Ο χρόνος και ο χώρος του κεφαλαίου

(από τα Grundrisse του Μαρξ)


του Αδαμάντιου (Μάκη) Πασχαλίδη


1. Εισαγωγικά


Σε προηγούμενο άρθρο μου στις Θέσεις αναφέρθηκα στα βιβλία του David Harvey σχετικά με τον πρώτο και το δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου (βλ. σχετικά Harvey 2010 και Harvey 2013, σε Πασχαλίδης 2022), όπου υπάρχουν επίσης πολλές αναφορές στα Grundrisse του Μαρξ αναφορικά με το κατ’ εξοχήν ζήτημα του χρόνου και του χώρου του κεφαλαίου: την «καταστροφή του χώρου δια μέσου του χρόνου».

Σε παλαιότερο άρθρο μου στις Θέσεις (Πασχαλίδης 2018)υπάρχει το υποκεφάλαιο με τίτλο «Σχέσεις στις μεταφορές, χωρική ολοκλήρωση και ο εκμηδενισμός του χώρου δια μέσου του χρόνου», στο οποίο παρουσιάζεται η ανάλυσητουHarvey, στο βιβλίο Δρόμοι και τρόποι του κόσμου (Καπιταλισμός-Χώρος-τόποι) (Harvey 2017: 60-74), όπου και αναφέρονται τα εξής:

«Η κίνηση των εμπορευμάτων σε μεγάλες αποστάσεις αυξάνει το χρόνο της παραγωγής και της κυκλοφορίας και επομένως την ιδιοποίηση της υπεραξίας, γεγονός που οδηγεί στη βελτίωση της ταχύτητας (στο χρονοχώρο, γιατί δεν πρόκειται για φυσικό μέγεθος αλλά για την κίνηση στο χώρο εμπορευμάτων, χρήματος κλπ.) της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, καθώς και του κεφαλαίου. Δηλαδή ανταποκρίνεται στις επιταγές της συσσώρευσης. Το γεγονός αυτό τείνει να εκμηδενίσει το χώρο μέσω του χρόνου (“η φράση αυτή έχει τεράστια σημασία στο πλαίσιο της μαρξιστικής σκέψης”)» (Πασχαλίδης 2018: 95· στη φράση του Harvey [2017: 62-63] που παρατίθεται, η έμφαση είναι στο πρωτότυπο).

Τέλος, στο Πασχαλίδης 2011, αναφερόμενος και πάλι στα Grundrisse, επισήμαινα κυρίως μεταφραστικά προβλήματα («χαμένοι στη μετάφραση») αναφορικά με τις έννοιες του χώρου και του χρόνου, όπως ο Χρονοχώρος [Ζeitraum], το χωρικό [räumlich] και «η καταστροφή του χώρου δια μέσου [durch ή μέσω, όπως παραπάνω] του χρόνου» (βλ. στο 4. παρακάτω).

Στο παρόν άρθρο επανέρχομαι στην ανάλυση του Μαρξ στα Grundrisse, αναφορικά και πάλι με το ζήτημα του χρόνου και του χώρου.

2. H κίνηση και η διαδικασία [Prozess] του κεφαλαίου: ενότητα και διαφορά με χωρικό και χρονικό διαχωρισμό

«Το κεφάλαιο είναι άμεση ενότητα προϊόντος και χρήματος, ή καλύτερα παραγωγής και κυκλοφορίας» (Μαρξ 1990: 247, η έμφαση στο πρωτότυπο), «Σαν ενότητα κυκλοφορίας και παραγωγής, το κεφάλαιο αποτελεί εξίσου και τη διαφορά τους, και μάλιστα διαφορά που τα μέρη της διαχωρίζονται τοπικά [räumlich] και χρονικά» (Μαρξ 1990: 475 [Marx 2005: 522]).

