«Οφείλουμε να έχουμε ακριβή συνείδηση αυτής της πραγματικής / αληθινής κριτικής και να την εκφράζουμε όχι μόνο θεωρητικά αλλά πολιτικά. Με άλλα λόγια οφείλουμε να δεθούμε περισσότερο με το παρόν για το οποίο εμείς οι ίδιοι έχουμε βοηθήσει να δημιουργηθεί, ενώ να έχουμε συνείδηση του παρελθόντος και την συνέχιση (και επαναφορά) του».

Αντόνιο Γκράμσι1


«Η “Μεγάλη Ιδέα”, η ανάσταση του “Μαρμαρωμένου Βασιλιά”, ο Αγαθάγγελος, ο πόλεμος εναντίον “των απίστων Μουσουλμάνων” για “του Χριστού την πίστιν την αγία” – ιδού τα μεσαιωνικά συνθήματα με τα οποία οι εμποροτοκογλύφοι κι η ημιφεουδαρχική κι εμπορευόμενη Ορθόδοξος Εκκλησία επί ολόκληρους αιώνες έχουνε γαλουχήσει τις ελληνικές εργαζόμενες μάζες και τις έχουν ποτίσει το δηλητήριο του πιο έντονου σωβινισμού, της πιο γελοίας προγονοπληξίας και του πιο ελεεινού εθνικού εγωκεντρισμού. Το σύνθημα της Ένωσης με την Ελλάδα είναι για την Κύπρο η περιεκτική εκδήλωση όλων των παραπάνω εθνικών και θρησκευτικών προλήψεων.

Οι εργαζόμενες όμως μάζες τόσο στην Κύπρο, όσο και στην Ελλάδα άρχισαν πια να απελευθερώνονται από την πνευματική επιρροή της αστικοφεουδαρχικής ιδεολογίας και βρήκαν πια το δρόμο που θα τις οδηγήσει στην οικονομική και πνευματική τους απελευθέρωση – το δρόμο της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης του Κομμουνισμού».

Χαράλαμπος Βατυλιώτης (με το ψευδώνυμο Νίκος Κλεομένης, 1931), «Εθνικισμός ή Κομμουνισμός;»2


Εισαγωγή


Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί επέκταση του επιμέτρου που δημοσιεύεται στο βιβλίο επιμέλειας Νίκου Χριστοφή με τίτλο, Μεταξύ έθνους και τάξης: Αριστερές και Κυπριακό, 1920-1970 (Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Ψηφίδες, 2022). Επιχειρεί να εξετάσει τη γένεση και εξέλιξη του κυπριακού ζητήματος από τη στιγμή της εμφάνισης της κομμουνιστικής Αριστεράς στην ύστερη περίοδο της βρετανικής αποικιοκρατικής κυριαρχίας στην Κύπρο, αξιολογώντας κριτικά διάφορες προσεγγίσεις για την ιστορία της Αριστεράς αναφορικά με το Κυπριακό από τον εικοστό στον εικοστό πρώτο αιώνα.

Η πρώτη ενότητα του παρόντος κειμένου αποτελεί διευρυμένη εκδοχή του επιμέτρου του πιο πάνω βιβλίου, ενώ η δεύτερη επεκτείνει την προβληματική μέχρι τη σημερινή εποχή, εστιάζοντας στις δύσκολες σχέσεις των αριστερών/κομμουνιστικών κομμάτων σε Κύπρο και Ελλάδα. Τελειώνει δε με μια παρέκβαση στη συγκυρία, εξετάζοντας την πρόσφατη αναθεώρηση της θέσης του ΚΚΕ αναφορικά με τη λύση Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας στην Κύπρο.


1. Διαβάζοντας το Κυπριακό και την Αριστερά συγκριτικά στο παγκόσμιο συγκείμενο: Κύπρος-Ελλάδα-Τουρκία


Ο συλλογικός τόμος Μεταξύ έθνους και τάξης περιέχει διαφορετικές προσεγγίσεις γύρω από ένα καυτό ιστορικό ζήτημα.3 Ωστόσο, αυτό δεν αφορά μόνο στο παρελθόν, αλλά πρωτίστως ενδιαφέρει το παρόν και το μέλλον. Εξετάζει το ζήτημα της Κύπρου: Σε ποιον τελικά ανήκει η Κύπρος ; Πρόκειται για μια σημαντική συνεισφορά στην ελλιπή βιβλιογραφία γύρω από την Αριστερά και το Κυπριακό στο κρίσιμο αυτό τρίγωνο στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο τόμος αυτός φωτίζει άγνωστες πτυχές της ιστορίας της Αριστεράς των τριών χωρών σε σχέση με το Κυπριακό και συνεισφέρει στις προσπάθειες για μια σύγχρονη αναστοχαστική ματιά. Αποτελεί σημαντική καινοτομία το ότι εξετάζει τα πράγματα μέσα από τέσσερις διαφορετικές εθνοτικές οπτικές της Αριστεράς του τριγώνου Κύπρου-Ελλάδας-Τουρκίας, από κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που υπόσχονταν να αλλάξουν τον κόσμο, εμπνεόμενες από τα ιδανικά του σοσιαλισμού.4 Εδώ επιχειρώ μια κριτική αξιολόγηση έτσι ώστε να ανοιχτούν ζητήματα που οφείλουμε να συζητήσουμε και να εξαχθούν συμπεράσματα.

Στο Κυπριακό υπάρχουν κοινές ή συγγενικές, αλλά και συγκρουόμενες προσεγγίσεις ανάμεσα στις διάφορες ιδεολογικές παραδόσεις και σχολές στον χώρο της Αριστεράς. Ένας μελλοντικός τόμος οφείλει να εξετάσει ξανά συγκριτικά τις διάφορες προσεγγίσεις του Κυπριακού.5 Το «εθνικό ζήτημα» της Κύπρου, ή το Κυπριακό «πολιτικό πρόβλημα» όπως το λέμε σήμερα, παραμένει και κατά τον 21ο αιώνα τεράστιο ζήτημα. Το ότι άλλαξε όνομα έχει τη σημασία του, μιας και έχουμε ριζική μεταβολή στον χαρακτήρα και τη μορφή του. Πρόκειται για πολιτικό ζήτημα, με βάση το οποίο οι αριστερές δυνάμεις των τριών χωρών έχουν περάσει μακρές κρίσεις και σοβαρότατες δοκιμασίες και εξακολουθούν να δοκιμάζονται.

Τα κείμενα του τόμου αναφέρονται στο ΚΚΚ/ΑΚΕΛ, το ΣΕΚΕ/ΚΚΕ, την ΕΔΑ και το TİP σε σχέση με το εθνικό ζήτημα κατά την αποικιακή περίοδο, ενώ κάποια καλύπτουν μέρος της περιόδου μετά την ανεξαρτησία του κυπριακού κράτους κατά τη δεκαετία του 1960.

Η συμβολή των Αλέκου και Σακελλαρόπουλου αναδεικνύει τα διλήμματα και τις ιδιαίτερα προβληματικές σχέσεις ανάμεσα στη ελληνική και την κυπριακή Αριστερά μέσα από άγνωστα και άκρως διαφωτιστικά κείμενα που δείχνουν τις εντάσεις, τις τομές και τις ρήξεις ανάμεσα στα «αδελφά κόμματα». Το κείμενο των Αχμέτ Τζαβίτ Αν και Νίκου Χριστοφή «Η Τουρκοκυπριακή Αριστερά και τα προβλήματα συνεργασίας με την Ελληνοκυπριακή Αριστερά», μέσα από πολύτιμα τεκμήρια και αφηγήσεις των ιδίων των Τουρκοκυπρίων αριστερών, εξετάζει την ένταση στην προβληματική συνεργασία ανάμεσα στην τουρκοκυπριακή και την ελληνοκυπριακή Αριστερά αναδεικνύοντας τις αντιφάσεις και παλινδρομήσεις της πορείας τους. Τέλος, τα κείμενα των Αντωνίου (για την ΕΔΑ, κυρίως, αλλά το ίδιο ισχύει για το ΚΚΕ), και του Χριστοφή (για το TİP), όταν διαβαστούν μαζί, καταδεικνύουν μια αξιοσημείωτη συμμετρία στη «σταδιακή ταύτισή τους με τον κυρίαρχο εθνικισμό», ο οποίος ντύνεται με «αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο», όπως εύστοχα υποδεικνύει ο Χριστοφής στην εισαγωγή του τόμου. Η ανάγνωση όλων των κειμένων του τόμου αυτού μας οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα πως υπάρχει σαφέστατη παρέκκλιση των αριστερών δυνάμεων στις τρεις χώρες από τη βασική αρχή που καθιέρωσαν ο Λένιν και άλλοι μαρξιστές, ότι δηλαδή, πρωταρχικό καθήκον των κομμουνιστών/σοσιαλιστών και ευρύτερα των αριστερών δυνάμεων είναι να καταστούν πρωτοποριακή δύναμη ενάντια στον εθνικισμό-σοβινισμό και τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις και ιδεολογίες της δική τους αστικής τάξης .6 Παρότι αρχικά, κατά τις δεκαετίες 1920-30 και μέχρι τις δεκαετίες 1940-50, οι δυνάμεις της Αριστεράς στην Ελλάδα και την Τουρκία (σε μικρότερο βαθμό) ανέπτυξαν μια καθαρή διεθνιστική στάση κόντρα στο εθνικιστικό σοβινισμό, στην πορεία, μετέβαλαν την πολιτική τους γραμμή, η οποία ευθυγραμμίστηκε πλέον με τα εθνικιστικά εγχειρήματα των χωρών τους.

Σταδιακά, αλλά σταθερά, τα κόμματα της ελληνικής και τουρκικής Αριστεράς, επιδίωξαν να ηγεμονεύσουν επί της κυπριακής Αριστεράς, είτε γιατί θέλησαν να «παίξουν» στην κεντρική πολική σκηνή, είτε λόγω ιδεολογικών και πολιτικών διεργασιών. Παραδόξως, ο ηγεμονισμός αυτός αντικατοπτρίζει την ίδια συμμετρία στις ιμπεριαλιστικές σχέσεις των «μητροπολιτικών μητέρων πατρίδων» με τη «θυγατέρα» Κύπρο εντός ενός ανταγωνισμού με τη Δεξιά για το ποιος θα είναι ο πιο συνεπής ή αποτελεσματικός «πατριώτης». Όπως θα συζητήσω πιο κάτω, παρόμοιες τάσεις αναπτύσσονται και στην ίδια την κυπριακή Αριστερά σε βάρος της δημιουργίας ενός κοινού μετώπου πάλης Ελληνοκυπρίων (Ε/Κ) και Τουρκοκυπρίων (Τ/Κ) εργατών και υποτελών τάξεων. Κι έτσι στην πράξη εξουδετερώνεται η δυνατότητα οποιουδήποτε κυπριακού αντιιμπεριαλιστικού μετώπου κόντρα στον βρετανικό, κι ευρύτερα ΝΑΤΟϊκό ιμπεριαλισμό, καθώς και η προοπτική ταξικής και ιδεολογικής πάλης ενάντια στην αστική τάξη των χωρών τους, που θα μπορούσε να αμφισβητήσει εκ βάθρων την ηγεμονία των καταστροφικών εθνικισμών που μας έφεραν στο αδιέξοδο που ζούμε στην Κύπρο.7 Πρόκειται για την προϊστορία της περιόδου 1960-1974, και ό, τι συνέβη στη συνέχεια, που οπωσδήποτε πρέπει να απασχολήσει επόμενο τόμο.

Η ανεξαρτησία αποτελεί το κομβικό ιστορικό ορόσημο που δεν έχει επιστροφή στο status quo ante . Τότε ολοκληρώνεται, τυπικά και νομικά, η περίοδος της αποικιοκρατίας, κι αρχίζει μια καινούρια σελίδα στην ιστορία του νησιού. Ασφαλώς, μια ιστορική περίοδος δεν γεννάται από το μηδέν, δεν αποτελεί παρθενογένεση. Βασίζεται στα ιστορικά προηγούμενα, εξ ου και όλες οι πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες βασίζονται στην Ιστορία για να συγκρίνουν πώς ήταν τα πράγματα και πώς άλλαξαν. Το συγκριτικό πλαίσιο συνδράμει τα μέγιστα στην ανάλυση και κατανόηση του εθνικισμού στα αποικιακά, νεοαποικιακά και μετααποικιακά δεδομένα, ωστόσο λείπει από τη βιβλιογραφία. Τα επιμέρους κεφάλαια στον τόμο αυτό αντανακλούν διαφορετικές οπτικές εντός της Αριστεράς στην Κύπρο, την Ελλάδα και την Τουρκία, η ανάγνωση των οποίων οπωσδήποτε θα διεγείρει πολεμικές αποκρίσεις. Αυτό ίσως αποδειχθεί και μία εκ των συνεισφορών του τόμου αυτού.8

Κοινή αφετηρία των πέντε κεφαλαίων είναι ότι επιχειρούν να προσεγγίσουν το ζήτημα από ιστορικής άποψης μέχρι τη δεκαετία του 1960, το κρίσιμο σημείο καμπής όπου θεσπίστηκε η Κυπριακή Δημοκρατία ως ανεξάρτητο δικοινοτικό κράτος. Όπως γνωρίζουμε, το μετα-αποικιακό αυτό κράτος είχε εξαρτήσεις και αποικιοκρατικά κατάλοιπα με τις προστάτιδες τρεις Νατοϊκές «εγγυήτριες δυνάμεις», τις λεγόμενες «μητέρες-πατρίδες» και την αποικιοκρατική Βρετανία, η καθεμία με ξεχωριστές βλέψεις, σχέδια και συμφέροντα.9 Επίσης, μια διάσταση που συχνά υποτιμάται από τις ελληνικές και τις ελληνοκυπριακές αφηγήσεις είναι ότι οι δύο κύριες κοινότητες, στο πηδάλιο των οποίων ήταν οι δεξιές εθνικιστικές ελίτ, βρίσκονταν σε κατάσταση σύγκρουσης μεταξύ τους, ενώ απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελούσε η συνεργασία τους. Ωστόσο, η βαρύτητα του όλου κατά βάση συντηρητικού-δεξιού πολιτικού και ιδεολογικού εποικοδομήματος θα ήταν μικρή έως ανεπαίσθητη ως προς τις εθνοτικές σχέσεις, όπως συμβαίνει στις σχέσεις με τους Μαρωνίτες, Αρμένιους και Λατίνους, αν δεν εξυπηρετούσε συγκεκριμένα, στενά ελληνοκυπριακά (ή τουρκοκυπριακά) πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα . Εξ ου και η κατάσταση με τους Ρομά που διασκορπίστηκαν ανάμεσα στην Ε/Κ και Τ/Κ κοινότητα με βάση τη θρησκεία τους, διότι εκεί δεν βόλευε να έχουν οποιαδήποτε αντιπροσώπευση.10 Ο ίδιος ο σχηματισμός της Κυπριακής Δημοκρατίας αντανακλούσε αυτή τη συγκρουσιακή πραγματικότητα.11 Η κρίσιμη διαίρεση, πέραν της κάθετης (κοινωνικές και έμφυλες ομάδες στρωματοποιημένες στον κοινωνικό σχηματισμό) ήταν και «οριζόντια»: μια σύγκρουση δύο γηγενών και πολιτικά ανεξάρτητων (εθνοτικών/εθνικών) ιθυνουσών τάξεων. Σε αυτή τη βάση μπορεί να κατανοηθεί ότι έπονται όλα τα υπόλοιπα, μαζί και τα ερείσματα του ξένου παράγοντα, τα «διαίρει και βασίλευε», οι εισβολές των μητέρων πατρίδων, κλπ.

Στο εισαγωγικό κείμενό του ο Χριστοφής τοποθετεί το Κυπριακό ζήτημα στο παγκόσμιο συγκείμενο των μειζόνων σύγχρονων συζητήσεων περί Αριστεράς, αποικιοκρατίας και εθνικισμού. Θεωρώ ιδιαίτερα εύστοχη την αφετηρία του, μιας και αυτό το πλαίσιο συχνά απουσιάζει από τη στενή σχέση που παρατηρείται ανάμεσα στην αποικιοκρατία, τον ιμπεριαλισμό και τον εθνικισμό. Ο Χριστοφής λοιπόν, εντάσσει την κυπριακή περίπτωση στην πολύπλοκη σχέση μεταξύ Αριστεράς, αποικιοκρατίας και εθνικισμού κι αυτό αποτελεί αποτελεσματικό αντίδοτο στην απόπειρα από πλευράς ορισμένων ιστορικών από τις αποικιακές μητροπόλεις να δουν πιο «θετικά» την αποικιοκρατία, γεγονός που προκαλεί έντονες αντιπαραθέσεις. Δικαιολογημένα θεωρείται απαράδεκτος αναθεωρητισμός που λειτουργεί ως απολογητικός λόγος της αποικιοκρατίας και επιχειρεί να επαναφέρει τη νοσταλγία προς την αποικιοκρατία, τον ιμπεριαλισμό και τον εθνοφυλετισμό που υποβόσκει ως «εκπολιτιστικό» εγχείρημα.12

Τα κείμενα του τόμου, παρότι ιστορικής φύσεως, έχουν και σαφή πολιτική διάσταση, μιας και το Κυπριακό αποτελεί ένα ανοιχτό ζήτημα που απασχολεί, λιγότερο ή περισσότερο, όσους ζουν σε Ελλάδα-Κύπρο-Τουρκία. Τα κείμενα των Χριστοφή, Αλέκου και Αν και Χριστοφή είναι κείμενα ιστορικής και πολιτικής ερμηνείας. Το κείμενο του Σακελλαρόπουλου αναλύει σημαντικά και εν πολλοίς άγνωστα στους μη ειδικούς μελετητές τεκμήρια, σχετικά με τη Αριστερά και το Κυπριακό πριν την ανεξαρτησία. Αποτελεί κατά βάση μια πολιτική ερμηνεία της ιστορίας του «εθνικού ζητήματος» στην Κύπρο, την οποία θα σχολιάσω στη συνέχεια.

Ο Αλέκου προσεγγίζοντας την ιστορία του ΚΚΚ και του ΑΚΕΛ παραθέτει, σε συμπυκνωμένη μορφή, τα βασικά συμπεράσματα παλαιότερης ερευνητικής εργασίας του αναφορικά με την άνοδο του ΚΚΚ και τη δημιουργία του ΑΚΕΛ το 1941, φτάνοντας μέχρι το 1960. Ο Αλέκου είχε πρόσβαση στο αδημοσίευτο αλλά σημαντικό Ιστορικό Δοκίμιο για το ΚΚΚ-ΑΚΕΛ, γραμμένο αρχικά από τον Μίνω Περδίο, παλιό πολιτικό στέλεχος και δημοσιογράφο-μέλος του κομματικού μηχανισμού του ΑΚΕΛ. Ο Αλέκου είναι γενικά προσεκτικός και επιμένει σε συμπεράσματα στη βάση ιστορικών τεκμηρίων, αποφεύγοντας τις προεκτάσεις που μπορεί να παρερμηνεύσουν ή να διογκώσουν κάποιες πτυχές. Ωστόσο, κάποια από τα συμπεράσματα ή εξηγήσεις δεν φαίνονται να τεκμηριώνονται επαρκώς, εφόσον βασίζονται κάπως υπερβολικά και μονοπλεύρως στο Ιστορικό Δοκίμιο .


