Το σοβιετικό οικονομικό σύστημα: Από τον Στάλιν στον Γκορμπατσόφ

Μέρος Ι : Ομοιότητες και διαφοροποιήσεις σε σχέση με τον δυτικό καπιταλισμό


του Χρήστου Βαλλιάνου


1. Εισαγωγή


Ο πρόσφατος θάνατος του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, τελευταίου Προέδρου της ΕΣΣΔ, έφερε, έστω και πρόσκαιρα, στην επικαιρότητα τη δημόσια συζήτηση σχετικά με το τολμηρό μεταρρυθμιστικό εγχείρημα του Γκορμπατσόφ, και συνακόλουθα, το ίδιο το οικονομικό και πολιτικό σύστημα στο οποίο στόχευαν αυτές οι μεταρρυθμίσεις. Η συζήτηση αυτή, που ειδικά μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» φαντάζει σήμερα ίσως ξεπερασμένη από τις εξελίξεις και χωρίς ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον, δεν απασχόλησε την Αριστερά όσο θα της άξιζε, τόσο την Αριστερά που δήλωνε γοητευμένη από τα σοσιαλιστικά επιτεύγματα της ΕΣΣΔ, όσο και την Αριστερά που είτε υιοθετούσε μια κριτική στάση σε επιμέρους ζητήματα του σοβιετικού «μοντέλου», είτε το απέρριπτε συνολικά. Η άποψή μας είναι ότι τα θέματα αυτά, παρά το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ και ο άλλοτε «υπαρκτός» έχουν περάσει στην ιστορία, και το ειδικό βάρος του σοβιετικού μαρξισμού έχει σαφώς υποχωρήσει σε σχέση με την προ του 1989 εποχή, διατηρούν τη θεωρητική σημασία τους, καθώς η πραγμάτευσή τους αποτελεί ουσιαστική πλευρά της υπέρβασης της γνωστής τριτοδιεθνιστικής «κωδικοποίησης» και των αγκυλώσεων που μας κληροδότησε μια ιστορική παράδοση δεκαετιών.

Στο παρόν πρώτο μέρος του άρθρου θα ασχοληθούμε με το σοβιετικό «οικονομικό σύστημα», δηλαδή με το πλέγμα των οικονομικών - κοινωνικών σχέσεων και θεσμών που παγιώθηκαν στην ΕΣΣΔ χοντρικά από τις αρχές τις δεκαετίες του 1930 με τη βίαιη κολλεκτιβοποίηση και τη δρομολόγηση της εντατικής εκβιομηχάνισης, και το οποίο διατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητο μέχρι την περίοδο διακυβέρνησης του Γκορμπατσόφ. Στο δεύτερο μέρος του άρθρου θα αναφερθούμε στις διάφορες απόπειρες μεταρρυθμίσεών του, που χρονολογούνται από την εποχή του Ν. Χρουτσόφ, επιμένοντας ιδιαίτερα στο σαφώς τολμηρότερο και ριζοσπαστικότερο όλων εγχείρημα της διακυβέρνησης Γκορμπατσόφ. Για τον σκοπό αυτό, θα βασιστούμε κυρίως στις σχετικές μελέτες ενός από τους βασικούς συνεργάτες του Σαρλ Μπετελέμ, του Bernard Chavance, 1 που κατ’ αρχήν απέχουν πολύ από κάθε ιδέα απολογητικής προσέγγισης του ζητήματος, αλλά και εστιάζουν ιδιαίτερα στις εγγενείς αντιφάσεις που συνιστούν συνεχείς πηγές τριβών και ανταγωνισμών.

Η ανάλυση που παρουσιάζουμε εδώ τέμνεται και αναπαράγει πολλά σημεία της αντίστοιχης παρουσίασης του Γ. Μηλιού από τις Θέσεις (Μηλιός 1990), επεκτείνεται όμως και σε ορισμένα άλλα ζητήματα, όπως η διαχείριση του εμπορεύματος της εργασιακής δύναμης από το σοβιετικό οικονομικό σύστημα, η «παράλληλη» οικονομία, οι εξωτερικές εμπορικές συναλλαγές, κλπ.


2. Η γενική δομή της σοβιετικής βιομηχανικής παραγωγής


Το σοβιετικό οικονομικό σύστημα, όπως διαμορφώνεται από τη δεκαετία του 1930 και μετά, ή πιο σωστά της σοβιετικής βιομηχανικής παραγωγής (αφήνουμε προς το παρόν στην άκρη την αγροτική παραγωγή) είναι μια πολύπλοκη δομή οργανωμένη σε τρία επάλληλα επίπεδα: 1) το κέντρο, 2) τα Υπουργεία, 3) τις επιχειρήσεις.

Το κέντρο παριστά την κορυφή της ιεραρχίας, τη βαθμίδα όπου λαμβάνονται όλες οι μακρο-οικονομικές αποφάσεις. Η βαθμίδα αυτή απαρτίζεται ουσιαστικά από τα διευθυντικά στελέχη και όργανα του Κομμουνιστικού Κόμματος, και την κορυφή της κρατικής διοίκησης, δηλαδή το Κυβερνητικό Συμβούλιο. Στη βαθμίδα αυτή ανήκει επίσης και η υπαγόμενη στο Υπουργικό Συμβούλιο Κρατική Επιτροπή Σχεδιασμού (Gosplan).

Η δεύτερη βαθμίδα περιλαμβάνει τα μεμονωμένα Υπουργεία2 που είναι οργανωμένα ανά κλάδο της οικονομίας. Το κλαδικό Υπουργείο είναι αυτό που εντέλλεται την παραγωγή του κάθε προϊόντος από μια συγκεκριμένη επιχείρηση, ορίζει επομένως τα επιχειρησιακά σχέδια των επιχειρήσεων, ορίζει τους διευθυντές τους, και ελέγχει τα αποτελέσματα της λειτουργίας τους. Κατ’ αναλογία προς τον διευθυντή, που εμφανίζεται ως το «αφεντικό» της επιχείρησης, και από ορισμένες απόψεις, ως ο εκπρόσωπος των συλλογικών συμφερόντων της επιχείρησης απέναντι στο Υπουργείο, ο Υπουργός εμφανίζεται ως ένα «υπερ-αφεντικό» ολόκληρου του κλάδου, στην ιεραρχική εξουσία του οποίου υποτάσσονται όλες οι επιχειρήσεις του κλάδου, και επίσης εμφανίζεται ως ο επικεφαλής του κλαδικού λόμπι στον ανταγωνισμό με τα άλλα υπουργεία και τους κρατικούς οργανισμούς για την κατανομή των κεντρικά διαθέσιμων πόρων. Η διπλή σχέση κρίκου των κλαδικών υπουργείων με τις επιχειρήσεις από τη μια, και την κεντρική διεύθυνση από την άλλη, εξασφαλίζει σ’ αυτά μια ισχυρή θέση τόσο απέναντι στις πρώτες, όσο και απέναντι στη δεύτερη. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι μια θέση στην ιεραρχική πυραμίδα οργάνωσης της οικονομίας της χώρας κατέχουν και τα Υπουργικά Συμβούλια των 15 σοβιετικών δημοκρατιών που απαρτίζουν την ΕΣΣΔ.

Τέλος, η τρίτη βαθμίδα , αυτή των επιχειρήσεων, εκπροσωπείται από τον εκάστοτε διευθυντή τους, που ελέγχεται άμεσα από το υπουργείο, και ταυτόχρονα συγκεντρώνει στο πρόσωπό του την ευθύνη της διαχείρισης όλων των υλικών και ανθρώπινων πόρων που έχει στη διάθεσή του.

Στο απλουστευτικό αυτό σχήμα των τριών βαθμίδων θα πρέπει να προσθέσουμε, σε μια ενδιάμεση θέση μεταξύ των δυο πρώτων βαθμίδων, τις διάφορες Κρατικές επιτροπές , με διακλαδικές αρμοδιότητες, κυρίως εκτελεστικές, και πολύ λιγότερο επιτελικές. Τέτοιες επιτροπές είναι μεταξύ άλλων, η επιτροπή για τα εν γένει κατασκευαστικά έργα, η επιτροπή για την εργασία και τα κοινωνικά προβλήματα, η επιτροπή για τις τιμές, κλπ. Στην ομάδα αυτή μπορούμε να κατατάξουμε και την Κρατική Τράπεζα της ΕΣΣΔ (Gosbank).

Τέλος, μεταξύ των βαθμίδων 2 και 3 μπορούμε να εντοπίσουμε τις διάφορες παραγωγικές και βιομηχανικές ενώσεις . Οι μεν παραγωγικές ενώσεις είναι μεγάλες επιχειρήσεις που προέκυψαν από τη συνένωση άλλων μικρότερων ομοειδών, ενώ οι βιομηχανικές ενώσεις συνενώνουν παραγωγικές ενώσεις και ερευνητικά κέντρα ή γραφεία μελετών.

Η κλαδική οργάνωση της βιομηχανίας τέμνεται με μια χαλαρότερη οριζόντια οργάνωση των επιτροπών και των επιχειρήσεων που αυτές συντονίζουν, είτε σε επίπεδο ομοσπονδιακό, είτε σε επίπεδο «δημοκρατίας», είτε τέλος σε ένα ενδιάμεσο επίπεδο, ανάλογα με το εάν η αρμοδιότητά τους εκτείνεται σε πανσοβιετικό επίπεδο ή σε επίπεδο των επιμέρους δημοκρατιών. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει ο Β. Chavance, το 1984, η οργανωμένη σε ομοσπονδιακή βάση βιομηχανική παραγωγή αντιπροσώπευε (σε αξία) το 55% της συνολικής παραγωγής, η οργανωμένη σε μια μεμονωμένη σοβιετική δημοκρατία ή τοπικό σοβιέτ αντιπροσώπευε το 7%, ενώ το 38% προερχόταν από μονάδες συμμετέχουσες στον ομοσπονδιακό σχεδιασμό μέσω του υπουργικού συμβουλίου μιας δημοκρατίας. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί εδώ είναι ότι τα ποσοστά αυτά παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις από κλάδο σε κλάδο.


3. Ο κεντρικός σχεδιασμός: Λειτουργία και αντιθέσεις


Ας περάσουμε τώρα στην εξέταση του πώς λειτουργεί αυτή η ιεραρχημένη δομή των κρατικών θεσμών και των επίσης κρατικών παραγωγικών επιχειρήσεων.


3.1. Ο κεντρικός σχεδιασμός των προμηθειών των επιχειρήσεων


Σε μια ανεπτυγμένη βιομηχανική οικονομία, με υψηλό βαθμό τεχνικού καταμερισμού εργασίας, και μια αντίστοιχη κοινωνικοποίηση της παραγωγής, η πλειονότητα των προϊόντων προορίζονται για την παραγωγή άλλων προϊόντων, υπό τη μορφή πρώτων υλών, εξαρτημάτων, ή εργαλείων. Σε μια τυπική (δυτική) καπιταλιστική οικονομία, παραγωγή και ανταλλαγή πραγματοποιούνται μέσω σχέσεων εμπορικών συναλλαγών που διενεργούν οι επιχειρήσεις μεταξύ τους, αδιαμεσολάβητα, επομένως αποκεντρωμένα. Σε μια οικονομία σοβιετικού τύπου, αντιθέτως, οι σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής μεταξύ επιχειρήσεων μεσολαβούνται από μια κάθετη συγκεντροποίηση. Έχουμε εδώ ένα καθετοποιημένο σύστημα υλικών και τεχνικών προμηθειών που ελέγχει και προγραμματίζει την κυκλοφορία του συνόλου των προϊόντων - εμπορευμάτων.

Η κάθε επιχείρηση δεν είναι μόνο παραλήπτης εντολών σχετικά με το τι θα παράξει και σε ποιες ποσότητες. Είναι επίσης αποδέκτης οδηγιών σχετικά με τον προορισμό των παραγόμενων προϊόντων της. Οι αρχές του κεντρικού σχεδιασμού έχουν προκαθορίσει ποιοι θα είναι οι αγοραστές και χρήστες τους. Επί πλέον, έχουν προβλέψει ποιοι θα είναι οι προμηθευτές της κάθε επιχείρησης, όσον αφορά όλες τις εισροές της παραγωγικής διαδικασίας: πρώτες ύλες, ημιέτοιμα προϊόντα, μηχανολογικός και άλλος εξοπλισμός, ποια προϊόντα θα προσφέρει ο κάθε προμηθευτής, σε ποια ποσότητα, και σε ποια χρονική στιγμή. Ο μεγαλύτερος όγκος των ανταλλαγών μεταξύ επιχειρήσεων οργανώνεται από διοικητικούς μηχανισμούς ερήμην των ενδιαφερόμενων παραγωγικών μονάδων.

Βεβαίως, η σοβιετική επιχείρηση δεν είναι μόνο παθητικός αποδέκτης εντολών προς εκτέλεση. Στο πλαίσιο του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας, απολαμβάνει μια σχετική αυτονομία, μια ελευθερία κινήσεων και ανάπτυξης πρωτοβουλιών υπό τον όρο ότι αυτές θα εξυπηρετούν την υλοποίηση των στόχων του σχεδίου, αλλά και την «αρχή της οικονομικής αυτοσυντήρησης»:


«Εφόσον, όμως, η αποδοτικότητα δεν αποτελεί υποχρεωτικό όρο ύπαρξης της κάθε επιχείρησης, ποιο είναι το ακριβές νόημα της “αρχής της οικονομικής ιδιοσυντήρησης”; Είναι ότι η επιχείρηση υπόκειται στο συνεχή έλεγχο της κρατικής εξουσίας, για την τήρηση των κατευθύνσεων του σχεδιασμού, από όργανα και μηχανισμούς που έχουν συσταθεί για την άσκηση αυτού ακριβώς του ελέγχου. Η “αρχή της οικονομικής ιδιοσυντήρησης” σημαίνει επομένως ότι η αυτοτέλεια των παραγωγικών μονάδων δεν υπερβαίνει το πλαίσιο που τίθεται από τον κρατικό έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας μέσω του οικονομικού σχεδίου» (Μηλιός, 1990).


Παρ’ ότι η ιδέα αυτή δίνει ίσως την εντύπωση μιας κοινωνικά οργανωμένης και ορθολογικής κατανομής των μέσων παραγωγής ανάλογα με τις εκάστοτε κοινωνικές προτεραιότητες, στην πραγματικότητα αποτελεί ένα από τα πιο αδύνατα σημεία του σοβιετικού οικονομικού συστήματος, και ταυτόχρονα πηγή αδιάκοπων δυσλειτουργιών.

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να αναλογιστεί κανείς τον τεράστιο όγκο εργασίας που συνεπάγεται η οργάνωση και η εποπτεία του συνόλου των αναρίθμητων ανταλλαγών που διενεργούνται μεταξύ επιχειρήσεων και παραγωγικών κλάδων, από την ομαλή εξέλιξη των οποίων εξαρτάται η ίδια η απρόσκοπτη λειτουργία της οικονομίας. Για την καθημερινή διεκπεραίωση αυτής της εργασίας απαιτείται μια τεράστια γραφειοκρατία, που όπως συμβαίνει με κάθε γραφειοκρατία, είναι δυσκίνητη, αποκομμένη από τις υλικές συνθήκες της παραγωγής, και συνολικά ανεπαρκής: Η Επιτροπή Κρατικών Προμηθειών (Gossnab) είναι επιφορτισμένη με τον συντονισμό της προμήθειας 18 χιλιάδων ενδιάμεσων προϊόντων και υλικών από και προς τις επιχειρήσεις, πέρα από τον συντονισμό της κυκλοφορίας ορισμένων κρίσιμης σημασίας υλικών που οργανώνεται από την ίδια την Gosplan. Ωστόσο, ο τεράστιος όγκος εντολών που συνεπάγεται αυτό το έργο και η καθημερινή παρακολούθησή του, αλλά και η χαμηλή ποιότητα δουλειάς και η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των υπηρεσιών του διοικητικού αυτού μηχανισμού – αποτέλεσμα από ένα σημείο και μετά της έλλειψης πραγματικού ενδιαφέροντος από τη μεριά των εργαζόμενων που τον στελεχώνουν – έχουν σαν συνέπεια να μην μπορεί ο μηχανισμός να ανταποκριθεί επαρκώς στα καθήκοντά του. Πολλά κλαδικά υπουργεία, οι επιχειρήσεις των οποίων πλήττονται από καθυστερήσεις στις παραδόσεις ενδιάμεσων υλικών ή από παραδόσεις υλικών κακής ποιότητας προερχόμενων από άλλα υπουργεία, αναπτύσσουν δικά τους δίκτυα προμηθειών, σε μια κατεύθυνση απεξάρτησης και αυτονόμησης από τα άλλα κλαδικά υπουργεία. Μ’ αυτό τον τρόπο όμως υπονομεύουν εκ των έσω την αρχή του κεντρικού και ορθολογισμού σχεδιασμού της κατανομής των διαθέσιμων πόρων.

Δεδομένου ότι όλες οι βιομηχανικές επιχειρήσεις όλων των κλάδων και των τομέων παραγωγής παρουσιάζουν μια ισχυρή αλληλεξάρτηση, καθώς τα προϊόντα της μιας είναι πολύ συχνά εισερχόμενα υλικά ή μέσα παραγωγής μιας άλλης, από την οποία εξαρτάται η παραγωγής μιας τρίτης, κ.ο.κ., η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παράδοση ενός κρίσιμου υλικού θα σημαίνει διαδοχικές και συσσωρευόμενες καθυστερήσεις της παραγωγής και της παράδοσης όλων των προϊόντων που εξαρτώνται από το δεδομένο υλικό, ακόμα και αν για την παραγωγή αυτών των προϊόντων είναι έγκαιρα διαθέσιμα όλα τα άλλα απαιτούμενα υλικά και μέσα παραγωγής. Λόγω της αλληλεξάρτησης, και του γεγονότος ότι η εργασιακή δύναμη δεν είναι διαθέσιμη ανά πάσα στιγμή σε αφθονία, η καθυστέρηση στην παραγωγή, π.χ., μιας εργαλειομηχανής είναι δυνατόν να προκαλέσει αντίστοιχες ή και μεγαλύτερες καθυστερήσεις στις παραδόσεις δεκάδων εμπορευμάτων, στην παραγωγή των οποίων η συγκεκριμένη εργαλειομηχανή συμμετέχει άμεσα, έμμεσα, ή και καθόλου.

Στις καπιταλιστικές οικονομίες δυτικού τύπου, μια καθυστέρηση στην προμήθεια ενός υλικού από μια επιχείρηση μπορεί να αντιμετωπιστεί με την προσφυγή σ’ έναν εναλλακτικό προμηθευτή. Ωστόσο, ο σοβιετικός διευθυντής, δεν έχει την ευχέρεια μιας τέτοιας οριζόντιας επικοινωνίας3. Ή μάλλον, έχει ως εναλλακτική επιλογή την προσφυγή στις άτυπες συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, που, όπως θα δούμε στη συνέχεια, συνιστούν μέρος μιας «παράλληλης οικονομίας». Η παράλληλη αυτή οικονομία γίνεται ανεκτή από τις επίσημες αρχές, καθότι «λειαίνει» τα εμπόδια που δημιουργούνται από το άκαμπτο σύστημα των συγκεντροποιημένων προμηθειών, ωστόσο δεν παύει να υπονομεύει το «σχεδιασμένο» χαρακτήρα της οικονομίας.

Βλέπουμε επομένως ότι ο σχεδιασμός και η συγκεντροποίηση της διαδικασίας προμηθειών των επιχειρήσεων χαρακτηρίζεται από αστάθεια και απρόοπτες διαταραχές, γεγονός που επηρεάζει σημαντικά την όλη συμπεριφορά των διευθυντών. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Chavance:


«Πρόκειται για ένα συχνό παράδοξο του συγκεντροποιημένου σχεδιασμού: Το σύστημα προμηθειών έχει την τάση να διαφεύγει από τον έλεγχο των οργάνων σχεδιασμού, λόγω ακριβώς του συγκεντροποιημένου τρόπου με τον οποίο αυτός είναι οργανωμένος. Η παραδοσιακή κριτική της αγοράς επικαλείται την ιδέα ότι αυτή η τελευταία είναι πηγή αναρχίας γιατί παριστά έναν ανεξέλεγκτο και ανοργάνωτο μηχανισμό. Στην περίπτωση της σοβιετικής οικονομίας, συμβαίνει το αντίθετο: οι διαδικασίες κυκλοφορίας και παραγωγής έχουν ένα άναρχο και αυθόρμητο χαρακτήρα, ακριβώς επειδή υπάγονται σ’ ένα κεντρικό σχέδιο ».4


3.2. Το σχέδιο: δομή, λειτουργία και αντιφάσεις


Τι όμως είναι αυτό το περίφημο «σχέδιο»; Στη Σοβιετική Ένωση, το σχέδιο (πλάνο) είναι ένα ιεραρχημένο σύνολο από εντολές και επιχειρησιακά προγράμματα – τυπικά υποχρεωτικού χαρακτήρα – που απευθύνονται από τα ανώτερα κλιμάκια της οικονομικής ιεραρχίας προς τα κατώτερα. Ο «σχεδιασμός» με τη σειρά του μπορεί να θεωρηθεί ως μια αδιάκοπη, σύνθετη και αντιφατική διαδικασία, ως ένα σύνολο σχέσεων μεταξύ των οικονομικώς δρώντων, στο πλαίσιο των οποίων τα διάφορα σχέδια αποτελούν μια αποφασιστική αλλά και εφήμερη και εν μέρει αντιφατική «στιγμιαία εικόνα».

Το πενταετές σχέδιο, για παράδειγμα, αναλύεται αρχικά σε πέντε ετήσια σχέδια. Ωστόσο τα πραγματικά ετήσια σχέδια, που είναι και τα μόνα που έχουν ένα πραγματικά επιχειρησιακό χαρακτήρα, και τα οποία συντάσσονται σε ετήσια βάση, απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τα αρχικά, καθώς είναι υποχρεωμένα να λάβουν υπόψη τους όλα τα προβλήματα «στενότητας» που έχουν ανακύψει, τις ενδεχόμενες αλλαγές στις προτεραιότητες, κλπ. Στην πραγματικότητα, τα ετήσια επιχειρησιακά σχέδια που καλούνται να υλοποιήσουν οι επιχειρήσεις αποτελούν ένα συμβιβασμό που προκύπτει μετά από τις θεσμοποιημένες αλλά και τις άτυπες διαπραγματεύσεις των διευθυντών με τις αρχές σχεδιασμού, και ο οποίος αντανακλά τελικά τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των διαπραγματευόμενων. Αυτή τη διαδικασία διαπραγματεύσεων θα προσπαθήσουμε να εκθέσουμε στη συνέχεια.

