Απλή κυκλοφορία, αξία και καπιταλισμός:

Συζητώντας με αφορμή το URTEXT


του Γιώργου Οικονομάκη


«όπως δεν υπάρχει παραγωγή γενικά, δεν υπάρχει και ιστορία γενικά. Υπάρχουν ιδιαίτερες δομές ιστορικότητας, στηριζόμενες σε τελική ανάλυση στις ιδιαίτερες δομές των διαφόρων τρόπων παραγωγής» (Αλτουσέρ 2003: 328)


1. Εισαγωγή


Το άρθρο αυτό αποτελεί μια επανεπεξεργασία της εισήγησής μου στην εκδήλωση με τίτλο «Ταξική πάλη, Μορφή της αξίας και Ιστορία», στο Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός, στις 29 Μαρτίου 2024, με αφορμή την έκδοση (τον Δεκέμβριο του 2023) από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων του βιβλίου του Καρλ Μαρξ URTEXT : Αρχικό Κείμενο για την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (Μετάφραση και Εισαγωγή του Γιάννη Μηλιού – Marx 2023) και τη νέα περίοδο έκδοσης των Θέσεων.

Το έργο αυτό του Μαρξ αποτελεί μέρος του διασωθέντος χειρογράφου που αποτελούσε μια πρώτη γραφή του έργου του Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας που εκδόθηκε το 1859. Γράφτηκε μετά τη συγγραφή των Grundrisse (Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας) στη διάρκεια του 1858 (βλ. Μηλιός 2023: 7).

Όπως επισημαίνεται στην «Εισαγωγή» του Γιάννη Μηλιού (Μηλιός 2023), κεντρική σημασία στην ανάλυση του Μαρξ στο συζητούμενο βιβλίο αποτελεί η ιστορική διάσταση της αξίας – και επακόλουθα της εμπορευματικής και χρηματικής κυκλοφορίας. Ειδικότερη σημασία έχει η συναγωγή της έννοιας της αξίας και του κεφαλαίου από τη διαδικασία της απλής κυκλοφορίας – όπως αυτή μορφοποιείται υπό συνθήκες κυριαρχίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ).

Τα δύο αυτά αλληλοσυνδεόμενα ζητήματα θα με απασχολήσουν στην παρούσα ανάλυση. Βάση της ανάλυσής μου είναι το URTEXT.


2. Ανταλλακτική αξία και χρήμα: αρχικές επισημάνσεις


Το χρήμα είναι «το γενικό ισοδύναμο », συνιστά τον «υλικό μοχλό» για να ασκήσει «την ομοιόμορφη γενική εξουσία» της η απόλυτη μοναρχία (η εξουσία που αναδύεται από την ανάπτυξη του αστικού πλούτου), εκφράζει «τον πλούτο στην πλέον δραστική του μορφή, στην οποία είναι εντελώς ανεξάρτητος από τις ιδιαίτερες τοπικές, φυσικές, ατομικές σχέσεις» (Marx 2023: 25). Επιβάλλεται από την εξουσία ως «γενικό μέσο πληρωμής […] με την αναγκαστική κυκλοφορία» (όπ.π.).

Όλες οι παραπάνω ιδιότητες του χρήματος (το χρήμα ως «το γενικό ισοδύναμο », «γενικό μέσο πληρωμής» με την «αναγκαστική κυκλοφορία») εδράζονται στην «ποιοτική ομοιότητα και ομοιομορφία» την οποία εκπροσωπεί ως προς τα εμπορεύματα, ως «μέτρο της αξίας». Η βάση αυτής της «ποιοτικής ομοιότητας και ομοιομορφίας» είναι ο χρόνος εργασίας.


«Όπως και ο ίδιος ο χρόνος εργασίας, έτσι και το αντικείμενο που πρόκειται να αναγνωριστεί ως η συγκεκριμένη ενσάρκωσή του πρέπει να είναι ικανό να παριστά τις καθαρά ποσοτικές διαφορές, έτσι ώστε να προϋποτίθεται η ποιοτική ομοιότητα και ομοιομορφία. Αυτή είναι η πρώτη προϋπόθεση για τη λειτουργία ενός εμπορεύματος ως μέτρου αξίας» (όπ.π.: 62).


Επομένως: «Το χρήμα είναι το γενικό εμπόρευμα, καθώς συνιστά […] τη γενική μορφή που κάθε συγκεκριμένο εμπόρευμα παίρνει ιδεατά ή πραγματικά» (όπ.π.: 33).

Η γενική αυτή μορφή είναι ο χρόνος εργασίας που συνιστά την «κοινή ουσία» των εμπορευμάτων (ανταλλακτικών αξιών).


«Η ανταλλακτική αξία […] προϋποθέτει κοινή ουσία και αναγωγή όλων των διαφορών σε απλώς ποσοτικές» (όπ.π.: 65).


Το χρήμα, επομένως, είναι «το γενικό ισοδύναμο », γιατί ως «μέτρο της αξίας» εκφράζει την «ποιοτική ομοιότητα και ομοιομορφία» των ανταλλακτικών αξιών, την «κοινή ουσία» τους που είναι ο χρόνος εργασίας (βλ. σχετικά όπ.π.: 30 κ.ε.).

Η «ποιοτική ομοιότητα και ομοιομορφία» την οποία εκφράζει το χρήμα βρίσκεται σε αντιστοιχία (ενότητα) με «την ομοιόμορφη γενική εξουσία» στο πολιτικό επίπεδο, καθώς είναι αποτελέσματα των ίδιων συνθηκών, δηλαδή της ανάδυσης του αστικού πλούτου, της αστικής (καπιταλιστικής) κοινωνίας, και αλληλοσυνδεόμενες προϋποθέσεις, όροι λειτουργίας και συστατικά στοιχεία της οικονομικής βάσης του καπιταλισμού, όπως θα δείξω στη συνέχεια.


3. Το χρηματικό σύστημα ως το σύστημα της «ελευθερίας και ισότητας»


3.1. «Το ανεπτυγμένο σύστημα της ανταλλακτικής αξίας» και η «ελευθερία και ισότητα»


Ο καπιταλισμός είναι το σύστημα της ανταλλακτικής αξίας (της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής και ανταλλαγής – «το ανεπτυγμένο σύστημα ανταλλακτικής αξίας»), και ως τέτοιο είναι χρηματικό σύστημα.


Για τον Μαρξ:


«Εφόσον το χρήμα είναι μόνο η πραγματοποίηση της ανταλλακτικής αξίας και το ανεπτυγμένο σύστημα ανταλλακτικής αξίας [είναι] χρηματικό σύστημα, στην πραγματικότητα το χρηματικό σύστημα μπορεί να είναι μόνο η πραγματοποίηση αυτού του συστήματος ισότητας και ελευθερίας. […] Η διαδικασία της ανταλλακτικής αξίας που έχει προκύψει στην κυκλοφορία […] όχι μόνο σέβεται την ελευθερία και την ισότητα, αλλά αυτές συνιστούν τα προϊόντα της· είναι η πραγματική τους βάση […] [που αντανακλάται] σε νομικές, πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις […] Η τριαδική ενότητα της ιδιοκτησίας, της ελευθερίας και της ισότητας […] πραγματοποιήθηκε κιόλας στη σύγχρονη αστική κοινωνία. […] Το σύστημα της ανταλλακτικής αξίας και ακόμα περισσότερο το χρηματικό σύστημα είναι στην πράξη το σύστημα της ελευθερίας και της ισότητας» (όπ.π.: 90-93).


Δηλαδή, η κυριαρχία στην οικονομική δομή της κοινωνίας της ανταλλακτικής αξίας (η ανάδυση του χρηματικού συστήματος – «το ανεπτυγμένο σύστημα ανταλλακτικής αξίας») συναρτάται με (και έπεται από) την εμπέδωση ενός συστήματος «ελευθερίας» και «ισότητας». Η «ελευθερία» και η «ισότητα» – που μαζί με την «ιδιοκτησία» συνιστούν μια καπιταλιστική «τριαδική ενότητα» – είναι «προϊόντα» της διαδικασίας ανταλλακτικής αξίας «που έχει προκύψει στην κυκλοφορία», βασίζονται σε αυτήν τη διαδικασία και αποτυπώνονται «σε νομικές, πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις», δηλαδή στο εποικοδόμημα της αστικής κοινωνίας.

Αντίθετα:


«Ο αρχαίος κόσμος, στον οποίο η ανταλλακτική αξία δεν αποτελούσε τη βάση της παραγωγής […] παρήγαγε μια ελευθερία και μια ισότητα με […] ουσιαστικά μόνο τοπικό περιεχόμενο» (όπ.π.: 92-93).


Η «τριαδική ενότητα της ιδιοκτησίας, της ελευθερίας και της ισότητας» συναρθρώνονται με μια παραγωγή η οποία βασίζεται στην ανταλλακτική αξία – σε διάκριση προς τον αρχαίο κόσμο. Παραγωγή που βασίζεται στην ανταλλακτική αξία σημαίνει ότι,


«το πλεόνασμα της παραγωγής δεν θα είναι απλώς τυχαίο και περιστασιακά διαθέσιμο, αλλά θα είναι συνεχώς επαναλαμβανόμενο· έτσι το ίδιο το προϊόν αποκτά μια τάση που κατευθύνεται προς την κυκλοφορία, προς το να τίθενται ανταλλακτικές αξίες» (όπ.π.: 101).


Αυτό πραγματοποιείται στην αστική κοινωνία:


«Στην αστική κοινωνία […] [η ανταλλακτική αξία] πρέπει να γίνει αντιληπτή ως η κυρίαρχη μορφή, έτσι που κάθε άμεση σχέση των παραγωγών με τα προϊόντα τους ως αξίες χρήσης να έχει εξαφανιστεί· όλα τα προϊόντα [παράγονται] ως εμπορεύσιμα προϊόντα » (όπ.π.: 80).


Μια παραγωγή που δεν βασίζεται στην ανταλλακτική αξία (και ο Μαρξ αναφέρει το παράδειγμα του Γάλλου χωρικού σε διάκριση προς τον Άγγλο «αγρότη-μισθωτή»), σημαίνει ότι ο παραγωγός


«πουλάει μόνο το μικρό πλεόνασμα πάνω από την παραγωγή της οικογένειάς του. Καταναλώνει το μεγαλύτερο μέρος της αυτός ο ίδιος, και έτσι σχετίζεται με το μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος του όχι ως ανταλλακτική αξία, αλλά ως αξία χρήσης, ως άμεσο μέσο διαβίωσης» (όπ.π.: 79-80).


Κατά την παραγωγή εμπορευμάτων,


«ηπροϋπόθεση είναι ότι το προϊόν μου έχει μεν αξία χρήσης, αλλά όχι για μένα, δεν είναι άμεσα μέσα διαβίωσης (με την ευρύτερη έννοια) για μένα, αλλά είναι για μένα άμεσα ανταλλακτική αξία· θα γίνει μέσα διαβίωσης μόνο αφού θα έχει πάρει στο χρήμα τη μορφή του γενικού κοινωνικού προϊόντος» (όπ.π.: 77-78).


Στη βάση αυτή, ο Μαρξ υποστηρίζει ότι η παραγωγή ανταλλακτικών αξιών προϋποθέτει τον καταμερισμό εργασίας, ωστόσο, ο καταμερισμός εργασίας (άρα και η κυκλοφορία) δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά (ιστορικά) την παραγωγή ανταλλακτικών αξιών (εμπορευμάτων):


«η προϋπόθεση ότι οι ανταλλάσσοντες παράγουν ανταλλακτικές αξίες δεν προϋποθέτει μόνο τον καταμερισμό της εργασίας γενικά, αλλά και μια ειδικά ανεπτυγμένη μορφή του […] ένα καταμερισμό εργασίας συγκριμένης ιστορικής διαμόρφωσης» (όπ.π.: 78).