2. Η ιστορία της ελληνοκυπριακής Αριστεράς ως πεδίο αντιπαράθεσης


Για να συζητήσω τις απόψεις που προβάλλονται στον τόμο αυτό, θα θέσω το ζήτημα ευρύτερα, βάζοντας στο επίκεντρο την κυπριακή Αριστερά και διάφορες πολιτικές και ιστορικές ερμηνείες οι οποίες είναι συχνά ανεπαρκώς τεκμηριωμένες και περιέχουν μονοδιάστατες, και συχνά απλουστευτικές εκτιμήσεις που δεν κατανοούν το ιστορικό πλαίσιο της υπό εξέταση περιόδου. Πολλές εσφαλμένες αντιλήψεις και απλουστεύσεις πηγάζουν από την αντιμετώπιση του Ιστορικού Δοκιμίου ως θέσφατου, που λειτούργησε παραδόξως ως μια ανέκδοτη, πλην όμως ηγεμονεύουσα, «ημι-επίσημη» καταγραφή της ιστορίας του Κόμματος της προ 1974 εποχής, και αναπαραγάγει κάποιες ερμηνείες ως «γεγονότα».13 Στην πραγματικότητα η αξία του Δοκιμίου έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί σημαντικό τεκμήριο της αυτοεικόνας του Κόμματος, τουλάχιστον από το 1968, όταν αυτό γράφτηκε μέχρι τις αρχές του 1974 όταν αυτό εγκρίθηκε από την ΚΕ. Το Δοκίμιο είναι ασφαλώς ένα πολύτιμο τεκμήριο. Όπως όλα τα ιστορικά τεκμήρια όμως, πρέπει να αντιμετωπίζεται κριτικά. Υπάρχουν σοβαρά προβληματικά στοιχεία που «κληρονομούνται» από όλους όσοι βασίζονται στο Δοκίμιο, κάποια από τα οποία θα θίξω στη συνέχεια. Αποτελεί και την κύρια πηγή της επόμενης απόπειρας να καταγραφεί η επίσημη ιστορία του Κόμματος, η οποία όμως πάλι έμεινε αδημοσίευτη.14

Οι αρχικές θέσεις του ΚΚΚ, οι οποίες τοποθετούνται ξεκάθαρα ενάντια στην Ένωση, θεωρούνται από το Δοκίμιο ως αποτέλεσμα ενός έμφυτου αριστερισμού με υπερ-επαναστατικές παρεκτροπές αναφορικά με το εθνικό ζήτημα. Αυτό αναφέρεται όχι μόνο στο Δοκίμιο, αλλά και από τους μετέπειτα Γενικούς Γραμματείς του ΑΚΕΛ, Πλουτή Σέρβα, 15 Φιφή Ιωάννου16 και Εζεκία Παπαϊωάννου, 17 καθώς και από τον Βοηθό Γενικό Γραμματέα Αντρέα Φάντη.18 Της σταδιακής στροφής προς την Ένωση ηγήθηκε ο τότε ΓΓ του ΚΚΚ και πρώτος ηγέτης του ΑΚΕΛ, Πλουτής Σέρβας, ο οποίος ηγήθηκε και της μετάβασης από το ΚΚΚ στο ΑΚΕΛ, οπόταν και αυτοδιαλύθηκε το ΚΚΚ και συγχωνεύτηκε με το ΑΚΕΛ, 19 στο ΣΤ΄ Συνέδριο (1949), με την ανάληψη της ηγεσίας από τον Εζεκία Παπαϊωάννου. Ωστόσο, οι προσεγγίσεις που έχουν ως βαρύνοντα σημεία αναφοράς τα γραπτά, τις συνεντεύξεις ή ακόμα τις δηλώσεις των μετέπειτα ηγετών πάσχουν κατά κανόνα, αφού συγχέουν την πολιτική-ιστορική ανάλυση με τις απόπειρες των μετέπειτα ηγεσιών να δικαιολογήσουν τη στροφή τους προς την Ένωση. Στον αντίποδα αυτής της θέσης ο Αδάμ Αδάμαντος, που ήταν ένας εξέχων διανοούμενος ηγέτης του ΚΚΚ και του ΑΚΕΛ, 20 είχε διαφωνήσει έντονα, και με τη διαγραφή του από το Κόμμα το 1952, δημοσίευσε τις θέσεις του, θεωρώντας ότι το όλο εγχείρημα της Ένωσης «στερείται στοιχειώδους λογικής». Επίσης, τόνιζε ότι για την Αριστερά το σύνθημα της Ένωσης είναι «ανεδαφικό και ανόητο» με τους «μοναρχοφασίστες στην εξουσία», εξ ου και η δήλωση του: «δεν είμαι διατεθειμένος να θυσιάσω […] ουδέ το μικρό μου δακτυλάκι».21

Τουλάχιστον μέχρι και το 1985 στο αδημοσίευτο κείμενο Ιστορία του ΚΚΚ-ΑΚΕΛ, από τις αρχές του 20 ου αιώνα μέχρι το 1981, που ανασκεύασε κάπως το Ιστορικό Δοκίμιο του Περδίου (1968), η θέση που συνεχίζει να προβάλλει η ΚΕ του ΑΚΕΛ είναι ότι «η θέση του ΚΚΚ στο εθνικό ζήτημα, από την ίδρυση του μέχρι τις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου βασικά δεν είναι ορθή», καθώς «δε βασιζόταν σε βαθιά επιστημονική ανάλυση της κατάστασης στην Κύπρο, με βάση τις αρχές της κοσμοθεωρίας του Μαρξισμού-Λενινισμού».22 Θεωρεί ότι ήταν «ένα είδος αριστερίστικης αντίθεσης προς την πατριδοκαπηλία της αστικής τάξης πάνω στο εθνικό ζήτημα». Στα δε απομνημονεύματά του, ο Εζεκίας Παπαϊωάννου υπερασπίζεται τη στροφή προς την Ένωση θεωρώντας ότι «οποιαδήποτε εγκατάλειψη της γραμμής της ένωσης από μέρους του κόμματος θα το απομόνωνε από το λαό και δε θα του επέτρεπε την διεξαγωγή μαζικού αντιιμπεριαλιστικού αγώνα».23 Αυτό φαίνεται να αλλάζει σιωπηρά κατά την περίοδο που ανέλαβε την ηγεσία ο Δημήτρης Χριστόφιας. Επί Χριστόφια, ανατέθηκε στον ιστορικό Ρολάνδο Κατσιαούνη να γράψει την επίσημη ιστορία του ΚΚΚ-ΑΚΕΛ, ωστόσο ο πρόωρος θάνατός του, δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει αυτό το έργο ζωής.24 Σε μια από τις διαλέξεις του για την ιστορία του κόμματος, το 2005, απλώς περιορίζεται στο να πει ότι η θέση του ΚΚΚ ενάντια στην Ένωση «δεν εύρισκε κατανόηση στις ευρύτερες μάζες».25 Εντούτοις, δίνει μια ξεκάθαρα ταξική εξήγηση στη μαζικοποίηση της Αριστεράς κατά τις δεκαετίες του 1920-1930-1940, όπου οι εργατικές και αγροτικές μάζες αναπτύσσουν εύλογα μια καχυποψία έναντι των αστών πολιτευτών που ενσαρκώνουν κατά βάση τον ιδεότυπο του πολιτικάντη. Κυρίως η φτωχολογιά, δηλαδή οι εργατικές μάζες των πόλεων που μετανάστευσαν από χωριά, έβλεπε με μισό μάτι την ιθύνουσα αστική τάξη που αποτελείτο από τον ανώτερο κλήρο, τους προύχοντες και τους παλιούς γνωστούς τοκογλύφους.

Μετά δε την καταστολή στα Οκτωβριανά του 1931 και την επιβολή της δικτατορίας του Πάλμερ, κατά τα πέντε χρόνια της θητείας του ως κυβερνήτη «απονεμήθηκαν περισσότερα μετάλλια, παράσημα και τιμητικοί τίτλοι σε πολλαπλάσιους αριθμούς όσων είχαν απονεμηθεί κατά τα 55 χρόνια κατοχής που είχε προηγηθεί» (Κατσιαούνης 2002: 430). Ο Κατσιαούνης ορθά συμπεραίνει ότι οι πιο αξιόπιστοι υποστηρικτές του καθεστώτος κατά την Παλμεροκρατία δεν ήταν «οι ιθύνοντες της τουρκοκυπριακής κοινότητας αλλά Ελληνοκύπριοι» που δεν απολάμβαναν μόνο συμβολικά προνόμια: «η βασικότερη ανταμοιβή των συνεργατών του καθεστώτος ήταν η εξουσία, οικονομική και πολιτική, την οποία είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν όντας οι ίδιοι προέκταση της αποικιακής κυριαρχίας». Το 1937, ο Νέαρχος Κληρίδης, Γραμματέας του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δασκάλων, αναφέρεται σε «Μουχταροκρατία», όπου ο διορισμένος Μουχτάρης είναι συχνά και ο μπακάλης από τον οποίο εξαρτάται ο χωρικός, και μαζί με τον διορισμένο αγροφύλακα κάνουν κουμάντο στο χωριό.26 Με αυτά τα δεδομένα, οι εργατικές και αγροτικές μάζες έβλεπαν τους αστούς πολιτικούς, που ενώ απολάμβαναν τα προνόμια από τους αποικιοκράτες, κατέκλεβαν τις μάζες, να μετατρέπονται σε ανένδοτους «πατριώτες» που ήθελαν την Ένωση και μάλιστα με ανένδοτο τρόπο, για «να λύσει όλα τα προβλήματα», αντί να παλέψουν για τα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα που βασίζονταν στην αδικία, την εκμετάλλευση και την ανισότητα. Αυτή όμως η ανάγκη του αγώνα ήταν ακριβώς η θέση του ΚΚΚ επί Βάτη, που οδήγησε στη αρχική διαδικασία μαζικοποίησης του Κόμματος μέσα σε λίγους μήνες από το 1930 – μια διαδικασία που εντάθηκε κατά την Παλμεροκρατία.

Είναι επιπλέον πασιφανές πως η γραμμή της Ένωσης θα διαχώριζε τις δύο κοινότητες και, προπαντός, θα διασπούσε την ίδια την εργατική τάξη, όπως συνάγεται εξάλλου ξεκάθαρα στο κεφάλαιο των Αχμέτ Τζαβίτ Αν και Νίκου Χριστοφή.27 Κατά τη γνώμη μου δικαιώνονται οι εκτιμήσεις της πρώτης ηγεσίας υπό τον Χαράλαμπο Βατυλιώτη, ο οποίος με το ψευδώνυμο Νίκος Κλεομένης, επέμενε μέχρι τέλους ότι «το σύνθημα για ένωση είναι αντεπαναστατικό, ουτοπικό και είναι όπλο στα χέρια του αγγλικού ιμπεριαλισμού για να διαιρέσει τους Κυπρίους εργαζομένους».28 Ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ το βιβλίο που επιμελούνται οι Σακελλαρόπουλος και Χουμεριανός, Η εξέγερση του 1931, η στάση του Κομουνιστικού Κόµµατος Κύπρου και η Γ΄ ∆ιεθνής. Μέσα από τα επίσημα έγγραφα της Κομμουνιστικής Διεθνούς (εκδόσεις Τόπος, 2021) με μεταφράσεις από τα ρωσικά τις απολογίες των Βατυλιώτη και Σκελέα και άλλα κείμενα της Κομιντέρν (βλ. βιβλιοκριτική στο προηγούμενο τεύχος των Θέσεων).

Συχνά, οι προσπάθειες ιστορικής αποτίμησης πάσχουν από την απόπειρα, ακόμη και ασυναίσθητα, ιδεολογικής προβολής των δεδομένων του παρόντος στο παρελθόν. Πρέπει να εξετάσουμε τα τεκμήρια της εποχής μέσα στο πολιτικο-κοινωνικό τους πλαίσιο, προκειμένου να αντιληφθούμε τις εναλλακτικές δυνατότητες και προοπτικές και τις διαφωνίες της εποχής που μελετάμε. Η δική μου ανάγνωση των ιστορικών τεκμηρίων με οδηγεί στο συμπέρασμα πως υπήρξε σαφές ιστορικό σφάλμα η στροφή του ΑΚΕΛ προς την Ένωση. Το κρίσιμο όμως είναι να εξετάσουμε πώς και γιατί αυτό συνέβη. Ενώ τη δεκαετία του 1930 και 1940 η κυπριακή Αριστερά είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων, τη δεκαετία του 1950 υπέστη μια βαριά πολιτική ήττα από τη Δεξιά και τους αποικιοκράτες, όταν η Δεξιά, υπό τον Μακάριο Γ΄, ηγεμόνευσε πλέον επί του πληθυσμού με τον ένοπλο αγώνα της ΕΟΚΑ, παραμερίζοντας το ΑΚΕΛ που παρέμεινε μια ισχυρή, αλλά αντιπολιτευτική δύναμη. Είναι μια περίοδος όξυνσης ταξικών και πολιτικών-εθνικών αγώνων, καθώς παρακμάζει και φθίνει η βρετανική αποικιοκρατία. Από το τέλος της δεκαετίας του 1940 μέχρι την ανεξαρτησία, η κυπριακή Αριστερά δέχεται μια σφοδρή πολλαπλή επίθεση: μετά τον περίεργο θάνατο του αρχιεπισκόπου Λεόντιου, από τον συνασπισμό εκκλησίας-Δεξιάς με τη χρηματοδότηση και τις ευλογίες της μετεμφυλιακής ελληνικής κυβέρνησης και Δεξιάς, από τους αποικιοκράτες και από την τουρκοκυπριακή εθνικιστική ηγεσία με τη στήριξη της Άγκυρας. Παρά τις εμφανείς επιτυχίες του ΑΚΕΛ στις δημοτικές εκλογές του 1946, όπου έλεγχε όλες τις μεγάλες πόλεις, 29 εξελισσόταν μια οξυνόμενη εσωκομματική διαπάλη, ήδη πριν από το 194430 για τον χαρακτήρα του κόμματος, τα ζητήματα στρατηγικής και τακτικής, για το περιεχόμενο και τη μορφή που θα πρέπει να πάρει η έκφραση τους δικαιώματος αυτοδιάθεσης. Ωστόσο, στον πυρήνα της εσωκομματικής διαπάλης έχουμε μια φθοροποιό εσωκομματική διαπάλη για την ηγεσία του κόμματος. Μέχρι το 1952 το κόμμα κλυδωνίζεται από έντονες αντιπαραθέσεις που οδηγούν σε διασπάσεις και εσωστρέφεια, καθώς και σε πουριτανικές λογικές. Αυτή την πολιτική στιγμή αποχωρούν, ή διαγράφονται από το Κόμμα, όχι μόνο «δεξιά στοιχεία», αλλά και πολλά σημαντικά στελέχη πρώτης γραμμής που διαφωνούν.31

Η σταδιακή στροφή είχε ήδη αρχίσει από τα τέλη της δεκαετίας του 1930. Τότε αποφάσισε το παράνομο ΚΚΚ να κάνει τη στροφή σε μια λιγότερο εχθρική προς την Ένωση γραμμή, για τους σκοπούς ενός ενιαίου αντιαποικιακού μετώπου, αλλά αυτό δεν φάνηκε μέχρι την ολοκληρωτική στροφή προς την Ένωση το 1948-49, μετά την κατάρρευση της Διασκεπτικής 32 στις 12 Αυγούστου 1948, που την ακολούθησε η αυτοκριτική και αυτοδιάλυση της ΚΕ.Αυτό εξηγείται ως αποτέλεσμα διαφόρων λόγων. Σε κάποιο βαθμό ήταν ιδεολογική αδυναμία και απουσία συνεπούς στρατηγικής που υπέτασσε την ιδεολογία στην πολιτική σκοπιμότητα ως «τακτική». Ωστόσο, ήταν πολύ περισσότερο αποτέλεσμα πιέσεων τόσο εσωτερικά, όσο και της διεθνούς κατάστασης μετά τη λεγόμενη «τρίτη περίοδο» στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, με αντίστοιχες στροφές πολλών αντιαποικιακών κινημάτων στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες. Το νεοϊδρυθέν ΑΚΕΛ, ενώ ξεκίνησε δυναμικά, δυναμίτισε τις σχέσεις του με τους Τουρκοκυπρίους εργαζόμενους, και τελικά έχασε την πρωτοβουλία των κινήσεων, έγινε ουραγός της εκκλησίας, δεχόμενο την ηγεμονία του ελληνοκυπριακού εθνικισμού. Ήδη μέχρι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950, το ΑΚΕΛ είχε πλέον περιθωριοποιηθεί τόσο από το αποικιακό καθεστώς, όσο και από την ένοπλη δράση της ΕΟΚΑ, που εξοβέλισε το κόμμα ως «διαπραγματευτική δύναμη με τον αποικιοκράτη». Αυτό συνέχισε σε ακόμα πιο έντονο βαθμό με το μετααποικιακό ανεξαρτησιακό καθεστώς όταν η Μακαριακή ΕΟΚΑ κατέλαβε την εξουσία. Το Κόμμα αδυνατεί να παίξει λοιπόν πρωτοποριακό ρόλο ενώνοντας ταξικά τους Ε/Κ και Τ/Κ εργαζόμενους και τις άλλες υποτελείς τάξεις, και μετατράπηκε, σύμφωνα με τους επικριτές της ηγεσίας του Κόμματος, σε ουραγό του Μακαρίου.33

Η δυσκολία έγκειται στο ότι το ΑΚΕΛ, με τη στροφή από την «ανεξάρτητη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία σε μια Βαλκανική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία», στην πολιτική της Ένωσης δεν μπορούσε να απευθυνθεί προς τους Τουρκοκύπριους, γνωρίζοντας ότι δεν συμμερίζονταν το αίτημα για Ένωση. Ότι και να έκαναν, ιδίως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την ήττα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού Στρατού στον ελληνικό εμφύλιο, δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί στους Τουρκοκυπρίους (ούτε ακόμα και στους αριστερούς και κομμουνιστές εξ αυτών) η λογική της Ένωσης με μια χώρα όπου κυβερνούν οι «μοναρχοφασίστες» (σύμφωνα με τη φρασεολογία της εποχής). Αλλά και με οποιαδήποτε κυβέρνηση στην Ελλάδα, το ενωτικό αίτημα απέκλειε τη συνεργασία μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Είναι τουλάχιστον παράδοξο να επιχειρούμε σήμερα άκριτα και χωρίς την εξέταση όλων των τεκμηρίων και των εναλλακτικών θέσεων που υπήρχαν μέσα και γύρω από το Κόμμα, να βασιστούμε εξ ολοκλήρου σε αυτά που είπαν και έγραψαν οι ίδιοι οι υπεύθυνοι για τη στροφή προς την Ένωση, που υπηρέτησαν τη γραμμή της Ένωσης. Φαίνεται να αναπαράγεται έκτοτε αυτό που στην ψυχολογία αναφέρεται ως μια «παθητικά επιθετική» (passiveaggressive) συμπεριφορά, που υποβόσκει πίσω από τον χαρακτηρισμό ότι η γραμμή του ΚΚΚ υπήρξε δήθεν σφάλμα σεκταριστικού αριστερίστικου χαρακτήρα . Και αυτό στη βάση μιας μάλλον συντηρητικής και μεταφυσικής επιχειρηματολογίας, πως το σύνθημα της Ένωσης με την Ελλάδα εξέφραζε «τον πόθο γενεών Ελλήνων», και η μη-υιοθέτησή του θα απομάκρυνε από το κόμμα τις λαϊκές μάζες. Οφείλουμε εδώ να τονίσουμε πως το ΑΚΕΛ δεν είχε μια αταλάντευτη ή συνεπή θέση υπέρ της Ένωσης, αλλά πάντοτε αμφιταλαντευόταν – εξάλλου γι’ αυτό το ΚΚΕ άσκησε βαρύ κατηγορώ προς το ΑΚΕΛ, όπως προκύπτει και μέσα από το κεφάλαιο του Σακελλαρόπουλου.

