OKornai και ο σχετικός με το πρωτοπόρο κόμμα τρόπος παραγωγής 1


του Michael A. Lebowitz


Αν στο ολοκληρωμένο αστικό σύστημα κάθε οικονομική σχέση προϋποθέτει την άλλη στην αστική-οικονομική μορφή, κι έτσι κάθε αποτέλεσμα είναι ταυτόχρονα και προϋπόθεση, τότε αυτό συμβαίνει σε κάθε οργανικό σύστημα (Marx, 1973: 278 [Μαρξ 1990: 205, ΣτΜ]).


Το έργο του JánosKornai [Γιάνος Κορνάι], The Socialist System (1992), με το οποίο ο συγγραφέας εισήγαγε τη δομή της πολιτικής εξουσίας στην αρμόζουσα θέση της στο πλαίσιο της θεωρητικής του ανάλυσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (ΥΣ) δεν αποτέλεσε μόνο μια «περιεκτική σύνθεση» των προγενέστερων καινοτόμων μελετών του, αλλά και ένα ποιοτικό μετασχηματισμό αυτής της ανάλυσης. Το παρόν άρθρο διερευνά την παρουσίαση του ΥΣ από τον Κορνάι ως ένα οργανικό σύστημα, ο «γενετικός κώδικας» του οποίου είναι το κατέχον την εξουσία πρωτοπόρο κόμμα, αναπτύσσει σ’ αυτή τη βάση τις έννοιες των σχετικών με το πρωτοπόρο κόμμα παραγωγικών σχέσεων 2 και του «προσίδιου στο πρωτοπόρο κόμμα τρόπου παραγωγής», και εξετάζει την εγκυρότητα των συμπερασμάτων που αντλήθηκαν από την εμπειρία του ΥΣ.


Παραδόξως, ο Γιάνος Κορνάι δεν τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Οικονομίας για το έργο του της ανάλυσης του ΥΣ. Στο διάστημα των τεσσάρων δεκαετιών στο οποίο εκτείνεται το έργο του, η μελέτη του ΥΣ από τον Κορνάι εισχώρησε στη λογική του ΥΣ σε μεγαλύτερο βάθος από οποιοδήποτε άλλο έργο στο παρελθόν. Έτσι, το βιβλίο του Overcentralisation in Economic Administration (1959) παραμένει η κλασική περιγραφή του πώς η ορθολογική συμπεριφορά από μέρους των διευθυντών των επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός σοβιετικού τύπου κεντρικού σχεδιασμού παρήγαγε μια πλειάδα κοινωνικών στρεβλώσεων. Αντίστοιχα, το επόμενο εγχείρημα του Κορνάι να προσδιορίσει «τις έμφυτες κανονικότητες μιας σοσιαλιστικής οικονομίας», με τα έργα του The Economics of Shortage (1980) και Growth, Shortage and Efficiency (1982) εμβάθυνε την κατανόηση των ελλείψεων «που αναπαράγονται σε σταθερή βάση από τους γενικούς οικονομικούς νόμους και τις ιδιαίτερες κανονικότητες του συστήματος» (1982: 125, 1980: 144-5). Πιο συγκεκριμένα, η ανάλυσή του της εξαναγκασμένης ανάπτυξης, της επενδυτικής δίψας, των χαλαρών περιορισμών του προϋπολογισμού και της συμπεριφοράς των διευθυντών, των καταναλωτών και των υπευθύνων του σχεδιασμού στη δημιουργία των χρόνιων ελλείψεων έθεσε σε νέες βάσεις τη μελέτη του ΥΣ. 3

Η απόφαση του Κορνάι να συνοψίσει τα κυριότερα σημεία της επιχειρηματολογίας του μέχρι τότε έργου του, και να αναπτύξει στο βιβλίο του The socialist System (1992) αυτό που ο ίδιος χαρακτηρίζει ως «μια πιο περιεκτική σύνθεση» (σ. xx) έγινε δεκτή με τα πιο ευμενή σχόλια. 4 Στο εξώφυλλο του βιβλίου, ο AndersAslund, διευθυντής του Ινστιτούτου σοβιετικών και ανατολικοευρωπαϊκών οικονομιών της Στοκχόλμης, σημείωνε: «Το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να αποτελεί την οριστική εργασία σχετικά με τη σοσιαλιστική οικονομία. Ο μεγαλύτερος μελετητής των σοσιαλιστικών οικονομιών έγραψε το αριστούργημά του». Αντίστοιχα, σε μια άλλη τιμητική οπισθογράφηση εξωφύλλου, ο LawrenceSummers περιγράφει τον Κορνάι ως τον «πιο οξυδερκή αναλυτή και κριτικό του κομμουνισμού σε ολόκληρο τον κόσμο», και δηλώνει ότι το βιβλίο του «θα μείνει κλασικό στο είδος του».

Βεβαίως, ίσως να μην είναι μόνο η ποιότητα της ανάλυσης του Κορνάι που εξηγεί τους επαίνους του έργου του. Δεν είναι μυστικό ότι ο Κορνάι στο πέρασμα των χρόνων γινόταν (ή αποκαλυπτόταν ότι είναι) όλο και περισσότερο συντηρητικός. Από υπέρμαχος του σοσιαλισμού της αγοράς στην Ουγγαρία, αυτός ο αυτοπροσδιοριζόμενος «αφελής μεταρρυθμιστής» του ΥΣ έγινε υποστηρικτής τόσο της Αυστριακής Σχολής, όσο και της Σχολής των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, προειδοποιώντας (σ. xxii), για παράδειγμα, ότι στο πλαίσιο του αναπτυγμένου καπιταλισμού, φαινόμενα όπως η διάσωση μεγάλων επιχειρήσεων από κρίσεις ρευστότητας, και όπως «οι περιπτώσεις πατερναλιστικών αρχών που εννοούν να αποφασίζουν αυτές αντί των πολιτών» παριστούν «σπέρματα σοσιαλισμού» που στις πιο πρόσφατες μορφές τους μπορούμε να τα διακρίνουμε στον ΥΣ. Μάλιστα, το τελευταίο βιβλίο του Κορνάι, The Road to a Free Economy (1990), o τίτλος του οποίου εσκεμμένα παρέπεμπε σε ένα προηγούμενο βιβλίο του Hayek, The Road to Serfdom, ανέπτυσσε μια επιχειρηματολογία αυστριακού τύπου για την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην Ουγγαρία. 5 Από αυτή την άποψη, η οδύσσεια του Κορνάι και του The Socialist System, ως κορωνίδα των μελετών του για τον ΥΣ, θα μπορούσε ενδεχομένως να ιδωθεί ως αποτρεπτικό παράδειγμα για κάποιους άλλους, που είναι τόσο αφελείς ώστε να θεωρούν ότι ο σοσιαλισμός μιας ορισμένης μορφής είναι μια επιθυμητή και βιώσιμη εναλλακτική απέναντι στον καπιταλισμό.

Ασφαλώς, μετά το T he Road to a Free Economy, φάνηκε ότι οτιδήποτε και να έλεγε ο Κορνάι σχετικά με τον σοσιαλισμό δεν θα αποτελούσε αναπάντεχη έκπληξη. Ωστόσο, το The Soci alist System, εξ αιτίας κάποιων πολύ σημαντικών προσθηκών στο προηγούμενο έργο του, ήταν κάτι που ξεπερνούσε κατά πολύ την απλή σύνθεση των οικονομικών μελετών του. Στο βιβλίο αυτό, ο Κορνάι «περνάει τη διαχωριστική γραμμή» μεταξύ οικονομικής και πολιτικής σφαίρας προκειμένου να αποδώσει στη «δομή της πολιτικής εξουσίας και της κομμουνιστικής ιδεολογίας» αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «τη θέση που τους αρμόζει σύμφωνα με την ανάλυσή μου» (σ. xx). Παρ’ όλον ότι ο Κορνάι υπαινίσσεται ότι τα στοιχεία αυτά που είχαν παραλειφθεί στις προηγούμενες εργασίες του – και τα οποία «έχουν θεμελιώδη σημασία για την κατανόηση της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού» (σ. xxi) – αποτελούσαν εξ αρχής μέρος της ανάλυσής του (και μάλιστα, είναι τα «θεμέλια μιας προσεκτικά δομημένης θεωρητικής κατασκευής»), η προσθήκη τους μετασχηματίζει ποιοτικά τις αναλύσεις του ΥΣ από πολύ σημαντικές απόψεις.

Επιπλέον, τα δάνεια του Κορνάι από τον Μαρξ (τον οποίο κατατάσσει, μαζί με τον Χάγιεκ, τον Σουμπέτερ και τον Κέυνς, στους γίγαντες μεταξύ των στοχαστών» – σ. xx), είναι πολύ καθαρότερα εδώ απ’ ό,τι στο παρελθόν. Η μελέτη του καπιταλισμού από τον Μαρξ χρησιμεύει στον Κορνάι ως μοντέλο και έμπνευση για την εξέταση του «κλασικού σοσιαλισμού» στο The Socialist System, όπου ως αποτέλεσμα του εγχειρήματός του να προσφέρει μια μεθοδολογική ανάλυση που θα αποτελέσει το αντίβαρο της μελέτης του καπιταλισμού από τον Μαρξ, παρουσιάζονται με σαφήνεια οι βαθιές ρίζες των συστημικών τάσεων του ΥΣ. Εδώ, προκειμένου να κάνουμε εμφανή την παραλληλία σε επίπεδο μεθοδολογίας αλλά και ανάλυσης, εισάγουμε την ορολογία του Μαρξ, την οποία δεν χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Κορνάι, αλλά που ωστόσο φαίνεται απόλυτα συνεπής με την επιχειρηματολογία του.

Αυτό που επιχειρούμε εδώ δεν είναι απλά μια μετάφραση της ανάλυσης του Κορνάι σε ένα μαρξικό εννοιολογικό πλαίσιο. Η ιδιαίτερη αυτή ανάγνωση της «πιο περιεκτικής σύνθεσης» του Κορνάι αναπτύσσει τόσο την έννοια του σχετικού με το πρωτοπόρο κόμμα τρόπου παραγωγής ως βάση για την κατανόηση της φύσης του ΥΣ και παράλληλα διερωτά σημαντικά πορίσματα (συμπεριλαμβανομένων και αυτών του ίδιου του Κορνάι) που προέρχονται από την εμπειρία του ΥΣ. Κατά συνέπεια, πιστεύουμε ότι μια προσεκτική εξέταση αυτού του κειμένου και της έννοιας του σχετικού με το πρωτοπόρο κόμμα τρόπου παραγωγής που συναντάμε εκεί, μπορεί να θέσει νέα ερωτήματα σχετικά με το έργο του Κορνάι και την ανάλυση του ΥΣ.


1. O ΥΣ ως οργανικό σύστημα


Με αυτό το ρητό χαρακτηρισμό του ΥΣ ως οργανικού συστήματος, ο Κορνάι διαχωρίζει αμέσως τον εαυτό του από τους περισσότερους οικονομολόγους του κυρίαρχου ρεύματος. Υιοθετώντας μια αντίληψη παρόμοια με αυτή του Μαρξ (1976: 167) που βλέπει ένα οργανικό σύστημα ως μια «δομή κοινωνίας, όπου όλες οι σχέσεις συνυπάρχουν ταυτόχρονα και στηρίζουν η μια την άλλη», ο Κορνάι προσεγγίζει τον ΥΣ ως ένα συνεκτικό σύστημα με εσωτερική σταθερότητα, που τείνει να αναπαράγεται. Θέλει να δείξει ότι οι ιδιαίτερες κανονικότητες του ΥΣ, «οι οποίες προκύπτουν από ένα επαναλαμβανόμενο αστερισμό περιστάσεων που παράγουν πρότυπα συμπεριφοράς, ρουτίνες αποφάσεων από μέρους των οικονομικώς δρώντων, πολιτικούς και οικονομικούς μηχανισμούς…» (σ. 13) αλληλοσχετίζονται. «Δεν υπάρχουν απλά η μια δίπλα στην άλλη και ανεξάρτητα, αλλά διαπλέκονται πολύ στενά η μια με την άλλη» (σ. 16). Περιγράφοντας μια από αυτές τις κανονικότητες, την «εξαναγκασμένη ανάπτυξη» και τις συνέπειές της, ο Κορνάι σημειώνει ότι «ο συνδυασμός των κύριων χαρακτηριστικών σχηματίζει ένα οργανικό σύνολο» (σ. 198).

Δεν πρόκειται για μια περιστασιακή χρήση όρων. Ο οργανικισμός του Κορνάι είναι εμφανής στην άποψή του για το «κλασικό σύστημα» (τον προ μεταρρύθμισης ΥΣ):


«Καθώς το κλασικό σύστημα παγιώνεται, τα στοιχεία του αναπτύσσουν μια συνοχή. Οι διάφορες μορφές συμπεριφοράς, οι συμβάσεις, οι νόρμες μεταδίδονται. Για να χρησιμοποιήσουμε μια χημική αναλογία, τα φαινόμενα παρουσιάζουν μια χημική συγγένεια: το καθένα προκαλεί και προϋποθέτει το άλλο… Συμβαδίζουν και αλληλοενισχύονται. Δεν πρόκειται για ένα χαλαρό σύνολο ξεχωριστών μερών. Το άθροισμα των μερών συγκροτεί μια ολοκληρωμένη ενότητα» (σ. 366).