Αλλά ακόμα και αν στην κυκλοφορία εμφανίζονται ανταλλαγές εμπορευμάτων («περιστασιακά» ή «τυχαία»), δεν σημαίνει ότι η ανταλλακτική αξία έχει κυριαρχήσει στην οικονομική δομή μιας κοινωνίας.


«Η απλή κυκλοφορία, η οποία είναι απλώς η ανταλλαγή εμπορεύματος και χρήματος, όπως και η ανταλλαγή εμπορευμάτων σε διαμεσολαβημένη μορφή, προχωρώντας μέχρι τον σχηματισμό θησαυρού, μπορεί να υπάρξει ιστορικά, ακριβώς επειδή είναι απλώς μια διαμεσολαβούσα κίνηση μεταξύ προϋποτιθεμένων σημείων εκκίνησης, χωρίς η ανταλλακτική αξία να έχει καταλάβει την παραγωγή ενός λαού, είτε σε όλη την έκταση είτε σε βάθος» (όπ.π: 100).


Κατά συνέπεια, ούτε ο καταμερισμός εργασίας καθαυτός ούτε η κυκλοφορία καθαυτή συνεπάγονται κυριαρχία της ανταλλακτικής αξίας. Η «ελευθερία» και «ισότητα» αναφέρονται σε μια κυκλοφορία που αντιστοιχεί στην κυριαρχία της ανταλλακτικής αξίας στην οικονομική δομή της κοινωνίας, δηλαδή σε μια κυκλοφορία «συγκεκριμένης ιστορικής διαμόρφωσης» (καπιταλιστική).


3.2. Η απλή κυκλοφορία στον καπιταλισμό ως «το βασίλειο της ελευθερίας, της ισότητας και της ιδιοκτησίας»


Ο Μαρξ εντοπίζει ως ειδικότερο «τόπο» της «τριαδικής ενότητας της ιδιοκτησίας, της ελευθερίας και της ισότητας»την απλή κυκλοφορία στον καπιταλισμό, δηλαδή την «επιφάνεια […] της ανταλλαγής, όπως αποκαλύπτεται στην απλή κυκλοφορία» (όπ.π.: 81). Όπως γράφει, «διανοίγεται αφ’ εαυτού στην κυκλοφορία ένα βασίλειο της αστικής ελευθερίας και ισότητας» (όπ.π.: 77). Αυτό γίνεται σαφές και από το σχετικό γράμμα του Μαρξ προς τον Ένγκελς.

Γράφει εκεί ο Μαρξ:


«Αυτή η απλή κυκλοφορία εξεταζόμενη ως τέτοια – και αποτελώντας την επιφάνεια της αστικής κοινωνίας, στην οποία οι βαθύτερες διεργασίες, από τις οποίες προέκυψε έχουν σβήσει – δεν παρουσιάζει καμιά διάκριση μεταξύ των υποκειμένων της ανταλλαγής, παρά μόνο τυπικές και παροδικές. Αυτό είναι το βασίλειο της ελευθερίας, της ισότητας και της ιδιοκτησίας που βασίζεται στην “εργασία” » (Μαρξ 2019: 144).


Για τον Μαρξ, συνεπώς, « το βασίλειο της ελευθερίας, της ισότητας και της ιδιοκτησίας» είναι η απλή κυκλοφορία στον καπιταλισμό, που αποτελεί «την επιφάνεια της αστικής κοινωνίας», την «επιφάνεια» μιας κοινωνίας στην οποία κυριαρχεί η ανταλλακτική αξία.

Δηλαδή δεν αναφέρεται ο Μαρξ σε κάποια προκαπιταλιστική απλή κυκλοφορία, ούτε σε μια μεταβατική μορφή, όπως επίσης ξεκαθαρίζει στο URTEXT, αλλά σε μια απλή κυκλοφορία από την οποία προκύπτει το κεφάλαιο και την οποία παράγει το κεφάλαιο:


«Ωστόσο, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την ιστορική μετάβαση της κυκλοφορίας στο κεφάλαιο. Η απλή κυκλοφορία είναι […] απλή μορφή εμφάνισης μιας βαθύτερης διαδικασίας που βρίσκεται πίσω από αυτήν, που συνάμα προκύπτει από αυτήν και συγχρόνως την παράγει – το […] κεφάλαιο» (Marx 2023: 103).


Έχει σημασία να επισημάνουμε ότι, κατά τον Μαρξ, η απλή κυκλοφορία στον καπιταλισμό αφορά μια «επιφάνεια» που συγκαλύπτει τις «βαθύτερες διεργασίες, από τις οποίες προέκυψε», καθώς αυτές «έχουν σβήσει». Πρόκειται, μας λέει ακόμα ο Μαρξ, για μια «επιφάνεια» στην οποία δεν αποκαλύπτεται «[η] διαδικασία δημιουργίας των εμπορευμάτων, άρα και η αρχική διαδικασία ιδιοποίησής τους» (όπ.π.: 74). «Το πώς έχουν γίνει ατομικοί ιδιοκτήτες, δηλαδή έχουν ιδιοποιηθεί εξαντικειμενικευμένη εργασία, είναι μια περίσταση που δεν φαίνεται να εμπίπτει γενικά στην εξέταση της απλής κυκλοφορίας» (όπ.π.: 75).

Το βασικό χαρακτηριστικό που σηματοδοτεί η απλή κυκλοφορίαως «επιφάνεια της αστικής κοινωνίας» ε ίναι η μη-διάκριση των υποκειμένων της ανταλλαγής – σύμφωνα με τον Μαρξ. Α υτή η μη-διάκριση σηματοδοτεί την απλή κυκλοφορία ως τον «τόπο» «του βασιλείου της ελευθερίας, της ισότητας και της ιδιοκτησίας».

Υπό ποια έννοια από την απλή κυκλοφορία προκύπτει το κεφάλαιο αλλά και συγχρόνως η ίδια η απλή κυκλοφορία παράγεται από το κεφάλαιο είναι ένα ζήτημα που θα εξεταστεί στη συνέχεια. Όπως, θα εξεταστούν στη συνέχεια οι «βαθύτερες διεργασίες» στις οποίες αναφέρεται ο Μαρξ και η ατομική ιδιοκτησία στην καπιταλιστική παραγωγή.


3.3. Κυρίαρχα υποκείμενα και ανταλλαγή ισοδυνάμων


Για να καταστεί η ανταλλακτική αξία «κυρίαρχη μορφή», πρέπει


«να συναντιούνται τα άτομα ως ελεύθεροι ατομικοί παραγωγοί στις απλές σχέσεις των αγορών και πωλήσεων κατά τη διαδικασία της κυκλοφορίας […] να φιγουράρουν ως ανεξάρτητα υποκείμενα» (όπ.π.: 81).


Επομένως:


«Από την ίδια την πράξη της ανταλλαγής, καθένα από τα υποκείμενα επιστρέφει στον ίδιο τον εαυτό του ως τον τελικό σκοπό της όλης διαδικασίας, ως κυρίαρχο υποκείμενο. Έτσι πραγματοποιείται λοιπόν η πλήρης ελευθερία του υποκειμένου. Εκούσια συναλλαγή· από καμία πλευρά άσκηση βίας» (όπ.π.: 87).


Δηλαδή, η οικονομική δομή της κοινωνίας αποκλείει τον εξωοικονομικό καταναγκασμό.

Τα υποκείμενα της ανταλλαγής (ως «ανεξάρτητα», «κυρίαρχα» και «ελεύθερα» υποκείμενα – που επιδιώκουν την «ικανοποίηση του αδίστακτου ατομικού […] συμφέροντος») «ανταλλάσσουν ανταλλακτικές αξίες ίσου μεγέθους, διότι προϋποτίθεται ότι ανταλλάσσουν ισοδύναμα» (ό.π.: 87-88).

Ανταλλάσσοντας ισοδύναμα, τα υποκείμενα (οι «ελεύθεροι ατομικοί παραγωγοί ») εμφανίζονται ως «ισάξια» και «ισοσθενή»: «Κατά την ανταλλαγή τα υποκείμενα είναι ισοσθενή το ένα για το άλλο μόνο μέσω των ισοδυνάμων» (όπ.π.: 88).

«Όσο το χρήμα βρίσκεται το προσκήνιο, όχι μόνο δεν αίρει τη σχέση ισότητας αλλά κατ’ ουσίαν αποτελεί την πραγματική της έκφραση» (όπ.π.: 89).

Κατά συνέπεια:

  • Η απουσία εξωοικονομικού καταναγκασμού οδηγεί στην (και συνδέεται με την) πλήρη «ελευθερία» των υποκειμένων και των συναλλαγών.

  • Σε αυτή τη βάση δημιουργούνται οι προϋποθέσεις της μη-διάκρισης των υποκειμένων της ανταλλαγής στην αστική κοινωνία (εμφάνιση των υποκειμένων της ανταλλαγής ως «ισάξιων» και «ισοσθενών»).

  • Η μη-διάκριση των υποκειμένων της ανταλλαγής που σηματοδοτεί την απλή κυκλοφορία ως τον «τόπο» «του βασιλείου της ελευθερίας, της ισότητας και της ιδιοκτησίας» θεμελιώνεται (και επικυρώνεται) στην ανταλλαγή ισοδυνάμων μεταξύ πωλητή και αγοραστή, με τη μεσολάβηση του χρήματος· ως εκ τούτου, η ανταλλαγή ισοδυνάμων βρίσκεται στη βάση « του βασιλείου της ελευθερίας, της ισότητας και της ιδιοκτησίας» (της «τριαδικής ενότητας της ιδιοκτησίας, της ελευθερίας και της ισότητας»).

  • Η ανταλλαγή ισοδυνάμων (που θεμελιώνει τη μη-διάκριση των υποκειμένων της ανταλλαγής) προϋποθέτει την «ποιοτική ομοιότητα και ομοιομορφία» εμπορευμάτων και χρήματος, δηλαδή την «κοινή ουσία» των ανταλλακτικών αξιών (χρόνος εργασίας).

  • Η «ποιοτική ομοιότητα και ομοιομορφία» την οποία εκφράζει το χρήμα βρίσκεται σε αντιστοιχία με «την ομοιόμορφη γενική εξουσία» που σηματοδοτεί στο ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο τη μη-διάκριση των υποκειμένων της ανταλλαγής· αυτή η μη-διάκριση των υποκειμένων της ανταλλαγής αντανακλάται «σε νομικές, πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις», δηλαδή στο εποικοδόμημα της αστικής κοινωνίας.

  • «Το χρήμα στο προσκήνιο» (δηλαδή το χρηματικό σύστημα, το σύστημα της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής και ανταλλαγής, της κυριαρχίας της ανταλλακτικής αξίας στην οικονομική δομή) αποτελεί την πραγματική έκφραση της σχέσης ισότητας (δηλαδή της ανταλλαγής ισοδυνάμων).


4. Απλή κυκλοφορία και ανεπτυγμένη κυκλοφορία: αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία ως ο σκοπός της παραγωγής και η προϋπόθεση της ανταλλαγής ισοδυνάμων


4.1. Απλή κυκλοφορία: κυριαρχία της αξίας χρήσης


Στην απλή κυκλοφορία, η ανταλλαγή ισοδυνάμων εκφράζεται ως:


Ε-Χ-Ε.


Στη σχέση Ε-Χ-Ε συνδέονται, με τη μεσολάβηση του χρήματος (Χ), «ανεξάρτητοι», «ίσοι» και «ελεύθεροι», ατομικοί ιδιοκτήτες - εμπορευματοπαραγωγοί (καπιταλιστές) που ανταλλάσσουν εκουσίως εμπορεύματα (Ε-Ε) ισοδύναμης αξίας – «δηλαδή ίσες ποσότητες αξίας» (όπ.π.: 98).

