Το σώμα του Λεβιάθαν.
Fredy Perlman: Ανάκτηση της αναρχικής κοινωνικής θεωρίας 1
του Uri Gordon
μετάφραση Γιάννης Μηλιός
Περίληψη
Ο αναρχικός μαξιμαλισμός του Fredy Perlman (1934-1985) είχε διαμορφωτική επίδραση στην αναβίωση του κινήματος μετά τη δεκαετία του 1960, πέρα από τις μεταγενέστερες και πιο γνωστές κριτικές του για την εξημέρωση (domestication). 2 Τα από καιρό ξεχασμένα βιβλία, φυλλάδια και παρωδίες του Perlman από την περίοδο 1968-1972 τον δείχνουν να υπερασπίζεται ένα αντι-αβανγκαρντίστικο ήθος άμεσης δράσης και πρακτικής απο-αλλοτρίωσης, ενώ παράλληλα εργάζεται στην κατεύθυνση μιας πρωτότυπης και σαφώς αναρχικής κοινωνικής θεωρίας της κυριαρχίας. Το παρόν άρθρο ανιχνεύει τις επιρροές του Isaak Rubin, του C. Wright Mills και ενδεχομένως του Henri Lefebvre και του Peter Kropotkin στη σκέψη του Perlman. Η πρωτοτυπία του Perlman ήταν η γενίκευση μιας ετερόδοξης μαρξιστικής κριτικής της κοινωνικής αναπαραγωγής, η οποία περιλαμβάνει αλλά και υπερβαίνει τις παραγωγικές σχέσεις. Έτσι, θέτει ρητά το κράτος σε αναλυτική ισοτιμία με το κεφάλαιο, θεωρητικοποιώντας την εξουσία ως φετίχ που είναι διακριτό από την ανταλλακτική αξία. Εμμέσως, υποδεικνύει άλλους υποδοχείς αλλοτριωμένων εξουσιών, συμπεριλαμβανομένης της οικογένειας, της θρησκείας και της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης. Ωστόσο, η πραγμάτευση του Perlman για τις εξουσίες του εαυτού και της κοινότητας παραμένει ελλιπής, καθώς παρακάμπτει την καταστατική βία και καλεί σε εμπλοκή με τις τρέχουσες διατομεακές (intersectional) προσεγγίσεις. 3
1. Εισαγωγή
«Ορισμένοι Αναρχικοί διαφέρουν από τους μαρξιστές μόνο στο ότι είναι λιγότερο ενημερωμένοι. Θα αντικαθιστούσαν το κράτος με ένα δίκτυο υπολογιστικών κέντρων, εργοστασίων και ορυχείων που θα συντονίζονταν “από τους ίδιους τους εργάτες” ή από ένα αναρχικό συνδικάτο. Δεν θα αποκαλούσαν αυτή τη ρύθμιση κράτος. Η αλλαγή του ονόματος θα εξόρκιζε το θηρίο» (Perlman 1983: 5).
Η παραγνώριση του Φρέντυ Πέρλμαν από την επιστημονική κοινότητα έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη μεταθανάτια κληρονομιά του. Μαζί με τον Noam Chomsky και τον Murray Bookchin, ο Πέρλμαν ήταν σαφώς ο πιο επιδραστικός Αμερικανός αναρχικός συγγραφέας της γενιάς του, ένας «προφήτης» του οποίου «το διεισδυτικό όραμα τέμνει και αποκαλύπτει την ουσιώδη ευταξία και την περιορισμένη φύση των αντιλήψεων των [δύο προηγούμενων] συνομηλίκων του για την αναρχία» (Moore 1995: 363). Ο Πέρλμαν παρήγαγε τέσσερα πολιτικά έργα μεγέθους βιβλίου, πάνω από είκοσι άρθρα και φυλλάδια, δύο μυθιστορήματα, δύο θεατρικά έργα και (με το Black & Red, το συνεργατικό σχήμα στο οποίο μετείχε στο Ντιτρόιτ), τις πρώτες αγγλικές μεταφράσεις βασικών κειμένων, όπως Η κοινωνία του θεάματος (Debord 1970), η Ιστορία του Μαχνοβίτικου κινήματος (Arshinov 1974) και Η περιπλάνηση της ανθρωπότητας (Camatte 1975). Τα πλούσια εικονογραφημένα, αυτοεκτυπωμένα έργα του αποτέλεσαν επίσης ορόσημο στην αναπαραστατική κουλτούρα του «Do It Yourself» (DIY), εμπλουτίζοντας την underground αισθητική με το γνωστό πλέον μείγμα του Νταντά, του Σουρεαλισμού και του Καταστασιονισμού.
Ωστόσο, εκτός του κινήματος της άμεσης δράσης ο Πέρλμαν παραμένει σχεδόν άγνωστος. Το έργο του αποτελεί το επίκεντρο μιας και μοναδικής ακαδημαϊκής μελέτης μέχρι σήμερα: το θαρραλέο διδακτορικό του Mark Huba (2005) για την πνευματική πολιτική στο βιβλίο Against His-story, Against Leviathan! ( AHAL) (Perlman 1983). Ενώ αυτό το μυθοπλαστικό πόνημα επανέρχεται περιστασιακά στις συζητήσεις για τον αναρχο-πριμιτιβισμό και την τεχνολογική υπέρβαση του εφικτού (el-Ojeili and Taylor 2020· Dunlap and Jakobsen 2020), το πλούσιο προηγούμενο έργο του Πέρλμαν δεν έχει τύχει συστηματικής αντιμετώπισης. Η βιογραφία της Lorraine Perlman (1989), δύο γραφικές αναδρομικές εκθέσεις (Blauvelt 2016· Aubert 2019) και αρκετά σύντομα αφιερώματα και κριτικές εξαντλούν τη διαθέσιμη βιβλιογραφία (Poynton 2018· Tucker 2017· Artnoose 2014· Lee 2010· Cohen 2009· Black 2004· Watson 1997· Cafard 1996· Moore 1995).
Η παραγνώριση αυτή είναι διπλά αινιγματική ενόψει της έξαρσης του ενδιαφέροντος των τελευταίων δύο δεκαετιών για όλες τις πτυχές του αναρχισμού, της ριζοσπαστικής αισθητικής και της Νέας Αριστεράς. Ακόμη και η πρόσφατη ημι-εκατονταετηρίδα της γαλλικής εξέγερσης του Μάη του 1968, για την οποία ο Πέρλμαν συνέγραψε την πρώτη εκτεταμένη κριτική (Gregoire and Perlman 1969), δεν προκάλεσε αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος. Είναι βέβαιο ότι το εικονοκλαστικό, ανατρεπτικού ύφους έργο του Πέρλμαν προσεγγίζεται ευκολότερα βιωματικά παρά αναλυτικά. Η ευφάνταστη πεζογραφία, η καταιγιστική παρωδία και το κειμενικό κολάζ ήρθαν να υπερκεράσουν τον διανοητικό σχολιασμό στο έργο του, καθώς «ο Φρέντυ από λαμπρός θεωρητικός έγινε τραγουδιστής, από πολιτικός ακτιβιστής έγινε διαισθητικός επαναστάτης [...] προσεγγίζοντας αυτούς τους ξεχασμένους πλέον αρχαϊκούς ρυθμούς που χτυπούν βαθιά μέσα μας» (Watson 1997: 246). Ίσως ο ίδιος ο πλούτος και η ποικιλία της έκφρασης του Πέρλμαν να στάθηκε εμπόδιο στην κριτική αποτίμηση του έργου του, στο οποίο συντέλεσε και η περιφρόνηση του ίδιου του Πέρλμαν προς τον ακαδημαϊκό χώρο. Όποιος και αν είναι ο λόγος, η ενασχόληση με την πλούσια παραγωγή του υπόσχεται πολλά καίτοι παραμένει σπάνια.
Το παρόν άρθρο επικεντρώνεται στο έργο του Φρέντυ Πέρλμαν στη μέση περίοδο (1968-1972), εν μέσω των πολιτικών και πνευματικών συντριμμιών από τις αποτυχημένες επαναστάσεις της δεκαετίας του ’60. Πάνω από μια δεκαετία προτού οι ιδέες του αναδιαμορφωθούν από τις αυξανόμενες ανησυχίες για τις γενοκτονίες, τις γυναικοκτονίες και τις οικοκτονίες, καθώς και από τη συνάντησή του με το παρελθόν των ιθαγενών των Μεγάλων Λιμνών, ο Πέρλμαν είχε ήδη ασχοληθεί με την επίμονη επανεπιβεβαίωση της κυριαρχίας και της αντιπροσώπευσης μέσα από κύκλους κοινωνικών ανακατατάξεων, καθώς και με τη διάρκειά τους στην καθημερινή ζωή. Στην πορεία, άρχισε να εργάζεται προς την κατεύθυνση μιας πρωτότυπης και σαφώς αναρχικής θεωρίας της κυριαρχίας ως ολότητας, η οποία θα μπορούσε να εξηγήσει την αλλοτρίωση των ποικίλων ανθρώπινων δυνάμεων στους ιεραρχικούς θεσμούς που αναπαράγουν, και με την ίδια λογική να κάνει λόγο για άμεση δράση και αμεσότητα στον μετασχηματιστικό αγώνα. Ανακτημένα από τα ποικίλα στιλ τους και υπό τη σκιά του μεταγενέστερου έργου του, τα δοκίμια του Πέρλμαν στην κοινωνική θεωρία μπορούν να συνεισφέρουν ένα πλούσιο υλικό στις σημερινές αναρχικές συζητήσεις για την εξουσία και την απελευθέρωση.