Το πρόγραμμα παραγωγής (σχέδιο) μιας επιχείρησης καταρτίζεται μέσω μιας μορφής διαπραγμάτευσης μεταξύ επιχείρησης και εποπτεύοντος υπουργείου. Ο μεν διευθυντής επιδιώκει να μειώσει κατά το δυνατόν τις υποχρεώσεις που θα αναλάβει και, ταυτόχρονα, να διογκώσει τις αναγκαίες προμήθειες σε υλικά, επενδυτικά κονδύλια, κονδύλια μισθοδοσίας, κλπ. Επομένως, οι πληροφορίες που μεταφέρει προς τις διοικητικές αρχές είναι διπλά μεροληπτικές: εμπεριέχουν μια υποτίμηση της δυναμικότητας της επιχείρησης, αλλά και μια υπερεκτίμηση των αναγκαίων πόρων. Το Υπουργείο, που έχει υπό την εποπτεία του ένα πολύ μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων, δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει την ακρίβεια αυτών των πληροφοριών, που άλλωστε προϋποθέτουν λεπτομερείς τεχνικές γνώσεις που μόνο ο διευθυντής μπορεί να διαθέτει. Ο τελευταίος γνωρίζει ότι θα κριθεί από τον βαθμό στον οποίο θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που θα του ανατεθούν μέσω του σχεδίου, και προκειμένου να προφυλαχθεί από τις αβεβαιότητες του σοβιετικού επιχειρησιακού περιβάλλοντος, προσπαθεί να περιορίσει το ύψος αυτών των υποχρεώσεων. Η προσπάθεια αυτή εντείνεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι από την εμπειρία του έχει αντιληφθεί ότι οι ανώτερες αρχές γνωρίζουν πολύ καλά τα κίνητρα και την όλη λογική του και σπεύδουν να την εξουδετερώσουν αντιδρώντας με την ακριβώς αντίστροφη λογική. Το Υπουργείο τείνει δηλαδή να επιβάλει στην επιχείρηση ένα φιλόδοξο σε στόχους αλλά και φειδωλό σε πόρους σχέδιο που θα την υποχρεώνει να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα της, επομένως και τα αδήλωτα. Κατά συνέπεια, το τελικό σχέδιο στο οποίο θα συμφωνήσουν οι δυο πλευρές προκύπτει από το συσχετισμό της διαπραγματευτικής δύναμης μεταξύ Υπουργείου και επιχείρησης, από την επιρροή που θα ασκήσουν διάφορες τοπικές ή εθνικές αρχές, διάφορα λόμπι, κλπ. Γιατί, αν η κάθε επιχείρηση βρίσκεται σε μια σχέση εξάρτησης από το Υπουργείο, η σχέση αυτή είναι αμφίδρομη. Το Υπουργείο καλείται επίσης να υλοποιήσει ένα σχέδιο, που είναι το σύνολο της προγραμματισμένης παραγωγής όλου του κλάδου. Αυτό σημαίνει ότι τα σχέδια, επιχειρησιακά ή κλαδικά θα πρέπει να είναι μεν φιλόδοξα, αλλά ταυτόχρονα να είναι ρεαλιστικά. Ένας Υπουργός που επανειλημμένα αποτυγχάνει να ανταποκριθεί στους στόχους του σχεδίου του διατρέχει τον ίδιο κίνδυνο να χάσει τη θέση του όπως και ο διευθυντής μιας επιχείρησης που συστηματικά αδυνατεί να υλοποιήσει το επιχειρησιακό της σχέδιο.

Πέρα από τις διαπραγματεύσεις με την κάθε επιχείρηση για τον καθορισμό του σχεδίου της, το Υπουργείο θα πρέπει να διεξάγει και μια διαιτησία μεταξύ των επιχειρήσεων που εποπτεύει, δεδομένου ότι οι διαθέσιμοι πόροι προς κατανομή στις επιχειρήσεις είναι περιορισμένοι. Οι πόροι αυτοί ορίζονται βέβαια από το εθνικό σχέδιο, το οποίο κατά παρόμοιο τρόπο προκύπτει από μια αντίστοιχη διαπραγμάτευση του κάθε Υπουργείου με το κέντρο. Από πολλές απόψεις, οι σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ κέντρου και Υπουργείων προσομοιάζουν στις σχέσεις μεταξύ κλαδικού Υπουργείου και των επιχειρήσεών του. Η μόνη διαφορά είναι ότι ενώ οι επιχειρήσεις και τα Υπουργεία είναι υποχρεωμένα να λογοδοτούν για την όποια αστοχία τους σε σχέση με το σχέδιό τους (που σε ένα βαθμό είναι αποτέλεσμα επιβολής), το κέντρο δεν λογοδοτεί σε κανέναν…

Αξίζει τον κόπο να σταθούμε εδώ σ’ αυτό τον ανταγωνισμό που αναπτύσσεται μεταξύ των διαφόρων κλάδων (μέσω των αντίστοιχων Υπουργείων) για την κατανομή κρατικών ενισχύσεων ανά κλάδο. Εδώ λοιπόν έχουμε ουσιαστικά έναν μονοπωλιακό (αφού ο κάθε κλάδος δεν έχει ανταγωνιστή στον τομέα του) ανταγωνισμό για την κατανομή της συγκεντρωμένης στα κρατικά ταμεία κοινωνικής υπεραξίας. Πρόκειται λοιπόν για έναν ανταγωνισμό που δεν αφορά στις πωλούμενες ποσότητες ή τις τιμές, όπως συμβαίνει στον δυτικού τύπου καπιταλισμό, αλλά στο μερίδιο του κοινωνικού κεφαλαίου που θα διαχειριστεί ο κάθε κλάδος για την επόμενη περίοδο. Στον ανταγωνισμό αυτό, οι κλάδοι που παράγουν μέσα παραγωγής, από τους οποίους εξαρτώνται όλοι οι άλλοι κλάδοι και τα υπουργεία, κατέχουν μια πολύ πλεονεκτικότερη θέση σε σχέση με τους κλάδους που παράγουν καταναλωτικά προϊόντα. Οι συσχετισμοί αυτοί επικαθορίζονται από το βάρος των διαφόρων στρατιωτικών, βιομηχανικών, περιφερειακών κλπ. λόμπι και ομάδων πίεσης που έχουν πρόσβαση στους κόλπους της πολιτικής και οικονομικής γραφειοκρατίας.

Στη βάση των προηγούμενων, γίνεται σαφές ότι η διαδικασία κατάρτισης του σχεδίου απέχει πολύ από το να εκφράζει μια λογική εξυπηρέτησης κοινωνικών στόχων και προτεραιοτήτων, καθώς προκύπτει μάλλον από την αλληλεπίδραση αντιφατικών συμφερόντων και ιδιαίτερων μορφών ανταγωνισμού που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του κρατικού μηχανισμού. Είναι προφανές ότι τον τελευταίο λόγο στην έκβαση αυτού του ανταγωνισμού έχει εδώ η πολιτική λογική της αναπαραγωγής του συστήματος της σοβιετικής πολιτικής εξουσίας και της ενίσχυσης της διεθνούς γεωπολιτικής της θέσης.

O Chavance σημειώνει ότι οι ιδιαίτερες συνθήκες στις οποίες καταρτίζονται τα σχέδια σε όλα τα επίπεδα, και συγκεκριμένα:

α) η απίστευτη πληθώρα πληροφοριών και δεδομένων που συλλέγονται για την κατάρτιση ενός συγκεντρωτικού και ταυτόχρονα λεπτομερούς σχεδίου, που καθιστά υποχρεωτικό ένα μεγάλο βαθμό απλουστεύσεων για τη διαχείρισή τους, και

β) η χρήση παραπλανητικών στοιχείων από τους περισσότερους συνυπεύθυνους στην κατάρτισή τους, όπως είδαμε προηγουμένως, προς τους ανωτέρους τους, με ιδιοτελή κατά κανόνα κίνητρα, και κυρίως το γεγονός ότι τα σχέδια προκύπτουν από μια διαδικασία παζαριού μεταξύ επιχείρησης και Υπουργείου,

έχουν σαν αποτέλεσμα, τα τελικά σχέδια των διαφόρων βαθμίδων να μην διαθέτουν εσωτερική συνοχή, και να είναι αντικρουόμενα μεταξύ τους. Πρακτικά, η ταυτόχρονη υλοποίηση όλων αυτών των σχεδίων είναι ανέφικτη ακόμα και υπό τις ιδανικότερες συνθήκες.

Ένας από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους τα ανώτερα διευθυντικά όργανα αδυνατούν να καταρτίσουν σχέδια που να τα χαρακτηρίζει μια εσωτερική συνοχή είναι η χρήση των ισοζυγίων υλικών (εισροές – εκροές) για την παραγωγή των σημαντικότερων προϊόντων. Η Gosplan έχει καταρτίσει τα ισοζύγια υλικών για την παραγωγή περίπου 2.000 προϊόντων, ωστόσο συνολικά τα παραγόμενα προϊόντα ανέρχονται σε εκατομμύρια. Ένα σημαντικό πρόβλημα εδώ είναι ότι τα ισοζύγια αυτά βασίζονται σε τεχνολογικές υποθέσεις ελάχιστα ρεαλιστικές, δεδομένου ότι αναφέρονται σ’ ένα μέσο τεχνολογικό επίπεδο όλων των ομοειδών επιχειρήσεων του κλάδου, ενώ οι μεταξύ τους τεχνολογικές διαφορές δεν είναι καθόλου αμελητέες.

Τέλος, δεν στερούνται σημασίας κάποια στοιχεία ενδεικτικά της αξιοπιστίας της όλης διαδικασίας: Λόγω του υπερβολικά μεγάλου όγκου δουλειάς που συνεπάγεται η κατάρτιση των (ετήσιων) επιχειρησιακών σχεδίων από τα αρμόδια όργανα, τα σχέδια αυτά συστηματικά κοινοποιούνται στις επιχειρήσεις που καλούνται να τα εκτελέσουν κάποιους μήνες μετά την υποτιθέμενη ημερομηνία έναρξης της εφαρμογής τους. Επιπλέον, τα σχέδια συχνά τροποποιούνται στο μέσο της περιόδου εφαρμογής τους, είτε λόγω της εμφάνισης «στενώσεων» στον εφοδιασμό κάποιων υλικών, είτε λόγω της τροποποίησης των προτεραιοτήτων, είτε κατόπιν πιέσεων κάποιων τοπικών διοικητικών ή πολιτικών θεσμών. Ή ακόμα, κάποιες φορές, το σχέδιο τροποποιείται από το ίδιο το Υπουργείο με σκοπό ο νέος στόχος να βρίσκεται πιο κοντά στα προβλεπόμενα αποτελέσματα, άρα να προκύψει ένα μεγαλύτερο ποσοστό κάλυψης του σχεδίου του.5

Η ίδια η εργασία της κατάρτισης ενός σχεδίου από τα αρμόδια όργανα βασίζεται συνήθως στις πιο απλοϊκές και ευτελείς μεθόδους: Πρόκειται για τον σχεδιασμό με βάση το κεκτημένο επίπεδο : Για τους κυριότερους δείκτες, τα αποτελέσματα της τελευταίας περιόδου λαμβάνονται ως βάση εκκίνησης, επί της οποίας προστίθεται ένα ποσοστό μεγέθυνσης, λίγο ως πολύ αυθαίρετο. Όσον αφορά τους δείκτες που απεικονίζουν συνολικά μεγέθη (όγκος παραγωγής, επενδύσεις, κατανάλωση, κλπ.) αυτοί συνήθως καθορίζονται από αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας και όχι από τις κατά παρέκταση προβλέψεις των τεχνοκρατών του σχεδιασμού.6

Τα όσα προηγήθηκαν είναι πιστεύουμε αρκετά προκειμένου να δικαιολογήσουν το κάτωθι συμπέρασμα: Η ύπαρξη ενός σχεδίου με το οποίο φαίνεται να συμμορφώνεται άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο η πραγματική παραγωγή δεν σημαίνει ότι η συνολική παραγωγική διαδικασία είναι πράγματι σχεδιοποιημένη και ελεγχόμενη. Ο σχεδιασμός της σοβιετικής οικονομίας αποτελεί ένα σύνολο προτάσεων και στόχων, ωστόσο η πραγματική εξέλιξη της οικονομίας μόνο συμπτωματικά συμπίπτει (όταν συμπίπτει) με αυτούς τους στόχους. Στην πραγματικότητα η όλη διαδικασία είναι απρογραμμάτιστη και ανεξέλεγκτη.

Ενώ η οικονομία της αγοράς είναι άναρχη καθότι μη οργανωμένη, η [σοβιετική] σχεδιασμένη οικονομία είναι άναρχη επειδή αποτελεί αντικείμενο ενός ορισμένου τύπου οργάνωσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος γραφειοκρατικός σχεδιασμός στερείται συνεπειών. Προφανώς και έχει συνέπειες, ιδίως σε σχέση με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συνολικής ρύθμισης. Ωστόσο, οι συνέπειες αυτές, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, είναι τυφλές και μη ελεγχόμενες.7


3.3. Υπερσυσσώρευση και τροχοπέδηση της καινοτομίας


Η σοβιετική οικονομία χαρακτηρίζεται από δυο τυπικά χαρακτηριστικά των επεκτατικών μορφών ανάπτυξης: μια ισχυρή τάση υπερσυσσώρευσης και ταυτόχρονα από μια σταθερή τροχοπέδηση της τεχνικής προόδου.

Η επενδυτική διαδικασία, ή μάλλον το μη υποκείμενο σε συγκεντρωτική διαχείριση μέρος της, ελέγχεται από τα Υπουργεία. Οι διευθυντές υποβάλλουν ένα επενδυτικό αίτημα στο οικείο υπουργείο και αυτό υποβάλλει ένα συγκεντρωτικό αίτημα στην Κεντρική Διοίκηση, η οποία, δεδομένου ότι τα αιτήματα υπερβαίνουν πάντα κατά πολύ τους διαθέσιμους επενδυτικούς πόρους, αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας τη διαιτησία μεταξύ των αιτημάτων των κλάδων. Και στο σημείο αυτό, οι επιχειρήσεις και οι κλάδοι έχουν την τάση να υπερεκτιμούν τις (επενδυτικές) ανάγκες τους, ενώ από την άλλη το κέντρο και τα υπουργεία τείνουν να επιβάλλουν στις κατώτερες βαθμίδες ένα επενδυτικό σχέδιο φιλόδοξο ως προς τους στόχους και σχετικά φειδωλό ως προς τα διατιθέμενα υλικά μέσα.

Η επενδυτική δίψα που καλλιεργεί το σύστημα συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την ίδια τη συγκεντροποίηση και τις μορφές αναδιανομής της κοινωνικής υπεραξίας. Καθώς τα επενδυτικά κονδύλια κατανέμονται από πάνω προς τα κάτω με διοικητικές αποφάσεις, χάνουν τον χαρακτήρα του κόστους και της διακινδύνευσης που έχουν για έναν δυτικό επενδυτή. Ταυτόχρονα, χάνεται και το κριτήριο της αποδοτικότητας σε σχέση με τους διατιθέμενους πόρους, όπως και αυτό της συσχέτισης μεταξύ συσσώρευσης και της πραγματοποιούμενης κοινωνικής υπεραξίας για κάθε κλάδο και μεμονωμένη επιχείρηση. Το τελευταίο αυτό κριτήριο διατηρείται μόνο για τη συνολική οικονομία.

Τα επενδυτικά κονδύλια διανέμονταν δωρεάν στις επιχειρήσεις μέχρι το 1965, όταν εισήχθη ένα τέλος 6% επί των παραγωγικών επενδύσεων, το οποίο ουσιαστικά δεν σήμαινε κάτι για την όλη διαδικασία, καθώς αυτό πολύ εύκολα μετακυλιόταν στις τιμές χονδρικής, αφού οι επιχειρήσεις δεν διατηρούν σχέσεις ανταγωνισμού με τις ομοειδείς τους και ο κίνδυνος χρεοκοπίας είναι ανύπαρκτος. Ο εγωισμός της επιχείρησης ή του κλάδου, σε συνδυασμό με την επιδίωξη της επέκτασης με κάθε κόστος, που επιβάλλει η πρακτική των φιλόδοξων σχεδίων, και την πολύ χαμηλή χρηματική επιβάρυνση των επιχειρήσεων, οδηγούν σε μια σχεδόν ακόρεστη επενδυτική δίψα, που ενισχύεται από την αναζήτηση προστασίας από τις διακοπές της ομαλής ροής των προμηθειών και τις τάσεις δημιουργίας παρακαταθήκης μέσων παραγωγής εντός των επιχειρήσεων.8

Το κάθε Υπουργείο, λειτουργώντας ως ομάδα οικονομικών συμφερόντων , τείνει να αναβαθμίσει τη θέση του στο σύνολο της οικονομίας, αυξάνοντας τον αριθμό των ελεγχόμενων απ’ αυτό αριθμό επιχειρήσεων, δημιουργώντας συνεχώς καινούργια εργοτάξια, διαιωνίζοντας μια παράδοση επεκτατικής εκβιομηχάνισης και διασποράς των πόρων που η κεντρική διοίκηση δεν παύει να καταγγέλλει. Ο πολλαπλασιασμός των εργοταξίων πέραν των πραγματικών δυνατοτήτων του κατασκευαστικού τομέα οδηγεί αναπόφευκτα στην αδυναμία ολοκλήρωσης των έργων στις προβλεπόμενες προθεσμίες, παρ’ ότι αυτές είναι συνήθως διπλάσιες από τις αντίστοιχες δυτικές νόρμες. Μ’ αυτό τον τρόπο σημαντικοί πόροι βρίσκονται μόνιμα σε μια κατάσταση αδράνειας εν αναμονή της ολοκλήρωσης των υποδομών και των παραγωγικών εγκαταστάσεων. Αυτές οι μορφές υπερσυσσώρευσης και επιβράδυνσης της περιστροφής του κεφαλαίου προφανώς έχουν τις επιπτώσεις τους στη συνολική οικονομική απόδοση του συστήματος.

Οι μορφές ρύθμισης και οι ιδιαίτερες κρίσεις που χαρακτηρίζουν τη σοβιετική οικονομία σχετίζονται με αυτή τη χρόνια τάση υπερσυσσώρευσης. Ένας «τυπικός» καπιταλιστής αντιλαμβάνεται την επένδυση ως μια διαδικασία δαπανηρή και εκ φύσεως ριψοκίνδυνη. Γι’ αυτό και συχνά το ίδιο το κράτος έρχεται να την ενθαρρύνει με διάφορων μορφών επιδοτήσεις, αφού οι μειωμένες επενδύσεις μακροπρόθεσμα οδηγούν σε μείωση της ενεργού ζήτησης και σε αύξηση της ανεργίας. Αντίθετα, οι σοβιετικές κρατικές αρχές είναι υποχρεωμένες να φρενάρουν τη σταθερή ζήτηση επενδυτικών κονδυλίων από τις επιχειρήσεις και τα κλαδικά υπουργεία. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι η υπερσυσσώρευση δεν αποτελεί ένα καθαρό σύμπτωμα της πολιτικής της ταχύρρυθμης βιομηχανικής ανάπτυξης της δεκαετίας του 1930, αλλά επιβιώνει και μετά την εγκατάλειψη αυτής της πολιτικής, αποδεικνύοντας ότι αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της σοβιετικής οικονομίας.


3.4. Η ισχνή τεχνική πρόοδος


Μια άλλη πηγή καθυστερήσεων και χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης βρίσκεται στο βαθύ χάσμα μεταξύ του παραγωγικού μηχανισμού της οικονομίας και των επιστημονικών και ερευνητικών ιδρυμάτων. Σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει στις χώρες του δυτικού καπιταλισμού, το ότι το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής έρευνας, βασικής αλλά και εφαρμοσμένης, διεξάγεται εκτός των παραγωγικών μονάδων (πχ. στις Ακαδημίες Επιστημών) ενώ ο σχεδιασμός της τεχνολογικής προόδου εντός αυτών (στον βαθμό που αυτή είναι δυνατόν να σχεδιαστεί…) έχει περιορισμένες και αργοπορημένες ευεργετικές επιπτώσεις στην ίδια την παραγωγή. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί εδώ ο κλάδος της αμυντικής βιομηχανίας, όπου όμως ο σχεδιασμός γίνεται με μια ιδιαίτερη λογική (με τον ορισμό συγκεκριμένων στόχων).

Οι διευθυντές των επιχειρήσεων όλων των άλλων κλάδων έχουν προσηλωμένη την προσοχή τους στην υλοποίηση του τρέχοντος σχεδίου. Ο στόχος αυτός έρχεται συνήθως σε σύγκρουση με τη λογική μιας βαθιάς τεχνολογικής καινοτομίας που συνεπάγεται μια προσωρινή αναστάτωση της τρέχουσας διαδικασίας παραγωγής. Ας σημειωθεί ακόμα ότι η βελτίωση της ποιότητας της παραγωγής είναι μάλλον αδιάφορη για την ίδια την επιχείρηση, αφού η διάθεση του προϊόντος της είναι εξασφαλισμένη εκ των προτέρων. Όλα αυτά εξηγούν γιατί οι τεχνολογικές καινοτομίες δεν είναι ιδιαίτερα προσφιλείς μεταξύ των διευθυντών.

Η μη τεχνολογική ανανέωση του παραγωγικού εξοπλισμού επιτείνεται από τη σχετική έλλειψη διαθέσιμων τέτοιων τεχνολογιών, αλλά και τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να χρηματοδοτούν τις επισκευές του παγίου εξοπλισμού τους παρακρατώντας ένα σταθερό μηνιαίο ποσό από τα παραδοτέα «κέρδη» τους (τον τρόπο με τον οποίο προκύπτουν αυτά θα τον συζητήσουμε στη συνέχεια). Μ’ αυτό τον τρόπο, στο εσωτερικό των επιχειρήσεων αναπτύσσεται μια υπερτροφική υπηρεσία συντήρησης και επισκευών, που από την άποψη της ανάλωσης πόρων και εργασίας είναι παντελώς ασύμφορη. Η εκτίμηση που παραθέτει ο Chavance είναι ότι στον τομέα της συντήρησης και της κατασκευής αναλώσιμων ανταλλακτικών απασχολούνταν επτά εκατομμύρια εργάτες και το ένα τρίτο του συνόλου των εργαλειομηχανών.9 Αντίστοιχα, η διάρκεια ζωής των μηχανών ήταν τρεις έως τέσσερις φορές μεγαλύτερη αυτής των μηχανών στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα στην ίδια παραγωγική μονάδα να συνυπάρχουν κάποιες σύγχρονες μηχανές με άλλες, τεχνολογικά ξεπερασμένες, υψώνοντας μ’ αυτό τον τρόπο ένα ακόμα εμπόδιο στη γενίκευση των σύγχρονων προδιαγραφών αλλά και στον ίδιο τον σχεδιασμό.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας τεχνικός συντηρητισμός που αγγίζει και τη γραφειοκρατία των υπουργείων, συντηρητισμός που είναι τόσο μεγαλύτερος όσο μεγαλύτερο είναι το κόστος του παγίου κεφαλαίου των επιχειρήσεων ενός κλάδου: Οι συσσωρευμένες τεχνολογικές καθυστερήσεις στους κλάδους του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, ή της χημικής βιομηχανίας αποκαθίστανται μόνο μετά από πρωτοβουλίες που αναγκάζεται να λάβει η πολιτική ηγεσία.