Ενότητα και διαφορά, με χωρικό και χρονικό διαχωρισμό των τμημάτων της παραγωγής και της κυκλοφορίας, αποτελούν στοιχεία της κίνησης του κεφαλαίου: «Η συνολική παραγωγική διαδικασία του κεφαλαίου περιλαμβάνει τόσο την καθαυτό κυκλοφοριακή διαδικασία, όσο και την καθαυτό παραγωγική διαδικασία. Αυτές αποτελούν τα δυο μεγάλα τμήματα της κίνησής [Bewegung] του, που εμφανίζονται σαν ολότητα αυτών των δύο διαδικασιών. Από τη μια μεριά ο χρόνος εργασίας, από την άλλη ο χρόνος κυκλοφορίας. Και το σύνολο της κίνησηςεμφανίζεται σαν ενότητα χρόνου εργασίας και χρόνου κυκλοφορίας, σαν ενότητα παραγωγής και κυκλοφορίας. Η ίδια αυτή ενότητα είναι κίνηση, διαδικασία. To κεφάλαιο εμφανίζεται σαν αυτή η κινούμενη [prozessierende] ενότητα παραγωγής και κυκλοφορίας, μια ενότητα που μπορεί να θεωρηθεί τόσο σαν το σύνολο της παραγωγικής του διαδικασίας όσο και σαν καθορισμένη πορεία μιας περιστροφής του κεφαλαίου, μιας κίνησης που ξαναγυρίζει στον εαυτό της» (Μαρξ 1990: 473 [Marx 2005: 520]), η έμφαση δική μου, εκτός από εκείνη στη λέξη «μιας»).

Η κίνηση του κεφαλαίου, με την «κινούμενη» [prozessierende] ενότητά του, είναι χρονική και χωρική στην παραγωγή και στην κυκλοφορία, καθώς και στην περιστροφή του προς τα πίσω.

Οι χρόνοι, εργασίας και κυκλοφορίας, αν συσχετιστούν με τον χώρο, στην εργασία και την παραγωγή προκύπτει συγκέντρωση, στη δε κυκλοφορία υπάρχουν χωρικοί φραγμοί που πρέπει να ξεπεραστούν (βλ. παρακάτω την ενότητα 4: «καταστροφή του χώρου δια μέσου του χρόνου»).

«Το κεφάλαιο σαν τέτοιο δημιουργεί μια καθορισμένη υπεραξία, γιατί δεν μπορεί να δημιουργήσει μονομιάς μια άπειρη· αποτελεί όμως την αδιάκοπη κίνηση να δημιουργήσει περισσότερη. Το ποσοτικό όριο της υπεραξίας φαίνεται στο κεφάλαιο απλά και μόνο σαν φυσικός φραγμός, σαν αναγκαιότητα που προσπαθεί αδιάκοπα να κυριαρχήσει και να την ξεπεράσει» (Μαρξ 1990: 248, η έμφαση δική μου).

Επομένως η κίνηση της παραγωγής και της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, ως διαδικασία παραγωγής και αύξησης της υπεραξίας, συντελείται στον χρόνο και στον χώρο, με στόχο να ξεπεράσει και να κυριαρχήσει στους φυσικούς και χωρικούς φραγμούς.

«Τίποτα δεν μπορεί να εκφράσει μια σχέση χωρίς να συσχετιστεί με κάτι· τίποτα δεν μπορεί να εκφράσει μια γενική σχέση χωρίς να συσχετιστεί με κάτι γενικό. Καθώς η εργασία είναι κίνηση, ο χρόνος είναι το φυσικό της μέτρο. Η ανταλλαγή σε είδος, στην πιο πρωτόγονή της μορφή, προϋποθέτει την εργασία σαν υπόσταση και τον χρόνο εργασίας σαν μέτρο των εμπορευμάτων· […] Ανταλλακτική αξία είναι το εμπόρευμα μόνο στο μέτρο που εκφράζεται μέσα σ’ ένα άλλο, που εκφράζεται δηλαδή σαν σχέση» (Μαρξ 1989: 146-7 [Marx 2005: 135], η έμφαση στη λέξη «κίνηση» δική μου).

Η συσχέτιση της εργασίας, ως κίνησης, στον χρόνο και στον χώρο, με τον χρόνο ως μέτρο, άρα και την εργασία ως υπόσταση και τον χρόνο της εργασίας σαν μέτρο των εμπορευμάτων, αποτελεί ένα ακόμη δεδομένο της σχέσης χρόνου και χώρου του κεφαλαίου.

Λίγο παρακάτω ο Μαρξ γράφει ότι η ανταλλακτική αξία είναι κίνηση, όπως και το εμπόρευμα στην κίνηση της κυκλοφορίας.

Εν τέλει η κίνηση και η διαδικασία του κεφαλαίου πραγματοποιούνται στον χρόνο και στον χώρο.