Το σημείο εκκίνησης του Πέρλμαν, το οποίο επηρεάζει ολόκληρο το έργο του, είναι η κριτική της αλλοτρίωσης ως πρακτική. Αρχικά αντλώντας στοιχεία από τον Μαρξ μέσω του Isaak Illich Rubin, και αργότερα επηρεασμένος από τους Καταστασιακούς και ενδεχομένως τον Lefebvre, το κλειδί αυτής της κριτικής είναι η έννοια του φετιχισμού, η οποία αντιπροσωπεύει την αντίστροφη κυριαρχία των κοινωνικών μορφών αλλοτριωμένης εξουσίας πάνω στα άτομα που τις αναπαράγουν. Επηρεασμένος από τις ακτιβιστικές του εμπειρίες και από τις αναρχικές ιστορίες που διάβασε και μετέφρασε, και παίρνοντας επιλεκτικά περαιτέρω στοιχεία από τον C. Wright Mills και ενδεχομένως από τον Κροπότκιν, το επίτευγμα του Πέρλμαν είναι ότι γενικεύει αυτή την περιγραφή του φετιχισμού ώστε να συμπεριλάβει αλλά και να υπερβεί τις παραγωγικές σχέσεις. Έτσι, θέτει ρητά το κράτος σε αναλυτική ισοτιμία με το κεφάλαιο, θεωρητικοποιώντας την εξουσία ως φετίχ που διαφέρει από την ανταλλακτική αξία. Σιωπηρά, υποδεικνύει διάφορους άλλους υποδοχείς για τις αλλοτριωμένες ανθρώπινες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της οικογένειας, της θρησκείας και της επιστημοσύνης. Ταυτίζοντας περαιτέρω την άμεση δράση με την ανάκτηση αλλοτριωμένων εξουσιών, ο Πέρλμαν προσθέτει κοινωνιολογική συνοχή στην αναρχική υπόθεση εναντίον της αντιπροσώπευσης και υπέρ της συλλογικής αυτονομίας στους κοινωνικούς αγώνες.
Το έργο του Πέρλμαν κατά την περίοδο που μελετάται εδώ εμφανίζει ένα μείγμα προσδοκιών-μετά-τη-σπανιότητα (post-scarcity expectations) 4 και κριτικής της νεωτερικότητας, παράλληλα με συνεχείς κειμενικές και γραφικές αναφορές σε αρχαία και μυθικά θέματα. Θα αφήσω σε άλλους να εντοπίσουν αυτά τα θέματα στις κριτικές του της δεκαετίας του 1980 για την εξημέρωση, την πατριαρχία και την πρόοδο. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να παραγνωρίσουμε την αναρχο-πριμιτιβιστική πολιτική έκφραση (el-Ojeili και Taylor 2020), ούτε ακόμα την αναρχική ενασχόληση με την πρώιμη ανθρωπότητα (Wengrow και Graeber 2015, Scott 2017) ή τις κριτικές της τεχνολογίας (Firth και Robinson 2020). Ωστόσο, το κεντρικό μου επιχείρημα εδώ είναι ότι η προγενέστερη και πιο διαρκής συμβολή του Πέρλμαν στην αναρχική αναγέννηση των τελευταίων δεκαετιών βρίσκεται στον μαξιμαλισμό του – ο όρος του Moore και αφορά μια αναρχική κριτική που περιλαμβάνει όχι μόνο το κράτος και το κεφάλαιο αλλά το «σύνολο των σχέσεων εξουσίας και το σύνολο των δομών ελέγχου» (Moore 1998: 9), σε συνδυασμό με αναρχικές πρακτικές «αφιερωμένες στην άμεση δράση» και πειραματικές εναλλακτικές λύσεις (όπ.π.: 13). Παρά και εξαιτίας της κεντρικής του θέσης στην αναρχική παράδοση, ήταν αυτός ο μαξιμαλισμός τον οποίο υπερασπίστηκε ο Πέρλμαν, όχι μόνο ενάντια στους πρωτοπόρους της Νέας Αριστεράς αλλά και σε εκείνους τους αναρχικούς που επικεντρώνονταν στην ιδιότητα του μέλους και την προπαγάνδα και όχι στη σύγκλιση και τη δράση. Ο Πέρλμαν αρνήθηκε να αποκαλέσει τον εαυτό του αναρχικό ή -ιστή οποιασδήποτε μορφής εκτός από «κυτταριστή» (cellist) (Perlman 1989: 96). Ωστόσο, όπως θα δούμε, χρησιμοποιεί συχνά τους όρους «αναρχία» και «αναρχικοί» με ειρωνική επιδοκιμαστική διάθεση, ως κάτι που φοβούνται τόσο οι κρατικοί αξιωματούχοι όσο και οι αριστεροί οργανωτές, και χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο ένα αναρχικό παρά ένα μαρξιστικό πολιτικό λεξιλόγιο. Στον βαθμό που ο μαξιμαλισμός έχει φτάσει να (επανα)ορίζει τόσο την αναρχική πρακτική όσο και τις αναγνώσεις της αναρχικής παράδοσης, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον Πέρλμαν και τους οπαδούς του.
Μετά από μια βιογραφική σκιαγράφηση, οι ενότητες 2-3 παρακάτω παρακολουθούν την ανάπτυξη των ιδεών του Πέρλμαν, με ιδιαίτερη προσοχή στις Επιτροπές Δράσης Εργατών-Σπουδαστών (Worker-Student Action Committees – WSAC : Gregoire and Perlman 1969) και στο Εγχειρίδιο για Επαναστατικούς Ηγέτες (Manual for Revolutionary Leaders: Perlman and Perlman [ως M. Velli] 1972/1974). Η ενότητα 4 ολοκληρώνει τον ερμηνευτικό σχολιασμό και στη συνέχεια προχωρά σε μια επί της ουσίας κριτική. Αυτή προβληματοποιεί την έκθλιψη της βίας από τον Πέρλμαν στην περιγραφή του για τις εξουσίες του εαυτού και της κοινότητας, ανοίγοντας τον δρόμο για την ενασχόληση με τις τρέχουσες διατομεακές θεωρίες. Εν κατακλείδι, προτείνονται δρόμοι για περαιτέρω έρευνα σχετικά με το πλούσιο αλλά παραμελημένο έργο του Πέρλμαν.
2. Η (απο)αλλοτρίωση ως πρακτική
Γεννημένος στο Μπρνο της Τσεχοσλοβακίας, ο Πέρλμαν και η οικογένειά του διέφυγαν από τη ναζιστική εισβολή μεταβαίνοντας στην Κοτσαμπάμπα (Cochabamba) της Βολιβίας, ενώ αργότερα εγκαταστάθηκαν στο Κεντάκι. Από το 1959 έως το 1963 σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και έζησε στο Μανχάταν με τη σύντροφό του, Λορέιν [Lorraine]. Εργάστηκε ως τυπογράφος για το Living Theatre και συνέγραψε το αντιιμπεριαλιστικό θεατρικό έργο Plunder (Λεηλασία). Στη συνέχεια το ζευγάρι μετακόμισε στη Γιουγκοσλαβία, όπου ο Πέρλμαν ολοκλήρωσε το διδακτορικό του πάνω στην πολιτική αγροτικής ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Μεταξύ 1966-69 ο Πέρλμαν δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Western Michigan στο Καλαμαζού (Kalamazoo), όπου εκδόθηκαν τα πρώτα φυλλάδια Black & Red. Τον Μάιο του 1968, αφού δίδαξε ένα μάθημα δύο εβδομάδων για την οικονομική θεωρία στο Τορίνο, επιβιβάστηκε στο τελευταίο τρένο για το Παρίσι πριν κλείσουν οι σιδηροδρομικές γραμμές, και αμέσως απορροφήθηκε από τις ορμητικές σκηνές της γαλλικής εξέγερσης. Ο Πέρλμαν μετά από σύντομο διάστημα διέκοψε τη σχέση του με την ακαδημαϊκή ζωή και το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο Ντιτρόιτ. Συμμετείχαν σε ένα συνεταιριστικό τυπογραφείο που τύπωσε τα περισσότερα έργα και μεταφράσεις του Πέρλμαν με την τυπογραφική ένδειξη Black and Red. Τα άρθρα του Πέρλμαν στην εφημερίδα Fifth Estate του Ντιτρόιτ σηματοδότησαν τη στροφή του προς τον οικοφεμινισμό και τον πριμιτιβισμό (Perlman 1979, 1982, 1984), με αποκορύφωμα το Against His-story! Against Leviathan (AHAL) και το ημιτελές μυθιστόρημα The Strait (το στενό, αλλά και ο πορθμός). Ο Πέρλμαν αντιμετώπιζε δια βίου προβλήματα υγείας και πέθανε μετά τη δεύτερη εγχείρηση καρδιάς που έκανε το 1985 (Perlman 1989). 5
Ο από τύχη ρόλος του Πέρλμαν στο επίκεντρο της εξέγερσης του Παρισιού ήταν καθοριστικός για την πολιτική και πνευματική του εξέλιξη. Στο Παρίσι, ο Πέρλμαν «συμμετείχε σε μια χαλαρά οργανωμένη ομάδα διανοουμένων, φοιτητών και νέων εργατών που πραγματοποιούσε συζητήσεις στο συγκρότημα αιθουσών διδασκαλίας του πανεπιστημίου της Σορβόννης Censier, 6 οι οποίοι προσπαθούσαν επίσης να επικοινωνήσουν τις ιδέες τους σε εργάτες αυτοκινήτων που ζούσαν και εργάζονταν στα προάστια του Παρισιού» (Perlman 1989: 47). Αυτές οι επιτροπές δράσης φοιτητών-εργατών παρήγαγαν διάφορα φυλλάδια, ένα από τα οποία καλούσε σε «ενότητα εργατών-φοιτητών στον αγώνα “για να καταστραφεί αυτό το αστυνομικό σύστημα που μας καταπιέζει όλους”»· ένα άλλο προπαγάνδιζε τον ασυμβίβαστο διεθνισμό και την αλληλεγγύη με τους ξένους εργάτες (Gregoire and Perlman 1969: 14· σύγκρινε και Gordon 2011). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου «έμαθε σχετικά με ιδέες και ιστορίες που τον επηρέασαν την επόμενη δεκαετία: τα κείμενα της Καταστασιακής Διεθνούς, τον αναρχισμό και την Ισπανική Επανάσταση, τους κομμουνιστές των συμβουλίων» (Perlman 1989: 48). Εμπνευσμένος από το θέαμα των μαύρων και κόκκινων σημαιών που κυμάτιζαν δίπλα-δίπλα πάνω από τη Σορβόννη και το Bourse, θα έκανε αργότερα το Black & Red ένα κύριο δίαυλο επικοινωνίας για τη γαλλο-αγγλική μετάδοση αναρχικών, αριστερών κομμουνιστικών και καταστασιακών κειμένων.