4. Το σύστημα των τιμών και ο ρόλος του νομίσματος


Η συντριπτική πλειοψηφία των προϊόντων της σοβιετικής οικονομίας, είτε αυτά είναι μέσα ή υλικά παραγωγής, είτε είναι καταναλωτικά προϊόντα, φτάνουν στον τελικό χρήστη τους αφού έχουν προηγουμένως τιμολογηθεί και ανταλλαγεί μέσω μιας αγοραπωλησίας με χρηματική μορφή. Για την ακρίβεια, μέχρι τη δεκαετία του 1950, τα παραγόμενα και χρησιμοποιούμενα στο πλαίσιο της κρατικής «σοσιαλιστικής» ιδιοκτησίας μέσα παραγωγής δεν είχαν τον εμπορευματικό χαρακτήρα των καταναλωτικών προϊόντων ή αυτών που ανταλλάσσονταν μεταξύ κρατικού τομέα και των αγροτικών κολχόζ, ωστόσο στην πορεία προς πιο «ρεαλιστικές» επιλογές, και αυτή η θεώρηση εγκαταλείφθηκε. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε τον τρόπο καθορισμού των τιμών και τον χαρακτήρα του σοβιετικού χρήματος.

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι τιμές των διαφόρων προϊόντων καθορίζονται συγκεντρωτικά και αυθαίρετα. Η Κρατική Επιτροπή Τιμών καθορίζει τις τιμές χονδρικής του 85% περίπου των προϊόντων της βαριάς βιομηχανίας, το 50% των τιμών χονδρικής και λιανικής των καταναλωτικών προϊόντων και το 70% των τιμών των προϊόντων διατροφής. Πολλές από τις υπόλοιπες τιμές καθορίζονται από τις αντίστοιχες επιτροπές τιμών των 15 Δημοκρατιών, ενώ τα κλαδικά υπουργεία καθορίζουν τις τιμές με τις οποίες ανταλλάσσονται τα μέσα παραγωγής και τα υλικά που παράγονται και καταναλώνονται στο εσωτερικό του κλάδου. Επίσης, υποβάλλουν στην Κρατική Επιτροπή Τιμών προς έγκριση τις τιμές των νέων προϊόντων. Η τελευταία αυτή είναι επιφορτισμένη με τον καθορισμό και τον έλεγχο των τιμών ενός συνόλου περί τα 20 εκατομμύρια προϊόντων. Οι σοβιετικές επιχειρήσεις δεν έχουν κανένα ουσιαστικό έλεγχο επί των τιμών των προϊόντων, είτε αυτών που πωλούν, είτε αυτών που αγοράζουν.


4.1. Τιμές χονδρικής και τιμές λιανικής


Οι τιμές χονδρικής των προϊόντων μιας επιχείρησης καθορίζονται στη βάση ενός μέσου κόστους του κλάδου , επί του οποίου προστίθεται ένα (αυθαίρετο) ποσοστό κέρδους, που ποικίλει ανάλογα με τον κλάδο. Για τον υπολογισμό του μέσου κόστους αθροίζονται τα κόστη των εισερχομένων υλικών, της ενέργειας, των εργαλείων, των μισθών, και οι αποσβέσεις των παγίων. Στη συνέχεια, στις τιμές αυτές προστίθεται το εμπορικό περιθώριο των οργανισμών χονδρικής διανομής και ένας φόρος επί του κύκλου εργασιών, ώστε να διαμορφωθεί η βιομηχανική τιμή χονδρικής. Τέλος, αν πρόκειται για κάποιο καταναλωτικό προϊόν, στην πιο πάνω τιμή προστίθεται ένα περιθώριο που αντιστοιχεί στο δίκτυο διανομής και εμπορίας λιανικής.

Ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι τιμές λιανικής των μη καταναλωτικών προϊόντων δεν καθορίζονται με την ανωτέρω λογική του μέσου κόστους και του μέσου κέρδους. Για την ακρίβεια, καθορίζονται διοικητικά, με τρόπο που δεν έχει άμεση σχέση με το κόστος παραγωγής. Η διαφορά μεταξύ τιμής χονδρικής και τιμής λιανικής, ουσιαστικά ο φόρος επί του κύκλου εργασιών, ανάγεται σε ένα φόρο εκ διαφοράς , που ποικίλει ανάλογα με το προϊόν. Η αποσύνδεση μεταξύ τιμών χονδρικής και λιανικής σημαίνει ότι οι τιμές χονδρικής είναι δυνατόν να αυξάνονται ή να μειώνονται χωρίς να επηρεάζουν τις τιμές λιανικής, καθώς οι διαφορές απορροφώνται από αντίστοιχες μεταβολές του φόρου επί του κύκλου εργασιών, και αντιστρόφως. Σε κάποιες περιπτώσεις οι τιμές λιανικής είναι χαμηλότερες από τις τιμές χονδρικής, οπότε η διαφορά τους δεν παριστά φόρο κυκλοφορίας αλλά επιδότηση της κατανάλωσης. Οι φόροι επί του κύκλου εργασιών αποδίδονται ή μάλλον παρακρατούνται από την Κεντρική Τράπεζα μέσω των λογιστικών εγγραφών, ταυτόχρονα με την πραγματοποίηση των συναλλαγών.

Κατά κανόνα, τα μέσα και τα υλικά παραγωγής επιβαρύνονται με μηδενικό φόρο επί του κύκλου εργασιών. Εξαίρεση αποτελεί η τιμολόγηση των ενεργειακών προϊόντων – πετρελαίου και αερίου – και των εν γένει προϊόντων της χημικής βιομηχανίας. Αντιθέτως όλα τα καταναλωτικά αγαθά επιβαρύνονται με φορολόγηση, που το ύψος της ποικίλει ανάλογα με το είδος των αγαθών αυτών. Μάλιστα, το μεγαλύτερο μέρος αυτού του φόρου προέρχεται από κάποια προϊόντα ευρείας κατανάλωσης: αλκοόλ, ζάχαρη, καπνός, ενδύματα. Αντιθέτως, οι τιμές κάποιων βασικών ειδών διατροφής διατηρούνται χαμηλές χάρη στις κρατικές επιδοτήσεις.

Αυτό που έχει σημασία εδώ είναι το γεγονός ότι η τεχνητή συγκράτηση των τιμών των περισσότερων μέσων παραγωγής (που παραπέμπει στην παραδοσιακή πεποίθηση ότι μ’ αυτό τον τρόπο ενθαρρύνεται η τεχνική πρόοδος) έχει συχνά σαν αποτέλεσμα μια παραμορφωμένη εικόνα του πραγματικού κόστους και της ίδιας της αναδιανομής της κοινωνικής υπεραξίας από μέρους της κεντρικής εξουσίας.

Με δεδομένη τη μεγάλη διαφοροποίηση μεταξύ των επιχειρήσεων σε επίπεδο παραγωγικότητας, το συγκεντρωτικό και σχετικά αυθαίρετο σύστημα καθορισμού των τιμών δημιουργεί μεγάλες διαφοροποιήσεις στο επίπεδο της κερδοφορίας τόσο στο εσωτερικό του κάθε κλάδου, όσο και μεταξύ των κλάδων. Οι διαφορές αυτές αντισταθμίζονται μέσω της αναδιανομής ενός μεγάλου μέρους της παραγόμενης κοινωνικής υπεραξίας, μέσω δηλαδή ενός συστήματος «κοινωνικοποίησης» κερδών και ζημιών , η οποία έχει σαν συνέπεια την αποσύνδεση του κέρδους που παράγεται εντός της επιχείρησης ή του κλάδου, από τη συσσώρευση που θα πραγματοποιηθεί σ’ αυτήν.

Ένα μεγάλο μέρος των (μικρότερων ή μεγαλύτερων) κερδών που αποκομίζουν οι επιχειρήσεις, ανάλογα με τον τεχνικό εξοπλισμό, τον κλάδο, την φορολογική πολιτική, κλπ. από την πώληση των προϊόντων τους κατευθύνεται στα κρατικά ταμεία, τα οποία μ’ αυτό τον τρόπο φτάνουν στο σημείο να διαχειρίζονται περισσότερο από το 60% του εθνικού εισοδήματος. Τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού προέρχονται κατά τα 9/10 από τη φορολόγηση της οικονομικής δραστηριότητας, και εξ αυτών το ένα τρίτο αφορά τους φόρους επί του κύκλου εργασιών, και ένα άλλο τρίτο τη φορολογία των κερδών των επιχειρήσεων.10

Το κρίσιμο πρόβλημα που εγείρεται από τη δομή των τιμών της σοβιετικής βιομηχανίας έγκειται στην ετερογένεια και την έλλειψη ορθολογικής βάσης, που καθιστούν αναγκαία τη διατήρηση της συγκεντροποίησης της διαχείρισης και του σχεδιασμού, οι οποίες με τη σειρά τους αναπαράγουν τον ετερόκλητο χαρακτήρα του συστήματος τιμών, διαιωνίζοντας ένα φαύλο κύκλο.11

H βασική διαφορά του σοβιετικού μοντέλου συσσώρευσης σε σχέση με αυτό του δυτικού καπιταλισμού έγκειται στο γεγονός ότι στις δυτικές οικονομίες το σύστημα των τιμών συνιστά μια δρώσα παράμετρο της συνολικής διαδικασίας αναπαραγωγής, η οποία καθιστά εφικτό τον αποκεντρωμένο χαρακτήρα αυτής της τελευταίας, ενώ σε μια οικονομία σοβιετικού τύπου το σύστημα των τιμών αποτελεί μια παθητική παράμετρο στην όλη διαδικασία, καθιστώντας υποχρεωτική τη συγκεντρωτική της διαχείριση.12

Οι απολογητές του σοβιετικού σοσιαλισμού πιστώνουν στα επιτεύγματά του τη σχετική σταθερότητα των τιμών και την πρακτική απουσία πληθωρισμού. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι oι σοβιετικού τύπου οικονομίες γνωρίζουν σοβαρές πληθωριστικές πιέσεις, που οφείλονται στις σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των «πραγματικών» διαδικασιών και των αντίστοιχων χρηματικών. Μια τέτοια διαφοροποίηση παρατηρείται στην περίπτωση της ζήτησης επενδύσεων με χρηματικούς όρους, η οποία, όπως είδαμε υπερβαίνει τις πραγματικές δυνατότητες, εξ ου και οι παρατάσεις στους χρόνους κατασκευής των εργοταξίων, όπως και στους χρόνους παράδοσης των εξοπλισμών. Πηγή πληθωριστικών πιέσεων αποτελούν επίσης οι συχνές αυξήσεις των χρηματικών εισοδημάτων πέραν των προβλέψεων του σχεδίου, π.χ. λόγω της χορήγησης διαφόρων πριμ καθ’ υπέρβαση των προβλέψεων, που οδηγούν σ’ ένα πλεόνασμα ζήτησης σε σχέση με τις διαθέσιμες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, το οποίο με τη σειρά του καταλήγει σε αυξήσεις τιμών της ελεύθερης αγοράς, σε επιμήκυνση των χρόνων αναμονής για την απόκτηση συγκεκριμένων αγαθών μακράς διαρκείας, και σε διόγκωση της αποταμίευσης. Αν και μια σχετική αύξηση των τιμών των καταναλωτικών αγαθών θα μπορούσε να αποκαταστήσει, τουλάχιστον εν μέρει, την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, οι αρχές αποφεύγουν να προσφεύγουν άμεσα σε μια τέτοια λύση, δεδομένου ότι η σταθερότητα των τιμών, ειδικά κατά τη σταλινική περίοδο, υπήρξε ένα κρίσιμο στοιχείο του κοινωνικού συμβιβασμού μεταξύ των λαϊκών τάξεων και της πολιτικής εξουσίας.13 Έτσι λοιπόν προτιμώνται οι συγκαλυμμένες αυξήσεις τιμών, με την υψηλή τιμολόγηση των πρωτοεμφανιζόμενων αγαθών, ή την ανοδική διολίσθηση των τιμών (που μέχρι το 1977 παρέμεναν πρακτικά σταθερές) με ρυθμούς πληθωρισμού στα όρια του 1% κατ’ έτος.14

Για μια ακόμα φορά, πρέπει να πούμε ότι η σχετική ακαμψία των τιμών που επιβάλλεται από τη συγκεντρωτική διαχείρισή τους, δεν είναι άμοιρη αρνητικών συνεπειών για το συνολικό σύστημα οικονομικής ρύθμισης, αφού παραμορφώνει την πληροφόρηση των αρχών σχετικά με τα πραγματικά κόστη, το ύψος της ζήτησης κλπ. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η αναμόρφωση του συστήματος των τιμών υπήρξε ένα σημαντικό αγκάθι για την μεταρρύθμιση Γκορμπατσόφ.


4.2. Το ρούβλι ως μονάδα γραπτών συναλλαγών και ως ρευστό χρήμα


Το σοβιετικό νόμισμα – το ρούβλι – που εκδίδεται από την Gosbank, είναι ένα ιδιαίτερο νόμισμα, η λειτουργία του οποίου στην εσωτερική αγορά είναι πλήρως διαχωρισμένη από αυτή που έχει στις διεθνείς συναλλαγές. Ουσιαστικά είναι μη μετατρέψιμο στη διεθνή αγορά χρήματος, καθώς το σοβιετικό κράτος κατέχει το μονοπώλιο του εμπορίου.

Στο εσωτερικό της σοβιετικής οικονομίας το ρούβλι διαγράφει δυο διακριτά αλλά και σχετιζόμενα μεταξύ τους κυκλώματα. Το πρώτο κύκλωμα συνίσταται στις χρεωστικές - πιστωτικές λογιστικές εγγραφές των λογαριασμών που διατηρούν όλοι οι κρατικοί οργανισμοί και επιχειρήσεις στην Gosbank. Δεδομένου ότι αυτοί οι οργανισμοί και επιχειρήσεις πρακτικά δεν διαθέτουν ρευστό χρήμα, στις εγγραφές αυτές αποτυπώνεται το σύνολο των οικονομικών τους συναλλαγών, έτσι ώστε η Gosbank έχει την πλήρη εικόνα αυτών των συναλλαγών. Το δεύτερο κύκλωμα του ρουβλιού είναι αυτό του ρευστού χρήματος. Στον αντίποδα των επιχειρήσεων, οι μισθωτοί πληρώνονται σε ρευστό χρήμα, δεν έχουν πρόσβαση σε λογαριασμούς της Gosbank και δεν έχουν πρόσβαση σε βιβλιάρια επιταγών και πιστωτικές κάρτες.15 Έχουν απλά τη δυνατότητα να διατηρούν ένα έντοκο λογαριασμό ταμιευτηρίου με επιτόκια από 2-3 % για τις καταθέσεις υπό προθεσμία. Οι χρηματικές συναλλαγές διεξάγονται επομένως σε λογιστικό χρήμα μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων και σε ρευστό χρήμα μεταξύ κρατικών επιχειρήσεων και μισθωτών, ή και μεταξύ των ιδιωτών.

Από το γεγονός αυτό κάποιοι συμπεραίνουν ότι το σοβιετικό νόμισμα δεν αποτελεί πραγματικό νόμισμα, αφού κατά κάποιο τρόπο δεν είναι μετατρέψιμο από το ένα κύκλωμα στο άλλο. Στην πραγματικότητα, έχουμε να κάνουμε με μια ιδιαίτερη μορφή νομισματικού συστήματος, και όχι μιας απονομισματοποιημένης οικονομίας. Το σοβιετικό νόμισμα εκτελεί ουσιαστικά λειτουργίες ανάλογες με αυτές που εκτελεί στις άλλες οικονομίες που βασίζονται στις εμπορευματικές σχέσεις και τη μισθωτή εργασία, αλλά με εντελώς ιδιαίτερους τρόπους. Τα δυο κυκλώματα είναι βεβαίως διακριτά, ωστόσο δεν είναι στεγανά: το ρευστό χρήμα που χρησιμοποιείται για την πληρωμή των μισθωτών παριστά ένα μετασχηματισμό του λογιστικού χρήματος που εμφανίζεται στους λογαριασμούς της Gosbank. Όταν οι μισθωτοί αγοράζουν εμπορεύματα από τον κρατικό τομέα της οικονομίας το χρήμα αυτό επιστρέφει στον κρατικό τραπεζικό τομέα και μετασχηματίζεται εκ νέου σε λογιστικό χρήμα, κ.ο.κ.16

H λογιστική κυκλοφορία του χρήματος μεταξύ Gosbank και επιχειρήσεων προσδίδει σ’ αυτή τη μορφή χρήματος ένα παθητικό χαρακτήρα. Η κυκλοφορία χρήματος τείνει να προσαρμόζεται παθητικά στις απαιτήσεις των επιχειρήσεων, ιδίως μέσω των χαλαρών βραχυπρόθεσμων πιστώσεων, χωρίς να υπόκειται σε «φραγμούς» από τη μεριά της Τράπεζας, μέσω αξιολογήσεων της χρηματοπιστωτικής αξιοπιστίας και διαφοροποιήσεις στο ύψος των επιτοκίων. Μάλιστα, αυτή ακριβώς η πολιτική επιτρέπει στους διευθυντές να διατηρούν πλεονασματικά αποθέματα πρώτων υλών, εξοπλισμού και εργατικού δυναμικού. O παθητικός χαρακτήρας του λογιστικού χρήματος προκύπτει και από το γεγονός ότι τα χρηματικά ποσά που μπορεί να έχει διαθέσιμα μια επιχείρηση σε μια δεδομένη στιγμή δεν αποτελούν περιοριστικό παράγοντα. Η εποπτεύουσα αρχή δεν θα αρνηθεί ποτέ μια επιμήκυνση του βραχυπρόθεσμου δανεισμού της.

Ωστόσο, αυτός ο παθητικός χαρακτήρας του χρήματος σε σχέση με τις μικρο-οικονομικές συμπεριφορές, απλά μεταθέτει ορισμένες βασικές αντιφάσεις του συστήματος, που εμφανίζονται στην μακρο-οικονομική κλίμακα: οι ελλείψεις, η επενδυτική δίψα, η αποθησαύριση πρώτων υλών, εργαλείων, και εργατικού δυναμικού, από μια χρονική στιγμή και μετά ήταν έκδηλες σε όλους.

Αναμφίβολα, η σοβιετική οικονομία αποτελεί μια πρωτότυπη μορφή ενός εμπορευματικού και νομισματικού συστήματος του οποίου οι λεπτομέρειες των θεσμών και οι κυρίαρχες συμπεριφορές οδηγούν σε αντιφάσεις. Σε κάθε περίπτωση, τα νομισματικά φαινόμενα αποτελούν μια όχι αμελητέα στιγμή των διαδικασιών που οδηγούν σ’ αυτές τις δυσλειτουργίες. Αν οι εν γένει χρηματικές οικονομίες βιώνουν αντιφάσεις μεταξύ αξίας χρήσης και αξίας ανταλλαγής, το σοβιετικό σύστημα συναντά επίσης τέτοιες δυσκολίες. Η πρωτοτυπία τους είναι προφανής, είτε αφορά την αξία χρήσης ως στήριγμα - φορέα της ανταλλακτικής αξίας (υποβάθμιση της ποιότητας των προϊόντων, που συνδέεται με την προεπικύρωση της ανταλλακτικής αξίας – το γεγονός ότι η διάθεση της παραγωγής στους τελικούς χρήστες της είναι εξασφαλισμένη εκ των προτέρων, και σε τιμές επίσης προαποφασισμένες –, και τις συνθήκες ελλείψεων), είτε αφορά τη βαθιά αναντιστοιχία μεταξύ παραγωγής και κοινωνικών αναγκών, που εκδηλώνεται κυρίως με την ταυτόχρονη ύπαρξη έντονων ελλείψεων και πλεονασματικών αποθεμάτων (μέσα παραγωγής αποθηκευμένα από τις επιχειρήσεις, καταναλωτικά αγαθά που μένουν αζήτητα από τους καταναλωτές λόγω της ελλειμματικής τους ποιότητας, ή ακόμα εμπορεύματα που δεν φτάνουν στους καταναλωτές εξ αιτίας προβλημάτων του συστήματος προμήθειας ή διανομής.17


5. Η θέση της μισθωτής εργασίας στο σοβιετικό οικονομικό σύστημα


5.1. Μια ιδιαίτερη αγορά εργασίας


Παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς από την πλευρά των επίσημων αρχών, η εργασιακή δύναμη αποτελεί για τη σοβιετική οικονομία ένα εμπόρευμα με όλα τα χαρακτηριστικά που έχει αυτό το εμπόρευμα στις δυτικές οικονομίες : οι εργάτες ανταλλάσσουν την εργασιακή τους δύναμη με ένα χρηματικό μισθό, χάρη στον οποίο είναι σε θέση να έχουν πρόσβαση σε άλλα εμπορεύματα, κυρίως αυτά των μέσων διαβίωσης και διάφορα διαρκήκαταναλωτικά αγαθά, γι’ αυτούς και τις οικογένειές τους. Ο εργατικός μισθός παριστά με δυο λόγια την αξία των εμπορευμάτων που είναι απαραίτητα για τη διευρυμένη αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Από την άλλη, η εργασιακή δύναμη που τίθεται στη διάθεση του διευθυντή της επιχείρησης «καταναλώνεται» για να κινητοποιήσει τα μέσα παραγωγής που έχει στην κατοχή της και που διαχειρίζεται η διεύθυνση της επιχείρησης, με τους όρους και τις συνθήκες που αυτή έχει προκαθορίσει . Η αγοραπωλησία της εργασιακής δύναμης δηλώνει την ύπαρξη μιας αγοράς εργασίας , στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της οποίας θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

Καθώς η κρατική βιομηχανία αποτελεί τυπικά τον μοναδικό εργοδότη της σοβιετικής οικονομίας, αποτελεί εκ πρώτης όψεως ένα πανίσχυρο μονοψώνιο στην αγορά εργασιακής δύναμης. Στην πραγματικότητα, μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων αναπτύσσεται ένας πραγματικός ανταγωνισμός για την πρόσληψη εργατικού δυναμικού, ο οποίος οξύνεται κατά τις περιόδους όπου η προσφορά εργασίας αδυνατεί να καλύψει τη ζήτηση. Οι προσλήψεις γίνονται κατά κανόνα απ’ ευθείας στην επιχείρηση, με βάση ανακοινώσεις που αναρτώνται στην είσοδο του εργοστασίου και μόλις μετά το 1975 εμφανίστηκαν στις μεγάλες πόλεις κάποια γραφεία ενημέρωσης για ανεύρεση εργασίας.