Ωστόσο: Στη μορφή της απλής κυκλοφορίας Ε-Χ-Ε κυριαρχεί η αξία χρήσης. Η μορφή κυκλοφορίας Ε-Χ-Ε, σύμφωνα με τον Μαρξ, αποτελεί επί της ουσίας «μια διαμεσολαβημένη μορφή αντιπραγματισμού», στην οποία «το χρήμα φιγουράρει μόνο ως μέτρο και νόμισμα» (όπ.π.: 109). Στη μορφή κυκλοφορίας Ε-Χ-Ε «[α]πό τη στιγμή που το εμπόρευμα έχει γίνει αξία χρήσης», ανταλλασσόμενο με «μέτρο τον χρόνο εργασίας» που περιέχει, «έχει πεταχτεί έξω από την κυκλοφορία, έχει πάψει να είναι εμπόρευμα», καθιστάμενο «ανόργανη τέφρα της όλης διαδικασίας» (όπ.π.: 106). Στη μορφή κυκλοφορίας Ε-Χ-Ε η κυκλοφορία «τελειώνει με την αυτονόμηση της αξίας χρήσης· το εμπόρευμα γίνεται αντικείμενο κατανάλωσης» (όπ.π.: 114).

Η «αυτονόμηση της αξίας χρήσης», όμως, εκφράζει την κυριαρχία στην παραγωγή (όχι της ανταλλακτικής αξίας, αλλά) της χρησιμότητας: η αξία χρήσης καθίσταται ο σκοπός της παραγωγής. Είναι η μορφή που ο Αριστοτέλης θεωρεί ως «φυσική και λογική», στο πλαίσιο της δουλοκτητικής κοινωνίας (όπ.π.: 111).

Το σημαντικό εδώ είναι ότι, η ανταλλαγή που προκύπτει με βάση την απλή κυκλοφορία δεν μπορεί αφ’ εαυτής να θεμελιώσει μια ανταλλαγή ισοδυνάμων (ανταλλακτικών αξιών). Το ότι ο Μαρξ γράφει πως, στο πλαίσιο της απλής κυκλοφορίας, τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται με «μέτρο τον χρόνο εργασίας» (δηλαδή, ανταλλάσσονται ισοδύναμα) υπονοεί την ύπαρξη άλλων «βαθύτερων σχέσεων» πίσω από την απλή κυκλοφορία, που καθορίζουν την απλή κυκλοφορία, όπως εμφανίζεται ως «η επιφάνεια της αστικής κοινωνίας».

Είδαμε, πιο πριν, ότι, για να καταστεί η ανταλλακτική αξία «κυρίαρχη μορφή» πρέπει «να συναντιούνται τα άτομα ως ελεύθεροι ατομικοί παραγωγοί στις απλές σχέσεις των αγορών και πωλήσεων κατά τη διαδικασία της κυκλοφορίας» ανταλλάσσοντας ισοδύναμα. Σε αντιστοιχία με ό,τι επισημαίνει ο Μαρξ στο γράμμα στον Ένγκελς, σημειώνει στο URTEXT πως για να συμβεί ωστόσο αυτό, δηλαδή για «να συναντιούνται τα άτομα ως ελεύθεροι ατομικοί παραγωγοί », «προϋποτίθενται ήδη άλλες πιο περίπλοκες σχέσεις παραγωγής, οικονομικές σχέσεις των ατόμων, οι οποίες συγκρούονται περισσότερο ή λιγότερο με την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους. Από τη σκοπιά της απλής κυκλοφορίας ωστόσο οι σχέσεις αυτές έχουν εξαλειφθεί» (όπ.π.: 81). Ποιες είναι αυτές οι σχέσεις θα εξεταστεί στη συνέχεια.


4.2. Ανεπτυγμένη κυκλοφορία: κυριαρχία της ανταλλακτικής αξίας


Για να καταστεί η απλή κυκλοφορία ανταλλαγή ανταλλακτικών αξιών και ανταλλαγή ισοδυνάμων πρέπει να εδράζεται σε μια άλλη διαδικασία κυκλοφορίας, που υποκρύπτεται πίσω από την απλή κυκλοφορία, δηλαδή στην ανεπτυγμένη κυκλοφορία:


Χ-Ε-Χ.


Αντίθετα από την απλή κυκλοφορία Ε-Χ-Ε που «τελειώνει με την αυτονόμηση της αξίας χρήσης», η μορφή κυκλοφορίας Χ-Ε-Χ «καταλήγει στην αυτονόμηση της ανταλλακτικής αξίας· το εμπόρευμα γίνεται χρήμα» (όπ.π.: 114). Κατά συνέπεια: «Η αυτονομημένη ανταλλακτική αξία [εκφραζόμενη από τη σχέση Χ-Ε-Χ] προϋποθέτει την κυκλοφορία ως ανεπτυγμένη στιγμή· […] την ανεπτυγμένη κυκλοφορία» (όπ.π.: 117-118).

Η ανταλλακτική αξία ως «κυρίαρχη μορφή» (αστική κοινωνία) δεν εκφράζεται από τη μορφή κυκλοφορίας Ε-Χ-Ε. Μόνο στο πλαίσιο της σχέσης κυκλοφορίας Χ-Ε-Χ κυριαρχεί η ανταλλακτική αξία: γίνεται ο σκοπός της παραγωγής. Εφόσον σύμφωνα με τον Μαρξ, όπως είδαμε πιο πριν, στην αστική κοινωνία η ανταλλακτική αξία είναι «η κυρίαρχη μορφή», έτσι πού « όλα τα προϊόντα [παράγονται] ως εμπορεύσιμα προϊόντα », η μορφή κυκλοφορίας Χ-Ε-Χ αποτελεί την προσιδιάζουσα στον καπιταλισμό μορφή κυκλοφορίας.


4.3. Ανεπτυγμένη κυκλοφορία: η προϋπόθεση της ανταλλαγής ισοδυνάμων


Σύμφωνα με τον Μαρξ, στη μορφή κυκλοφορίας Χ-Ε-Χ


«αναπτύσσεται […] [το εμπόρευμα] ως εξαντικειμενικευμένος γενικός χρόνος εργασίας – στην κοινωνική του μορφή». [Από τη μορφή αυτή κυκλοφορίας προκύπτει] «ο περαιτέρω προσδιορισμός της κοινωνικής εργασίας, η οποία αρχικά εμφανίζεται ως ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος και στη συνέχεια ως χρήμα […] η παραπέρα ανάπτυξή της [της ανταλλακτικής αξίας] […] ή η εμβάθυνση στην κοινωνική διαδικασία, είναι που φέρνει το εμπόρευμα στην επιφάνεια» (όπ.π.: 114-115).


Η ανάπτυξη της «κοινής ουσίας» της ανταλλακτικής αξίας (χρόνος εργασίας), η αξία (ως «εξαντικειμενικευμένος γενικός χρόνος εργασίας»), το εμπόρευμα ως «επιφάνεια» της αστικής οικονομίας, και συνεπώς η ανταλλαγή ισοδυνάμων (που προϋποθέτει «κοινή ουσία» των ανταλλακτικών αξιών), εμφανίζονται στο πλαίσιο της (ειδικά καπιταλιστικής) σχέσης Χ-Ε-Χ, της ανεπτυγμένης κυκλοφορίας: της σχέσης στην οποία το χρήμα είναι «αφετηρία» και αποτέλεσμα (σκοπός) της ανταλλαγής (όπ.π.: 114).

Από τα παραπάνω έπεται και ότι: η «κοινή ουσία» της ανταλλακτικής αξίας εκφράζεται στο χρήμα μόνο στο πλαίσιο της σχέσης Χ-Ε-Χ.


4.4. Αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία, συγκεκριμένη και αφηρημένη εργασία


Σύμφωνα με τον Μαρξ:


«Κάθε εργασία είναι από τη μια ξόδεμα ανθρώπινης εργατικής δύναμης με τη φυσιολογική έννοια, και μ’ αυτή την ιδιότητα της όμοιας ανθρώπινης ή αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας αποτελεί την αξία του εμπορεύματος. Κάθε εργασία είναι από την άλλη ξόδεμα ανθρώπινης εργατικής δύναμης με την ιδιαίτερη καθορισμένα σκόπιμη μορφή, και με την ιδιότητα αυτή της συγκεκριμένης ωφέλιμης εργασίας παράγει αξίες χρήσης» (Μαρξ 1978-α: 60).


Η «κοινή ουσία» της ανταλλακτικής αξίας («ως εξαντικειμενικευμένος γενικός χρόνος εργασίας») προϋποθέτει την ανταλλακτική αξία ως «κυρίαρχη μορφή» της κυκλοφορίας, δηλαδή την ειδικά καπιταλιστική ανεπτυγμένη κυκλοφορία. Αυτή η «κοινή ουσία» είναι η «αφηρημένη εργασία». Δηλαδή, για να είναι ο χρόνος εργασίας η «κοινή ουσία» της ανταλλακτικής αξίας, η εργασία (πρέπει να) είναι αφηρημένη εργασία, δηλαδή «όμοια» εργασία(και ο χρόνος εργασίας «χρόνος αφηρημένης εργασίας») κι αυτό προϋποθέτει την ανεπτυγμένη (καπιταλιστική) κυκλοφορία.


«[Η] εργασία που δημιουργεί ανταλλακτική αξία είναι αδιάφορη απέναντι […] στην ειδική μορφή της ίδιας της εργασίας που δημιουργεί […] τις αξίες χρήσης. Οι διαφορετικές αξίες χρήσης είναι προϊόντα της δραστηριότητας διαφορετικών ανθρώπων, αποτέλεσμα, λοιπόν, διαφορετικών μεταξύ τους εργασιών. Ως ανταλλακτικές αξίες, όμως παριστάνουν όμοια, αδιαφοροποίητη εργασία, δηλαδή εργασία στην οποία έχουν σβηστεί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εργατών. Κατά συνέπεια, η εργασία που δημιουργεί ανταλλακτική αξία είναι αφηρημένη γενική εργασία. […] Κάθε εμπόρευμα […] είναι το εμπόρευμα το οποίο πρέπει, μέσω της αποξένωσης της ιδιαίτερης αξίας χρήσης του, να εμφανιστεί ως η άμεση αντικειμενοποίηση του γενικού χρόνου εργασίας» (Μαρξ 2013: 33, 59).


Η ανταλλακτική αξία («ως η κυρίαρχη μορφή» της κυκλοφορίας) προϋποθέτει την αξία χρήσης των προϊόντων: «Το εμπόρευμα είναι, δηλαδή, ταυτόχρονα ένα συγκεκριμένο και αφηρημένο πράγμα» (όπ.π.: 55), δηλαδή αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία (= αφηρημένη εργασία). Ωστόσο, η αξία χρήσης δεν προϋποθέτει και δεν οδηγεί στην ανταλλακτική αξία και στην αφηρημένη εργασία. Η κυριαρχία της αξίας χρήσης (Ε-Χ-Ε) σημαίνει, σύμφωνα με τον Μαρξ (βλ. πιο πριν), ότι ο παραγωγός «πουλάει μόνο το μικρό πλεόνασμα πάνω από την παραγωγή της οικογένειάς του» και «καταναλώνει το μεγαλύτερο μέρος της αυτός ο ίδιος». Σε συνθήκες περιορισμένης εμπορευματικής ανταλλαγής ο χρόνος εργασίας «καθηλώνεται» ως «χρόνος συγκεκριμένης εργασίας», και ως τέτοιος δεν συγκροτεί «κοινή ουσία» των προϊόντων. Επομένως, δεν μπορεί να υπάρξει ανταλλαγή ισοδυνάμων. Μόνο όταν το προϊόν είναι μεν αξία χρήσης για τον αγοραστή (καταναλωτή) αλλά για τον παραγωγό δεν έχει άμεση αξία χρήσης, «δεν είναι άμεσα μέσα διαβίωσης», όπως γράφει ο Μαρξ, αλλά είναι «άμεσα ανταλλακτική αξία», αναφύεται η γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή (η ανεπτυγμένη κυκλοφορία Χ-Ε-Χ) και μαζί της (αυθόρμητα και αόρατα χωρίς την επίγνωση των υποκειμένων της παραγωγής) η «κοινή ουσία» των ανταλλακτικών αξιών (= αφηρημένη εργασία) και η ανταλλαγή ισοδυνάμων. Και από την άποψη των παραπάνω, επομένως, συνάγεται ότι η απλή κυκλοφορία στην οποία αναφέρεται ο Μαρξ δεν είναι κάποια προκαπιταλιστική ή μεταβατική μορφή απλής κυκλοφορίας (στην οποία κυριαρχεί η αξία χρήσης και η συγκεκριμένη εργασία), αλλά η απλή κυκλοφορία ως η «επιφάνεια της αστικής κοινωνίας».