Οι αναφορές του Πέρλμαν από το Παρίσι, που γράφτηκαν την ώρα που λάμβαναν χώρα τα γεγονότα, αποτέλεσαν το πρώτο μέρος [δημοσιεύσεων] των Επιτροπών Δράσης Εργατών-Σπουδαστών. Η περαιτέρω κριτική συζήτηση ολοκληρώθηκε στο Καλαμαζού με τον Ροζέρ Γκρεγκουάρ να συμμετέχει, έχοντας φτάσει από το Παρίσι. Το βιβλίο που προέκυψε είναι εικονογραφημένο με πολλές γελοιογραφίες και γραφικά από την εξέγερση. Οι συγγραφείς εντόπισαν τον υποδειγματικό χαρακτήρα της κατάληψης του Censier στην πρακτική ρήξη της με τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας: αντικατέστησε τις θεσμικές νόρμες του πανεπιστημίου με μια αυτοδιαχειριζόμενη δομή ομάδων εργασίας και μιας γενικής συνέλευσης· μετέτρεψε το κτήριο από έναν εξουσιαστικό θεσμικό θύλακα εξειδικευμένης γνώσης σε χώρο αυτοκατευθυνόμενης δημιουργίας, προβληματισμού και δράσης· και πρακτικά κατάργησε τη διάκριση μεταξύ «εργάτη» και «φοιτητή» ως προσωποποιήσεις κοινωνικών ρόλων. Μέσω αυτής της συνειδητής «διαδικασίας πολιτικής απο-αλλοτρίωσης» (Gregoire and Perlman 1969: 43), οι συμμετέχοντες για πρώτη φορά συνειδητοποίησαν την κοινωνική τους δύναμη στην πράξη.
Αντίθετα, καθώς τα ελεγχόμενα από το Κομμουνιστικό Κόμμα συνδικάτα προχωρούν γρήγορα στον έλεγχο των απεργιών,
«τα κατειλημμένα εργοστάσια δεν μετατρέπονται σε χώρους έκφρασης και μάθησης· δεν συγκροτούνται γενικές συνελεύσεις· οι εργαζόμενοι δεν αποκτούν συνείδηση της συλλογικής τους δύναμης και δεν οικειοποιούνται τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας. Η οικειοποίηση της κοινωνικής δύναμης από τον εργαζόμενο πληθυσμό θα σήμαινε τη μετατροπή ολόκληρης της κοινωνίας σε τόπο συλλογικής έκφρασης, σε τόπο ενεργού, συνειδητής, απο-αλλοτριωμένης δημιουργίας. Μια τέτοια αναρχία αποτράπηκε» (όπ.π.: 67).
Το βιβλίο περιέχει δώδεκα ακόμη θετικές-ειρωνικές χρήσεις της «αναρχίας» και των «αναρχικών». Ο στόχος της κριτικής, ωστόσο, στρέφεται προς τους ίδιους τους καταληψίες του Censier (συμπεριλαμβανομένων των συγγραφέων), οι οποίοι απέτυχαν να μεταφέρουν την πρακτική και γνωστική τους ρήξη με την αλλοτρίωση σε δράσεις εκτός του κατειλημμένου χώρου: «Όταν οι άνθρωποι που οργάνωσαν τις δραστηριότητές τους μέσα σε ένα κατειλημμένο πανεπιστήμιο πήγαν στους “εργάτες” – είτε στα οδοφράγματα, είτε στα εργοστάσια – και όταν είπαν στους “εργάτες”: “ΕΣΕΙΣ πρέπει να καταλάβετε τα εργοστάσιά ΣΑΣ”, έδειξαν πλήρη έλλειψη επίγνωσης για το τι έκαναν ήδη στα πρώην πανεπιστήμια» (όπ.π.: 71, τα κεφαλαία στο πρωτότυπο).
Απευθυνόμενοι στους εργάτες ως εξειδικευμένο τομέα της κοινωνίας, οι καταληψίες υπαναχώρησαν στην αποδοχή του κυρίαρχου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Αντί να αναλάβουν άμεση δράση υπέρ αυτών των ίδιων, οι καταληψίες επέλεξαν να παραπέμψουν στην πρωτοβουλία των εργατών του εργοστασίου: «Ένα από τα αγαπημένα επιχειρήματα των “αναρχικών” και των “ελευθεριακών” στο Censier ήταν: “Οι εργάτες πρέπει να πάρουν τις δικές τους αποφάσεις· δεν μπορούμε να τους υποκαταστήσουμε εμείς”. Πρόκειται για μια τυφλή εφαρμογή μιας αντιγραφειοκρατικής τακτικής σε μια κατάσταση όπου αυτή η τακτική δεν είχε καμία απολύτως εφαρμογή» (όπ.π.: 89).
Δεδομένου ότι δεν οργανώθηκαν συνελεύσεις στα εργοστάσια, αυτή η υπαναχώρηση απλώς εγκατέλειψε το πεδίο στα κομμουνιστικά συνδικάτα, αντί να αναμετρηθεί αυτόνομα με αυτά. Ο Πέρλμαν φαντάζεται μια γνήσια επαναστατική κλιμάκωση, με χιλιάδες ανθρώπους να εισβάλλουν σε πολλαπλά εργοστάσια και να τα ανακηρύσσουν κοινωνική ιδιοκτησία – όχι «εκ μέρους» των «εργατών», αλλά ως μια πράξη συλλογικής εξουσίας που υπερβαίνει τις αλλοτριωμένες κοινωνικές κατηγορίες. Μια τέτοια ευκαιρία μπορεί να υπήρχε αρχικά, αλλά χάθηκε μόλις οι Επιτροπές Δράσης προσδιόρισαν τον ρόλο τους με όρους εξωστρεφούς δράσης. Οι επακόλουθες συγκρούσεις σχετικά με τη σύσταση θεσμών, τα καμώματα των αυτόκλητων ηγετών και η τελική αστυνομική καταστολή ήταν απλώς ένας παρατεταμένος επίλογος.
Για να τοποθετήσουμε εννοιολογικά αυτή την κριτική, θα πρέπει να επιστρέψουμε πίσω για να ανιχνεύσουμε την πνευματική διαμόρφωση του Πέρλμαν. Εδώ, ο καταλύτης εντοπίζεται εύκολα στο βιβλίο του Isaak Illich Rubin, Essays on Marx’s Theory of Value. Ο Πέρλμαν συν-μετέφρασε αυτό το βιβλίο το 1967 (από τα σερβοκροατικά) με τον πρώην επιβλέποντα της διατριβής του στο Βελιγράδι Miloš Samardźija, προσθέτοντας έναν πρωτότυπο πρόλογο (Rubin 1973· βλ. Perlman 1970). Από το 1926 μέχρι τη σύλληψή του το 1931, ο Rubin ήταν ερευνητικός συνεργάτης στο Ινστιτούτο Μαρξ-Ένγκελς στη Μόσχα. Αν και εξαναγκάστηκε να εμπλέξει τον διευθυντή του Ινστιτούτου, Νταβίντ Ριαζάνοφ, σε μια υποτιθέμενη συνωμοσία των μενσεβίκων, η πραγματική παράβαση του Ρούμπιν ήταν ιδεολογική (Boldyrev and Kragh 2015). 7 Η βασισμένη στην αξιακή μορφή προσέγγιση του Rubin στο κεφάλαιο επικεντρώθηκε στην πραγμοποίηση της αφηρημένης εργασίας, θεωρώντας τον φετιχισμό του εμπορεύματος ως τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ. Αυτό όχι μόνο ερχόταν σε αντίθεση με τον σταλινικό οικονομισμό, αλλά ήταν επίσης επικίνδυνα εφαρμόσιμο σε «μια κρατική γραφειοκρατία που αγοράζει αλλοτριωμένη εργασία και συσσωρεύει κεφάλαιο στο όνομα του Μαρξ» (Perlman 1969a: 17). Ο Πέρλμαν έκλεινε τον πρόλογό του με έντονη κριτική στην αμερικανική πανεπιστημιακή οικονομική επιστήμη, όπου η «πνευματική νομοθεσία» αποκλείει την πολιτική οικονομία και καθιστά τον Μαρξ μη αναγνώσιμο (Perlman στο Rubin 1973: x). Η επιχειρηματολογία του επικεντρώνεται στο επιχείρημα του Rubin ότι ο Μαρξ δεν απορρίπτει την έννοια της αλλοτρίωσης που συναντάται στο πρώιμο έργο του. Αντίθετα, η κριτική του Μαρξ στην πολιτική οικονομία περιέχει την περαιτέρω ανάπτυξή της ως θεωρία του φετιχισμού του εμπορεύματος. Ο Rubin δεν αναφέρει τα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του Μαρξ, τα οποία εκδόθηκαν στα ρωσικά από τον Ryazanov το 1927 αλλά προσδιορίστηκαν λανθασμένα ως «Προπαρασκευαστικό έργο για την Αγία Οικογένεια » (Musto 2015: 234). Ο Πέρλμαν συμπληρώνει ένα σημαντικό κενό στην επιχειρηματολογία του Rubin παραθέτοντας εκτενώς από τα Χειρόγραφα. Υποστηρίζει ότι, ενώ «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το 1844 ο Μαρξ μιλούσε για μια ανθρώπινη κοινωνία και μια ανθρώπινη ουσία που θα μπορούσε να επανορθωθεί, να επιστρέψει ή να αποκατασταθεί [...] ένας μη αλλοτριωμένος, ιδανικός, ανιστορικός άνθρωπος», μετά τη ρήξη του με τον Προυντόν το 1859 «η σύγκρουση επανεμφανίζεται σε ένα νέο επίπεδο [...] [όχι] μεταξύ ιδανικού και πραγματικότητας, αλλά ως σύγκρουση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των κοινωνικών σχέσεων που είναι και οι δύο μέρη της πραγματικότητας» (Perlman στο Rubin 1973: xxi).