Το Σύνταγμα του 1977 κατοχυρώνει το δικαίωμα στην εργασία, που στις συνθήκες της Σοβιετικής Ένωσης (πρακτικά μηδενική ανεργία) μεταφράζεται στο δικαίωμα επιλογής εργασίας και εργοδότη, όπως επίσης και στο δικαίωμα αλλαγής εργοδότη. Από την άλλη, η αεργία στηλιτεύεται ως κοινωνικός παρασιτισμός και η αποχή από την εργασία επί ένα διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών διώκεται ποινικά.

Αυτό που χαρακτηρίζει τη μισθωτή εργασία στη Σοβιετική Ένωση ήδη από τη δεκαετία του 1930 είναι η υψηλή κινητικότητά της, που συνδέεται με την αγροτική έξοδο της εποχής εκείνης των πρώτων πεντάχρονων σχεδίων, και τις εξαιρετικά σκληρές συνθήκες εργασίας. Ένας εργάτης μένει σε μια συγκεκριμένη θέση εργασίας κατά μέσο όρο περί τα τρία χρόνια, και εγκαταλείποντας τη θέση αυτή πολύ συχνά αλλάζει και ειδικότητα.18 Παράλληλα, το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την ανεύρεση μιας νέας θέσης εργασίας φτάνει κατά μέσο όρο τον ενάμιση μήνα, ενδεικτικό της γενικής εικόνας που παρουσιάζει η αγορά εργασίας. Για την αντιμετώπιση της κινητικότητας, την περίοδο 1940 – 1956, οι σοβιετικές αρχές ψήφισαν μια νομοθεσία που χαρακτήριζε την χωρίς άδεια (μόνιμη) εγκατάλειψη μιας θέσης εργασίας ως εγκληματική ενέργεια. Η ρύθμιση αυτή τυπικά καταργήθηκε το 1956, με αποτέλεσμα μόνο εκείνη τη χρονιά να αλλάξουν εργασία ή να απολυθούν για παράβαση του κανονισμού εργασίας περί το ένα τρίτο των βιομηχανικών εργατών. Η κινητικότητα αυτή παρέμεινε πάντα σε υψηλά επίπεδα (15-20%), υψηλότερα αυτών που θεωρούνταν ανεκτά από τις αρχές, έτσι ώστε σε περιόδους αυξημένης στενότητας στην αγορά εργασίας να λαμβάνονται διάφορα διοικητικά μέτρα για τον περιορισμό της. Είναι ενδεικτικό της έκτασης του προβλήματος το γεγονός ότι ο ίδιος ο Στάλιν υποστήριζε την ανάγκη μιας ισχυρής διαφοροποίησης των μισθών προκειμένου να περιοριστεί η εργατική κινητικότητα, ενώ και ο Χρουτσόφ μιλούσε επικριτικά για τα «αποδημητικά πουλιά της οικονομίας».19

Αυτό που δεν ήθελαν να δουν οι σοβιετικοί ιθύνοντες είναι ότι η υψηλή κινητικότητα, οι συχνές απουσίες και η χαλαρή δραστηριότητα στην εργασία, δεν είναι τίποτα άλλο από τα μέσα με τα οποία αμύνονται οι εργαζόμενοι απέναντι στους καταναγκαστικές συνθήκες δουλειάς τους. Ελλείψει ανεξάρτητων εργατικών συνδικάτων που θα μπορούσαν να υπερασπιστούν συλλογικά τα άμεσα συμφέροντά τους, το κυριότερο, αν όχι το μόνο μέσο που έχει στη διάθεσή του ο μεμονωμένος εργάτης προκειμένου να διαπραγματευτεί (άτυπα) τις συνθήκες εργασίας και το μισθό του με το διευθυντή της επιχείρησης είναι η απειλή της αποχώρησης.


5.2. Ο δεσποτισμός της επιχείρησης


Η λειτουργία καθεμιάς από τις συνολικά περίπου 40 χιλιάδες σοβιετικές βιομηχανικές επιχειρήσεις στηρίζεται σε μια ιεραρχική δομή που επιβάλλει μια άκαμπτη πειθαρχία και ένα αυστηρό καταμερισμό εργασίας, που απογυμνώνουν τον εργαζόμενο από κάθε πρωτοβουλία και κάθε έλεγχο επί του αντικειμένου της εργασίας του. O διαχωρισμός μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, όπως και μεταξύ διευθυντικής και εκτελεστικής είναι έντονος.

Ο διευθυντής του εργοστασίου ορίζεται όπως αναφέραμε απ’ ευθείας από το εποπτεύον Υπουργείο και λογοδοτεί αποκλειστικά σ’ αυτό, με βασικό κριτήριο μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ διευθυντή και κομματικού μηχανισμού, έχοντας την πλήρη ευθύνη της διαχείρισής του και της υλοποίησης του σχεδίου.20 Η νομιμοποίηση που απολαμβάνει στα μάτια των εργαζόμενων, οι οποίοι τον αποκαλούν «αφεντικό» (νατς) είναι ελάχιστη. Κάθε έννοια συνδιαχείρισης ή αυτοδιαχείρισης της επιχείρησης αποκλείεται εξ ορισμού. Στο γενικό διευθυντή λογοδοτούν ένας τεχνικός διευθυντής και αναπληρωτές διευθυντές υπεύθυνοι των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, της οικονομικής ανάλυσης, του προσωπικού, των προμηθειών και πωλήσεων, κλπ. Ο αριθμών των εργαζόμενων στον τομέα της οικονομικής διαχείρισης είναι σχετικά διογκωμένος λόγω ακριβώς της γραφειοκρατικοποίησης και του αυξημένου βάρους των διοικητικών καθηκόντων που συνδέονται με τον σχεδιασμό.

Σημαντικό κρίκο στην όλη διοικητική ιεραρχία του εργοστασίου αποτελούν οι διοριζόμενοι από τον διευθυντή εργοδηγοί , που όπως και στα δυτικά εργοστάσια, είναι υπεύθυνοι για την κατανομή καθηκόντων μεταξύ των εργατών, αλλά και αποτελούν το μάτι του διευθυντή μέσα στο συνεργείο. Στο σοβιετικό εργοστάσιο το κύρος τους ενισχύεται και από το γεγονός ότι είναι αυτοί που αποφασίζουν για την κατανομή των πριμ παραγωγής.

Συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι ο δεσποτισμός του σοβιετικού εργοστασίου δεν παραπέμπει σε ψυχολογικά χαρακτηριστικά όπως θα ήταν π.χ. ο αυταρχικός χαρακτήρας των Ρώσων διευθυντών, αλλά αντίθετα, αποτελεί το μοναδικό σύστημα οργάνωσης που είναι συμβατό με τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα του σχεδιασμού της οικονομίας, αλλά και τον εκμεταλλευτική και έντονα καταπιεστική φύση της ίδιας της εργασίας στο σοβιετικό εργοστάσιο.


5.3. Εργοδοτικός συνδικαλισμός


Ο δεσποτικός χαρακτήρας του σοβιετικού εργοστασίου έχει το αντίστοιχό του στον εργοδοτικό χαρακτήρα του σοβιετικού εργατικού συνδικαλισμού. Ουσιαστικά και τυπικά, τα σοβιετικά συνδικάτα είναι επιφορτισμένα με την επιβεβαίωση ότι οι μισθοί είναι σύμφωνοι με την εργατική νομοθεσία, την επίλυση μικροδιαφορών μεταξύ εργαζόμενων και διεύθυνσης, αλλά και την προώθηση της «σοσιαλιστικής άμιλλας» μεταξύ των εργατών και των προτύπων που σχετίζονται με την εργασιακή πειθαρχία. Στην πράξη, οι εκλογές για την ανάδειξη των συμβουλίων των εργατικών συνδικάτων (στις οποίες συμμετέχουν όλοι οι μισθωτοί, του διευθυντή συμπεριλαμβανομένου) χειραγωγούνται από τη διεύθυνση του εργοστασίου και την ηγεσία της αντίστοιχης κομματικής οργάνωσης, έτσι ώστε τα συμβούλια αυτά να στελεχώνονται πάντα από άτομα φιλικά προσκείμενα στη διεύθυνση. Είναι γνωστό ότι οι οποιεσδήποτε μορφές συλλογικών εργατικών διεκδικήσεων συχνά πολιτικοποιούνται τάχιστα, αναπτυσσόμενες σε τριπλή ρήξη τόσο με τη διεύθυνση του εργοστασίου και την άκαμπτη πολιτική εξουσία, όσο και με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία.21

Αυτό που καταδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία τον γραφειοκρατικό χαρακτήρα και την απόλυτη ενσωμάτωση των σοβιετικών συνδικάτων στον κρατικό μηχανισμό, είναι το γεγονός ότι η συνδικαλιστική γραφειοκρατία έχει την ευθύνη της διαχείρισης της κοινωνικής ασφάλισης και της επιθεώρησης εργασίας ακόμα και σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Οι εισφορές της κοινωνικής ασφάλισης παρακρατούνται στην πηγή από τον μισθό των εργαζόμενων εν είδει συνδικαλιστικής συνδρομής. Σε επίπεδο επιχείρησης, τα συνδικάτα έχουν την ευθύνη της διαχείρισης των κοινωνικών παροχών: καντίνα, παιδικοί σταθμοί, κέντρα παραθερισμού, κλπ.


5.4. Απόπειρα εφαρμογής των αρχών του φορντισμού


Ένα τρίτο γνώρισμα της οργάνωσης εργασίας στη σοβιετική επιχείρηση, πέρα από τη συγκεντρωτική της διεύθυνση και την απουσία ανεξάρτητης συνδικαλιστικής οργάνωσης, είναι η παρουσία των οργανωτικών μορφών που στις δυτικές οικονομίες κωδικοποιήθηκαν ως ταιηλορισμός και φορντισμός. Πρόκειται για τον ακραίο καταμερισμό της εργασίας, την αυστηρή ιεραρχία αρμοδιοτήτων, την εργασιακή πειθαρχία, την κατάτμηση των εργασίας σε μετρήσιμες κινήσεις, τις νόρμες απόδοσης, την επίβλεψη από επιστάτες, την οργάνωση της παραγωγής σε αλυσίδες, κλπ.

Ωστόσο, αυτή η απόπειρα εφαρμογής των αρχών του φορντισμού έφτασε πολύ γρήγορα στα όριά της, λόγω ακριβώς της δομικής τάσης της σοβιετικής βιομηχανικής παραγωγής προς την ασυνέχεια και της απουσίας σταθερών ρυθμών. Όπως εξηγήθηκε στα προηγούμενα, αιτία αυτών των ασυνεχειών είναι οι εγγενείς αδυναμίες του συστήματος του κεντρικού σχεδιασμού των προμηθειών και οι περίοδοι ελλείψεων που χαρακτηρίζουν την πρακτική εφαρμογή αυτού του συστήματος. Προκειμένου να καλυφθούν οι καθυστερήσεις και οι νεκροί χρόνοι που σημειώνονται συχνά στην αρχή κάθε περιόδου που καλύπτει το σχέδιο, λόγω των καθυστερημένων παραδόσεων, των διάφορων αστοχιών κλπ., προς το τέλος της περιόδου, και προκειμένου να καλυφθούν οι στόχοι, επιταχύνονται οι ρυθμοί, ενεργοποιούνται οι υπερωρίες, αυστηροποιείται η χορήγηση αδειών, κ.ο.κ. Γι’ αυτές ακριβώς τις περιόδους, οι διευθυντές έχουν προβλέψει να έχουν στη διάθεσή τους ένα επιπλέον εργατικό προσωπικό, το οποίο υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα ήταν απαραίτητο στην επιχείρηση. Από την άλλη μεριά, η νευρική ένταση και ο πανικός που επικρατεί σ’ αυτές τις περιόδους, εντείνει τα φαινόμενα «αδικαιολόγητων απουσιών», προσχηματικών «ασθενειών», αλκοολισμού, μειωμένης προσοχής σε θέματα ποιοτικού ελέγχου της παραγωγής, σπατάλης πρώτων υλών, και αύξησης του ποσοστού των απορριπτέων. Τα φαινόμενα αυτά είναι τόσο εκτεταμένα ώστε, οι καταναλωτές, όταν η ημερομηνία παραγωγής σημειώνεται πάνω στο προϊόν, αποφεύγουν αυτά που έχουν παραχθεί προς το τέλος του σχεδίου.22

Η τάση των διευθυντών να δημιουργούν ένα εφεδρικό απόθεμα εργατικού δυναμικού που υποαπασχολείται σ’ όλη τη διάρκεια του έτους, προκειμένου να είναι διαθέσιμο κατά την πιεστική περίοδο στην οποία θα πρέπει να καλυφθούν όλες οι συσσωρευμένες καθυστερήσεις στην υλοποίηση του σχεδίου, εξηγεί το παράδοξο της ταυτόχρονης έλλειψης ελεύθερου εργατικού προσωπικού (πρακτικά μηδενικό ποσοστό ανεργίας) και μιας πληθώρας εργατικού δυναμικού στο εσωτερικό των επιχειρήσεων. Γίνεται έτσι σαφές ότι η πρακτικά πλήρης απασχόληση δεν προκύπτει απλώς από μια συνειδητή πολιτική επιλογή, αλλά εμφανίζεται και ως μια παρενέργεια του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί και ρυθμίζεται το όλο σύστημα .

Η οιονεί πλήρης απασχόληση και η σχετική εργασιακή ασφάλεια που απορρέει απ’ αυτήν, αποτελούν από τη μια μεριά ένα σημείο του κοινωνικού συμβιβασμού μεταξύ σοβιετικής εξουσίας και των κοινωνικών τάξεων της εργασίας, ωστόσο είναι ταυτόχρονα και μια όχι ευχάριστη συνθήκη για τους ιθύνοντες. Η ευκολία με την οποία οι σοβιετικοί εργαζόμενοι μπορούν να αλλάξουν εργοδότη καθιστά την αγορά εργασίας «αγορά πωλητών».23 Σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στις δυτικού τύπου οικονομίες, όπου οι εργαζόμενοι – πωλητές της εργασιακής τους δύναμης υπό την απειλή της ανεργίας, ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την ανάληψη μιας θέσης εργασίας, στις οικονομίες σοβιετικού τύπου, αυτοί που βρίσκονται σε έντονο ανταγωνισμό είναι οι επιχειρήσεις – αγοραστές εργασιακής δύναμης, ενώ ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργατών είναι πολύ πιο χαλαρός.

Βλέπουμε επομένως ότι οι βασικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των αρχών του φορντισμού όσον αφορά στην οργάνωση της εργασίας (ομαλή εξέλιξη των προμηθειών, ορθολογική διαχείριση αποθεμάτων, συστηματικός συγχρονισμός επί μέρους εργασιών, κλπ.) δεν πληρούνται στην περίπτωση της σοβιετικής βιομηχανικής παραγωγής.24 Ο παραγωγικός χρόνος της σοβιετικής επιχείρησης είναι υπερβολικά ετερογενής και ασυνεχής. Το γεγονός αυτό δίνει με τη σειρά του την ευκαιρία στους σοβιετικούς εργαζόμενους να αναπτύξουν διάφορες μορφές αντίστασης στον εργοστασιακό δεσποτισμό, που ο τελευταίος δυσκολεύεται να καταστείλει.


5.5. Μισθός με το κομμάτι…


Σύμφωνα με τον Μαρξ ο μισθός με το κομμάτι είναι η τυπικά καπιταλιστική μορφή αμοιβής της εργασίας. Αυτό ωστόσο δεν εμπόδισε τους σοβιετικούς να αναδείξουν αυτή τη μορφή μισθού σε κυρίαρχη «σοσιαλιστική» μορφή, με το άλλοθι ότι επιτρέπει τη δίκαιη κατανομή του παραγόμενου προϊόντος ανάλογα με την εργασία του καθενός. Ο πραγματικός λόγος βέβαια για τον οποίο εφαρμόστηκε αυτή η μορφή σε πολλές περιπτώσεις στη Δύση, στον «αναπτυσσόμενο κόσμο», αλλά και στον υπαρκτό σοσιαλισμό (Ουγγαρία, 25 Γιουγκοσλαβία, και σε άλλες χώρες, πέραν της ΕΣΣΔ) δεν είναι η δίκαιη κατανομή του κοινωνικού προϊόντος, αλλά η εξώθηση των εργαζόμενων σε ολοένα και πιο εντατικούς ρυθμούς εργασίας, που όχι μόνο αυξάνουν τις πιθανότητες ατυχημάτων, ελαττωματικής παραγωγής, κλπ., αλλά και οριακά θέτουν σε κίνδυνο την υγεία τους.

Στη Σοβιετική Ένωση του 1956 τα τρία τέταρτα των βιομηχανικών εργατών αμείβονταν με το κομμάτι. Ακόμα και λίγο πριν την κατάρρευση, οι αμειβόμενοι με το κομμάτι εργάτες βιομηχανίας ξεπερνούσαν το 50% του συνόλου. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι πρακτικά, αυτή η μορφή μισθού δεν διέφερε σε μεγάλο βαθμό από τον μισθό με βάση το 8ωρο, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις είχε επιτευχθεί μια συναίνεση που όριζε ότι οι αμοιβές των εργαζόμενων με το κομμάτι (με βάση την απόδοση, κατά την επίσημη ορολογία) είναι σταθερές. Η αμοιβή ανά κομμάτι υπολογίζεται με βάση εμπειρικά και στατιστικά δεδομένα και παραδοχές, έτσι ώστε ο μέσης απόδοσης εργάτης να εισπράττει τον προβλεπόμενο μέσο μισθό. Ο ορισμός του ύψους της νόρμας (του αριθμού των κομματιών ή των στοιχειωδών εργασιών ανά ημέρα) αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ διεύθυνσης και εργαζόμενων. Στις πιέσεις της διεύθυνσης για αύξηση της νόρμας προκειμένου να καλυφθούν οι στόχοι του σχεδίου (που συνήθως ενθαρρύνονται από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες ως ευκαιρία σοσιαλιστικής άμιλλας), οι εργαζόμενοι συχνά απαντούν με πρακτικές σπατάλης ή σκόπιμες αστοχίες.

Στη δεκαετία του 1980, οι πραγματικά καταβαλλόμενες εργατικές αμοιβές αποτελούνταν χονδρικά κατά 65% από τον βασικό μισθό, κατά 20% από ένα συμπληρωματικό μισθό που αφορούσε την υπέρβαση της νόρμας και κατά 10-15% από τα (ατομικά ή συλλογικά) πριμ για την επίτευξη των στόχων της επιχείρησης. Ωστόσο, ακόμα και οι συμπληρωματικοί μισθοί και τα πριμ προβλέπονταν σε μεγάλο βαθμό από το σχεδιασμένο κονδύλι των μισθών και εμφανίζονταν ως αναπόσπαστο μέρος του μισθού. Η λειτουργία του κινήτρου για αυξημένη απόδοση είχε περιοριστεί σοβαρά.

Μια από τις λειτουργίες του μισθού με το κομμάτι είναι ότι νομιμοποιεί μεγάλες αποκλίσεις στις απολαβές μεταξύ μισθωτών που εργάζονται δίπλα-δίπλα και έχουν διαφορά στην απόδοσή τους λόγω ηλικίας ή λόγω φύλου. Πράγματι, κατά την περίοδο της σταλινικής διακυβέρνησης, η ψαλίδα των μισθών της ίδιας ειδικότητας εργατών (εν προκειμένω στη μεταλλουργία) έφτανε τη σχέση 1:3, 25 - 3, 5, όταν η αντίστοιχη ψαλίδα στη Γαλλία έφτανε μόλις στο 1:1, 70.26 Ωστόσο, πρέπει να σημειώσουμε ότι μετά το 1956, η ψαλίδα αυτή, όπως και η ψαλίδα μεταξύ του ελάχιστου βασικού μισθού της βιομηχανίας και αυτού των υψηλόβαθμων στελεχών του κρατικού μηχανισμού, 27 αλλά και οι μισθολογικές διαφορές μεταξύ διαφορετικών κλάδων, περιορίστηκαν τουλάχιστον κατά το ήμισυ. Το κλείσιμο της ψαλίδας επιτεύχθηκε σταδιακά, με το πάγωμα των μισθών των στελεχών ή των διοικητικών υπαλλήλων και τη σταδιακή αύξηση των χαμηλότερων μισθών (κυρίως των ανειδίκευτων εργατών).

Τέλος, ένα μέρος των αμοιβών των εργαζόμενων, ο λεγόμενος «κοινωνικός μισθός», συνίσταται στη δωρεάν ή επιδοτούμενη πρόσβαση των μισθωτών σε μια σειρά από αγαθά και υπηρεσίες: κοινωνική ασφάλιση, συντάξεις, εκπαίδευση και υγεία, υποτροφίες, επιδοτούμενα ενοίκια, μειωμένα εισιτήρια στα ΜΜΜ, επιδοτούμενα εισιτήρια σε θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες, κλπ. Τα κονδύλια αυτά, τα οποία όπως είδαμε, τα διαχειρίζεται η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, παριστούσαν αρχικά σύμφωνα με τους σοβιετικούς ιθύνοντες, το 30% του χρηματικού μισθού. Μετά το 1960, τα κονδύλια αυτά αυξάνονταν με ταχύτερους ρυθμούς απ’ ότι οι χρηματικοί μισθοί, κυρίως λόγω της αύξησης της απασχόλησης στους τομείς που παράγουν αγαθά και υπηρεσίες που ανήκουν στον κοινωνικό μισθό. Ωστόσο, οι αυξήσεις των κονδυλίων δεν μεταφράζονται πάντα σε αντίστοιχες αυξήσεις των παροχών. Για παράδειγμα, ο τομέας της υγείας γνωρίζει από το 1970 και μετά μια εμφανή υποβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών του, που οδηγεί σε μια αξιοσημείωτη μείωση του προσδόκιμου ζωής (κυρίως μεταξύ των ανδρών).28


5.6. Ο μηχανισμός αύξησης των μισθών


Σ’ ένα σοσιαλιστικό καθεστώς, ο πραγματικός μισθός αυξάνεται αδιάκοπα, μας πληροφορεί το Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ.29 Το εκάστοτε ετήσιο κονδύλι των μισθών προβλέπεται από το σχέδιο, με την επεξηγηματική σημείωση ότι οι όποιες μισθολογικές αυξήσεις δεν θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να υπερβαίνουν την αύξηση της παραγωγικότητας.30 Και ενώ η Gosbank καταθέτει στον λογαριασμό των επιχειρήσεων το προβλεπόμενο ετήσιο κονδύλι για μισθούς, η διεύθυνση της επιχείρησης έχει στη διάθεσή της κάποια όχι αμελητέα περιθώρια αυξήσεων των αποδοχών των μισθωτών της, είτε με την προσφυγή σε κάποιο βραχυπρόθεσμο τραπεζικό δανεισμό, είτε με τη χορήγηση πριμ που χρηματοδοτούνται από διάφορες λογιστικές μεθόδους, είτε μέσω προαγωγών του προσωπικού. Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι ότι το κονδύλι των μισθών, όπως και το κονδύλι των επενδύσεων για το οποίο έγινε λόγος τα προηγούμενα, δεν παριστά ένα δεσμευτικό κόστος για τον διευθυντή. Η φιλοδοξία του είναι να του εγκριθεί ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κονδύλι μισθών, προκειμένου να προσλάβει περισσότερο προσωπικό, ή να δώσει υψηλότερους μισθούς, ή και τα δυο. Σε κάθε περίπτωση, θα μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του σχεδίου με καλύτερους όρους. Πρόβλημα επιβάρυνσης του κόστους του τελικού προϊόντος δεν τίθεται, αφού η εξαγορά του από το κράτος είναι εξασφαλισμένη εκ των προτέρων, και μάλιστα σε τιμή που υπερκαλύπτει το απολογιστικό κόστος.