Εδώ δεν βλέπουμε μόνο μια προσέγγιση του ΥΣ ως ένα οργανικό σύστημα, αλλά επιπλέον έχουμε μια σαφή αντίληψη του πώς αναδύεται ένα τέτοιο σύστημα. Ο Κορνάι παρατηρεί ότι η διαδικασία της ανάδυσης είναι μια διαδικασία κατά την οποία «στους κόλπους του συστήματος αναπτύσσονται οργανικά ιδιαίτερες μορφές και θεσμοί» (σ. 366). Επομένως, ο Κορνάι, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ο Μαρξ (Marx, 1973: 278 [Μαρξ 1990: 205, ΣτΜ]) περιέγραφε την ανάδυση ενός οργανικού συστήματος «ακριβώς ως την υπαγωγή όλων των στοιχείων της κοινωνίας σ’ αυτήν, ή ως τη διαδικασία μέσω της οποίας αυτή δημιουργεί όλα τα όργανα που της λείπουν», προτείνει ότι συντελείται μια «φυσική επιλογή θεσμών και προτύπων συμπεριφοράς, και τελικά ενισχύεται και εδραιώνεται σε τεράστιο βαθμό η εσωτερική συνοχή του συστήματος» (σ. 368). «Η νέα δομή διευρύνεται με μια στοιχειακή δύναμη, εξαπλούμενη και διεισδύοντας σε κάθε κοινωνική σχέση. Από τη στιγμή που η αρχή της διαδικασίας έχει επιβληθεί στην κοινωνία, αυτή συνεχίζεται αυθόρμητα…» (σ. 369).

Αυτό που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία ανάδυσης είναι λοιπόν ένα «συνεκτικό σύστημα», τα στοιχεία του οποίου «συνδέονται οργανικά μεταξύ τους και αλληλοενισχύονται» (σ. 500). Όπως ακριβώς «στο ολοκληρωμένο αστικό σύστημα κάθε οικονομική σχέση προϋποθέτει την άλλη στην αστική-οικονομική μορφή» (Marx, 1973: 278 [Μαρξ, 1990: 205, ΣτΜ), έτσι και ο ΥΣ, από τη στιγμή που έχει ολοκληρωθεί παράγει τις δικές του ιδιαίτερες προϋποθέσεις. «Το κλασικό σύστημα αποτελεί ένα συνεκτικό σύνολο. Μεταξύ των στοιχείων του αναπτύσσεται μια χημική συγγένεια, έτσι ώστε αυτά συμπληρώνονται και έλκονται αμοιβαία» (σ. 570).

Δεδομένου λοιπόν ότι, όπως καταλαβαίνουμε, το αντικείμενο μελέτης δεν είναι μια τυχαία συλλογή αδιάφορων στοιχείων αλλά ένα οργανικό σύνολο, πώς θα πρέπει να το διερευνήσουμε και να παρουσιάσουμε τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης έτσι ώστε να γίνει αντιληπτό; Εδώ ο Κορνάι ακολουθεί και πάλι τον Μαρξ σε σχέση με τη μέθοδο της πολιτικής οικονομίας. Μάλιστα, υπογραμμίζει (σ. 364, 364 υποσημ.) ότι «ένας ερευνητής που έχει γαλουχηθεί με τη μαρξιστική πολιτική οικονομία και φιλοσοφία» διαφέρει από ένα νεοκλασικό οικονομολόγο κατά το ότι αναζητά τα «βαθύτερα αίτια» και «τις κύριες κατευθύνσεις επιρροής στο πλαίσιο ενός δικτύου αμοιβαίων δράσεων».

Ο Κορνάι αποφεύγει να ξεκινήσει με την εφαρμογή σχηματικών μοντέλων. Αντίθετα, αρχίζει την έρευνά του με μια εκτεταμένη μελέτη των συγκεκριμένων κοινωνιών και θεσμών, την οποία ο Μαρξ (Marx, 1973: 101 [Μαρξ, 1989: 66]) χαρακτήρισε ως «σημείο αφετηρίας για παρατήρηση και κατανόηση». Ωστόσο, από μόνη της, η εμπειρική μελέτη είναι ανεπαρκής: προκειμένου να συλλάβουμε το οργανικό σύνολο ως ολότητα απαιτείται μια επαγωγική διαδικασία, την οποία ο Μαρξ αποκάλεσε (Marx,1977: 90 [Μαρξ, 1978: 12, ΣτΜ]) «δύναμη της αφαίρεσης». Προκειμένου να κατανοήσουμε τις διασυνδέσεις, θα πρέπει να φτάσουμε στην επαγωγή κάποιων στοιχείων, με μια σειρά που καθορίζεται από τη φύση των σχέσεών τους στο εσωτερικό της συγκεκριμένης κοινωνίας (Marx, 1973: 107 [Μαρξ, 1989: 71]). Όπως ο Μαρξ (Marx, όπ.π.: 100-1 [Μαρξ, 1989: 66-67]) όρισε την «επιστημονικά ορθή μέθοδο» ως μια διαδικασία συλλογισμού από τις απλές έννοιες σε μια σύλληψη του όλου «ως μιας πλούσιας ολότητας πολλαπλών προσδιορισμών και σχέσεων», έτσι και ο Κορνάι (σ. 16) χαρακτηρίζει την προσέγγισή του στο The Socialist System ως μια διαδικασία όπου «μια επαγωγική γραμμή σκέψης… οδηγεί από κάποιες λιγοστές κύριες υποθέσεις σε ένα ολόκληρο λογικό πλέγμα συμπερασμάτων».

Ακριβώς επειδή ο Κορνάι εννοεί να προχωρεί επαγωγικά με διαδοχικά βήματα, προκειμένου να συλλάβει τον ΥΣ ως οργανικό σύστημα, αυτές οι «λιγοστές κύριες υποθέσεις» που απαρτίζουν το σημείο αφετηρίας είναι απολύτως κρίσιμες.


2. Το κόμμα της πρωτοπορίας ως η λογική αρχή


Ο Κορνάι αρχίζει τη θεωρητική του κατασκευή του ΥΣ με το Κομμουνιστικό Κόμμα. Διευκρινίζει ήδη στην αρχή του έργου του (σ. 4, 11) ότι «το μοναδικό κριτήριο» που χρησιμοποιεί προκειμένου να χαρακτηρίσει μια χώρα ως σοσιαλιστική είναι η εξ ολοκλήρου κατοχή της εξουσίας από ένα Κομμουνιστικό Κόμμα. Μάλιστα, σημειώνει στη συνέχεια, «ο σοσιαλισμός δημιουργείται μόνον όταν και όπου βρίσκεται στην εξουσία το Κομμουνιστικό Κόμμα» (σ. 87). Για τον Κορνάι, «η αναγκαία και επαρκής συνθήκη προκειμένου να προκύψει και να εδραιωθεί το σύστημα» (σ. 375) είναι η διακυβέρνηση από το Κομμουνιστικό Κόμμα.


«Προκειμένου να δρομολογηθεί η διαδικασία θα πρέπει το Κομμουνιστικό Κόμμα να αποκτήσει εξ ολοκλήρου την πολιτική εξουσία. Η ιστορική αυτή διαμόρφωση ενέχει τον “γενετικό κώδικα” που μεταφέρει τα κύρια χαρακτηριστικά του συστήματος σε όλα τα κύτταρα στο εσωτερικό του. Είναι ο σπόρος της νέας κοινωνίας από τον οποίο θα βλαστήσει όλος ο οργανισμός» (σ. 368).


Με δυο λόγια, το οργανικό σύστημα, ο ΥΣ, βρίσκεται σε λανθάνουσα μορφή στο Κομμουνιστικό Κόμμα. «Αυτός ο “γενετικός κώδικας” διαπλάθει την κοινωνία κατ’ εικόνα του. Δημιουργεί ένα συνεκτικό σύστημα, τα διάφορα στοιχεία του οποίου συνδέονται, προϋποτίθενται και ενισχύονται αμοιβαία» (σ. 375).

Όμως, τι ακριβώς είναι αυτός ο σπόρος; Κατ’ αρχάς, εξηγεί ο Κορνάι, είναι ένα κόμμα η ιδεολογία του οποίου απαιτεί την αντικατάσταση του καπιταλισμού από τον σοσιαλισμό: «Το σημείο αναφοράς του προγράμματος των μαρξιστικών - λενινιστικών κομμάτων είναι η “απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών”, με άλλα λόγια, η σταθερή βούληση, μόλις αυτό καταστεί πολιτικά εφικτό, να οργανωθεί η κοινωνία στη βάση της δημόσιας αντί της ιδιωτικής ιδιοκτησίας» (σ. 87, 50-1).

Ωστόσο, ο στόχος δεν είναι από μόνος του αρκετός προκειμένου να χαρακτηρίσουμε το κόμμα που μεταφέρει τον «γενετικό κώδικα» του ΥΣ. Ο Κορνάι υπογραμμίζει ιδιαίτερα ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι ένα πρωτοπόρο κόμμα:


«Η εργατική τάξη δεν ασκεί την εξουσία άμεσα, εκπροσωπείται από το κόμμα. Το κόμμα είναι η πρωτοπορία της εργατικής τάξης και επομένως, είναι τελικά πρωτοπορία και της κοινωνίας συνολικά. Ως τέτοιο είναι προορισμένο να οδηγήσει την κοινωνία… Το κόμμα γνωρίζει καλύτερα από τον ίδιο το λαό ποια είναι τα συμφέροντα του λαού: αυτό ακριβώς είναι το νόημα της “πρωτοπορίας”» (σ. 55).


Πέραν αυτού του ιδιαίτερου δεσμού μεταξύ κόμματος και μαζών, ο Κορνάι εστιάζει επίσης στη σχέση μεταξύ κορυφής και βάσης στο εσωτερικό του κόμματος της πρωτοπορίας, δηλαδή στην εσωτερική δομή του ίδιου του κόμματος – σ’ εκείνη δηλαδή τη δομή, η οργανωτική αρχή της οποίας είναι ο «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός». Υπογραμμίζει την έκταση στην οποία στην πράξη το πρότυπο της ιεραρχίας είναι τελείως διαφορετικό από τους υποτιθέμενους κανόνες του κόμματος, φθάνοντας μέχρι του σημείου της αντιστροφής τους. Αυτό που έχουμε πρακτικά, δεν είναι μια οργάνωση από τα κάτω, αλλά μια «γραφειοκρατική ιεραρχία η οποία περιβάλλει το σύνολο του κόμματος: οι οδηγίες που διοχετεύονται από πάνω προς τα κάτω θα πρέπει να εκτελούνται από τους υφιστάμενους» (σ. 36). Δομή και ιδεολογία αλληλοδιαχέονται, καθώς «ο κώδικας ηθικών επιταγών» για τα κομματικά μέλη υπογραμμίζει τη σημασία της πειθαρχίας: «Η επικρατούσα πολιτική γραμμή θα πρέπει να ακολουθείται, οι αποφάσεις να προωθούνται και οι εντολές των ανωτέρων να εφαρμόζονται χωρίς δισταγμούς» (σ. 57). 6

Ο συνδυασμός αυτός ιδεολογίας και εσωτερικών δομών σημαίνει ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα αποκτά την «εξ ολοκλήρου κατοχή της πολιτικής εξουσίας», απορροφά το κράτος και ενεργεί εκ μέρους του υποκείμενου λαού: «όσοι κατέχουν εξουσία είναι πεπεισμένοι ότι γνωρίζουν καλύτερα τι απαιτούν τα συμφέροντα αυτών που βρίσκονται υπό τη διακυβέρνησή τους» (σ. 56). Σημειώνοντας την έκταση στην οποία τα κομματικά όργανα λαμβάνουν μείζονες αποφάσεις σε θέματα που αφορούν τους εργαζόμενους ή άλλα κρίσιμα ζητήματα, ο Κορνάι σχολιάζει ότι «το Κομμουνιστικό Κόμμα θεωρεί ότι είναι υπεύθυνο για τα πάντα και δεν παραχωρεί στους κρατικούς οργανισμούς και στα άτομα που εργάζονται στο κράτος καμιά απολύτως αυτονομία. Στην πραγματικότητα, η ύπαρξη του “κόμματος-κράτους” και η μίξη πολιτικών και διοικητικών λειτουργιών είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του συστήματος» (σ. 37, 39).