Η προσιτή παρουσίαση της θεωρίας των αξιακών μορφών από τον Πέρλμαν, στο Η αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής (Perlman 1969a), διαβάστηκε ευρέως από τους φοιτητές της Νέας Αριστεράς (Cohen 2006: 3 κ.ε.). Το κεντρικό του επιχείρημα είναι ότι «η σκόπιμη αλλοτρίωση της ζωντανής δραστηριότητας, η οποία θεωρείται απαραίτητη για την επιβίωση από τα μέλη της καπιταλιστικής κοινωνίας, αναπαράγει η ίδια την καπιταλιστική μορφή εντός της οποίας η αλλοτρίωση είναι απαραίτητη για την επιβίωση» (Perlman 1969a: 14). Ο Πέρλμαν υποδεικνύει τη διαχρονική του θεώρηση από την αρχή του κειμένου του, χρησιμοποιώντας ως πρώτα παραδείγματα τις κοινωνίες των φυλών και των δούλων για να καταδείξει πώς οι καθημερινές δραστηριότητες των ανθρώπων «αναπαράγουν τους κατοίκους, τις κοινωνικές σχέσεις και τις ιδέες της κοινωνίας [...] την κοινωνική μορφή της καθημερινής ζωής» (Perlman 1969a: 2, η έμφαση στο πρωτότυπο). Στον καπιταλισμό, η καθημερινή δραστηριότητα αναπαράγει τη μισθωτή εργασία και το κεφάλαιο και οι άνθρωποι «αναπαράγουν τις προσωποποιήσεις των κυρίαρχων μορφών δραστηριότητας στον καπιταλισμό· αναπαράγουν τον μισθωτό εργάτη και τον καπιταλιστή» (όπ.π.: 7). Ο Πέρλμαν δανείζεται τον όρο προσωποποίηση από την ερμηνεία του Rubin στο σύντομο σχόλιο του Μαρξ στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου (1966: 866), ότι ο καπιταλιστής και ο ιδιοκτήτης «προσωποποιούν» το κεφάλαιο και τη γη. 8 Αυτό, σύμφωνα με τον Rubin, υποδεικνύει την αντίστροφη κυριαρχία των φετίχ πάνω στα πρόσωπα των οποίων τις κοινωνικές σχέσεις διαμεσολαβούν, με αποτέλεσμα «τα συγκεκριμένα άτομα να υπάγονται στον κυρίαρχο τύπο παραγωγικών σχέσεων [...]. Με αυτόν τον τρόπο, η φαινομενική συναίρεση μεταξύ της “πραγμοποίησης των ανθρώπων” και της “προσωποποίησης των πραγμάτων” επιλύεται στη διαλεκτική, αδιάκοπη διαδικασία της αναπαραγωγής» (Rubin 1973: 23-25, η έμφαση στο πρωτότυπο ). Με αυτή την ανάγνωση, η αλλοτρίωση δεν είναι «ούτε ένα συναίσθημα ούτε μία ιδέα» (Perlman 1969a: 5)· «οι άνθρωποι (men) 9 σχετίζονται στην πραγματικότητα μεταξύ τους μέσω των πραγμάτων· το φετίχ είναι στην πραγματικότητα η περίσταση ένεκα της οποίας δρουν συλλογικά και μέσω της οποίας αναπαράγουν τη δραστηριότητά τους» (όπ.π.: 8-9). Για να δανειστούμε όρους από τον Norman Geras (1971), η παρουσίαση του Πέρλμαν είναι σαφώς μια παρουσίαση του φετιχισμού ως πραγματικής κυριαρχίας και όχι ως μυστικοποίησης και ψευδούς συνείδησης – μια «συστατική παρουσίαση του φετιχισμού στην οποία οι ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις συνιστούν εξωτερικές και αλλότριες οντότητες που κυριαρχούν στην κοινωνία» (O’Kane 2013: 22).
Ο τίτλος της μπροσούρας [ Η αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής] παραπέμπει στο Critique de la vie quotidienne [Κριτική της καθημερινής ζωής]τουHenri Lefebvre (Lefebvre 2014). Σύμφωνα με την Λορέιν Πέρλμαν (προσωπική επικοινωνία, 2.6.2020), «Το βιβλίο δεν υπάρχει στη βιβλιοθήκη μας και δεν θυμάμαι να το έχει διαβάσει ο Φρέντυ. Αλλά σίγουρα το γνώριζε και ο τίτλος “Αναπαραγωγή” παραπέμπει στη σύνδεση». Είτε ο Πέρλμαν διάβαζε τον Lefebvre είτε μόνο τον Rubin και τους Καταστασιακούς, οι ομοιότητες είναι ενδεικτικές. Ο Lefebvre ξεκινά από την πρακτική δραστηριότητα και τις «μορφές εμφάνισης» που αυτή παίρνει κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Θεωρεί έτσι τον φετιχισμό ούτε ως ιδιότητα του φετιχοποιημένου αντικειμένου ούτε ως επιστημολογικό σφάλμα ενός ατόμου· αντίθετα είναι μια κοινωνική κατηγορία, τόσο αφηρημένη όσο και συγκεκριμένη, η οποία κατά τη διαδικασία της κοινωνικής αναπαραγωγής «τείνει να λειτουργεί ως μια αντικειμενικότητα ανεξάρτητη από τους ανθρώπους (men) [sic] [...] τόσο ένας τρόπος ύπαρξης της κοινωνικής πραγματικότητας, ένας πραγματικός τρόπος συνείδησης και ανθρώπινης ζωής, όσο και μια εμφάνιση της ανθρώπινης δραστηριότητας ή ψευδαίσθηση για αυτήν» (Lefebvre 2009a: 80-1). Επομένως, η ρήξη με την αλλοτριωμένη κοινωνική αναπαραγωγή δεν συνεπάγεται απλώς μια γνωστική ρήξη, αλλά τη συνειδητή πρακτική προώθηση διαφορετικών κοινωνικών σχέσεων. Αυτή ήταν η βάση για τη ρητά φιλοαναρχική υποστήριξη του Lefebvre προς την autogestion (αυτο-οργάνωση), η οποία μαζί με τον εγγενή της αντικρατισμό «τείνει να αποκαταστήσει την πρωτοκαθεδρία της αξίας χρήσης. “Είναι” η αξία χρήσης των ανθρώπινων όντων στις πρακτικές τους σχέσεις», που τους παρέχει αξία «ενάντια στον κόσμο του εμπορεύματος» και υποδεικνύει μια ριζική αμφισβήτηση τόσο του κεφαλαίου όσο και του κράτους (Lefebvre 2009b: 148).
Επιστρέφοντας στις Επιτροπές Δράσης, μπορούμε τώρα να δούμε πώς ο Πέρλμαν εφαρμόζει συγκεκριμένα αυτή την προσέγγιση για να τις αξιολογήσει από την άποψη της (περιορισμένης) πρακτικής τους ρήξης με την αλλοτρίωση. Με τον τρόπο αυτό, χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τη θεωρία της μορφής της αξίας για να διατυπώσει τη χαρακτηριστική αναρχική αρχή της ενότητας μεταξύ μέσων και σκοπών. Ενώ η εν λόγω ενότητα μπορεί εξίσου να διαμορφωθεί με όρους ενάρετης πρακτικής (Franks 2020) ή εξάρτησης από την πορεία (Gordon 2018), ο Πέρλμαν τη συνδέει με μια συγκεκριμένη επεξηγηματική περιγραφή της κοινωνικής αναπαραγωγής. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η απο-αλλοτρίωση είναι ταυτόχρονα ο γενικός στόχος του κοινωνικού μετασχηματισμού και η ουσιώδης ποιότητα των πρακτικών για την προώθησή του. Αν και βασίζεται σε μια ετερόδοξη ανάγνωση του Μαρξ, και παρά την κριτική που ασκεί ο Πέρλμαν στους «αναρχικούς» και τους «ελευθεριακούς» του κατειλημμένου Censier, το επιχείρημά του προωθεί το ίδιο ήθος της άμεσης δράσης που οι αναρχικοί συνδέουν με όρους όπως προεικονιστική πολιτική (prefigurative politics) 10 ή συγκεκριμένη ουτοπία.
Είναι σημαντικό ότι αρχίζουμε επίσης να βλέπουμε τον Πέρλμαν να γενικεύει τον φετιχισμό πέρα από τις κατηγορίες της αξιακής μορφής. Στην αρχή του WSAC (Gregoire and Perlman 1969), διακρίνει ρητά μεταξύ τεσσάρων μορφών αλλοτρίωσης και των διαιρέσεων που αυτές συντηρούν (όπ.π.: 39-40, δική μου παραφρασμένη περίληψη):
Αλλοτρίωση της πολιτικής εξουσίας από όλα τα μέλη της κοινωνίας και ιδιοποίησή της μέσω εκλογών, κληρονομιάς ή κατάκτησης από μια εξειδικευμένη άρχουσα τάξη (διαχωρισμός σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους)·
Πώληση της παραγωγικής εργασίας από τους παραγωγούς και αγορά της από τους καπιταλιστές (αφεντικά και εργαζόμενοι)·
Αλλοτρίωση της αναστοχαστικής δραστηριότητας από ένα εξειδικευμένο σώμα «διανοητικά εργαζόμενων» (στοχαστές και εκτελεστές, φοιτητές και εργαζόμενοι)· και
Αλλοτρίωση της δημιουργικής δραστηριότητας από τους «καλλιτέχνες» (δημιουργοί και θεατές).