5. Ανεπτυγμένη κυκλοφορία, κεφάλαιο και «ελεύθερος εργάτης»


5.1. Το χρήμα ως κεφάλαιο


«Η παραγωγή ανταλλακτικής αξίας», η ανταλλακτική αξία ως σκοπός της παραγωγής «είναι γενικά μόνο η παραγωγή μεγαλύτερης ανταλλακτικής αξίας, ο πολλαπλασιασμός της» (Marx 2023: 117). Στη μορφή Χ-Ε-Χ : «Προκειμένου το χρήμα να διατηρηθεί ως χρήμα, πρέπει να είναι ικανό […] να επανεισέλθει εντός της [της κυκλοφορίας], δηλαδή να μην γίνει εντός της κυκλοφορίας ένα απλό μέσο κυκλοφορίας» (όπ.π.: 115), όπως στην απλή κυκλοφορία.

Εφόσον στη μορφή αυτή κυκλοφορίας ως «σκοπός» και «περιεχόμενο» της ανταλλαγής τίθεται η ανταλλακτική αξία «το ίδιο το χρήμα, έχει για μόνο περιεχόμενο την αύξηση της ανταλλακτικής αξίας, την επισώρευση του χρήματος » (όπ.π: 112). Αλλά όχι ως θησαυρός: «Όσο το χρήμα παραμένει θησαυρός, δεν λειτουργεί ως ανταλλακτική αξία» (όπ.π.: 121).

Για το σκοπό αυτό: «Η ανταλλακτική αξία, ως προϋπόθεση [Χ] και αποτέλεσμα της κυκλοφορίας [Χ] όπως έχει εξέλθει από αυτήν, πρέπει εξίσου να εισέλθει πάλι σε αυτήν» (όπ.π.: 120), ως χρήμα.

Έτσι, αντίθετα από την απλή κυκλοφορία που καταλήγει σε ένα εμπόρευμα το οποίο «έχει πεταχτεί έξω από την κυκλοφορία, έχει πάψει να είναι εμπόρευμα», η ανεπτυγμένη κυκλοφορία καταλήγει σε χρήμα που πρέπει να εισέλθει εκ νέου στην κυκλοφορία.

Το προερχόμενο από την κυκλοφορία και επανεισερχόμενο στην κυκλοφορία χρήμα είναι χρήμα που επιδιώκει την αναπαραγωγή και τον πολλαπλασιασμό του, και ως τέτοιο είναι κεφάλαιο :


«Το χρήμα που προκύπτει από την κυκλοφορία ως επαρκής και αυτονομημένη ανταλλακτική αξία, αλλά επανέρχεται στην κυκλοφορία, ως εντός αυτής και μέσω αυτής αυτοδιαιωνιζόμενο και αξιοποιούμενο (πολλαπλασιαζόμενο) χρήμα, είναι κεφάλαιο. Στο κεφάλαιο το χρήμα […] έχει μετατραπεί […] σε διαδικασία » (όπ.π.: 123).


5.2. Το χρήμα ως κεφάλαιο, ζωντανή εργασία και υπεραξία


Ο πολλαπλασιασμός του χρήματος προϋποθέτει την υπεραξία :


«[Το χρήμα], είναι επομένως η συνεχής παρόρμηση να υπερβεί το ποσοτικό του όριο […] [να] πολλαπλασιάζεται συνεχώς […] Ενεργή αξία είναι μόνο η αξία που θέτει [δημιουργεί] την υπεραξία. […] Σε αυτήν τη λειτουργία του λοιπόν το χρήμα πρέπει να πολλαπλασιάζεται, όχι με την απόσυρσή του [από την κυκλοφορία] όπως κατά τον θησαυρισμό» (όπ.π.: 122-123).


Δηλαδή, στην ανεπτυγμένη κυκλοφορία ο σκοπός της κυκλοφορίας δεν είναι Χ-Χ αλλά:


Χ-Ε-Χ΄ όπου Χ΄>Χ + ΔΧ, όπου ΔΧ = υπεραξία.


Το ερώτημα είναι πώς δημιουργείται αυτή η επιπρόσθετη αξία (ΔΧ = υπεραξία), καθώς: «Η αξία δεν δημιουργείται από την αξία» (όπ.π.: 112).

«[Η] μόνη ανταλλαγή μέσω της οποίας το χρήμα μπορεί να γίνει κεφάλαιο είναι αυτή μεταξύ του κατόχου του κεφαλαίου και του κατόχου της ζωντανής εργασιακής ικανότητας, δηλαδή του εργάτη […] ο μετασχηματισμός του χρήματος σε κεφάλαιο μπορεί να προχωρήσει μόνο μέσω της ανταλλαγής του με εργασία» (όπ.π.: 131, 133).


Η ανεπτυγμένη κυκλοφορία οδηγεί στο κεφάλαιο, αλλά το χρήμα γίνεται κεφάλαιο, δηλαδή «αυτοδιαιωνιζόμενο και αξιοποιούμενο (πολλαπλασιαζόμενο) χρήμα», που σημαίνει χρήμα αυξανόμενο εκ της υπεραξίας, μόνο μέσω της ανταλλαγής του με τη ζωντανή εργασία, «τη ζωντανή εργασιακή ικανότητα» του εργάτη. Η αξία χρήσης της ζωντανής εργασίας αποτελεί την αναγκαία «συμπλήρωση» στο χρήμα για να γίνει κεφάλαιο αλλά και την κύρια αντίθεση προς το κεφάλαιο, ως «το πραγματικό μη-κεφάλαιο» :


«Η μόνη αξία χρήσης που μπορεί να αποτελέσει μια αντίθεση και μια συμπλήρωση στο χρήμα ως κεφάλαιο είναι η εργασία, και αυτή υπάρχει στην εργασιακή ικανότητα που υφίσταται ως υποκείμενο. […]. Το πραγματικό μη-κεφάλαιο είναι η ίδια η εργασία. […]. Η ανταλλαγή μέσω της οποίας το χρήμα γίνεται κεφάλαιο δεν μπορεί να είναι αυτή με τα εμπορεύματα, αλλά αυτή με την εννοιολογικά προσδιορισμένη αντίθεσή του, με το εμπόρευμα που βρίσκεται σε εννοιολογικά προσδιορισμένη αντίθεση με το χρήμα – την εργασία. […] Η αξία χρήσης έναντι της οποίας το χρήμα, ως εν δυνάμει κεφάλαιο, μπορεί ανταλλαγεί, δεν μπορεί παρά να είναι η αξία χρήσης από την οποία γίνεται, δημιουργείται και πολλαπλασιάζεται η ίδια η ανταλλακτική αξία. Αλλά αυτή είναι μόνο η εργασία. […] Η ίδια η εργασιακή ικανότητα είναι η αξία χρήσης, η κατανάλωση της οποίας συμπίπτει άμεσα με την εξαντικειμενίκευση της εργασίας, δηλαδή με το να τεθεί [δημιουργηθεί] η ανταλλακτική αξία. Για το χρήμα ως κεφάλαιο, η εργασιακή ικανότητα είναι η άμεση αξία χρήσης με την οποία πρέπει να ανταλλαγεί. Στην απλή κυκλοφορία, το περιεχόμενο της αξίας χρήσης ήταν αδιάφορο» (όπ.π.: 133-134).


Το χρήμα είναι «εν δυνάμει κεφάλαιο» και δεν μπορεί να γίνει κεφάλαιο μέσω της ανταλλαγής του με εμπορεύματα, δηλαδή αποκρυσταλλωμένη αξία («εξαντικειμενικευμένο γενικό χρόνο εργασίας»), καθώς δεν δημιουργείται η αξία από την αξία. Το ίδιο το χρήμα «ως επαρκής και αυτονομημένη ανταλλακτική αξία», εκφράζει ήδη δημιουργημένη αξία, και ως ήδη δημιουργημένη αξία δεν δημιουργεί αξία παρά μέσω της «συμπλήρωσής» του «με την εννοιολογικά προσδιορισμένη αντίθεσή του», με «το πραγματικό μη-κεφάλαιο», δηλαδή με το εμπόρευμα που δημιουργεί αξία, χωρίς να είναι αξία. Αυτό το εμπόρευμα είναι η εργασιακή ικανότητα, «η αξία χρήσης, η κατανάλωση της οποίας συμπίπτει άμεσα με την εξαντικειμενίκευση της εργασίας», δηλαδή τη δημιουργία αξίας. Αυτή η συμπληρωματικότητα και αντίθεση συνιστά την ειδικά καπιταλιστική ενότητα χρήματος-κεφαλαίου και εργασίας, προσδιορίζει το χρήμα ως «διαδικασία» : δεν ορίζεται εννοιολογικά το χρήμα ως κεφάλαιο χωρίς τη ζωντανή εργασία, δεν υπάρχει το κεφάλαιο εξωτερικά από τη ζωντανή εργασία, υπάρχει εξ αυτής, λόγω αυτής. Η ενότητα-αντίθεση κεφάλαιο – «πραγματικό μη-κεφάλαιο» (= εργασία) αποτελεί τη βασική ενότητα και τη βασική αντίθεση του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος.


5.3. Η ιστορική προϋπόθεση της μετατροπής του χρήματος σε κεφάλαιο: «ο ελεύθερος εργάτης»


Δεν προσδιορίζεται εννοιολογικά το χρήμα ως κεφάλαιο χωρίς τη ζωντανή εργασία, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η ζωντανή εργασία προσφέρεται από τον «ελεύθερο εργάτη».


«Ο όρος της μετατροπής από χρήμα σε κεφάλαιο είναι ότι ο ιδιοκτήτης του χρήματος μπορεί να ανταλλάξει το χρήμα με την ξένη εργασιακή ικανότητα ως εμπόρευμα. Δηλαδή ότι εντός της κυκλοφορίας η εργασιακή ικανότητα ξεπουλιέται ως εμπόρευμα, διότι εντός της απλής κυκλοφορίας βρίσκονται οι ανταλλάσσοντες αντιμέτωποι μόνο ως αγοραστής και πωλητής. Ο όρος λοιπόν είναι ότι ο εργάτης προσφέρει προς πώληση την εργασιακή του ικανότητα ως εμπόρευμα προς χρήση: δηλαδή ο ελεύθερος εργάτης» (όπ.π.: 134).


«Ελεύθερος εργάτης» σημαίνει: Πρώτον, ότι ο εργάτης «ως ελεύθερος ιδιοκτήτης διαθέτει την εργασιακή του ικανότητα […] σχετίζεται προς αυτήν ως εμπόρευμα· γι’ αυτό πρέπει να είναι ο ελεύθερος ιδιοκτήτης της». Δεύτερον, ότι «το μόνο εμπόρευμα που έχει να προσφέρει, να πουλήσει, είναι ακριβώς η ζωντανή, η διαθέσιμη ακριβώς στη ζωντανή του σωματικότητα εργασιακή ικανότητα» – καθώς «δεν έχει πλέον να ανταλλάξει την εργασία του στη μορφή ενός άλλου εμπορεύματος, μιας εξαντικειμενικευμένης εργασίας», εφόσον έχουν απαλλοτριωθεί τα μέσα παραγωγής και συντήρησής του, που σημαίνει ότι «οι αντικειμενικοί όροι της εργασίας του, υφίστανται ως ξένη ιδιοκτησία από την άλλη πλευρά της κυκλοφορίας, ως εμπορεύματα που βρίσκονται πέρα από αυτόν τον ίδιο» (όπ.π.: 134-135).