Επομένως, για τον Κορνάι, το ευρισκόμενο στην εξουσία Κομμουνιστικό Κόμμα, αποτελεί τον σπόρο, το «γενετικό κώδικα» του ΥΣ. «Ο κύριος παράγων που γεννά τα άλλα προσίδια στο σύστημα φαινόμενα είναι η εξ ολοκλήρου κατοχή της εξουσίας από το Κομμουνιστικό Κόμμα, που είναι διαποτισμένο με την ιδιαίτερη ιδεολογία του» (σ. 361). Για τον Κορνάι, τα χαρακτηριστικά αυτής της δομής εξουσίας είναι «ακριβώς η πηγή από την οποία μπορούν να εμφανιστούν οι κύριες κανονικότητες του συστήματος» (σ. 33). Η δομή εξουσίας παίζει «τον κύριο ρόλο στην ανάπτυξη και εδραίωση του κλασικού συστήματος» και «σχηματίζει το βαθύτερο επίπεδο στην αιτιακή αλυσίδα ερμηνείας του συστήματος» (σ. 409). Με τη θέση του αυτή ο Κορνάι διαφοροποιείται από όλους εκείνους που θεωρούν ότι στον πυρήνα του ΥΣ και των οικονομικών του προβλημάτων βρίσκεται η κρατική ιδιοκτησία ως τέτοια.


3. Η κρατική ιδιοκτησία


Συγκεκριμένα, ο Κορνάι υποστηρίζει ότι με δεδομένη την ιδεολογία, τις αξίες και την εξ ολοκλήρου άσκηση της εξουσίας από το Κομμουνιστικό Κόμμα, η κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας είναι το λογικό επακόλουθο:


«Το πρωτεύον γνώρισμα του σοσιαλιστικού συστήματος είναι ότι την εξουσία ασκεί εξ ολοκλήρου ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα. Τώρα, μπορούμε να προσθέσουμε ένα επιπλέον χαρακτηριστικό: το κόμμα είναι δεσμευμένο στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, και με την ολοκληρωτική κατοχή της εξουσίας και την αλληλοδιείσδυση στο κράτος, αργά ή γρήγορα κατορθώνει να θέσει το πρόγραμμά του σε εφαρμογή, ή τουλάχιστον να πλησιάσει πολύ κοντά στην εφαρμογή του» (σ. 89).


Αντίστοιχα, η προτεραιότητα της κρατικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής στο σοσιαλιστικό σύστημα απορρέει από αυτή την πολιτική δομή. OΚορνάι (σ. 362) απορρίπτει ρητά το εναλλακτικό επιχείρημα, ότι σημείο αφετηρίας για την ανάλυση του σοσιαλιστικού συστήματος θα πρέπει να είναι η κρατική κατοχή και ιδιοκτησία, ανηγμένη μάλιστα στο πρώτιστο κριτήριό της. Αντίθετα, επιμένει ότι «αυτό που χτίζει την πολιτική δομή του κλασικού σοσιαλισμού πάνω στα θεμέλιά του δεν είναι η μορφή ιδιοκτησίας – η κρατική ιδιοκτησία. Συμβαίνει το ακριβώς αντίστροφο: Η δεδομένη πολιτική δομή γεννά τη μορφή ιδιοκτησίας που θεωρεί επιθυμητή» (σ. 362).

Επομένως, για τον Κορνάι, οι σχέσεις ιδιοκτησίας λογικά είναι ένα αποτέλεσμα παρά μάλλον μια προϋπόθεση. Ενώ είναι εφικτό να συναγάγουμε την κρατική κατοχή από την εξουσία και την ιδεολογία του κόμματος της πρωτοπορίας, δεν μπορούμε να κάνουμε το αντίστροφο. Η κρατική ιδιοκτησία από μόνη της δεν συνεπάγεται την ιδιαίτερη ιδεολογία, την εσωτερική δομή και κυριαρχία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Κορνάι καθιστά το σημείο αυτό σαφές σημειώνοντας (σ. 88) την ύπαρξη και «άλλων εκδοχών σοσιαλισμού», όπου η κρατική ιδιοκτησία δεν συνδέεται με το ίδιο σύστημα αξιών και το ίδιο πρόγραμμα, εστιάζοντας στην ιδιαίτερη περίπτωση της σοσιαλδημοκρατίας, όπου (η κρατική ιδιοκτησία) αποτελεί απλό πολιτικό εργαλείο και δεν έχει κάποια εγγενή αξία.

Ακριβώς επειδή η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν εισάγει αφ’ εαυτής τον γενετικό κώδικα του ΥΣ, είναι συμβατή με μια ποικιλία αυτών που ο Κορνάι αποκαλεί μηχανισμούς συντονισμού (μεταξύ αυτών, τον γραφειοκρατικό, το συντονισμό της αγοράς, τον αυτοδιαχειριζόμενο, και τον συντονισμό στη βάση ηθικών αρχών). Με δυο λόγια, η κρατική ιδιοκτησία δεν συνεπάγεται τίποτα το συγκεκριμένο σχετικά με το πώς χρησιμοποιείται αυτή η ιδιοκτησία. Και στο σημείο αυτό έχουμε έναν ενδιαφέροντα παραλληλισμό με την περιγραφή της ιδιοκτησίας και των σχέσεων παραγωγής στον καπιταλισμό.

Μια ουσιώδης προϋπόθεση του καπιταλισμού ήταν η συσσώρευση χρηματικού κεφαλαίου και μέσων παραγωγής από τη μια μεριά, και ο χωρισμός των ελεύθερων παραγωγών από τα μέσα παραγωγής, από την άλλη. Ωστόσο, ο Μαρξ δεν θεωρούσε ότι αυτός ο ιδιαίτερος καταμερισμός των πόρων αποτελεί επαρκή συνθήκη για τον καπιταλισμό. Διότι, για το δεδομένο αυτό πρότυπο ιδιοκτησίας, είναι δυνατές δυο τελείως διαφορετικές σχέσεις παραγωγής: (α) οι παραγωγοί ελέγχουν την παραγωγική διαδικασία (και ενοικιάζουν ή δανείζονται τα μέσα παραγωγής) ή (β) το κεφάλαιο «αποκτά την κατοχή της ίδιας της παραγωγής» και προσλαμβάνει μισθωτούς εργάτες. Μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση, όπου οι εργαζόμενοι εργάζονται υπό τη διεύθυνση του κεφαλαίου και όπου ο καπιταλιστής κατέχει το προϊόν της εργασίας (δηλαδή είναι ο τελικός απαιτητής), έχουμε καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και τους ιδιαίτερους νόμους κίνησης που αποκάλυψε ο Μαρξ για τον καπιταλισμό (Lebowitz, 1988, Marx, 1973: 859 [Μαρξ, 1990: 663]).

Κατά τον ίδιο τρόπο, η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν αποτελεί μια επαρκή συνθήκη για τον σοσιαλισμό, όπως τον ορίζει ο Κορνάι. Απαιτείται κάτι ακόμα – η εξ ολοκλήρου κατοχή της εξουσίας από το Κομμουνιστικό Κόμμα με την ιδιαίτερη ιδεολογία του. Ο ειδικός συνδυασμός αυτού του «γενετικού κώδικα» και η κυριαρχία της κρατικής ιδιοκτησίας οδηγεί στη χαρακτηριστική μορφή σχέσεων στο εσωτερικό της σφαίρας παραγωγής του ΥΣ:


«Μια συγκεκριμένη πολιτική δομή και ιδεολογία κέρδισαν έδαφος, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη συγκεκριμένων μορφών ιδιοκτησίας, γεγονός που οδήγησε στην κυριαρχία ενός γραφειοκρατικού συντονισμού και στα τυπικά πρότυπα συμπεριφοράς των συμμετεχόντων» (σ. 364).


Ο Κορνάι ονομάζει τη συγκεκριμένη σχέση που χαρακτηρίζει τον ΥΣ «γραφειοκρατικό συντονισμό», εμείς όμως θα την ορίσουμε ως σχετική με το πρωτοπόρο κόμμα σχέση παραγωγής – υπογραμμίζοντας μ’ αυτό τον τρόπο την άμεση σχέση της με αυτό τον «γενετικό κώδικα» που είναι το ευρισκόμενο στην εξουσία κόμμα της πρωτοπορίας. Προϋπόθεση αυτής της σχέσης δεν είναι απλά η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αλλά επίσης το ότι το κόμμα της πρωτοπορίας έχει μετακινηθεί άμεσα στη σφαίρα της παραγωγής, δηλαδή έχει «αποκτήσει την κατοχή της ίδιας της παραγωγής».


4. Η σχετική με το πρωτοπόρο κόμμα σχέση παραγωγής


To τρίτο στοιχείο της θεωρητικής προσέγγισης του ΥΣ από τον Κορνάι (μετά το κόμμα της πρωτοπορίας και την κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής) είναι η κυριαρχία του «γραφειοκρατικού συντονισμού» (σ. 362-3). Για τον Κορνάι, ένας μηχανισμός συντονισμού δεν είναι απλά ένας ιδιαίτερος τεχνικός μηχανισμός κατανομής «πραγμάτων», αλλά συνεπάγεται επίσης ένα συγκεκριμένο σύνολο συμμετεχόντων, τα κίνητρά τους, τη φύση των μεταξύ τους σχέσεων, και τις μεταξύ τους επικοινωνίες (σ. 91). Επομένως, ο συντονισμός αυτός αναφέρεται στη σχέση μεταξύ «ζωντανών ανθρώπων που μεταφέρουν άψυχα αντικείμενα, πόρους και πληροφορίες από ένα μέρος διαθεσιμότητας σε ένα άλλο και τα χρησιμοποιούν… Κάθε μηχανισμός συντονισμού υποδηλώνει ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων» (σ. 95). Με δυο λόγια, ο όρος αυτός αντιστοιχεί στη μαρξική έννοια των σχέσεων παραγωγής.

Το λογικό σημείο εκκίνησης για τη διερεύνηση της φύσης του γραφειοκρατικού συντονισμού είναι η γραφειοκρατία. Ωστόσο, όταν ο Κορνάι περιγράφει τη γραφειοκρατία στον ΥΣ ως «την ελίτ της εξουσίας του κλασικού συστήματος», αυτή που «άρχει συλλογικά επί των άλλων πολιτών, αποφασίζοντας για το μέλλον τους και για τη διάθεση όλων των πόρων της χώρας» (σ. 41), αναφέρεται ουσιαστικά στο κόμμα της πρωτοπορίας. 7 Ο κομματικός μηχανισμός αποτελεί «το ισχυρότερο μέρος αυτής [της ιεραρχίας], που κυριαρχεί πάνω στα άλλα στοιχεία», (τα οποία περιλαμβάνουν τους αξιωματούχους του κράτους και των μαζικών οργανώσεων), και το κόμμα «δεν επιτρέπει στους κρατικούς οργανισμούς και σε όσους εργάζονται στον κρατικό μηχανισμό καμιά απολύτως αυτονομία» (σ. 39, 41). Σε όλα τα σημαντικά ζητήματα, η ενεργή και δεσπόζουσα δύναμη της γραφειοκρατίας είναι το κόμμα. Με δυο λόγια, το ιδιαίτερο και μοναδικό γνώρισμα των παραγωγικών σχέσεων στο πλαίσιο του ΥΣ δεν είναι ο γραφειοκρατικός συντονισμός ως τέτοιος, αλλά μάλλον ο γραφειοκρατικός συντονισμός στη μορφή του κόμματος της πρωτοπορίας. 8

Αντίστοιχα, για τον Κορνάι, η ομάδα που έχει τα ηνία της διακυβέρνησης στον ΥΣ δεν είναι κάποιο άμορφο σώμα κρατικών υπαλλήλων, αλλά αυτό το κόμμα που ασκεί εξ ολοκλήρου τον έλεγχο του κράτους:


«Η κρατική ελίτ, που είναι δομημένη ιεραρχικά και δεν μοιράζεται την εξουσία με καμιά άλλη ομάδα, έχει το αποκλειστικό δικαίωμα της διάθεσης επί του συνόλου των κρατικών μέσων παραγωγής» (σ. 98).


Ο Κορνάι εκτιμά ότι η εν λόγω γραφειοκρατία, πέραν της άσκησης αυτού του δικαιώματος ιδιοκτησίας, του δικαιώματος δηλαδή ελέγχου των μέσων παραγωγής, ως κοινωνική ομάδα ασκεί το ιδιοκτησιακό δικαίωμα της διάθεσης του υπολειμματικού εισοδήματος από την κρατική ιδιοκτησία (σ. 71-4). 9

Παρ’ όλον ότι ο Κορνάι υποθέτει ότι όσοι από τη θέση τους έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν τις κρίσιμες αποφάσεις ενεργούν στη βάση ενός σύνθετου συνδυασμού κινήτρων που περιλαμβάνουν συμφέροντα εξουσίας, κύρους και υλικά οφέλη, στην κορυφή του καταλόγου των κινήτρων αυτής της γραφειοκρατίας που παραθέτει (σ. 118-19) βρίσκουμε την «πολιτική και ηθική βεβαιότητα» που βασίζεται στην πίστη στις ιδέες του κόμματος και την επίσημη ιδεολογία (δηλαδή στην πίστη στην ιστορική αποστολή του σοσιαλισμού). Ωστόσο, στη συνέχεια αναγνωρίζει ότι «είναι δύσκολο να διακρίνουμε τους στόχους» και ότι «ο μόνος τρόπος να ορίσουμε τον “αληθή” σκοπό των ηγετών είναι να παρατηρήσουμε τις πραγματικές τους ενέργειες, στις οποίες ενσαρκώνονται οι προσθέσεις τους, και οι οποιεσδήποτε αναγκαστικές τροποποιήσεις των αρχικών τους προθέσεων» (σ. 371).