3. Οι τρεις διαδικασίες (με ενότητα το κεφάλαιο) είναι χωριστές στον χρόνο και στον χώρο


«Αν λοιπόν η παραγωγική διαδικασία αναπαράγει το κεφάλαιο σαν αξία και νέα αξία, ταυτόχρονα το τοποθετεί σαν μη-αξία, σαν κάτι που πρέπει πρώτα να αξιοποιηθεί με την ανταλλαγή. Οι τρεις διαδικασίες, που η ενότητά τους αποτελεί το κεφάλαιο, είναι εξωτερικές, χωριστές χρονικά και τοπικά [Zeit und Raum]» (Μαρξ 1990: 303 [Marx 2005: 317], η έμφαση στο πρωτότυπο).

Επομένως η αξιοποίηση του κεφαλαίου (παραγωγή και κυκλοφορία), εξετάζεται χωριστά στον χρόνο και στον χώρο. Σ’ αυτό οφείλονται οι πολλές αναφορές, κατά τη γνώμη μας, στον Χρονοχώρο [Zeitraum], (βλ. Μαρξ 1990: 408-409 [Marx 2005: 441-444, επίσης 425]).

« Δεύτερο : Όπως η ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος υπάρχει διπλά, σαν το συγκεκριμένο εμπόρευμα και σαν χρήμα, έτσι και η πράξη της ανταλλαγής διασπάται σε δυο ανεξάρτητες μεταξύ τους πράξεις: ανταλλαγή του εμπορεύματος με χρήμα, ανταλλαγή του χρήματος με εμπόρευμα· αγορά και πώληση. Καθώς τώρα αυτές οι πράξεις απόκτησαν μια τοπικά [räumlich] και χρονικά χωριστή και αμοιβαία-αδιάφορη μορφή ύπαρξης, η άμεση ταυτότητά τους παύει.

[...] Τρίτο : Με τον χωρισμό αγοράς και πώλησης, τη διάσπαση της ανταλλαγής σε δυο τοπικά [räumlich] και χρονικά ανεξάρτητες μεταξύ τους πράξεις, προβάλλει και μια άλλη καινούργια σχέση.

Όπως η ανταλλαγή διασπάται η ίδια σε δυο ανεξάρτητες μεταξύ τους πράξεις, έτσι και η συνολική κίνηση της ανταλλαγής χωρίζεται η ίδια από τους συναλλασσόμενους [Austauschenden: ανταλλάσσοντες], τους παραγωγούς των εμπορευμάτων. Η ανταλλαγή για την ανταλλαγή χωρίζεται από την ανταλλαγή για τα εμπορεύματα» (Μαρξ 1989: 102-103 [Marx 2005: 82-83]), η έμφαση στο πρωτότυπο, βλ επίσης σε Πασχαλίδης 2020: Ανταλλαγή και κυκλοφορία: χωρική και χρονική διάσπαση της αγοράς [Χ-Ε] και της πώλησης [Ε-Χ]).

Σχηματικά: Η αγορά, η παραγωγή, η πώληση ορίζουν ξεχωριστούς χρόνους, χώρους και τόπους.

Σημειώνουμε τέλος ότι ο Χρονοχώρος (Zeitraum) στον Μαρξ είναι και χρόνος μόνο (ή χρονικό διάστημα, όπως μεταφράζεται), όπως φαίνεται όταν τον διαιρεί με κάποιον άλλο χρόνο, π.χ. της παραγωγής (Μαρξ 1990: 481 [Μarx 2005: 528]).

4. Καταστροφή του χώρου δια μέσου του χρόνου (ταχύτητα)


Στο Πασχαλίδης (2011) υπάρχουν οι αναφορές στο ζήτημα που εισάγει ο τίτλος της παρούσας ενότητας, οι οποίες αναφέρονται στις αναπτύξεις του Μαρξ στα Grundrisse (Μαρξ 1990: 397 και 409, καθώς και στο Marx 2005: 430 και 445).

Το θέμα αυτό εξετάζεται στην κυκλοφορία («στη χωρική τροχιά της»), στον χρόνο και στον χώρο του αναπτυγμένου κεφαλαίου, όπου αναπτύσσεται η τάση να επεκτείνεται χωρικά η αγορά, αφενός, και αφετέρου να μειώνεται το κόστος μέσω μείωσης του χρόνου μεταφοράς από τον έναν τόπο στον άλλο (βλ. μέσα μεταφοράς).

