότερη γη χρησιμοποιήθηκε για την καλλιέργεια ζωοτροφών (Smil 2013: 94).

Η τεχνητή ψύξη και η εισαγωγή πετρελαιοκινητήρων σε μεγάλα πλοία κατέστησαν εφικτή την «εμπορική ψύξη που επέτρεψε πρωτοφανείς οικονομίες κλίμακας στη σφαγή και τη διανομή κρέατος, ενώ τα οικιακά ψυγεία έκαναν την αγορά κρέατος και το μαγείρεμα πιο βολικό, λιγότερο σπάταλο και λιγότερο ακριβό» (Smil 2013: 95).

Η ανάδυση του διηπειρωτικού εμπορίου κρέατος, με κατεψυγμένο κρέας και με μαζικές αποστολές ζωντανών ζώων, έκανε το κρέας πιο προσιτό. Αυτή η διαδικασία ολοκληρώθηκε για τον δυτικό κόσμο λίγο μετά τη δεκαετία του 1960 και συνεχίστηκε στην Ασία και τη Λατινική Αμερική.

Τομή, που οδήγησε σε αυτές τις εξελίξεις, αποτέλεσε η «κτηνοτροφική επανάσταση» (livestockrevolution).


2.3. Η «κτηνοτροφική επανάσταση» μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο


Η «κτηνοτροφική επανάσταση» περιγράφει τις εξελίξεις στον τομέα της κτηνοτροφίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.3 Ο Wallace (2016: 61) συνέδεσε αυτήν την έννοια με τη μαζική εκτροφή και εμπορία πουλερικών. Στις ΗΠΑ, το 1929, εκτρέφονταν 300 εκατομμύρια πουλερικά σε διάσπαρτα σημεία της χώρας με μέσο μέγεθος τα 70 πουλερικά ανά επιχείρηση (Boyd & Watts 2005: 142). Τοπικά εκκολαπτήρια πωλούσαν αυγά σε οικιακούς παραγωγούς και αγρότες, οι οποίοι έκαναν συμφωνίες με ανεξάρτητους οδηγούς φορτηγών που μετέφεραν τα πουλερικά στην πόλη. Με την παρότρυνση του κράτους, εταιρείες εκτροφής (Tyson, Holly Farms, Perdue) ενσωμάτωσαν κάθετα την παραγωγή πουλερικών, αγοράζοντας τις επιχειρήσεις των τοπικών παραγωγών και συγκεντρώνοντας την παραγωγή σε συγκεκριμένα χωρικά σημεία. Η παραγωγή αυξήθηκε στα έξι δισεκατομμύρια (1992) και τα 9 δισεκατομμύρια το 2002 (όπ.π.: 147).

Η βιομηχανική εκτροφή πουλερικών εξαπλώθηκε στην Ασία (ειδικά στην Κίνα) καταλαμβάνοντας, πλέον, το 40-45% της παγκόσμιας παραγωγής κρέατος (Ritchie & Roser 2019b). Η ετήσια παγκόσμια παραγωγή κρέατος πουλερικών αυξήθηκε από 13 εκατομμύρια τόνους (1960) σε 62 εκατομμύρια στο τέλος του 20ού αιώνα (1999), με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη να παρατηρείται στην Ασία.4 Η γεωγραφική μετατόπιση της παραγωγής πουλερικών (και άλλων ειδών κρέατος) εξυπηρέτησε τις μεγάλες εταιρείες παραγωγής κρέατος (και τη δημιουργία νέων), οι οποίες μετέφεραν τις δραστηριότητές τους στον «Παγκόσμιο Νότο» με τη φθηνή εργασία και γη, τις απορρυθμισμένες εργασιακές σχέσεις, ενώ για χάρη των εκτεταμένων εξαγωγών η μικρή εγχώρια παραγωγή συρρικνώθηκε (Wallace 2016: 62).

Κυρίαρχη μορφή της βιομηχανικής κτηνοτροφικής εκτροφής είναι η ενσταβλισμένη-εντατική κτηνοτροφία.


2.3.1. Ενσταβλισμένη-εντατική κτηνοτροφία


Η κτηνοτροφία θεωρείται «ο μεγαλύτερος ανθρωπογενής χρήστης του εδάφους», καθώς καταλαμβάνει το 30% της εδαφικής επιφάνειας της γης (Dickson-Hoyle & Reenberg 2009: 105). Ωστόσο, η ενσταβλισμένη-εντατική (ή βιομηχανική) κτηνοτροφία (με την ευρεία έννοια, συμπεριλαμβανόμενης και της πτηνοτροφίας), παρεμβαίνοντας στις «οικορυθμιστικές διαδικασίες», μειώνει την εξάρτηση από παράγοντες όπως ο κύκλος ζωής των εκτρεφόμενων ζώων, το έδαφος και οι κλιματικές συνθήκες.

Οι μέθοδοι εκτροφής που εφαρμόζονται καθιστούν ελαστικότερους τους φυσικούς περιορισμούς που σχετίζονται με την αναπαραγωγή, την ανάπτυξη και την ωρίμανση των ζώων (και των πτηνών). Η γενετική επιλογή και η τεχνητή γονιμοποίηση συνδυάζονται με τον περιορισμό/εγκλεισμό των ζώων, τη χορήγηση αντιβιοτικών και την ελεγχόμενη σίτιση (βέλτιστη ισορροπία θρεπτικών ουσιών, συμπυκνωμένες ζωοτροφές). Επειδή μεταξύ των σταδίων παραγωγής διαμεσολαβούν «μεταβολικές επιτακτικές προϋποθέσεις» όπως είναι ο χρόνος ωρίμανσης του ζώου, έχουν γίνει συστηματικές προσπάθειες να μειωθεί ο κύκλος ζωής των εκτρεφόμενων ζώων και, κατά συνέπεια, ο απαιτούμενος χρόνος παραγωγής (Smil 2013: 113). Αναπτύσσονται, επομένως, συστηματικές σκόπιμες τροποποιήσεις «οργανικών διαδικασιών», με σκοπό την κεφαλαιακή κερδοφορία, που έχουν ως αποτέλεσμα την παραβίαση των «οικορυθμιστικών» διαδικασιών.

Τα παραδείγματα ακραίας παρέμβασης στις «οικορυθμιστικές» διαδικασίες στη βιομηχανική κτηνοτροφία είναι πάρα πολλά. Θα αναφερθούμε σε ορισμένα ενδεικτικά, κυρίως από τις μελέτες του Wallace (2016, 2020). Ένας «τρόπος μείωσης του κόστους συντήρησης και/ή αύξησης του ρυθμού ανάπτυξης» των πουλερικών κρεατοπαραγωγής «είναι ο χειρισμός του μεταβολισμού του θυρεοειδούς» τους (May 1980: 888). «Τα βιομηχανικά ζώα και τα πουλερικά εκτρέφονται για γρήγορη ανάπτυξη». Μέσω του χειρισμού του μεταβολισμού του θυρεοειδούς τους, τα πουλερικά δεν αναγνωρίζουν πότε το στομάχι είναι γεμάτο. «Ως αποτέλεσμα, τα κοτόπουλα κρεατοπαραγωγής επιτυγχάνουν τα πολύ μεγαλύτερα βάρη-στόχους τους – μια αύξηση 400% από το 1957 – σε μόλις έξι εβδομάδες.5 Το κρέας προστίθεται τόσο γρήγορα που τα πουλερικά υποφέρουν από μυοσκελετική νοσηρότητα και ψυχοπαθολογίες – συμπεριλαμβανομένης της δυσχονδροπλασίας της κνήμης και τουραμφίσματος λόγω στρες – που σχετίζονται με τη δημιουργία τόσο πολύ κρέατος από τόσες χιλιάδες πτηνά μαζεμένα μαζί» (Wallace 2020: 103-104). Ερευνητές στο Ισραήλ «επέλεξαν πρόσφατα μια σειρά από κοτόπουλα χωρίς φτερά».Ένα πουλερικό χωρίς πούπουλα επιτρέπει στους παραγωγούς να αφαιρέσουν το μάδημα από τη διαδικασία παραγωγής, μειώνοντας τα κόστη παραγωγής. «Το φαλακρό πουλί προσφέρει το ανατομικό ισοδύναμο της εργοστασιακής επιδημιολογίας που επιβάλλει η γεωργία στα πουλερικά – δημιουργώντας τεχνητές οικολογίες που δεν θα μπορούσαν ποτέ να διατηρηθούν στη φύση […] αλλά που επιτρέπουν την ταχύτερη επεξεργασία περισσότερων πουλερικών» (Wallace 2016: 60). Όσον αφορά στην παραγωγή αυγών, στην Κίνα οι χήνες εκτέθηκαν σε ένα αντιεποχιακό πρόγραμμα φωτισμού που προκάλεσε την ωοτοκία εκτός εποχής (όπ.π.: 60). «Σε συνδυασμό με τις γενετικές παρεμβάσεις, ο αντιεποχιακός φωτισμός προκαλεί ωοτοκία εκτός εποχής, χειρισμό των ωοτόκων πουλιών έξω από τη φυσική οικονομία μιας φωτοπεριοδικότητας που βασίζεται στον ήλιο για συνεχή παραγωγή 320 και πλέον αυγών κατά τη διάρκεια ζωής μόνο 72 εβδομάδων» (Wallace 2020: 104). Στην εκτροφή χοιρινών, σύμφωνα με τον Wallace (όπ.π: 108), η ανάπτυξη μετά τον τοκετό ορίζεται από μια σειρά χειρουργικών και περιβαλλοντικών παρεμβάσεων. Οι ουρές των γουρουνιών στερεώνονται συνήθως με σίδερο καυτηρίασης ή κόπτες, οι κυνόδοντες της άνω γνάθου αφαιρούνται για να σταματήσουν τα βαριεστημένα χοιρίδια να τρώνε το ένα τις ακαθαρσίες του άλλου και γίνεται ευνουχισμός με χημικά μέσα στα νεαρά άτομα. Σε μια προσπάθεια εξοικονόμησης αγροτικού χώρου και εργασίας, δηλαδή για λόγους περικοπής του κόστους παραγωγής, πολλές βιομηχανικές χοιρομητέρες τοποθετούνται σε μικρά κιβώτια κύησης και τοκετού, στα οποία δεν μπορούν να στραφούν. Το βασικό υγειονομικό κριτήριο παραγωγής ορίζεται με όρους μικρότερης θνησιμότητας τόσο για χοιρομητέρες όσο και για χοιρίδια. Εδώ βασίζεται η κτηνιατρική περίθαλψη. Ωστόσο, τα «υποθεραπευτικά αντιβιοτικά» (δηλαδή τα αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται για προληπτικούς λόγους) σε χοίρους, άλλα ζώα και πουλερικά (που αποτελούν το 80% της συνολικής χρήσης στις ΗΠΑ, τόσο σε ανθρώπους όσο και σε μη ανθρώπους), χρησιμοποιούνται πρωτίστως ως αυξητικοί παράγοντες και προληπτικά για ασθένειες οι οποίες «ως επί το πλείστον θα μπορούσαν να αποφευχθούν με αλλαγή του μοντέλου παραγωγής», ζήτημα που συνδέεται με το καπιταλιστικό σύμπλεγμα αγροτικής βιομηχανίας και μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών, στο οποίο θα αναφερθούμε και στη συνέχεια. Οι γεωργικές εφαρμογές συμβάλλουν στην αντίσταση στα αντιβιοτικά σε βακτηριακές λοιμώξεις που προκαλούν το θάνατο 23.000 έως 100.000 Αμερικανών ετησίως και, με την αυξανόμενη εφαρμογή, 700.000 ανθρώπων παγκοσμίως. Ενδεικτικό της οικονομικής συναρμογής αγροτικής βιομηχανίας και φαρμακοβιομηχανίας, είναι το παράδειγμα της «υδροχλωρικής ρακτοπαμίνης» (ractopaminehydrochloride), που έχει απαγορευτεί σε 160 χώρες, η οποία χορηγείται σε έως και 80% των γουρουνιών, των βοοειδών και της γαλοπούλας στις ΗΠΑ. Το φάρμακο, που αναπτύχθηκε αρχικά από τη φαρμακοβιομηχανία Eli Lilly ως θεραπεία άσθματος, μιμείται τις ορμόνες του στρες και χαλαρώνει τους μύες των αεραγωγών.Στα ζώα, προσθέτει περισσότερους μύες με λιγότερη τροφή.Έχουν τεκμηριωθεί εκατοντάδες χιλιάδες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη ρακτοπαμίνη, όπως υπερκινητικότητα, τρόμος, σπασμένα άκρα, δυσκαμψία, ανικανότητα βάδισης, θερμικό στρες και ευαισθησία, και θάνατος (όπ.π.: 104).