Ο Κορνάι παρατηρεί συγκεκριμένα ότι «οι ηγέτες στην κορυφή της πυραμίδας θέλουν να επιβάλουν δια της βίας μια πολιτική της μέγιστης δυνατής ανάπτυξης» και, επιπλέον, ότι «τα μέλη της μεσαίας και κατώτερης γραφειοκρατίας ενστερνίζονται την ίδια πολιτική βεβαιότητα όπως και η ηγεσία» (σ. 161-2). Τον στόχο αυτό προσπαθούν να τον πετύχουν με «επενδύσεις της μέγιστης δυνατής κλίμακας». Μάλιστα, «η απόφαση της κεντρικής ηγεσίας υπέρ των ταχύρρυθμων επενδύσεων εκφράζει την επιθυμία και τον σκοπό του συνόλου της ελίτ της εξουσίας» (σ. 167, 169). Έτσι λοιπόν, αυτή η απόφαση και αυτός ο σκοπός, ανεξάρτητα από τα επιχειρήματα που προτείνονται ως αυτο-δικαίωση, οδηγούν την ελίτ της εξουσίας του ΥΣ στην κατεύθυνση του εξαναγκασμού για παραγωγή του μέγιστου δυνατού υπερπροϊόντος. Παρ’ όλον ότι η συγκράτηση της κατανάλωσης είναι δυνατόν να οδηγήσει σε ταραχές και να απειλήσει τη νομιμοποίηση του συστήματος, ο Κορνάι σημειώνει ότι «αυτές οι περιστάσεις στην καλύτερη περίπτωση απλά επιβραδύνουν την έμφυτη παρόρμηση της κορυφής της ηγεσίας προς τη μεγιστοποίηση του μεριδίου των επενδύσεων» (σ. 169).

Με δεδομένο το «γενετικό κώδικα» του κατέχοντος την εξουσία κόμματος της πρωτοπορίας, τα μέσα με τα οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση αυτής της έμφυτης παρόρμησης δεν επιλέγονται τυχαία. Σύμφωνα με την ιδεολογία του κυβερνώντος κόμματος, είναι απολύτως πρέπον οι ευρισκόμενοι στην κορυφή να δίνουν οδηγίες στους από κάτω για το τι πρέπει να γίνει. Μ’ αυτόν τον τρόπο, «μεταξύ των ατόμων ή των οργανισμών που συντονίζουν και αυτών που συντονίζονται κυριαρχούν οι σχέσεις ανωτερότητας – υπαγωγής» και η πιο τυπική ροή πληροφορίας είναι «η προσταγή, η εντολή του ανωτέρου, την οποία ο υφιστάμενος οφείλει να εκτελέσει» (σ. 91-2). Επιπλέον, οι ευρισκόμενοι στην κορυφή θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι οδηγίες τους φθάνουν στους κατάλληλους ανθρώπους. Σε αντίθεση με την πρακτική του αυτοδιοικούμενου συντονισμού, «τα διοικητικά ανώτερα άτομα... τοποθετούνται πάνω από τα κεφάλια των υφισταμένων τους, αντί να εκλέγονται από αυτούς» (σ. 93). Μ’ αυτόν τον τρόπο, οι κοινωνικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν τον γραφειοκρατικό συντονισμό στα πλαίσια του ΥΣ (δηλαδή τις σχετικές με το πρωτοπόρο κόμμα παραγωγικές σχέσεις) αναπαράγουν το πρότυπο της αυστηρά ιεραρχικής λειτουργίας που συναντάμε στο ίδιο το κόμμα της πρωτοπορίας:


«Στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκεται ο ηγέτης του κόμματος και του κράτους. Στη βάση βρίσκονται οι πολίτες που δεν κατέχουν κάποια θέση στον μηχανισμό: οι εργαζόμενοι και τα μέλη των οικογενειών τους. Από την κορυφή μέχρι τη βάση εκτείνεται μια συνεχής κατακόρυφη αλυσίδα ιεραρχικών σχέσεων» (σ. 98).


Ο Κορνάι θεωρεί ότι αυτό το πρότυπο υπαγωγής επεκτείνεται στους χώρους εργασίας, όπου οι επιχειρήσεις και οι διευθυντές κατέχουν «τεράστια εξουσία» επί των εργατών. Η κρίσιμης σημασίας απουσία ανεξάρτητων εργατικών συνδικάτων, αλλά και η πληθώρα δραστικών όπλων που έχει στη διάθεσή της η διεύθυνση (πχ. η ευχέρεια να αρνηθεί τη συναίνεση στην αλλαγή εργασίας, οι δεσμοί με την αστυνομία και τους τοπικούς αξιωματούχους, και η αρμοδιότητά της σε θέματα στέγασης και άλλες υπηρεσίες που συνδέονται με την επιχείρηση) σημαίνουν ότι οι εργάτες «σε μεγάλο βαθμό βρίσκονται στο έλεος των αφεντικών τους» (σ. 222).

Αυτή η εξουσία επί των εργατών δεν περιορίζεται μόνο στον μεμονωμένο χώρο εργασίας. Όπως παρατηρεί ο Κορνάι σε σχέση με την κατάσταση των «εργατών που ζητούν υψηλότερη αμοιβή» και άλλων ομάδων στην κοινωνία, η γραφειοκρατία, στην προσπάθειά της να αποσπάσει τη στήριξη της πολιτικής της, χρησιμοποιεί «το πλήρες οπλοστάσιο της εκπαίδευσης και της σύγχρονης πολιτικής προπαγάνδας». «Πέρα από την ένταση του οπλοστασίου της προπαγάνδας και την ειδική έμφαση στα λόγια της διαφώτισης, υπάρχει και η καταπίεση» (σ. 45-6). Δεδομένου ότι η οικονομική σφαίρα «δεν διαχωρίζεται από τη σφαίρα της πολιτικής και της διοίκησης του κράτους», ο Κορνάι υποστηρίζει τελικά, ότι «μια επιχείρηση γίνεται κύτταρο ολοκληρωτικής εξουσίας και όχι απλά ένα σκηνικό εργασίας» (σ. 221, 222).

Από αυτή την άποψη, είναι σαφές ότι για τον Κορνάι το μέσο με το οποίο «η όλη ελίτ της εξουσίας» επιχειρεί να εξασφαλίσει τη μέγιστη παραγωγή υπερπροϊόντος δεν είναι οι οικονομικές πιέσεις αλλά μάλλον η πολιτική βία – αυτό που ο Mészáros (1995: 661) αποκάλεσε πολιτική απόσπαση υπερεργασίας. Η επεξεργασία των ιδιαίτερων στοιχείων «της σφαίρας της πολιτικής και της κρατικής διοίκησης» από τον Κορνάι καταλήγει σε μια ζωηρή εικόνα των κοινωνικών σχέσεων μέσα στο χώρο εργασίας – σχέσεων που ο ίδιος θεωρεί ότι απέχουν πολύ από τις αρχικές συλλήψεις του σοσιαλισμού:


«Όταν οι πρώτοι οπαδοί των μαρξικών ιδεών ονειρεύονταν μια κοινωνία όπου η εργασία δεν θα αγοράζεται ή δεν θα πωλείται σαν ένα άψυχο αντικείμενο, δεν επιθυμούσαν βέβαια να βλέπουν τους εργαζόμενους να υπάγονται σε όπλα κρατικής εξουσίας και οικονομικούς καταναγκασμούς αντί των σχέσεων της αγοράς» (σ. 227).


Ωστόσο, αυτή είναι μια μόνον όψη των σχετικών με το πρωτοπόρο κόμμα παραγωγικών σχέσεων. Ο Κορνάι αναγνώριζε πάντα ότι οι εργάτες στον ΥΣ ήταν οι άμεσοι ωφελούμενοι της εξαναγκασμένης ανάπτυξης και μιας οικονομίας χρόνιων ελλείψεων. Η εξάλειψη της ανεργίας και η ύπαρξη ελλείψεων εργασίας, υπογράμμιζε σε προγενέστερες μελέτες, προώθησε σε σημαντικό βαθμό τη θέση των εργατών – αφού αυτοί δεν ήταν πλέον υποχρεωμένοι να «ταπεινώνονται μπροστά τους εργοδότες» (Kornai, 1983: 131). Ωστόσο, αυτό που τον ενδιέφερε ήταν ότι η ανάδειξη της αγοράς εργασίας σε μια «αγορά πωλητών» ήταν αντιπαραγωγική. Όπως υποστήριζε, η χρόνια και έντονη έλλειψη εργασίας (Kornai, 1980: 255) «χαλαρώνει την πειθαρχία στο χώρο εργασίας» και αυξάνει τη «εσωτερική χαλαρότητα, επομένως τη μη απασχόληση στη δουλειά». Κατά συνέπεια, παρά το ότι ο Κορνάι αναγνώριζε τα οφέλη που προκύπτουν από την πλήρη απασχόληση, η μείωση της παραγωγικότητας που δημιουργείτο από αυτό το συστημικό χαρακτηριστικό ήταν τέτοια που, εκείνη την εποχή επέβαλλε τη διόρθωση της εικόνας της οικονομίας του ΥΣ με την εισαγωγή της έννοιας της «χαλαρότητας» (δηλαδή της υποαπασχόλησης [ράθυμης εργασίας, ΣτΜ]) (Lebowitz, 1985).

Στο The Socialist System, oΚορνάι επιστρέφει σ’ αυτό το θέμα: Υποστηρίζει ότι στον ΥΣ ενισχύεται η θέση των εργατών με την επίμονη παρουσία της οικονομίας των ελλείψεων, άρα και της έλλειψης εργασίας, η οποία «τους προσφέρει τη δύναμη να ασκούν κριτική στους ανωτέρους τους και να αντιτίθενται στις εντολές τους». Επιπλέον, η επίσημη ιδεολογία κατά την οποία το σύστημα «ενσαρκώνει την εξουσία της εργατικής τάξης» έχει σαν συνέπεια να ενθαρρύνονται οι εργάτες στο «να αντιτίθενται πιο ανοιχτά στα αφεντικά τους ή να προβάλλουν μια σιωπηρή αντίσταση» (σ. 219). Επομένως, η περιγραφή της σχετικής με το πρωτοπόρο κόμμα σχέσης παραγωγής από τον Κορνάι δεν αναγνωρίζει μόνο την ιδιαίτερη μορφή υπό την οποία αποσπάται η υπερεργασία από τους εργαζόμενους στον ΥΣ, αλλά και έναν από τους κυριότερους τρόπους με τους οποίους αυτοί πιέζουν προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν των ανωτέρων τους – μέσω της μειωμένης έντασης της εργασίας τους. Με δυο λόγια, περιγράφει την ταξική πάλη στο εσωτερικό του χώρου εργασίας και σημειώνει (σ. 220) ότι «η συνισταμένη των δυο αντιτιθέμενων ομάδων δύναμης δεν είναι πάντα η ίδια», καθώς εξαρτάται (μεταξύ άλλων) από «την ένταση των καταπιεστικών μεθόδων που χρησιμοποιεί η γραφειοκρατία». Όπως σχολίαζε ο Μαρξ (Marx, 1985: 146) στην ανάλογη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας με επίδικο τους μισθούς και τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, «το ζήτημα ανάγεται στο ερώτημα της αντίστοιχης ισχύος των δυο αντιμαχόμενων». 10

Ο Κορνάι υπογράμμιζε πάντα ότι οι «ενδοφυείς κανονικότητες» (δηλαδή οι νόμοι κίνησης) του ΥΣ είναι προσίδιες στο σύστημα. Όπως ο Μαρξ είχε αποδώσει τις δυναμικές ιδιότητες του καπιταλισμού στις ιδιαίτερες παραγωγικές του σχέσεις, έτσι και ο Κορνάι επεδίωξε να εξηγήσει κάποια χαρακτηριστικά όπως η αναπαραγωγή των ελλείψεων, οι χαλαροί περιορισμοί των προϋπολογισμών, η επενδυτική δίψα, μεταξύ πολλών άλλων, με την αναφορά στη συμπεριφορά των διαφόρων οικονομικών παραγόντων στο εσωτερικό της ιδιαίτερης δομής του ΥΣ. Το νέο στοιχείο ωστόσο στο The Socialist System είναι ότι «δίνοντας στη δομή της πολιτικής εξουσίας και την κομμουνιστική ιδεολογία… τη θέση που τους αξίζει σύμφωνα με την ανάλυσή μου» (σ. xx), ο Κορνάι προσέφερε μια βαθύτερη εξήγηση αυτών των κανονικοτήτων – το κατέχον την εξουσία κόμμα της πρωτοπορίας, που αποτελεί τον «γενετικό κώδικα» ο οποίος «αναπαράγεται σε κάθε κύτταρο του οργανισμού» (σ. 368, 368 υποσ.).