«Ο χρόνος της κυκλοφορίας δεν εκφράζει παρά την ταχύτητα της κυκλοφορίας∙ η ταχύτητα της κυκλοφορίας δεν είναι παρά φραγμός της κυκλοφορίας. Κυκλοφορία χωρίς χρόνο κυκλοφορίας – δηλαδή το πέρασμα του κεφαλαίου από τη μια φάση στην άλλη με την ταχύτητα της σκέψης – θα είταν το ανώτατο όριο, η σύμπτωση δηλαδή της ανανέωσης της παραγωγικής διαδικασίας με το τέλος της» (Μαρξ 1990: 482· έμφαση στο πρωτότυπο, με δική μου έμφαση στη λέξη ταχύτητα).

« Κυκλοφορία χωρίς χρόνο κυκλοφορίας είναι η τάση του κεφαλαίου» (Μαρξ 1990: 514 η έμφαση στο πρωτότυπο, βλ. επίσης στο Μαρξ 1990: 503-505 σχετικά με τους χρόνους: κυκλοφορίας, εργασίας, παραγωγής).

Ο χρόνος της κυκλοφορίας (ένα θέμα που εξετάζεται διεξοδικά στα Grundrisse) θα έπρεπε να μην υπάρχει, ώστε το κεφάλαιο να αξιοποιηθεί αμέσως και γι’ αυτό επιδιώκει (το κεφάλαιο) να καταργεί κάθε χωρικό φραγμό.

Επειδή πρόκειται για τον χρόνο και την απόσταση, υπεισέρχεται η ταχύτητα των μέσων μεταφοράς (κλειδί στη διαδικασία κυκλοφορίας), καθώς και «οι γενικοί όροι της παραγωγής» (βλ. παρακάτω στην ενότητα 5). Όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα μεταφοράς των εμπορευμάτων στην αγορά, τόσο πιο γρήγορα αξιοποιείται το κεφάλαιο (κατάργηση των χωρικών φραγμών).

Το γεγονός αυτό, με τις επιπτώσεις του στη διαμόρφωση του χώρου, είναι σημαντικό για τις σημερινές πόλεις (μητροπόλεις), όταν π.χ. οι αυτοκινητόδρομοι εισέρχονται μέσα σ’ αυτές (δηλαδή στη μεγάλη καταναλωτική αγορά και στους τόπους του χρήματος).

5. Η κυκλοφορία του κεφαλαίου στον χώρο και τον χρόνο

« Η κυκλοφορία συντελείται [gehtvor] στον χώρο και τον χρόνο. O τοπικός [rӓumlich] όρος, η μεταφορά του προϊόντος στην αγορά, ανήκει από οικονομική άποψη στην ίδια την παραγωγική διαδικασία. Το προϊόν είναι πραγματικά έτοιμο μονάχα όταν βρεθεί στην αγορά. Η κίνηση που το μεταφέρει στην αγορά συγκαταλέγεται ακόμα στο κόστος κατασκευής του. Δεν αποτελεί αναγκαίο συνθετικό στοιχείο [Moment] της κυκλοφορίας σαν ιδιαίτερης διαδικασίας της αξίας· γιατί ένα προϊόν μπορεί να πουληθεί, και να καταναλωθεί ακόμα, στον τόπο της παραγωγής του. Όμως το τοπικό [rӓumlich] αυτό συνθετικό στοιχείο [Moment] είναι σημαντικό, στο βαθμό που μ’ αυτό συνδέεται η επέκταση της αγοράς, η ανταλλαξιμότητα του προϊόντος. Η μείωση του κόστους αυτής της πραγματικής κυκλοφορίας (μέσα στο χώρο) ανήκει στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων από το κεφάλαιο, στη μείωση του κόστους αξιοποίησής του» (Μαρξ 1990: 404-405 [Marx 2005: 440], η έμφαση στο πρωτότυπο).

Κατ’ αρχάς εδώ ο Μαρξ εξετάζει επιστημονικά το ζήτημα του χώρου του κεφαλαίου (βλ. επίσης Πασχαλίδης 2012, κυρίως τις αναφορές στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου). Το χωρικό στοιχείο συνδέεται με την επέκταση της αγοράς και το προϊόν με την ανταλλαξιμότητά του. Η πραγματική κυκλοφορία συντελείται στον χώρο και μειώνει το κόστος αξιοποίησης του κεφαλαίου (βλ. επίσης Πασχαλίδης 2011, σχετικά με τον Γενικό χωρικό όρο της κυκλοφορίας και τους «Γενικούς όρους της παραγωγής», όπως οι δρόμοι, oι οποίοι συνδέονται με τον τόπο κατ’ αρχάς και συνδέουν τον χώρο ευρύτερα).