Η έκθεση δεν κάνει τίποτα για να αποδώσει αναλυτική πρωτοκαθεδρία στη συνιστώσα (2), και έτσι απομακρύνεται από την ορθόδοξη μαρξιστική προνομοιοποίηση της παραγωγής και της προλεταριακής δράσης. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι, για τον Πέρλμαν, εφόσον η απο-αλλοτριωμένη πρακτική δεν μπορεί να θεμελιωθεί στις φετιχοποιημένες κοινωνικές κατηγορίες τις οποίες δεν αναπαράγει πλέον, κατά τη διάρκεια του επαναστατικού μετασχηματισμού τόσο οι πρώην φοιτητές όσο και οι πρώην εργάτες είναι εξίσου μέλη μιας τάξης σε αυτοκατάργηση (βλ. Proletarios Revolucionarios 2020).
3. Από τη θεωρία στην παρωδία
Η άμεση δράση είχε επίσης κεντρική θέση στα πρώτα φυλλάδια Black & Red, που εκδόθηκαν από το ζεύγος Πέρλμαν στο Καλαμαζού. Το τεύχος 2, μια κριτική αναφορά από το Εθνικό Συνέδριο των Δημοκρατικών το 1968 στο Σικάγο (Perlman 1968a), επαινεί την κατάληψη ενός δημόσιου πάρκου από τους Yippies: 11 «οργανώνοντας τις δικές τους δραστηριότητες χωρίς εντολές ή άδεια, χωρίς συμβιβασμό ή διαπραγμάτευση», «έκαναν πράξη» την ελευθερία τους διεκδικώντας τον δημόσιο χώρο και έτσι «έπαψαν να αναγνωρίζουν τη νομιμότητα του κράτους» – επισείοντας τη βία του. Αντίθετα, οι αποτυχίες της φοιτητικής οργάνωσης διακωμωδούνται στο τεύχος 4, Καλέσαμε απεργία και δεν ήρθε κανείς (Perlman 1968b). Στο τυπογραφείο, ο Πέρλμαν άρχισε να ανακαλύπτει πολλές νέες γραφικές δυνατότητες, και το έργο του θα απομακρυνθεί πλέον γρήγορα από τις συμβατικές μορφές κειμένου. Το Strike είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: ένα 46σέλιδο κολάζ-κόμικ Α5, με μπαλονάκια κειμένου που βγαίνουν από τα στόματα μορφών αναγεννησιακών πινάκων, γκροτέσκων γλυπτών και λευκών ανδρών με κοστούμια.
Αυτό το «αλληγορικό έπος με υποσημειώσεις» (όπ.π.: 1) είναι χαλαρά εμπνευσμένο από το Paradise Lost (Χαμένος Παράδεισος) 12 και αφηγείται μια κακοστημένη προσπάθεια φοιτητών να οργανωθούν, ως τον τελευταίο γύρο μιας κοσμικής μάχης μεταξύ του Σατανά και του Θεού. Τα άβαταρ του Σατανά ανακαλύπτουν ότι ο Θεός σκοπεύει να αποκαταστήσει την ολισθαίνουσα δύναμή του εγκαταλείποντας τον Χριστιανισμό και οικειοποιούμενος το δώρο του Σατανά, τη Λογική· θα «βάλει τους ανθρώπους σε ορθολογικά οργανωμένους θεσμούς, όπου ο καθένας κάνει το έργο που έχει καθιερώσει η Αρχή» (όπ.π.: 5). Αν αυτό δεν συμβεί, θα επιφέρει την Ημέρα της Κρίσεως. Ο Θεός, ο οποίος απεικονίζεται ως Κλαρκ Κεντ και Σούπερμαν, εισάγει στη συνέχεια τη δική του ουσία ως «την κοινωνική σχέση της Εξουσίας και της Υποταγής [...] κάθε σχέση μεταξύ Κυβερνώντων και Κυριαρχούμενων» (όπ.π.: 10). Υπόσχεται να διαταράξει τα σχέδια των οπαδών του Σατανά, οι οποίοι «στα πρόθυρα της απόλυτης άρνησης, της ελευθερίας [...] θα χρησιμοποιήσουν αυτή την ελευθερία μόνο για να υποδουλωθούν εκ νέου» (όπ.π.: 12). Όπως αποκαλύπτεται, το νέο παράρτημα του SDS 13 επιστρατεύει ένα τσίρκο από χίπηδες, φιλελεύθερους και λενινιστές. Καλούν σε απεργία, αλλά απορρίπτουν τις προτάσεις των άβαταρ για συγκεκριμένες δράσεις προετοιμασίας, και την Ημέρα της Κρίσεως καταλήγουν να διαδηλώνουν στο κτίριο της διοίκησης φωνάζοντας «Απεργία! Απεργία!». Ο Θεός καταλήγει:
Αυτή η αίσθηση τεχνολογικής αισιοδοξίας συμβαδίζει με την καθηλωτική μυθολογική πλαισίωση του κόμικ, που προηγείται του AHAL κατά 15 χρόνια. Το Strike ! είναι πολύ πιο παιχνιδιάρικο, αλλά και σημαντικό όσον αφορά την πολιτική γλώσσα και τις πολιτικές συγγένειες του Πέρλμαν. Χρησιμοποιεί κωμικούς αρχαϊσμούς (ο Θεός προς τον Σατανά: «Εσύ αυλακώνεις, αλλά εσύ δεν με σκάβεις») αλλά και τον αρχαϊσμό της κεφαλαιοποίησης ουσιαστικών για να τονίσει βασικές έννοιες όπως η Αρχή, η Υποταγή, η Λογική, η Γραφειοκρατία, η Εξουσία, η Σπανιότητα, ο Φόβος, ο Νόμος και η Τάξη – όλα συνδεδεμένα με το αναρχικό λεξιλόγιο. Εντύπωση προκαλεί επίσης η γκροτέσκα αναδιατύπωση των Δέκα Εντολών του Θεού υπό τέσσερις επικεφαλίδες: Θρησκεία (ανεξέταστη αποδοχή, κανονικοποιημένη υποκρισία, καμία απεικόνιση της αίσθησης της κοινότητας)· Κράτος (ηλικιακός ρατσισμός, δολοφονία των «εχθρών»)· Ατομική ιδιοκτησία (σεξουαλική στέρηση, ιδιοκτησία μειοψηφίας, κυρίαρχα καθεστώτα αλήθειας)· και Η Οικογένεια (οι γυναίκες ως ιδιοκτησία, δουλοπρεπής στέρηση). Το Σάββατο παραλείπεται και η δέκατη εντολή χωρίζεται στα δύο. Όπως οι λέξεις-κλειδιά που γράφει με κεφαλαίο, και όπως το παράδειγμα από την WSAC, αυτές οι τέσσερις θεσμικές επικεφαλίδες διαφοροποιούνται ξεκάθαρα από την αναλυτική ιεράρχηση των παραγωγικών σχέσεων από τον Μαρξ, την οποία διατηρούν ακόμη και ετερόδοξοι όπως ο Rubin και ο Lefebvre.
Αντ’ αυτού, βρίσκουμε τον Πέρλμαν να ευθυγραμμίζεται όλο και περισσότερο με τις αναρχικές θεωρήσεις της τάξης και της κυριαρχίας – συγκεκριμένα με εκείνες τις «ολιγαρχικές»θεωρήσεις (δικός μου όρος), σύμφωνα με τις οποίες διάφορες ομάδες συγκεντρώνουν διαφορετικές μορφές εξουσίας μέσω διακριτών, αν και συναφών, θεσμικών δομών, καμία από τις οποίες δεν απολαμβάνει αναλυτική υπεροχή έναντι των υπολοίπων. Έτσι, ο Μαλατέστα υποστηρίζει ότι, εκτός από την ιδιοκτήτρια τάξη, η ιστορία της κατάκτησης και της εκμετάλλευσης γέννησε επίσης «μια ειδική τάξη (κυβέρνηση)», η οποία νομιμοποιεί και προστατεύει την ιδιοκτησία, αλλά επίσης «χρησιμοποιεί τις εξουσίες που έχει στη διάθεσή της για να δημιουργήσει προνόμια για τον εαυτό της και να υποτάξει, αν μπορεί, και την ίδια την ιδιοκτήτρια τάξη»· και «μια άλλη προνομιούχα τάξη (τον κλήρο)», η οποία «εκτός από το να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της ιδιοκτήτριας τάξης, εξυπηρετεί και τα δικά της» (Malatesta 1899/2014: 280). Σκεφτείτε επίσης την περιγραφή του κράτους από τον Κροπότκιν ως «Η εξουσία που δημιουργήθηκε με σκοπό να συγκολλήσει τα συμφέροντα του γαιοκτήμονα, του δικαστή, του πολεμιστή και του ιερέα» (Kropotkin 1903: κεφ.10) – ποιοτικά διαφορετικές συγκεντρώσεις εξουσίας που προηγήθηκαν του καπιταλισμού. Η βιβλιοθήκη των Πέρλμαν περιέχει ένα διαβασμένο, αλλά μη σημαδεμένο αντίτυπο της έκδοσης του 1969 της Freedom Press με επιλεγμένα έργα του Κροπότκιν. Σύμφωνα με τη Λορέιν (προσωπική επικοινωνία 26.09.20), «μπορεί να το είχαμε αγοράσει όταν ήμασταν στο Λονδίνο εκείνο το έτος [...] Οπότε υποθέτω ότι η απάντησή μου θα ήταν: “Είναι πιθανό να το διάβασε”. Ακόμη και αν δεν το διάβασε, οι παραλληλισμοί είναι σχετικοί».