Οι έντονες εσωτερικές αντιπαραθέσεις στο Κόμμα εκφράζονται και οργανωτικά: Ήδη από 1944, το Γ΄ Συνέδριο του ΑΚΕΛ διεξάγεται υπό τη σκιά της εσωκομματικής κρίσης που θα διαρκέσει μέχρι το 1952.34 Ενώ κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το ΑΚΕΛ φτάνει τα 3.791 μέλη (Γ΄ Συνέδριο, 1944), αυτός ο αριθμός σταδιακά φθίνει και το 1950 απαριθμεί μόνο 1.776 μέλη. Η πτωτική του πορεία συνεχίζει μέχρι το 1953 όπου ανέρχεται σε μόνο 1.566 μέλη.35 Στο Στ΄ Συνέδριο το 1949, επικρατεί ένας πουριτανισμός με την κατάθεση «αυτοκριτικών σημειωμάτων». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η τετράχρονη θητεία του Φιφή Ιωάννου ως Γ.Γ. (1945-49) υπήρξε πολυτάραχη, διότι πέραν της κορύφωσης της εσωκομματικής κρίσης συντελούνταν μείζονες εξελίξεις. Στο πολιτικο-διπλωματικό πεδίο, με τη «Διασκεπτική» οι Βρετανοί προτείνουν αυτοκυβέρνηση, και ο ίδιος ο Γ.Γ. με τον Αντρέα Ζιαρτίδη ζητούν επίμονα τη γνώμη της Κομινφόρμ, 36 του Κομμουνιστικού Κόμματος Μεγάλης Βρετανίας και του ΚΚΕ στο τέλος του ελληνικού εμφύλιου πολέμου, ο οποίος είχε μεταφερθεί ποικιλοτρόπως, με άλλα μέσα και στην Κύπρο.37 Δεύτερο, είχαμε παράλληλα μετωπικές ταξικές συγκρούσεις με απεργίες των μεταλλωρύχων και αμιαντορύχων (1948).38 Η κορύφωση της εσωκομματικής κρίσης έρχεται στο ΣΤ΄ Συνέδριο του Κόμματος. Παρατηρούνται λοιπόν διακυμάνσεις και παλινδρομήσεις, που κινούνται ανάμεσα στην αυτοκυβέρνηση, την Ένωση και την ανεξαρτησία ως το πολιτικό περιεχόμενο του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση. Στην ηγεσία του Κόμματος υπάρχει έντονη αντιπαράθεση και πολεμική που αντικατοπτρίζει δυσκολίες να ορίσει τη στρατηγική και τακτική του. Παρατηρούνται λοιπόν μετατοπίσεις στη γραμμή του Κόμματος από τη δεκαετία του 1940 μέχρι και μετά το 1974.39

Όλες οι γενιές της ηγεσίας του κυπριακού κομμουνιστικού κινήματος μετά τη δεκαετία του 1920 επιδιώκουν την πολιτική νομιμοποίηση της θέσης τους, όχι με βάση τη συνισταμένη διεθνιστικών αρχών και πολιτικής συγκυρίας, κάτι που θα ήταν θεμιτό, αλλά επικαλούμενοι θεωρητικά πλαίσια. Τα οποία όμως δεν έχουν νόημα, εφόσον είναι τόσο αντιφατικά που καταδεικνύουν μάλλον την τάση προς συγκυριακές αλλαγές συνθήματος ως τακτική, παρά μια συνεπή ιδεολογική θέση στη βάση μιας στρατηγικής γραμμής. Το Δοκίμιο που αναφέραμε πιο πάνω προβάλλει την άποψη ότι η θέση του ΚΚΚ που θεωρεί αντιδραστική την πολιτική της Ένωσης διαπνεόταν από μια λανθασμένη εκτίμηση σε σχέση με τις πραγματικές επιθυμίες των Ελληνοκυπρίων, τις οποίες συνέδεε με τη δική του επιθυμία για ανεξαρτησία. Οι πραγματικές επιθυμίες ενός λαού όμως δεν είναι ποτέ ένα φαινόμενο «εξωπολιτικό» . Καθήκον της πολιτικής ενός Κομμουνιστικού Κόμματος είναι να αλλάξει όσες από τις «επιθυμίες» (πεποιθήσεις, ιδέες, πρακτικές, διεκδικήσεις) των λαϊκών τάξεων πηγάζουν αυθόρμητα από την αστική ιδεολογία, και πρωτίστως τον εθνικισμό, να τις μετασχηματίσει σε επαναστατική κατεύθυνση.

Επίσης, υπάρχει η υπόθεση που είναι ευρέως διαδεδομένη ανάμεσα σε μελετητές της κυπριακής Αριστεράς, ότι τα χρόνια που ακολούθησαν τις ταραχές του Οκτώβρη, το 1931, το ΚΚΚ έγινε ο βασικός στόχος των αποικιοκρατών με αποτέλεσμα, και ειδικά στα πρώτα χρόνια της παρανομίας, ο αριθμός των μελών του κόμματος να συρρικνωθεί σε επικίνδυνα χαμηλούς αριθμούς, θέτοντας σε κίνδυνο την επιβίωσή του, γεγονός που δικαιολογεί τη μεταβολή της στρατηγικής του.40  Ενώ είναι αναντίλεκτο ότι υπήρξε σοβαρότατο πλήγμα όταν το Κόμμα κηρύχθηκε παράνομο και φυλακίστηκε η ηγεσία του, η πιο πάνω άποψη δεν τεκμηριώνεται. Άλλη μια προβληματική θέση που προβάλλει το Δοκίμιο είναι η εκτίμηση ότι, στα πρώιμα χρόνια, η ηγεσία του ΚΚΚ υποτίμησε τη δύναμη του «εθνικού αισθήματος» ανάμεσα στους Έλληνες της Κύπρου. Η θέση αυτή αποτελεί μια ελλιπή και εσφαλμένη ερμηνεία της θεωρίας και της πρακτικής του ΚΚΚ. Ενώ πράγματι με την Παλμερική καταστολή, όπου κηρύχθηκε παράνομο το Κόμμα, οι δύο πρώτοι ηγέτες εξορίστηκαν (Βάτης, Σκελέας), άλλοι φυλακίστηκαν (π.χ. Ανθίας), το Κόμμα κατάφερε να αναπτυχθεί και να οργανώσει τα μαζικά συνδικάτα. Η «ενωτική γραμμή» έρχεται περίπου μια δεκαετία μετά. Υπάρχουν δύο επιστολές του Ανθία προς τον Σκελέα το 1932, 41 που δείχνουν κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτά που για χρόνια η μετέπειτα ηγεσία υποστήριζε ότι καθιστούσαν αναγκαία την «αλλαγή πλεύσης» υπέρ της Ένωσης: Το Κόμμα, ακριβώς λόγω της παρανομίας, κατάφερε μέσα από τη δράση του στα συνδικάτα να μαζικοποιηθεί. Σε ένα επιπρόσθετο τεκμήριο, ο Αντρέας Ζιαρτίδης, ιστορικό στέλεχος του ΑΚΕΛ και Γ.Γ. της αριστερής συνδικαλιστικής οργάνωσης ΠΕΟ (1946-1987), 42 είναι ξεκάθαρος ότι μέχρι το 1940 οι κομμουνιστές στις συντεχνίες ήταν ενάντια μέχρι και σε έρανο συμπαράστασης στην Ελλάδα, για τη βύθιση του καταδρομικού Έλλη το 1940. Οι βασικοί αντίπαλοι, όπως τους προσδιορίζει, ήταν οι εθνικιστές.

Η γραμμή του ΚΚΚ φαίνεται να αλλάζει σταδιακά και υπόγεια, αλλά δεν ξεκαθαρίζει το ζήτημα μέχρι το 1949. Πάντως, έγγραφα του ΚΚΚ και του ΚΚΕ καταδεικνύουν ότι η γραμμή αρχίζει να αλλάζει, χωρίς ακριβώς να αποκρυσταλλώνεται σε σαφείς νέες θέσεις.43 Το ΚΚΕ αλλάζει γραμμή στο Κυπριακό το 1935. Με γνώμονα τις δικές του προτεραιότητες, ιδωμένες από την οπτική της Αθήνας, αδιαφορεί για τις σχέσεις των κοινοτήτων στην Κύπρο – τους Τουρκοκύπριους, που τους έβλεπε σαν μια απλή μειονότητα, η οποία έπρεπε να αποδεχτεί τη θέση της σε μια Κύπρο ενσωματωμένη στην Ελλάδα.

Το ότι το ΚΚΚ δεν ξεκαθαρίζει τη θέση του, παρόλη την κριτική του ΚΚΕ, δεν είναι αποτέλεσμα «μαρξιστικής ανεπάρκειας», «δειλίας» ή «οπορτουνισμού», συμπέρασμα στο οποίο εύκολα μια ελλαδοκεντρική προσέγγιση μπορεί να καταλήξει. Είναι αποτέλεσμα των πραγματικοτήτων και πολλαπλοτήτων του κυπριακού πολιτικο-ιστορικού χώρου. Αυτή η ρευστότητα αντιθέτως επιτρέπει στο Κόμμα να λειτουργεί και να αναπτύσσεται και να συσπειρώνει στις γραμμές του όλους, συμπεριλαμβανόμενων και των Τ/Κ εργαζομένων, και να δρα με σημαντικές επιτυχίες στο συνδικαλιστικό κίνημα. Εκφράζει την κοινωνική πραγματικότητα μιας ρευστής, υπό διαμόρφωση κυπριακότητας, που δεν είχε εθνικό μεγαλοϊδεατικό χαρακτήρα, έστω κι αν αριθμητικά το ελληνικό πολιτικό-πολιτισμικό στοιχείο ηγεμόνευε. Αυτή η ηγεμονία πρέπει να γίνει κατανοητή μέσω μηχανισμών όπως η εκπαίδευση και η εκκλησία και των ιδεολογιών του εκσυγχρονισμού και ιδιαίτερα του αποικιακού εκμοντερνισμού που διαχύθηκαν, μετά από ένα αρχικό στάδιο αντιπαράθεσης «έθνους» και «ρωμιοσύνης».44 Άλλο αυτό όμως, κι άλλο το πολιτικό πρόγραμμα του κομμουνιστικού κόμματος που ορίζεται στη βάση των συνθηκών, τοπικών, περιφερειακών και παγκόσμιων. Αυτό εκφράζει το ΑΚΕΛ μέσα από τις μετακινήσεις του συνθήματος «αυτοδιάθεση-αυτοκυβέρνηση-ένωση-ανεξαρτησία» που επιχειρεί να δώσει ο Αλέκου. Ωστόσο, το ΚΚΕ, όπως δείχνουν τα παραθέματα του Σακελλαρόπουλου, αδυνατεί όχι μόνο να κατανοήσει το κυπριακό συγκείμενο, βλέποντας το Κυπριακό απλά ως εδαφική διεκδίκηση. Σε αυτήν τη συγκυρία η ήττα της ελληνικής Αριστεράς στον εμφύλιο επηρεάζει πολύ αρνητικά την Κύπρο, 45 μεταφέροντας ένα εμφυλιοπολεμικό κλίμα στη χώρα από την Δεξιά, τους συντηρητικούς κύκλους και τον κλήρο. Το Δοκίμιο παρουσιάζει τις προηγούμενες ηγεσίες είτε ως αριστερίστικες κι ανώριμες, είτε οπορτουνιστικές, συμβιβαστικές κι υποτελείς στον ιμπεριαλισμό. Τέτοιες αναλύσεις βεβαίως είναι ατεκμηρίωτες και εντελώς παραπλανητικές. Αυτές εν πολλοίς αναπαράγονται και από νέους μελετητές, που για παράδειγμα μιλούν μεν με θαυμασμό για τους πρώτους Κύπριους κομμουνιστές, πλην όμως τους χρεώνουν αφέλεια κι αριστερισμό.46 Σε κάποιο βαθμό αυτό αναπαράγει και ο Αλέκου στα συμπεράσματά του σε αυτόν τον τόμο, όταν μιλά για «το νεαρό της ηλικίας του κόμματος» που κλήθηκε να «αντιμετωπίσει σημαντικές κρίσεις». Ένα κομβικό σημείο, όπως ήδη αναφέραμε, ήταν η «Διασκεπτική» το 1948, που προκάλεσε τριγμούς και διασπάσεις στο Κόμμα και παραμένει μέχρι σήμερα ζήτημα αμφιλεγόμενο. Δεν μπορούμε όμως να δεχόμαστε άκριτα τους χαρακτηρισμούς της τότε νέας ηγετικής τάσης για αυτούς που αποβληθήκαν από το κόμμα, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση.

Ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος εξετάζει τη στάση του ΚΚΕ στο Κυπριακό, και την έντονη κριτική του προς το ΑΚΕΛ. Χρήσιμες και ενδιαφέρουσες είναι οι εκτενείς αναφορές και παραθέσεις των διαφόρων απόψεων του ΚΚΕ, παρόλο που σε μια τέτοια προσέγγιση εγείρεται αναπόφευκτα το ζήτημα της πολιτικής αφετηρίας, της επιλογής και της έμφασης του ίδιου του συγγραφέα. Γενικά, το κείμενο αυτό είναι γραμμένο από μια ελληνική οπτική. Ενώ καταπιάνεται με τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις στο ΚΚΕ, παίρνει ως δεδομένες τις θέσεις που υιοθετούνται, ότι δηλαδή το ζήτημα ήταν αν θα επικρατήσει η μια ή η άλλη τάση του ΚΚΕ στην Κύπρο. Φαίνεται να αποδέχεται τη θέση ότι αν το ΚΚΚ ήταν πιο «ενωτικό» κι αν εφάρμοζε την ανάλογη τακτική, θα είχε καλύτερα αποτελέσματα στην επίτευξη του στρατηγικού στόχου, που «αυτονόητα» ήταν η Ένωση, και δευτερευόντως μόνο ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός. Με αυτή τη λογική γίνεται προβολή των προβλημάτων ως να πηγάζουν αποκλειστικά, ή έστω κυρίως, από διαδοχή «λαθών» των Κύπριων κομμουνιστών, αφήνοντας στο απυρόβλητο και αποφεύγοντας να εξετάσει τον νεοφανή «ελληνοκεντρισμό» του ΚΚΕ. Επιπλέον, με την προσέγγισή του φαίνεται να υποτιμά τα ευρύτερα προβλήματα και τις ευθύνες που πηγάζουν από της στάση της Τρίτης Διεθνούς κατά τη δεκαετία του 1930-1940, και τα όσα συντελούνταν στο παγκόσμιο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, με τις παλινωδίες και τις αμφιταλαντεύσεις στα κρίσιμα εθνικά ζητήματα της εποχής, και όσον μας αφορά, γύρω από τα ζητήματα της αντιιμπεριαλιστικής πάλης, μετά την επικράτηση του Στάλιν: περνώντας από την «τριτοπεριοδική» απομόνωση των Κομμουνιστικών Κομμάτων από τα μαζικά μη-κομμουνιστικά ρεφορμιστικά εργατικά κόμματα, (με την «υπεραριστερή», ισοπεδωτική, και παραπλανητική για την ίδια την εργατική τάξη κατηγορία του «σοσιαλφασισμού»), στον αντίποδά της, τα Λαϊκά Μέτωπα και την ουσιαστική υποταγή της Αριστεράς στην πολιτική και συχνά την οργανωτική καθοδήγηση της «πατριωτικής αστικής τάξης».47

Το ΑΚΕΛ ακολούθησε τις μεταβολές της γραμμής ενώ, για παράδειγμα, οι Κινέζοι κομμουνιστές αρνήθηκαν να το κάνουν – τα μεγέθη, τα ιστορικά δεδομένα, οι συγκυρίες και τα στελέχη κάθε χώρας παίζουν ρόλο.

Θεωρώ προβληματική και ατεκμηρίωτη επίσης την υιοθέτηση από τον Σακελλαρόπουλο κάποιων από τις κριτικές του ΚΚΕ, όπως για παράδειγμα, ότι οπωσδήποτε έπρεπε να γίνει ένοπλος αγώνας στην Κύπρο: πρώτον, ένας ένοπλος αγώνας υπό το ΑΚΕΛ θα επέτρεπε στη Δεξιά, με την έμμεση στήριξη των αποικιοκρατών, να μεταφέρουν με ακόμα πιο έντονο και βίαιο τρόπο στην Κύπρο το (μετ)εμφυλιοπολεμικό κλίμα της Ελλάδας, που υπήρξε δυσμενέστατος παράγοντας σε βάρος της Αριστεράς, και δεύτερον, ίσως σοβαρότερο, ο κίνδυνος διακοινοτικής σύγκρουσης ήταν κάτι παραπάνω από ορατός και προβλέψιμος. Από τα αποσπάσματα που παραθέτει ο Σακελλαρόπουλος, γίνεται ωστόσο εμφανές το πόσο προβληματική υπήρξε αυτή η στάση του ΚΚΕ προς το ΑΚΕΛ. Τα περί «οπορτουνισμού» και «φοβικότητας» του ΑΚΕΛ, δεν τυγχάνουν της δέουσας επεξεργασίας από τον συγγραφέα. Είναι απαραίτητο να εξεταστούν τα λάθη και τα προβλήματα των θέσεων της κυπριακής Αριστεράς για να διδαχθούμε από αυτά. Αν εξετάσει όμως κανείς το σκεπτικό του ΚΚΕ προς το ΑΚΕΛ, θα κατανοήσει ότι βρίθει από ηγεμονισμό και υποτίμηση προς τις συνθήκες που τότε επικρατούσαν στην Κύπρο, ενώ η άποψη πως η Ένωση θα άλλαζε τα δεδομένα στην Ελλάδα είναι απλά εξόχως ανεδαφική. Οφείλω να υπομνήσω αυτό που παραθέτει ο ίδιος ο Σακελλαρόπουλος: Μια σαφώς ανεύθυνη και εθνικιστική στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ που δεν απέκλειε τότε ακόμα και τις βιαιοπραγίες ως αντίποινα κατά των Τουρκοκυπρίων. Κάτι που το ΑΚΕΛ δεν δέχτηκε να ακούσει, προς τιμήν του, διότι στην πράξη έδειξε ότι εξέφραζε την κυπριακή εργατική τάξη στο σύνολό της, ανεξαρτήτως εθνοτικής καταγωγής.