Άλλωστε οι « γενικοί όροι της παραγωγής διευκολύνουν ή κάνουν για πρώτη φορά δυνατή την κυκλοφορία» (Μαρξ 1990: 402, η έμφαση στο πρωτότυπο) του κεφαλαίου, όπως οι δρόμοι (γι’ αυτό τον λόγο ο όρος αυτός είναι πιο εύστοχος, π.χ. από τον όρο «υποδομές»).

6. Ο χρόνος της εργασίας και ο όγκος του χώρου (Raumquantum)


« Η υπεραξία που το κεφάλαιο κατέχει στο τέλος της παραγωγικής διαδικασίας – []σημαίνει, σε διατύπωση σύμφωνη με τη γενική έννοια της ανταλλακτικής αξίας, ότι ο αντικειμενοποιημένος στο προϊόν χρόνος εργασίας – δηλαδή η ποσότητα εργασίας [QuantumArbeit] (εκφρασμένο σε ακινησία, το μέγεθος της εργασίας εμφανίζεται σαν όγκος [Raumquantum], εκφρασμένο όμως σε κίνηση μπορεί να μετρηθεί μόνο με το χρόνο) – είναι μεγαλύτερος απ΄ αυτόν που υπήρχε στα αρχικά συστατικά μέρη του κεφαλαίου. Αυτό τώρα είναι δυνατό μόνο αν η εργασία που έχει αντικειμενοποιηθεί στην τιμή της εργασίας είναι μικρότερη από τον χρόνο ζωντανής εργασίας που αγόρασε» (Μαρξ 1990: 237-38, [Marx 2005: 240], η έμφαση στο πρωτότυπο).

Raumquantum είναι ο όγκος του χώρου (η ποσότητα [έκταση] σε διαλεκτική ενότητα με την ποιότητα), ο οποίος περιλαμβάνει την ποσότητα της εργασίας και συσχετίζεται, σε κίνηση, με τον χρόνο.

Ο Μαρξ γράφει παρακάτω ότι: «ο αντικειμενοποιημένος στο κεφάλαιο χρόνος εργασίας εμφανίζεται σαν άθροισμα που αποτελείται από τρία μέρη: α) τον αντικεμενοποιημένο στην πρώτη ύλη χρόνο εργασίας, β) τον αντικειμενοποιημένο στο εργαλείο χρόνο εργασίας, γ) τον αντικειμενοποιημένο στην τιμή της εργασίας χρόνο εργασίας» (Μαρξ 1990: 238).

«Το μόνο πράγμα που διαφέρει από την αντικειμενοποιημένη εργασία είναι η εργασία που δεν έχει αντικειμενοποιηθεί αλλά ακόμη αντικειμενοποιείται, η εργασία σαν υποκειμενικότητα. Μ’ άλλα λόγια η αντικειμενοποιημένη, δηλαδή υπαρκτή στο χώρο [ r ä umlch ] εργασία, μπορεί και να αντιπαρατεθεί σαν παρωχημένη εργασία στην χρονικά υπαρκτή. Στο μέτρο που πρέπει να υπάρχει χρονικά, σαν ζωντανή εργασία, η εργασία μπορεί να υπάρχει μόνο σαν ζωντανό υποκείμενο, όπου υπάρχει σαν ικανότητα, σαν δυνατότητα· άρα σαν εργάτης »(Μαρξ 1990: 200 [Marx 2005:197-98], η έμφαση στο πρωτότυπο).

Επομένως η αντικειμενοποιημένη εργασία (καθορισμός της υπεραξίας με το χρόνο) είναι χωρική και χρονική.

7. O ελεύθερος χρόνος και ο χώρος της κοινωνίας και του καθενός «{ Η δημιουργία μεγάλης ποσότητας [viel] διαθέσιμου χρόνου [ disposable time], πέρα από τον αναγκαίο χρόνο εργασίας, για την κοινωνία γενικά και για κάθε μέλος της (η δημιουργία δηλαδή χώρου για την πλήρη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων των ατόμων [einzelnen], άρα και της κοινωνίας), αυτή η δημιουργία μη-εργάσιμου χρόνου εμφανίζεται από τη σκοπιά του κεφαλαίου, όπως και από τη σκοπιά όλων των προηγούμενων βαθμίδων, σαν μη-εργάσιμος χρόνος, ελεύθερος χρόνος για ορισμένους. Αυτό που το κεφάλαιο προσθέτει εδώ είναι ότι αυξάνει τον χρόνο υπερεργασίας των μαζών με όλα τα μέσα της επιστήμης και της τέχνης, γιατί ο πλούτος του βασίζεται άμεσα στην ιδιοποίηση χρόνου υπερεργασίας· γιατί σκοπός του είναι άμεσα η αξία, όχι η αξία χρήσης […] Η τάση του όμως είναι πάντα, από τη μια μεριά να δημιουργεί διαθέσιμο χρόνο, από την άλλη να τον μετατρέπει σε υπερεργασία} » (Μαρξ 1990: 540-541, [Marx 2005: 603-604], η έμφαση στο πρωτότυπο).