Ο Μαρξ εδώ αναφέρεται, λοιπόν, στον «ελεύθερο εργάτη» με «διπλή έννοια» («ελεύθερο» ατομικό υποκείμενο και αποξενωμένο από μέσα παραγωγής και συντήρησης άμεσο παραγωγό), ζήτημα που επίσης επεξεργάζεται στα Grundrisse και στον Πρώτο Τόμο του Κεφαλαίου (Μαρξ 1990: 382-383· Μαρξ 1978-α: 181-182). Η «ατομική ελευθερία» είναι προϋπόθεση για να μπορέσει να προσφέρει ο εργάτης την εργασιακή του δύναμη στον κάτοχο του χρήματος που « βρίσκει την εργασιακή ικανότητα ως εμπόρευμα στην αγορά στο πλαίσιο της κυκλοφορίας» (Marx 2023: 135). Η αποξένωση του άμεσου παραγωγού από μέσα παραγωγής και συντήρησης που κατείχε στις προκαπιταλιστικές φεουδαρχικές ή ασιατικές κοινωνίες (βλ. Οικονομάκης 2000) είναι προϋπόθεση για να εξαναγκαστεί να προσφέρει την εργασιακή του δύναμη στον κάτοχο του χρήματος λόγω της βίας της ανάγκης, και όχι εξαιτίας κάποιου εξωοικονομικού καταναγκασμού: «ο βουβός εξαναγκασμός των οικονομικών σχέσεων επισφραγίζει την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη πάνω στον εργάτη» (Μαρξ 1978-α: 762). Η απουσία εξωοικονομικού καταναγκασμού αποτελεί δομικό στοιχείο της καπιταλιστικής οικονομίας, εγγραφόμενο στο πλαίσιο της μη-διάκρισης των υποκειμένων της ανταλλαγής «του βασιλείου της ελευθερίας, της ισότητας και της ιδιοκτησίας», δηλαδή στην απλή κυκλοφορία, στην «επιφάνεια της αστικής κοινωνίας». Στο ζήτημα αυτό θα επιστρέψω αμέσως πιο κάτω.

Ο «ελεύθερος εργάτης» με «διπλή έννοια» συμπυκνώνει την αποδιάρθρωση της «φυσικής οικονομίας» (βλ. και Rubin 1994: 29-38), σηματοδοτεί την ιστορική γενετική πράξη του καπιταλισμού (του συστήματος της κυριαρχίας της ανταλλακτικής αξίας). Το «ελεύθερο» και αποξενωμένο από μέσα παραγωγής και συντήρησης ατομικό υποκείμενο μόνο μέσω της αγοράς εμπορευμάτων (ανταλλακτικών αξιών) μπορεί να επιβιώσει με αντίτιμο την πώληση της εργασιακής του δύναμης στην αγορά εργασίας. Η κυριαρχία της ανταλλακτικής αξίας (Χ-Ε-Χ΄), και επομένως του κεφαλαίου, προϋποθέτει τη μαζική δημιουργία του «ελεύθερου» ατομικού υποκείμενου της απλής κυκλοφορίας που ταυτόχρονα είναι εξαρτημένο από την αγορά εμπορευμάτων και εργασίας για την επιβίωσή του. Ο «ελεύθερος εργάτης» με «διπλή έννοια» είναι η προϋπόθεση της εμφάνισης της ατομικής ιδιοκτησίας, της «αρχικής διαδικασίας ιδιοποίησης εξαντικειμενικευμένης εργασίας» (ανταλλακτικών αξιών) μέσω της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής.

Όπως υποστηρίζει ο Μαρξ, το ότι «ο κάτοχος του χρήματος» «ή το χρήμα» « βρίσκει την εργασιακή ικανότητα ως εμπόρευμα στην αγορά, στο πλαίσιο της κυκλοφορίας» είναι αποτέλεσμα μιας ιστορικής διαδικασίας μεγάλης διάρκειας, κατά την οποία συντελέστηκαν ριζικοί οικονομικοί μετασχηματισμοί: κατάρρευση προγενέστερων τρόπων παραγωγής (και κοινωνικών σχέσεων παραγωγής) (Marx 2023: 135). Αυτοί οι μετασχηματισμοί («οι βαθύτερες διεργασίες») οδηγούν σε μια νέα «ιστορική βαθμίδα ανάπτυξης της οικονομικής παραγωγής» και στον «ελεύθερο εργάτη», που «είναι προϋπόθεση για το γίγνεσθαι και ακόμη περισσότερο για την ύπαρξη του κεφαλαίου ως τέτοιου» (όπ.π.).

Όπως γράφει ο Rubin (1994: 31), η αποσύνθεση του φεουδαρχικού συστήματος προήλθε από τη συνάρθρωση μας σειράς ιστορικών συνθηκών: «τη γρήγορη ανάπτυξη μιας χρηματικής οικονομίας, την επέκταση της αγοράς και την αυξανόμενη ισχύ του εμπορικού κεφαλαίου ». Ο Μαρξ στο URTEXT αναφέρεται στη «λεγόμενη εκπολιτιστική επίδραση του εξωτερικού εμπορίου» που φέρει αποτελέσματα μετασχηματισμού προς την κατεύθυνση της κυριαρχίας της ανταλλακτικής αξίας, της κατάκτησης από την ανταλλακτική αξία του συνόλου της παραγωγής, τα οποία εξαρτώνται «εν μέρει από την ένταση αυτής της εξωτερικής επίδρασης, εν μέρει από τον βαθμό της εσωτερικής ανάπτυξης» εμπορευματοχρηματικών σχέσεων (Marx 2023: 101). «Το χρήμα», «[η] εμφάνιση της χρηματικής οικονομίας» (Rubin 1994: 33-34), εντός του φεουδαρχικού (ή ασιατικού) κοινωνικοοικονομικού πλαισίου λειτούργησε ως καταλύτης για την αποδιάρθρωση των προκαπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, που, στο ιστορικό παράδειγμα που αναλύει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο (την Αγγλία) (Μαρξ 1978-α: 741), συμπυκνώνεται στη μετατροπή της προσόδου σε είδος σε χρηματική πρόσοδο (βλ. Μαρξ 1978-β: 961 κ.ε.). Είναι αυτή η μετατροπή που πυροδοτεί την επιταχυνόμενη διάλυση των προκαπιταλιστικών σχηματισμών και την έλευση του «ελεύθερου εργάτη» με «διπλή έννοια» και του καπιταλισμού. Από την άποψη αυτή, «το χρήμα» ως ιστορικά «εξωτερικός καθορισμός» προς την υπό διαμόρφωση καπιταλιστική σχέση – στο ιδιαίτερο ιστορικό πλαίσιο ανάπτυξης των μετασχηματισμών που οδήγησαν στην οικονομία της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής και ανταλλαγής (καπιταλισμός) – μετέχει ενεργά στη δημιουργία των προϋποθέσεων εκείνων που θα το καταστήσουν κεφάλαιο, δηλαδή στη συγκρότηση της καπιταλιστικής σχέσης, καθιστάμενο δομικό («εσωτερικό») στοιχείο αυτής της σχέσης.


5.4. Η απλή κυκλοφορία «ως προϋπόθεση του κεφαλαίου και ως προϋποθέτουσα το κεφάλαιο»


Γράφει ο Μαρξ (2023: 135):


«Από την εξέταση της απλής κυκλοφορίας προκύπτει για μας ηγενική έννοια του κεφαλαίου, διότι μέσα στον αστικό τρόπο παραγωγής η ίδια η απλή κυκλοφορία υφίσταται μόνο ως προϋπόθεση του κεφαλαίου και ως προϋποθέτουσα το κεφάλαιο. Η ανάδυση αυτού του τρόπου παραγωγής, δεν καθιστά το κεφάλαιο ενσάρκωση μιας αιώνιας ιδέας· αντιθέτως, δείχνει πώς πρέπει στην πραγματικότητα το κεφάλαιο, ως αναγκαία μορφή, […] να οδηγήσει στην εργασία, που θέτει [δημιουργεί] την ανταλλακτική αξία, στην παραγωγή που βασίζεται στην ανταλλακτική αξία».


Η (καπιταλιστική) απλή κυκλοφορία, ως η «επιφάνεια της αστικής κοινωνίας», χαρακτηρίζεται από την απουσία εξωοικονομικού καταναγκασμού, που οδηγεί στην πλήρη «ελευθερία» των υποκειμένων και των συναλλαγών, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις της μη-διάκρισης των υποκειμένων της ανταλλαγής, την εμφάνιση των υποκειμένων της ανταλλαγής ως «ισάξιων» και «ισοσθενών», την εμφάνιση, σε αυτό το πλαίσιο « του βασιλείου της ελευθερίας, της ισότητας και της ιδιοκτησίας που βασίζεται στην “εργασία”», του «ελεύθερου εργάτη». Η απλή κυκλοφορία στον καπιταλισμό εμφανιζόμενη ως προϋπόθεση του «ελεύθερου εργάτη» είναι, συνεπώς, «προϋπόθεση» του κεφαλαίου – προϋπόθεση που συντελέστηκε ιστορικά (συναρθρώνοντας ατομική «ελευθερία» και απαλλοτρίωση = «διπλή ελευθερία») και η οποία δεν είναι πλέον εμφανής: «οι βαθύτερες διεργασίες, από τις οποίες προέκυψε [η απλή κυκλοφορία] έχουν σβήσει», γράφει ο Μαρξ, όπως είδαμε. Η μη-διάκριση, ωστόσο, των υποκειμένων της ανταλλαγής θεμελιώνεται (και επικυρώνεται) στην ανταλλαγή ισοδυνάμων. Η ανταλλαγή ισοδυνάμων προϋποθέτει την ανεπτυγμένη κυκλοφορία η οποία οδηγεί στο κεφάλαιο. Συνεπώς, η απλή κυκλοφορία, για να είναι ανταλλαγή ισοδυνάμων, δηλαδή «επιφάνεια της αστικής κοινωνίας» (καπιταλιστική, συνεπώς, απλή κυκλοφορία), «προϋποθέτει» το κεφάλαιο. Από την άποψη των παραπάνω, μπορούμε λοιπόν να κατανοήσουμε τι εννοεί ο Μαρξ γράφοντας ότι «από την εξέταση της απλής κυκλοφορίας προκύπτει για μας ηγενική έννοια του κεφαλαίου», αλλά και να καταλάβουμε τη θέση του ότι πίσω από την απλή κυκλοφορία βρίσκεται μια «βαθύτερη διαδικασία» η οποία «προκύπτει από αυτή και συγχρόνως την παράγει» και που αφορά το κεφάλαιο.

Η απλή κυκλοφορία, όπως διαμορφώνεται υπό την κυριαρχία ενός ιστορικά νέου πλήρως διακριτού τρόπου παραγωγής, του «αστικού [καπιταλιστικού] τρόπου παραγωγής», ως «προϋπόθεση του κεφαλαίου» και «προϋποθέτουσα το κεφάλαιο» δεν ορίζεται ως η «ωρίμανση» μιας προϋπάρχουσας, «μιας αιώνιας ιδέας» την οποία «ενσαρκώνει», στις καπιταλιστικές συνθήκες, το κεφάλαιο.