Το ερώτημα που ανακύπτει, και έχει απασχολήσει τους ιστορικούς, είναι αν η κυπριακή Αριστερά όφειλε να παραγάγει δική της στρατηγική και πολιτική γραμμή ή όφειλε να υποταχτεί στη γραμμή του ΚΚΕ. Γιατί η κυπριακή Αριστερά έπρεπε να θυσιαστεί ή να υπακούσει στους συντρόφους της στην Αθήνα; Έτσι και αλλιώς, ο συγκεκριμένος μύθος πηγάζει από το γεγονός ότι η ΕΔΑ κατάφερε το 1958 να πάρει 24%, που αποδόθηκε, εν μέρει, στις εσωτερικές αντιφάσεις της ελληνικής Δεξιάς πάνω στο Κυπριακό. Όμως το ΑΚΕΛ τη δεκαετία του 1940 ήταν η κυρίαρχη δύναμη της Κύπρου – γιατί να υποταχθεί στα κελεύσματα της εξ Αθηνών Αριστεράς; Η κυπριακή Αριστερά και η κυπριακή κοινωνία πλήρωνε τότε βαρύτατο τίμημα μέσα από τις ένοπλες συγκρούσεις στην Κύπρο. Κατά πάσα πιθανότητα, μέσα από το Κυπριακό η ελληνική Αριστερά διεκδικούσε να ξαναμπεί στο πολιτικό παιχνίδι σαν «εθνική δύναμη». Ωστόσο, τούτο είναι απλώς ζήτημα σκοπιμότητας που ουδεμία σχέση έχει με τις μαρξιστικές αρχές στη βάση των οποίων η μετά τον Λένιν θεώρηση θα επιδίωκε τη λύση του «εθνικού ζητήματος» στην Κύπρο. Η ελληνική Αριστερά (ΚΚΕ και ΕΔΑ) ουσιαστικά αποδεχόταν ταυτόχρονα την ηγεμονία της Δεξιάς, της «εθνικοφροσύνης». Ιστορικά, η πραγματική ανατροπή του καθεστώτος του εμφυλίου δεν ήρθε μέσα από τη στρατηγική της Ένωσης, την οποία υιοθέτησε εξ αρχής η μετεμφυλιακή Δεξιά και η χούντα στη συνέχεια, αλλά μέσα από την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της Κύπρου από την «μητέρα πατρίδα» – μέσα από την αποτυχία του «πραξικοπήματος» να επιβληθεί, καθώς αντιμετώπισε αντίσταση, ακόμα και μέσα από τη διάσωση του δημοσίως ενωτικού κατά τα άλλα Μακαρίου, ως συμβόλου πολιτικής ανεξαρτησίας. Οφείλουμε εδώ όμως παράλληλα να αναγνωρίσουμε ότι το σενάριο μη-κατάργησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, και έκτοτε όλη η επιχειρηματολογία περί «ενίσχυσης της κρατικής μας υπόστασης», για το ελληνοκυπριακό κατεστημένο υπήρξε (και εν πολλοίς παραμένει) τακτική σύγκρουσης με τους Τουρκοκυπρίους και την Τουρκία, και όχι «ιδεολογικός» προσανατολισμός.

Η πιο πάνω κριτική ισχύει και για το κείμενο του Αντωνίου, το οποίο διατηρεί μεν την απόσταση του ιστορικού και θέτει ακροθιγώς και μάλιστα με εύσχημο και παραστατικό τρόπο το όλο παγκόσμιο πλαίσιο των αντι-αποικιοκρατικών δυναμικών κατά τη μεταπολεμική περίοδο, στο «πνεύμα του Μπαντούνγκ» του κινήματος των Αδεσμεύτων, ενώ παράλληλα επικεντρώνεται στη στάση της ΕΔΑ στο Κυπριακό κατά τη δεκαετία του 1950. Ωστόσο, καταλήγει απότομα και χωρίς ουσιαστική τεκμηρίωση στο συμπέρασμα ότι η ελληνική Αριστερά δεν μπορούσε παρά να είναι κάθετα αντίθετη με την τελική μετααποικιακή ρύθμιση. Δεν φαίνεται να ξεκαθαρίζει τους λόγους για τους οποίους ενίσταται στη διευθέτηση της ανεξαρτησίας: Ενίσταται μήπως στην ουσία της κυπριακής ανεξαρτησίας ως απεμπόληση της Ένωσης, όπως ήταν η θέση των κομμάτων της ελληνικής Αριστεράς της εποχής; Ή μήπως θεωρεί ότι θα έπρεπε να μοιραστούν την εξουσία Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, κάτι που θα εμπόδιζε τη δημιουργία ενός «δεύτερου ελληνικού κράτους», ή πάλι μήπως ενίσταται γιατί η συγκεκριμένη διευθέτηση ήταν ακριβώς η απόπειρα εξουδετέρωσης της ανεξαρτησίας των Κυπρίων στο πλαίσιο των Νατοϊκών συμφερόντων, μέσα από τις δεσμεύσεις και τις εγγυήσεις;

Το πραγματικό ερώτημα είναι με ποια κριτήρια καταλήγει κάποιος σε μια αξιολόγηση θέσεων . Με κάποια a priori μοντέλα θεωριών ή αντιλήψεων περί έθνους, ή με βάση την πραγματικότητα – στη δεδομένη στιγμή και στην αποκάλυψη της ιστορικής δυναμικής στην πορεία; Ασφαλώς, τίθεται και το ερώτημα με βάση ποιων τα συμφέροντα γίνεται αυτή η αξιολόγηση; Λόγου χάρη η αξιολόγηση αυτή γίνεται λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα ελληνικής Αριστεράς, εν ονόματι της ελληνικής εργατικής τάξης ή της κυπριακής εργατικής τάξης και κοινωνίας, όπως αυτή γίνεται κατανοητή από την κυπριακή Αριστερά;

Τέλος, το κεφάλαιο του Νίκου Χριστοφή εξετάζει το Κόμμα Εργαζομένων Τουρκίας (TİP) και το Κυπριακό τη δεκαετία του 1960, και τις μετατοπίσεις του κόμματος μεταξύ αντιιμπεριαλισμού, κεμαλισμού και εθνικισμού. Παρουσιάζει ενδιαφέρον διότι διαβάζει την άνοδο του κόμματος μέσα στο ιστορικό συγκείμενο που ορίζεται από τις κοινωνικοπολιτικές αλλαγές τη εποχής ανάμεσα σε δύο στρατιωτικά πραξικοπήματα: αυτό της 27ης Μαΐου 1960 και αυτό του 1971, στρατιωτικό κίνημα που έμεινε στην ιστορία ως το «στρατιωτικό πραξικόπημα του μνημονίου». Η στάση του TİP στο Κυπριακό αποτελεί ενδιαφέρον παράδειγμα μετατόπισης με κύριο στόχο να πείσει το κόμμα για τον πατριωτισμό του, στη βάση των κεμαλικών αρχών και ιδεωδών με τα οποία οικοδομήθηκε το τουρκικό κράτος και έθνος. Κι έτσι εργαλειοποιείται το Κυπριακό ως ένας «ασφαλής χώρος» εξωτερίκευσης της «εθνικής πολιτικής» και μετατρέπεται σε ζήτημα εσωτερικής αντιπαράθεσης με άλλα κόμματα. Έτσι ο αντιιμπεριαλιστικός λόγος μετατρέπεται σταδιακά σε εθνικισμό και επεκτατισμό, υπό το καθεστώς της τότε λατρείας στον Ατατούρκ.

Το Κυπριακό ζήτημα παραμένει ένα ανοικτό κοινωνικό και «γεωπολιτικό» ζήτημα που όχι μόνο δυναμιτίζει το τρίγωνο Κύπρου-Ελλάδας-Τουρκίας, αλλά αποτελεί μια μόνιμη απειλή για οξύτερες εντάσεις και συγκρούσεις στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο. Ως «εθνικό ζήτημα» αποτελεί μέρος μιας μεγάλης συζήτησης που συνδέει ταξικά/κοινωνικά ζητήματα με διεθνικές/διακρατικές σχέσεις την εποχή μετά την αποικιοκρατία, την εποχή του ιμπεριαλισμού. Η συζήτηση αυτή όμως ούτε ολοκληρώθηκε, ούτε έκλεισε, απλώς άλλαξε, διότι οι παράμετροί της και οι συνθήκες έχουν μεταβληθεί. Σε αυτό το πνεύμα παρατηρείται μια τάση στο εσωτερικό της αριστερής διανόησης για επανεκτίμηση του «εθνικού ζητήματος» ως «άλυτου», όπως για παράδειγμα συζητείται στην Νότιο Αφρική όπου εξετάζονται ξανά οι διάφορες παραδόσεις της αριστερής σκέψης από το απαρτχάιντ μέχρι σήμερα.48Ο συλλογικός αυτός τόμος για την Κύπρο μπορεί να αποτελέσει λοιπόν την αρχή για μια συζήτηση που οφείλει να εμβαθύνει και να επεκταθεί στη βάση μιας νηφάλιας και τεκμηριωμένης αντιπαράθεσης απόψεων στη περιοχή μας.

Με αυτή βάση ας δούμε το Κυπριακό – αλλιώς πρόκειται για ζήτημα ή πρόβλημα χωρίς επίλογο.


2. Το Κυπριακό ως πρόβλημα χωρίς επίλογο:

Από σήμερα, ξαναδιαβάζοντας το εθνικό ζήτημα τότε


Η πραγματική ανεξαρτησία είναι η αποτίναξη της αποικιοκρατίας, της εθνικής καταπίεσης και της ιμπεριαλιστικής επιβολής, κι όχι οι μεσοβέζικες κι υποκριτικές λύσεις, ούτε οι «λύσεις» που αγνοούν το «εθνικό ζήτημα», αντικαθιστώντας το με, ή υπάγοντας το σε ταξικό. Ο Λένιν αντιλήφθηκε το εθνικό ζήτημα ως πολιτικό ζήτημα . Σίγουρα υπάρχουν οικονομικές, πολιτιστικές, κοινωνικές και άλλες διατάσεις, όμως η ουσία του είναι πολιτική. Αν εξετάσει κανείς τα «Κριτικά Σημειώματα για το Εθνικό Ζήτημα» θα διακρίνει αμέσως τη δυναμική, πολύπλοκη και ταξική προσέγγιση του όλου θέματος. Όταν το ζήτημα χαρακτηρίζεται ως «πολιτικό» αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κατανοηθεί μέσα στα πλαίσια των δημοκρατικών αγώνων των λαών, ενάντια σε κάθε μορφής καταπίεση, πριν αλλά και παράλληλα με τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες για σοσιαλισμό. Το εθνικό ζήτημα πρέπει να αντικρίζεται στα συγκεκριμένα ιστορικά πλαίσια και με βάση τις γενικότερες κοινωνικές και ταξικές προσεγγίσεις με γνώμονα βέβαια τη στρατηγική μας για σοσιαλιστική προοπτική της κοινωνίας. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει «επαναστατικό τυχοδιωκτισμό», ούτε και υποταγή στις σκοπιμότητας της στιγμής και διολίσθηση στον εθνικισμό – ο Λένιν υπήρξε σφοδρός πολέμιος του μεγαλορωσικού εθνικισμού. Ενώ το δικαίωμα για εθνική ανεξαρτησία αποτελούσε αρχή, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να ερμηνεύεται σαν μια καιροσκοπική τακτική, αλλά σαν αναπόσπαστο μέρος των δημοκρατικών αγώνων και του επαναστατικού δρόμου για τον σοσιαλισμό.

Η λενινιστική παρακαταθήκη λοιπόν είναι ότι οι κομμουνιστές οφείλουν να μη παρασύρονται σε εθνικιστικά ξεσπάσματα, έστω κι αν υπάρχουν συγκυρίες που υπάρχει συμφωνία στόχων για ένα διάστημα με εθνικιστές, διατηρώντας πάντα την ταξική πολιτική προσέγγιση και την αυτονομία του κινήματος. Από την άλλη, δεν νοείται να παραγνωρίζεται ή να υποβιβάζεται το εθνικό ζήτημα ως απλώς ταξικό. Οι Κύπριοι κομμουνιστές από τη σύσταση και των πρώτων μαρξιστικών κύκλων στην Λεμεσό τη δεκαετία του 1920, ακριβώς είχαν να αντιμετωπίσουν το περίπλοκο ερώτημα, του πώς να διαχειριστούν το εθνικό ζήτημα αλλά και την ιμπεριαλιστική επιβουλή που θέλει να καλλιεργήσει τον εθνικισμό για να διασπάσει τον κυπριακό λαό, μέσα από τη σύγκρουση Ελλήνων και Τούρκων. Η «συνάντηση» του Λένιν με τους Κύπριους κομμουνιστές θα πρέπει να είναι λοιπόν διαρκείας: «ο Λένιν στο καφενείο» που λειτουργεί ως συνοικιακός αριστερός σύλλογος εκφράζει μια μακρά πολιτιστική-κοινωνική σχέση στην πολιτική ζωή του τόπου.49 Αλλά και πέρα από τον Λένιν – πρέπει να δούμε την εμπειρία των κινημάτων στη συγκυρία και να αντιληφθούμε τι θεωρητικά πλαίσια μπορούν ερμηνεύσουν την κατάσταση ή τι το νέο θεωρητικό μπορεί να εξαχθεί από την ιστορική και κοινωνική εμπειρία. Η apriori αναγνώριση/επιβολή θέσεων με επιχείρημα ότι το είπε κάποιος θεωρητικός ή το υιοθέτησε ένα κόμμα από μια χώρα η οποία διεκδικεί μια άλλη (Τουρκία-Ελλάδα την Κύπρο), με την Αριστερά να εντάσσεται σε αυτό το «παιχνίδι» του εθνικού αποικιακού λογού, αναπαράγει μορφές εξουσίας. Προσπάθεια των Κυπρίων κομμουνιστών ήταν να απαντήσουν στο ερώτημα λαμβάνοντας υπόψη τόσο την αρχή της αυτοδιάθεσης, τις διεθνείς συγκυρίες και συνθήκες, τις τοπικές ιδιομορφίες και με βάση πάντα τη στρατηγική για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Βέβαια αυτό δεν είναι εύκολο. Οι ιστορικές διακυμάνσεις κι αμφιταλαντεύσεις, οι πολλές ερμηνείες, κάποτε εσφαλμένες, εκφράζουν με τις ιδιαιτερότητες της εποχής την ιστορική πορεία του κινήματος διεθνώς και τοπικά. Από το σύνθημα της ανεξαρτησίας το οποίο αναδύθηκε στην Κύπρο αυτόνομα στους κομμουνιστικούς κύκλους πριν έρθουν σε επαφή με την Διεθνή, 50 ή έστω την κωδικοποίηση για «αυτοδιάθεση σε μια Βαλκανική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία», που εμφανίστηκε μεν στο συνέδριο και στο κομματικό έντυπο, αλλά ωστόσο δεν χρησιμοποιήθηκε μετά, καθώς η έννοια της ανεξαρτησίας της Κύπρου κυριάρχησε. Αυτό φαίνεται και από τις θέσεις του Βατυλιώτη (Βάτη) το 1930-31, που αναφέρεται στο «αντιιμπεριαλιστικό, αντιαποικιοκρατικό μέτωπο Ελλήνων και Τούρκων», κι από κει στην «αυτοδιάθεση-ένωση», αλλά κι αργότερα με την «ατόφια αυτοδιάθεση» στην «ανεξαρτησία-ομοσπονδία». Την «ενωσιολογία», δηλαδή την εμμονή στην Ένωση χωρίς καμιά παραχώρηση στην τουρκοκυπριακή κοινότητα ή την Τουρκία – που αποτελούσε ουσιαστικά μια ρητορική άμυνα ενάντια στον σχέδιο Άτσεσον51 – μετά την ανεξαρτησία του 1960 την καταδίκασε το ίδιο ΑΚΕΛ σε αυτοκριτική του.

Διαφορετικές γενιές της ηγεσίας του κυπριακού κομμουνιστικού κόμματος και κινήματος της Κύπρου ασφαλώς είναι δημιουργήματα της εποχής τους. Κι όπως αναφέραμε προηγουμένως, η ιδεολογική νομιμοποίηση της θέσης τους γίνεται με βάση τη συγκυρία (και βέβαια άλλαζαν ριζικά οι συνθήκες), ωστόσο οι θεωρητικές/ιδεολογικές τους αναφορές πολλές φορές είναι προβληματικές, εφόσον η αλλαγή συνθήματος γίνεται για λόγους τακτισμού κι όχι με βάση μια συνεπή στρατηγική γραμμή. Οι περιπτώσεις των Σέρβα και Φάντη είναι χαρακτηριστικές. Αν διαβάσει κάποιος το έργο του Σέρβα, από το πολύτομο Ευθύνες που γράφτηκε τις δεκαετίες 1970-80 μέχρι το Κοινή Ζωή (1997), θα βρει τεράστιες μετακινήσεις, αντιφάσεις κι αλλαγές στις θέσεις του. Και αυτό συμβαίνει με άλλους ηγέτες που για χρόνια ήταν στο πηδάλιο του Κόμματος: Ο Σέρβας επέστρεφε στην Κύπρο την εποχή που το κομμουνιστικό κίνημα προωθούσε τα «Λαϊκά Μέτωπα». Σε εκείνο το πλαίσιο προώθησε μια στρατηγική ευρύτερου ανοίγματος του ΚΚΚ και μάλιστα σε συνθήκες παρανομίας επί της Παλμερικής δικτατορίας, που κατάργησε κάθε αντιπροσωπευτικό θεσμό μετά το 1931. Σε αυτό το πλαίσιο επιχείρησε να αμβλύνει τις πιο ριζοσπαστικές θέσεις του Κόμματος, όπως τον αθεϊσμό, την κριτική στην αστική πατριαρχική οικογένεια και φυσικά την αντίθεση προς την Ένωση. Ωστόσο, όπως επέμενε μέχρι το τέλος της ζωής του, η βασική του μετατόπιση όσον αφορά το Κόμμα, αυτή από την ανεξαρτησία στην αυτοδιάθεση, δεν σήμαινε κατ’ ανάγκη την Ένωση, αλλά άφηνε ανοικτή την πόρτα και στις δύο επιλογές, τόσο την ανεξαρτησία, όσο την Ένωση. Κι όμως σαφώς ήρθε σε αντιπαράθεση με όσους διαφωνούσαν και έτσι η κριτική του πήρε τη μορφή καταδίκης της προηγουμένης θέση σαν «ακροαριστερής». Τα πράγματα όμως στην πορεία αποδείχτηκαν πολύ πιο περίπλοκα: όταν το 1947 η αποικιακή κυβέρνηση υποχώρησε μπροστά στις λαϊκές κινητοποιήσεις και προσέφερε τη δυνατότητα συζήτησης για τοπικό σύνταγμα αυτοκυβέρνησης, το οποίο ήταν μέρος των πιο μεταρρυθμιστικών θέσεων εκείνων που υποστήριζαν μορφές ανεξαρτησίας/ αυτονομίας ως μετα-αποικιακό καθεστώς τη δεκαετία του 1930, ο Σέρβας αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή στήριξης εκείνης της θέσης. Αντίθετα ο Φάντης, ο οποίος ήταν ανερχόμενο συνδικαλιστικό στέλεχος που ανελίχτηκε τότε στην τριανδρία της νέας ηγεσίας του 1949, ταυτίστηκε με το σύνθημα «ένωση και μόνο ένωση», το οποίο απέρριπτε ο Σέρβας. Με την ίδια λογική που ο Πλουτής Σέρβας υποστήριξε την υποβάθμιση ριζοσπαστικών θέσεων για πλατύτερη λαϊκή απεύθυνση και ενότητα, έτσι και η ηγεσία του 1949, υιοθέτησε για 8 χρόνια τη θέση για «ένωση και μόνο ένωση», ενώ ο Σέρβας αποβλήθηκε από το Κόμμα με την κατηγορία ότι ηγείτο φράξιας για την αυτοκυβέρνηση – μια παραλλαγή της θέσης που ο ίδιος προηγουμένως είχε καταδικάσει ως «αριστερισμό». Το ενδιαφέρον είναι ότι το 1958, εννέα χρόνια μετά την αλλαγή ηγεσίας, η νέα ηγεσία άλλαξε και πάλι γραμμή και ανακάλυψε την ανεξαρτησία ως αναπόφευκτη πραγματικότητα για να εισπράξει δριμεία κριτική από το ΚΚΕ. Ύστερα από 40 χρόνια, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Αντρέας Φάντης θα βρεθεί εκτός Κόμματος, όπως προηγουμένως είχε βρεθεί η ομάδα στην ηγεσία που ήθελε πιο αποφασιστική κριτική του εθνικισμού. Ωστόσο, η νέα ηγεσία υπό τον Δημήτρη Χριστόφια θα προβεί, για πρώτη φορά, στην πρώτη σοβαρή κριτική στον ρητορικό ενωτισμό της ηγεσίας του κόμματος μετά την ανεξαρτησία.