Ο Μαρξ αναπτύσσει εδώ την αντίφαση μεταξύ διαθέσιμου χρόνου και υπερεργασίας, η οποία καταλήγει στην ιδιοποίηση της υπερεργασίας που παράγει η εργατική τάξη, που αποτελεί την εναλλακτική, την αντίθεση στο κεφάλαιο (βλ. επίσης παρακάτω από το απόσπασμα που παραθέσαμε). Επομένως ο χρόνος και ο χώρος έχουν κοινωνικές ρίζες και περιλαμβάνουν στοιχεία των κοινωνικών αντιθέσεων.


8. Οι ταυτόχρονες εργάσιμες μέρες, δηλαδή ο εργαζόμενος πληθυσμός και η εργάσιμη μέρα χωρικά


«Ο χρόνος υπερεργασίας υπάρχει σαν πλεόνασμα της εργάσιμης μέρας πάνω από το τμήμα της που ονομάζουμε αναγκαίο εργάσιμο χρόνο· δεύτερο σαν αύξηση των ταυτόχρονων εργάσιμων ημερών, δηλαδή του εργαζόμενου πληθυσμού […]. Αλλά στο χώρο [räumlichbetrachtet - χωρικά ιδωμένο] – εξετάζοντας τον ίδιο τον χρόνο σαν χώρο [räumlichbetrachtet] – η εργάσιμη μέρα αποτελεί παράθεση πολλών εργάσιμων ημερών [...] Μπορεί να ξεπεράσει το φυσικό όριο που αποτελεί η ζωντανή εργάσιμη μέρα ενός ατόμου […] μονάχα τοποθετώντας δίπλα στη μια εργάσιμη μέρα ταυτόχρονα και μιαν άλλη – με την προσθήκη στο χώρο [räumlich], περισσότερων ταυτόχρονων εργάσιμων ημερών » (Μαρξ 1990: 299-300 [Marx 2005: 312-13]), η έμφαση στο πρωτότυπο).

Räumlich, η λέξη αυτή μεταφράζεται χωρικά και ο χρόνος ιδωμένος χωρικά είναι οι πολλές ταυτόχρονα εργάσιμες μέρες, γεγονός που δείχνει συγκέντρωση στον χώρο και στον τόπο.

Παρακάτω ο Μαρξ παραθέτει μια ενδιαφέρουσα άποψη για την αύξηση του εργαζόμενου πληθυσμού, η οποία αυξάνει την παραγωγική δύναμη της εργασίας και είναι φυσική-κοινωνική δύναμη της εργασίας, η οποία μαγαλώνει την υπερεργασία που δεν πληρώνεται (Μαρξ 1990: 299-300).

Το θέμα της τοπικής απόστασης και της ταύτισης με τον χρόνο και την ταχύτητα, θίγεται ξανά από τον Μαρξ (Μαρξ 1990: 408, βλ, επίσης Πασχαλίδης 2011) και αφορά ακόμα τη χωρική επέκταση της αγοράς.

9. Το χειροτεχνικό εργαστήριο, η συγκέντρωση των εργατών στις πόλεις και οι σχέσεις πόλης υπαίθρου


«[H] μανιφακτούρα [Manufaktur] ριζώνει [Wohnsitze] πρώτα όχι στις πόλεις αλλά στην ύπαιθρο, σε χωριά χωρίς συντεχνίες κλπ. Τα αγροτικά παρα-επιτηδεύματα αποτελούν την πλατιά βάση της μανιφακτούρας. Ενώ τα επιτηδεύματα των πόλεων απαιτούν μεγάλη πρόοδο της παραγωγής για να μπορούν να ασκηθούν εργοστασιακά. Όμοια κλάδοι παραγωγής – όπως υαλουργίες, μεταλλουργίες, πριονιστήρια κλπ., απαιτούν μεγαλύτερη συγκέντρωση των εργατικών δυνάμεων, από την αρχή αξιοποιούν περισσότερες φυσικές δυνάμεις, απαιτούν μαζική παραγωγή, επίσης συγκέντρωση των μέσων εργασίας κλπ» (Μαρξ 1990: 386 και [Marx 2005: 418]).