Γι’ αυτό τον λόγο, ο διευθυντής μεταφέρει χωρίς ενδοιασμούς τις φυσιολογικές πιέσεις που δέχεται από το προσωπικό του για μισθολογικές αυξήσεις στο εποπτεύον Υπουργείο, αφού εξ άλλου με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ενεργούν και οι άλλοι συνάδελφοί του επικεφαλής των επιχειρήσεων του κλάδου. Τα Υπουργεία με την σειρά τους, που είναι απασχολημένα πρωτίστως με την υλοποίηση των στόχων του σχεδίου, δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία σε μια μικρή υπέρβαση του μισθολογικού πλαφόν από τις επιχειρήσεις, ιδίως όταν αυτή η υπέρβαση συνιστά ένα καλό κίνητρο αύξησης της αποδοτικότητας από τους εργαζόμενους. Βέβαια, οι συσσωρευόμενες αυξήσεις των μισθών οδηγούν συν τω χρόνω σε μια αυξημένη ζήτηση καταναλωτικών προϊόντων, στην οποία αδυνατεί να ανταποκριθεί ο συγκεκριμένος κλάδος, αφού στην καλύτερη περίπτωση αυτός απλά καλύπτει τους στόχους του σχεδίου. Όταν εμφανίζονται τέτοια φαινόμενα ελλείψεων και γενικότερης απορρύθμισης της αγοράς καταναλωτικών ειδών, επεμβαίνουν οι επιτελικές αρχές καλώντας σε αποκατάσταση της μισθολογικής πειθαρχίας, και περιορισμό των βραχυπρόθεσμων πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις.

Συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι θέση των μισθωτών στη σοβιετική αγορά εργασίας της (σχεδόν) πλήρους απασχόλησης και της πρακτικής ανυπαρξίας απολύσεων προσφέρει σ’ αυτούς κάποια πλεονεκτήματα, όπως η αίσθηση εργασιακής ασφάλειας, η δυνατότητα κάποιας ατομικής διαπραγμάτευσης με τον εργοδότη, η ευκολία εύρεσης νέας εργασίας, κλπ. Ωστόσο, τα πλεονεκτήματα αυτά δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να αντισταθμίσουν τις γενικά πολύ χαμηλές αμοιβές, τον δεσποτισμό του σοβιετικού εργοστασίου, την απαγόρευση της όποιας συλλογικής διεκδίκησης και αυτόνομης υπεράσπισης των συμφερόντων τους (εν ονόματι μάλιστα της εκπροσώπησης των συμφερόντων αυτών από το επίσημο κράτος…), και την καταθλιπτική ζωή στις θηριώδεις εργατικές πολυκατοικίες σοβιετικού τύπου. Οι μισθωτοί εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα ως μια οντότητα ξένη και εχθρική προς αυτούς , και αναπτύσσουν απέναντί του διάφορες μορφές (παθητικής κυρίως) αντίστασης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η αδιαφορία και η ελλιπής εργασιακή πειθαρχία, χωρίς να λείπουν, σε κάποιες περιπτώσεις, και οι πρακτικές ενός συνειδητού σαμποτάζ.31


6. Οι εξωτερικές εμπορικές σχέσεις


6.1. Τα γενικά χαρακτηριστικά του σοβιετικού εξωτερικού εμπορίου


Η υπαγωγή της βιομηχανικής δραστηριότητας σ’ ένα κεντρικό σχεδιασμό, η συγκεντροποίηση των προμηθειών και της διάθεσης του προϊόντος των επιχειρήσεων, όπως και οι ιδιαίτερες μορφές του χρήματος και των τιμών, απαγορεύουν στη σοβιετική οικονομία ένα άμεσο, αδιαμεσολάβητο άνοιγμα στο εξωτερικό εμπόριο και επιβάλλουν τον κρατικό - μονοπωλιακό χαρακτήρα του εξωτερικού εμπορίου. Το κάθε κλαδικό Υπουργείο μπορεί να προχωρήσει σε εισαγωγές ή εξαγωγές μόνο με τη διαμεσολάβηση του Υπουργείου Εξωτερικού Εμπορίου και του Gosplan. Μέσω του τελευταίου, εισαγωγές και εξαγωγές ενσωματώνονται στον εσωτερικό σχεδιασμό. Η διαφορά του σοβιετικού εμπορίου με το αντίστοιχο των δυτικών οικονομικών έγκειται στο ότι η δυναμική της παραγωγής στις δεύτερες ωθεί στις εξαγωγές (εξάρτηση από τη ζήτηση), ενώ οι πρώτες επιζητούν κυρίως τις εισαγωγές (εξάρτηση από την προσφορά), και εξάγουν προκειμένου ακριβώς να χρηματοδοτήσουν αυτές τις εισαγωγές.

Το σοβιετικό σύστημα τιμών χονδρικής δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί στις εμπορικές συναλλαγές με το εξωτερικό, επομένως αποσυνδέεται από τις τιμές των διεθνών αγορών. Το ίδιο ισχύει και για το εσωτερικό ρούβλι, που αποσυνδέεται από το ρούβλι του εξωτερικού εμπορίου, που χρησιμοποιείται μόνο ως μέσο αξιολόγησης εισαγωγών και εξαγωγών. Οι αποσυνδέσεις αυτές γίνονται εφικτές με το κρατικό μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου. Οι συναλλαγές με τις δυτικές χώρες πραγματοποιούνται σε συνάλλαγμα, σύμφωνα με τις διεθνείς τιμές, ενώ οι συναλλαγές με τις χώρες της ΚΟΜΕΚΟΝ πραγματοποιούνται σε μεταβιβάσιμο ρούβλι, στη βάση τιμών που πλησιάζουν τις διεθνείς. Το ρούβλι–συνάλλαγμα και το μεταβιβάσιμο ρούβλι έχουν ουσιαστικά μόνο λογιστική λειτουργία. Η λογιστική αυτή λειτουργία συνδέεται με το γεγονός ότι οι συναλλαγές της Σοβιετικής Ένωσης με τις άλλες χώρες έχουν ουσιαστικά ένα διμερή χαρακτήρα, και κυρίως, οφείλουν να ενσωματώνονται αρμονικά στο σύστημα των ισοζυγίων υλικών και της κεντρικά ελεγχόμενης προμήθειας υλικών και μέσων παραγωγής.

Ένα πολυμερές εμπόριο προϋποθέτει τη μετατρεψιμότητα του νομίσματος και μια συσχέτιση μεταξύ εθνικών και διεθνών τιμών, έτσι ώστε να είναι εφικτή η αντιστάθμιση μεταξύ ελλειμάτων και πλεονασμάτων του εμπορίου και των κεφαλαιακών κινήσεων με τις διάφορες χώρες. Θα πρέπει επίσης οι επιχειρήσεις να έχουν πρόσβαση στη διεθνή αγορά, οι σχετικές τιμές της οποίας θα επηρεάζουν τη δομή των ανταλλαγών. Όλα αυτά απουσιάζουν από το σοβιετικό μοντέλο.32 Κατά συνέπεια το εμπόριο διεξάγεται στη βάση σχεδιασμένων εντολών, οι οποίες επιδιώκουν την επίτευξη ενός ισοζυγίου όχι με το σύνολο των συναλλασσόμενων εμπορικών εταίρων, αλλά με τον κάθε έναν ξεχωριστά. Από αυτή την άποψη, μπορούμε να πούμε ότι το εξωτερικό σοβιετικό εμπόριο έχει ένα χαρακτήρα που προσομοιάζει στον αντιπραγματισμό.

Σε κάθε περίπτωση, το κρατικό μονοπώλιο επιτρέπει την κοινωνικοποίηση κερδών και ζημιών του εξωτερικού εμπορίου μέσω του προϋπολογισμού, όπως και τον έλεγχο του βαθμού στον οποίο οι εισαγωγές καλύπτονται από τις εξαγωγές. Κάθε επιχείρηση συναλλάσσεται με το εξωτερικό στη βάση των εθνικών τιμών χονδρικής και η όποια θετική ή αρνητική διαφορά με τις διεθνείς τιμές απορροφάται σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Η ρύθμιση αυτή, διασφαλίζει ένα σημαντικό βαθμό προστατευτισμού, αφού οι εποπτικές αρχές θα εγκρίνουν την εισαγωγή ενός υλικού ή ενός μέσου παραγωγής, μόνο εφόσον θα έχει προηγουμένως διαπιστωθεί ότι αυτό δεν παράγεται στο πλαίσιο της εθνικής οικονομίας, με όλα όσα θετικά ή αρνητικά συνεπάγεται αυτή η πολιτική του προστατευτισμού (όπως π.χ. η παράταση ζωής επιχειρήσεων τεχνολογικά ξεπερασμένων και οικονομικά ασύμφορων). Εξ αιτίας αυτής της πολιτικής προστατευτισμού, η συμμετοχή της Σοβιετικής Ένωσης στο σύνολο των διεθνών εμπορικών συναλλαγών είναι ιδιαίτερα χαμηλή, δεδομένης της οικονομικής της δύναμης.33

Ωστόσο, οι διεθνείς εμπορικές συναλλαγές της ΕΣΣΔ αυξάνονται σημαντικά από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970, όχι από πολιτική επιλογή, αλλά εξ ανάγκης, λόγω της κάμψης της εγχώριας παραγωγής σιτηρών, αλλά και της πιεστικής ανάγκης τεχνολογικού εκσυγχρονισμού της οικονομίας. Προκειμένου να ισοσκελιστεί το εμπορικό ισοζύγιο, οι εξαγωγές (κυρίως ορυκτά καύσιμα και βιομηχανικές πρώτες ύλες) αυξήθηκαν αναλόγως, σε μια ευνοϊκή για τη χώρα συγκυρία, δεδομένης της αύξησης των διεθνών τιμών πετρελαίου. Η συγκεκριμένη σύνθεση τόσο των εξαγωγών (πετρέλαιο και φυσικό αέριο καλύπτουν πάνω από το ένα τέταρτο της συνολικής αξίας τους) όσο και των εισαγωγών (κυριαρχία εξοπλισμών πληροφορικής και μικροηλεκτρονικής, αλλά και προϊόντων διατροφής) δεν αντιστοιχεί στις διεθνείς συναλλαγές μιας βιομηχανικά αναπτυγμένης χώρας, ωστόσο εξηγείται από τις εσωτερικές αντιφάσεις και τα προβλήματα της σοβιετικής βιομηχανίας και της αντίστοιχης αγροτικής παραγωγής.

Θεωρητικά, οι εισαγωγές εξοπλισμών υψηλής τεχνολογίας στοχεύουν στο να καλύψουν το τεχνολογικό χάσμα που χωρίζει τη χώρα από τις προηγμένες δυτικές χώρες. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι η διάχυση των εισαγόμενων νέων τεχνολογιών στο σύνολο της οικονομίας γίνεται με εξαιρετικά βραδείς ρυθμούς, όχι μόνο λόγω του χρόνιου διαχωρισμού μεταξύ έρευνας και παραγωγικής διαδικασίας, αλλά λόγω και της εν γένει επιφυλακτικής στάσης των διευθυντών των επιχειρήσεων απέναντι σε τεχνολογικές καινοτομίες, και ειδικότερα εκείνες τις τεχνολογικές καινοτομίες που απαιτούν μια άλλου τύπου συμμετοχή των εργαζόμενων.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι οι εμπορικές συναλλαγές της Σοβιετικής Ένωσης με τις χώρες του τρίτου κόσμου, ιδίως αυτές της Μέσης Ανατολής και της Νότιας Ασίας, επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στην παροχή τεχνικής βοήθειας και εκπαίδευσης, ιδίως στον στρατιωτικό τομέα. Η ΕΣΣΔ τη δεκαετία του 1980 αναδείχτηκε στην πρώτη εξαγωγική δύναμη στρατιωτικού εξοπλισμού στις χώρες του τρίτου κόσμου.


6.2. Οι σχέσεις στο εσωτερικό της ΚΟΜΕΚΟΝ


Οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με τις άλλες χώρες στο εσωτερικό της ΚΟΜΕΚΟΝ κάθε άλλο παρά ισότιμες είναι. Λόγω του ιδιαίτερου πολιτικού και στρατιωτικού της βάρους, η ΕΣΣΔ ασκεί έναν ηγεμονικό ρόλο, επιφυλάσσοντας ένα ρόλο δορυφόρου για τους εταίρους της, γεγονός που αναζωπυρώνει ή παροξύνει τους παλαιότερους εθνικισμούς (Πολωνία, Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, κ.ά.). Πραγματικός ισότιμος συντονισμός στην κατάρτιση των (διμερών) σχεδίων συνεργασίας υπάρχει μόνο σε ορισμένους βασικούς τομείς (ενέργεια, μεταλλουργία, χημική βιομηχανία, κλπ.), ενώ στον τεχνικό καταμερισμό εργασίας στο πλαίσιο της ΚΟΜΕΚΟΝ, η Σοβιετική Ένωση είναι ο μόνος εταίρος που δεν δεσμεύεται σε καμιά συγκεκριμένη εξειδίκευση, ενώ αντιθέτως επωφελείται από την εξειδίκευση όλων των άλλων. Ενδεικτικό της σχέσης εξάρτησης μεταξύ της ΕΣΣΔ και των εταίρων της είναι το γεγονός ότι προκειμένου οι δεύτεροι να συνεισφέρουν το αναλογούν σ’ αυτές μερίδιο των κοινών επενδυτικών σχεδίων (που σημειωτέον, υλοποιούνται πάντα εντός της ΕΣΣΔ και μετά το πέρας των προγραμμάτων αυτά περιέρχονται στην ιδιοκτησία της), είναι υποχρεωμένες να διαθέσουν ένα σημαντικό μέρος των διαθέσιμων επενδυτικών κονδυλίων τους, ή συνάψουν δάνεια υψηλού κόστους σε συνάλλαγμα.

Μια άλλη πηγή υπαρξιακών προβλημάτων για τις χώρες-μέλη της ΚΟΜΕΚΟΝ προέρχεται από το γεγονός ότι η λεγόμενη «σοσιαλιστική ολοκλήρωση» προσκρούει όχι μόνο στους ανταγωνιστικούς εθνικισμούς, αλλά και στην ελκυστική γι’ αυτές προοπτική σύναψης εμπορικών σχέσεων με τις αναπτυγμένες οικονομίες της Δύσης. Ενδεικτικό της σημασίας που αποδίδουν οι χώρες αυτές στις σχέσεις τους με τη Δύση είναι το γεγονός ότι όλα τα εξαγώγιμα προϊόντα τους που αποτελούν δυνητική πηγή δυτικού συναλλάγματος (πρώτες ύλες και καύσιμα), τα προωθούν αποκλειστικά στις δυτικές αγορές, και για τις συναλλαγές στο εσωτερικό της ΚΟΜΕΚΟΝ κρατούν εξοπλισμούς τεχνολογικά ξεπερασμένους και καταναλωτικά προϊόντα δεύτερης προτεραιότητας, μη ανταγωνιστικά στη διεθνή αγορά. Παρατηρούμε εδώ το φαινομενικά παράδοξο κατά το οποίο στις διακοινοτικές εμπορικές συναλλαγές, τα δεύτερης ποιότητας προϊόντα εκτοπίζουν τα ποιοτικά ανώτερα.


7. Βασικά δομικά χαρακτηριστικά του σοβιετικού οικονομικού συστήματος


Στη συνέχεια, θα προχωρήσουμε σε μια συνολική αποτίμηση του σοβιετικού οικονομικού συστήματος, εστιάζοντας σε ορισμένα δομικά χαρακτηριστικά του, που το αναδεικνύουν σε ένα ιδιαίτερο μοντέλο ανάπτυξης, διακριτό από αυτό του δυτικού καπιταλισμού. Τα δομικά αυτά χαρακτηριστικά, τα οποία έχουμε ήδη επισημάνει χωρίς να επεκταθούμε σε μια συνολικότερη παρουσίαση, αποτελούν ταυτόχρονα και κρίσιμες εγγενείς αδυναμίες που σε μεγάλο βαθμό προκαθόρισαν την εξέλιξή του.


7.1. Ο επεκτατικός χαρακτήρας της ανάπτυξης


Οι δεκαετίες της σταλινικής διαχείρισης υπήρξαν αναμφίβολα μια περίοδος έντονης επεκτατικής ανάπτυξης. Αυτό ακριβώς μαρτυρούν η μαζική αγροτική έξοδος και η αντίστοιχη μαζική αύξηση του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού, οι υψηλοί ρυθμοί συσσώρευσης (σε συνδυασμό με μια σοβαρή υποχώρηση της λαϊκής κατανάλωσης), και η δημιουργία νέων κλάδων παραγωγής. Όπως είναι γνωστό, η δυναμική που δημιουργήθηκε με την αθρόα αγροτική έξοδο και την πολιτική της ταχύρρυθμης εκβιομηχάνισης των πρώτων πεντάχρονων σχεδίων έφτασε, προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950, στα όριά της, καθώς η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης έγινε αισθητή συνολικά. Ωστόσο, αυτό που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι τα εμπόδια που συναντούσε η ανάπτυξη καινοτομιών και η τεχνική πρόοδος στο εσωτερικό του συστήματος ήταν εξ αρχής παρόντα , ανεξάρτητα από το εάν αυτά δεν έκαναν αισθητή την παρουσία τους στις συνθήκες της «πρωταρχικής συσσώρευσης».


«Υπ’ αυτή την έννοια, ο κυρίαρχα επεκτατικός χαρακτήρας της ανάπτυξης , δεν εμφανίζεται σήμερα τόσο πολύ ως μια αναπτυξιακή στρατηγική, όσο ως ένα ιδιαίτερο δομικό χαρακτηριστικό της, που τείνει να διαιωνίζεται ακόμα και όταν η οικονομική πολιτική της σοβιετικής εξουσίας αλλάζει τις προτεραιότητές της. Το επεκτατικό μοντέλο, που αρχικά προέκυψε από τη στρατηγική της ταχύρρυθμης εκβιομηχάνισης που αντιστοιχούσε στην πρωταρχική συσσώρευση, δηλαδή στον βολονταριστικό προσανατολισμό του σταλινικού κράτους, εξελίχθηκε σε συστατικό στοιχείο της συνολικής οικονομικής οργάνωσης ».34


Η αέναη ροπή προς την επέκταση παράγεται από τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού και διοικητικού μηχανισμού που διευθύνει τη βιομηχανική παραγωγή. Ο κάθε κρίκος της ιεραρχίας, προσωποποιημένος στον επικεφαλής του, οφείλει να λειτουργεί σωστά. Αυτή ακριβώς η σωστή λειτουργία προϋποθέτει τη συνεχή επέκταση. Μέσω της επέκτασης (της δραστηριότητας) της επιχείρησής του, ο διευθυντής αναβαθμίζει το κύρος του απέναντι στο Υπουργείο αλλά και την τοπική κομματική επιτροπή, δικαιούται έναν αυξημένο μισθό, αυξημένες διευκολύνσεις από το Υπουργείο, κ.ο.κ. Αντίστοιχα, οι τοπικές αρχές, που λειτουργούν με μια πελατειακή λογική, συνηγορούν υπέρ της επέκτασης των επιχειρήσεων της περιφέρειάς τους, γνωρίζοντας ότι αυτή θα συμπαρασύρει επενδύσεις σε έργα υποδομών, βελτίωσης των διάφορων κοινωνικών υπηρεσιών, κλπ. Τέλος, τα ίδια τα κλαδικά Υπουργεία βρίσκονται επίσης σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, με στόχο την επέκταση του κλάδου τους, επομένως και αυτά τείνουν να προωθούν τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων αντί της τεχνολογικής αναβάθμισης των υπαρχουσών. Εξ άλλου, το ίδιο το σύστημα των κινήτρων, που βασίζεται σε ποσοτικούς δείκτες προσανατολισμένους στην υλοποίηση του τρέχοντος σχεδίου, το σύστημα των τιμών, η προεπικύρωση της παραγωγής, και η μάλλον πενιχρή αποζημίωση που αποφέρει μια τεχνολογική βελτίωση, συμβάλλουν στον περαιτέρω προσανατολισμό των διευθυντών σε ποσοτικούς στόχους.

Ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας που μειώνει το ενδιαφέρον των διευθυντών για οποιαδήποτε τεχνολογική αλλαγή είναι το γεγονός ότι στο εσωτερικό της σοβιετικής οικονομίας, εξ αιτίας ακριβώς του συγκεντρωτικού τρόπου καθορισμού μισθών και κερδών, όχι μόνο δεν γίνεται αντιληπτός ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου, αλλά ούτε και η ανταγωνιστική σχέση μεταξύ κερδών και μισθών στους κόλπους της ίδιας επιχείρησης είναι άμεσα ορατή. Η απουσία των δύο αυτών ανταγωνιστικών σχέσεων, που για τον δυτικό καπιταλισμό αποτελούν το βασικό κίνητρο για τη συνεχή εισαγωγή τεχνικών καινοτομιών στην παραγωγική διαδικασία, αφαιρεί σε μεγάλο βαθμό αυτό το κίνητρο από τους σοβιετικούς διευθυντές.