Σε πολλές περιπτώσεις η έννοια της διαλεκτικής κι άλλοι φιλοσοφικοί όροι, αντί να αποτελούν μέθοδο ανάλυσης που να βοηθά το Κόμμα να προσαρμόζει τους στρατηγικούς του στόχους στις ανάγκες της συγκυρίας μέσα από τους αναγκαίους τακτικούς ελιγμούς, μετατρέπεται σε μια στρεβλή προσέγγιση που λειτουργεί ως απολογητική για οποιαδήποτε απόφαση όσον αφορά τη γραμμή . Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το Ιστορικό Δοκίμιο του ΚΚΚ-ΑΚΕΛ με βασικό συγγραφέα τον Μίνω Περδίο, με βάση το οποίο ξεκίνησε μια συζήτηση από το 1968 μέχρι το 1972 όταν υιοθετήθηκε από την ΚΕ του ΑΚΕΛ. Ωστόσο, το κείμενο εκείνο δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Με την πολιτική αστάθεια, αρχικά από τη δράση της ΕΟΚΑ Β΄ και κατόπιν το πραξικόπημα και την εισβολή αναβλήθηκε η έκδοση. Ωστόσο, το κείμενο συνέχισε να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης στην ΚΕ, με αλλαγές και νέα εκδοχή μέχρι και το 1985. Μετά έγινε η διάσπαση στο Κόμμα και το πράγμα έμεινε εκεί.

Το ότι τελικά το Δοκίμιο δεν δημοσιεύτηκε μέχρι σήμερα είναι από μόνο του ένα σημαντικό γεγονός – πιο σημαντικό ίσως και από το ίδιο το κείμενο. Δείχνει τη ρευστότητα τόσο στην Κύπρο όσο και στον χώρο του κινήματος της Αριστεράς, και ας υπήρχε μια σταθερή ηγεσία από το 1949 μέχρι το 1989. Το κείμενο αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι σαν ένα είδος θέσφατου, αλλά αντίθετα σαν ένα τεκμήριο «αναποφασιστικότητας». Ένα τεκμήριο μιας εποχής. Πέρα από τα όποια εμπειρικά στοιχεία, η μη δημοσιοποίησή του δείχνει ότι η θεωρία, η οποία αναδυόταν από την πρακτική του κόμματος, δεν μπορούσε να κωδικοποιηθεί ακόμα. Ήταν η εποχή μιας ηγεσίας που ανέλαβε με το σύνθημα «ένωση και μόνο ένωση», που διήρκεσε για εννέα περίπου χρόνια μέχρι το 1958, κατόπιν άλλαξε με στήριξη της ανεξαρτησίας, μετά στήριζε την ανεξαρτησία με την αμυντική (και αντιφατική) ρητορική της «ατόφιας ένωσης», ή αργότερα του «εφικτού της ανεξαρτησίας» μέχρι το 1968, στη συνέχεια υιοθέτησε πιο ανοικτά την ανεξαρτησία κ.ο.κ. Οι παλινδρομήσεις γύρω από την Ένωση, αλλά και η δυσκολία του Κόμματος να ασκήσει ανοικτή κριτική στον Μακάριο είχε κόστος: υπονόμευσε τη δυνατότητα να έχει τη στήριξη των τουρκοκυπριακών μαζών και μετέθετε τα ταξικά και άλλα κοινωνικά ζητήματα για το απώτερο μέλλον. Ωστόσο, αυτό ήταν δημιούργημα της εποχής του, όπου η περίεργη δημοκρατία υπό τη συνεχή απειλή «πραξικοπήματος» και πιέσεων από την Αθήνα, ιδίως μετά το 1967, διαμόρφωνε το πλαίσιο μέσα στο οποίο το Κόμμα μπορούσε να λειτουργήσει ανοικτά. Είναι φανερό ότι μετά το 1974 έχουμε μια ολότελα νέα εποχή: η πρόσφατη «προϊστορία» στην Κύπρο είναι η περίοδος 1960-1974, κι όλα όσα έγιναν πριν από αυτή είναι πλέον προ-προϊστορία. Το Δοκίμιο εκφράζει την τρίτη γενιά της ηγεσίας του κόμματος, όντας γραμμένο κατά την «προϊστορία» του Κυπριακού όπως την ξέρουμε σήμερα.

Αυτό που πρέπει οπωσδήποτε να αποφευχθεί από μια αυστηρή ιστορική και πολιτική ανάλυση σήμερα είναι η αναπαραγωγή πολιτικών εκτιμήσεων για τις πολιτικές ηγεσίες της εκάστοτε εποχής με άκριτη αποδοχή των διάφορων σκοπιμοτήτων των μετέπειτα ηγεσιών. Για παράδειγμα, όπως ήδη αναφέραμε, συνεχίζει να αναπαράγεται μια εσφαλμένη υποτίμηση του ΚΚΚ, με το αφήγημα ότι δήθεν ήταν «ανώριμοι» οι πρώτοι κομμουνιστές, ενώ η μετέπειτα ηγεσία «ωρίμασε». Δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή η εικόνα ότι η μετέπειτα ηγεσία αποτελείτο από πιο καταρτισμένους μαρξιστές ή επαναστάτες. Αυτές οι προσεγγίσεις είναι ιδιαίτερα προβληματικές. Επί του συγκεκριμένου όμως, η θέση του ΚΚΚ για εγκαθίδρυση Εργατοαγροτικής Δημοκρατίας που θα προσχωρήσει σε μια Βαλκανική Εργατοαγροτική Ομοσπονδία ήταν προφανώς επηρεασμένη από την τότε θέση του Βαλκανικού Τμήματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν). Η αποδοχή των θέσεων της Διεθνούς αποτελούσε αυτονόητη και αναγκαία προϋπόθεση την εποχή εκείνη για να ανήκει το Κόμμα στην Κομιντέρν: Εκτός κι αν θεωρείται ότι και η Κομιντέρν υπήρξε «ανώριμη» και «σεκταριστική»!

Επιχειρώντας λοιπόν να κατανοήσουμε τις συνθήκες της εποχής, ασφαλώς πρέπει να εντάξουμε το τι συμβαίνει στην Κύπρο στις αλλαγές στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 συντελείται ριζική αναδιοργάνωση του κόμματος και παρατηρείται μια σταδιακή αλλαγή στις ιδεολογικές και κομματικές προσεγγίσεις σε βασικούς τομείς δράσης, με την επιστροφή του Πλουτή Σέρβα από τη Μόσχα. Είναι η λεγόμενη «Τρίτη περίοδος». Από την διαβόητη θέση περί «σοσιαλφασισμού» το κομμουνιστικό κίνημα υιοθετεί την πολιτική των «λαϊκών μετώπων» ως κεντρικό σύνθημα στην πάλη ενάντια στον φασισμό. Εδώ χρειάζεται να μελετηθεί σε βάθος πώς η κυπριακή Αριστερά εντάσσεται στις παγκόσμιες αλλαγές που συντελούνται.

Επομένως, είναι άστοχες, άκαιρες και μάλλον χωρίς αντίκρισμα οι όποιες νοσταλγικές ή άλλες απόπειρες επιχειρούν να δικαιώσουν ιστορικά την Αριστερά όσο πιο πολύ ευθυγραμμίζεται με την ιδεολογία και δράση της καθεστηκυίας τάξης προς την κατεύθυνση της αλυτρωτικής «εθνικής ολοκλήρωσης», ως, υποτίθεται, αποστολή του εργατικού διεθνισμού.

Αποτελεί λοιπόν εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι στην ελληνική (και τουρκική) Αριστερά επιβιώνουν διάφορες παραδόσεις, οι πλείστες ωστόσο μάλλον με μικρό έρεισμα από πλευράς μαζικού πολιτικού εκτοπίσματος, οι οποίες έχουν το δικό τους θεωρητικό-ιδεολογικό υπόβαθρο. Ωστόσο, για τη συζήτησή μας δεν έχει τόσο σημασία πόσο διαδεδομένη είναι η κάθε άποψη, αλλά ποια είναι τα επιχειρήματά της και τα τεκμήρια στα οποία βασίζεται.

Για την Κύπρο η μεγάλη δύναμη γύρω από την οποία συσπειρώθηκαν οι αριστερές δυνάμεις είναι το ΑΚΕΛ, ο συνεχιστής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου. Ασφαλώς, τόσο το ΑΚΕΛ, όσο και το ΚΚΚ πριν από αυτό, δέχθηκε την κριτική και φίλια πυρά από αδελφά κόμματα, όπως το ΚΚΕ και την ΕΔΑ. Αυτές οι εντάσεις παραμένουν αντικείμενο συζητήσεων.

Ένα μέρος της Αριστεράς στην Ελλάδα υιοθετεί «εθνικές» προσεγγίσεις στο Κυπριακό, οι οποίες έχουν ως αφετηρία το έργο του Νίκου Ψυρούκη52 ή αντλούν από προσεγγίσεις των Στάλιν, Μάο, Ενβέρ Χοτζα, ιδίως μετά τη ρήξη ανάμεσα στο ΚΚ Σοβιετικής Ένωσης και το ΚΚ Κίνας. Οι εργασίες του Ψυρούκη στο εθνικό ζήτημα, τη Μικρασιατική Καταστροφή, και το Κυπριακό άσκησαν σημαντική επίδραση στην αριστερή αντιιμπεριαλιστική σκέψη στην Ελλάδα και εμμέσως, πλην όμως εντόνως, στην Κύπρο.53 Απλοποιώντας, το επιχείρημα έχει ως εξής: εφόσον η αστική τάξη αδυνατεί να λύσει το εθνικό ζήτημα, δηλαδή τον αλυτρωτισμό των Ελλήνων στη «μεγάλη Ελλάδα», θα τον λύσει το προλεταριάτο.54 Τα κείμενα του Ψυρούκη αποτελούν ίσως τις πρώτες αυθεντικές προσεγγίσεις στην ελληνική Αριστερά εντός της «σχολής» που ονομάζω «αριστερό εθνικισμό» ή «εθνικιστικό αντιιμπεριαλισμό», έστω κι αν οι ίδιοι προτιμούν να αυτο-ορίζονται ως «αριστεροί εθνιστές».55 Για ορισμένους συγγραφείς αυτής της παράδοσης, το Κυπριακό συμπυκνώνει τη διαλεκτική πατριωτισμού-διεθνισμού, 56αλλάκαι του «ελληνικού προβλήματος».57

Δύο πρόσφατες παραλλαγές του ιδίου περίπου επιχειρήματος, οι οποίες σχετίζονται με την πιο πάνω «σχολή» είναι το κείμενο του PerryAnderson «Οι Διαιρέσεις της Κύπρου»58 και το βιβλίο των Βασίλη Φούσκα και Alex Ο. Tackie, Ο Καρλ Μαρξ στη Λευκωσία. 59Τα κείμενα αυτά ισοπεδώνουν την ουσιαστική κριτική ανάλυση των συγκεκριμένων δεδομένων, δεν κάνουν σχεδόν καμιά αναφορά στην πλούσια κριτική σκέψη που η κυπριακή βιβλιογραφία προσφέρει στο αντικείμενο και αυθαίρετα καταλήγουν σε συμπεράσματα που δεν έχουν αντίκρισμα. Ο δε Anderson βασικά ενδιαφέρεται να απαντήσει στον Λόρδο Hannay, χωρίς να διαβάσει προφανώς τι έχει παραχθεί στην Κύπρο.60

Από τον χώρο της Ε/Κ Αριστεράς υπάρχει και η στήριξη στο δικαίωμα των Τ/Κ για αυτοδιάθεση και χωριστό κράτος. Αυτή είναι η προσέγγιση του περιοδικού Εργατική Δημοκρατία, που το 1988 εξέδωσε ένα βιβλίο 415 σελίδων με τον τίτλο Το Κυπριακό και τα διεθνιστικά καθήκοντα των Ε/Κ επαναστατούν (και στην ηλεκτρονική επανέκδοση του 2017 διευκρινίστηκε ότι συγγραφείς ήταν οι Αλμπέρτο Φλωρεντίν και Ντίνος Αγιομαμίτης). Πρόκειται για ένα αξιόλογο πόνημα, 61 το οποίο όμως με άκαμπτο και εξωπραγματικό τρόπο πρόβαλε μια ερμηνεία που στην πράξη σήμαινε αποδοχή της διχοτόμησης της Κύπρου. Αντίθετη προσέγγιση έχει η πιο μεγάλη από τις τροτσκιστικές οργανώσεις στην Κύπρο, η Αριστερή Πτέρυγα, η οποία μαχητικά υπερασπίζεται την Κυπριακή Δημοκρατία ενάντια σε οποιαδήποτε διάσπαση. Σήμερα, οι διαφορές αυτές έχουν ουσιαστικά εκλείψει, καθώς οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές. Οι οργανώσεις αυτές κριτικά στηρίζουν το ΑΚΕΛ κόντρα στη διχοτομική νεοφιλελεύθερη Δεξιά, στηρίζοντας τη συνέχιση του αγώνα με τους Τουρκοκύπριους αριστερούς και τα συνδικάτα ενάντια στον φασισμό, τον εθνικισμό και τη διχοτόμηση.

Στην Ελλάδα μια σημαντική γραμμή κριτικής που δεν έτυχε επαρκούς αναγνώρισης είναι η προσέγγιση που αναπτύχθηκε από αρθρογραφία του περιοδικού Θέσεις από τους Μηλιό/Κυπριανίδη και Τσεκούρα. Βασική γραμμή είναι ότι για δομικούς λόγους, η στροφή προς την ανεξαρτησία από την ηγετική ομάδα υπό την Εθναρχία από το 1957-58 μέχρι την πολιτική του εφικτού του 1967 προέκυψε ως αποτέλεσμα δύο βασικών παραγόντων στην πολιτική διαμάχη: (α) της ιστορικά κληρονομημένης κυπριακής πολιτικής οργάνωσης, δηλαδή η προϋπάρχουσα ελληνοκυπριακή πολιτική «εξουσία» στην Κύπρο και, σε δευτερεύοντα βαθμό, (β) της συγκεκριμένης τροπής των μεταπολεμικών πολιτικών ανταγωνισμών στην Κύπρο (η προοπτική της διχοτόμησης).

Μην ξεχνούμε ότι ενώ η βία κορυφωνόταν στην Κύπρο το 1957-58, ο Μακάριος έκφραζε και μια μερίδα της Δεξιάς αλλά και των αρχουσών τάξεων που ουσιαστικά πέρασε από την ένωση στην ιδέα/πραγματικότητα της ανεξαρτησίας. Αν υπήρχε από τότε μια «εσωτερική ατζέντα», για «δεύτερο ελληνικό κράτος» στην Κύπρο είναι ένα ανοικτό ζήτημα.62

Βασικός στόχος ήταν να ηττηθεί η Αριστερά στην Κύπρο και να παραδοθεί η ηγεσία του αντιαποικιακού κινήματος στη Εθναρχία/Δεξιά: Μόνο με αυτούς τους όρους θα επιτύγχαναν τις βασικές τους επιδιώξεις. Κι έτσι η Δεξιά στην Αθήνα και στην Κύπρο μετέφερε τόσο τον πρωτόγονο ψυχροπολεμικό αντικομμουνισμό, όσο το (μετ)εμφυλιοπολεμικό κλίμα στην Κύπρο ως ιδεολογικό και πολιτικό εργαλείο για τον σκοπό αυτό.

Ο Γιώργος Καλπαδάκης (2020: 424) σε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία που αναλύουν τα ελληνικά αρχεία της περιόδου 1954-1974, επικαλούμενος τον πρόξενο Αλέξη Λιάτη επισημαίνει:


«Υπέρτερος στόχος της πρώιμης πριμοδότησης των αντιαριστερών φιλενωσιακών δυνάμεων στη Μεγαλόνησο από την Αθήνα ήταν η ανάγκη να μην υπερκερασθούν από τον κομμουνισμό, και λιγότερο η πραγμάτωση της Ένωσης καθαυτήν: τη διαδεδομένη αυτή άποψη εξέφρασε με εύγλωττο τρόπο ο Λιάτης το 1950, όταν ανέφερε ότι “ο σπουδαιότερος… εχθρός μας εν Κύπρω… είναι σήμερον ο κομμουνισμός και κατά δεύτερον δε λόγον έρχεται η ανθελληνική πολιτεία της Αγγλικής Αποικιακής Διοικήσεως. Αυτή η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων θα είχε καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του κυπριακού».