Ο Μαρξ εξετάζει τα ιστορικά, της μεγάλης χρονικής διάρκειας, και τα κλαδικά θέματα του χειροτεχνικού εργαστηρίου (Manufaktur, εδώ όχι ακόμη εργοστάσιο), της συγκέντρωσης των εργατικών δυνάμεων, καθώς και τα ζητήματα πόλης-υπαίθρου, δηλαδή του χώρου, διεξοδικά.

Πριν από το παραπάνω απόσπασμα (στο γνωστό υποκεφάλαιο: «Μορφές που προηγούνται από την καπιταλιστική παραγωγή» (Μαρξ 1990: 358 επ. και Marx 2005: 383 επ.) έγραψε, μεταξύ άλλων, για την «κυριαρχία της υπαίθρου πάνω στην πόλη» (μέσω του εμπορίου, ιδιοκτησιακές σχέσεις κλπ.), καθώς και για την αντίθεση πόλης-υπαίθρου, κατ’ εξοχήν ζήτημα του χώρου.


10. Συμπερασματικά


Όπως είδαμε, ο Μαρξ εξετάζει τα ζητήματα του χρόνου και του χώρου (όπως και του χρονοχώρου) διεξοδικά και τα εντάσσει στη διαδικασία αύξησης της υπεραξίας και μ’ αυτό τον στόχο, της κίνησης του κεφαλαίου.

Η κίνηση του κεφαλαίου και η διαδικασία του, στην παραγωγή και στην κυκλοφορία (καθώς και κατά τη στιγμή της ανταλλαγής), πραγματοποιείται στον χρόνο και στον χώρο, είτε ως ενότητα, είτε ως διαφορά. Επομένως εξετάζονται ξεχωριστά οι χρόνοι και οι χώροι: της εργασίας, της παραγωγής και της κυκλοφορίας (καθώς και της αγοράς και πώλησης).

Η κίνηση της παραγωγής και της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, με επιδίωξη την αύξηση της υπεραξίας, συντελείται στον χρόνο και στον χώρο, με στόχο να ξεπεράσει και να κυριαρχήσει στους φυσικούς και χωρικούς φραγμούς.

Η συσχέτιση της εργασίας, ως κίνησης, στον χρόνο και στον χώρο, με τον χρόνο ως μέτρο, άρα και την εργασία ως υπόσταση και τον χρόνο της εργασίας σαν μέτρο των εμπορευμάτων, αποτελεί ένα ακόμη δεδομένο της σχέσης χρόνου και χώρου του κεφαλαίου.

H ανταλλακτική αξία είναι κίνηση, όπως και το εμπόρευμα στην κίνηση της κυκλοφορίας. Εν τέλει η κίνηση και η διαδικασία του κεφαλαίου πραγματοποιούνται στον χρόνο και στον χώρο (βλ. στην ενότητα 3, Μαρξ 1989: 102-103).

Οι χρόνοι (εργασίας και κυκλοφορίας) αν συσχετιστούν με τον χώρο, στην εργασία και την παραγωγή, προκύπτει συγκέντρωση στον χώρο, στη δε κυκλοφορία υπάρχουν χωρικοί φραγμοί που πρέπει να ξεπεραστούν.

«Κυκλοφορία χωρίς χρόνο κυκλοφορίας είναι η τάση του κεφαλαίου» στην επιδίωξη αύξησης της υπεραξίας· έτσι επέρχεται η κατάργηση των χωρικών φραγμών, με υψηλές ταχύτητες, καταστρέφοντας τον χώρο.

Η καταστροφή του χώρου δεν έγινε αντικείμενο εξέτασης ως προς την αξιοποίηση του κεφαλαίου (ο χρόνος και ο χώρος του κεφαλαίου δεν αποτελεί αντικείμενο στη σύγχρονη επιστήμη και την κοινωνία όπου κυριαρχεί το κεφάλαιο, δηλαδή στον καπιταλισμό), π.χ. με τις ταχύτητες των μεταφορών των εμπορευμάτων ή στους αυτοκινητόδρομους μέσα στις πόλεις του χρήματος και της αγοράς.