Πρόκειται για εντεινόμενες παραβιάσεις των «φυσικών νόμων της ζωής», προς όφελος της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Η περίπτωση της «σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών», στην οποία αναφερθήκαμε στην ενότητα 1.3. του πρώτου μέρους του άρθρου – με την οποία έγιναν παγκοσμίως γνωστές κάποιες απότις ακρότητες στην εκτροφή των ζώων κρεατοπαραγωγής – είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι «τα ζώα τρέφονται με άλλα ζώα» από τη δεκαετία του 1980. Ωστόσο, παρά τις προκληθείσες συνέπειες «υπάρχει αυξανόμενη δομική πίεση για χαλάρωση των απαγορεύσεων που ισχύουν στην Ευρώπη στα κρεατοστεάλευρα» (όπ.π.: 104). Αλλά πέραν αυτού, τα «βιομηχανικά μηρυκαστικά, που εξελίχθηκαν για να τρώνε χόρτο, τρέφονται συνήθως με φτηνές ζωοτροφές υψηλής περιεκτικότητας σε σιτηρά, χαμηλής περιεκτικότητας σε πίτουρο, που καταστρέφουν τα μικρόβια της μεγάλης κοιλίας, προκαλώντας οξέωση του μηρυκαστικού, μια μεταβολική διαταραχή που θα σκότωνε τα ζώα, αν δεν μεσολαβούσε η σφαγή τους» (όπ.π.: 104).6

Παράλληλα, η διεθνοποίηση της αγοράς τροφίμων, των αλυσίδων εφοδιασμού και της τεχνολογίας διευκόλυνε τις τεράστιες αυξήσεις στην κτηνοτροφική παραγωγή και τη διατροφική μετάβαση προς τη ζωική πρωτεΐνη. Η κύρια τάση στην κτηνοτροφία, που ήταν η γεωγραφική και διαρθρωτική μετάβαση από συστήματα χερσαίας, εκτεταμένης παραγωγής σε μεγάλης κλίμακας, εντατικές μονάδες παραγωγής, συνοδεύτηκε και από τη μετατόπιση της κτηνοτροφικής παραγωγής προς τη βιομηχανική παραγωγή χοιρινού κρέατος και κρέατος πουλερικών τα οποία εκτρέφονται σε Μονάδες Εντατικής Κτηνοτροφίας Μεγάλης Συγκέντρωσης (Dickson-Hoyle & Reenberg 2009: 106). Σε αυτά τα συστήματα εκτροφής «το απομακρυσμένο κεφάλαιο αντικαθιστά τους τοπικούς πόρους, η ζωική παραγωγή χωρίζεται λειτουργικά και χωρικά, ή “αποσυνδέεται”, από τη γη και τους περιορισμούς που επιβάλλονται από το τοπικό περιβάλλον και τη φυσική βάση των πόρων» (Dickson-Hoyle & Reenberg 2009: 107).

Ιδιαίτερα στους δυο αυτούς κλάδους της κτηνοτροφικής παραγωγής εμφανίζεται έντονη συγκέντρωση του κεφαλαίου στις βιομηχανίες ζωικής γενετικής-αναπαραγωγής, καθώς παγκοσμίως κυριαρχούν ελάχιστες πολυεθνικές επιχειρήσεις. Ιδιαίτερα «ο κλάδος εκτροφής πουλερικών έχει υποστεί εκτεταμένη συγκέντρωση τις τελευταίες δύο δεκαετίες.Στην εκτροφή κοτόπουλων κρεατοπαραγωγής κυριαρχούν τρεις επιχειρήσεις ενώ τόσο η εκτροφή ωοτόκων πτηνών όσο και η εκτροφή γαλοπούλας κυριαρχούνται από δύο επιχειρήσεις» (Harvey & Emel 2017: 43). Όπως, επίσης, υποστηρίζουν οι Harvey & Emel, «Η συγκέντρωση προέκυψε από το υψηλότερο πάγιο κόστος που προκύπτει από το μέγεθος και τη γεωγραφική εμβέλεια λόγω της προόδου της μοριακής βιολογίας και των οικονομιών κλίμακας» (όπ.π.: 43). «Η βιομηχανία γενετικής χοίρων είναι λιγότερο συγκεντρωμένη από τη βιομηχανία πουλερικών, αλλά […] έχει παγιωθεί την τελευταία δεκαετία με την περαιτέρω ανάπτυξη της μοριακής βιολογίας και της γενετικής επιστήμης» (όπ.π. 43˙ βλ. σχετικά και Wallace 2020: 103˙ Gura 2007).

Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στον Πίνακα 2, δείχνουν ότι η ενσταβλισμένη-εντατική κτηνοτροφία παραγωγής χοιρινού κρέατος και κρέατος πουλερικών, εν συγκρίσει προς την εκτροφή για την παραγωγή βόειου και πρόβειου κρέατος, μειώνει την εξάρτηση από τον «παραγωγικό συντελεστή» έδαφος όπως και από την ποσότητα ζωοτροφής (βλ. σχετικά Ritchie & Roser 2019b). Σε επίπεδο παραγωγής θερμίδων το κρέας πουλερικών προσφέρει τις περισσότερες θερμίδες μετά το πρόβειο κρέας.


Πίνακας 2: Απαιτήσεις εκτροφής σε γη και ζωοτροφή και παραγόμενες θερμίδες

ανά κιλό εκτρεφόμενου ζώου


Έκταση γης (m2)

Ζωοτροφή (kg)

Χιλιοθερμίδες (Kcal)/kg

Βόειο

326, 21

25

1290

Πρόβειο

369, 81

15

2830

Χοιρινό

17, 36

6, 4

1280

Πουλερικά

12, 22

3, 3

1670

Πηγή: Ritchie & Roser (2019a, 2019 b)· Calories24


Η μικρότερη εξάρτηση της παραγωγής χοιρινού κρέατος και κρέατος πουλερικών από τον συντελεστή έδαφος (είτε στο επίπεδο της έκτασης εκτροφής είτε της έκτασης παραγωγής ζωοτροφών) περιορίζει ή και ακυρώνει στην περίπτωση αυτή την «κοινωνική “διαστροφή” του εδάφους [που] εμφανίζεται [...] ως μία κοινωνική στενότητα, τόσο της καλλιεργήσιμης γης όσο και των πρωτογενών προϊόντων, εν σχέσει με τα άλλα κοινωνικά αγαθά, για τα οποία δεν υπάρχει κανένα όριο, εκτός από την ίδια την παραγωγική δύναμη της κοινωνίας» (Βεργόπουλος 1975: 204). Αυτός ο περιορισμός ή η ακύρωση σημαίνει περιορισμό της εξάρτησης από το μονοπώλιο της γαιοκτησίας της γης (και τις γαιοπροσόδους) και μικρότερη εξάρτηση του παραγωγού από τις βιομηχανίες παραγωγής ζωοτροφών (και τα συναφή ολιγοπώλια – βλ. MarketResearchReports), επομένως και μείωση της εξάρτησης της κερδοφορίας από τις τιμές των πρώτων υλών (βλ. σχετικά Μαρξ 2007: κεφ. 6) και τις διακυμάνσεις τους (επομένως και την περιβαλλοντική κρίση πρώτου είδους, βλ. σχετικά το θεωρητικό πλαίσιο στην εισαγωγή του πρώτου μέρους του άρθρου). Σημαίνει επίσης διευρυμένη δυνατότητα του κεφαλαίου (μεγάλου, μεσαίου ή μικρού) όχι μόνο για επένδυση επί της αγροτικής γης αλλά και για δημιουργία «νέων» (κατά βάση καπιταλιστικών) επιχειρήσεων «πάνω από τις παλιές», δυνατότητα που ο Λένιν (1986: 20, 23) δεν είχε αποκλείσει αναφορικά με την επένδυση κεφαλαίου στη σφαίρα της αγροτικής παραγωγής, παρά «το περιορισμένο της γης» (βλ. σχετικά και Οικονομάκης 2000). Τα δεδομένα αυτά, πέραν άλλων παραγόντων, ερμηνεύουν τη μετατόπιση της κτηνοτροφικής παραγωγής προς την ενσταβλισμένη-εντατική χοιροτροφία και πτηνοτροφία, αλλά και γενικότερα την επέκταση της λιγότερο εξαρτώμενης από τον συντελεστή έδαφος ενσταβλισμένης-εντατικής κτηνοτροφίας. Εδώ θα πρέπει να συμπεριληφθούν η μείωση της ποσότητας σταθερού κεφαλαίου ανά μονάδα προϊόντος (παρά την υποκατάσταση της φύσης-γης από την τεχνική, βλ. πιο κάτω) την οποία επιτρέπει η «βιομηχανοποίηση» της εκτροφής στην ενσταβλισμένη-εντατική εκτροφή (ήτοι, οι οικονομίες κλίμακας που αναπτύσσουν τέτοιου τύπου εκμεταλλεύσεις), αλλά και η συναρτώμενη με τις οικονομίες κλίμακας «οικονομία στη χρησιμοποίηση σταθερού κεφαλαίου» (βλ. σχετικά Μαρξ 2007: κεφ. 5).