Το ενδιαφέρον του Πέρλμαν για τις μη μαρξιστικές θεωρίες της τάξης και της κυριαρχίας είναι ακόμη πιο εμφανές στο τελευταίο του επιστημονικό έργο, μια κριτική του πρώην δασκάλου του C. Wright Mills, με τίτλο The Incoherence of the Intellectual [Η ασυνέπεια του διανοουμένου] (1969). Από νωρίς, ο Πέρλμαν επαινεί τον νεαρό Μιλς για την προσπάθειά του να συλλάβει την κυριαρχία στη ρίζα της: « Ο Μιλς δεν διάβασε τη διεισδυτική ανάλυση του Franz Neumann [Νόιμαν] 14 για το ναζιστικό Βεεμώθ (Behemoth) ως την περιγραφή ενός μακρινού εχθρού: Η ανάλυση περί του Βεεμώθ ρίχνει φως στον καπιταλισμό των δημοκρατιών [...] αυτός [ο Νόιμαν] εντοπίζει τον εχθρό με μια λάμψη 500 βατ. “Και ο Ναζί είναι μόνο ένα από τα ονόματά του [...] Ο Βεεμώθ είναι παντού ενωμένος”» (Perlman 1969b, παραθέτοντας Mills 1942: 177). 15
Ωστόσο, ο Πέρλμαν υποστήριξε ότι σε όλη την επακόλουθη καριέρα του «ο ανεξάρτητος επαναστάτης Μιλς συνεχίζει να συνυπάρχει με τον κυνικό ακαδημαϊκό Μιλς». Έτσι, «οι βεμπεριανοί ηγέτες και οι χωρίς ηγέτη Wobblies καταλάμβαναν ξεχωριστά διαμερίσματα στο μυαλό του Μιλς [...] [και] δεν ήρθαν ποτέ σε άμεση αντιπαράθεση μεταξύ τους» ( Perlman 1969a: χ.έ.σ. [χωρίς ένδειξη σελίδας]). Παράλληλα με τις οξυδερκείς κριτικές του για τη μεταπολεμική αμερικανική κοινωνία, υποστηρίζει ο Πέρλμαν, ο Μιλς συνέχισε να δημοσιεύει έργα στη θετικιστική κοινωνιολογία, τα οποία μπερδεύουν την ανάλυση των ίδιων ζητημάτων – αποκαλύπτοντας την περιορισμένη κατανόηση του Μιλς για την αλλοτρίωση ως δυσαρέσκεια και όχι ως τις καθημερινές δραστηριότητες μέσω των οποίων οι άνθρωποι στην πραγματικότητα «αλλοτριώνονται από τη δύναμη που κατέχουν για να διαμορφώνουν το περιβάλλον τους» (όπ.π.).
Στο Incoherence... οΠέρλμαν ασχολείται με τις μη μαρξιστικές πολιτικές κοινωνιολογίες των δύο αντιφατικών δασκάλων του Μιλς, του Max Weber και του Thorsten Veblen. Ο Πέρλμαν βρίσκει τον Μιλς «ευλαβικό», «αντικειμενικό» και «άκριτο» απέναντι στον επιστημονισμό του Βέμπερ και την απεύθυνσή του στη χαρισματική ηγεσία. Και πάλι, υποστηρίζει ο Πέρλμαν, ο Μιλς αποτυγχάνει να εντοπίσει την αλλοτρίωση ως τον συνδετικό κρίκο μεταξύ «της έμφασης του Μαρξ στον μισθωτό εργάτη ως “διαχωρισμένο” από τα μέσα παραγωγής» και της άποψης του Βέμπερ ότι «ο σύγχρονος στρατιώτης είναι εξίσου “διαχωρισμένος” από τα μέσα βίας, ο επιστήμονας από τα μέσα έρευνας και ο δημόσιος υπάλληλος από τα μέσα διοίκησης» (Mills 2009: 88). Ωστόσο, αν η αλλοτρίωση ληφθεί σωστά υπόψη, αυτή η βεμπεριανή διορατικότητα αποκαλύπτει την αξία της. Ο Πέρλμαν θα μπορούσε κάλλιστα να έχει παραθέσει την περαιτέρω δήλωση του Μιλς ότι ο Βέμπερ «μαζεύει» έτσι την ανάλυση του Μαρξ με έναν «πολιτικό και στρατιωτικό υλισμό» και ότι επομένως «τα στρατιωτικά και θρησκευτικά, πολιτικά και νομικά θεσμικά συστήματα» θα πρέπει να αναλύονται ισότιμα με «την οικονομική τάξη πραγμάτων» (όπ.π.: 85) – εκτοπίζοντας έτσι τις παραγωγικές σχέσεις από την αναλυτική τους πρωτοκαθεδρία στον Μαρξ.
Σε αντίθεση με τον Βέμπερ, ο Πέρλμαν εκτιμούσε ιδιαίτερα τον Thorsten Veblen (Perlman 1989: 43). Ο Mills (1962: 35) είχε αποκαλέσει τον Βέμπλεν «τον καλύτερο κοινωνικό επιστήμονα που παρήγαγε η Αμερική, ο οποίος πιθανότατα [...] ήταν κατά βάθος αναρχικός και συνδικαλιστής», και τον είχε ομαδοποιήσει με τους Wobblies. Ωστόσο, γράφει ο Πέρλμαν, στο The Power Elite ο Μιλς « θολώνει εντελώς» την ηθική του Βέμπλεν και αποκλείει τη δυνατότητα μετασχηματιστικής κοινωνικής αλλαγής :
«Σύμφωνα με τους φακέλους [του Μιλς] οι ελίτ φτιάχνουν την ιστορία, και κατά συνέπεια ο Μιλς απευθύνεται στους ανθρώπους που χαρακτηρίζονται από τον Βέμπλεν ως “οι ευγενείς και οι ιερατικές τάξεις, μαζί με μεγάλο μέρος της ακολουθίας τους”, οι “διανοούμενοι, οι καλλιτέχνες, οι υπουργοί, οι μελετητές και οι επιστήμονες” [... ] αποσπασματικοί άνθρωποι των οποίων η κοινωνική θέση στηρίζεται στην εξυπηρέτηση της εξουσίας» (Perlman 1969a: χ.έ.σ.).
Αυτό και πάλι τονίζει το ενδιαφέρον του Πέρλμαν για τις μη μαρξιστικές κοινωνιολογίες της τάξης – στην προκειμένη περίπτωση, τη θεσμική περιγραφή του Βέμπλεν, η οποία δεν είναι τελικά συνδεδεμένη με τις παραγωγικές σχέσεις. Αυτά τα στοιχεία πλησιάζουν σε μια σύνθεση στο τελευταίο έργο που εξετάζεται εδώ, το Εγχειρίδιο για επαναστατικούς ηγέτες [ Manual...].
Δημοσιευμένο με το ψευδώνυμο Michael Velli, το Manual... υποστηρίζει φαινομενικά το «σύγχρονο μοντέλο επανάστασης», δηλαδή την «επαναστατική οργανωτική ιδεολογία, την ηγεσία και τον αγώνα για την κρατική εξουσία» (Perlman 1972: 11). Πρόκειται για το πιο πλούσια εικονογραφημένο έργο των Πέρλμαν. Το απειλητικό εξώφυλλο έχει μια χορεύτρια από το Μπαλί με δόντια και γοτθικές γραμματοσειρές, παραπέμποντας στη χρήση του καταβροχθίζοντος τέρατος του Blake στο εξώφυλλο του AHAL. Το πρώτο κεφάλαιο («Generation of Revolutionaries» [Γενιά επαναστατών]) περιλαμβάνει εννέα ολοσέλιδα σουρεαλιστικά κολάζ, στα οποία τα τανκς καβαλούν τις βαθμίδες του Πύργου της Βαβέλ του Breugel, μια ετερόκλητη θρησκευτική πομπή διασχίζει έναν τοίχο από τηλεοράσεις και ο Χορός του Matisse περιστρέφεται εν μέσω πύρινων ταραχών στο Καπιτώλιο. Στο δεύτερο κεφάλαιο («Rise to Leadership» [Άνοδος στην Ηγεσία]), το ιστοριοποιημένο αρχικό κάθε μιας από τις 62 παραγράφους απεικονίζει έναν «Μεγάλο Ηγέτη», ξεκινώντας αντίστροφα από τους Κάστρο, Ντιμιτρόφ και Λένιν μέχρι τον Ροβεσπιέρο, τον Ερρίκο Η΄, τον Καίσαρα και, τέλος, τον Σαργκόν του Ακκάδ (βασικό χαρακτήρα του AHAL). Εικόνες από μηχανήματα, φαγητό εστιατορίου, ερημιά και μαζικές δολοφονίες εικονογραφούν το τρίτο κεφάλαιο («Seizure of State Power» [Κατάληψη της κρατικής εξουσίας]).
Δεν είναι λιγότερο εντυπωσιακή η χρήση του κειμενικού κολάζ στο Manual. Ενώ το πρώτο, θεωρητικό κεφάλαιο είναι εντελώς πρωτότυπο, το προγραμματικό δεύτερο κεφάλαιο είναι μια φάρσα πρωτοφανούς λογοκλοπής, όπου παρατίθενται διαδοχικά εκατοντάδες μη αποδιδόμενα αποσπάσματα από σύγχρονα άρθρα στα New Left Notes, National Guardian, The Movement, Red Papers και άλλα παρόμοια έντυπα. Σε αυτά παρεμβάλλονται αποσπάσματα από τρεις άλλες πηγές: Η Γερμανική Ιδεολογία των Μαρξ και Ένγκελς, The Iron Law of Oligarchy [Ο σιδερένιος νόμος της ολιγαρχίας] του Michels και το Mein Kampf [Α Αγών μου] του Χίτλερ. Στα σενάρια των αφηγήσεων στο κεφάλαιο 3, ο Λένιν και ο Μάο μιλούν συχνά από το στόμα κομματικών αξιωματούχων και λακέδων. Μόνο στη δεύτερη έκδοση προστέθηκε ένας κατάλογος παραπομπών, εξηγώντας ότι ο Velli «επανασύνθεσε το σχέδιο που ενοποιεί αυτές τις ευρέως διασκορπισμένες δηλώσεις» και «τις τοποθέτησε στην ενιαία Σκέψη, της οποίας κάθε μια από αυτές τις ιδέες είναι ένα απλό θραύσμα» (όπ.π.: 263).