Η πολιτική-οργανωτική υπεροχή της Αριστεράς ανάμεσα στις εργατικές μάζες καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο προβλημάτιζε την κυπριακή Δεξιά, αλλά και τους πάτρονές της στην Αθήνα. Η Αθήνα παρακολουθούσε με ανησυχία στενά την κυπριακή Αριστερά και έκανε νουθεσίες στην εθναρχία σχετικά με τους χειρισμούς για την αντιμετώπισή της:


«Τον Δεκέμβριο του 1956, ο Βλάχος θα ανέφερε τη διεξαγωγή μιας σειράς εργατικών συνεδρίων από τα οποία “άγεται κανείς και πάλιν εις την δυσάρεστον διαπίστωσιν ότι ο μικρός πυρήν των κομμουνιστών, ο οποίος παρέμεινεν εκτός των στρατοπέδων πολιτικών κρατουμένων, κατώρθωσε να διατηρήση την αρίστην οργάνωσιν την συμφυή προς τα κομμουνιστικά κόμματα, ενώ η κατά πολύ ισχυροτέρα εθνικιστική παράταξις δεν είναι εις θέσιν να εκμεταλλευθή ούτε τας παραμικράς εκδηλώσεις της εθνικοφρόνου εργατικής οργανώσεως των Νέων Συντεχνιών, αι οποίαι, ατυχώς, στερηθείσαι του ηγέτου των (Μιχαήλ Πισσά), δεν κατορθώνουν να εμφανίσουν οιανδήποτε ισχύν. 63 Ένα χρόνο αργότερα, ο Βλάχος θα ανέφερε στον Αβέρωφ ότι, παρά την πρόσκαιρη εξασθένιση της πολιτικής θέσης της αριστεράς στην Κύπρο, η επιρροή της στα εργατικά συνδικάτα παρέμενε αμείωτη. Προειδοποίησεότι“εάν δεν αναπτυχθή οργανωμένη, σύντονος και ευρεία προσπάθεια εκ μέρους των Νέων Συντεχνιών, η αριστερά κυπριακή ηγεσία θα διατηρήση το πλείστον των θέσεών της παρά τη εργατική τάξει της νήσου· βέβαια, διευκρίνισε, η τάξη αυτή “ακολουθεί τους αριστερούς ηγέτας ουχί εκ πολιτικών πεποιθήσεων αλλά εκ της αντιλήψεως ότι η ηγεσία αυτή προάγει κάλλιον ετέρας τα επαγγελματικά της συμφέροντα». 64


Η αντίληψή τους χαρακτηρίζεται από ένα ψυχροπολεμικό αντικομμουνισμό, που τους έκανε να βλέπουν ακόμα και τους αριστερούς του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος ως «κρυπτοκομμουνιστάς». Ο πρόξενος Μόστρας για παράδειγμα, αναφερόμενος στους αριστερούς επισημαίνει ότι είναι οι ίδιοι, «οίτινες εγένοντο οι απολογηταί του παιδομαζώματος και συνεχώς επεζήτουν, κατά τον συμμοριτοπόλεμον, την απομάκρυνσιν της βρετανικής ταξιαρχίας εκ Θεσσαλονίκης, πάντα λίθον κινούντες ίνα βλάψουν την Ελλάδα εις τον έσχατον αγώνα της».65


«Εν τέλει, η πρώιμη μεταπολεμική πολιτική της Αθήνας έναντι της Κύπρου αναλώθηκε σε μια προσπάθεια πίεσης της Λευκωσίας να μην “παραδώσει” το κίνημα της Ένωσης στην αριστερά αντί να την παρωθεί να στοιχηθεί με το διεθνές αντιαποικιακό κίνημα, μια πραγματιστική λύση που θα προσανατολιζόταν στα ανθρώπινα δικαιώματα και όχι στις ισορροπίες του φορτισμένου ψυχροπολεμικού τοπίου· μια λύση, την οποία και η Ουάσιγκτον ευχερέστερα θα μπορούσε να υποστηρίξει αντί για μια εδαφική διεκδίκηση – όπως εκ των πραγμάτων ερμηνευόταν το αίτημα της Ένωσης στο πλαίσιο του ΟΗΕ – και η οποία, επιπροσθέτως, δεν θα άνοιγε διάπλατα την κερκόπορτα στην Τουρκία, ώστε μοιραία να εξελιχθεί σε διάδικο της κυπριακής υπόθεσης» (Καλπαδάκης 2020: 429).


Τόσο οι Εθναρχία/Δεξιά, όσο και η Αθήνα (βλ. πρόξενοι, Βλάχος, Λιάτης, Μόστρας, Αβέρωφ κλπ.) απεικόνιζαν την κυπριακή Αριστερά ως απλώς το «μακρύ χέρι της Μόσχας» που θα ήταν, πίστευαν, καταστροφικό για το λεγόμενο «εθνικό κέντρο».66

Ο Μακάριος είχε επίγνωση του σκοπού του ενόπλου αγώνα, αφενός να αλλάξει τους όρους εσωτερικά και να καθυποτάξει τους κομμουνιστές μετατρέποντας τους από πρωτοπόρους σε ουραγούς, και αφετέρου να εξοβελίσει του Τουρκοκύπριους. Η δε συνέχιση του ιδεολογήματος περί Ένωσης και «ενδόξου αγώνα της ΕΟΚΑ» μετά την ανεξαρτησία, δεν ήταν «ρομαντισμός», αλλά εξυπηρετούσε σαφείς στοχεύσεις: (α) νομιμοποιούσε ανάμεσα στους υπηκόους την εξουσία του Μακάριου και τους διορισμούς διαφόρων μελών της ΕΟΚΑ στα πόστα του νέου κράτους, ενώ (β) μόνιμα εξοβέλιζε τους Τ/Κ και περιθωριοποιούσε τους αριστερούς που ήταν εκτός ΕΟΚΑ και είχαν «ύποπτο» αντι-ενωτικό παρελθόν. Στην αρχή το πωλούσαν ως «ενδιάμεσο στάδιο» ενός «μακροπρόθεσμου» αγώνα κι ύστερα ως «εφικτό», αλλά το «ευκταίο» περίμενε σταθερό. Ο Γρίβας, όχι ο ευφυέστερος πολιτικός, φανατικός ακροδεξιός που διηύθυνε αρχικά τη μακαριακή ΕΟΚΑ, ήταν, στο πλαίσιο του αντικομμουνιστικού αγώνα, πάντα πρόθυμος να ταχθεί στην υπηρεσία των διαφόρων ξένων δυνάμεων όπως οι Ναζί, οι Βρετανοί, οι Αμερικανοί και το βαθύ ελληνικό κράτος.67

Απαιτείται μια διαλεκτική προσέγγιση για το φαινόμενο που λέγεται Μακάριος. Εκτός του ότι έχουμε σαφέστατα αλλαγή της στάσης του Μακαρίου στις διάφορες φάσεις του Κυπριακού, πρέπει να εξεταστεί ο Μακάριος στο πνεύμα και το κλίμα της εποχής του στα τρία επίπεδα της διαμάχης γύρω από το Κυπριακό.68

Θα κάνω zooming από το 1977 στο σήμερα: υπάρχει σαφώς στροφή προς το διχοτόμηση από αυτούς που εκφράζει ο Αναστασιάδης και η κλίκα που κυβερνά. Η συνέχιση της φανφάρας και των κιτς εθνικών εορτών στα σχολεία και στη δημόσια σφαίρα γύρω από την ΕΟΚΑ, δηλαδή ο εορτασμός της βίας που ασκούσε – που σκότωσε παραπάνω Κύπριους παρά Βρετανούς αποικιακούς στρατιώτες, βλ. υποσ. 67 – η αναπαραγωγή των στερεοτύπων της εθνικοφροσύνης, ουσιαστικά νομιμοποιεί τα «νέα» ιδεολογήματα του διχοτομισμού. Όπως εύστοχα περιγράφεται με τον όρο «ο Ντεκτάς στο Νότο», το «όραμα» του εθνοσοβινιστή Τ/Κ ηγέτη για διχοτόμηση της χώρας έχει μεταλαμπαδευτεί στην νεοεθνικιστική λογική τμημάτων της Ε/Κ Δεξιάς και της Ακροδεξιάς, στη βάση του «κάλιο μισή αλλά ελληνική», παρά επανενωμένη Κύπρος αλλά «για όλους τους Κυπρίους». Η ιδέα ότι η Κύπρος είναι «η δευτέρα μικρά Ελλάς», επιτέλους πραγματώνεται με τον νέο μιλιταρισμό που εκφράζεται με μεγαλοϊδεατικές συμμαχίες, όπως με τον ακροδεξιό Νετανιάχου από τη μια πλευρά και δικτάτορες όπως ο Σίσσι της Αιγύπτου από την άλλη. Η κυπριακή κοινωνία είναι σήμερα πολωμένη και τεμαχισμένης πολιτικο-ιδεολογικά όσο ποτέ.69 Κι αυτό παρά το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι Κύπριοι, Ε/Κ και Τ/Κ, συνειδητοποιούν την Κυπριακότητα ως κεντρικό σημείο αναφοράς τους, ενώ συρρικνώνεται ο ελληνοκεντρισμός και ο τουρκοκεντρισμός.

Όπως εξέτασα στο πρώτο μέρος του κειμένου αυτού, ιστορικά, στο ΚΚΚ, από το τέλος της δεκαετίας του 1930, ξεκινάει μια στροφή προς την «αυτοδιάθεση-ένωση». Η γραμμή αυτή κινείτο ανάμεσα στις διάφορες εκφάνσεις που θα μπορούσε και θα έπρεπε να πάρει το δικαίωμα «αυτοδιάθεσης» στην περίπτωση της Κύπρου. Το ίδιο το ΑΚΕΛ με απόφασή του θεωρεί λάθος τη στροφή προς την Ένωση μετά το 1960.70 Μια από τις παρακαταθήκες της ηγεσίας του Δημήτρη Χριστόφια ήταν ότι τότε τόλμησε να αναμετρηθεί με το ζήτημα και να τοποθετηθεί για ένα ιστορικό λάθος του Κόμματος. Ήταν ένα σημαντικό βήμα προς την ορθή κατεύθυνση.

Διότι η στροφή της Κυπριακής Αριστεράς προς την Ένωση, παρά τα όποια ερείσματα είχε το σύνθημα αυτό, παρά τις πιέσεις και δυσκολίες ελέω εποχής, ήταν ιστορικό λάθος. Αυτό ωθούσε σε ακροβατισμούς και παραλογισμούς με συνθήματα όπως «Ένωση Ναι, ΝΑΤΟ Όχι», πράγμα αδύνατο – εξάλλου και το ΚΚΕ την εποχή εκείνη στηλίτευε το ΑΚΕΛ ότι δεν πάλευε αρκετά για Ένωση, υποστηρίζοντας ότι μαζί, αφού ενωθεί η Κύπρος με την Ελλάδα θα πετύχουν έξοδο από το ΝΑΤΟ με στήριξη των χωρών του υπαρκτού Σοσιαλισμού. Ασφαλώς, η στροφή προς την ένωση δεν σημαίνει ότι το κίνημα της Αριστεράς (υπό την ηγεσία του ΚΚΚ και του ΑΚΕΛ στη συνέχεια) εντάχτηκε έτσι απλά και ομαλά στους εθνικιστικούς αντιδραστικούς κύκλους υπό την εκκλησία: Υπό τον αρχιεπίσκοπο Λεόντιο (που δηλητηριάστηκε περιέργως) διαφάνηκε ότι ο μεγάλος φόβος της Δεξιάς ήταν μήπως και καθίσουν δίπλα στην Αριστερά – διότι αν γίνονταν εκλογές θα έχαναν. Επικράτησε όμως η γραμμή ότι για την αποτίναξη της αποικιοκρατίας απαιτείτο «εθνική ενότητα» για να εφαρμοστεί η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών, πράγμα που πηγάζει από τη θεωρία των «σταδίων του αγώνα» σε συνθήκες ψυχρού πολέμου. Με απλά λόγια, η θεωρία ήταν η εξής: εφόσον η Κύπρος βρισκόταν στο εθνικοαπελευθερωτικό στάδιο, απαιτείται η συμμαχία με όλες τις αντιαποικιακές δυνάμεις και τάξεις ενάντια στην αποικιοκρατία, συμπεριλαμβανομένης και της «εθνικής αστικής τάξης» κόντρα στην «κομπραδόρικη αστική τάξη». Ασφαλώς αυτό το σχήμα δεν καθορίζει στη βάση ποιου προγράμματος θα λάβει χώρα η ενότητα, ποια θα είναι η διάταξη και οι συσχετισμοί δύναμης, τα μέσα και ο τελικός στόχος, δηλαδή τι θα είναι το αποτέλεσμα της αυτοδιάθεσης: ανεξάρτητο κράτος, προσάρτηση στην Ελλάδα, χωριστή αυτοδιάθεση Ε/Κ και Τ/Κ κατά τα πρότυπα επίλυσης του «ινδικού προβλήματος» το 1947, μέρος μιας ευρύτερης ομοσπονδίας με στόχο φυσικά τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας κλπ.).

Το μεγάλο ζήτημα ωστόσο για μας σήμερα είναι το κεφάλαιο Τουρκοκύπριοι: Αν δεν ήταν μέρος της «εθνικής-κυπριακής ενότητας» αυτό θα δυναμίτιζε τα πάντα, όπως οι πρώτοι κομμουνιστές τόνιζαν. Εξάλλου η ιθύνουσα τάξη ποτέ δεν δέχτηκε το ΑΚΕΛ ως ισότιμο συνομιλητή, διότι ουδέποτε θα δέχονταν ένα κόμμα που γέννησε η εργατική τάξη (με πρόγραμμα τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό και ταξικά αιτήματα) ως «ισότιμο»: Ήθελαν το ΑΚΕΛ υποταγμένο, ελεγχόμενο και πάντα υπό επιτήρηση και αμφισβήτηση, ως ουραγό, που η ηγεσία και τα μέλη του να αισθάνονται συνεχώς την πίεση ότι μπορεί να μπει στο περιθώριο. Ορισμένοι δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, από το χώρο της Αριστεράς αισθάνονται «στιγματισμένοι» και ζουν με τον φόβο να «μην απομονωθούν».

Ας δούμε, λοιπόν, την ιστορία με κριτική ματιά κι ας πάρουμε την ευθύνη για τα λάθη, αλλά και τις θετικές παρακαταθήκες που αναλογούν στις γενεές των ιδεολογικών μας προγόνων, κι ας κοιτάξουμε μπροστά. Αυτό θα βοηθήσει να δούμε το παρόν και το μέλλον καθαρότερα. Ωστόσο η ιστορία δεν τελειώνει εκεί: Απλώς κλείνει ένας ιστορικός κύκλος, ενώ ανοίγει ένας άλλος γύρω από τη μορφή της λύσης του Κυπριακού και του ρόλου των κομμουνιστικών και αριστερών κομμάτων στις λεγόμενες μητροπόλεις ή «μητέρες πατρίδες», ως προς τη μορφή αυτής της λύσης.


3. Παρέκβαση στη συγκυρία: Γιατί αναθεωρήθηκε η θέση του ΚΚΕ αναφορικά με τη λύση Διζωνικής, Δικοινοτικής Ομοσπονδίας στην Κύπρο;


Μέχρι τώρα συζητήσαμε το ζήτημα της στάσης της Αριστεράς στις τρεις χώρες σε σχέση με την ένωση ή την ανεξαρτησία, ως επίλυση του «εθνικού ζητήματος» στην Κύπρο. Αυτό ξεκαθαρίζει πλήρως μετά το 1974, εφόσον γίνεται κατανοητό από όλους ότι δεν υφίσταται πλέον καμία πιθανότητα για ένωση, ενώ η Αριστερά μπαίνει μπροστά στην ανάγκη επανένωσης της χώρας με συνεννόηση με τους Τ/Κ στη βάση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας (ΔΔΟ).

Κι όμως οι διαφορές της προηγούμενης περιόδου αποτελούν ιστορικό υπόβαθρο της μείζονος διαφοράς γύρω από τη μορφή της ΔΔΟ ως λύσης, που ξέσπασε μετά την απόφαση του ΚΚΕ του 20014 να αναθεωρήσει τη βασική θέση, εγκαταλείποντας τη στήριξη για λύση ΔΔΟ. Πρόκειται για ρήξη που προκαλεί τριγμούς, ανατρέποντας τη βάση της εξομάλυνσης των σχέσεων ΚΚΕ-ΑΚΕΛ καθ’ όλη τη διάρκεια τη μεταπολίτευσης. Τα πρώτα ψήγματα διαφάνηκαν το 2004 με το Σχέδιο Ανάν, όπου ενώ το ΑΚΕΛ απέρριψε μεν το σχέδιο αυτό, το σκεπτικό της απόρριψης, καλώς ή κακώς, εξισορροπούσε ανάμεσα στα θετικά και αρνητικά του σχεδίου, και διέφερε ουσιωδώς από την απόλυτη απόρριψη του ΚΚΕ, που απλώς έβλεπε το σχέδιο ως ιμπεριαλιστικό. Εντούτοις πάγια θέση αρχής του ΚΚΕ μετά το 1974 ήταν να υποστηρίζει τη βασική θέση του αδελφού κόμματος, του ΑΚΕΛ, για ΔΔΟ κι αυτό συνέχισε σε επίπεδο πολιτικών θέσεων επί Παπαρήγα, παρότι στην ΚΟΜΕΠ υπάρχουν κάποιες παρεμβάσεις ιδεολογικού περιχεομένου που δείχνουν μια στροφή προς την κατεύθυνση του «ενιαίου κράτους», που μάλλον σύγχυση προκαλούν ως προς τη διάκριση ενιαίου κράτους και ομοσπονδίας (η οποία δεν πρέπει φυσικά να συγχέεται με τη συνομοσπονδία).

Μετά τη συμφωνία Μακαρίου-Ντεκτάς (1977) και Κυπριανού-Ντεκτάς (1979), το ΚΚΕ υπό την ηγεσία του Χαρίλαου Φλωράκη, υποστηρίζει σθεναρά τη θέση του αδελφού κόμματος, του ΑΚΕΛ, υπέρ της ΔΔΟ με μια κυριαρχία, διεθνή προσωπικότητα και ιθαγένεια . Αυτό πηγάζει, μεταξύ άλλων, από σεβασμό στη θέση για αυτοδιάθεση των λαών, επομένως η μορφή της κρατικής διάρθρωσης μιας επανενωμένης Κύπρου αποτελεί καθαρά θέμα του κυπριακού λαού, ως έκφανση και προέκταση του δικαιώματος για αυτοδιάθεση. Όταν λοιπόν η κυπριακή Αριστερά υπό την ηγεσία των Κύπριων κομμουνιστών, Ε/Κ και Τ/Κ, τοποθετείται υπέρ της ΔΔΟ, δεν νοείται το ΚΚΕ ή άλλο κόμμα της ελληνικής ή τουρκικής Αριστεράς να αποφασίζει «ενιαίο κράτος» ή άλλη μορφή λύσης του Κυπριακού. Πόσο μάλλον που το ΚΚΕ δεν είναι απλώς το κομμουνιστικό κόμμα μιας οποιαδήποτε άλλης χώρας, που δεν ασκεί καμία επίδραση ή δεν έχει καμία ιστορική σχέση με την Κύπρο. Αλλά πρόκειται για το κομμουνιστικό κόμμα μιας χώρας που στο λεγόμενο ιστορικά ηγεμονικό σχήμα της εθνικιστικής ιδεολογίας αποτελεί τη «μητέρα πατρίδα», η οποία είχε στις εθνικιστικές της βλέψεις την Κύπρο, στο πλαίσιο της «Μεγάλης Ιδέας», και παρά τη συμφωνία της Λοζάνης, δυστυχώς δεν εγκατέλειψε την ιδέα της προσάρτησης της Κύπρου. Εξ ου και το 1974, επί χούντας του Ιωαννίδη, επιχείρησε επέμβαση στην Κύπρο με το πραξικόπημα, κηρύττοντας την «ένωση», δηλαδή προσάρτηση σε μια Νατοϊκή χώρα, γεγονός που έδωσε, όπως όλοι γνώριζαν εκ των προτέρων, την ευκαιρία στην Τουρκία, μια άλλη Νατοϊκή δύναμη που ήταν επίσης «εγγυήτρια δύναμη» και «μητέρα πατρίδα», να εισβάλει και να διχοτομήσει ντε φάκτο τη χώρα.