Αλλά, αυτή η διαδικασία έχει αντιφάσεις όπως προκύπτει από την έκταση της χρήσης ζωοτροφών για την εκτροφή του έγκλειστου ζωικού κεφαλαίου. Αν και ο εγκλεισμός, η αυξημένη συγκέντρωση των ζώων και οι επιστημονικές τεχνικές μείωσαν την εξάρτηση από τη φυσική βάση της παραγωγικής διαδικασίας, η ζήτηση για ζωοτροφές αυξάνεται. Η αυξημένη ζήτηση για ζωοτροφή, η οποία οφείλεται στην επέκταση της κτηνοτροφικής παραγωγής – και ειδικότερα της χοιροτροφίας και πτηνοτροφίας – οδήγησε στην επέκταση της καλλιεργήσιμης γης, αλλά και στη μετατόπιση της χρήσης της, από την παραγωγή για τις άμεσες καταναλωτικές ανάγκες των ανθρώπων, στην παραγωγή σιταριού, σόγιας και αραβόσιτου για ζωοτροφή (Davis & D’ Odorico 2015: 818, 820).7

Συνεπώς, το κεφάλαιο περιορίζει τον ιστορικό φραγμό του μονοπωλίου της γαιοκτησίας στη σφαίρα της αγροτικής παραγωγής μέσω της ενσταβλισμένης-εντατικής κτηνοτροφίας, και ειδικότερα της ενσταβλισμένης-εντατικής χοιροτροφίας και πτηνοτροφίας .

Αυτός ο περιορισμός όμως γίνεται στη βάση μιας ακραίας, και ενάντια στις «οικορυθμιστικές» διαδικασίες, υποκατάστασης των «συντελεστών παραγωγής», και συγκεκριμένα της γης-φύσης από την τεχνική. Έχουμε, επομένως, πράγματι τη δημιουργία μιας «καπιταλιστικής φύσης» ενάντια στο φυσικό περιβάλλον, που είναι σύμφωνη, ωστόσο, με τη νεοκλασική θεωρία παραγωγής και τις θεωρήσεις της «κοινωνικής κατασκευής της φύσης» και της «δεύτερης φύσης». Όπως επισημάναμε στο θεωρητικό πλαίσιο στην εισαγωγή του πρώτου μέρους του άρθρου, πρόκειται για την ανάπτυξη μιας μετασχηματιστικής τεχνολογικής διαδικασίας η οποία δεν αποσκοπεί στο «να βελτιστοποιήσει τις συνθήκες για μετασχηματισμούς που είναι οι ίδιες οργανικές διαδικασίες, σχετικά αδιαπέραστες από σκόπιμη τροποποίηση», αλλά τροποποιεί σκόπιμα και αλόγιστα αυτές τις «οργανικές διαδικασίες» έχοντας ως αποτέλεσμα την παραβίαση των διαδικασιών «οικορύθμισης». Η διαδικασία αυτή εκφράζει την προσπάθεια του κεφαλαίου να υπερβεί ή ορθότερα να καταργήσει τη σχετική ανεξαρτησία του φυσικού περιβάλλοντος, σε πλήρη αντιπαράθεση με τα «φυσικά όρια» που υπαγορεύονται από τους «φυσικούς νόμους της ζωής ανταλλαγής της ύλης» και προς όφελος της, απόλυτα λογικής για το κεφάλαιο, κερδοφορίας του. Η κατασκευή μιας τέτοιας «φύσης» (ως έκφραση της υπαγωγής της φύσης στο κεφάλαιο), αποτελεί εκδήλωση του «μεταβολικού ρήγματος» και τηςπαραβίασης, ειδικότερα, των διαδικασιών «οικορύθμισης», είναι, ωστόσο, παράγοντας κρίσης: κρίσης των συνθηκών ανθρώπινης ανάπτυξης και (καθαυτό) οικονομικής κρίσης. Στη διαδικασία αυτή η επιστήμη όχι απλώς υπάγεται άμεσα στην υπηρεσία της κερδοφορίας του κεφαλαίου, αλλά αναπτύσσεται σε βάρος των όρων της ανθρώπινης ανάπτυξης.

Η ενσταβλισμένη-εντατική (καπιταλιστική, κατά κύριο λόγο) κτηνοτροφία, που αποτελεί βασικό συστατικό μέρος αυτής της «καπιταλιστικής φύσης», κατευθυνόμενη από τις γενετικές επιλογές των πολυεθνικών εταιρειών – που καθορίζουν τις νόρμες παραγωγικότητας - ανταγωνιστικότητας σε διεθνές επίπεδο των κτηνοτρόφων παραγωγών –, 8 αναπτύσσεται πάνω στη βάση της παραβίασης των «φυσικών ορίων» - «φυσικών νόμων της ζωής», και ειδικότερα των «οικορυθμιστικών» διαδικασιών, και ευθύνεται για τη μετάλλαξη αβλαβών σε θανατηφόρους ιούς και για την ανάπτυξη φονικών πανδημιών, όπως ήδη αναφέραμε στην ενότητα 1.5.3 του πρώτου μέρους του άρθρου ειδικότερα για την πτηνοτροφία.Όπως εξηγεί ο Wallace η κτηνοτροφία, και ειδικότερα η βιομηχανία πουλερικών, είναι σημαντική πηγή πανδημιών. «Κατασκευάζει εργοστασιακές φάρμες με σχεδόν γενετικά πανομοιότυπα ζώα για να θρέψει τους αστικούς πληθυσμούς. Αυτός είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να επιλέξετε τα χειρότερα παθογόνα […] Όταν βάζετε 15.000 σχεδόν γενετικά πανομοιότυπες γαλοπούλες σε ένα στάβλο, αφαιρείτε όλες τις ανοσολογικές ζώνες που είναι απαραίτητες για να εμποδίσετε την εξάπλωση των παθογόνων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επιλέγονται τα παθογόνα που μπορούν να καταστρέψουν τα απροστάτευτα ζώα το ταχύτερο [σκοτώνοντάς τα]. Επιλέγονται [δηλαδή] τα πιο θανατηφόρα στελέχη. Η άλλη πρακτική στη φάρμα του εργοστασίου που επιδεινώνει το πρόβλημα είναι ότι δεν επιτρέπεται στα ζώα να αναπαράγονται επιτόπου. Η βιομηχανία αναπαράγεται προωθώντας μορφομετρικά χαρακτηριστικά όπως ταχύτερη ανάπτυξη στους χοίρους και μεγαλύτερο στήθος σε κοτόπουλα και γαλοπούλες. Όλα αυτά γίνονται από εταιρείες αναπαραγωγής [...] και μακριά από τη φάρμα. Αυτή η αναπαραγωγή ομογενοποιεί τους πληθυσμούς και τους καθιστά λιγότερο ανθεκτικούς στους ιούς. Αλλά επίσης εμποδίζει τους πληθυσμούς των ζώων να ανταποκρίνονται σε μια κυκλοφορούσα ασθένεια σε πραγματικό χρόνο. Ας πούμε ότι μια ασθένεια ξεσπά σε ένα στάβλο και σκοτώνει το μεγαλύτερο μέρος του αποθέματος, αλλά μερικά επιβιώνουν. Λογικά, θα παίρνατε αυτά τα ανθεκτικά ζώα και θα τα εκτρέφατε για να επιτρέψετε στο κοπάδι […] μια ταχεία αντίσταση στο κυκλοφορούν παθογόνο. Αλλά χωρίς να αφήνετε τα ζώα να αναπαράγονται επιτόπου, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό. Καταργήσατε τη φυσική επιλογή ως γεωργική υπηρεσία» (Smith – InterviewWithRobWallace 2020).

Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται, κατά τον Wallace, ο ρόλος του καπιταλιστικού συμπλέγματος αγροτικής βιομηχανίας και μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών. Αντί «τη φυσική επιλογή ως γεωργική υπηρεσία», «οι αγροτικές επιχειρήσεις στηρίζονται περισσότερο σε παρεμβάσεις όπως τα εμβόλια και τα αντιβιοτικά που συχνά δεν λειτουργούν κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας.Αυτά τα προσοδοφόρα εμπορεύματα εξηγούν την αλληλεπικάλυψη και τη συνεχή συγχώνευση μεταξύ αγροτικών επιχειρήσεων, φαρμακευτικών εταιρειών και χημικών εταιρειών. Ασχολούνται με τον ανταγωνισμό με τη φύση.Γιατί;Γιατί είναι κερδοφόρο.Αν ξεφορτωθούν τα γόνιμα εδάφη, μπορούν να πουλήσουν λίπασμα.Εάν απαλλαγούν από την ικανότητα των κοπαδιών να προστατεύονται αναπτύσσοντας ανοσία σε πραγματικό χρόνο, μπορούν να πουλήσουν εμβόλια και αντιβιοτικά. Υπάρχει μια γεωγραφία σε αυτό.Αυτό το αγρο-φαρμακο-χημικό βιομηχανικό συγκρότημα δεν είναι αγροτική βιομηχανία […] οι αγροτικές επαρχίες αντιμετωπίζονται ως ζώνες θυσίας.Αυτό συμβαίνει τόσο στον παγκόσμιο Βορρά όσο και στον παγκόσμιο Νότο» (όπ.π.).