Το χωρικό στοιχείο συνδέεται με την επέκταση της αγοράς και το προϊόν με την ανταλλαξιμότητά του. Η πραγματική κυκλοφορία συντελείται στον χώρο και μειώνει το κόστος αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Καθοριστικός είναι ο όγκος (ή η ποσότητα σε συνδυασμό με την ποιότητα) του χώρου, ο οποίος περιλαμβάνει την ποσότητα της εργασίας και συσχετίζεται, σε κίνηση, με τον χρόνο.

Η αντικειμενοποιημένη εργασία (καθορισμός της υπεραξίας με τον χρόνο) είναι χωρική και χρονική, με υποκείμενο τον εργάτη.

Ο Μαρξ αναπτύσσει την αντίφαση μεταξύ διαθέσιμου χρόνου και υπερεργασίας. Δείχνει ότι ο χρόνος και ο χώρος έχουν κοινωνικές ρίζες και περιλαμβάνουν στοιχεία των κοινωνικών αντιθέσεων.

Ο εργασιακός χρόνος είναι χωρικά οι πολλές ταυτόχρονα εργάσιμες μέρες, γεγονός που προξενεί συγκέντρωση στον χώρο και στον τόπο.

Η αύξηση του εργαζόμενου πληθυσμού αυξάνει την παραγωγική δύναμη της εργασίας και αποτελεί φυσική-κοινωνική δύναμη της εργασίας, που δεν πληρώνεται.

Τέλος ο Μαρξ εξετάζει διεξοδικά τα ιστορικά της μεγάλης χρονικής διάρκειας και τα κλαδικά θέματα του χειροτεχνικού εργαστηρίου (της μανιφακτούρας), καθώς και της αντίθεσης πόλης-υπαίθρου, δηλαδή του χώρου ευρύτερα.


Βιβλιογραφία


Harvey, D. (2010), A Companion to Marx’s Capital. Volume One, London/New York: Verso.

Harvey, D. (2013), A Companion to Marx’s Capital. Volume Two, London/New York: Verso.

Harvey, D. (2017)  Δρόμοι και τρόποι του κόσμου (Καπιταλισμός-Χώρος-Τόποι), μετάφραση Γ. Βογιατζής, επιστ. επιμ. Α. Δεδουσόπουλος, εκδόσεις angelus novus.

Μαρξ, Κ. (1989), Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (Grundrisse der Kritik der Politischen Ökonomie 1857-1858. Παράρτημα από τα Οικονομικά Χειρόγραφα 1850-1861), τόμος πρώτος. Πρόλογος-Μετάφραση-Σημειώσεις Δ. Διβάρης, Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ, Κ. (1990), Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (GrundrissederKritikderPolitischen Ökonomie 1857-1858, Παράρτημα από τα Οικονομικά Χειρόγραφα 1850-1861), τόμος δεύτερος. Πρόλογος-Μετάφραση-Σημειώσεις Δ. Διβάρης, Αθήνα: Στοχαστής.

Marx, K. (2005), “GrundrissederKritikderPolitischen Ökonomie“, στο: MEW (Marx-Engels-Werke), Bd. 42,, Karl Dietz Verlag, Berlin / DDR: 47-768.

Πασχαλίδης, Α. (2011), «Χαμένοι στη μετάφραση: Χρονοχώρος, καταστροφή του χώρου δια μέσου του χρόνου και χωρικός όρος της κυκλοφορίας. (Από τα Grundrisse του Μαρξ)», Θέσεις, τ. 115: 49-59.

Πασχαλίδης, Α. (2012), «Συντόμευση του χρόνου κυκλοφορίας του κεφαλαίου», Θέσεις, τ. 119: 71-84.

Πασχαλίδης, Α. (2018), «Χωροχρονική δυναμική της συσσώρευσης του κεφαλαίου στον Μαρξ», Θέσεις, τ. 142: 91-99.

Πασχαλίδης, Α. (2020), «Μαρξ, από τη Γερμανική Ιδεολογία, στα Grundrisse, μέχρι το Κεφάλαιο : πώς η λέξη Verkehr (και οι παράγωγές της), συνδέεται με έννοιες που αλλάζουν», Θέσεις, τ. 153: 71-84.

Πασχαλίδης, Α. (2022), «Οι σχέσεις χώρου και χρόνου στον 2ο τόμο του Κεφαλαίου του Μαρξ σύμφωνα με τον David Harvey», Θέσεις, τ. 161: 123-138.