Είναι κρίσιμο ότι ένα τρίτο νήμα του κειμένου – που είναι επίσης σε πλάγιους χαρακτήρες στη δεύτερη έκδοση – αποτελείται από προτάσεις-κλειδιά από το πρώτο κεφάλαιο που επανεμφανίζονται στα επόμενα δύο. Προτασσόμενες σε μπλοκ αυταρχικών παραθεμάτων, αναδιατυπώνουν τα τελευταία ως μια διαστρεβλωμένη εκτίμηση της αρχικής ανάλυσης του πρώτου κεφαλαίου. Ως εκ τούτου, θα ήθελα να υποστηρίξω ότι το «σύγχρονο μοντέλο» του Velli δεν είναι απλώς ένας παρωδιακός καθρέφτης των αυταρχικών τάσεων της Νέας Αριστεράς, αλλά η γκροτέσκα αντιστροφή της αυθεντικής κοινωνικής ανάλυσης του Πέρλμαν· ο Velli εργαλειοποιεί κυνικά μια ακριβή κατανόηση της φετιχιστικής εξουσίας για να αναπτύξει το ολοκληρωτικό του πρόγραμμα. Η συνοχή του κεφαλαίου 1 με τις εξελισσόμενες ιδέες του Πέρλμαν και η ισχυρή επιχειρηματολογία που θα μπορούσε διαφορετικά να προβάλλει για τις αναρχικές στρατηγικές απο-αλλοτρίωσης, καθιστούν αυτή την ανάγνωση συναρπαστική. Κάτω από την ειρωνεία, βρίσκουμε τον Πέρλμαν να αναπτύσσει μια εντυπωσιακά πρωτότυπη κριτική της εξουσίας και του κράτους.
Στην πραγματικότητα, το Manual προχωρά στην παρουσίαση του κεφαλαίου και της αλλοτριωμένης εργασίας μόνο μετά την παρουσίαση του κράτους, «μακράν του σημαντικότερου» μεταξύ των «προσωποποιήσεων, ενσαρκώσεων, εκπροσώπων των αποξενωμένων δυνάμεων της κοινωνίας»: «Το κράτος είναι η προσωποποίηση της εξουσίας της κοινότητας, της αποξενωμένης εξουσίας των ατόμων να αποφασίζουν συλλογικά για τις μεθόδους, τα μέσα και τον σκοπό της κοινωνικής τους δραστηριότητας. Είναι το ειδικό καθήκον του κράτους να χρησιμοποιεί όλα τα διαθέσιμα μέσα για να διασφαλίσει ότι η εξουσία της κοινότητας παραμένει αποξενωμένη» (όπ.π.: 17).
Σε αντίθεση με την παραγωγική εξουσία, της οποίας η αλλοτριωμένη μορφή εμφάνισης είναι τα εμπορεύματα ή το χρήμα, η κοινωνική ή κοινοτική εξουσία αλλοτριώνεται σε αξιώματα που φέρουν κοινωνικά νομιμοποιημένη εξουσία. Ο Πέρλμαν ερμηνεύει την εξουσία ως μια ξεχωριστή, πρώτης-τάξης κατηγορία φετίχ, που επενδύεται με κανονιστική και όχι ανταλλακτική αξία:
«Αποδεχόμενα τη νομιμότητα ενός αξιώματος να ασκεί μια συγκεκριμένη κοινωνική εξουσία, τα άτομα παραιτούνται από τη δική τους εξουσία πάνω σε αυτό το μέρος της κοινωνικής ζωής [...] το αξίωμα στο οποίο παραδίδεται η εξουσία γίνεται μια “αρχή” [authority] που έχει το “δικαίωμα” να ασκεί αυτή την εξουσία· ένα άτομο που δεν παραιτείται από την εξουσία γίνεται ένας “εγκληματίας” που δεν έχει κανένα “δικαίωμα” να την ασκεί· όλοι οι άλλοι είναι υπάκουοι, “καλοί” και “νομοταγείς πολίτες” στον βαθμό που δεν ασκούν καμία εξουσία πάνω σε αυτό το μέρος της κοινωνικής δραστηριότητας» (όπ.π.: 18).
Ο Πέρλμαν δεν προχωράει περαιτέρω στο να επεξεργαστεί την ουσία της κοινωνικής ή κοινοτικής εξουσίας [power] χωρίς αξιώματα [authority], ένα ζήτημα που θα εξετάσω παρακάτω. Προς το παρόν, θα ήθελα να υποστηρίξω ότι, τοποθετώντας μια περιγραφή της κοινοτικής εξουσίας, του φετίχ της αξιώματος [authority] και του κράτους πριν από την περιγραφή της παραγωγικής εξουσίας, του φετίχ του εμπορεύματος και του κεφαλαίου, ο Πέρλμαν στοχεύει σαφώς να τις θέσει σε αναλυτική ισοτιμία. Περαιτέρω αποδείξεις παρέχονται από τις δυαδικές δηλώσεις σχετικά με τους ανθρώπους που «εκχωρούν την εξουσία της κοινότητας στο κράτος και την παραγωγική τους εξουσία στο κεφάλαιο» (όπ.π.: 19)· «ασκούν τις αποξενωμένες ανθρώπινες εξουσίες που αντιπροσωπεύονται από το χρήμα και ασκούνται από τα αξιώματα» (όπ.π.: 29)· και ζουν σε μια κοινωνία όπου «η αποξενωμένη εξουσία της κοινότητας – το κράτος, η κυβέρνηση – βιώνεται ως η μόνη πραγματική κοινότητα. Η αποξενωμένη παραγωγική δύναμη – το κεφάλαιο, το χρήμα – βιώνεται ως ο μόνος πραγματικός παραγωγικός παράγοντας» (όπ.π.: 29).
Αυτό απομακρύνεται από κάθε άποψη για το κράτος ως βοηθητικό στις παραγωγικές σχέσεις, όποια σχετική αυτονομία και αν έχει. Αντίθετα, το κράτος είναι ένας πρώτης-τάξης τομέας αλλοτριωμένης εξουσίας, ένα θεσμικό δοχείο που ο ρόλος του δεν μπορεί να περιοριστεί στην επιβολή των σχέσεων ιδιοκτήτη-εργάτη. Επιπλέον, ενώ ο Πέρλμαν συνεχίζει να χρησιμοποιεί τον όρο «προσωποποίηση» για να υποδηλώσει την υπαγωγή των ατόμων στις κυρίαρχες κοινωνικές μορφές, διαχωρίζει ρητά το φετίχ της εξουσίας από τη μαρξιστική υλική βάση:
Ο Πέρλμαν προχωράει ακόμη περισσότερο υποστηρίζοντας ότι το κράτος, ως χώρος αποξενωμένης εξουσίας, όχι μόνο είναι παλαιότερο από το κεφάλαιο, αλλά και έτοιμο να το διαδεχθεί στην κυριαρχία επί της παραγωγής. Αυτό απεικονίζει τον καπιταλισμό ως μια «σύντομη παρέκκλιση από τις συνήθεις ιστορίες των πολιτισμών» (όπ.π.: 35). Όπως αποδεικνύεται από τα παραδείγματα της αποικιοκρατίας, της Ιαπωνίας των Μέιτζι, 16 της ΕΣΣΔ και των μετα-αποικιακών σοσιαλιστικών κρατών, «καθίσταται δυνατό να θεσπιστούν οι κεντρικές σχέσεις της συσσώρευσης κεφαλαίου απευθείας μέσω της κρατικής εξουσίας, χωρίς να ακολουθηθούν τα στάδια της ιστορικής εξέλιξης του καπιταλισμού» (όπ.π.: 42). Στη Δύση, η «κατάληψη και εδραίωση της αποξενωμένης εξουσίας της κοινότητας, του κράτους, έχει γίνει η μορφή ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σε συνθήκες όπου οι προηγούμενες μορφές συσσώρευσης του κεφαλαίου έπαψαν να επιτελούν το ιστορικό τους καθήκον» (όπ.π.: 43).
«Για χάρη της σταθερότητας και της τάξης, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων πρέπει να ελέγχεται, να παρεμποδίζεται, να αντιστρέφεται. Το κέρας της Αμάλθειας της τεχνολογικής προόδου παύει να γεννά ελπίδες και εξαπλώνει όλο και περισσότερο αόριστους φόβους. Πίσω από τις παραγωγικές δυνάμεις έρπει ένα άγριο θηρίο, που επιτέλους ήρθε η ώρα του, έτοιμο να εξαπολύσει απλά αναρχία στον κόσμο» (όπ.π.: 36).