2.3.2. Κτηνοτροφία και χωρική επέκταση


Σε περιοχές της Ασίας, αρχικά η μετάβαση από την παραγωγή μικρής κλίμακας στην ενσταβλισμένη-εντατική κτηνοτροφία αντιστοιχούσε σε μια γεωγραφική μετατόπιση αυτού του είδους κτηνοτροφίας, και συγκεκριμένα, από τις αγροτικές σε αστικές και περιαστικές περιοχές. Γύρω από μεγαλουπόλεις όπως η Μπανγκόκ, η Μανίλα και το Πεκίνο, συγκεντρώνονται βιομηχανικές δραστηριότητες – «κόμβοι» σύνδεσης με την παγκόσμια οικονομία και το εμπόριο – όπου περιλαμβάνονται συστάδες μονάδων εντατικής κτηνοτροφίας. Στην Κίνα, το 80% αυτών των μονάδων είναι γύρω από μεγάλες πόλεις όπως το Πεκίνο και η Σαγκάη (Dickson-Hoyle & Reenberg 2009: 108). Αυτό σημαίνει ότι εστίες ζωονοσογόνου μεταφοράς μετατοπίστηκαν δίπλα σεπολυπληθείς ανθρώπινους πληθυσμούς. «Ωστόσο, σε μεταγενέστερα στάδια, παράγοντες όπως οι χαμηλότερες τιμές γης και εργασίας, μέτρα πολιτικής και βελτιωμένες τεχνολογίες μεταφοράς και αποθήκευσης συχνά απομακρύνουν μιαδεύτερη βάρδια από τα αστικά κέντρα» αναπτύσσοντας μια διαδικασία «“μετάβασης του ζωικού κεφαλαίου”», όπως στην Μπανγκόκ, «όπου τα φορολογικά κίνητρα που αποθαρρύνουν την πτηνοτροφία μεγάλης κλίμακας σε ακτίνα 100 km από το κέντρο της πόλης οδήγησαν σε ταχεία μείωση της πυκνότητας μεταξύ 1992 και 2000». Αν και, «το συνολικό μοτίβο εξακολουθεί να είναι συγκεντρωμένες ομάδες ενσταβλισμένης-εντατικής κτηνοτροφίας, με αποτέλεσμα τόσο την αυξημένη συγκέντρωση όσο και την εξάπλωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων» κοντά σε πολυπληθείς ανθρώπινους πληθυσμούς (όπ.π.: 108), έχουμε εντούτοις και μια δυναμική διαδικασία χωρικών επεκτάσεων του κεφαλαίου, που συνδέονται με την κτηνοτροφία, και γενικότερα την αγροτική σφαίρα. Στη Βραζιλία, για παράδειγμα, «οι κρατικές επιδοτήσεις, οι πολιτικές κατοχής γης που δίνουν κίνητρα για την εκκαθάριση της γης και η προσανατολισμένη προς τις εξαγωγές παραγωγή – που διευκολύνεται σε μεγάλο βαθμό από τα αναπτυσσόμενα δίκτυα μεταφορών και το διεθνές εμπόριο – ευνόησαν την επέκταση των κτηνοτρόφων μεγάλης κλίμακας και τη μετατροπή των δασών σε βοσκότοπους» (όπ.π.: 109). Όπως τονίζουν οι Dickson-Hoyle & Reenberg (όπ.π.: 109): «Η αποψίλωση των δασών και η υπερβόσκηση έχουν ως αποτέλεσμα την τοπική διάβρωση και την εξάντληση των θρεπτικών στοιχείων των δασικών εδαφών˙ η απώλεια ενδιαιτημάτων συνιστά σημαντική απειλή για την ευρεία βιοποικιλότητα των περιοχών των τροπικών δασών, ενώ η εκκαθάριση και η καύση των δασών [… οδηγεί στην] απώλεια “δεξαμενών απορρόφησης άνθρακα”» και αναδεικνύει «τον ρόλο της κτηνοτροφικής παραγωγής στην τροπική αποψίλωση των δασών» (όπ.π. 109).

Τα παραπάνω εκφράζουν τις συνέπειες της χωρικής επέκτασης του κεφαλαίου, η οποία οδηγεί σε επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις των «φυσικών ορίων», δημιουργώντας, αναπτύσσοντας, επεκτείνοντας το «μεταβολικό ρήγμα» και τις παραβιάσεις των διαδικασιών «οικορύθμισης», προκαλώντας, επομένως, επαναλαμβανόμενες «κρίσεις στις συνθήκες της ανθρώπινης ανάπτυξης», όπως επισημάναμε στο θεωρητικό πλαίσιο στην εισαγωγή του πρώτου μέρους του άρθρου και στην ενότητα 1.6. του πρώτου μέρους – και εδώ εντάσσεται ερμηνευτικά και η πανδημία της Covid-19.

Σύμφωνα με τον Wallace, υπάρχουν δύο κύριες πηγές πανδημιών. Η μία συνδέεται με την ενσταβλισμένη-εντατική (βιομηχανική) κτηνοτροφία (η οποία είναι καπιταλιστική, κατά κύριο λόγο), που αναπτύσσεται πάνω στη βάση της παραβίασης των «φυσικών ορίων» - «φυσικών νόμων της ζωής» και ειδικότερα των «οικορυθμιστικών» διαδικασιών, και ευθύνεται για τη μετάλλαξη αβλαβών σε θανατηφόρους ιούς και για την ανάπτυξη φονικών πανδημιών. Η άλλη αφορά τη χωρική επέκταση του κεφαλαίου. Αυτή η χωρική επέκταση του κεφαλαίου εντείνει το «μεταβολικό ρήγμα», το οποίο εκδηλώνεται με «τη λεηλασία των δασών, που ανοίγει την ανθρώπινη κοινωνία στους ιούς, συμπεριλαμβανομένων των νυχτερίδων που υποκρύπτουν τον Έμπολα και τους κορονοϊούς.

Πολύπλοκα, πυκνά και απομονωμένα δάση συνήθως λειτουργούν για να συγκρατήσουν παθογόνα εντός του πληθυσμού των ξενιστών τους και ίσως σε μερικά άλλα είδη. Όταν οι αγροτικές επιχειρήσεις κόβουν το δάσος κάποιες αλλαγές συμβαίνουν. Η πολυπλοκότητα του δάσους που είχε εγκλωβίσει τους παθογόνους μικροοργανισμούς απλοποιείται. Αυτό απελευθερώνει τα παθογόνα να «πηδήξουν» πιο εύκολα σε άλλα είδη και πιο μακριά γεωγραφικά. Τα τυπικά είδη ξενιστών εγκαταλείπουν επίσης τα πρώην ενδιαιτήματά τους. Δεν πεθαίνουν απλώς. Πολλά είναι εύπλαστα συμπεριφορικά. Όταν οι νυχτερίδες εκδιώκονται από το δάσος, βρίσκουν νέες κατοικίες πιο κοντά στους ανθρώπινους πληθυσμούς, ανοίγοντας νέους δρόμους για τη διάδοση των ιών» (Smith – InterviewWithRobWallace 2020). Η ίδια η έναρξη της πρόσφατης πανδημίας, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Wallace (2020: 22), «σε μια συγκεκριμένη παραδοσιακή αγορά τροφής στη Γουχάν, με μια οριενταλιστική ενασχόληση με παράξενες και δυσάρεστες δίαιτες […] αντιπροσωπεύει τόσο το τέλος της βιοποικιλότητας που η ίδια τη Δύση καταστρέφει, όσο και μια αποκρουστική πηγή επικίνδυνων ασθενειών», που συνδέονται με την αλόγιστη επέκταση στη φύση σε βάρος των «φυσικών ορίων».

Σύμφωνα με τους Dickson-Hoyle & Reenberg (2009: 108), «Η κτηνοτροφία έχει ευρείες άμεσες και έμμεσες συνέπειες για το περιβάλλον, από την υποβάθμιση της γης λόγω υπερβόσκησης έως την απώλεια της βιοποικιλότητας από την αποψίλωση των δασών και τη μονοκαλλιέργεια. Πιο πρόσφατα, η βιομηχανική κτηνοτροφική παραγωγή ασκεί νέα πίεση στα τοπικά τοπία και τους πόρους μέσω της μαζικής παραγωγής ζωικών αποβλήτων και εκπομπών, της εξάρτησης από εισροές εντάσεως κεφαλαίου και της αυξημένης ζήτησης για νερό και καλλιέργειες ζωοτροφών».

Η εντατική κτηνοτροφία συνδέεται συστηματικά με την αποψίλωση των δασών, την απώλεια της βιοποικιλότητας, την υποβάθμιση της γης, την κατασπατάληση του νερού, την αύξηση των αερίων του θερμοκηπίου. Το πρόβλημα, επομένως, της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της περιβαλλοντικής κρίσης δεν περιορίζεται στη βιομηχανική χοιροτροφία-πτηνοτροφία. Όπως υποστηρίζουν οι Ritchie & Roser (2019b), η παραγωγή βόειου και αρνίσιου κρέατος επιβαρύνει περισσότερο το φυσικό περιβάλλον από την παραγωγή χοιρινού και πουλερικών όσον αφορά στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, στη χρήση γης και νερού.9

Το πρόβλημα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της περιβαλλοντικής κρίσης ανάγεται στην καπιταλιστική ιδιοποίηση της φύσης – στην υπαγωγή της φύσης στο κεφάλαιο. Οι επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις των «φυσικών ορίων», η δημιουργία και επέκταση του «μεταβολικού ρήγματος» μέσα και από παραβιάσεις των διαδικασιών «οικορύθμισης», οι επαναλαμβανόμενες «κρίσεις στις συνθήκες της ανθρώπινης ανάπτυξης», είναι το κοινό καπιταλιστικό χαρακτηριστικό και των δύο πηγών πανδημιών.

«Οι αγροτικές επιχειρήσεις ως τρόπος κοινωνικής αναπαραγωγής πρέπει να τερματιστούν οριστικά, έστω και μόνο ως θέμα δημόσιας υγείας.Η παραγωγή τροφίμων με υψηλή κεφαλαιοποίηση εξαρτάται από πρακτικές που θέτουν σε κίνδυνο ολόκληρη την ανθρωπότητα, βοηθώντας σε αυτή την περίπτωση να απελευθερωθεί μια νέα θανατηφόρα πανδημία» (Wallace2020: 35).