Με αυτά τα δεδομένα, οι χαμηλοί ρυθμοί βελτίωσης της παραγωγικότητας, που από τα επίπεδα του 6-8% στη δεκαετία του 1950, υποχωρεί σ’ ένα ποσοστό μόλις μεγαλύτερο του 3% στο διάστημα 1976-85, είναι απόλυτα εξηγήσιμοι. Αμερικανοί και σοβιετικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η παραγωγικότητα της εργασίας στη Σοβιετική Ένωση είναι χαμηλότερη από το ήμισυ της αντίστοιχης στις ΗΠΑ. Όλοι οι παράγοντες που παρουσιάσαμε μέχρι τώρα (πλεονάζον εργατικό προσωπικό, νεκροί χρόνοι λόγω των ακανόνιστων ή ελαττωματικών παραδόσεων, υποαπασχόληση λόγω συχνών βλαβών των απαρχαιωμένων μέσων παραγωγής, εργατική αντίσταση στην αύξηση της νόρμας, χαμηλοί ρυθμοί εισαγωγής αυτοματισμών και υποκατάστασης ζωντανής από «νεκρή» εργασία, κ.ο.κ.) παίζουν εδώ τον ρόλο τους.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ενώ οι επίγονοι του Στάλιν αναγνώρισαν ότι η επιμονή σε πεντάχρονα σχέδια με καθαρά επεκτατικούς στόχους έχει το παράδοξο αποτέλεσμα να υπονομεύει αυτούς τους ίδιους τους στόχους, προτείνοντας την υιοθέτηση ενός εντατικού μοντέλου ανάπτυξης αντί του επεκτατικού, με προτεραιότητα στην αύξηση της παραγωγικότητας και τους ποιοτικούς μετασχηματισμούς της οικονομικής βάσης, η επεκτατική λογική δεν αποσύρθηκε ποτέ ολοκληρωτικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και ο Γκορμπατσόφ κατέφυγε στο σύνθημα της επιτάχυνσης , που αν μη τι άλλο, δύσκολα γίνεται κατανοητό πώς μπορεί να συνδυαστεί με αυτό της περεστρόικα, και επέμεινε σε πεντάχρονα σχέδια με μετριοπαθέστερους σε σχέση με αυτούς των προκατόχων του, αλλά επίσης μη ρεαλιστικούς στόχους.35


7.2. Ο υδροκεφαλισμός της παραγωγής μέσων παραγωγής


Και εδώ συναντάμε το ίδιο σκηνικό όπως και προηγουμένως: Ήδη από τα πρώτα πενταετή σχέδια είχε τεθεί ως στόχος η ταχύρρυθμη ανάπτυξη όλων των κλάδων της βιομηχανικής παραγωγής, με προτεραιότητα στη βαριά βιομηχανία. Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό πριν από τον Πόλεμο, ωστόσο το τίμημα ήταν βαρύ: κατάρρευση της αγροτικής παραγωγής, συμπίεση της λαϊκής κατανάλωσης των πόλεων, υποχώρηση της «ελαφράς» βιομηχανίας και της εργατικής κατοικίας, που, σε συνδυασμό με τον υδροκεφαλισμό της βαριάς βιομηχανίας μεταφράζονται πολύ σύντομα σε δομικές ανισορροπίες της συσσώρευσης. Οι ανισορροπίες αυτές δεν προέκυψαν τυχαία: είναι το αποτέλεσμα της δράσης συγκεκριμένων οικονομικών φορέων και γραφειοκρατικών ομάδων, που αντιτίθενται στους στόχους για τον κάθε κλάδο ή την περιφέρεια που ορίζονται από το κέντρο.

Όπως προαναφέρθηκε, ήδη από τις απαρχές του σοβιετικού σχεδιασμού, είχε δοθεί προτεραιότητα στην ανάπτυξη του τομέα παραγωγής μέσων παραγωγής (τομέας Α) σε σχέση με τον τομέα παραγωγής μέσων κατανάλωσης (τομέας Β). Μάλιστα, η προτεραιότητα αυτή είχε επενδυθεί θεωρητικά με κάποιο «αντικειμενικό νόμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης». Τα αποτελέσματα των σχεδίων έδειξαν ότι σχεδόν πάντα η ανάπτυξη του τομέα Α ξεπερνούσε τις προβλέψεις, εις βάρος βέβαια του τομέα Β. Και όταν τα σχέδια στόχευαν σε μια ταχύτερη ανάπτυξη του τομέα Β (που κατά το ήμισυ και πλέον αφορά τη βιομηχανία τροφίμων και άρα την επεξεργασία αγροτικών προϊόντων), ο τομέας Α, αδρανειακά στις περισσότερες περιπτώσεις συνέχιζε να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον Β. Η αδυναμία του κεντρικού σχεδιασμού να ελέγξει την πραγματική εξέλιξη της ανάπτυξης, με τη διάσταση μεταξύ προβλέψεων και αποτελεσμάτων του σχεδίου, αφορά όλη την περίοδο της μετασταλινικής διαχείρισης της οικονομίας, από τον Χρουτσόφ μέχρι και τον Γκορμπατσόφ.

Η χρόνια ανισορροπία μεταξύ των τομέων Α και Β δεν μπορούσε τελικά παρά να οδηγήσει σε περαιτέρω στρεβλώσεις: Ο τομέας των μέσων παραγωγής κατέληξε στο να παράγει κατά κύριο λόγο προϊόντα που απορροφούνταν από αυτόν τον ίδιο, ενώ ο τομέας των μέσων κατανάλωσης παρέμεινε υποεξοπλισμένος, με υψηλή ένταση εργασίας, και με παραγωγικότητα σαφώς χαμηλότερη του συνολικού μέσου όρου.

Έχουμε εδώ μια ακόμα διαφοροποίηση σε σχέση με τη μορφή με την οποία αναπτύχθηκε ιστορικά ο δυτικός καπιταλισμός. Οριακά, στη σοβιετική οικονομία, όπου ο τομέας της παραγωγής μέσων παραγωγής τείνει να αναπτύσσεται σε συνθήκες αυτάρκειας, η κατανάλωση παίρνει ένα χαρακτήρα υπολείμματος, ή μηχανισμού απορρόφησης των κραδασμών (αμορτισέρ). Αντιθέτως, όπως είναι γνωστό, η κατανάλωση στο πλαίσιο του φορντισμού της δυτικής οικονομίας έπαιξε έναν κρίσιμο ρόλο στον «ενάρετο κύκλο» μεταξύ αύξησης της παραγωγικότητας - αύξησης της ποσότητας των εμπορευμάτων που αντιπροσωπεύουν ιστορικά την αξία της εργασιακής δύναμης - αύξησης του πραγματικού μισθού. Στη Σοβιετική Ένωση, μια αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας στον τομέα της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών, που θα επέτρεπε μια σχετική υποτίμηση της εργασιακής δύναμης (μέσω της μείωσης της μοναδιαίας αξίας των προϊόντων του), ενώ παράλληλα θα οδηγούσε και σε μια επέκταση της μαζικής παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης, όπως συνέβη με το δυτικό «φορντιστικό μοντέλο», φαίνεται μπλοκαρισμένη.36

Μια άλλη διαφοροποίηση σε σχέση με τον δυτικό καπιταλισμό έγκειται στο ότι οι μικτοί κλάδοι (που ανήκουν συγχρόνως και στους δυο τομείς, Α και Β), που χαρακτηρίζονται από μια ενδιάμεση ένταση κεφαλαίου αλλά και σοβαρές τεχνικές εφαρμογές (αυτοκινητοβιομηχανία, ηλεκτρονική, συνθετικά υλικά, όργανα ακριβείας) και οι οποίοι έπαιξαν ένα πολύ σημαντικό ρόλο στη δυτική μεταπολεμική οικονομική άνθιση, εδώ αναπτύσσονται με πολύ βραδείς ρυθμούς.

Ο ανορθολογισμός της σχέσης μεταξύ του υπερτροφικού τομέα Α και του καχεκτικού τομέα Β επιτείνεται από τον τρόπο λειτουργίας του κάθε τομέα και της οικονομίας συνολικά. Επιτείνεται κατ’ αρχάς από την μη ορθολογική χρήση (τη σπατάλη) των πρώτων υλών, των ενδιάμεσων υλικών και της ενέργειας (όπως και της εργασίας, όπως είδαμε στα προηγούμενα), σε όλη την κλίμακα της παραγωγικής διαδικασίας και στους δυο τομείς. Η σπατάλη αυτή έχει ως αποτέλεσμα ο ρυθμός συσσώρευσης (το ποσοστό των επενδύσεων επί του εθνικού προϊόντος για ένα δεδομένο ρυθμό ανάπτυξης) να είναι σαφώς υψηλότερος από τον αντίστοιχο ρυθμό των δυτικών οικονομιών, χωρίς αυτό να σημαίνει βελτίωση της καταναλωτικής δυνατότητας (του βιοτικού επιπέδου) του πληθυσμού. Επιτείνεται τέλος από το ότι πολλά από τα – ούτως ή άλλως λιγοστά σε σχέση με τις κοινωνικές ανάγκες – καταναλωτικά αγαθά μένουν απούλητα λόγω του ότι η μέτρια ποιότητά τους τα καθιστά μη επιθυμητά για τους αγοραστές.


7.3. Οι ελλείψεις ως στοιχείο ρύθμισης της οικονομίας


Στα προηγούμενα έχουμε αναλύσει τους μηχανισμούς μέσω των οποίων εμφανίζονται οι ελλείψεις τόσο στην αγορά εργασίας, όσο και στην αγορά μέσων παραγωγής και καταναλωτικών αγαθών σε μια οικονομία σοβιετικού τύπου. Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι οι ελλείψεις στην αγορά εργασίας και στην «αγορά» μέσων παραγωγής προκύπτουν λόγω της τάσης των διευθυντών να αποθησαυρίζουν μέσα παραγωγής και εργατικό δυναμικό δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο μια ενεργή ζήτηση που υπερβαίνει τις πραγματικές δυνατότητες της αντίστοιχης προσφοράς. Η υπερβολική αυτή ζήτηση εμφανίζεται στις σοβιετικού τύπου οικονομίες λόγω του παθητικού ρόλου του χρήματος: Η ζήτηση των διευθυντών μπορεί πρακτικά να αυξάνεται σχεδόν απεριόριστα, χωρίς να προσκρούει σε ένα «πεπερασμένο» επίπεδο των χρηματικών πόρων (λόγω αύξησης επιτοκίων κλπ.). Ή, πιο σωστά, μπορεί να αυξάνεται χωρίς ποτέ να εξετάζεται το κριτήριο της αποδοτικότητας των αιτούμενων ανθρώπινων ή υλικών πόρων. Οι ελλείψεις στην αγορά καταναλωτικών αγαθών είναι κάπως διαφορετικού τύπου και τα αίτιά τους είναι πολυπαραγοντικά. Σχετίζονται με την τάση αύξησης των εν γένει εργατικών αμοιβών με ρυθμούς μεγαλύτερους από τους προβλεπόμενους από το σχέδιο, αλλά και κυρίως τις διαφόρων μορφών δυσλειτουργίες του μηχανισμού διανομής των αγαθών αυτών στον χώρο και στον χρόνο. Υπ’ αυτή την έννοια, οι ελλείψεις στον τομέα των καταναλωτικών αγαθών δεν είναι μόνο σχετικές , λόγω μιας υπερβάλλουσας ζήτησης, αλλά και απόλυτες, αφού συχνά η προσφορά αδυνατεί να καλύψει τις βασικές ανάγκες του πληθυσμού, αυτές δηλαδή που θα όφειλε να καλύψει σύμφωνα με το σχέδιο. Εδώ θα παραθέσουμε κάποιες περαιτέρω διευκρινίσεις που εξηγούν γιατί το φαινόμενο των ελλείψεων δεν αποτελεί μια στιγμιαία δυσλειτουργία του οικονομικού συστήματος, αλλά ένα δομικό χαρακτηριστικό του, που μάλιστα επιτελεί ένα ρυθμιστικό ρόλο, και ως εκ τούτου δεν είναι (δεν ήταν) δυνατόν να εξαλειφθεί.

Ας σημειωθεί αρχικά, ότι μια πρώτη εμπειρική ένδειξη του δομικού χαρακτήρα των ελλείψεων μας προσφέρει το γεγονός ότι αυτές συναντώνται ανελλιπώς στις οικονομίες όλων των χωρών που οργάνωσαν την παραγωγή τους σύμφωνα με το σοβιετικό μοντέλο. Το φαινόμενο αυτό είχε απασχολήσει και τους κλασικούς σοβιετικούς οικονομολόγους (Νοβοζίλοφ και Μπουχάριν), οι οποίοι έτειναν προς την άποψη ότι οι ελλείψεις σε μια σοσιαλιστική οικονομία είναι το αντίστοιχο της υπερπαραγωγής μιας καπιταλιστικής οικονομίας. Ωστόσο, αυτός που μπόρεσε να προσφέρει μια ικανοποιητική ερμηνεία του φαινομένου, έχοντας υπόψη του την εμπειρία δεκαετιών λειτουργίας οικονομιών σοβιετικού τύπου ήταν ο Ούγγρος οικονομολόγος Γιάνος Κορνάι (Janós Kornaï 1984).37

Αυτό που χαρακτηρίζει κατά τον Κορνάι τα σοβιετικού τύπου οικονομικά συστήματα δεν είναι απλά η εμφάνιση ελλείψεων, αλλά μάλλον η γενικευμένη και χρόνια παρουσία τους. Οι ελλείψεις αποτελούν στοιχείο της κανονικότητας της λειτουργίας μιας σοβιετικού τύπου οικονομίας, όπως ακριβώς η εμφάνιση ενός μικρού ή μεγαλύτερου ποσοστού ανεργίας και η υποαπασχόληση ενός μέρους του παραγωγικού μηχανισμού αποτελούν στοιχεία της κανονικότητας για μια καπιταλιστική οικονομία δυτικού τύπου. Υπ’ αυτή την έννοια, οι ελλείψεις δεν σηματοδοτούν μια κάποια κρίση στο πλαίσιο της σοβιετικής οικονομίας, αλλά μια ιδιαίτερη μορφή ρύθμισης. Από την άλλη, είναι σαφές ότι μια πραγματική κρίση των οικονομιών σοβιετικού τύπου θα εκδηλώνεται με την εμφάνιση κρίσεων ελλείψεων , στις οποίες οι δυσλειτουργίες του συστήματος προσλαμβάνουν ανοιχτές και οξυμένες μορφές.38

Παρουσιάσαμε το φαινόμενο των ελλείψεων ως έμμεσο αποτέλεσμα μιας ορισμένης συμπεριφοράς των ανθρώπων που κατέχουν θέσεις ευθύνης στη δομή του οικονομικού συστήματος (διευθυντές, υπουργοί, διοικητική γραφειοκρατία των κρατικών επιτροπών, κλπ.), ή πιο σωστά, ως αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης της λογικής με την οποία επιχειρούν να προστατεύσουν την επισφαλή θέση τους, και της λογικής της πάση θυσία υλοποίησης ενός συγκεντρωτικού αυταρχικά συγκροτημένου σχεδίου.

Εδώ είναι απαραίτητη μια σημαντική διευκρίνιση: Θα μπορούσαν αυτές οι συμπεριφορές να αλλάξουν, έτσι ώστε τελικά να εξαλειφθούν, ή έστω να μειωθούν οι ελλείψεις; Οι συμπεριφορές αυτές δεν θα μπορούσαν στην τυπική τους μορφή να αλλάξουν, όπως δεν θα μπορούσε να αλλάξει η τυπική συμπεριφορά ενός δυτικού καπιταλιστή απέναντι στους εργαζόμενους που απασχολεί, ακριβώς γιατί οι συμπεριφορές αυτές πηγάζουν από την κοινωνική τους θέση . Αυτή την κοινωνική θέση υπερασπίζονται οι φορείς των συμπεριφορών αυτών. Και, αν οι συμπεριφορές αυτές, π.χ. των διευθυντών και των Υπουργείων, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλοϋπονομευόμενες, αυτό συμβαίνει γιατί και οι αντίστοιχοι φορείς τους είναι μεν μέλη της ίδιας κυρίαρχης κοινωνικής τάξης, ενσωματώνονται όμως σ’ αυτήν κρατώντας τα ιδιαίτερα ατομικά τους συμφέροντα. Επομένως, μπορούμε να πούμε ότι αυτές οι τυπικές συμπεριφορές αποτελούν ιδεολογικές πρακτικές που αποκαλύπτουν συγκεκριμένες ταξικές σχέσεις και ταξικούς συσχετισμούς και είναι αδιαχώριστες από τις άλλες κοινωνικές σχέσεις οικονομικής εκμετάλλευσης και κυριαρχίας που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής ενός δεδομένου κοινωνικού σχηματισμού.

Ο ετερόδοξος Γάλλος οικονομολόγος Jacques Sapir (1987) είναι αυτός που αφού μελέτησε τις διακυμάνσεις των οικονομικών δεικτών της ΕΣΣΔ κατά τη μεταπολεμική περίοδο και μέχρι το 1975 πρότεινε ένα ερμηνευτικό σχήμα των διακυμάνσεων αυτών στους τομείς των επενδύσεων, της απασχόλησης, της κατανάλωσης και της παραγωγικότητας.

Σύμφωνα με το σχήμα αυτό, η αρχική κινητήρια δύναμη του κύκλου είναι η ώθηση των επενδύσεων, που προκύπτει από τις ιδιαίτερες δρώσες μορφές ανταγωνισμού, τους ανταγωνισμούς μεταξύ διευθυντών, όπως και μεταξύ διευθυντών και κέντρου. Η απορρόφηση εργατικού δυναμικού στη βιομηχανία αυξάνεται πρωτίστως μέσω της εντεινόμενης μεταφοράς ανθρώπινων πόρων από την αγροτική παραγωγή. Οι αγροτικές επιδόσεις αρχίζουν να υποχωρούν και παράλληλα η μισθολογική ώθηση (λόγω του ανταγωνισμού των επιχειρήσεων για προσλήψεις) προκαλεί ένα διευρυνόμενο άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ χρηματικών εισοδημάτων και προσφοράς καταναλωτικών αγαθών. Οι εργαζόμενοι της βιομηχανίας αντιδρούν στη δυσμενή εξέλιξη στον τομέα της κατανάλωσης με μια μείωση της παραγωγικότητας. Το αποτέλεσμα είναι μια ανεξέλεγκτη μεταφορά πόρων προς τη βαριά βιομηχανία, που ευνοείται από την έντονη ζήτηση επενδυτικών μέσων, και από το γεγονός ότι οι παράνομες αυξήσεις των τιμών αυτών των εμπορευμάτων είναι πιο ανώδυνες. Σ’ αυτές τις συνθήκες, οι ελλείψεις καταναλωτικών αγαθών εντείνονται και τείνουν να γενικευτούν. Οι οικονομικές ή και κοινωνικές εντάσεις συσσωρεύονται και υποχρεώνουν το κέντρο να παρέμβει με τα διαθέσιμα μέσα, και συγκεκριμένα το μπλοκάρισμα της αύξησης των επενδύσεων, και τον προσανατολισμό της μεταφοράς πόρων υπέρ της αγροτικής οικονομίας και των καταναλωτικών αγαθών. Οι εντάσεις και οι ελλείψεις μειώνονται, η παραγωγικότητα και η ανάπτυξη ανακάμπτουν. Η επιστροφή στην ομαλότητα δημιουργεί τις προϋποθέσεις επανεκκίνησης του κύκλου.

Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η κανονικότητα των ελλείψεων στις σοβιετικού τύπου οικονομίες συνυπάρχει με σημαντικές σπατάλες. Μάλιστα, σε μακροοικονομικό επίπεδο, λειτουργεί ένας φαύλος κύκλος ελλείψεων και σπατάλης πόρων και υλικών : υπο-απασχόληση εργασιακής δύναμης, αδρανοποιημένα ή υποαπασχολούμενα αποθέματα υλικών και παραγωγικού εξοπλισμού, κλπ. Ακόμα και στην περίπτωση των καταναλωτικών αγαθών, η σπατάλη πόρων που σχετίζεται με το ότι μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων μένουν απούλητες εξ αιτίας της μέτριας ποιότητάς τους ή της μη σωστής ποικιλίας τους, είναι σημαντική. Καθόλου παράδοξη δεν είναι αυτή η συνύπαρξη, αν σκεφτούμε ότι και στις δυτικού τύπου καπιταλιστικές οικονομίες η μόνιμη «λειτουργική» ανεργία, όπως και η υψηλή ανεργία των κρίσεων συνιστούν τεράστιες σπατάλες ανθρώπινων πόρων, οι επιπτώσεις των οποίων δεν περιορίζονται μόνο στην μη αποδοτική «αξιοποίηση» των πόρων, αλλά έχουν και μια σοβαρή κοινωνική και ανθρώπινη διάσταση.


7.4. Οι δυσβάστακτες στρατιωτικές δαπάνες


Ο τομέας της αμυντικής βιομηχανίας κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στο εσωτερικό της συνολικής οργάνωσης της σοβιετικής βιομηχανίας. Στο στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα περιλαμβάνονται όχι μόνο οι κλάδοι που είναι προσανατολισμένοι στην κατασκευή οπλικών συστημάτων και εν γένει στρατιωτικού υλικού, αλλά και πολλοί κλάδοι και επιχειρήσεις της πολιτικής βιομηχανίας που παράγουν εξοπλισμούς και υλικά προοριζόμενα να χρησιμοποιηθούν από τους κατασκευαστές πολεμικού υλικού. Το σύνολο αυτού του συμπλέγματος υπολογίζεται ότι απορροφά, ακόμα και κατά τα χρόνια της ύφεσης, περί το 10-14% του συνολικού σοβιετικού ΑΕΠ (όταν το αντίστοιχο ποσοστό για τις ΗΠΑ είναι γύρω στο 6%), και απασχολεί το 15-20% του ενεργού πληθυσμού της χώρας (Sapir 1988) . Πέραν όμως του ότι οι στρατιωτικές δαπάνες επιβαρύνουν δυσανάλογα τη σοβιετική οικονομία και κοινωνία, σε σχέση με τη Δύση, λειτουργούν και με διαφορετικό τρόπο: Στις δυτικού τύπου οικονομίες, και ειδικά σε περιόδους ύφεσης, οι επενδύσεις σε στρατιωτικές δαπάνες παίζουν έναν «θετικό» – τουλάχιστον κατά τον Keynes – ρόλο μέσω της συμβολής τους στην αύξηση της συνολικής (ενεργού) ζήτησης. Στις σοβιετικού τύπου κοινωνίες, που καθοδηγούνται από τις δυνάμεις της προσφοράς και τις ελλείψεις, η υποβοήθηση γίνεται θηλειά: οι στρατιωτικές δαπάνες απορροφούν ένα μέρος των πόρων εκείνων που, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα προορίζονταν στην λαϊκή κατανάλωση.

Αξίζει επίσης να σημειωθούν, πέραν των ποσοτικών, και κάποια ποιοτικά στοιχεία που συνηγορούν στην ιδιαίτερη θέση του κλάδου αυτού στο πλαίσιο της σοβιετικής οικονομίας: Ο κλάδος αυτός λειτουργεί κάτω από αυστηρές προδιαγραφές, που τον διαχωρίζουν από τους υπόλοιπους, μη στρατιωτικούς κλάδους της οικονομίας, ενώ και η αρχή της προεπικύρωσης της παραγωγής δεν έχει θέση εδώ: οι στρατιωτικές αρχές (αντιγράφοντας τις σχετικές διαδικασίες των χωρών του ΝΑΤΟ) δικαιούνται να παρακολουθούν βήμα προς βήμα την εκτέλεση των παραγγελιών τους μέσω μιας υπηρεσίας ποιοτικού ελέγχου που είναι μόνιμα εγκατεστημένη στους χώρους όπου υλοποιούνται οι συμβάσεις των σοβιετικών επιχειρήσεων με τις ένοπλες δυνάμεις. Οι εξοπλισμοί που αναφέρονται στις συμβάσεις αυτές παραλαμβάνονται από τις στρατιωτικές αρχές μόνο μετά από τη διεξαγωγή σχετικών δοκιμών αποδοχής.