Είναι λοιπόν με αυτή τη λογική που θεωρώ εσφαλμένη και ακατανόητη τη θέση του ΚΚΕ υπέρ μιας λύσης «ενιαίου κράτους» που το περιεχόμενό της παραμένει ασαφές, και εφόσον αντιπαρατίθεται στη ΔΔΟ εγκυμονεί τον κίνδυνο να ταυτίζεται το Κόμμα με τους εθνικιστικούς κύκλους που θέλουν την Κυπριακή Δημοκρατία ως «δεύτερο ελληνικό κράτος», που πρακτικά αποτελεί το καλύτερο ιδεολογικό και πολιτικό μέσο για να διαιωνισθεί η διχοτόμηση της χώρας. Κι έτσι η Κύπρος να παραμένει ντε φάκτο μια κατατεμαχισμένη χώρα, η πιο στρατιωτικοποιημένη χώρα στον κόσμο, με στρατούς και βάσεις από διαφορετικές Νατοϊκές δυνάμεις, ενδεχόμενο ορμητήριο για τη Μέση Ανατολή.

Η ιστορική κριτική του Λένιν στον «μεγαλορωσικό εθνικισμό» πρέπει να αποτελέσει μπούσουλα στις θέσεις της ελληνικής Αριστεράς. Ο μοναδικός τρόπος για να αρθεί η διχοτόμηση που παγιώνεται μέρα με τη μέρα στην Κύπρο είναι η ΔΔΟ. Επιπλέον, η ελληνική Αριστερά οφείλει να αποκηρύξει τον (υπο-)ιμπεριαλιστικό ρόλο της Ελλάδας, όχι μόνο απαιτώντας την κατάργηση των εγγυήσεων, όπως ορθά κάνει, αλλά αντιπαρατιθέμενη και στις απόπειρες να ποδηγετηθούν οι Ε/Κ από τους εθνικιστές του λεγόμενου «εθνικού κέντρου», ως προς τη διάρθρωση ενός επανενωμένου κυπριακού κράτους.

Ας μάθουμε λοιπόν από την ιστορία που είναι η πυξίδα για το μέλλον.


ΑγγλόφωνηΒιβλιογραφία


Adams, T. W., AKEL: The Communist Party of Cyprus, Stanford, Hoover Institution Press, 1971.

Anthias, F. and R. Ayres, “National Liberation and the Struggle for Socialism – The Case of Cyprus”, Capital and Class, 1, 1978.

Attalides, M. M., Cyprus, Nationalism and International Politics, Edinburgh, Q Press, 1979.

Ferguson, N., Civilization: The West and the Rest, London, Allen Lane, 2011.

Ferguson, N., Empire: How Britain Made the Modern World, London, Penguin, 2003.

French, D. Fighting EOKA. The British Counter-Insurgency Campaign on Cyprus, 1955–1959, Oxford, Oxford University Press, 2015.

Katsiaounis R., Labour, society and politics in Cyprus during the second half of the nineteenth century, Λευκωσία, ΚέντροΕπιστημονικώνΕρευνών, 1996.

Katsourides, Y., The History of the Communist Party in Cyprus: Colonialism, Class and the Cypriot Left, London, I. B. Tauris, 2014.

Kitromilides, P., “From coexistence to confrontation: The dynamics of ethnic conflict in Cyprus”, in M. Α. Attalides (ed.), Cyprus Reviewed, Nicosia 1977.

Milios, J. and T. Kyprianidis, “Greek and Greek-Cypriot Political Strategies on Independence: Class, Nation, and Statehood”, in N. Trimikliniotis and U. Bozkurt (eds.), Beyond a Divided Cyprus: A State and Society in Transformation, Basingstoke, Palgrave, 2012: 99-117.

Mishra, P., “Watch this Man”, London Review of Books, 33(21), November 2011.

Panayiotou, A., “Lenin in the coffee-shop: the communist alternative and forms of non-western modernity”, Postcolonial Studies, 9(3), 2006: 267-280.

Rooksby, E., “Cyprus and the West: A Critical Perspective on British and US Foreign Policy and Strategic Interests in Cyprus”, in N. Trimikliniotis and U. Bozkurt (eds.), Beyond a Divided Cyprus: A State and Society in Transformation, Basingstoke, Palgrave, 2012.

Trimikliniotis, N. and C. Demetriou, “The Cypriot Roma and the Failure of Education”, in A. Varnava, N. Coureas and M. Elia (eds.), The Minorities of Cyprus: Development Patterns and the Identity of the Internal-Exclusion, Newcastle upon Tyne, Cambridge Scholars Publishing, 2009.

Trimikliniotis, N., “The Cyprus problem and imperial games in the hydrocarbon era: From a place of arms to an energy player?”, in N. Trimikliniotis and U. Bozkurt (eds.), Beyond a Divided Cyprus: A State and Society in Transformation, Basingstoke, Palgrave, 2012: 23-46.

Webster, E. και K. Pampallis (eds.), The Unresolved National Question in South Africa. Left thought under apartheid, Johannesburg, Wits University Press, 2017.


ΕλληνόφωνηΒιβλιογραφία


Αδάμαντος, Α. «Επιστολή», Ιστορική εγκυκλοπαίδεια της Κύπρου 1878-1978, Περίοδος 1946-54, τόμοςΒ΄: 378-379, παρατίθεταιστοΑ. Κάτσης, 2021: 258.

ΑΚΕΛ, Ιστορία του ΚΚΚ-ΑΚΕΛ: Από τις Αρχές του 20 ού Αιώνα μέχρι το 1981, (αδημοσίευτο), ΚΕ ΑΚΕΛ, 1985.

ΑΚΕΛ, Πολιτικές Αποφάσεις και Ψηφίσματα Συνεδρίων του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου (ΚΚΚ) και του Ανορθωτικού Κόμματος Εργαζόμενου Λαού (ΑΚΕΛ), Λευκωσία, Προμηθέας 2014.

Αλέκου, Α., 1948, Ο ελληνικός εμφύλιος και η Κύπρος, Λευκωσία, Powerpublishing 2012.

Αν Α. Τζ. και Ν. Χριστοφής, «Η τουρκοκυπριακή Αριστερά και τα προβλήματα συνεργασίας με την ελληνοκυπριακή Αριστερά», σε Χριστοφής, Ν. (επιμ.), Μεταξύ έθνους και τάξης: Αριστερές και Κυπριακό, 1920-1970, Θεσσαλονίκη, εκδ. Ψηφίδες 2022.

Άντερσον Π., Οι διαιρέσεις της Κύπρου, εκδ. Άγρα, 2008. [ΜετάφρασητουΑγγλικούκειμένου “The Divisions of Cyprus”, London Review of Books, http://www.lrb.co.uk/v30/n08/perry-anderson/the-divisions-of-cyprus]

Αξελός, Λ. «Πατριωτισμός, διεθνισμός και Κυπριακό Ζήτημα», Τετράδια, τ. 32, Χειμώνας - Άνοιξη 1993: 5-20.

Βατυλιώτης, Χ. [Νίκος Κλεομένης], «Εθνικισμός ή Κομμουνισμός» (1931), στο Χ. Καλλής (επιμ.) Ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου, (αδημοσίευτο κείμενο), Λευκωσία, Περιπέτειες Ιδεών, τ. 9, Πολίτης 28.1.2007, http://peripetiesideon.blogspot.com/search/label/%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82%20%CE%99%CE%B4%CE%B5%CF%8E%CE%BD%20-%20%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82%2009

Γκράμσι, Α., Il Risorgimento, μετάφραση Γιώργος Μαχαιράς, Αθήνα, Στοχαστής 1987.

Δρουσιώτης, Μ., «Δολοφονήθηκαν 203 πολίτες και 14 αστυνομικοί. Όλοι οι Ελληνοκύπριοι που εκτέλεσε η ΕΟΚΑ», 2005, http://www.makarios.eu/cgibin/hweb?-A=718&-V=history

Εργατική Δημοκρατία, Το Κυπριακό και τα διεθνιστικά καθήκοντα των Ελληνοκυπρίων επαναστατών », Λευκωσία, Εργατική Δημοκρατία 1988 [διαθέσιμο στον ιστότοπο: https://movementsarchive.org/lib/exe/fetch.php?media=wiki:media:books:ergatikidimokratia:ergatikidimokratia_epanastates_lowq.pdf].

Ζιάκας, Θ., Αναζητώντας μια θεωρία για το Έθνος, Αθήνα, Εκάτη 1987.

Ζιάκας, Θ., Έθνος και Παράδοση, Αθήνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις 1988.

Ibrahim, H. Ç., Ένας εργάτης αφηγείται, μετάφραση Μαριαλένα Λάρκου, Λεμεσός, Heterotopia 2021.

Ιωάννου, Φ., Έτσι Άρχισε το Κυπριακό: Στα χνάρια μιας δεκαετίας, 1940-1950, Αθήνα, Φιλίστωρ 2005.

Κακουλλής, «Αδάμ Αδάμαντος, ο κορυφαίος της Αριστεράς και της Κύπρου», Χρονικό, Πολίτης, 18 Απριλίου 2010, http://www.polignosi.com/pictures/20210927/1632725599-09591.pdf

Καλπαδάκης, Γ. Κυπριακό 1954-1974. Στο χαστικές προσαρμογές και ο αιώνιος δηλιγιαννισμός, Εκδόσεις Παπαζήση 2020.

Κάτσης, Ά., Η Πολιτική της Ένωσης (1923-1974), Από τη Λοζάνη στον Αττίλα, Λεμεσός, Ηρόδοτος 2021.

Κατσιαούνης, Ρ., «Διαλέξεις για την ιστορία του ΚΚΚ-ΑΚΕΛ», Λευκωσία, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας 2005.

Κατσιαούνης, Ρ., Η Διασκεπτική, 1946-1948 με ανασκόπηση της περιόδου 1878-1945, Λευκωσία, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών 2000.

Κιτρομηλίδης, Π., «Το ιδεολογικό πλαίσιο της πολιτικής ζωής στην Κύπρο», στο Γ. Τενεκίδης και Γ. Κρανιδιώτης (επιμ.) Κύπρος: Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Αθήνα, Εστία 1983.

Κληρίδης, Ν., «Αγροτικά ζητήματα - Μουχταροκρατία και συνεργατισμός», εφημ. Ελευθερία 21 Μαΐου 1937, παρατίθεται στο Κατσιαούνης 2000: 44 επ.

Κωνσταντακόπουλος, Δ., «Κυπριακό: η γεωπολιτική συμπύκνωση του “ελληνικού προβλήματος”», http://www.konstantakopoulos.gr/1571/κυπριακο-η-γεωπολιτικη-συμπύκμωση-το

Λένιν, Β. Ι., Για το δικαίωμα a υτοδιάθεσης των εθνών. Κριτικά σημειώματα πάνω στο Εθνικό Ζήτημα, Αθήνα, Ειρήνη 2007.

Λέρνης, Γ., Οι Απεργιακοί Αγώνες των Μεταλλωρύχων και Αμιαντορύχων του 1978, Λευκωσία, ΠΕΟ 1979.

Λέφκης, Γ. Οι Ρίζες, Λεμεσός, εκδόθηκε από τον συγγραφέα, 1984.

Λιάκος, Α., Πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν αν αλλάξουν τον κόσμο; Αθήνα, Πόλις 2005.

Λιόσης, Β., Τα κοινωνικοπολιτικά μέτωπα στην Τρίτη Κομμουνιστική Διεθνή. Θέσεις και αντιπαραθέσεις στη Γ΄ Κομμουνιστική Διεθνή για το Ενιαίο Μέτωπο, την Εργατική Κυβέρνηση, τα συνδικάτα, τον πόλεμο και τον φασισμό, Αθήνα, ΚΨΜ 2014.

Μαστρογιαννόπουλος Π., Κύπρος, σοσιαλιστική προοπτική η μόνη διέξοδος στο άλυτο εθνικό και κοινωνικό πρόβλημα, Αθήνα, εκδ. Ξεκίνημα 1981.

Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, (1934) τόμος Γ΄, λήμμα Κύπρος: 767-770, Αθήνα.

Μηλιός Γ., (1988): Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Αθήνα, εκδ. Εξάντας. [Β΄ έκδοση, Αθήνα εκδ. Κριτική 2000].

Μηλιός, Γ. και Τ. Κυπριανίδης, «Το Κυπριακό μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ελληνική και ελληνοκυπριακή στρατηγική», Θέσεις τ. 25, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1988.

Μιχαήλ Μ. Ν., Η εκκλησία της Κύπρου κατά την Οθωμανική Περίοδο (171-1878), Η σταδιακή συγκρότησή της σε πολιτική εξουσία, Λευκωσία, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών 2005.

Μιχαήλ, Μ. Ν., Οι εξεγέρσεις ως πεδίο διαπραγμάτευσης της εξουσίας, Οθωμανική Κύπρος 1804-1 8 41, Αθήνα, Αλεξάνδρεια 2016.

Παιονίδης, Π. και Α. Ζιαρτίδης, Χωρίς φόβο και πάθος, Λευκωσία, ΣΕΚ 1995.

Παναγιώτου Α., «Συνοριακές εμπειρίες: ερμηνεύοντας τον πατριωτισμό της Κυπριακής Αριστεράς», σε Τριμικλινιώτης, Ν. (επιμ.) Το Πορτοκαλί της Κύπρου, Αθήνα, Νήσος 2005.

Παναγιώτου, Α., Ν. Μούδουρος, και Α. Μισιαούλη, Ανθολόγιο Κυπριωτισμού, Λευκωσία, Νεοκυπριακός Σύνδεσμος, Εν Τύποις 2021.

Παπαϊωάννου, Ε., Ενθυμήσεις από τη ζωή μου, Λευκωσία, Πυρσός 1988.

Περδίος, Μ., Δοκίμιο για την ιστορία του ΚΚΚ-ΑΚΕΛ, έκδοση ΚΕ ΑΚΕΛ, 1968, Αδημοσίευτο κείμενο.

Ρακόπουλος, Θ., «Δύο Αριστερές: Κομμουνιστικά κόμματα, Κυπριακό και βαθιές ιστορικές αλλαγές», στο: Η δυναμική του ελληνικού λόγου στο θέατρο, Πειραιάς, εκδ. Δημοτικό Θέατρο Πειραιά 2019: 31-41.

Σακελλαρόπουλος, Σ., «Ο ακήρυκτος ελληνοκυπριακός εμφύλιος (1944-49)», Θέσεις, τ. 132, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2015.

Σακελλαρόπουλος, Σ., Ο κυπριακός κοινωνικός σχηματισμός (1191-2004). Από τη συγκρότηση στη διχοτόμηση, Αθήνα, εκδ. Τόπος 2017.

Σακελλαρόπουλος, Σ. και Α. Αλέκου, «H παράδοξη συνύπαρξη δύο κομμουνιστικών κομμάτων σε ένα: Η περίπτωση ΚΚΚ και ΑΚΕΛ (1941-1944)», Θέσεις, τ. 147, Απρίλιος-Ιούνιος 2019.

Σακελλαρόπουλος, Σ. και Μ. Χουμεριανός, Η εξέγερση του 1931, η στάση του Κομουνιστικού Κόµµατος Κύπρου και η Γ΄ Διεθνής. Μέσα από τα επίσημα έγγραφα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Αθήνα, εκδ. Τόπος 2021.

Σέρβας, Π., Κυπριακό: Ευθύνες, τ. Α, Β, Γ, Δ, Αθήνα, Γραμμή 1980-1985.

Σέρβας, Π., Κυπριακό: «Στρατηγική» και Στρατηγική, Αθήνα, Πολύτυπο1988.

Τριμικλινιώτης, Ν., «Το εθνικό ζήτημα, η Αριστερά και το Κυπριακό: Αντιιμπεριαλισμός ή αντι-εθνικισμός;», Θέσεις, τ. 92, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2005.

Τριμικλινιώτης, N., Η διαλεκτική του έθνους-κράτους και το καθεστώς εξαίρεσης – συνταγματικές και κοινωνιολογικές μελέτες για την ευρωκυπριακή συγκυρία και το εθνικό ζήτημα Αθήνα, Σαββάλας 2010.

Τριμικλινιώτης, N., «Το πρόταγμα της επανένωσης της Κύπρου: Μια ταξική και γεωπολιτική ανάλυση μιας φθίνουσας δυνατότητας», Θέσεις, τ. 140, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2017.

Τριμικλινιώτης, Ν., «Η εποχή της φρίκης: Ένας παγκόσμιος απολογισμός της πενταετίας», ΙΝΕ Ετήσια Επιθεώρηση Ιστορίας, Κοινωνίας και Πολιτικής, Λευκωσία, Εκδοτική Επιμέλεια Ινστιτούτο Ερευνών Προμηθέας 2018:7-21.

Τσεκούρας Θ., «Κυπριακό: από την Ένωση στη Ζυρίχη», Θέσεις τ. 7, Απρίλιος-Ιούνιος 1984.

Τσεκούρας Θ., «Σημειώσεις για τους ταξικούς αγώνες στην Κύπρο», Θέσεις τ. 10, Ιανουάριος-Μάρτιος 1985.

Φάντης, Α., Ο ενταφιασμός (ενός γλυκύτατου ονείρου) της Ένωσης, Λευκωσία, εκδόθηκε από τον συγγραφέα, 1994.

Φάντης, Α., Το Κυπριακό Συνδικαλιστικό Κίνημα στα Χρόνια της Αγγλοκρατίας (1878-1960), τ. Α΄, Λευκωσία εκδόθηκε από τον συγγραφέα, 2006.

Φούσκας, Β. και A. Ο. Tackie, Ο Καρλ Μαρξ στη Λευκωσία, Αθήνα, Εκδ. Θεμέλιο 2009. [Πρόκειται για μετάφραση του αγγλικού κειμένου, The Post - Imperial Constitution, PlutoPress].

Χριστοφής, Ν. (επιμ.), Μεταξύ έθνους και τάξης: Αριστερές και Κυπριακό, 1920-1970, Θεσσαλονίκη, εκδ. Ψηφίδες 2022.

Χωραφάς Β. και Λ. Ριζάς, (επ.), Κύπρος, Γεωπολιτικές εξελίξεις στον 21 ο αιώνα, Αθήνα, Monthly Review 2009.

Ψυρούκης, Ν., Ιστορίας της Ελλάδας, τόμος Δ΄ Αθήνα, εκδ. Επικαιρότητα 1983.

Ψυρούκης, Ν., Το Κυπριακό Δράμα (1958-1986), Αθήνα, εκδ. Επικαιρότητα 1987.

Ψυρούκης, Ν., Ιστορίας της Ελλάδας, τόμος Β΄ Αθήνα, εκδ. Κουκίδα 2011.


1 Αντόνιο Γκράμσι, Il Risorgimento, Στοχαστής, Αθήνα, 1987: 9.

2http://peripetiesideon.blogspot.com/search/label/%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82%20%CE%99%CE%B4%CE%B5%CF%8E%CE%BD%20-%20%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82%2009

3 Θα ήθελα να ευχαριστήσω για τα σχόλιά τους σε προηγούμενη εκδοχή του κειμένου τους Αντρέα Παναγιώτου, Χρίστο Μάη, Νίκο Χριστοφή, Δάφνο Οικονόμου, Θέμο Δημητρίου, Δημήτρη Δημητρίου και Λάμπρο Λαμπριανού.