«Οι αγροτικές επιχειρήσεις ως τρόπος κοινωνικής αναπαραγωγής» μπορούν εντούτοις «να τερματιστούν οριστικά» μόνο με την ανατροπή της καπιταλιστικής σχέσης εκμετάλλευσης.


2. 4 . Οι αλλαγές στα καταναλωτικά πρότυπα διατροφής και το κρέας


Στη Νοτιοανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική, η παγκόσμια διασύνδεση των πολυπληθών πόλεων προκάλεσε τη σύγκλιση της διατροφής των κατοίκων τους μεδίαιτες «δυτικού τύπου» και με τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Κοινωνικοοικονομικές αλλαγές όπως τα μικρότερα μεγέθη των νοικοκυριών, η συμμετοχή των γυναικών στην εργασία και τα υψηλότερα εισοδήματα έστρεψαν το ενδιαφέρον σε «υψηλής αξίας» τρόφιμα μεταξύ των οποίων και σε κτηνοτροφικά προϊόντα. Η διεθνοποίηση του τομέα των τροφίμων και η ανάπτυξη των αστικών αγορών έκανε περισσότερους να αγοράζουν τα τρόφιμά τους από σούπερ μάρκετ.10 Η κυριαρχία των σούπερ μάρκετ στην αγορά τροφίμων άλλαξε τις καταναλωτικές συνήθειες, παρέχοντας ένα ευρύ φάσμα τροφίμων – σχεδιασμένα για τον «παγκόσμιο καταναλωτή της πόλης» (Dickson-Hoyle & Reenberg 2009: 106). Σε αυτές τις αλλαγές θα αναφερθούμε συνοπτικά στη συνέχεια.

Ο καπιταλισμός δημιούργησε πρότυπα κατανάλωσης μεταβάλλοντας τις διατροφικές συνήθειες χιλιετιών για το σύνολο των ανθρώπων του αναπτυγμένου και του αναπτυσσόμενου κόσμου. Η εντατική κτηνοτροφία και η παραγωγή εμπορεύσιμων ζωικών ειδών επηρέασε τις καταναλωτικές συνήθειες και δημιούργησε νέες αγορές.11

Οι διατροφικές συνήθειες προσαρμόστηκαν στις καπιταλιστικές κοινωνικές συνθήκες. «Η ζήτηση για τρόφιμα [ζωικής προέλευσης] αυξήθηκε όχι μόνο από τα υψηλότερα διαθέσιμα εισοδήματα των κατοίκων των πόλεων αλλά και λόγω της ανάγκης για πιο βολικά τρόφιμα που προέκυψε από την υψηλότερη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, τον λιγότερο διαθέσιμο χρόνο για μαγείρεμα και την προτίμηση για φαγητά που θα μπορούσαν να παρασκευαστούν γρήγορα ή που ήταν έτοιμα για κατανάλωση, οδηγώντας σε μεγάλη επέκταση τις βιομηχανίες επεξεργασμένου κρέατος» (Smil 2013: 97). Επειδή οι συχνές μετακινήσεις εμποδίζουν την παραδοσιακή προετοιμασία του φαγητού, πολλά άτομα καταφεύγουν σε γρήγορες και «έτοιμες» λύσεις όπως οι αλυσίδες γρήγορου, τυποποιημένου φαγητού (fastfood) (βλ. Ματάλα 2015: 129).12Επίσης, πολλές εταιρείες γρήγορου φαγητού για να προωθήσουν τα προϊόντα τους, επεμβαίνουν στην «ψυχαγωγική διάσταση» που έχει η τροφή για τα παιδιά, εστιάζοντας σε διαφημιστικές καμπάνιες που δανείζονται χαρακτήρες δημοφιλών σειρών κινουμένων σχεδίων (Ματάλα & Grivetti2015: 18).13

Στις μελέτες του για τη διατροφική μετάβαση προς την αυξημένη κατανάλωση κρέατος στο Βιετνάμ, ο Hansen υποστηρίζει ότι η «θέση του “εκδυτικισμού”» της διατροφής στην Ασία, η οποία έχει υποστηριχτεί από πολλούς μελετητές, και σύμφωνα με την οποία η υψηλή κατανάλωση κρέατος στην Ασία είναι αποτέλεσμα ενός «τυπικού “δυτικού” διατροφικού χαρακτηριστικού», που προκαλείται από την «αυξημένη παγκόσμια διασύνδεση», «διογκώνει τις ξένες επιρροές στις τοπικέςδιατροφικές πρακτικές», ενώ δεν εξηγεί «τις περισσότερες καθημερινές διατροφικές πρακτικές στο Βιετνάμ και το πόσο βαθιά ενσωματωμένες είναι οι διατροφικές κουλτούρες στην κοινωνία» (Hansen 2021: 101). Ωστόσο, η αυξανόμενη διατροφή εκτός σπιτιού, έχει θεωρηθεί ότι συνδέεται με αυξημένη κατανάλωση κρέατος στο Βιετνάμ, καθώς η παραδοσιακή οικογενειακή διατροφή περιλαμβάνει λιγότερο κρέας, ενώ αντίθετα στα εστιατόρια και στα καταστήματα γρήγορου φαγητού κυριαρχούν οι πρακτικές διατροφής «έντασης κρέατος» (Hansen 2018: 57, 64). Κατά τον ίδιο, αν και οι πολυεθνικές «franchises τροφίμων […] δεν οδηγούν απαραίτητα σε μια συνολική εκδυτικοποίηση της δίαιτας […] συμβάλλουν [ωστόσο] στην παγκοσμιοποίηση των τρόπων διατροφής με πιο έντονη κατανάλωση κρέατος και αποτελούν μέρος αυτού που είναι γνωστό ως “διατροφική μετάβαση” προς περισσότερα λιπαρά, ζαχαρούχα και επεξεργασμένα τρόφιμα», (όπ.π.: 113). Και συμπληρώνει: «Αυτό είναι αναπόσπαστο μέρος μιας καπιταλιστικής διατροφής, όπου τα εταιρικά συμφέροντα σε όλα τα συστήματα τροφίμων αποτελούν μέρος της ταυτόχρονης επέκτασης και του περιορισμού των επιλογών που είναι διαθέσιμες στους καταναλωτές» (όπ.π. 114).

Η αύξηση της κατανάλωσης ζωικής πρωτεΐνης συνδέεται με την αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος και την αστικοποίηση. «Η παγκοσμιοποιημένη κατανάλωση κρέατος ανθεί, ο κτηνοτροφικός τομέας επεκτείνεται». (Lundström 2019: 127). Η κατά κεφαλή κατανάλωση κρέατος υπολογίζεται για την τριετία 2018-2022 σε 34, 44 κιλά (Statista, extractedon 07/02/2022). Η κατανάλωση κρέατος πουλερικών και χοιρινού κρέατος ήταν το 76% της συνολικής κατά κεφαλή κατανάλωσης κρέατος το 2020 (OECD.Stat, extractedon 08/02/2022). «Οι “αναδυόμενες οικονομίες” όπως η Κίνα και η Βραζιλία (αν και όχι η Ινδία) έχουν τη μεγαλύτερη αύξηση κατανάλωσης.Ταυτόχρονα βλέπουμε ότι η Ευρώπη και ειδικά οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν οι πιο σκληροί καταναλωτές κρέατος στον πλανήτη, ενώ η χαμηλή κατανάλωση κρέατος συνεχίζει να καθορίζει τις διατροφικές συνήθειες στις “λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες” του κόσμου» (Lundström 2019: 127). Για παράδειγμα, στην Κίνα η κατανάλωση κρέατος αυξήθηκε εξαιτίας της αύξησης του μέσου κατά κεφαλήν εισοδήματος ειδικά των κατοίκων των πόλεων. Οι αλλαγές στην πρόσβαση σε τρόφιμα με νέες μορφές διανομής (σούπερ μάρκετ, τροφοδοσία εκτός σπιτιού) και η αστικοποίηση του πληθυσμού, οδήγησαν σε μείωση την κατανάλωση δημητριακών και οσπρίων την περίοδο 1991-2011, την ώρα που αυξανόταν η κατανάλωση ζωικών προϊόντων (Sans & Combris 2015: 109).

Επομένως, τα κτηνοτροφικά προϊόντα είναι σχετικά υψηλότερης εισοδηματικής ελαστικότητας ζήτησης σε σχέση με άλλα αγροτικά προϊόντα. Παρόλο που, σύμφωνα με το «νόμο του Engel», η αύξηση του εισοδήματος, για σταθερούς τους δημογραφικούς παράγοντες, μειώνει το ποσοστό του εισοδήματος που δαπανάται για τρόφιμα (Μηλιός κ.ά. 2011: 158), εντός του «προϋπολογισμού διατροφής», το ποσοστό του εισοδήματος που δαπανάται για κτηνοτροφικά προϊόντα αυξάνεται. Αυτό σημαίνει τάση σχετικής ανόδου των τιμών των κτηνοτροφικών προϊόντων, έναντι άλλων αγροτικών προϊόντων, κάτι που κατεξοχήν προσελκύει το κεφάλαιο που κατευθύνεται στην αγροτική οικονομία να επενδύσει στην κτηνοτροφική παραγωγή. Ταυτόχρονα, όμως, η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας στην ενσταβλισμένη-εντατική κτηνοτροφία, μειώνοντας το κόστος παραγωγής, μπορεί να εξασφαλίζει σχετικά χαμηλές τιμές αγοράς, δηλαδή σχετικά φθηνό κρέας για μαζική κατανάλωση.

Σύμφωνα με τον Hansen (2018: 66):


«οι αλλαγές στα συστήματα παροχής κρέατος έκαναν ταυτόχρονα το κρέας πολύ πιο προσιτό. Αυτό συνέβη μέσω τεράστιων αυξήσεων της παραγωγής στην κτηνοτροφική παραγωγή – συχνά […] στην Κίνα, με κρατική υποστήριξη – καθώς και μέσω της αυξημένης παγκόσμιας και περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης […] η παγκοσμιοποίηση των συστημάτων αγροδιατροφής και το άνοιγμα για ξένες επενδύσεις στο λιανικό εμπόριο τροφίμων είναι σημαντικοί επεξηγηματικοί παράγοντες για τη μετάβαση στη διατροφή. Για το Βιετνάμ, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Η απελευθέρωση του εμπορίου και των επενδύσεων έχει ανοίξει τον δρόμο για εισαγωγές φθηνού κρέατος και ζωοτροφών από το εξωτερικό, καθώς και για τη δημιουργία ξένων αλυσίδων γρήγορου φαγητού στη χώρα. Αυτές οι διαδικασίες μπορούν επαρκώς να γίνουν κατανοητές ως μέρος της χωρικής επέκτασης του καπιταλισμού».