Επομένως, υπογραμμίζει ο Κορνάι, «οι άμεσες αιτίες των χρόνιων ελλείψεων στον ΥΣ αποτελούν οι ίδιες συνέπειες – προκύπτουν ολοκληρωτικά από τα βαθύτερα χαρακτηριστικά του συστήματος: την τυπική δομή εξουσίας, ιδεολογίας, ιδιοκτησίας και συντονισμού» (σ. 291). Αυτό που, με δυο λόγια μας λέει τώρα ο Κορνάι, είναι ότι όλο το προηγούμενο έργο του παρέλειψε την κινητήρια δύναμη του συστήματος : «Η πηγή από την οποία μπορούμε να συναγάγουμε τις κύριες κανονικότητες του συστήματος είναι ακριβώς τα χαρακτηριστικά της δομής εξουσίας» (σ. 33). Η εν λόγω δομή εξουσίας που δεν είχε εξεταστεί μέχρι τότε, παίζει «τον πρωτεύοντα ρόλο στην ανάπτυξη και εδραίωση του κλασικού συστήματος» και «συνιστά το βαθύτερο επίπεδο στην αιτιακή αλυσίδα που ερμηνεύει το σύστημα» (σ. 409).


5. Ο σχετικός με το πρωτοπόρο κόμμα τρόπος παραγωγής


Τέλος, ας έλθουμε στο τελευταίο βήμα της θεωρητικής κατασκευής του Κορνάι, με το οποίο ολοκληρώνεται το οργανικό σύστημα του ΥΣ. Η ολοκλήρωση αυτή επέρχεται με την ανάπτυξη του «κλασικού σοσιαλιστικού συστήματος», το οποίο θα ορίσουμε ως «προσίδιο στο πρωτοπόρο κόμμα τρόπο παραγωγής», προκειμένου να υπογραμμίσουμε την παραλληλία προς την αντίστοιχη συζήτηση του καπιταλισμού από τον Μαρξ.

Όπως σημειώσαμε προηγουμένως, η «εμφάνιση» ενός οργανικού συστήματος «συνίσταται ακριβώς στην υπαγωγή όλων των στοιχείων της κοινωνίας σ’ αυτό, ή στη δημιουργία εξ αυτού όλων των οργάνων που της λείπουν» (Marx 1973: 278 [Μαρξ, 2009: 205, ΣτΜ]). Αυτή είναι η διαδικασία την οποία ο Κορνάι (σ. 368) περιγράφει ως διαδικασία όπου «πραγματοποιείται μια φυσική επιλογή θεσμών και προτύπων συμπεριφοράς, και όπου τελικά ενισχύεται και εδραιώνεται σε τεράστιο βαθμό η εσωτερική συνοχή του συστήματος». Για τον Κορνάι, όπως και για τον Μαρξ, το ολοκληρωμένο οργανικό σύστημα, το σημείο όπου το σύστημα παράγει τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις του, αποκαλύπτει την ουσιώδη φύση του.

Κατά τη συζήτηση της ανάπτυξης του καπιταλισμού από τον Μαρξ, η αρχική ανάδυση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής (και επομένως της απόσπασης υπερεργασίας από τους μισθωτούς εργάτες) πραγματοποιείται στο πλαίσιο του υπαρκτού, κληρονομημένου τρόπου παραγωγής. Αυτή η απλά τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, ωστόσο, δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει την αναπαραγωγή των εργατών στην κατάλληλη κατάσταση εξάρτησης, και το κεφάλαιο χρειαζόταν τεχνητά μέσα και την ισχύ του κράτους μέχρι τη χρονική στιγμή όπου οι ανεπάρκειες της απόσπασης πλεονάσματος σ’ αυτή τη βάση το υποχρέωσαν να αλλάξει τον τρόπο παραγωγής σ’ έναν άλλο, προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις του (Marx, 1977: 899 [Μαρξ, 1978: 761, ΣτΜ], Lebowitz, 1991). Με δυο λόγια το κεφάλαιο δεν παρήγαγε όλες τις προϋποθέσεις του στην καπιταλιστική τους μορφή, μέχρις ότου δημιούργησε τον «ειδικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής» (Marx, 1977: 465 [Μαρξ, 1978: 361, ΣτΜ]), το εργοστάσιο μεγάλης κλίμακας, που χαρακτηριζόταν από την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο. Το κεφάλαιο αναπτύχθηκε πλήρως ως οργανικό σύστημα μόνο με ένα ιδιαίτερο τρόπο παραγωγής ο οποίος υποστήριζε την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Προκειμένου να διερευνήσουμε την ανάδυση ενός αντίστοιχου [τρόπου παραγωγής] στο εσωτερικό του ΥΣ, ενός «προσίδιου στο κόμμα της πρωτοπορίας τρόπου παραγωγής», είναι χρήσιμο να ορίσουμε αρχικά τη διάκριση μεταξύ «άμεσου γραφειοκρατικού ελέγχου» και «έμμεσου γραφειοκρατικού ελέγχου» που ορίζει ο Κορνάι (σ. 117, 488) στο πλαίσιο μιας συζήτησης για τη μεταρρύθμιση του ΥΣ. Ο Κορνάι σημειώνει εκεί ότι οι μεταρρυθμίσεις του σοσιαλισμού της αγοράς παριστούν μια μετατόπιση προς τον έμμεσο γραφειοκρατικό έλεγχο, καθώς συνεπάγονται «την απομάκρυνση ενός οικονομικού φαινομένου από την εμβέλεια του άμεσου γραφειοκρατικού ελέγχου ο οποίος βασίζεται στις εντολές μιας, ως προς τη φύση της, κατευθυνόμενης οικονομίας» (σ. 480). Ωστόσο, ακόμα και με την «κατάργηση ή τον περιορισμό του συστήματος των εντολών και της κατευθυνόμενης οικονομίας, η γραφειοκρατία εξακολουθεί να ασκεί τον έλεγχο, καθότι έχει στη διάθεσή της την εξουσία επί του πιστωτικού συστήματος, επί των φόρων, των τιμών και των επιδοτήσεων, και επηρεάζει τους διευθυντές των επιχειρήσεων «άλλοτε με το δέλεαρ των μπόνους και άλλοτε με συγκαλυμμένες ή ανοιχτές απειλές» (σ. 487). Κατά συνέπεια, αυτό που προβάλλει είναι μια «τροποποιημένη μορφή γραφειοκρατικού συντονισμού. Ο άμεσος κατακόρυφος έλεγχος παραχωρεί τη θέση του κυρίως στον έμμεσο κάθετο έλεγχο» (σ. 497-8).

Επειδή αυτό που ενδιαφέρει πρωτίστως τον Κορνάι στο The Socialist System κατά τη συζήτηση των δυο αυτών μορφών γραφειοκρατικού συντονισμού δεν είναι η «ανάδυση» αλλά μάλλον η «έκλειψη» του κλασικού σοσιαλιστικού συστήματος, εξετάζει αυτή τη διάκριση μόνο στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του σοσιαλισμού της αγοράς που απομακρύνονται από τον άμεσο κάθετο έλεγχο. Με την διερεύνηση της αντίστροφης πορείας, από τον έμμεσο στον άμεσο κάθετο έλεγχο, μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα τη φύση και την ανάπτυξη του προσίδιου στο πρωτοπόρο κόμμα τρόπου παραγωγής.

Ας πάρουμε την περίπτωση όπου η προσίδια στο πρωτοπόρο κόμμα σχέση παραγωγής έχει ήδη εδραιωθεί, δηλαδή το κόμμα της πρωτοπορίας χρησιμοποιεί τον γραφειοκρατικό συντονισμό στο πλαίσιο της κρατικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Με δεδομένη την «επιθυμία και τον σκοπό του συνόλου της ελίτ της εξουσίας», αυτής της εσωτερικής παρόρμησης προς τη μέγιστη δυνατή μεγέθυνση, η γραφειοκρατία είναι πάντοτε έτοιμη να παρέμβει στην οικονομία προκειμένου να επιτύχει τον στόχο της. Όταν για παράδειγμα, βρίσκεται αντιμέτωπη με «αυθόρμητες ενέργειες που δεν τις θεωρεί επιθυμητές», η φυσική αντίδραση του πρωτοπόρου κόμματος είναι μια επιχείρηση βελτίωσης του γραφειοκρατικού συντονισμού, αύξησης των κανονισμών, κλπ. «H τάση της πληρότητας, της περιεκτικότητας και της στεγανότητας εμφανίζεται συνεχώς στις κοινωνικές συνθήκες του γραφειοκρατικού συντονισμού» (σ. 129).

Πρόκειται για μια αυθόρμητη τάση, που δεν απαιτεί κανένα κεντρικό έλεγχο. Όταν τα πράγματα πάνε άσχημα, κάθε μέλος της γραφειοκρατίας καταλαβαίνει τι πρέπει να γίνει. «Αν κάτι πάει στραβά σ’ αυτές τις περιοχές, ο καθένας σκέφτεται: θα πρέπει να υπάρξει πιο ολοκληρωμένη παρέμβαση για την αποκατάσταση της τάξης. Ο καθένας και η καθεμιά στον τομέα του ή στον τομέα της ενισχύει συνεχώς την τάση που περιγράψαμε νωρίτερα ως ολοκλήρωση του γραφειοκρατικού ελέγχου, δηλαδή την αποτροπή των ανεπιθύμητων για τη γραφειοκρατία φαινομένων της διαφυγής από το δίκτυο των κανόνων, των προδιαγραφών και των απαγορεύσεων» (σ. 498-9). Η τάση αυτή είναι πάντοτε παρούσα – ακόμα και μετά την εισαγωγή των μεταρρυθμίσεων του σοσιαλισμού της αγοράς, «οι άμεσοι μέθοδοι ελέγχου επανεμφανίζονται αμέσως μόλις προκύψει στην οικονομία κάποια σοβαρή δυσκολία» (σ. 498 υποσ.).

Έτσι λοιπόν, η φυσική κλίση του πρωτοπόρου κόμματος στο πλαίσιο αυτής της σχέσης παραγωγής είναι η «τελειοποίηση» των μεθόδων του γραφειοκρατικού συντονισμού. «Η αναπόφευκτη συνέπεια είναι η γρήγορη εξάπλωση της γραφειοκρατίας. Η διευρυμένη αναπαραγωγή της γραφειοκρατίας συνεχίζεται» (σ. 129). Ο Κορνάι σημειώνει επίσης, ότι αυτό συνέβαινε εξ αρχής: παραπέμποντας στις διαμαρτυρίες του ίδιου του Λένιν το 1921, υπογραμμίζει την «αυθόρμητη αυτο-δημιουργία, αυτο-εξάπλωση και υπερβάλλουσα επέκταση των γραφειοκρατικών μηχανισμών που ξεπέρασαν τις προσδοκίες ακόμα και αυτών που εγκαινίασαν και διηύθυναν αυτές τις ιστορικές αλλαγές» (σ. 109, 109 υποσ.).

Επειδή λοιπόν, «η εσωτερική λογική του συστήματος ωθεί τη γραφειοκρατική εξουσία προς την “τελειοποίηση”» (σ. 367), εύκολα μπορούμε να συλλάβουμε τη μετατόπιση από τον έμμεσο στον άμεσο γραφειοκρατικό έλεγχο, δηλαδή την ανάπτυξη αυτού του «άμεσου, του βασιζόμενου στις οδηγίες γραφειοκρατικού ελέγχου μιας σχεδιασμένης οικονομίας», του τρόπου παραγωγής της πρωτοπορίας. Γιατί, στην καρδιά του κεντρικού σχεδίου εντολών – «ενός μνημειώδους έργου γραφειοκρατικού συντονισμού που στοχεύει στον εκ των προτέρων εναρμονισμό των διαδικασιών της οικονομίας» (σ. 114) – βρίσκεται η απόπειρα συντονισμού και ελέγχου ολόκληρης της οικονομίας ως «ένα ενιαίο, εθνικής κλίμακας “εργοστάσιο”» (σ. 542), διευθυνόμενο από ένα και μόνο κέντρο.