6. Ανταλλαγή ισοδυνάμων έναντι ανταλλαγής κεφαλαίου με ζωντανή εργασία: η καπιταλιστική εκμετάλλευση του «ελεύθερου εργάτη»


Η ανταλλαγή ισοδυνάμων εκφράζει την καπιταλιστική υπόσταση της απλής κυκλοφορίας που αναλύει ο Μαρξ, καθώς προϋποθέτει την «παραγωγή που βασίζεται στην ανταλλακτική αξία», δηλαδή την κεφαλαιοκρατική παραγωγή (που αντιστοιχεί στην ανεπτυγμένη κυκλοφορία).

Είδαμε πιο πριν ότι, σύμφωνα με τον Μαρξ, «εντός της κυκλοφορίας η εργασιακή ικανότητα ξεπουλιέται ως εμπόρευμα, διότι εντός της απλής κυκλοφορίας βρίσκονται οι ανταλλάσσοντες αντιμέτωποι μόνο ως αγοραστής και πωλητής». Ο αγοραστής είναι ο καπιταλιστής και ο πωλητής είναι «ο ελεύθερος εργάτης».

Ο Μαρξ διευκρινίζει ότι:


«Εντός της κυκλοφορίας, η ανταλλαγή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, όπως η ίδια λαμβάνει χώρα ως απλή σχέση κυκλοφορίας, δεν αποτελεί ανταλλαγή μεταξύ χρήματος και εργασίας, αλλά ανταλλαγή μεταξύ χρήματος και ζωντανής εργασιακής ικανότητας » (όπ.π.: 136).

Στην ανταλλαγή δηλαδή αυτή, που συντελείται ως «απλή σχέση κυκλοφορίας», «ο ελεύθερος» εργάτης δεν πουλάει το προϊόν της εργασίας του (δεν πουλάει «εξαντικειμενικευμένη εργασία»), αφού του έχουν απαλλοτριωθεί τα μέσα παραγωγής και συντήρησης, αλλά «τη ζωντανή εργασιακή ικανότητά του». Η ανταλλαγή αυτή μεταξύ καπιταλιστή και εργάτη στην απλή κυκλοφορία είναι, επομένως, διακριτή από την ανταλλαγή μεταξύ ατομικών ιδιοκτητών - εμπορευματοπαραγωγών (καπιταλιστών) που ανταλλάσουν εμπορεύματα, δηλαδή «εξαντικειμενικευμένη εργασία», ισοδύναμης αξίας. Η ανταλλαγή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας είναι ανταλλαγή που δημιουργεί αξία, που αυξάνει την αξία.

Γράφει ο Μαρξ:


«η αγορά της εργασιακής ικανότητας, η απόκτηση του τίτλου επί της χρήσης της […] θέτει φυσικά τον αγοραστή και τον πωλητή σε διαφορετική σχέση συγκριτικά με ό,τι συμβαίνει με την εξαντικειμενικευμένη εργασία, η οποία υφίσταται ως αντικείμενο […] εκτός του παραγωγού. Αυτό δεν καταστρέφει την απλή σχέση ανταλλαγής. Πρόκειται μόνο για τη συγκεκριμένη φύση της αξίας χρήσης που αγοράζεται με χρήμα – σαφέστερα, ότι η κατανάλωσή της, η κατανάλωση της εργασιακής ικανότητας, είναι παραγωγή, εξαντικειμενικεύων χρόνος εργασίας, κατανάλωση που θέτει [δημιουργεί] ανταλλακτική αξία· η πραγματική της ύπαρξη ως αξίας χρήσης είναι δημιουργία ανταλλακτικής αξίας γεγονός που μετατρέπει την ανταλλαγή μεταξύ χρήματος και εργασίας στη συγκεκριμένη ανταλλαγή Χ-Ε-Χ, στην οποία η ίδια η ανταλλακτική αξία έχει τεθεί ως σκοπός της ανταλλαγής και η αγορασμένη αξία χρήσης είναι άμεσα αξία χρήσης για την ανταλλακτική αξία, δηλαδή αξία χρήσης που θέτει [δημιουργεί] αξία » (όπ.π.: 136-137).


Είναι η ιδιαίτερη «φύση» της αξίας χρήσης της ζωντανής εργασίας να δημιουργεί αξία που μετατρέπει το χρήμα σε κεφάλαιο – δηλαδή, «αυτοδιαιωνιζόμενο και αξιοποιούμενο (πολλαπλασιαζόμενο) χρήμα», ήτοι χρήμα αυξανόμενο εκ της υπεραξίας – μέσω της ανταλλαγής του με ζωντανή εργασία. Κι αυτό είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο της ανεπτυγμένης κυκλοφορίας (Χ-Ε-Χ΄) που οδηγεί στο κεφάλαιο και αντιστοιχεί στην παραγωγή υπό καπιταλιστικές συνθήκες.

Εντούτοις, για τον Μαρξ, αυτή η διαδικασία δημιουργίας αξίας στο πλαίσιο της ανεπτυγμένης κυκλοφορίας, παρόλο ότι «θέτει φυσικά τον αγοραστή και τον πωλητή σε διαφορετική σχέση συγκριτικά με ό,τι συμβαίνει με την εξαντικειμενικευμένη εργασία» δεν αναιρεί, «δεν καταστρέφει την απλή σχέση ανταλλαγής», δηλαδή την απλή κυκλοφορία. Ο αγοραστής (καπιταλιστής) και ο πωλητής της εργασιακής δύναμης (εργάτης) εμφανίζονται ως «κυρίαρχα», «ισότιμα» και «ελεύθερα» ατομικά υποκείμενα που συνάπτουν εκουσίως σχέση ανταλλαγής (απουσία εξωοικονομικού καταναγκασμού) στην απλή κυκλοφορία. Έτσι, ο πωλητής της εργασιακής δύναμης «διεκδικεί την ίδια ισότιμη σχέση […] στη γενική κυκλοφορία όπως όλοι οι άλλοι» (όπ.π.: 137).

Καθώς όμως η κατανάλωση «ζωντανής εργασιακής ικανότητας» δημιουργεί αξία («εξαντικειμενικεύων χρόνος εργασίας», ανταλλακτική αξία) πίσω από την ισοτιμία στη «γενική κυκλοφορία» (πίσω από την «ελευθερία» και «ισότητα» στην απλή κυκλοφορία) κρύβεται η εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο στην παραγωγή. Μόνο έτσι Χ΄>Χκαι «το βασίλειο της ελευθερίας, της ισότητας και της ιδιοκτησίας […] βασίζεται στην “εργασία” », δηλαδή στην εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο. Έτσι προχωράμε παραπέρα στις «βαθύτερες διεργασίες», στο κρυμμένο μυστικό της απλής κυκλοφορίας στον καπιταλισμό, δηλαδή στις «πιο περίπλοκες σχέσεις παραγωγής, οικονομικές σχέσεις των ατόμων, οι οποίες συγκρούονται περισσότερο ή λιγότερο με την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους» που, σύμφωνα με τον Μαρξ (βλ. πιο πριν), « από τη σκοπιά της απλής κυκλοφορίας έχουν εξαλειφθεί».

Αν η ανταλλαγή κεφαλαίου με ζωντανή εργασία ήταν ανταλλαγή ισοδυνάμων – που σημαίνει ότι «η τιμή της εργασίας του [τού εργάτη] θα είναι ίση με την τιμή του προϊόντος του», ο εργάτης «δεν θα παρήγε καθόλου υπεραξία για τον αγοραστή της εργασίας του». Η ανταλλαγή κεφαλαίου με ζωντανή εργασία αφορά «εξίσωση άνισων μεγεθών» και διαφοροποιημένων μορφών: ανταλλαγή «περισσότερης έναντι λιγότερης εργασίας με τη διαφορά της μορφής, με το ότι τη μια φορά είναι αντικειμενοποιημένη εργασία [στους πραγματικούς μισθούς] και την άλλη ζωντανή» (Μαρξ 1978-α: 553).

Στην ανταλλαγή κεφαλαίου με ζωντανή εργασία:


«Η ανταλλαγή ισοδυνάμων, που παρουσιάστηκε σαν η αρχική πράξη [στο πλαίσιο της απλής κυκλοφορίας Ε-Χ-Ε], έχει υποστεί τέτοια αλλαγή, που μόνο κατ’ επίφαση γίνεται ανταλλαγή […] η σχέση ανταλλαγής ανάμεσα στον κεφαλαιοκράτη και τον εργάτη γίνεται μονάχα μια επίφαση που ανήκει στο προτσές κυκλοφορίας, απλή μορφή, ξένη προς το ίδιο το περιεχόμενο και που μόνο το συγκαλύπτει. […] Το περιεχόμενο είναι πως ο κεφαλαιοκράτης ανταλλάσσει διαρκώς ένα μέρος της αντικειμενοποιημένης πια ξένης εργασίας […] με μια μεγαλύτερη ποσότητα ζωντανής ξένης εργασίας» (ό.π.: 604).


Αν η ανταλλαγή ισοδυνάμων καθιστά τα υποκείμενα «ισάξια» και «ισοσθενή», τότε η σχέση κεφαλαίου και εργασίας (η ανταλλαγή κεφαλαίου με ζωντανή εργασία) μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή, που αφορά μια κατ’ επίφαση ανταλλαγή ισοδυνάμων, παράγει την ταξική ανισότητα, η οποία ωστόσο συγκαλύπτεται στην απλή κυκλοφορία.

Έτσι, στον ΚΤΠ υπάρχει μια βασική αντίφαση ανάμεσα στη σφαίρα της (απλής) κυκλοφορίας (Ε-Χ-Ε), ως «επιφάνεια της αστικής κοινωνίας» – όπου «η εργασιακή ικανότητα ξεπουλιέται ως εμπόρευμα» και όπου «βρίσκονται οι ανταλλάσσοντες», δηλαδή ο καπιταλιστής και «ο ελεύθερος εργάτης», «αντιμέτωποι μόνο ως αγοραστής και πωλητής» – και στη σφαίρα της καπιταλιστικής παραγωγής, που αντιστοιχεί στην ανεπτυγμένη κυκλοφορία (Χ-Ε-Χ΄), όπου η εργασιακή δύναμη χρησιμοποιείται για την παραγωγή αξίας. Ενώ στη σφαίρα της απλής κυκλοφορίας η εργασιακή δύναμη αγοράζεται από τον καπιταλιστή στην αξία αναπαραγωγής της (αξία της εργασιακής δύναμης), στη σφαίρα της παραγωγής δημιουργεί μεγαλύτερη αξία (= υπεραξία) που την ιδιοποιείται ο κεφαλαιοκράτης – χωρίς ισοδύναμο αντάλλαγμα. Σε αυτήν ακριβώς την αντίφαση βασίζεται η εκμετάλλευση και η συσσώρευση κεφαλαίου (βλ. και Καράγιωργας 1979: 384-390). Κάτω από την «επιφάνεια της αστικής κοινωνίας» ως του «τόπου» της «ελευθερίας» και «ισότητας» και πίσω από «την ομοιόμορφη γενική εξουσία» που σηματοδοτεί στο ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο τη μη-διάκριση των υποκειμένων της ανταλλαγής, κρύβεται η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από τους κεφαλαιοκράτες στην καπιταλιστική παραγωγή που αντιστοιχεί στην ανεπτυγμένη κυκλοφορία. Αυτήν την αντίφαση (που συνιστά ειδοποιό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, δομικό συστατικό της συνοχής του) αναδεικνύει ο Μαρξ εκκινώντας την ανάλυσή του από την απλή κυκλοφορία ως τον «τόπο» «του βασιλείου της αστικής ελευθερίας και ισότητας».