Για τον ίδιο, είναι η χωρική επέκταση του καπιταλισμού και ο καπιταλιστικός μετασχηματισμός τμημάτων του πλανήτη (εν προκειμένω του Βιετνάμ) που κλιμακώνει τη μαζική παραγωγή και κατανάλωση κρέατος.

Γράφει σχετικά:


«η κλιμάκωση της κατανάλωσης κρέατος στο Βιετνάμ πρέπει να γίνει κατανοητή ως μέρος της χωρικής επέκτασης του καπιταλισμού και ενός συνολικού καπιταλιστικού μετασχηματισμού, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης μιας καταναλωτικής κοινωνίας. Αντί για το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της αύξησης του εισοδήματος και της αστικοποίησης, αυτές οι τάσεις γίνονται δυνατές από καπιταλιστικές διαδικασίες ανάπτυξης που ευνοούν τη μαζική παραγωγή και τη μαζική κατανάλωση κρέατος» (όπ.π.: 67).


Επίλογος:

Κτηνοτροφία, σχετική υπεραξία

και κρατική παρέμβαση


Σε παγκόσμια κλίμακα, η χωρική επέκταση του καπιταλισμού και του διατροφικού μοντέλου που κυρίως τον χαρακτηρίζει μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (όπως αυτό καθορίζεται κατά βάση από τα αναπτυγμένα δυτικά κέντρα του και το πρότυπο διατροφής που εξάγουν)14 συνοδεύεται από παγκόσμια επέκταση της μαζικής παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης κρέατος. Εξασφαλίζεται έτσι υψηλής θρεπτικής αξίας και σχετικά φθηνή διατροφή για μεγάλες μάζες πληθυσμού στις αναπτυγμένες ιδίως οικονομίες, όπως και στις οικονομίες σε δυναμική οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και εξοικονόμηση χρόνου εργασίας στην παρασκευή του οικιακού φαγητού μέσω και των διεθνών αλυσίδων έτοιμου φαγητού, όπου κυριαρχούν οι πρακτικές διατροφής «έντασης κρέατος». Δημιουργούνται, κατά συνέπεια, για το κεφάλαιο στις αναπτυγμένες χώρες και στις χώρες σε δυναμική οικονομικής ανάπτυξης (σε όλους τους τομείς της οικονομίας τους), όροι αύξησης της σχετικής υπεραξίας, εξαιτίας της αυξημένης παραγωγικότητας της εργασίας σε ένα βασικό (κυρίαρχο στις αναπτυγμένες χώρες) κλάδο παραγωγής μέσων συντήρησης (δεδομένου ότι η διατροφή αποτελεί τον σκληρό πυρήνα των μέσων συντήρησης). Δημιουργούνται επίσης (μέσω της μείωσης του «οικογενειακού αναγκαίου χρόνουεργασίας» για τη βασική-στοιχειώδη-βιολογική αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης μέσα στο νοικοκυριό) όροι περαιτέρω διεύρυνσης της εμπορευματοποίησης της οικιακής εργασίας, η οποία συναρτάται με τη διευρυμένη είσοδο των γυναικών στην παραγωγή – και ειδικότερα στη μισθωτή απασχόληση.

Όπως υποστηρίζει ο Μαρξ (1989: 65-66), αν και «υπάρχει αλληλεπίδραση ανάμεσα στα διάφορα συνθετικά στοιχεία» που συγκροτούν «κάθε οργανικό όλο», όπως εκείνο της παραγωγής, διανομής, ανταλλαγής και κατανάλωσης που «όλες τους αποτελούν μέλη μιας ολότητας, διαφορές μέσα σε μια ενότητα»,


«Η παραγωγή επικρατεί, τόσο πάνω στον εαυτό της […] όσο και πάνω στα άλλα συνθετικά στοιχεία. Απ’ αυτήν ξαναρχίζει ολοένα η διαδικασία. Το ότι ανταλλαγή και κατανάλωση δεν μπορούν να αποτελούν το επικρατέστερο στοιχείο είναι ολοφάνερο. Το ίδιο ισχύει και για τη διανομή σαν διανομή των προϊόντων».


Οι παραγωγικές ανάγκες του κεφαλαίου για κερδοφόρα διείσδυση στη σφαίρα της αγροτικής παραγωγής και για υπερπήδηση των φραγμών του μονοπωλίου της γαιοκτησίας και οι ευρύτερες ανάγκες του κεφαλαίου για αύξηση της αποσπώμενης υπεραξίας βρίσκονται στη βάση του σύγχρονου διατροφικού προτύπου (και της αντίστοιχης προς αυτό κατανάλωσης) του αναπτυγμένου καπιταλισμού, που παράγει και αναπαράγει σε διευρυμένη κλίμακα το «μεταβολικό ρήγμα» και την υποβάθμιση των συνθηκών της ανθρώπινης ανάπτυξης, με ή χωρίς πανδημίες.

Τα αστικά κράτη αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν την πανδημία στο πλαίσιο της «τεχνικο-διοικητικής» λειτουργίας τους, υπό τον καθορισμό της ταξικής τους λειτουργίας, δηλαδή του «πολιτικού εξουσιασμού» για την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής σχέσης εκμετάλλευσης και εξουσίας.

  • Αυτό σημαίνει ότι: Οι παρεμβάσεις των αστικών κρατών στην πρόσφατη παγκόσμια υγειονομική κρίση που πυροδότησε η πανδημία Covid-19 στόχο είχαν να αντιμετωπίσουν βραχυπρόθεσμα τις ακραίες εκδηλώσεις του φαινομένου – έστω και προσωρινά σε βάρος τμημάτων του κεφαλαίου ή κοινωνικών συμμαχιών του κεφαλαίου – καθώς μια ανεξέλεγκτη πανδημία θα έθετε σε κίνδυνο την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης και εν τέλει και την υποταγή των λαϊκών τάξεων στο κεφάλαιο, δηλαδή τη μακροπρόθεσμη αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος.

  • Επίσης σημαίνει ότι: Τα αστικά κράτη αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν την πανδημία υπό τους όρους και εντός του πλαισίου του καπιταλιστικού συμπλέγματος αγροτικής βιομηχανίας και μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών – δηλαδή εντός ενός πλαισίου «ανταγωνισμού με τη φύση», δηλαδή εντός του πλαισίου της νεότατης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Άλλωστε, «Για τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες [BigPharma], η παλιά παροιμία του “μην αφήνεις ποτέ μια κρίση να πάει χαμένη” ισχύει. Παρά τον ανθρώπινο πόνο που προκαλεί η Covid-19, όσο χειροτερεύει η κρίση, τόσο πιο επικερδής είναι η πιθανή ανταμοιβή για αυτούς. Στο τέλος της ημέρας, όπως κάθε άλλη ιδιωτική εταιρεία, είναι διαχειριστές ισολογισμών που ενδιαφέρονται μόνο για αυτό που μπορεί να αποφέρει το μεγαλύτερο κέρδος, απλώς τυχαίνει να βγάζουν χάπια και φάρμακα. Η βελτίωση της υγείας των ανθρώπων δεν είναι ο στόχος» (Murphy 2020) .

Οι αιτίες που δημιούργησαν την πανδημία είναι – εξ αντικειμένου – εκτός των αστικών κρατικών παρεμβάσεων. Κι αυτό, διότι οι αιτίες που γέννησαν την πανδημία (όπως και τις άλλες πανδημίες στον καπιταλισμό) ανάγονται στην (διαρκώς εντεινόμενη και εμπλουτιζόμενη με νέες επιστημονικές μεθόδους) καπιταλιστική ιδιοποίηση της φύσης προς όφελος της κεφαλαιακής κερδοφορίας. Οι πανδημίες είναι μορφές εκδήλωσης της περιβαλλοντικής κρίσης δεύτερου είδους, δηλαδή της «υποβάθμισης των συνθηκών ανθρώπινης ανάπτυξης από τον καπιταλισμό» (όπως υποστηρίξαμε στο θεωρητικό πλαίσιο στην εισαγωγή του πρώτου μέρους του άρθρου), και ως εκ τούτου είναι «εσωτερικές» της καπιταλιστικής σχέσης εκμετάλλευσης – και θα εξακολουθούν να είναι ενεργές όσο ο καπιταλισμός δεν ανατρέπεται. Τα αστικά κράτη, ως «συλλογικοί καπιταλιστές», ήτοι ως εκφραστές των μακροπρόθεσμων συμφερόντων και της απρόσκοπτης της καπιταλιστικής σχέσης εκμετάλλευσης, θα παρεμβαίνουν μόνο στον βαθμό που η περιβαλλοντική κρίση πλήττει τους όρους αναπαραγωγής της καπιταλιστικής σχέσης εκμετάλλευσης και την κερδοφορία (ευρέων και ισχυρών τμημάτων) του κεφαλαίου, ή μόνο στον βαθμό που οι όποιες «πράσινες» αναδιαρθρώσεις θα τονώσουν την κερδοφορία (ευρέων και ισχυρών τμημάτων) του κεφαλαίου. Τα αστικά κράτη δεν θα παρεμβαίνουν όσο η περιβαλλοντική κρίση υποβάθμισης των συνθηκών της ανθρώπινης ζωής δεν πλήττει τα ενσωματωμένα στις συνθήκες παραγωγής-αναπαραγωγής του κεφαλαίου στοιχεία ή τμήματα του φυσικού περιβάλλοντος.