4 Βλ. Λιάκος 2005.

5 Μια από τις λίγες απόπειρες να αξιολογηθούν οι διάφορες τάσεις στην Αριστερά για το Κυπριακό είναι το βιβλίο από τους Αλμπέρτο Φλωρεντίν και Ντίνο Αγιομαμίτη, από μια τροτσκιστική οπτική, Το Κυπριακό και τα διεθνιστικά καθήκοντα των Ελληνοκυπρίων επαναστατών, έκδοση της Εργατικής Δημοκρατίας, Λευκωσία, 1988, https://movementsarchive.org/lib/exe/fetch.php?media=wiki:media:books:ergatikidimokratia:ergatikidimokratia_epanastates_lowq.pdf. Από τότε έχουν αναπτυχθεί πολλές και διάφορες τάσεις.

6 Βλ. Λένιν 2007.

7 Για μια κριτική βλ. Τριμικλινιώτης 2005.

8 Βλ. ενδεικτικά, Milios and Kyprianidis, 2012: 99-117. Μηλιός και Κυπριανίδης, 1988.

9 Βλ. Rooksby 2012: 83-97. Trimikliniotis 2012: 23-46.

10 Trimikliniotis and Demetriou 2009: 241-264.

11 Kitromilides 1977. Κιτρομηλίδης 1983.

12 O Niall Ferguson για παράδειγμα που εξετάζει την «άνοδο και πτώση της βρετανικής παγκόσμιας τάξης» προβάλλοντας διδακτικά «μαθήματα για την παγκόσμια δύναμη», όχι μόνο είναι θετικά διακείμενος προς την Βρετανική Αυτοκρατορία, αλλά θεωρεί ότιπρέπει να αποδώσουμε τα εύσημα στη Βρετανία που «δημιούργησε τον σύγχρονο κόσμο». Εφεύρε δε τον νεολογισμό «Anglobalisation» που θα μετέφραζα ως «Αγγλοπαγκοσμιοποίηση», που δεν είναι τίποτε άλλο απόμια επικαιροποιημένη έκδοση της αμερικανικής θεωρίας «εκσυγχρονισμού». Βλ. Ferguson 2003. Επίσης βλ. Ferguson 2011. Για κριτική ανάλυση του βιβλίου αυτού βλ. Mishra 2011.

13 Βλ. για παράδειγμα Katsourides 2016.

14 ΑΚΕΛ 1985.

15 Σέρβας 1988 και 1985.

16 Ιωάννου 2005.

17 Παπαϊωάννου 1988.

18 Ο Φάντης για παράδειγμα αναπαράγει το ίδιο αφήγημα όταν αναφέρει ως «σφάλματα σεκταριστικού “αριστερίστικου” χαρακτήρα» την εναντίωση προς την ένωση, την οποία θεωρεί «αναλλοίωτο πόθο γενεών Ελλήνων της Κύπρου να ενωθούν με την “Μητέρα Πατρίδα”, Ελλάδα». Φάντης 2006: 79.

19 Σακελλαρόπουλος και Αλέκου 2019· Adams 1971.

20Κακουλλής, 2010.

21 Αδάμαντος, σε Κάτσης 2021: 258.

22 ΑΚΕΛ 1985: 176.

23 Παπαϊωάννου 1988: 88. Ο Γιάννος Κατσουρίδης επαναλαμβάνει τα ίδια στο βιβλίο του, παραθέτοντας τους πιο πάνω, βλ. Katsourides 2014: 107-108.

24 Προφανώς, το κείμενο Ιστορία του ΚΚΚ-ΑΚΕΛ δεν καλύπτει τη νέα ηγεσία του κόμματος που έχει ήδη προβεί σε σοβαρή αυτοκριτική για την στροφή προς την ενωσιολογία κατά τη περίοδο 1963-67.

25 Κατσιαούνης 2005. Δυστυχώς οι διαλέξεις αυτές δεν υπάρχουν ηχογραφημένες.

26Κληρίδης, σε Κατσιαούνης 2000: 44.

27 Ο κομμουνιστής και συνδικαλιστής Hulus ÇağlarIbrahim (2021) καταδεικνύει στα απομνημονεύματά του πώς αυτό λειτούργησε ακριβώς, και πώς βιώθηκε στην πράξη.

28 Βατυλιώτης (1931) 2017: 52-55.

29 Οι υποψήφιοι του ΑΚΕΛ επικράτησαν σε Λευκωσία, Λεμεσό, Αμμόχωστο, σε κωμοπόλεις όπως η Μόρφου και σε μεγάλα αγροτικά κέντρα όπως ο Καραβάς και η Λάπηθος, ενώ μοιράστηκε την Πόλη Χρυσοχούς και το Λευκόνοικο. Η Δεξιά έλεγξε μόνο μικρές πόλεις, όπως η Πάφος και η Κερύνεια και το χωριό Λεύκαρα.

30 Έτος αυτοδιάλυσης του ΚΚΚ και συγχώνευσής του στο ΑΚΕΛ.

31 Ο Πλουτής Σέρβας βρίσκεται ήδη σε τροχιά αποστασιοποίησης από το 1944 και τελικά καθαιρείται στο Δ΄ Συνέδριο του ΑΚΕΛ το 1945, όταν αρνείται να εγκαταλείψει την δημαρχία Λεμεσού και να μετακομίσει στη Λευκωσία (παραμένει Δήμαρχος και Επαρχιακός Γραμματέας Λεμεσού). Έτσι εκλέγεται ο Φιφής Ιωάννου Γ.Γ. μέχρι το Στ΄ Συνεδριο του 1949. Στην Β΄ ολομέλεια της ΚΕ το 1952, ο Σέρβας διαγράφεται οριστικά, με τον Φιφή, τον Αδάμαντο, τον Νουσή, τον Λυσσαρίδη, τον Κακογιάννη κ.ά. Ωστόσο αποχωρούν ή διαγράφονται σε αυτή την κρίσιμη φάση κι άλλα σημαντικά στελέχη που διαφωνούν με τη γραμμή «Ένωσις και μόνον Ένωσις». Ο Νεόφυτος (Φιφής) Ιωάννου (1914 - 1988) ήταν μια λαμπρή προσωπικότητα, εκπαιδευτικός, δημοσιογράφος και εκδότης που διετέλεσε Γ.Γ. του ΑΚΕΛ από το 1945 μέχρι 1949, όταν ανέλαβε ο Εζεκίας Παπαϊωάννου (1908-1988), που παρέμεινε γενικός γραμματέας του ΑΚΕΛ για 39 χρόνια, μέχρι το θάνατό του. Ο Αδάμ Αδάμαντος υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος του ΑΚΕΛ, ο οποίος το 1943, 1946 και 1949 εκλέχθηκε δήμαρχος Αμμοχώστου. Κατά την περίοδο της Διασκεπτικής Συνέλευσης διαφώνησε με την αλλαγή της θέσης του Κόμματος. Το 1948, προς το τέλος του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, αντιπροσωπεία του ΑΚΕΛ (Φιφής και Ζιαρτίδης) επισκέφτηκε τον Ζαχαριάδη – εκεί ο Ζαχαριάδης τους υπέδειξε πως ήταν λάθος η θέση τους «αυτοκυβέρνηση-Ένωση» και έπρεπε οπωσδήποτε η Ένωση να γίνει ο άμεσός τους στόχος, εφόσον, όπως χαρακτηριστικά τους είπε, σε κάνα-δυο μήνες ο Δημοκρατικός Στράτος θα καταλάμβανε την Αθήνα. Αργότερα η Κεντρική Επιτροπή θα υιοθετούσε την εντολή του Ζαχαριάδη.

32 Βλ Κατσιαούνης 2000· Φάντης 1994.

33 Anthias and Ayres 1978· Attalides 1979· Εργατική Δημοκρατία 1988· Μαστρογιαννόπουλος 1981.

34 Ο Σέρβας βρισκόταν σε αντιπαράθεση με μέλη της ΚΕ που αποφάσισαν να τον αποπέμψουν, εφόσον αρνήθηκε να παραιτηθεί από Δήμαρχος και να μετοικήσει στη Λευκωσία. Ωστόσο, εξακολουθεί να διαθέτει έρεισμα στα μέλη του κόμματος – έγιναν στη συνέχεια πέντε χωριστές Συνελεύσεις, όπου τελικά η πλειοψηφία καταψήφισε την αποπομπή του Σέρβα. Στις 10/7/1945 ο Σέρβας αποπέμπεται από Γ.Γ. και αποβάλλεται από το Κόμμα με απόφαση της ΚΕ. Το Δ΄ Συνέδριο του ΑΚΕΛ, το 1945, τον επαναφέρει ως απλό μέλος αλλά του στερεί το δικαίωμα να συμμετέχει σε ανώτερα καθοδηγητικά όργανα του κόμματος. Το 1952 διαγράφεται οριστικά από το κόμμα. Βλ. ΑΚΕΛ 1985: 93.

35 Περδίος 1968: 107.

36 Η Κομιντερν διαλύθηκε στις 5 Μαΐου 1943 κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Ιωάννου και Ζιαρτίδης πήγαν στο Βουκουρέστι για να πάρουν και τις απόψεις της «Κομινφόρμ», αλλά δεν πήραν απάντηση, ενώ το Φθινόπωρο του 1948, πήγαν στα βουνά της δυτικής Μακεδονία και συνάντησαν τον Ζαχαριάδη. Ο δε Ανδρέας Ζιαρτίδης πήγε στο Λονδίνο για να διαβουλευτεί τον Γ.Γ. του Κ.Κ. Μεγάλης Βρετανίας, Χάρι Πόλιτ, ο οποίος χαρακτήρισε ανοησίες τις απόψεις Ζαχαριάδη. Βλ. Παιονίδης και Ζιαρτίδης 1995: 64.

37 Σακελαρόπουλος 2015· Αλέκου 2012.

38 Λέρνης 1979.

39 Παπαϊωάννου 1988.

40 Περδίος 1968: 81-82. Ο Κατσουρίδης παραθέτει το Ιστορικό Δοκίμιο και αναφέρεται σε στασιμότητα και αδιέξοδο. Katsourides 2014: 176.

41 Αντίγραφα υπάρχουν στην κατοχή του υποφαινόμενου. Ελπίζουμε ότι θα δημοσιευτούν σύντομα.

42 Βλ. Παιονίδης 1995.

43 Βλ. ΑΚΕΛ 2014.

44 Panayiotou 2006: 267-280.

45 Με το θέμα αυτό ασχολείται ο Αλέκου (2012). Ωστόσο, δεν αναπτύσσει τα δεδομένα του κυπριακού κοινωνικού σχηματισμού. Ο Σακελλαρόπουλος (2017) στον 800σέλιδο τόμο του, ενώ έχει σοβαρά στοιχεία για μια ολιστική προσέγγιση, δεν διατυπώνει κάποια θεώρηση – είναι μια μάλλον περιγραφική προσέγγιση. Η πιο σημαντική ανάλυση της περιόδου είναι το συλλογικό ανθολόγιο των Παναγιώτου, Μούδουρου και Μισιαούλη 2021.

46 Katsourides 2014:6

47 Βλ. Λιόσης 2014.

48 Webster and Pampallis 2017.

49 Βλ. Panayiotou 2006.

50 Βλ. Λέφκης 1980.

51 Παναγιώτου κ.ά 2020· Παναγιώτου 2005. Το σχέδιο Άτσεσον προέβλεπε ουσιαστικά την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με παράλληλη διασφάλιση των μειονοτικών δικαιωμάτων των Τ/Κ και παραχώρηση μιας βάσης στην Τουρκία αρχικά κατά κυριαρχία, στη συνέχεια με εκμίσθωση για 50 χρόνια.

52 Το έργο του Νίκου Ψυρούκη για το Κυπριακό περιλαμβάνει αφενός τις εκτενείς αναφορές στα Ψυρούκης 1983 και 2011 και αφετέρου το βιβλίο Ψυρούκης 1987.

53 Κυρίως σε διανοούμενους που βρίσκονται πέραν του ΑΚΕΛ και σε αντιπαράθεση μαζί του: οι μονάδες αυτές, που έχουν μια θεωρητική κατάρτιση κι ενδιαφέρον, έχουν ως επί το πλείστον μαοϊκές ρίζες και στράφηκαν προς τον «εθνισμό», ταυτιζόμενοι με την εθνικιστική Αριστερά στην Ελλάδα (π.χ. τα περιοδικά Ά ρδην, Ελλοπία κλπ.).

54 Οι Μαστραντώνης και Μηλιός 1983: 38, σε ένα κείμενο που ασκεί κριτική στις θεωρίες της εξάρτησης, αναφέρονται στον Ψυρούκη: «Και πάλι λοιπόν η πολιτική στρατηγική συνάγεται με βάση την εξάρτηση. Το ζητούμενο είναι έτσι για τον Ψυρούκη η εθνική ενότητα. Η αστική τάξη λόγω της εξάρτησής της, φυσικά, θεωρείται ανίκανη να πραγματώσει την εθνική ενότητα. Το ρόλο αυτό καλείται να αναλάβει το προλεταριάτο».

55 Ζιάκας 1988· Κοροβίνης και Ζιάκας 1987.

56 Αξελός 1993.

57 Η περίπτωση του Κωνσταντακόπουλου (2009) είναι χαρακτηριστική αυτής της σχολής σκέψης. Βλ. επίσης Χωραφάς και Ριζάς 2009. Έχω αναλύσει εκτενώς το ζήτημα στα Τριμικλινιώτης 2005 και 2010.

58 Εκδ. Άγρα, 2008. Μετάφρασητου αγγλικούκειμένου: “The Divisions of Cyprus”, London Review of Books, http://www.lrb.co.uk/v30/n08/perry-anderson/the-divisions-of-cyprus

59 Φούσκας καιTackie 2009. Πρόκειταιγιαμετάφρασητου αγγλικούβιβλίου, The Post - Imperial Constitution, PlutoPress.

60 Από την πλούσια βιβλιογραφία για την περίπτωση της Κύπρου σταχυολογούμε: Attalides 1979· Kitromilides 1977· Κιτρομηλίδης 1983· AnthiasandAyres 1978.

61 Εργατική Δημοκρατία 1988.

62 Στις 25 Ιουλίου 1957 ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στην Κύπρο Άγγελος Βλάχος απέστειλε στον Γρίβα την ακόλουθη επιστολή: «Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Αρχιεπίσκοπος αισιοδοξεί, η δε σκέψις του προσανατολίζεται προς λύσιν “ανεξαρτησίας”. [...] Προκύπτει ότι και πάλιν οι Τούρκοι είναι αντίθετοι προς μίαν τοιαύτην εξέλιξιν, διότι αντιλαμβάνονται ότι το σύνθημα της ανεξαρτησίας έχει κερδίσει έδαφος και ότι επιτυγχανομένης μιας τοιαύτης λύσεως, ουδεμία διεθνής εγγύησις και ουδέν διεθνές σχήμα θα δυνηθή να εμπόδιση την φυσιολογικήν πορείαν της ανεξαρτησίας προς την Ένωσιν. Βεβαίως, εάν προκύψη η πιθανότης της λύσεως “ανεξαρτησίας”, μία εκ των κυριωτέρων δυσκολιών θα είναι η παρουσίασις του όλου σχεδίου εις την ελληνικήν κοινήν γνώμην» (Γεώργιος Γρίβας, Απομνημονεύμ a τα, Αθήνα 1961: 191, παρατίθεται σε Μηλιός-Κυπριανίδης 1988: 56, η υπογρ. δική μου, ΝΤ).

63Ο Καλπαδάκης (2020: 426 υποσημ. 673) παραπέμπει στο ΑΑΣΒ/6281/«Εργατικά Συνέδρια»/14.12.56.

64 Ο Καλπαδάκης, (2020: 425-26), παραπέμπει στο ΑΑΣΒ/5092/«ΕΟΚΑ»/29.9.57, σελ. 426 υποσημ. 674.

65Ο Καλπαδάκης (2020: 426 υποσημ. 679) παραπέμπει στο ΑΣΒ/[Υπόμνημα Μόστρα]/«Βρετανοί Εργατικοί – Κύπρος» (1959), σελ. 20-21.

66ΑΑΣΒ/2591: «Συνομιλία κ. Θ. Δέρβη μετά Αντιπροέδρου Κυβερνήσεως», 20.6.50 (Καλπαδάκης 2020: 426 υποσημ. 695).

67 Αξίζει να θυμίσουμε ότι η ΕΟΚΑ δεν στρεφόταν μόνο κατά των βρετανικών αποικιακών δυνάμεων αλλά και κατά των Ε/Κ κομμουνιστών. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Μακάριος Δρουσιώτης (2005) γράφει σχετικά: «Η απόφαση του Γρίβα να εξουδετερώσει το ΑΚΕΛ συνέπεσε με την ίδρυση της Παγκύπριας Επιτροπής Κυπριακού Αγώνα (ΠΕΚΑ). Γενικός υπεύθυνος της ΠΕΚΑ ήταν ο Τάσσος Παπαδόπουλος, ο οποίος δημιούργησε ένα δίκτυο πληροφοριοδοτών, μέσω των οποίων ελέγχονταν οι πολιτικές δραστηριότητες της Αριστεράς. Στη βάση και των εκθέσεων που ετοίμαζε ο Παπαδόπουλος, ο Γρίβας οργάνωνε την εκστρατεία του κατά του ΑΚΕΛ. [...] Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία των αποικιακών αρχών, η ΕΟΚΑ εκτέλεσε 203 πολίτες Ε/Κ, αλλά δίνουν 198 ονόματα. Εκτέλεσε, επίσης, 14 μέλη του αστυνομικού σώματος. Αν και τα μέλη της αστυνομίας εύκολα μπορούν να θεωρηθούν ύποπτα λόγω της φύσεως της αποστολής τους, στην πραγματικότητα οι περιπτώσεις τους δε διαφέρουν από εκείνες των πολιτών. Από τα πρώτα θύματα αυτής της τακτικής ήταν ο Ηρόδοτος Πουλλής, ο οποίος εκτελέστηκε στις 8 Αυγούστου 1955 με διαταγή του Γιωρκάτζη, ενώ παρακολουθούσε συγκέντρωση της Αριστεράς στη Λευκωσία. Για τη δολοφονία του Πουλλή συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο ο Μιχαλάκης Καραολής, ο οποίος συμμετείχε στην επιχείρηση».ODavidFrench (2015: 307), με βάση τα επίσημα στοιχεία από τα Βρετανικά Εθνικά Αρχεία, Έγγραφα του Γραφείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτειακών Υποθέσεων (TheNationalArchives, ForeignandCommonwealthOffice) υπολογίζει τους Ε/Κ πολίτες που έχασαν τη ζωή τους την περίοδο Απρίλιος 1955 – Δεκέμβριος 1958 σε 263, τα μέλη της ΕΟΚΑ σε 102 έως 112 και τους Βρετανούς στρατιώτες σε 104.

68 Βλ. Μιχαήλ 2016· Μιχαήλ 2005· Katsiaounis 1996.

69 Βλ. Τριμικλινιώτης 2018.

70 Ρακόπουλος 2019: 31-41.