7. Κάποια συμπεράσματα και ορισμένες προεκτάσεις


7.1. Ο νόμος της αξίας είναι ιστορικός νόμος


Ο νόμος της αξίας, δηλαδή ο καθορισμός της ανταλλακτικής αξίας των προϊόντων από τον χρόνο εργασίας (αφηρημένη εργασία) είναι ιστορικός νόμος που αφορά το καπιταλιστικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα – δηλαδή το σύστημα της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής και ανταλλαγής. Ο Μαρξ προφανώς και γνωρίζει ότι στους «πόρους» των προκαπιταλιστικών κοινωνιών, «[σ]τους παλιούς ασιατικούς, στους αρχαίους τρόπους παραγωγής», εμφανίζονται κάποιες εμπορευματικές σχέσεις, ωστόσο «η μετατροπή του προϊόντος σε εμπόρευμα, κι επομένως η ύπαρξη των ανθρώπων σαν εμπορευματοπαραγωγών, παίζει δευτερεύοντα ρόλο» (Μαρξ, 1978-α: 92).

Στην οικονομική «επιφάνεια» της αστικής κοινωνίας (απλή κυκλοφορία) ο νόμος της αξίας εμφανίζεται ως ανταλλαγή ισοδυνάμων μεταξύ «ελεύθερων» ατομικών υποκειμένων (αγοραστών και πωλητών) και το καπιταλιστικό σύστημα ως «το βασίλειο της ελευθερίας, της ισότητας και της ιδιοκτησίας», με αντανάκλαση στις «νομικές, πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις» του εποικοδομήματος. Το θεσμικό εποικοδόμημα του καπιταλισμού (οι νομικές, πολιτικές σχέσεις) εκφράζει την «τριαδική ενότητα της ιδιοκτησίας, της ελευθερίας και της ισότητας» στη βάση του ιστορικού και ειδικά καπιταλιστικού νόμου της αξίας, που προϋποθέτει την ανεπτυγμένη (δηλαδή, καπιταλιστική) κυκλοφορία. Σύμφωνα με τον Μαρξ, «η οικονομική δομή της κοινωνίας» αποτελεί «την πραγματική βάση πάνω στην οποία υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα» (Μαρξ 2013: 19).

Καθώς οι σημαίες της αστικής τάξης αναγράφουν «ιδιοκτησία – ελευθερία – ισότητα», ο Μαρξ εκκινεί από «την επιφάνεια της αστικής κοινωνίας» για να προσδιορίσει την ειδικά καπιταλιστική απλή κυκλοφορία, και τελικά τη μη εμφανή βάση επί της οποίας αυτή εδράζεται, την ανεπτυγμένη κυκλοφορία, μέσω της οποίας τελικά και αποκωδικοποιεί το κρυμμένο περιεχόμενο των εμφανών σχέσεων («ελευθερίας, ισότητας και ιδιοκτησίας»), αποκαλύπτοντας την πραγματική τους βάση, την καπιταλιστική εκμετάλλευση στην παραγωγή.

Ο νόμος της αξίας, που αναπτύσσεται ιστορικά στο πλαίσιο της ανεπτυγμένης κυκλοφορίας, κατά συνέπεια, προσδιορίζει τον ιδιαίτερο ιστορικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος – τόσο ως προς την οικονομική του βάση όσο και ως προς το εποικοδόμημα. Και ως εκ τούτου είναι ιστορικός νόμος. Ο νόμος της αξίας γεννιέται και πεθαίνει μαζί με τον καπιταλισμό.

Μόνο μια επιφανειακή κατανόηση της ανάλυσης του Μαρξ στο συζητούμενο έργο του θα αποσυνέδεε την απλή κυκλοφορία ως «επιφάνεια της αστικής κοινωνίας» από το υπόβαθρό της, την ανεπτυγμένη κυκλοφορία (καπιταλισμός).

Στον αντίποδα της μαρξικής Πολιτικής Οικονομίας, η κλασική Πολιτική Οικονομία (A. Smith και D. Ricardo – αλλά και γενικότερα η αστική οικονομική επιστήμη), θεωρεί ως «αιώνιους και αναλλοίωτους τους οικονομικούς νόμους», που εκδηλώνονται με τη μεγαλύτερη καθαρότητα και επιδραστικότητα υπό τις κοινωνικές συνθήκες του καθεστώτος της «ελευθερίας και ιδιοκτησίας» (καπιταλισμός) (βλ. σχετικά Rubin 1994: 216-217, 318). Ειδικότερα η κλασική Πολιτική Οικονομία, στο ύψιστο επίπεδο ανάπτυξής της, τη ρικαρδιανή θεωρία της αξίας, καθηλωμένη σε μια α-ιστορική θεωρητική πρόσληψη του χρόνου εργασίας ως δαπανώμενη συγκεκριμένη εργασία, δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον αστικό της ορίζοντα ανακαλύπτοντας την ειδική ιστορική προϋπόθεση του νόμου της αξίας, την αφηρημένη εργασία, που με τη σειρά της προϋποθέτει τη γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή και ανταλλαγή.

Σύμφωνα με την α-ιστορική θεώρηση του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος, επομένως, οι οικονομικοί νόμοι ενυπάρχουν εν υπνώσει σε κάθε κοινωνία, και « ωριμάζοντες» εκδηλώνονται στις ιστορικές συνθήκες του καπιταλισμού. Έτσι, ο καπιταλισμός είναι το τέλος της Ιστορίας, ένα αιώνιο κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Και αυτή είναι η ιδεολογική βάση της αστικής α-ιστορικής θεώρησης.


7.2. Η «ωρίμανση»


Η λογική της «ωρίμανσης» αιώνιων νόμων εμφανίζεται ως χεγκελιανού τύπου παρέκκλιση και στο εσωτερικό μαρξιστικών προβληματικών. Όπως γράφει ο Αλτουσέρ, αν δεχτούμε ότι «το παρελθόν είναι πάντα η εσωτερική ουσία (το καθ’ εαυτό) του μέλλοντος που περικλείει» θα δεχτούμε «ως “διαλεκτική” […] την Καθολική Ιστορία, από τη μακρινή Ανατολή μέχρι τις μέρες μας» και τότε «δεν υπάρχει κατά βάθος ποτέ αληθινή ρήξη, πραγματικό τέλος μιας πραγματικής ιστορίας – ούτε επίσης ριζικό ξεκίνημα» (Althusser 2015: 152-153, 155). Σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, στη χεγκελιανή διαλεκτική «η παρουσία του παρελθόντος είναι η παρουσία της ίδιας της συνείδησης στον εαυτό της, και όχι ένας αληθινός καθορισμός εξωτερικός προς αυτήν. Ως κύκλος κύκλων, η συνείδηση έχει μόνο ένα κέντρο που την καθορίζει αποκλειστικά». Στο χεγκελιανό σχήμα της φιλοσοφίας της ιστορίας «κανένας από τους καθορισμούς δεν είναι στην ουσία του εξωτερικός προς τους άλλους […] η ολότητα αντανακλάται σε μια μοναδική εσωτερική αρχή » (όπ.π.: 153).

Η παρέκκλιση αυτή εμφανίζεται ιδιαίτερα ως «ωρίμανση» της απλής εμπορευματικής παραγωγής σε ΚΤΠ (και του εμπορεύματός της – «απλό εμπόρευμα» – σε καπιταλιστικό εμπόρευμα). Ίσως αυτή η παρέκκλιση να οφείλεται (ως ένα βαθμό) στον τρόπο παρουσίασης του Μαρξ στον Πρώτο Τόμο του Κεφαλαίου. Στο συζητούμενο βιβλίο ( URTEXT ), ο Μαρξ διασαφηνίζει ότι «από την εξέταση της απλής κυκλοφορίας προκύπτει για μας ηγενική έννοια του κεφαλαίου» και άμεσα συνδέει την έννοια του «εξαντικειμενικευμένου γενικού χρόνου εργασίας» (αξία – αφηρημένη εργασία) με την ανεπτυγμένη κυκλοφορία, το χρήμα, τον «ελεύθερο εργάτη» και το κεφάλαιο. Αντίθετα, στον Πρώτο Τόμο του Κεφαλαίου ο Μαρξ ξεκινά την ανάλυσή του από το εμπόρευμα και παρουσιάζει το χρήμα και την αξία «πριν από την εισαγωγή της έννοιας του κεφαλαίου». Αυτή η μεθοδολογική προσέγγιση μπορεί να απετέλεσε την αφορμή για μια σημαντικότατη θεωρητική σύγχυση μεταξύ κάποιων μαρξιστών, και συγκεκριμένα,


«στη διαφοροποίηση της θεωρίας της αξίας από τη θεωρία του ΚΤΠ, με την απόδοση στην πρώτη ευρύτερου περιεχομένου. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, η αξία δεν αποτελεί συστατική κατηγορία της έννοιας του ΚΤΠ, αλλά περιγράφει καταρχάς την (υποτιθέμενη) ιστορική εποχή της γενικευμένης απλής εμπορευματικής παραγωγής, η οποία προηγήθηκε του καπιταλισμού. Αυτό παράλληλα σημαίνει ότι η αξία αποτελεί έννοια που (μπορεί να) προσιδιάζει σε διαφορετικούς τρόπους και μορφές παραγωγής, συμπεριλαμβανομένου και του “σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής”» (Μηλιός κ.ά. 2005: 77-78).


Ωστόσο: «Καμιά κοινωνία δεν θεμελιώθηκε ποτέ πάνω στην κυριαρχία του τρόπου της απλής εμπορευματικής παραγωγής» (Αμίν 1976: 13).

Ο Ένγκελς, παρά την ανεκτίμητη συνεισφορά του στην ανάπτυξη του μαρξισμού και του επαναστατικού εργατικού κινήματος, φαίνεται πως δεν κατανόησε την ιστορικότητα του νόμου της αξίας, συμβάλλοντας σε αυτήν τη θεωρητική σύγχυση. Γράφει (το 1895) στον «Πρόλογο» του Τρίτου Τόμου του Κεφαλαίου :


«ο Μαρξ στην αρχή του πρώτου Βιβλίου, όπου ξεκινάει από την απλή εμπορευματική παραγωγή, που αποτελεί γι’ αυτόν ιστορική προϋπόθεση για να φτάσει στη συνέχεια από τη βάση αυτή στο κεφάλαιο – γιατί εδώ ξεκινάει ακριβώς από το απλό εμπόρευμα και όχι από μια εννοιακά και ιστορικά δευτερεύουσα μορφή, όχι από το τροποποιημένο πια κεφαλαιοκρατικά εμπόρευμα» (Ένγκελς 1978-β1: 26).


Υπό το πρίσμα μιας τέτοιας προβληματικής, «το τροποποιημένο πια κεφαλαιοκρατικά εμπόρευμα» δεν είναι παρά μια «ιστορικά δευτερεύουσα μορφή», αποτέλεσμα της «ωρίμανσης» «του σχεδόν αείποτε υπάρχοντος “απλού εμπορεύματος”» (Μηλιός 2023: 20).

Στη βάση μιας τέτοιας πρόσληψης του «εμπορεύματος» από τον Ένγκελς, ίσως δεν θα πρέπει να προκαλεί εντύπωση η πλήρως α-ιστορική θεώρησή του για το νόμο της αξίας, που, για τον ίδιο, «κυριαρχούσε [!!] κατά τη διάρκεια μιας περιόδου πέντε έως επτά χιλιετηρίδων». Διαβάζουμε σχετικά στο κείμενό του (του 1895) που δημοσιεύεται ως «Συμπλήρωμα και Επίλογος στο ΙΙΙ Βιβλίο του “Κεφαλαίου”»:


«Με δυο λόγια: ο νόμος της αξίας του Μαρξ ισχύει γενικά, όσο γενικά ισχύουν οικονομικοί νόμοι, για όλη την περίοδο της απλής εμπορευματικής παραγωγής, δηλαδή ως τότε που η τελευταία υφίσταται μια τροποποίηση με την εμφάνιση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. […] Η ανταλλαγή των εμπορευμάτων, όμως, χρονολογείται από μια εποχή που προηγείται από κάθε γραφτή ιστορία, και η οποία στην Αίγυπτο μας φέρνει πίσω τουλάχιστον 3.500 χρόνια, ίσως και 5.000 χρόνια, στη Βαβυλώνα 4.000, ίσως και 6.000 χρόνια πριν τη δική μας χρονολογία. Έτσι, ο νόμος της αξίας κυριαρχούσε κατά τη διάρκεια μιας περιόδου πέντε έως επτά χιλιετηρίδων» (Ένγκελς 1978-β2: 1105).