Όπως υποστηρίξαμε στο πρώτο μέρος του άρθρου, δεν θα πρέπει να μας παραπλανά το ότι στην περίπτωση της τρέχουσας πανδημίας (γενικότερα στην περίπτωση πανδημιών), η περιβαλλοντική κρίση δεύτερου είδους (μπορεί να) έχει οικονομικές επιπτώσεις για το κεφάλαιο – οδηγώντας σε οικονομική κρίση. Η περιβαλλοντική κρίση δεύτερου είδους δεν έχει πάντα οικονομικές επιπτώσεις για το κεφάλαιο – όσο δεν ενσωματώνεται στους όρους αναπαραγωγής του κεφαλαίου η ολότητα του φυσικού περιβάλλοντος. Ο καπιταλισμός δεν διαθέτει κάποιο αυτόματο (διορθωτικό) μηχανισμό ανάσχεσης της περιβαλλοντικής κρίσης, όταν η περιβαλλοντική καταστροφή δεν επιδρά στην κερδοφορία του κεφαλαίου. Όσο όμως πλήττονται ενσωματωμένα στις συνθήκες παραγωγής-αναπαραγωγής του κεφαλαίου στοιχεία ή τμήματα του φυσικού περιβάλλοντος, οι κρατικές παρεμβάσεις συνοδεύονται και από την τάση για νέες χωρικές επεκτάσεις του καπιταλισμού και για νέες καπιταλιστικές ιδιοποιήσεις του φυσικού πλούτου, με εμβάθυνση των διαδικασιών δημιουργίας νέων «καπιταλιστικών φύσεων» (έκφραση της διευρυμένης υπαγωγής της φύσης στο κεφάλαιο), που με τη σειρά τους, δημιουργούν «νέες κρίσεις στις συνθήκες της ανθρώπινης ανάπτυξης», σε έναν επαναλαμβανόμενο «φαύλο κύκλο» κεφαλαιακής επέκτασης - υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος και των όρων ανθρώπινης ανάπτυξης.

Ως εκ τούτου, ο καπιταλισμός είναι εγγενώς «μη-βιώσιμος» και καταστροφικός για την ανθρώπινη ανάπτυξη.


Ευχαριστίες


Στον διευθυντή του περιοδικού καθηγητή Γιάννη Μηλιό και στον καθηγητή Βασίλη Δρουκόπουλο για τις γόνιμες παρατηρήσεις τους στο κείμενό μας.


Βιβλιογραφία


Ελληνική


Βεργόπουλος, Κ. (1975), Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα; η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας, Αθήνα: Εξάντας.

Ένγκελς Φ. (1988), Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Λένιν, Β. Ι. (1986), Το αγροτικό ζήτημα και οι «κριτικοί του Μαρξ», Μόσχα: Προγκρές.

Μαρξ, Κ. (1989), Grundrisse der Kritik der Politischen Ö konomie / Βασικές Γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος 1, Αθήνα: Εκδ. Στοχαστής.

Μαρξ, Κ. (2007), Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Ματάλα, Α. Λ. (2015), «Βιολογία και πολιτισμός Ο ρόλος της κουζίνας στη διατροφή» & «Διατροφή στην Ελλάδα - Από τα αρχαία συμπόσια στα σύγχρονα πρότυπα κατανάλωσης φαγητού», στο Ματάλα, Α. Λ. Διατροφή και πολιτισμός. Βιοπολιτισμικές προσεγγίσεις της επιλογής τροφής, Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών (ΣΕΑΒ)), Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο: 82-107 & 108-135.

Ματάλα, Α. Λ. & L. E. Grivetti (2015), «Επιλογή τροφής» & «Ιστορική διαδρομή των ειδών διατροφής. Από τη νεολιθική επανάσταση στην παγκοσμιοποίηση», στο Ματάλα, Α. Λ. Διατροφή και πολιτισμός, Βιοπολιτισμικές Προσεγγίσεις της Επιλογής Τροφής, Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών (ΣΕΑΒ), Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο: 1-22 & 23-52.

Μηλιός, Γ., Σ. Λαπατσιώρας & Γ. Οικονομάκης (2011), Εισαγωγή στην Οικονομική Ανάλυση, Αθήνα: νήσος.

Νικολακάκης, Ι. (2010), Παραδόσεις στο εργαστήριο εφαρμοσμένης διατροφής μηρυκαστικών ζώων, Φλώρινα: ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας, ΣχολήΤεχνολογίας Γεωπονίας, Τμήμα Ζωικής Παραγωγής.

Οικονομάκης, Γ. (2000), Ιστορικοί τρόποι παραγωγής, καπιταλιστικό σύστημα και γεωργία, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.


Αγγλική


Boyd, W. & M. Watts (2005), “Agro–industrial just–in–time: The chicken industry and postwar American capitalism”, in D. Goodman & M. Watts (eds), Globalising Food: Agrarian Questions and Global Restructuring, New York: Routledge: 139-165.

Crosby, F. A. (2003), The Columbian Exchange. Biological and Cultural Consequences of 1492 (30 th Anniversary Edition), Westport [etc.]: Praeger.

Davis, K. & P. D’Odorico (2015), “Livestock intensification and the influence of dietary change: A calorie–based assessment of competition for crop production”, Science of the Total Environment 538: 817–823, DOI:https://doi.org/10.1016/j.scitotenv.2015.08.126, https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S0048969715306288?via%3Dihub

Dickson-Hoyle, S. & A. Reenberg (2009), “The shrinking globe: Globalisation of food systems and the changing geographies of livestock–production”. Geografisk Tidsskrift, 109 (1): 105-112, DOI: https://DOI.org/10.1080/00167223.2009.10649599

Hansen, A. (2018), “Meat consumption and capitalist development: The meatification of food provision and practice in Vietnam”, Geoforum, 93: 57-68.

Hansen, A. (2021), “Eating a capitalist transformation, economic development, culinary hybridization, and changing meat cultures in Vietnam”, in A. Hansen and K. L. Syse (eds), Changing Meat Cultures: Food Practices, Global Capitalism, and the Consumption of Animals, Lanham, Boulder, New York, London: Rowman & Littlefield: 99-120.

Harvey, N. & J. Emel (2017), Geographies of Meat: Politics, Economy and Culture, London and New York: Routledge.

Lundström, M. (2019), “‘We do this because the market demands it’: alternative meat production and the speciesist logic”, Agriculture and Human Values, 36: 127-136.

May, J. D. (1980), “Effect of dietary thyroid hormone on growth and feed efficiency of broilers”, Poultry Science, 59: 888-892.

Murphy, D. (2020), “Big Pharma and the search for the vaccine”, Rupture Magazine, 2, Winter, November 13, https://rupture.ie/articles/big-pharma-and-the-search-for-the-vaccine

Ritchie, Η. & M. Roser (2019a), “Land Use”, Our World In Data, https://ourworldindata.org/land-use

Ritchie, Η. & M. Roser (2019b), “Meat and dairy production”, Our World in Data, https://ourworldindata.org/meat-production

Ritchie, H. & M. Roser (2020), “Environmental impacts of food production”, Our World in Data, https://ourworldindata.org/environmental-impacts-of-food

Sans P. & P. Combris (2015), “World meat consumption patterns: An overview of the last fifty years (1961-2011)”, Meat Science, 109:106-111, DOI: 10.1016/j.meatsci.2015.05.012.

Smil, V. (2013), Should We Eat Meat? Evolution and Consequences of Modern Carnivory, West Sussex: Wiley–Blackwell.

Smith, A. – Interview with Rob Wallace (2020), “Competing with nature: COVID-19 as a capitalist virus”, Spectre, October 16, https://spectrejournal.com/competing-with-nature/

Susanne, G. (2007), Livestock Genetics Companies: Concentration and proprietary strategies of an emerging power in the global food economy, Ober-Ramstadt, Germany: League for Pastoral Peoples and Endogenous Livestock Development, http://archiwalna.gajanet.pl/main_libs/files/assets/1/dla_publikacje_fermy-prv/LIVESTOC.pdf

Wallace, R. (2016), Big Farms Make Big Flu, New York: Monthly Review Press.

Wallace, R. (2020), Dead Epidemiologists: On the Origins of COVID-19, New York: Monthly Review Press.


Online πηγές - Sites


Calories24, https://calories24.com/

Market Research Reports, World’s Top 10 Animal Feed Companies, https://www.marketresearchreports.com/blog/2019/08/27/world%E2%80%99s-top-10-animal-feed-companies

OECD.Stat, OECD-FAO Agricultural Outlook 2017-2026, MEATS - OECD-FAO Agricultural Outlook 2017-2026 [https://stats.oecd.org/index.aspx?queryid=76854]

Statista (2022), “Per capita consumption of meat worldwide from 2018 to 2020, with a forecast for 2030, by region”, https://www.statista.com/statistics/1037429/per-capita-consumption-of-meat-worldwide-by-region/



1 Το κρέας αποτελεί εξαιρετική πηγή βασικών βιταμινών, μετάλλων και ιχνοστοιχείων. Η έλλειψη σιδήρου πλήττει έως και 1, 6 δισεκατομμύρια άτομα – σε χώρες χαμηλού εισοδήματος –, εμποδίζει την ανάπτυξη του εγκεφάλου περίπου του ήμισυ του παγκόσμιου συνόλου των παιδιών και ευθύνεται για κάθε πέμπτο μητρικό θάνατο. Η έλλειψη ψευδαργύρου είναι παράγοντας νοσηρότητας για το 1/4 των ανθρώπων στη Νοτιοανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική. Το 60% των ατόμων με άνοια ζουν σε χώρες όπου η πρόσληψη κρέατος είναι χαμηλή (Smil 2013: 24-27). Παρά τις ευεργετικές ιδιότητες το κρέας (ειδικά το κόκκινο) αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων και καρκίνου.

2 Μεγάλα ζώα – βοοειδή, γιακ, άλογα και καμήλες – χρησιμοποιούνταν για γεωργικές εργασίες, μετακινήσεις και μεταφορές, ενώ λίγο ήταν το κρέας από μικρότερα θηλαστικά (κουνέλια, χοίροι) και πουλερικά (περιστέρια, γαλοπούλες). Η χρήση ζωοτροφών ήταν περιορισμένη καθώς η γη κυριαρχούνταν από καλλιέργειες σιτηρών, οσπρίων και κονδύλων που παρείχαν το 80-85% της συνολικής ενέργειας (Smil 2013: 72-73).