Τέλος, και οι απασχολούμενοι στον κλάδο αυτό επιστήμονες και τεχνικοί είναι εν γένει υψηλότερης κατάρτισης, και έχουν καλύτερες αμοιβές και άλλες κοινωνικές παροχές (κατοικία, διακοπές, κλπ.). Από την άλλη, τα προνόμια αυτά αντισταθμίζονται από το ότι οι εργαζόμενοι που τα απολαμβάνουν, και οι οποίοι απαρτίζουν μια από τις κοινωνικές ομάδες στηρίγματα του σοβιετικού καθεστώτος, δεν έχουν το δικαίωμα της εθελούσιας αποχώρησης από την εργασία τους στον κλάδο.

Συνολικά, ωστόσο, παρ’ όλες αυτές τις προβλέψεις «οχύρωσης» της σοβιετικής αμυντικής βιομηχανίας σ’ ένα αναβαθμισμένο και ελεγχόμενο περιβάλλον, αυτή δεν μένει ανεπηρέαστη από τις ανεπάρκειες της γραφειοκρατικής οργάνωσης της οικονομίας.


7.5. Mια εκτεταμένη παραοικονομία


Ως παραοικονομία (ή παράλληλη οικονομία) ορίζουμε το σύνολο των δραστηριοτήτων που είναι αντίθετες με (και επομένως τυπικά απαγορεύονται από) την επίσημη οικονομική νομοθεσία και τους κανόνες της. Ως τέτοια, η παραοικονομία χαρακτηρίζει τόσο τις δυτικού τύπου καπιταλιστικές οικονομίες, όσο και τις αντίστοιχες σοβιετικές. Η μεταξύ τους διαφορά δεν αφορά μόνο την έκταση του φαινομένου, αλλά και τις πηγές του: Στις δυτικές οικονομίες η παραοικονομία (αν εξαιρέσουμε τις εγκληματικές δραστηριότητες, όπως π.χ. την εμπορία ναρκωτικών) σχετίζεται κατά κύριο λόγο με την ανεργία και τη φοροδιαφυγή. Αντίθετα, στις σοβιετικού τύπου οικονομίες τροφοδοτείται από δυο άλλες πηγές: τις ατέλειες και τα κενά του κεντρικού σχεδιασμού και τις ελλείψεις και τις δυσλειτουργίες στην αγορά καταναλωτικών αγαθών και υλικών παραγωγής. Η έκταση της παραοικονομίας είναι εξ ορισμού αδύνατον να καταγραφεί λογιστικά, γι’ αυτό και μόνο χονδρικές εκτιμήσεις μπορούν να γίνουν γι’ αυτήν. Σύμφωνα με κάποιες απ’ αυτές, η αξία της παραοικονομίας κυμαίνεται μεταξύ του 10 και του 50% της επίσημης οικονομικής παραγωγής.39

Προκειμένου να ξεπεράσουν τα προβλήματα που δημιουργούνται από τις καθυστερημένες παραδόσεις υλικών, παραδόσεις σε μη επαρκείς ποσότητες, κλπ., οι διευθυντές των επιχειρήσεων καταφεύγουν συχνά σε τυπικά μη επιτρεπτές πρακτικές, όπως οι άτυπες συμφωνίες αντιπραγματισμού μεταξύ επιχειρήσεων, οι παράνομες πιστώσεις, η αγορά ή πώληση υλικών και εξοπλισμού στη μαύρη ή την γκρίζα (τυπικά παράνομη αλλά ανεκτή) αγορά, η δημιουργία «παρακαταθήκης» εργατικού δυναμικού (ή και εργαλείων και μηχανικού εξοπλισμού) πέραν των προβλεπόμενων από τη νόρμα, κλπ. Όλες αυτές οι πρακτικές γίνονται σιωπηρά ανεκτές από την ιεραρχία, επειδή ακριβώς στοχεύουν στην εξεύρεση τρόπων με τους οποίους θα γίνει εφικτή η υλοποίηση του σχεδίου, και οι οποίοι δεν προβλέπονται από την άκαμπτη λογική του κεντρικού σχεδιασμού. Δίπλα σ’ αυτές τις πρακτικές αναπτύσσονται και άλλες, λιγότερο αθώες, όπως π.χ. η απόκρυψη από τις εποπτεύουσες αρχές μέρους της ποσότητας του παραχθέντος προϊόντος, προκειμένου να εμφανιστεί αυτή σε μια μεταγενέστερη στιγμή χαμηλότερης απόδοσης, ή και οι πρακτικές χρηματισμού ή εξαγοράς των ιθυνόντων του Υπουργείου (μέσω των θεσμοθετημένων συνδέσμων ή αντιπροσώπων) προκειμένου να εγκρίνουν μια κατεπείγουσα παραγγελία, κλπ.

Οι ελλείψεις στην αγορά καταναλωτικών αγαθών, όπως και τα γενικά χαμηλά εισοδήματα της μεγάλης πλειοψηφίας των σοβιετικών πολιτών, είναι το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσονται δραστηριότητες ανεπίσημες και συνήθως παράνομες.

Στο εσωτερικό του κρατικού τομέα είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη η πρακτική της υπεξαίρεσης καυσίμων, εργαλείων, διάφορων υλικών και έτοιμων προϊόντων με σκοπό την ίδια χρήση ή την διοχέτευσή τους στη μαύρη αγορά. Η πρακτική αυτή της κλοπής «σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας», παρ’ ότι ποινικά κολάσιμη, συναντά μια γενικότερη εξηγήσιμη κοινωνική αποδοχή , σε αντίθεση με την κλοπή ατομικής ιδιοκτησίας που καταδικάζεται ως ανήθικη. Μεγάλη έκταση κατέχει στην παραοικονομία η κερδοσκοπική αγοραπωλησία, που αφορά κυρίως εμπορεύματα προερχόμενα από το εξωτερικό, προϊόντα σε έλλειψη, ανταλλαγή συναλλάγματος, κλπ.

Στην παραοικονομία συμμετέχουν τόσο τα επίσημα αναγνωρισμένα ιδιωτικά επαγγέλματα και δραστηριότητες, όσο και οι μη αναγνωρισμένες επαγγελματικές δραστηριότητες. Οι φορείς των πρώτων επωφελούνται από την υπεξαίρεση αγαθών κρατικής ή κολχόζνικης ιδιοκτησίας που τα αγοράζουν στη μαύρη αγορά σε πολύ χαμηλές τιμές (περίπτωση ζωοτροφών για τα οικόσιτα βοοειδή). Πέραν αυτού, αναπτύσσεται ένας τεράστιος τομέας δραστηριοτήτων στην κατοικία, τον τουρισμό, την παράνομη παραγωγή αλκοόλ, κάθε είδους επισκευές, την περίθαλψη, την παραπαιδεία, την παροχή υπηρεσιών στο σπίτι, τις κομμώσεις, που καλύπτουν ανάγκες τις οποίες ο επίσημος κεντρικός σχεδιασμός αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να καλύψει. Οι δραστηριότητες αυτές γίνονται ανεκτές από τις αρχές, και μάλιστα πολλές φορές οι εκπρόσωποί της επωφελούνται από την παρουσία αυτού του δικτύου δραστηριοτήτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι, επί δεκαετίες, οι αρχές προτιμούσαν να ανέχονται την ανάπτυξη τέτοιων δραστηριοτήτων σ’ ένα μη θεσμοθετημένο πλαίσιο, παρά να προχωρήσουν στη θέσπιση ενός ρυθμιστικού πλαισίου νομιμοποίησης κάποιων απ’ αυτές, που θα εισήγαγε «καινά δαιμόνια» στην οργάνωση της σοβιετικής οικονομίας.

Όπως προαναφέρθηκε, κάποιες από τις δραστηριότητες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, όπως οι άτυπες συμφωνίες αντιπραγματισμού μεταξύ επιχειρήσεων, είναι σχετικά ανώδυνες για το σύστημα και μάλλον λειτουργούν σαν το λιπαντικό που διευκολύνει την κίνηση των γραναζιών του. Ωστόσο, οι περισσότερες λειτουργούν στην αντίθετη κατεύθυνση. Η υπεξαίρεση υλικών και εργαλείων από τις αποθήκες των κρατικών επιχειρήσεων προκειμένου να εξοπλιστούν οι ιδιωτικές επαγγελματικές συλλογές ή να διοχετευτούν στη μαύρη αγορά, ή η συνειδητή μειωμένη ενεργητικότητα στο ωράριο του εργοστασίου προκειμένου να κρατηθούν δυνάμεις για τη δεύτερη δουλειά με την οποία ένας εργάτης συμπληρώνει το εισόδημά του, είναι προφανές ότι μειώνουν ακόμα περισσότερο την αποδοτικότητα και την παραγωγικότητα της εργασίας στην «επίσημη» οικονομία, και εμμέσως εντείνουν το πρόβλημα των ελλείψεων και της μη ομαλής τροφοδοσίας της αγοράς.

Υπό μια άλλη οπτική γωνία, πολλές από τις μορφές της παραοικονομίας συνδέονται με την έλλειψη ενθουσιασμού και κινήτρων των σοβιετικών εργαζόμενων απέναντι στο αντικείμενο της εργασίας τους, και την έντονη αίσθηση ότι η αμοιβή τους δεν ανταποκρίνεται στην εργασία που το σύστημα απαιτεί να προσφέρουν. Τα αισθήματα αυτά βεβαίως δεν είναι καθόλου άγνωστα στους εργαζόμενους στις επιχειρήσεις του δυτικού καπιταλισμού, όπως δεν τους είναι άγνωστες πολλές από τις μορφές παθητικής αντίστασης και αναζήτησης ατομικών λύσεων απέναντι στον δεσποτισμό του εργοστασίου που αναπτύσσουν οι σοβιετικοί εργαζόμενοι. Αυτό που απουσιάζει διαχρονικά από τη σοβιετική κοινωνία και τη διαφοροποιεί εν μέρει από τις αναπτυγμένες χώρες του δυτικού καπιταλισμού είναι η ικανότητα της άρχουσας γραφειοκρατίας να εντάξει τις λαϊκές τάξεις σ’ ένα συλλογικό όραμα μέσα στο οποίο θα αναγνωρίζουν και τo δικό τους ταξικό συμφέρον .


8. Η συζήτηση για τη φύση του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού


Η εξέλιξη της Σοβιετικής Ένωσης από μια ασταθή και αντιφατική πολιτική εξουσία στα πρώτα της βήματα, σε μια πολιτικοστρατιωτική υπερδύναμη στη δεκαετία του 1960 και η αντίστροφη πορεία προς την παρακμή και την κατάρρευση που ακολούθησε, αποτέλεσαν μια πρόκληση για όλους τους ατομικούς ερευνητές και τα συλλογικά υποκείμενα που αναφέρονταν στο μαρξισμό. Πολύ περιγραφικά, 40 θα λέγαμε ότι όλες οι αναλύσεις που διατυπώθηκαν για τον χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής που αντανακλάται στον σοβιετικό κοινωνικό σχηματισμό στο σύνολό του, μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε τέσσερεις βασικές ομάδες, καθώς εκφράζουν τέσσερεις διακριτές αντιλήψεις ή θεωρίες:


α. Η θεωρία του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής


Η θεωρία αυτή, που υποστηρίζεται από τους εκπροσώπους της σταλινικής μαρξιστικής παράδοσης, θεμελιώνεται στην άποψη ότι ο καπιταλισμός στην ΕΣΣΔ καταργήθηκε μαζί την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας του νέου τρόπου παραγωγής και οργάνωσης της οικονομίας προκύπτει από τη φύση του κράτους (που είναι προφανώς σοσιαλιστικό, αφού την πολιτική εξουσία ασκεί η εργατική τάξη μέσω του εκπροσώπου της, του Κομμουνιστικού Κόμματος), την κυριαρχία της κρατικής-σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας επί των μέσων παραγωγής, και την εφαρμογή των αρχών του σχεδιασμού (της σοσιαλιστικής οργάνωσης) της οικονομίας. Η θεωρία αυτή είναι αυτάρκης, έχει δηλαδή τη δομή ενός δόγματος: κάθε δυσκολία ή πρόβλημα που ανακύπτει στην πορεία μπορεί και οφείλει να αντιμετωπίζεται στο εσωτερικό της, χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση τα πιο πάνω αξιώματα.


β. Η θεωρία του «εκφυλισμένου» ή γραφειοκρατικοποιημένου εργατικού κράτους


Η θεωρία αυτή, που προτάθηκε από τον Τρότσκι και τη θεωρητική παράδοση που αναφέρεται σ’ αυτόν, υποστηρίζει ότι η Σοβιετική Ένωση της σταλινικής και της μετασταλινικής περιόδου είναι ένα εκφυλισμένο και γραφειοκρατικοποιημένο εργατικό κράτος. Βασική αιτία αυτής της παρακμής είναι η αρχικά καθυστερημένη οικονομία της χώρας και η καθυστέρηση της παγκόσμιας επανάστασης. Η γραφειοκρατία που ελέγχει το Κόμμα και τον κρατικό μηχανισμό δεν συνιστά ιδιαίτερη τάξη. Αντίθετα, είναι υποχρεωμένη να υπερασπίζεται τις κατακτήσεις της Επανάστασης και συγκεκριμένα τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα της οργάνωσης της οικονομίας, που τον εγγυούνται η εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής και ο κρατικός σχεδιασμός. Κατά συνέπεια, και τα εργατικά κινήματα οφείλουν να υπερασπίζονται τη Σοβιετική Ένωση απέναντι στις ιμπεριαλιστικές απειλές, στην προοπτική μιας πολιτικής (και όχι κοινωνικής) επανάστασης που θα εκδιώξει τη γραφειοκρατία και θα ολοκληρώσει τη σοσιαλιστική μετάβαση.


γ. Η θεωρία του «ιδιαίτερου (ιστορικά πρωτότυπου) τρόπου παραγωγής»


Ουσιαστικά, δεν πρόκειται για μια ενιαία θεωρία, αλλά για διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις, που έχουν υποστηριχθεί αρχικά από τον Ιταλό μαρξιστή Μπρούνο Ρίτσι, 41 και στη συνέχεια κυρίως από αντιφρονούντες διανοούμενους του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού (Μίλοβαν Τζίλας, 42 Γιάτσεκ Κουρόν, τη σχολή της Βουδαπέστης με τους Φέρεντς Φέχερ, Ίστβαν Μέσαρος, κ.ά., τον Ρούντολφ Μπάρο, 43 κ.ά) και οι οποίες συγκλίνουν στις εξής θέσεις: Η Σοβιετική Ένωση (και οι χώρες δορυφόροι της) δεν είναι ούτε καπιταλιστικές, ούτε σοσιαλιστικές, ούτε κοινωνίες σε μετάβαση, αλλά κοινωνίες εκμεταλλευτικές και ανελεύθερες, στις οποίες η κρατική ιδιοκτησία αποτελεί τη συλλογική ιδιοκτησία μιας «sui generis» κυρίαρχης τάξης. Δεδομένου ότι από τις κοινωνίες αυτές έχουν εκλείψει οι τυπικοί καπιταλιστές - ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, η ταξική κυριαρχία και εκμετάλλευση που ασκείται από αυτή την τάξη δεν έχει τα χαρακτηριστικά της τυπικής καπιταλιστικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Με δυο λόγια, πρόκειται για ένα νέο τρόπο παραγωγής και οργάνωσης της κοινωνίας, βαθιά αντιφατικό, που ωστόσο, μια μεγάλη μερίδα αυτών των θεωρητικών θεωρεί ότι αντιπροσωπεύει ένα υποχρεωτικό στάδιο στην ιστορική πορεία των οικονομικά καθυστερημένων χωρών.


δ. Η θεωρία του κρατικού καπιταλισμού


Στη θεωρία αυτή συγκλίνουν επίσης αναλύσεις με πολύ διαφορετικές αφετηρίες και επιμέρους συμπεράσματα, ξεκινώντας από τον Βρετανό ακτιβιστή και πολιτικό Τόνι Κλιφ, 44 περνώντας στους κινέζους ηγέτες του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος της δεκαετίας 1965-1975, μέχρι τον Σαρλ Μπετελέμ45 και την ομάδα των συνεργατών του. Οι αναλύσεις αυτές συμφωνούν στη διαπίστωση ότι μετά από μια ορισμένη περίοδο έντονων ταξικών συγκρούσεων, η κρατική γραφειοκρατία και οι διευθυντές των κρατικών επιχειρήσεων της Σοβιετικής Ένωσης αποκτούν τα χαρακτηριστικά μιας κρατικής αστικής τάξης, ενώ παράλληλα οι σχέσεις που κυριαρχούν στους κόλπους της σοβιετικής οικονομίας είναι οι σχέσεις της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Από την άλλη μεριά, οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας εμφανίζονται διχασμένοι σε βασικά θέματα, όπως π.χ. ποια είναι η ιστορική στιγμή στην οποία εκδηλώνεται η κρίσιμη ανατροπή των ταξικών συσχετισμών υπέρ της κρατικής αστικής τάξης, ή ακόμα, ποιες είναι οι διαφοροποιήσεις που εισάγονται στην καπιταλιστική λειτουργία της σοβιετικής οικονομίας από τον έντονο παρεμβατισμό της πολιτικής βαθμίδας μέσω του κεντρικού σχεδιασμού, από την τροποποίηση του ρόλου του χρήματος, την τροποποίηση της μορφής του ανταγωνισμού μεταξύ των ατομικών κεφαλαίων, κλπ.

Η θεωρητικός διάλογος μεταξύ εκπροσώπων των θεωριών αυτών – και ειδικά μεταξύ των υποστηρικτών της τρίτης και της τέταρτης ομάδας θεωριών – αγγίζει τελικά το κρίσιμο θεωρητικό ερώτημα που αφορά τα δομικά χαρακτηριστικά του ίδιου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, στο οποίο οι θεωρητικοί που αναφέρονται στο Κεφάλαιο του Μαρξ δεν φαίνεται να συμφωνούν. Με μια ισοδύναμη διατύπωση, η απάντηση σχετικά με τη φύση του σοβιετικού οικονομικοκοινωνικού συστήματος εξαρτάται πάντα από την αντίληψή μας για τον πυρήνα των σχέσεων που συνθέτουν την καπιταλιστική οργάνωση μιας οικονομικής δομής.

Ολοκληρώνοντας το πρώτο μέρος αυτού του άρθρου, μπορούμε να πούμε ότι η περιγραφή των βασικών χαρακτηριστικών και των αντιφάσεων που χαρακτηρίζουν τη λειτουργία του σοβιετικού οικονομικού συστήματος συνολικά, συγκλίνει κατ’ αρχάς με τις εκτιμήσεις της θεωρίας του κρατικού καπιταλισμού, ειδικά με την εκδοχή που πρότεινε η σχολή του Μπετελέμ, σύμφωνα με την οποία ο κρατικός καπιταλισμός της ΕΣΣΔ θεμελιώνεται στο διπλό διαχωρισμό που συγκροτεί τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής: το χωρισμό μεταξύ εργαζόμενων και μέσων παραγωγής, που μεταφράζεται στη μισθωτή σχέση εργασίας , και τον αμοιβαίο χωρισμό των επιχειρήσεων, που εκφράζεται από το γεγονός ότι τα παραγόμενα προϊόντα παίρνουν τη μορφή εμπορευμάτων (Bettelheim 1972).

Αξίζει να σημειωθεί ότι μελετητές που επηρεάζονταν από τον Μπετελέμ και τις θέσεις και τις πρακτικές της Κινεζικής Πολιτιστικής Επανάστασης, προχώρησαν την κριτική τους στο σοβιετικό καθεστώς πέραν της κριτικής που είχαν ασκήσει τα στελέχη της «Σαγκάης»:


«Οι “τέσσερεις”, όπως και ο ίδιος ο Μάο, επιχείρησαν να αναστοχαστούν την πραγματικότητα της “οικοδόμησης του σοσιαλισμού”, και να αναλογιστούν τις αντιφάσεις μεταξύ της θεωρίας – που σε μεγάλο βαθμό μας έχουν κληρονομήσει τα “Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ” του 1952, και το “Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας” της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ του 1954 – και της πρακτικής, της πραγματικής σημασίας των μετασχηματισμών που συντελέστηκαν στην Κίνα. Ωστόσο, αυτός ο αναστοχασμός παρέμεινε περιορισμένος, γιατί οι “τέσσερεις”, όπως και ο Μαο, δεν άγγιξαν τους δύο πυλώνες της σοβιετικής θεωρίας: την ταύτιση της νομικής ιδιοκτησίας με την πραγματική ιδιοκτησία, και τη θέση ότι η εργασιακή δύναμη δεν αποτελεί πλέον εμπόρευμα. Έτσι λοιπόν, η μαοϊκή ανάλυση απέτυχε – κάτι που είναι προφανές σήμερα – γιατί δεν μπόρεσε να υπερβεί μια εσωτερική κριτική, μια “εξ αριστερών” ερμηνεία της (σταλινικής) σοβιετικής θεωρίας του σοσιαλισμού, δεν μπόρεσε τελικά να εγκαταλείψει το μυστικοποιημένο έδαφος της ιδεολογίας του κρατικού καπιταλισμού»46


Ωστόσο, όπως έχει επισημανθεί και από προηγούμενες θεωρητικές αναπτύξεις που έχουν παρουσιαστεί από τις στήλες των Θέσεων, 47 η θεωρητική προσέγγιση του κρατικού καπιταλισμού θα πρέπει να εμπλουτιστεί περαιτέρω με την επισήμανση ότι η μορφή του σοβιετικού κρατικού καπιταλισμού εισάγει κάποιες ενδιαφέρουσες (από θεωρητική άποψη) και πάντως σημαντικές τροποποιήσεις, που αγγίζουν τον πυρήνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής όπως αυτός εμφανίστηκε ιστορικά. Οι τροποποιήσεις αυτές αναφέρονται:

α) στον ρόλο του χρήματος, που στο πλαίσιο της σοβιετικής οικονομίας αποκτά όπως είδαμε ένα «παθητικό» χαρακτήρα,

β) στις μορφές ανταγωνισμού μεταξύ των ατομικών κεφαλαίων, που πλέον παύουν να ανταγωνίζονται για την κυριαρχία τους στην αγορά, αλλά (με πολύ ηπιότερες μορφές, είναι αλήθεια) ανταγωνίζονται για το μοίρασμα των κρατικών κονδυλίων για επενδύσεις, μέσα παραγωγής, κλπ.