Στις συνθήκες αυτές, η ευρισκόμενη στην εξουσία ελίτ πασχίζει να πραγματώσει την «εσωτερική της παρόρμηση» τόσο με την εκπόνηση φιλόδοξων σχεδίων «που αποσκοπούν στο να εκβιάσουν μια ταχύρρυθμη μεγέθυνση της παραγωγής» (σ. 126), όσο και με τον έλεγχο της παραγωγής και της κατανάλωσης. Κατά τον Κορνάι, «η ηγεσία της χώρας όχι μόνο θέλει ένα υψηλότερο ποσοστό επενδύσεων, αλλά και διαθέτει τη δύναμη να επιβάλει τη θέλησή της» (σ. 167). Κατά την εφαρμογή του σχεδίου, ακολουθούνται όλες οι μέθοδοι που έχει στη διάθεσή του ο γραφειοκρατικός συντονισμός. Αν και δεν λείπουν τα μπόνους, τα πρόστιμα, τα επιχειρήματα και η πειθώ, «η κύρια μέθοδος που χρησιμοποιείται από τις υψηλότερες βαθμίδες της εξουσίας για τον έλεγχο των κατώτερων βαθμίδων σε όλες τις σφαίρες λήψης αποφάσεων και διαχείρισης … είναι οι εντολές» (σ. 116).

Δεν πρόκειται για τον κεντρικό σχεδιασμό ως τέτοιο, αλλά μάλλον για τον κεντρικό σχεδιασμό στη μορφή που αντιστοιχεί στο κόμμα της πρωτοπορίας. Η χαρακτηριστική του εξάρτηση από τη συγκεντρωτική οργάνωση, τον έλεγχο και τις παρεμβάσεις απορρέει άμεσα από τη σχέση του πρωτοπόρου κόμματος – τη σχέση όπου η κορυφή/το κέντρο επιβάλλει την ορθότητα της διεύθυνσης εκ των άνω και εντέλλεται τη συμμόρφωση. OΚορνάι αρνείται ότι η φύση του συστήματος πηγάζει από τον κεντρικό σχεδιασμό ως τέτοιο: «Τα χαρακτηριστικά του συστήματος δεν μπορούν να συναχθούν εκ του ότι αυτό δεν είναι μια οικονομία της αγοράς, και πολύ λιγότερο από το ότι οι τιμές είναι ανορθολογικές, κ.ο.κ.» (σ. 363). Πρόκειται μάλλον για το ότι οι σχετικές με το πρωτοπόρο κόμμα σχέσεις παραγωγής έχουν επιλέξει έναν ιδιαίτερο τρόπο παραγωγής, τον προσίδιο στο πρωτοπόρο κόμμα τρόπο παραγωγής, τα χαρακτηριστικά του οποίου διαμορφώνονται κατ’ εικόνα του γενετικού κώδικα που έχει ταυτοποιήσει ο Κορνάι:


«Ο άμεσος γραφειοκρατικός έλεγχος της οικονομίας … περιλαμβάνει την επεξεργασία των σχεδίων μέσω εντολών και τη διοικητική υποχρέωση της εφαρμογής τους, τη διαχείριση που βασίζεται στις εντολές και την πρακτική της ανώτερης οργανωτικής βαθμίδας που παρεμβαίνει τακτικά σε κάθε λεπτομέρεια των διαδικασιών παραγωγής και διανομής, όπως και στην καθημερινή λειτουργία των εποπτευόμενων οργανισμών» (σ. 117).


Με την ανάπτυξη του προσίδιου στο πρωτοπόρο κόμμα τρόπου παραγωγής, το «κλασικό σύστημα» παίρνει τη μορφή ενός «συνεκτικού συστήματος» και ενός «συνεκτικού όλου» (σ. 500, 570). Δεν πρόκειται πλέον για ένα σύστημα «αναδυόμενο», αλλά μάλλον για ένα σύστημα που «αποτελεί το ίδιο προϋπόθεση [για τον εαυτό του], και... δημιουργεί το ίδιο τις προϋποθέσεις για τη διατήρηση και αύξησή του» (Marx, 1973: 460 [Μαρξ 1990: 349, ΣτΜ]). 11 Όλα τα στοιχεία του συστήματος παράγονται πλέον στην προσίδια στο πρωτοπόρο κόμμα μορφή τους και στηρίζουν την αναπαραγωγή αυτού του συστήματος. «Ταιριάζουν μεταξύ τους και αλληλοενισχύονται» (σ. 366).

Ο «άμεσος γραφειοκρατικός έλεγχος» όχι μόνο επιφέρει μια ενίσχυση της ιεραρχίας και μια διευρυμένη αναπαραγωγή της γραφειοκρατίας, αλλά και ευνοεί τη μη αναπαραγωγή των οριζόντιων δεσμών που συνδέονται με άλλες μορφές συντονισμού και κοινωνικών σχέσεων. Πέραν της «ατροφίας των αυτοδιαχειριστικών μορφών συντονισμού, και της ανάσχεσης του ενθουσιασμού για εθελοντική εργασία χάριν της κοινότητας», που προκύπτει σ’ αυτές τις συνθήκες, ο Κορνάι (σ. 109) υπογραμμίζει επίσης την υποχρεωτική εκτόπιση του συντονισμού μέσω της αγοράς. Περαιτέρω, παράλληλα με την επέκταση των εντολών στην παραγωγή επέρχεται και ο αυξημένος ρόλος της καταπίεσης:


«Από τη στιγμή που έχει εδραιωθεί η πολιτική δομή του κλασικού συστήματος, το ηθικό της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων έχει καμφθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν τολμούν ούτε να διανοηθούν την αντίσταση. Αυτή η μαζική καταπίεση αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η επιβολή των κανονισμών και των εντολών της ηγεσίας» (σ. 46).


Επομένως, το κλασικό σύστημα τείνει να αναπαράγει πρότυπα συμπεριφοράς (δηλαδή ανθρώπους) που ενισχύουν την αναπαραγωγή του συστήματος – σε αναλογία με την αντίστοιχη περιγραφή από τον Μαρξ της επιτυχίας του καπιταλισμού στην παραγωγή αυτής της κρίσιμης προϋπόθεσης. 12 Ακόμα κι όταν η καταπίεση δεν είναι το κυριότερο στοιχείο – στο πλαίσιο της ίδιας της γραφειοκρατίας – οι ιεραρχικές σχέσεις στο εσωτερικό των οποίων λειτουργούν τα μέλη της τα διαπλάθουν με την κατάλληλη μορφή:


«Δεν είναι φρόνιμο να ασκείς κριτική σε ανώτερους, να διατυπώνεις ασυνήθιστες ιδέες, ή να παίρνεις πρωτοβουλίες. Δεν κερδίζεις με το να σκέφτεσαι ανεξάρτητα, ή με το να διακινδυνεύεις από μόνος σου… Το φαινόμενο διαμόρφωσης και προσαρμογής του χαρακτήρα, όπως και τα κριτήρια επιλογής του γραφειοκρατικού ελέγχου, αλληλοενισχύονται: η δουλικότητα και η νοοτροπία του σκυφτού κεφαλιού κυριαρχούν» (σ. 121).


Αντίστοιχα, με δεδομένη την ανάγκη του «αναδυόμενου συστήματος να αυτονομιμοποιηθεί και να αυτοδικαιωθεί», έχουμε μια σταθερή προσαρμογή και τροποποίηση των αρχικών κινητήριων ιδεών «μέχρι την ωρίμανση της επίσημης ιδεολογίας του κλασικού συστήματος» (σ. 60). Έτσι λοιπόν, η ιδεολογία αυτή («που πολλοί την αποκαλούν σταλινισμό») δεν μπορεί να ταυτιστεί ακριβώς με τις απαρχές της, γιατί «αναπτύσσεται επιλέγοντας ιδέες από προηγούμενες περιόδους, μερικές από τις οποίες ξεχνιούνται και υποβιβάζονται στο “ασυνείδητο” του συστήματος, ενώ άλλες αποκτούν νέα έμφαση και συμφραζόμενα» (σ. 50). Μάλιστα ο Κορνάι αναγνωρίζει (σ. 58) ότι κάποιες πλευρές αυτής της επίσημης ιδεολογίας είναι τελείως ξένες προς το όραμα του ίδιου του Μαρξ. Ωστόσο, αυτές οι τροποποιήσεις του μαρξισμού παίζουν σημαντικό ρόλο στις διαδικασίες «σταθεροποίησης - εδραίωσης του συστήματος, αφού συμβάλλουν σ’ αυτές και δικαιώνουν τα πρακτικά τους αποτελέσματα» (σ. 50).

«Μπορεί το κλασικό σύστημα να επιβιώσει μόνιμα;» Ο Κορνάι θεωρεί (σ. 377, 379) ότι παρά τη συνοχή του, οι ενδοφυείς αντιφάσεις του συστήματος – αυτές που κατέστησε πασίγνωστες ο ίδιος με τις πρώιμες μελέτες του (βλ. Lebowitz, 1985) – στο τέλος επικρατούν. Με τη συσσώρευση των οικονομικών δυσχερειών, έρχεται στην επιφάνεια μια αυξανόμενη δυσαρέσκεια και, αργά ή γρήγορα, η ηγεσία του κόμματος της πρωτοπορίας επιλέγει να μετακινηθεί από τον άμεσο γραφειοκρατικό έλεγχο στον έμμεσο έλεγχο (δηλαδή εγκαταλείπει τον προσίδιο στο πρωτοπόρο κόμμα τρόπο παραγωγής) προκειμένου να διατηρήσει τις αντίστοιχες με αυτό το κόμμα σχέσεις παραγωγής (σ. 383-5).

Παρ’ όλον ότι η συζήτηση της ανάλυσης αυτής της διαδικασίας μεταρρύθμισης από τον Κορνάι ξεφεύγει από το πλαίσιο του παρόντος άρθρου, η κατανόηση της άποψής του για το κλασικό σύστημα ως ένα συνεκτικό οργανικό σύστημα καθιστά πολύ σαφές για ποιο λόγο θεωρεί ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις του σοσιαλισμού της αγοράς εισάγουν ασυμβατότητα στο σύστημα. Κατά συνέπεια, μένει ανένδοτος στην άποψη ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές δεν μπορούν να οδηγήσουν στα αποτελέσματα στα οποία ελπίζουν οι μεταρρυθμιστές του σοσιαλισμού της αγοράς:


«Αντιμέτωπες με την πραγματική δομή του σοσιαλιστικού συστήματος, τα διατηρούμενα ίχνη της προγενέστερης ιδεολογίας του, και τις ιδιοκτησιακές του σχέσεις, οι απόπειρες εφαρμογής των ιδεών του σοσιαλισμού της αγοράς είναι καταδικασμένες και δεν μπορούν να εδραιώσουν ένα στιβαρό κοινωνικο-οικονομικό σύστημα» (σ. 511).


Έτσι λοιπόν, είναι αναγκαία η πραγματική αλλαγή τους συστήματος (για την οποία οι μεταρρυθμίσεις ανοίγουν τον δρόμο, μέσω της διάβρωσης του κλασικού σοσιαλισμού, σ. 574). Πλησιάζει η στιγμή της «εξάλειψης του σοσιαλιστικού συστήματος και της οδήγησης της κοινωνίας προς μια καπιταλιστική οικονομία της αγοράς» (σ. xxv).


6. Η έννοια του προσίδιου στο πρωτοπόρο κόμμα τρόπου παραγωγής: ερωτήματα και επιπτώσεις


Η ευκολία με την οποία η επιχειρηματολογία του Κορνάι μπορεί να αναδιατυπωθεί με τους όρους ενός ιδιαίτερου συνόλου παραγωγικών σχέσεων και ενός τρόπου παραγωγής που στηρίζει την αναπαραγωγή αυτών των σχέσεων επιβεβαιώνει τόσο την επιρροή του Μαρξ στον Κορνάι, όσο και την παραλληλία μεταξύ της ανάλυσης του καπιταλισμού από τον Μαρξ και της μελέτης του ΥΣ από τον Κορνάι. Η αίσθηση αυτής της παραλληλίας από τον ίδιο τον Κορνάι τον οδηγεί στο να υπογραμμίσει κάτι που φαίνεται να αποτελεί μια σημαντική διαφορά στην ιστορική ανάπτυξη του ΥΣ. Κατά τον Κορνάι, η «βάση» δεν προσδιορίζει την «υπερδομή». Μάλλον η επανάσταση παρήγαγε τα σπέρματα μιας νέας υπερδομής, η οποία προχώρησε στον καθορισμό της βάσης (σ. 364-5).

Παρ’ όλον ότι τα μεταφορικά αυτά σχήματα από την μαρξική πολιτική οικονομία που γνώριζε ο Κορνάι ίσως να υπαινίσσονται κάτι διαφορετικό, υπάρχει μια πραγματική ομοιότητα στην ανάδυση των οργανικών συστημάτων του καπιταλισμού και του ΥΣ. Και στα δυο, προηγήθηκαν ιδιαίτερες κοινωνικές σχέσεις, πριν από την τομή στις ιδιοκτησιακές κτήσεις, η οποία ήταν η αναγκαία (όχι όμως και επαρκής) συνθήκη για την ανάδυση των νέων παραγωγικών σχέσεων. Η σημαντική συμβολή του Κορνάι στο The Soci alist System (πέραν της μελέτης του ΥΣ ως οργανικού συστήματος) είναι ότι κατέδειξε τη σημασία που έχει το κόμμα της πρωτοπορίας ως η αρχική εκείνη κοινωνική συνθήκη που θα καταστεί ο σπόρος του ΥΣ.