3 Κάθε χρόνο θανατώνονται 80 δισεκατομμύρια ζώα (πουλερικά, βοοειδή, χοίροι, αρνιά, άλογα, κ.ά.). Το 1961 παρήχθησαν 71 εκατομμύρια τόνοι κρέατος, ενώ το 2018 παρήχθησαν 340 εκατομμύρια. Το χοιρινό και τα πουλερικά είναι τα δημοφιλέστερα είδη κρέατος παγκοσμίως (Ritchie & Roser 2019b). Παράγονται περίπου 800 εκατομμύρια τόνοι γάλακτος κάθε χρόνο – το διπλάσιο της ποσότητας πριν από πενήντα χρόνια. Το 1961 η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική ήταν κυρίαρχες στην παραγωγή κρέατος, αντιπροσωπεύοντας το 42% και το 25% αντίστοιχα, ενώ η Ασία παρήγαγε μόνο 12%. Η παραγωγή κρέατος στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική έχει αυξηθεί σχεδόν 2, 5 φορές, αλλά στην Ασία έχει αυξηθεί 15 φορές από το 1961 μέχρι το 2018. Διαφοροποιήσεις υπάρχουν ως προς τον τύπο κρέατος: το 1961, το κρέας από πουλερικά αντιπροσώπευε το 12% της παγκόσμιας παραγωγής αλλά το 2013 έφτασε το 35%. Το βόειο κρέας ως ποσοστό της συνολικής παραγωγής κρέατος έχει μειωθεί κατά το ήμισυ, αντιπροσωπεύοντας το 22%, ενώ το χοιρινό παρέμεινε στο 35-40% (Ritchie & Roser 2019b).

4 Τη δεκαετία του 1970, η CharoenPokphand (CP), ίδρυσε ορνιθοτροφεία στην Ταϊλάνδη και την Κίνα. Ήταν η πρώτη ξένη εταιρεία στην Κίνα που της επιτράπηκε να ιδρύσει μονάδα παραγωγής στο πλαίσιο των κινεζικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων (Wallace 2016: 62).

5 Η άγρια όρνιθα φτάνει στην ηλικία αναπαραγωγής σε 25 εβδομάδες, οι εξημερωμένες χρειάζονται 20 ακόμα και 18. Τα άγρια πτηνά φτάνουν στο μέγιστο βάρος σε 6 μήνες ενώ το κοτόπουλο ελευθέρας βοσκής φτάνει το βάρος σφαγής σε 2, 5. Στην Αμερική το 1935 το μέσο βάρος σφαγής ήταν 1, 3 κιλά, το 2010 έφτασε τα 2, 58 κιλά. Και χρειάστηκε όλο και λιγότερος χρόνος για να φτάσουμε σε αυτά τα αυξανόμενα βάρη της αγοράς: 113 ημέρες το 1935, 95 ημέρες το 1945, 47 ημέρες έως το 1995 και όχι περισσότερες από 42 ημέρες έως το 2010. Οι χοίροι, στη φύση, φτάνουν το πλήρες βάρος σε 2 χρόνια τα θηλυκά και σε 3 τα αρσενικά. Οι χοίροι που βρίσκονται σε ημι-περιορισμένες συνθήκες ωριμάζουν σε λιγότερο από ένα χρόνο, ενώ σε πολύ περιορισμένες συνθήκες φτάνουν το βάρος σφαγής τους (110-120 kg) σε 5, 5 μήνες. Ο κύκλος ζωής των βοοειδών είναι ο μεγαλύτερος σε σχέση με τα άλλα δύο είδη. Στις ΗΠΑ σιτίζονται εντατικά έως ότου φτάσουν τα 270 με 360 κιλά και στη συνέχεια μετακινούνται σε ελεγχόμενους χώρους τροφοδοσίας όπου συνεχίζεται η εκτροφή μέχρι να φτάσουν το αγοραίο βάρος (πάνω από 500 κιλά). Ο χρόνος από τη γέννηση ενός θηλυκού μοσχαριού έως τη σφαγή του απογόνου του είναι 50 με 56 εβδομάδες, πολύ μικρότερος σε σχέση με τις 145 εβδομάδες για ζώα που μεγαλώνουν με βόσκηση (Smil 2013: 115-117).

6 «Κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα των μηρυκαστικών ζώων είναι η ικανότητά τους να εξασφαλίζουν θρεπτικά συστατικά από τις χονδροειδείς ζωοτροφές και γενικότερα από τις κακής ποιότητας ζωοτροφές. Η ικανότητα των μηρυκαστικών, δεν οφείλεται σε κάποια ιδιαιτερότητα του ενζυμικού συστήματος του οργανισμού τους, αλλά σε γενικές γραμμές στη συμβιωτική σχέση μεταξύ του ζώου ξενιστή και του μικροβιακού πληθυσμού που εποικίζει στο περιβάλλον της μεγάλης κοιλίας και προκαλεί μια ποικιλία μικροβιακών ζυμώσεων, με τη βοήθεια των οποίων διευκολύνεται η διάσπαση των ζωοτροφών […] η οξέωση της μεγάλης κοιλίας [ΜΚ] προκύπτει ως αποτέλεσμα της υπερβολικής χορήγησης δημητριακών καρπών (ζάχαρα και άμυλο) [με σκοπό, και, την αυξημένη γαλακτοπαραγωγή], η οποία επιτρέπει στα βακτήρια που προτιμούν το άμυλο να κυριαρχήσουν στο περιβάλλον της ΜΚ, περιορίζοντας τη δράση των βακτηρίων που διασπούν την κυτταρίνη» (Νικολακάκης 2010: 2, 13-14).

7 Η παγκόσμια παραγωγή σόγιας, συγκεντρωμένη κυρίως στην Αργεντινή, τη Βραζιλία και τις ΗΠΑ, τριπλασιάστηκε μεταξύ 1984 και 2004 (Dickson-Hoyle & Reenberg 2009: 110).

8 Όπως κάθε επιχειρηματίας που γνωρίζει από τη συσσωρευμένη εμπειρία του κλάδου ότι π.χ. οι μηχανές της επιχείρησής του πρέπει να αντικαθίστανται ανά συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα από μηχανές που ενσωματώνουν τη νέα τεχνολογία του κλάδου (δηλαδή τη νέα τεχνολογική γενιά μηχανών), διαφορετικά η παραγωγή της επιχείρησής του θα υστερεί έναντι των ανταγωνιστών του ποσοτικά και ποιοτικά (Μηλιός κ.ά. 2011: 45), έτσι και ο επιχειρηματίας του κλάδου της βιομηχανικής κτηνοτροφίας θα πρέπει να αντικαθιστά-ανανεώνει το ζωικό του κεφάλαιο ανά συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα ανταποκρινόμενος στις εξελίξεις της τεχνολογίας παραγωγής στον κλάδο του (και στα επικρατούντα κάθε φορά πρότυπα «ποιότητας» παραγωγής), για να παραμένει «ζωντανός» στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό. Ο ανταγωνισμός, σε κάθε περίπτωση, διαπερνάει το σύνολο του παραγωγικού κυκλώματος, τόσο τους κατασκευαστές των μέσων παραγωγής (μηχανών ή «γενετικά βελτιωμένων» ζώων) όσο και τους αγοραστές τους.

9 Στην ΕΕ, η μείωση κατά 25-50% της τρέχουσας κατανάλωσης ζωικής πρωτεΐνης θα μείωνε 25-40% τις ποσότητες αερίων του θερμοκηπίου και (περίπου) 40% των αζωτούχων ενώσεων (Sans & Combris 2015: 107). Τα απόβλητα από κρέας αποτελούν σημαντικό μέρος της τροφής που πετιέται ετησίως. Στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική υπολογίζονται σε 100 kg/άτομο (Smil 2013: 131). Σημαντική είναι η υποβάθμιση του περιβάλλοντος από την απορροή θρεπτικών ουσιών στα υδατικά οικοσυστήματα (ευτροφισμός). Για ένα κιλό βοδινού διαχέονται 365 gr φωσφορικών ενώσεων, για το πρόβειο 97 gr, για την παραγωγή ενός kg χοιρινού και κρέατος πουλερικών διαχέονται 76, 38 gr και 48, 7 gr αντίστοιχα (Ritchie & Roser 2020).

10 Στην Κίνα μεταξύ 1999 και 2001, το μερίδιο των σούπερ μάρκετ στην αστική αγορά τροφίμων αυξήθηκε από 30% σε 48% (Dickson-Hoyle & Reenberg 2009: 106).

11 Στις ΗΠΑ, μέχρι τη δεκαετία του 1970, το νέο μοντέλο παραγωγής προσέφερε περισσότερα πουλερικά από ό, τι χρειάζονταν οι Αμερικανοί. Επήλθε κορεσμός που έκανε τη βιομηχανία πουλερικών να δημιουργήσει «μια συναρπαστική σειρά νέων προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των κοτομπουκιών, των λωρίδων κοτόπουλου για σαλάτες και τροφές για γάτες» (Wallace 2016: 62). Οι αγορές που δημιουργήθηκαν απορρόφησαν πλήρως την παραγωγή εντός και εκτός των ΗΠΑ.

12 Η επέκταση της παραγωγής πουλερικών οδήγησε σε άνοδο την KFC φτάνοντας να έχει πάνω από 20.000 καταστήματα σε όλο τον πλανήτη. Η McDonald’s είναι, παγκοσμίως, η μεγαλύτερη εταιρεία γρήγορου φαγητού και «το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο της παγκοσμιοποίησης της γεύσης» χάρη στο τηγανητό βόειο κρέας που σερβίρεται σε χάμπουργκερ. Ένα άλλο γρήγορο φαγητό, η πίτσα, συνδέεται με το επεξεργασμένο κρέας. Το 60% όλων των ειδών πίτσας στις ΗΠΑ περιέχει κάποιο προϊόν κρέατος, το βόειο κρέας είναι το αγαπημένο κάλυμμα πίτσας στη Σαουδική Αραβία και την Ολλανδία και ο κιμάς στην Ινδία (Smil 2013: 111–112).

13 Οι νέοι βλέπουν πάνω από 40.000 διαφημίσεις κάθε χρόνο στην τηλεόραση, το διαδίκτυο, τα περιοδικά και τους χώρους ψυχαγωγίας και εστίασης (Ματάλα & Grivetti2015α: 19).

14 Όπως επισημαίνει ο Hansen (2018: 66), «πολλές πρακτικές διατροφής εμπνευσμένες από το εξωτερικό θεωρούνται ως έκφραση σημαντικού κοινωνικού στάτους.Το φαγητό σε ξένα καταστήματα γρήγορου φαγητού είναι δημοφιλές μεταξύ των νέων και έχει γίνει πολύ δημοφιλές για παιδικά πάρτι γενεθλίων (που είναι επίσης μια εν πολλοίς εισαγόμενη πρακτική)». Μεταξύ των παραγόντων που εξηγούν την «αυξανόμενη κατανάλωση κρέατος» θα πρέπει να συμπεριληφθούν οι «ξένες (δυτικές) επιρροές».