γ) στη σχεδόν πλήρη απουσία του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο οποίος στις ιστορικές μορφές καπιταλιστικών οικονομιών, μέσω των διαφόρων μορφών ποσοτικής εκτίμησης και διαχείρισης του κινδύνου, και των προσίδιων τρόπων χρηματοδότησης, είχε πάντα και έχει ένα κεντρικό ρόλο στην οργάνωση της καπιταλιστικής κυριαρχίας και αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεσή της.48

Εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε ότι οι τρεις αυτές τροποποιήσεις του πυρήνα του ιστορικού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους ώστε καθεμιά απ’ αυτές δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από τις άλλες δυο.



Βιβλιογραφία

Académie des Sciences de l’ URSS (1955), Manuel d’Economie Politique, chapitre 33: Le salaire en régime socialiste , https://d-meeus.be/marxisme/manuel/manuel.html

Bahro, Rudolf (2011), The alternative in the eastern Europe , Verso Books, London.

Bettelheim, Charles (1972), Μορφές ιδιοκτησίας στο μεταβατικό στάδιο προς το σοσιαλισμό , Εκδ. Ράππα, Αθήνα.

- and Chavance Bernard (1979), Le stalinisme en tant qu’idéologie du capitalisme d’Etat, Les Temps Modernes , no 394.

Blum, Alain & Alain Monnier (1988), La mortalité en Union Soviétique, Population et Sociétés , no 223.

Brunet, Roger (1981), Géographie du Goulag, L’espace géographique , 10-3: 215-232 https://www.persee.fr/doc/spgeo_0046-2497_1981_num_10_3_3657

Chavance, Bernard (1977), Sur les rapports de production en URSS, Les Temps Modernes , no 375.

  • (1981), Le système économique soviétique , Ed. Le Sycomore, Paris.

  • (1989), Le système économique soviétique de Brejnev à Gorbatchev , Ed. Nathan, Paris.

Cliff, Tony (1974), State Capitalism in Russia , Pluto Press, London.

Djilas, Milovan (1982 [1957]), The new class: an analysis of the communis t system , Mariner Books, Massachusetts Boston.

Kornai, Janós (1984), Socialisme et économie de la pénurie, Economica .

  • (1985), Economics and Psychology, in Contradictions and Dilemmas , MIT Press, Massachusetts Boston.

L’URSS et l’Europe de l’Est (1987), Notes et é tudes documentaires , no 4844-45, La documentation française, Paris.

Rizzi, Bruno (1976 [1939]), La bureaucratisation du monde, I: Collectivisme démocratique , Champ Libre, Paris.

Sapir, Jacques (1987), Cycles économiques et relations entre l’investissement, l’emploi et la productivité dans le cas de l’URSS, in Bernard Chavance (ed.), Régulation et crises dans les économies socialistes , Editions EHESS, Paris.

  • (1988), Le Système militaire soviétique , La Découverte, Paris.

Tissier, Patrick (1979), Chine, l’impossible rupture avec le stalinisme, Les Temps Modernes , no. 394.


Μηλιός, Γιάννης (1990), Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ, Θέσεις , τ. 30.

Μηλιός, Γιάννης και Τάσος Κυπριανίδης (1988), Η «περεστρόικα», ο μαρξισμός και η Αριστερά, Θέσεις , τ. 23.

Παπαφωτίου, Δημήτρης (2014), Μαρξισμός και Σοβιετική Ένωση, Θέσεις , τ. 127.

Σωτηρόπουλος, Δημήτρης, Γιάννης Μηλιός και Σπύρος Λαπατσιώρας (2019), Το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύγχρονο καπιταλισμό , Angelus Novus, Αθήνα.

Φακιολάς, Τάσος Ε. (1989), Η εμπειρία του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού στη Σοβιετική Ένωση , Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, Αθήνα.




1 Βλ. Chavance, 1981 και 1989.

2 Για την ιστορία, καθ’ όλη την περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης, η βιομηχανική παραγωγή ήταν οργανωμένη στα εξής 19 υπουργεία: Σιδηρούχων μετάλλων, έγχρωμης μεταλλουργίας, χημικής βιομηχανίας, ελαφριάς βιομηχανίας άνθρακα, εξόρυξης πετρελαίου, επεξεργασίας πετρελαίου, βιομηχανίας ξύλου και χάρτου, επισιτιστικής βιομηχανίας, οικοδομικών υλικών, κρέατος και γάλακτος, βαριάς μηχανουργίας, αυτοκινήτων, τρακτέρ, ηλεκτρικών συσκευών, εργαλείων και μέσων αυτοματισμού, πετροχημικής βιομηχανίας, τόρνων, μηχανών για την ελαφριά βιομηχανία, μηχανών για την κατασκευή δρόμων και οικοδομών (Φακιολάς, 1989). Συνολικά, η οικονομία της ΕΣΣΔ διευθύνεται από 58 υπουργεία, 38 εκ των οποίων είναι αυστηρά ομοσπονδιακά, και 20 είναι ομοσπονδιακά αλλά διαθέτουν και «παραρτήματα» στις 15 δημοκρατίες (L’ URSS et l’Europe de l’Est, 1987).

3 Ας σημειωθεί ότι ακόμα και μετά τη μεταρρύθμιση του 1965, η δυνατότητα των επιχειρήσεων να συνάπτουν οριζόντιες σχέσεις μεταξύ τους ήταν εξαιρετικά περιορισμένη.

4 Chavance (1989): 50.

5Τέτοιου είδους πρακτικές αποτελέσαν αντικείμενο κριτικής κατά τις μεταρρυθμίσεις του 1979.

6 Chavance (1989): 59.

7 Όπ.π.

8Chavance (1989): 61.

9 Chavance (1989): 65.

10 Επομένως, αν υποθέσουμε ότι κάποια στιγμή επιβάλλεται μια αύξηση των τιμών χονδρικής χωρίς αντίστοιχη αύξηση των τιμών λιανικής, ο φόρος κυκλοφορίας μειώνεται, ενώ αυξάνονται τα έσοδα από τη φορολογία των κερδών των επιχειρήσεων. Αυτό χονδρικά συνέβη κατά τη μεταρρύθμιση του 1965.

11 Chavance (1989): 73.

12 «Στα παραδοσιακά καπιταλιστικά συστήματα, η συσσώρευση πραγματοποιείται με μια ουσιαστικά αποκεντρωμένη μορφή, γιατί η σχετική κινητικότητα των κεφαλαίων, η συνεχής μεταβολή των δομών των σχετικών τιμών, οι τρόποι προσδιορισμού των ποσοστών αξιοποίησης, το πιστωτικό σύστημα, επιτρέπουν γενικά την εξέλιξη της διαδικασίας μέσω της σχετικά αυτόνομης δραστηριότητας των επιχειρήσεων. Οι τελευταίες αυτές έχουν στη διάθεσή τους ένα αξιόλογο μέρος της υπεραξίας, του κέρδους, που πραγματοποιήθηκε στην παραγωγή τους, και διαθέτουν μια αυτονομία προκειμένου να συσσωρεύσουν. Βεβαίως, η διαδικασία αυτή έχει τις δικές της αντιφάσεις και τις ιδιαίτερες μορφές ανορθολογισμού. Ωστόσο, το σύστημα των τιμών συνιστά μια ενεργή στιγμή της συνολικής διαδικασίας αναπαραγωγής, που καθιστά εφικτή την αποκεντρωμένη φύση αυτής της τελευταίας. Αντίθετα, σε μια οικονομία σοβιετικού τύπου, το σύστημα των τιμών αποτελεί μια σχετικά παθητική στιγμή της διαδικασίας, και συνεπάγεται τη συγκεντροποίηση» (Chavance 1989:75).

13 Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σημαντικότερες κοινωνικές διαμαρτυρίες στην Πολωνία της δεκαετίας του 1970 και 1980, όπως και οι πιο περιορισμένες αντίστοιχες διαμαρτυρίες στη Σοβιετική Ένωση στα χρόνια του Χρουτσόφ, σημειώθηκαν με αφορμή τις αυξήσεις τιμών σε βασικά είδη πρώτης ανάγκης που παρέμεναν σταθερές επί δεκαετίες. Βλ. και υποσημ. 21.

14 Όσον αφορά στον εισαγόμενο πληθωρισμό, ειδικά για τη Σοβιετική Ένωση, αυτός είναι πρακτικά αμελητέος, δεδομένου του μικρού βαθμού εξάρτησης της σοβιετικής οικονομίας από τις εξωτερικές συναλλαγές.

15 Τα δικαιώματα αυτά τα απέκτησαν μόλις το 1985.

16Chavance (1989): 79.

17 Chavance (1989): 81.

18 Η «ειδικότητα» των σοβιετικών βιομηχανικών εργατών αποκτιέται στη διάρκεια μιας μαθητείας λίγων μηνών πάνω στη δουλειά, και αφορά αποκλειστικά τη θέση εργασίας τους. Οι εργάτες με ευρύτερες επαγγελματικές γνώσεις από τεχνικές σχολές σπανίζουν.

19 Chavance (1989): 19.

20 Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η ρύθμιση αυτή άλλαξε με τον νόμο για τις επιχειρήσεις που ψηφίστηκε το 1987.

21 Εμβληματική από αυτή την άποψη παραμένει η εργατική εξέγερση στο εργοστάσιο κατασκευής σιδηροδρομικών υλικών στο Νοβοτσερκάσκ, στα σύνορα Ρωσίας - Ουκρανίας, το 1962, μετά από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που προέβλεπε σημαντικές αυξήσεις τιμών σε βασικά προϊόντα διατροφής, όπως τα γαλακτοκομικά και το κρέας. Η εξέγερση των εργατών που είχαν κερδίσει την υποστήριξη του πληθυσμού της πόλης, κατεστάλη μετά από αιματηρή επέμβαση της μυστικής αστυνομίας, που επιστρατεύτηκε αφού ο τακτικός στρατός αρνήθηκε να ανοίξει πυρ κατά των διαδηλωτών. Το χρονικό της εξέγερσης που έμεινε στο απόλυτο σκοτάδι της σοβιετικής δημοσιότητας, αφού αποτέλεσε αντικείμενο δημόσιου σχολιασμού μόλις το 1992, αναφέρεται από τον Α. Σολτζενίτσιν στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ , όπου και γίνεται λόγος για 60-70 νεκρούς απεργούς, και αποτέλεσε το υλικό της ταινίας «Αγαπητοί σύντροφοι» του Α. Κοντσαλόφσκι το 2021.

22 Chavance (1989): 23.

23 Σχετικά με τις αγορές πωλητών και αγοραστών βλ. στη συνέχεια την ενότητα 7.3. και την υποσημ. 37.

24 Η αδυναμία μιας ολοκληρωτικής εφαρμογής του φορντιστικού «μοντέλου» στις σοβιετικού τύπου οικονομίες σχετίζεται και με την αδυναμία εφαρμογής μιας άλλης, αναπόσπαστης όψης του, όπως εμφανίστηκε ιστορικά στις δυτικές οικονομίες: την αδυναμία οργάνωσης ενός κλάδου μαζικής παραγωγής καταναλωτικών αγαθών προσιτών στις ευρύτερες λαϊκές τάξεις. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Β. Chavance, «Η ζωή του [σοβιετικού] καταναλωτή δεν είναι εύκολη. Πολλά προϊόντα της καθημερινής ζωής είναι δυσεύρετα στην επιθυμητή ποσότητα ή ποιότητα. Ο μέσος Σοβιετικός χάνει τον καιρό του και την ενεργητικότητα του σ’ έναν εχθρικό κόσμο, όπου κυριαρχούν οι τάσεις ελλείψεων, οι ουρές αναμονής, η αποδιοργάνωση και η αδιαφάνεια του κυκλώματος διανομών. […] εδώ ο πελάτης δεν είναι καθόλου βασιλιάς, αλλά μάλλον ικέτης σε αναζήτηση ενός προμηθευτή, […] που έχει περιέλθει σε μια κατάσταση βίαιου και αποκαρδιωτικού ανταγωνισμού με τους συμπολίτες του. Η δεύτερη ή παράλληλη οικονομία , η σημασία της οποίας είναι αποφασιστική για την καθημερινότητα των πολιτών, ανακουφίζει κάπως όλα αυτά, με τίμημα μια ακόμα απώλεια χρόνου, και την εμπέδωση της λογικής του βολέματος και του ο καθένας για τον εαυτό του » (Chavance 1989: 35). Έχει εκτιμηθεί ότι ένας σοβιετικός πολίτης χάνει κατά μέσο όρο 190 ώρες το χρόνο σε ουρές αναμονής, που αντιστοιχούν περίπου στις χαμένες ώρες εργασίας λόγω ανεργίας για ένα Δανό πολίτη (δεδομένα ανεργίας δεκαετίας 1980). Στην κάθε άλλο παρά δελεαστική αυτή την εικόνα της σοβιετικής πραγματικότητας καταναλωτικών αγαθών, θα πρέπει να προσθέσουμε την ύπαρξη ενός δικτύου καταστημάτων προσβάσιμων αποκλειστικά από τα μέλη της νομενκλατούρας, όπως και την ύπαρξη σημείων πώλησης αγροτικών προϊόντων αποκλειστικά για τους εργαζόμενους μιας επιχείρησης, που συχνά τροφοδοτούνται από μια αγροτική εκμετάλλευση προσδεδεμένη στην επιχείρηση. Η τελευταία αυτή πρακτική, εκτός του ότι καλλιεργεί πατερναλιστικές σχέσεις μεταξύ επιχείρησης και εργαζομένων, επιτείνει τoν κατακερματισμό της αγοράς καταναλωτικών αγαθών, με όλες τις αρνητικές του συνέπειες.

25 Βλ. το μυθιστόρημα-μαρτυρία Μισθός με το κομμάτι (1976) του Ούγγρου πανεπιστημιακού και ποιητή Μίκλος Χάραστι, ο οποίος καταγράφει τις εμπειρίες του ως ανειδίκευτου εργάτη σ’ ένα εργοστάσιο παραγωγής τρακτέρ, αφού προηγουμένως είχε αποβληθεί από το Πανεπιστήμιο ως «ανατρεπτικό στοιχείο»: https://www.lemonde.fr/archives/article/1976/08/24/salaire-aux-pieces-de-miklos-haraszti-un-temoignage-impitoyable-sur-la-vie-des-ouvriers-dans-une-usine-hongroise_3124910_1819218.html

Το βιβλίο έχει εκδοθεί και στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Στοχαστής (1980).

26 https://www.lemonde.fr/archives/article/1946/05/25/les-salaires-en-u-r-s-s_1882480_1819218.html

27 Σχετικά με τη διαφοροποίηση των μισθών μεταξύ στελεχών της βιομηχανίας, αναφέρεται (βλ. υποσημ. 26) ότι ενώ ένας πρωτοπροσλαμβανόμενος μηχανικός της βιομηχανίας αμείβεται με μισθό μόλις υψηλότερο αυτού του ειδικευμένου εργάτη, ο ίδιος μηχανικός ως διευθυντικό στέλεχος μιας μεγάλη κρατικής επιχείρησης μπορεί να έχει αμοιβές μέχρι 50 φορές μεγαλύτερες αυτών του χειρώνακτα.

28 A. Blum et A. Monnier (1988).

29 Académie des Sciences de l’URSS (1955), ch. 33.3: L’augmentation constante du salaire réel en régime socialiste.

30 Η ισοδύναμη διατύπωση που προτιμά μια ορισμένη απολογητική παρουσίαση του σοβιετικού καθεστώτος ορίζει ότι «η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας θα πρέπει να είναι πάντα μεγαλύτερη της αύξησης των μισθών». Βλ. υποσημ. 26.

31 Στο παρόν άρθρο δεν ασχολούμαστε καθόλου με το φαινόμενο του γκουλάγκ, των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας, διάσπαρτων σ’ ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση επί δεκαετίες, μέχρι το 1955, και στο οποίο εργάστηκαν υπό τις σκληρότερες συνθήκες εκατομμύρια σοβιετικοί πολίτες, θεωρώντας ότι το φαινόμενο αυτό εγγράφεται ως ακραία δυνατότητα στη λογική του σοβιετικού οικονομικού μοντέλου, χωρίς ωστόσο να αποτελεί συστατικό στοιχείο της. Σε κάθε περίπτωση, η ενασχόληση με αυτό θα απαιτούσε μια ιδιαίτερη μελέτη. Βλ. π.χ. την εξαντλητική ανάλυση του θέματος αυτού από τον Roger Brunet (1981).

32 Ή έστω, απουσίαζαν μέχρι το 1987, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

33 Σημαντικό ρόλο εδώ παίζει η διαχρονική καχυποψία των σοβιετικών ηγεσιών (πολιτικών και στρατιωτικών) απέναντι στη σύναψη ελεύθερων συναλλαγών με τις δυτικές χώρες, υπό τον φόβο της εξάρτησης που είναι δυνατόν να προκύψει.

34 Chavance (1989): 117.

35 Είναι από αυτή την άποψη πολύ εύστοχη η παρατήρηση του Πολωνού αντικαθεστωτικού Αλεξάντερ Σμολάρ: Η σχεδιοποίηση είναι ένας μηχανισμός διαχείρισης ασυμβατοτήτων, που συνίσταται στο να μετατίθενται στο μέλλον όλες οι επώδυνες επιλογές μεταξύ αντικρουόμενων στόχων (αναφέρεται από τον Chavance, 1989: 121).

36 Chavance (1989): 127.

37 Σύμφωνα με την ορολογία που χρησιμοποιεί ο Κορνάι (Kornaï 1985), η σοβιετικού τύπου οικονομία όπου οι επιχειρήσεις «αντλούν» ή «απομυζούν» τους διαθέσιμους υλικούς και ανθρώπινους πόρους μέσω των διαφόρων οριζόντιων και κάθετων διαύλων, δημιουργώντας μια οιωνοί ακόρεστη ζήτηση η οποία τείνει να προσκρούει στην τελική εξάντλησή τους, είναι μια οικονομία οι αγορές της οποίας κυριαρχούνται από τους πωλητές . Ο συσχετισμός δύναμης βρίσκεται στην πλευρά των πωλητών, αφού οι αγοραστές δεν έχουν άλλη επιλογή από το να αποδεχτούν τους όρους των πωλητών, αποδυόμενοι σ’ ένα ανταγωνισμό μεταξύ τους για την εξασφάλιση ενός αγαθού σε σχετική σπάνη. Σε αντίθεση με τις σοβιετικού τύπου αγορές (αγορές πωλητών), οι δυτικές αγορές μπορούν να χαρακτηριστούν ως αγορές αγοραστών . Ωστόσο, ο Κορνάι τείνει να εξιδανικεύσει τις αγορές αγοραστών αποδίδοντάς τους μόνο πλεονεκτήματα, αγνοώντας ότι και στις δυτικού τύπου αγορές ο ανταγωνισμός μεταξύ των πωλητών δεν τους εμποδίζει να χειραγωγούν τη ζήτηση και τους αγοραστές.

38 Chavance (1989): 129-131.

39 Chavance (1989): 145.

40 Για μια αναλυτική παρουσίαση του θέματος, βλ. Παπαφωτίου (2014).

41 Rizzi (1976).

42 Djilas (1982) .

43 Bahro (2011).

44Cliff (1974).

45 Ενδεικτικά: Bettelheim (1972) και Bettelheim & Chavance (1979).

46 Tissier (1979).

47«Η αμηχανία, μπροστά στις πρόσφατες εξελίξεις, των απόψεων αυτών, που θεωρούσαν τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες καπιταλιστικές, προφανώς οφείλεται από τη μια στις πολιτικές αλλαγές στην Κίνα (με την ήττα των μαοϊκών απόψεων στο ΚΚΚ) και από την άλλη στο ίδιο το γεγονός της κατάρρευσης των (θεωρούμενων ως καπιταλιστικών) καθεστώτων. Γιατί πραγματικά, αν η παλινόρθωση του καπιταλισμού είχε ήδη συντελεσθεί με τόσο αθόρυβο και αθέατο – δια γυμνού, τουλάχιστον, οφθαλμού – τρόπο (π.χ. μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956, όπως ισχυρίζονταν οι κινέζοι κομμουνιστές), τότε ποια είναι η σημασία των σημερινών τόσο ηχηρών μετασχηματισμών; Ποιο καθεστώς κατέρρευσε τελικά στην Ανατολική Ευρώπη και από ποιο καθεστώς αντικαθίσταται;» (Μηλιός 1990).

«[…] οι θέσεις του Μπετελέμ, και πολύ περισσότερο των Κινέζων κομμουνιστών που ηγήθηκαν της Πολιτιστικής Επανάστασης, δεν αποτελούν μια ολοκληρωμένη και “οριστική” ανάλυση των ταξικών σχέσεων εξουσίας στις χώρες του “υπαρκτού σοσιαλισμού”. Εντούτοις, αποτελούν αναμφίβολα την “αφετηρία” για την όποια τέτοια ανάλυση: καταδείχνουν ότι η μοναδική δυνατότητα να αναλυθούν επιστημονικά οι κοινωνικές σχέσεις (ακόμα και) στις κοινωνίες του “υπαρκτού σοσιαλισμού” είναι να γίνουν αντιληπτές ως σχέσεις ανταγωνιστικών τάξεων, ότι η ιστορία των κοινωνιών αυτών εξακολουθεί να είναι το “αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων”» (Μηλιός και Κυπριανίδης 1988).

48 «Ο σύγχρονος καπιταλισμός (ο όρος νεοφιλελευθερισμός είναι υπερβολικά περιοριστικός και δεν καλύπτει όλες τις πλευρές του) αποτελεί μια ανασύνθεση ή αναμόρφωση των σχέσεων μεταξύ καπιταλιστικών κρατών (ως άνισων κρίκων στο πλαίσιο της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής αλυσίδας), των ατομικών κεφαλαίων (που συγκροτούνται ως τέτοια μόνο σε σχέση με ένα ιδιαίτερο κοινωνικό κεφάλαιο), και των φιλελευθεροποιημένων χρηματοπιστωτικών αγορών. Η ανασύνθεση αυτή προϋποθέτει την κατάλληλη αναμόρφωση όλων των εμπλεκόμενων συνιστωσών, κατά τρόπο ο οποίος εξασφαλίζει την αναπαραγωγή του κυρίαρχου (νεοφιλελεύθερου) καπιταλιστικού υποδείγματος. Από αυτή την άποψη, ο σύγχρονος καπιταλισμός περιλαμβάνει μια ιστορικά συγκεκριμένη μορφή οργάνωσης της καπιταλιστικής εξουσίας σε παγκόσμια κλίμακα, όπου η κυβερνησιμότητα μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών αποκτά ιδιαιτέρως κρίσιμο ρόλο» (Σωτηρόπουλος, Μηλιός και Λαπατσιώρας 2019).