Ωστόσο, παραμένει το ερώτημα σε σχέση με την επάρκεια της ανάλυσης της προσίδιας στο κόμμα της πρωτοπορίας σχέσης παραγωγής. Ο Κορνάι παρουσιάζει κάποια μονομέρεια (όχι ασυνήθιστη μεταξύ των μαρξιστών – βλ. Lebowitz, 1992), καθώς αποτυγχάνει να εξετάσει την πλευρά των εργατών ως υποκειμένων και να διερευνήσει τον ρόλο που έπαιξαν η αντίσταση και τα αιτήματά τους στην παραγωγή των κανονικοτήτων του συστήματος. 13 Αν και υπογραμμίζει την «τεράστια εξουσία» που ασκούν οι επιχειρήσεις και οι διευθυντές στους εργάτες στο πλαίσιο της σχετικής με το πρωτοπόρο κόμμα παραγωγικής σχέσης, η εκτίμηση αυτή είναι δύσκολο να συμφιλιωθεί με την αδυναμία τους – για παράδειγμα την αδυναμία τους να εισαγάγουν νέες τεχνολογίες και να αλλάξουν τις συνθήκες του χώρου εργασίας. Επειδή ο Κορνάι δεν παίρνει σοβαρά υπόψη του τις συνέπειες που έχουν τα «εργασιακά δικαιώματα» στους νόμους κίνησης του ΥΣ, δεν εξηγεί επαρκώς το απλό γεγονός ότι σε αντιδιαστολή προς τον καπιταλισμό, στον ΥΣ η επιτυχία της αντικατάστασης εργατών με μηχανές στις υπάρχουσες επιχειρήσεις (δηλαδή η εντατική ανάπτυξη) είναι τόσο περιορισμένη. 14 Αυτή η απουσία διερεύνησης μιας μορφής ιδιοκτησιακού δικαιώματος στο κλασικό σύστημα αποτελεί σοβαρή ανεπάρκεια της ανάλυσης των σχετικών με το πρωτοπόρο κόμμα σχέσεων παραγωγής.

Ακόμα, ο Κορνάι, καθώς δεν κάνει τη διάκριση μεταξύ των διευθυντών των επιχειρήσεων και αυτών της κορυφής [του κρατικού μηχανισμού, ΣτΜ] (και τους βλέπει όλους ως μια «γραφειοκρατία»), υποτιμά μια σοβαρή αδυναμία των ανθρώπων που βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας – τη μεγάλη τους δυσκολία στο να πειθαναγκάσουν τους διευθυντές των επιχειρήσεων για να επιτύχουν τους στόχους τους. 15 Αυτή η παράβλεψη του προβλήματος προϊσταμένου - υφισταμένου (τη σημασία του οποίου είχε υποδείξει ο ίδιος, στο Kornai, 1959) συνδέεται με την απόφασή του να μην ασχοληθεί ξεχωριστά με «τα κίνητρα των διευθυντών των επιχειρήσεων και των άλλων ομάδων της γραφειοκρατίας» (σ. 118-19). To αποτέλεσμα είναι ότι συσκοτίζεται ο βαθμός στον οποίο η πολιτική και ηθική πεποίθηση (σε αντιδιαστολή με τα υλικά οφέλη) αποτελεί συστηματικά σημαντικότερο στόχο για κάποιες ομάδες απ’ ό,τι για κάποιες άλλες. Και στο σημείο αυτό εντοπίζεται ένα σημαντικό κενό στην ανάλυση του Κορνάι.

Τέλος, υπάρχει το ζήτημα του ντετερμινισμού σε σχέση με τη θεωρία του Κορνάι. Η πορεία που περιγράφει είναι αναπότρεπτη, ή είναι δυνατόν οι ενύπαρκτες στο ευρισκόμενο στην εξουσία κόμμα της πρωτοπορίας τάσεις να εξουδετερωθούν από άλλες εξελίξεις; Ενώ η επιχειρηματολογία του φαίνεται να ταιριάζει καλά με την περίπτωση της ΕΣΣΔ και της Ανατολικής Ευρώπης (ιδίως της Ουγγαρίας), αφού η θεωρία του βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σ’ αυτές, ο βαθμός της αντιστοιχίας της με άλλες χώρες που καλύπτουν το κριτήριο ενός Κομμουνιστικού Κόμματος στην εξουσία δεν είναι απολύτως καθαρός. Για να πάρουμε ένα μόνο προφανές παράδειγμα, η πρώην Γιουγκοσλαβία (με την ιδεολογική εστίαση στην αυτοδιαχείριση, τη φαινομενική απουσία ενός «προσίδιου στο πρωτοπόρο κόμμα τρόπου παραγωγής» και τους εμφανώς διαφορετικούς νόμους κίνησης), παρά τον κυρίαρχο ρόλο του κόμματος της πρωτοπορίας, δεν φαίνεται να ταιριάζει ικανοποιητικά στο θεωρητικό πλαίσιο του Κορνάι. Μήπως αυτό σημαίνει ότι ένα συγκεκριμένο πρωτοπόρο κόμμα είναι δυνατόν να στηριχτεί σε άλλα στοιχεία των αρχικών ιδεών του Μαρξ, να ενθαρρύνει κοινωνικές σχέσεις διαφορετικές από αυτές που περιγράψαμε προηγουμένως, και να αναπτύξει ένα οικονομικό σύστημα ποιοτικά διαφορετικό από αυτό που ανέλυσε ο Κορνάι; Με δυο λόγια, η πιθανότητα ένα πρωτοπόρο κόμμα «να ενεργήσει ως μαμή για τη γένεση μιας αυτόνομης αυτοδιαχείρισης» (Mészáros, 1995: 399) αποκλείεται απολύτως;

Ωστόσο, μπορούμε να κρίνουμε την αρτιότητα της ανάλυσης του ΥΣ εκείνης της εποχής από τον Κορνάι, με την εκτίμηση ότι η απόφασή του να «περάσει τη διαχωριστική γραμμή» μεταξύ οικονομικής και πολιτικής σφαίρας ανέδειξε το The Socialist System σε μια μείζονα συμβολή ως προς την κατανόηση των διδαγμάτων που μπορούμε να αντλήσουμε από τον ΥΣ. Είναι, ιδιαίτερα, απολύτως ουσιαστικό να κατανοήσουμε ότι όλα τα συμπεράσματα του Κορνάι είναι προσίδια αυτού του οργανικού συστήματος, γενετικός κώδικας του οποίου είναι το ευρισκόμενο στην εξουσία πρωτοπόρο κόμμα. Ακόμα και αυτό το σχόλιό του (που παραθέσαμε πιο πάνω) σχετικά με το πώς ο σοσιαλισμός της αγοράς είναι «καταδικασμένος» αναφέρεται αυστηρά στο συγκεκριμένο σύστημα, και στις απόπειρες εφαρμογής του σοσιαλισμού της αγοράς στο εσωτερικό κοινωνιών που χαρακτηρίστηκαν από τον προσίδιο στο πρωτοπόρο κόμμα τρόπο παραγωγής. 16

To ισχυρό σημείο της επιχειρηματολογίας του Κορνάι είναι ο τρόπος με τον οποίο υφαίνει διάσπαρτα στοιχεία, αποκαλύπτοντας σε ποιο βαθμό πρέπει να συλλάβουμε τον ΥΣ ως ένα ολοκληρωμένο σύνολο, οι σχέσεις του οποίου συνυπάρχουν και αλληλοστηρίζονται. Ωστόσο, το δυνατό αυτό σημείο είναι ταυτόχρονα και η αδυναμία του, από μια σημαντική άποψη. Αποδεικνύοντας τη θέση του πρωτοπόρου κόμματος στην «προσεκτικά δομημένη θεωρητική του κατασκευή» (σ. xx-xxi), ο Κορνάι «αδειάζει» αυτούς που χρησιμοποίησαν τις προγενέστερες μελέτες του ως αποφασιστική κριτική μιας σοσιαλιστικής οικονομίας. Πριν από το The Socialist System, μπορούσε κανείς να διαβάσει στον Κορνάι μια απόδειξη του ότι μια (για την ακρίβεια, κάθε) σοσιαλιστική οικονομία ενδοφυώς θα είναι μια οικονομία ελλείψεων, που θα χαρακτηρίζεται από επενδυτική δίψα, χαλαρούς περιορισμούς των προϋπολογισμών, λουφαδόρους εργάτες και γενική χαμηλή αποδοτικότητα. Ωστόσο, η παρουσίαση της βαθιάς ρίζας αυτών των φαινομένων από τον Κορνάι αποκαλύπτει τώρα πόσο κρίσιμος είναι «ο σπόρος της νέας κοινωνίας από την οποία φύεται όλος ο οργανισμός» (σ. 368).

Πράγματι, ως αποτέλεσμα της ανάλυσης του Κορνάι στο The socialist System θα πρέπει να διερωτηθεί κάθε γενίκευση από την εμπειρία του ΥΣ. Αν δεχτούμε το θεωρητικό του επιχείρημα ότι ο ΥΣ ήταν ένα συνεκτικό σύστημα – ένα ιδιαίτερο σύνολο τα μέρη του οποίου συνεξελίχθηκαν – το συμπέρασμα είναι ότι ελάχιστα πράγματα μπορούμε να συναγάγουμε από την εμπειρία του ΥΣ σχετικά με το χαρακτήρα και τις ιδιότητες των ιδιαίτερων μερών, έξω από τη θέση τους στο εσωτερικό του συγκεκριμένου οργανικού συστήματος. Τα μέρη δεν υπάρχουν αποκομμένα από τις ιδιότητές τους. Αυτό που παρατηρούμε στον ΥΣ είναι η κρατική ιδιοκτησία και ο σχεδιασμός μόνο στην προσίδια στο πρωτοπόρο κόμμα μορφή τους, και αυτό που συνέβη στον ΥΣ δεν μπορεί να μας πει πολλά πράγματα σχετικά με τις προοπτικές μιας κρατικής ιδιοκτησίας αποκομμένης από το πρωτοπόρο κόμμα, τον γενετικό δηλαδή κώδικα του ΥΣ, ή ενός αντίστοιχου σχεδιασμού. 17

Η ειρωνεία εδώ είναι ότι πολλοί υποστηρικτές του σοσιαλισμού έσπευσαν χωρίς δεύτερη σκέψη να συμπεράνουν από την εμπειρία του ΥΣ ότι είναι ανάγκη να απορρίψουν από την αντίληψή τους για τον σοσιαλισμό τον σχεδιασμό και την κρατική ιδιοκτησία. Ο JohnRoemer (1994), για παράδειγμα, υποστηρίζει στο έργο του A Future for Socialism ότι «ο σοσιαλισμός παραμένει ένα ιδανικό στο οποίο αξίζει να προσβλέπουμε», ωστόσο αυτό απαιτεί μια «κάποια αναθεώρηση των τυπικών απόψεων σχετικά με το τι συνιστά τον σοσιαλισμό». Κατά συνέπεια, προτείνει να προχωρήσουμε στη συγκρότηση ενός προγράμματος υπέρ του σοσιαλισμού της αγοράς αποφεύγοντας (σ. 20) «το φετίχ της κρατικής ιδιοκτησίας» (δεδομένου ότι «ο σύνδεσμος μεταξύ δημόσιας ιδιοκτησίας και σοσιαλισμού είναι σαθρός»). Σε αντιδιαστολή, η επιμονή του συντηρητικού Κορνάι στην κατανόηση του ΥΣ ως ολότητας (και, επομένως, η απόρριψη της προσέγγισης του σοσιαλισμού ως μιας συλλογής διάσπαρτων μερών) προσφέρει τη βάση για την εναλλακτική πρόταση ότι γνωρίζουμε λίγα πράγματα σχετικά με το μέλλον του σοσιαλισμού (και όσα θα πρέπει να απορρίψουμε) – πέραν του ότι είναι απολύτως αναγκαίο να αποφύγουμε την αναπαραγωγή των σχετικών με το πρωτοπόρο κόμμα σχέσεων παραγωγής.

Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος ο Κορνάι, ενδίδοντας στον πειρασμό να αντλήσει καθολικά συμπεράσματα σχετικά με τον σοσιαλισμό από τη μελέτη του ΥΣ, υπερβαίνει τα όρια του επιστημονικού του εγχειρήματος. Όταν περιγράφει χαλαρά κάποια φαινόμενα των καπιταλιστικών οικονομιών όπως οι έλεγχοι των τιμών, ο κεντρικός σχεδιασμός και ο κυβερνητικός πατερναλισμός ως «σπέρματα σοσιαλισμού» (σ. xxii), τοποθετείται ακριβώς στον αντίποδα του επιχειρήματός του ότι στο εσωτερικό του ΥΣ τα στοιχεία αυτά συνιστούν το αποτέλεσμα ενός ιδιαίτερου γενετικού κώδικα, και ως εκ τούτου όχι αίτια. Από αυτή την άποψη, εκεί όπου ο Κορνάι υιοθετεί συντηρητικές απόψεις και αντλεί από τον ΥΣ συμπεράσματα σχετικά με τα σοσιαλιστικά προγράμματα π.χ. των καπιταλιστικών χωρών, αντιφάσκει με την ίδια την επιχειρηματολογία του. Με δεδομένη τη θέση του ότι η εξ ολοκλήρου διακυβέρνηση από ένα Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είναι μόνο μια επαρκής αλλά και μια αναγκαία συνθήκη για το σύστημα που περιγράφει (σ. 375), ο Κορνάι γνωρίζει καλά ότι «αν στην παρούσα ιστορική καμπή, εφαρμοστεί σε μια χώρα ένας άλλος “γενετικός κώδικας”, το αποτέλεσμα θα είναι διαφορετικό, παρά την ομοιότητα του σημείου αφετηρίας» (σ. 369).

Η προσεκτική και συστηματική ανάλυση των χαρακτηριστικών του ΥΣ από τον Κορνάι μας επιτρέπει να συλλάβουμε την έννοια του προσίδιου στο πρωτοπόρο κόμμα τρόπου παραγωγής ως εκπροσώπου μιας οικονομικής εποχής [epoch of production] που σημάδεψε τον εικοστό αιώνα. Η ιδιαιτερότητά της μας προσφέρει, επίσης, τον χώρο για να φανταστούμε ένα διαφορετικό τρόπο παραγωγής, το σπέρμα και ο γενετικός κώδικας του οποίου είναι ο συνεταιρισμός των ελεύθερων και ίσων παραγωγών στον οποίο προσέβλεπαν ο Μαρξ και άλλοι πρώιμοι σοσιαλιστές. Παρ’ όλον ότι ο Κορνάι πιθανώς να απέρριπτε την πιθανότητα μιας τέτοιας εξέλιξης στην πραγματική ζωή, στη μελέτη του δεν υπάρχει τίποτα που να την αποκλείει.


Βιβλιογραφία


Flaherty, P. (1992), Cycles and crises in statist economies, Review of Radical Political Economics, vol. 24, nos 3 & 4.

Granick, D. (1987), Job Rights in the Soviet Union: Their Consequences, New York, Cambridge University Press.

Haraszti, M. (1978), A Worker in a Worker’s State, New York, Universe Books.

Kornai, J. (1959), Overcentralization in Economic Administration: A Critical Analysis Based on Experience in Hungarian Light Industry, Oxford, Oxford University Press.

Kornai, J. (1980), Economics of Shortage, Amsterdam, North-Holland.

Kornai, J. (1982), Growth, Shortage and Efficiency: A Macrodynamic Model of the Socialist Economy, Oxford, Blackwell.

Kornai, J. (1983), Contradictions and Dilemmas: Studies on the Socialist Economy and Society, Budapest, Corvina.

Kornai, J. (1990), The Road to a Free Economy. Shifting from a Socialist Economy: The Case of Hungary, New York, W. W. Norton.

Kornai, J. (1992), The Socialist System: The Political Economy of Communism, Princeton, Princeton University Press.

Lebowitz, M. A. (1985), Kornai and socialist laws of motion, Studies in Political Economy, (Autumn), no. 18.

Lebowitz, M. A. (1988), Is ‘analytical Marxism’ Marxism?, Science & Society (Summer).

Lebowitz, M. A. (1991), The socialist fetter: a cautionary tale, in Miliband, R. and Panitch, L. (eds.), The Socialist Register 1991 (Communist Regimes: The Aftermath), London, Merlin.

Lebowitz, M. A. (1992), Beyond Capital: Marx’s Political Economy of the Working Class, New York, St Martin’s Press.

Marx, K. (1973), Grundrisse, New York, Vintage.

Marx, K. (1976), The Poverty of Philosophy, in Marx and Engels, Collected Works, Vol. 6, New York, International.

Marx, K. (1977), Capital, Vol. I, New York, Vintage.

Marx, K. (1985), Value, Price and Profit, in Marx and Engels, Collected Works, Vol. 20, New York, International.

Mészáros, I. (1995), Beyond Capital: Towards a Theory of Transition, London, Merlin Press.

Roemer, J. E. (1994), A Future for Socialism, Cambridge, MA, Harvard University Press.

Ticktin, H. (1992), Origins of the Crisis in the USSR: Essays on the Political Economy of a Disintegrating System, Armonk, NY, M. E. Sharpe.


Μαρξ, Κ. (1978), Το Κεφάλαιο, τόμ. 1ος, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (1989), Βασικές Γραμμές της «Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας» ( Grundrisse ), τόμ. Α΄, Αθήνα, εκδ. Στοχαστής.

Μαρξ, Κ. (1990), Βασικές Γραμμές της «Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας» ( Grundrisse ), τόμ. Β΄, Αθήνα, εκδ. Στοχαστής.

1 Τίτλος πρωτοτύπου: “Kornai and the vanguard mode of production”, Cambridge Journal of Economics 2000, 24, 377–392

2 Σημείωση του μεταφραστή : Τόσο ο Μ. Lebowitz, όσο βεβαίως και ο J. Kornai, προφανώς δεν υιοθετoύν τους χαρακτηρισμούς περί ενός ex officio «κόμματος της πρωτοπορίας» τους οποίους απέδιδαν στον εαυτό τους τα παραδοσιακά κομμουνιστικά κόμματα. Η προβληματική τους βρίσκεται μάλλον στον αντίποδα αυτών των αντιλήψεων. Αν χρησιμοποιούν αυτή την ορολογία, το κάνουν μάλλον προκειμένου να πάρουν τις αποστάσεις τους από τους κομματικούς σχηματισμούς που επικαλούνταν αυτή την ιδιότητα της «πρωτοπορίας» προκειμένου να δικαιώσουν τις αντιδημοκρατικές - εξουσιαστικές και εκμεταλλευτικές πρακτικές τους στις περιόδους που βρέθηκαν να κατέχουν θέσεις εξουσίας. Με τη σκέψη αυτή κρίναμε σκόπιμο να αποδώσουμε τους όρους vanguardrelationsofproduction και specificallyvanguardmodeofproduction του παρόντος άρθρου ως σχετικές με το πρωτοπόρο κόμμα σχέσεις παραγωγής και προσίδιο στο πρωτοπόρο κόμμα τρόπο παραγωγής, αντίστοιχα. Ο όρος πρωτοπόρο κόμμα θα πρέπει επομένως να θεωρηθεί εντός εισαγωγικών.

3 Βλ. δύο προηγούμενες παρουσιάσεις του έργου του Kornai στα Lebowitz (1985, 1991).

4 Από εδώ και στο εξής, οι παραπομπές από το The Socialist System (Kornai, 1992) θα ορίζονται μόνο με τον αριθμό της σελίδας.

5 Όπως σημειώνει ο ίδιος (1990: 34 υποσ.), τους επαίνους του υπέρ της ιδιωτικής ιδιοκτησίας «σε μεγάλο βαθμό τους ενέπνευσαν» μεταξύ άλλων, οι Alchian & Demsetz, Furobotyn & Pejovich, vonMises & DonaldLavoie.

6 Ο Kornai ωστόσο αναγνωρίζει ότι εδώ δεν εμπλέκεται μόνο η πειθαρχία και ο φόβος της ποινής: «Πολλά μέλη του (κομματικού) μηχανισμού είναι άτομα που κινούνται από αγνές προσθέσεις, που εργάζονται σκληρά και επί πολλές ώρες, με την πεποίθηση ότι με τον τρόπο αυτό υπηρετούν την υπόθεση του κόμματός τους και του λαού, το κοινό καλό και τα συμφέροντα της ανθρωπότητας» (σ. 41).

7 Το επιχείρημα αυτό του Κορνάι, αν και εκδοχή ενός «γραφειοκρατικού κολλεκτιβισμού», υπογραμμίζει τον βαθμό στον οποίο δεν πρόκειται για μια οποιαδήποτε γραφειοκρατία, αλλά για αυτήν που δημιουργείται από ένα συγκεκριμένο «γενετικό κώδικα».

8 Στον βαθμό που το κόμμα κατορθώνει να εποπτεύει τις δραστηριότητες όλων των άλλων οργανισμών και θεσμών, ο γραφειοκρατικός συντονισμός στον ΥΣ διαφέρει από αυτόν που εν μέρει εκδηλώνεται στον σύγχρονο καπιταλισμό (στον κρατικό μηχανισμό, τις ένοπλες δυνάμεις, τις μεγάλες επιχειρήσεις, κλπ.) – όχι μόνο γιατί αγκαλιάζει το σύνολο της κοινωνίας, αλλά και γιατί ενοποιείται υπό τον έλεγχο του κόμματος της πρωτοπορίας (σ. 97-8).

9 Ο Κορνάι υποστηρίζει ότι το τρίτο ιδιοκτησιακό δικαίωμα που εντοπίζει, το δικαίωμα δηλαδή απαλλοτρίωσης περιουσίας, δεν ανήκει σε κανέναν. Ωστόσο, η διαδικασία της ιδιωτικοποίησης θα απαιτούσε ότι και αυτή επίσης η όψη της ιδιοκτησίας, καίτοι δεν ασκείτο στο πλαίσιο του κλασικού συστήματος, θα είχε ως έδρα τη γραφειοκρατία.

10 Είναι ενδιαφέρον ότι στο σημείο αυτό, ο Kornai παραπέμπει (σ. 218 υποσ.) στην «εξαιρετική περιγραφή της σύγκρουσης μεταξύ αφεντικών και εργατών» του Haraszti (1978).

11 Ο Κορνάι (σ. 21) χρονολογεί την εμφάνιση «των κύριων γνωρισμάτων του κλασικού συστήματος στην ΕΣΣΔ» από το σημείο όπου ο Στάλιν εδραιώνει την εξουσία του, χονδρικά το 1928.

12 Ο Μαρξ υπογράμμισε ότι, με την ανάπτυξη του τυπικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, παράγεται μια εργατική τάξη «που από αγωγή, παράδοση και συνήθεια αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Η οργάνωση του διαμορφωμένου καπιταλιστικού προτσές παραγωγής σπάει κάθε αντίσταση» (Marx, 1977: 899, [Μαρξ 1978: 762, ΣτΜ]). To απόσπασμα αυτό του Κεφαλαίου υπογραμμίζει το κρίσιμο κατά τον Μαρξ πρόβλημα της μυστικοποίησης του κεφαλαίου, αναδεικνύοντας την κεντρική σημασία της «επαναστατικής πρακτικής» για την υπέρβαση του κεφαλαίου. Βλ. και τη συζήτηση στα κεφ. 7 και 8 του Lebowitz (1992).


13 Στο Economics of Shortage (1980: 382-3), oΚορνάι σημειώνει ότι οι Ούγγροι υπεύθυνοι του σχεδιασμού πίστευαν επί πολλά χρόνια ότι η μεγέθυνση της πραγματικής κατά κεφαλή κατανάλωσης θα πρέπει να προσεγγίζει το 3-4%, προκειμένου να προλαμβάνονται οι πολιτικές αντιδράσεις. Για σχολιασμό της αδυναμίας του Κορνάι να τοποθετήσει τις ενέργειες των αρχών στο πλαίσιο της αντιφατικής θέσης των εργατών στον ΥΣ, βλ. Lebowitz (1985).

14 Βλ. τη σχετική συζήτηση στα Lebowitz (1985) και Granick (1987). OTicktin (1992) αναλύει πολύ εύστοχα τον περιορισμό της εξουσίας όσων βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχίας.

15 Για μια περιγραφή της αδυναμίας των κεντρικών αρχών και της σχέσης της με τις ιδιαίτερες κανονικότητες του συστήματος, βλ. Flaherty (1992).

16 Αμέσως πριν από το σχόλιο σχετικά με τις «καταδικασμένες» απόπειρες του σοσιαλισμού της αγοράς, ο Κορνάι παρατηρεί ότι η οικονομική λογική των ιδεών σχετικά με τον σοσιαλισμό της αγοράς και τον συνδυασμό σχεδίου και αγοράς «είναι απολύτως υπερασπίσιμη»: μπορούμε να φανταστούμε ένα σύστημα στο οποίο αυτόνομες, κρατικές επιχειρήσεις και ένα απολύτως αντικειμενικό και μη εξαρτημένο από συμφέροντα κεντρικό γραφείο συμπεριφέρονται σαν να συγκροτούν από κοινού μια αγορά» (σ. 510-11).

17 Ο οργανικισμός της ανάλυσης του Κορνάι υπονοεί μάλιστα ότι οι εγγενείς μορφές ιδιοκτησίας και συντονισμού σε μια κοινωνία ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών θα ήταν τελείως διαφορετικές από αυτές του ΥΣ.