Για τον Ένγκελς, λοιπόν, «ο νόμος της αξίας του Μαρξ ισχύει γενικά, όσο γενικά ισχύουν οικονομικοί νόμοι, για όλη την περίοδο της απλής εμπορευματικής παραγωγής». Τόσο το «απλό εμπόρευμα» όσο και η απλή εμπορευματική παραγωγή «ωριμάζοντας» ιστορικά καθίστανται αντίστοιχα καπιταλιστικό εμπόρευμα και ΚΤΠ. Επομένως, ο νόμος της αξίας είναι ο γενικός νόμος της εξέλιξης που φτάνει ως τα βάθη χιλιετηρίδων, μαζί με την απλή εμπορευματική παραγωγή – αν και, όπως επισημάνθηκε πιο πριν – η απλή εμπορευματική παραγωγή δεν υπήρξε ποτέ ιστορικά κυρίαρχος τρόπος παραγωγής, άρα και οι νόμοι της δεν ήταν ποτέ ιστορικά κυρίαρχοι, για να καθορίσουν τους οικονομικούς νόμους της κοινωνίας ή για να καταστούν οι «οικονομικοί νόμοι» της όποιας κοινωνίας.

Η αντίληψη αυτή του Ένγκελς είχε εκδηλωθεί νωρίτερα, σε κείμενό του (του 1859) στο οποίο ανέπτυσσε την άποψή του για την «ιστορική και λογική μέθοδο», υποστηρίζοντας ότι: «Η πολιτική οικονομία ξεκινάει με το εμπόρευμα, με τη στιγμή, δηλαδή, που ανταλλάσσονται μεταξύ τους προϊόντα – είτε ξεχωριστών ατόμων, είτε προϊόντα πρωτόγονων κοινοτήτων. Το προϊόν που μπαίνει στην ανταλλαγή είναι εμπόρευμα». Ωστόσο, το «εμπόρευμα» στο «πρωτόγονο ανταλλακτικό εμπόριο ανάμεσα σε δυο αρχέγονες κοινότητες» δεν είναι «εμπόρευμα στην πλήρη του ανάπτυξη» (Ένγκελς 2013: 372-373). Ακόμη λοιπόν και οι πρωτόγονες κοινότητες, σύμφωνα με τον Ένγκελς, ανταλλάσουν εμπορεύματα, δηλαδή παράγουν ανταλλακτικές αξίες, παρότι τα εμπορεύματα αυτά είναι ακόμη «ανώριμα», δηλαδή δεν είναι εμπορεύματα σε «πλήρη ανάπτυξη».

Ειπώθηκε στα προηγούμενα ότι η εκκίνηση της ανάλυσης του Μαρξ από το εμπόρευμα είναι πιθανή αιτία συγχύσεων. Ο Μαρξ ξεκινάει από την «επιφάνεια της αστικής κοινωνίας» και οικονομίας, στον Πρώτο Τόμο του Κεφαλαίου, το εμπόρευμα (όπως και στο συζητούμενο βιβλίο ξεκινάει από την απλή κυκλοφορία) καθώς:


«ο σκοπός της επιστήμης είναι να ξεκινά από τις εμπειρικά ορατές μορφές εμφάνισης (τον κοινά αποδεκτό ορισμό του εμπορεύματος και της αξίας του), να προβαίνει σε θεωρητικές αφαιρέσεις και κατόπιν να επιστρέφει από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, προκειμένου να συγκροτήσει τη θεωρητική έννοια του συγκεκριμένου, δηλαδή να αποκαλύψει τις εσωτερικές αιτιότητες που διέπουν τα άμεσα παρατηρήσιμα φαινόμενα […].

Ο Μαρξ αποκαλεί διαλεκτική μέθοδο τον τρόπο συγκρότησης εννοιών, με βάση τις οποίες μπορεί κανείς να οικειοποιηθεί νοητικά την πραγματικότητα, δηλαδή να αποκαλύψει την εσωτερική αιτιακή αλληλοσυσχέτιση και “κανονικότητα” των φαινομένων.

Η αφαίρεση προϋποθέτει την εκκίνηση από το συγκεκριμένο -εμπειρικό αντικείμενο παρατήρησης και έτσι αποφεύγει τον ιδεαλισμό της αυθαίρετης – δηλαδή προκύπτουσας από μια κυρίαρχη θεωρητική ιδεολογία – κατηγορίας» (Μηλιός κ.ά. 2005: 48-49).


Ο Μαρξ είχε σαφώς επιστήσει την προσοχή στους αναγνώστες του ήδη από το 1ο κεφάλαιο του Πρώτου Τόμου του Κεφαλαίου, ότι η έννοια του εμπορεύματος και της εμπορευματικής παραγωγής στην ανάλυσή του (πριν την εισαγωγή της έννοιας του κεφαλαίου) δεν αποτυπώνουν την ιστορική διαδικασία εξέλιξης «μιας αιώνιας ιδέας», δεν απεικονίζουν κάποια υποτιθέμενη κοινωνία και οικονομία της απλής εμπορευματικής παραγωγής (βλ. και Μηλιός 2023: 18).

Γράφει ο Μαρξ, μεταξύ άλλων:


«Το προϊόν της εργασίας είναι σ’ όλες τις κοινωνικές καταστάσεις αντικείμενο χρήσης, αλλά μόνο μια ιστορικά καθορισμένη εποχή ανάπτυξης μετατρέπει το προϊόν της εργασίας σε εμπόρευμα, η εποχή που παρασταίνει την εργασία που ξοδεύτηκε για την παραγωγή ενός εμπορεύματος σαν “αντικειμενικοποιημένη” ιδιότητά του, δηλ. σαν αξία του» (Μαρξ 1978-α:75).


«Η μορφή της αξίας του προϊόντος της εργασίας είναι η πιο αφηρημένη, μα και η πιο γενική μορφή του αστικού τρόπου παραγωγής, που έτσι χαρακτηρίζεται σαν ένα ιδιαίτερο είδος κοινωνικής παραγωγής κι επομένως χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα και ιστορικά. Όταν λοιπόν την πάρει κανείς κατά λάθος για την αιώνια φυσική μορφή της κοινωνικής παραγωγής, παραβλέπει αναγκαστικά και το ειδικό της μορφής της αξίας, επομένως το ειδικό της μορφής του εμπορεύματος, και στην παραπέρα εξέλιξη, της μορφής του χρήματος, της μορφής του κεφαλαίου κλπ.» (όπ.π.: 94).


Η λογική της «ωρίμανσης» εκδηλώνεται ως τεχνολογισμός-οικονομισμός. Ενδεικτικά, ο Βαζιούλιν θεωρεί ότι «[π]λήρης επικράτηση των σχέσεων ιδιωτικής ιδιοκτησίας, επέρχεται μόνο […] επί κεφαλαιοκρατίας», όταν τα μέσα παραγωγής «είναι τα δημιουργημένα, τα παρηγμένα μέσα παραγωγής τα οποία αποτελούν προϊόντα εργασίας». Στη βάση αυτή, και δεδομένου ότι στη φεουδαρχία «το κύριο μέσο παραγωγής, η γη, είναι ένα μέσο παραγωγής το οποίο ανέκυψε από τη φύση», υποστηρίζει ότι «[η] ιδιωτική ιδιοκτησία στη φεουδαρχία μοιάζει με τον νεοσσό στο αυγό, ο οποίος έχει αναπτυχθεί τόσο, που το μόνο που του απομένει είναι να σπάσει και να αποτινάξει το περίβλημα […] των φυσικής προέλευσης δεσμών» (Βαζιούλιν 2013: 303, 333, 335). Στη λογική αυτή, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (της τεχνικής) μετασχηματίζει προϋπάρχοντες κοινωνικούς θεσμούς, οδηγώντας στην «ωρίμανσή» τους, δηλαδή στην ανάπτυξη «εμβρυικών» χαρακτηριστικών.

Σε ρήξη με τα αστικά οικονομικά, «ο Μαρξ “άνοιξε” για την επιστημονική γνώση μια νέα “ήπειρο”, αυτή της ιστορίας» (Althusser 2005: 14). Στο έδαφος αυτής της «νέας “ηπείρου”» θεμελιώνεται η ιστορικότητα των οικονομικών νόμων. Αυτή η ιστορικότητα συνιστά ειδοποιό διαφορά του μαρξισμού, της μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας, από την αστική οικονομική επιστήμη. Αυτή η ιστορικότητα των οικονομικών νόμων τεκμηριώνει ότι ο καπιταλισμός δεν είναι ένα αιώνιο κοινωνικοοικονομικό σύστημα, δεν είναι το τέλος της Ιστορίας.


Αναφορές


Αλτουσέρ, Λ. (2003), «Το αντικείμενο του Κεφαλαίου », σε L. Althusser κ.ά., Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα: 277-454.

Althusser, L. (2005), “To My English Readers”, σε L. Althusser, For Marx, London - New York: VERSO: 9-15.

Althusser, L. (2015), «Αντίφαση και επικαθορισμός (σημειώσεις για μια έρευνα)», σε L. Althusser, Για τον Μαρξ, Αθήνα: Εκτός Γραμμής: 133-189.

Αμίν, Σ. (1976), Η Άνιση Ανάπτυξη, Αθήνα: Καστανώτης.

Βαζιούλιν, Β.Α. (2013), Η λογική της Ιστορίας, Αθήνα: ΚΨΜ.

Ένγκελς, Φ. (1978β-1), «Πρόλογος», σε Κ. Μαρξ 1978-β: 9-35.

Ένγκελς, Φ. (1978β-2), «Συμπλήρωμα και Επίλογος στο ΙΙΙ Βιβλίο του “Κεφαλαίου”», σε Κ. Μαρξ 1978-β: 1089-1117.

Ένγκελς, Φ (2013), «Η “Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας του Καρλ Μαρξ”», σε Κ. Μαρξ 2013: 359-375.

Καράγιωργας, Δ. Π. (1979), Δημόσια Οικονομική 1: Οι Οικονομικές Λειτουργίες του Κράτους, Αθήνα: Παπαζήσης.

Μαρξ, Κ. (1978-α), Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, Αθήνα:. Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (1978-β), Το Κεφάλαιο, Τόμος Τρίτος, Αθήνα:. Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (1990), Grundrisse der Kritik der Politischen Ökonomie / Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Β΄, Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ, Κ. (2013), Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (2019), «Μαρξ στον Ένγκελς» 2/4/1858, σε Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς, Αλληλογραφία για το Κεφάλαιο, Τόμος Α΄, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή: 137-146.

Marx, K. (2023), URTEXT : Αρχικό Κείμενο για την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Αθήνα: Εκδόσεις των Συναδέλφων.

Μηλιός, Γ. (2023), «Εισαγωγή του μεταφραστή» σε K. Marx 2023: 7-21.

Μηλιός, Γ., Δ. Δημούλης, Γ. Οικονομάκης (2005), Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό: πλευρές μιας θεωρητικής και πολιτικής ρήξης, Αθήνα: νήσος.

Οικονομάκης, Γ. Η. (2000), Ιστορικοί τρόποι παραγωγής, καπιταλιστικό σύστημα και γεωργία, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Rubin, I. I. (1994), Ιστορία οικονομικών θεωριών, Αθήνα: Κριτική.