Ως εκ τούτου, ο ρόλος της πρωτοπορίας δεν είναι να προωθήσει τη μετάβαση στον κομμουνισμό, αλλά να τη διακόψει – εγκαθιδρύοντας ένα ολοκληρωτικό κράτος, το οποίο στη συνέχεια αναλαμβάνει την ίδια την παραγωγική διαδικασία, μαζί με όλες τις πτυχές της ζωής. Η αναρχική ανάγνωση του κόμματος της πρωτοπορίας ως ένα ολοκληρωτικό κράτος εν αναμονή υιοθετείται έτσι κυνικά στο κεφάλαιο 2, περιγράφοντας πώς η οργάνωση και ο ηγέτης της θα οικειοποιηθούν αναγκαστικά τις αποξενωμένες αυτο-δυνάμεις (self-powers: ίδιες-δυνάμεις) των αγωνιστών.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι οι εργάτες στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες είναι αυτοί που έχουν τη μικρότερη τάση να ακολουθούν τα στρατευμένα κομματικά στελέχη. Στην καθημερινή τους επαφή με τα μέσα παραγωγής, οι σύγχρονοι εργάτες «αναμένεται να είναι ταυτόχρονα εκτελεστικά όργανα εντολών και ευφάνταστοι, ταυτόχρονα υπάκουοι και δημιουργικοί» (όπ.π.: 240). Αυτό καθοδηγεί τους αναρχικούς αναβρασμούς τους, που εκδηλώνονται με «απουσίες, σαμποτάζ, άγριες απεργίες, καταλήψεις παραγωγικών μονάδων, ακόμη και απόπειρες διάλυσης ολόκληρης της κοινωνικής τάξης [...] μια αυξανόμενη αντίσταση στην κρατική εξουσία [...] άρνηση στην αλλοτρίωση της παραγωγικής δραστηριότητας [...] απόρριψη της εξειδίκευσης» (όπ.π.: 239· πρβλ. Zerzan 1988). Έτσι, το κεφάλαιο 3 αφηγείται τις κακοτυχίες των οργανωτών του κόμματος που προσφέρουν την ηγεσία τους στους εξεγερμένους εργάτες και τις κοινότητες που ήδη διεκδικούν την αυτο-εξουσία (self-power) τους, αποσπάσματα που έχουν αναγνωριστεί ως «κωμικά σκετς στην καλύτερη παράδοση του Sid Caesarism και του Groucho Marxism» 17 (Black 2004). Εξ ου και η αυθάδης στρατηγική του Velli: όταν «λαμβάνει χώρα μια επαναστατική εξέγερση, οι επαναστάτες ηγέτες πρέπει να αναλάβουν αμέσως την εξουσία - διαφορετικά ένα κύμα της σημερινής αναρχίας μπορεί να γίνει πιο δυνατό από εμάς »(όπ.π.: 137, η πλάγια γραφή παραθέτει τον Lenin 1917: 234). 18 Στρεβλώνοντας την ανάλυση του Πέρλμαν, ο Velli γράφει ότι η κρατική εξουσία πρέπει να καταληφθεί:
4. Αναρχική πρακτική και μαξιμαλιστική θεωρία
Μέχρι στιγμής, είδαμε πώς η συνάντηση του Πέρλμαν με τον αναρχισμό όχι μόνο διεύρυνε την αντιεξουσιαστική πολιτική του, αλλά και εμπλούτισε την κοινωνική του θεωρία. Μεταξύ των γραμμών της παρωδιακής κριτικής του στην αβανγκαρντίστικη πολιτική, ο Πέρλμαν ανέπτυσσε μια περιγραφή της κυριαρχίας ως ολότητας, θέτοντας τον φετιχισμό ως μια γενική δυναμική με εξηγητική δύναμη προς διάφορους τομείς αλλοτριωμένων εξουσιών: κυρίως το κράτος και το κεφάλαιο, αλλά επίσης, εμμέσως, την οικογένεια και τους θρησκευτικούς και πνευματικούς θεσμούς. Υπερβαίνοντας τον μαρξικό υλισμό, ο Πέρλμαν προτείνει μια διαφοροποιημένη περιγραφή της εξουσίας ως βάσης για την κοινωνική κριτική – αντανακλώντας όχι μόνο το κριτικό χρέος του προς τους Βέμπλεν και Μιλς, αλλά και την αυξανόμενη εμπλοκή του με τον αναρχισμό, τις έννοιες του ιδεολογικού πυρήνα του οποίου χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο (βλ. Franks, Jun & Williams, 2018). Το διακύβευμα εδώ είναι η γενίκευση από τον Πέρλμαν της βασικής διαπίστωσης του Μαρξ για την αλλοτρίωση ως πρακτική, με την εργασία να μην αποτελεί πλέον τον εξηγητικό ακρογωνιαίο λίθο αλλά μόνο μια ειδική περίπτωση της εξουσίας, της οποίας οι ποικίλες μορφές αλλοτριώνονται μέσω των αλληλένδετων καθεστώτων κυριαρχίας και των θεσμών που τα αναπαράγουν.
Ο Πέρλμαν δεν θα προσφέρει ποτέ μια πιο συστηματική περιγραφή της πολιτικής κοινωνιολογίας του, και ο εννοιολογικός μηχανισμός της εξουσίας, της αλλοτρίωσης και της προσωποποίησης αντηχεί αμυδρά στο μεταγενέστερο έργο του. Πράγματι, όπως υποστηρίζει πειστικά ο Huba (2005), η πνευματική πολιτική του AHAL πλαισιώνεται από έναν οιονεί μανιχαϊστικό δυισμό. Ενώ η αρχική περιγραφή του Λεβιάθαν καθιστά σαφή την εξάρτησή του από τους ανθρώπινους χειριστές, απεικονίζεται επίσης ως μια τρομακτική αλλότρια δύναμη, ασταμάτητη στον αγώνα της προς την πλανητική κατάκτηση και εξαφάνιση. Παρ’ όλη τη δύναμή της, αυτή η μονόδρομη, καταλυτική περιγραφή – που οφείλεται κυρίως στην έννοια της «φυγής του κεφαλαίου» του Jacques Camatte (βλ. El-Ojeili 2014) – απομακρύνεται από την προηγούμενη προσέγγιση του Πέρλμαν για τη φετιχιστική αναπαραγωγή και τη δυνητική διάλυσή της στην πράξη. Ως αποτέλεσμα, το ζήτημα του κοινωνικού μετασχηματισμού επανατοποθετείται απέναντι στο αδιαπέραστο στενό μεταξύ των εδεμικών καταβολών της ανθρωπότητας και της χέρσας γης του πολιτισμού. Ο Πέρλμαν καταλήγει να ταυτίζει την επαναστατική ρήξη με την εκστατική τομή, την απόδραση από την εξημέρωση στην άγρια φύση.
Έτσι, ο Black (2004) βρίσκει στο Manual... «ελάχιστες επισημάνσεις για την κριτική του πολιτισμού» που υπήρχαν στο AHAL και στο The Strait. Αυτό ισχύει σίγουρα όσον αφορά την τεχνολογική πρόοδο. Απηχώντας τις ανησυχίες του Θεού στην Απεργία, ο Velli προειδοποιεί ότι οι ανεξάρτητοι εργάτες που «σπέρνουν τους σπόρους της αναρχίας» θα «εξαπλωθούν με τη συνεχή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» (Perlman and Perlman 1974: 249-250). Ωστόσο, ήδη στο Manual... αυτή η τελεολογία της μετα-σπανιότητας στήνεται για να διακοπεί από την αυταρχική πρωτοπορία, επιτρέποντας στο κράτος να επανέλθει στην αρχαϊκή του μορφή. Πράγματι, το Manual... δείχνει ήδη τη μακρόπνοη άποψη του Πέρλμαν για τον ιεραρχικό πολιτισμό, και ιδίως την εστίασή του στην αρχαία και εγγενή τάση του κράτους να αποικίζει και να εδαφικοποιεί – ένα άλλο πιθανό χρέος στα γραπτά του Κροπότκιν για τη Ρωσική Αυτοκρατορία και τον πρώιμο-νεωτερικό κρατικό σχηματισμό στην Ευρώπη (πρβλ. Kinna 2016: κεφ. 4, Ince 2012). Θα υπέθετα επίσης ότι η αφθονία των αρχαίων και μυθικών θεμάτων στο Manual... είναι η ένδειξη του Πέρλμαν για τη διαχρονική γενικότητα της κοινωνικής του κριτικής, που ισχύει δια μέσου του χρόνου, ακριβώς όπως ισχύει και συγχρονικά στο σύνολο των θεσμικών συγκεντρώσεων αλλοτριωμένων ανθρώπινων δυνάμεων. Τέλος, το κεντρικό θέμα της συνθηκολόγησης με τις αποξενωμένες δυνάμεις επιστρέφει για να καθοδηγήσει την αφήγηση του AHAL, όπου μια σειρά από αναρχικές εξεγέρσεις ανατρέπονται από πραξικοπήματα, ενώ οι αυτόχθονες λαοί υιοθετούν τη λογική της κυριαρχίας ακόμη και όταν αντιστέκονται στην εισβολή.
Σε γενικές γραμμές, υπάρχει περισσότερη συνέχεια παρά διάσταση μεταξύ του παλαιότερου και του μεταγενέστερου έργου του Πέρλμαν απ’ ό,τι θα μπορούσαν να υποθέσουν ορισμένοι από τους πριμιτιβιστές οπαδούς του. Με την ίδια λογική, ωστόσο, η επιρροή του στον σύγχρονο αναρχισμό δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να περιορίζεται στα πριμιτιβιστικά ρεύματα. Ενώ τα μεταγενέστερα γραπτά του αποτέλεσαν μέρος της στροφής της εφημερίδας τουΝτιτρόιτ Fifth Estate προς μια κριτική της μεγαμηχανής (Millett 2018· πρβλ. Watson 1981), τα προηγούμενα έργα και οι μεταφράσεις του Πέρλμαν είχαν πολύ ευρύτερη επίδραση. Η μαξιμαλιστική κριτική της κυριαρχίας σε όλα τα καθεστώτα και τους θεσμούς και η σύζευξη της επαναστατικής πολιτικής με τη δέσμευση για συλλογική και ατομική απο-αλλοτρίωση, αντανακλούσε με επιτυχία τις διασταυρούμενες κινητοποιήσεις βάσης των δεκαετιών του ’80 και του ’90 και έγινε το διαλεκτικό όριο μεταξύ του αναρχισμού και της μαρξιστικής και φιλελεύθερης Αριστεράς. Μέχρι τη στιγμή που το κίνημα alter-global βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, οι «μετα-αριστεροί» αναρχικοί είχαν επίσης στρέψει αυτή την κριτική στον αναρχικό πλατφορμισμό, τον συνδικαλισμό και την κοινωνική οικολογία (Black 1998· Moore 2016· Jarach 1999· Landstreicher 2002), δημιουργώντας εντάσεις που διαρκούν μέχρι σήμερα. Επομένως, αν και οι κριτικές της εξημέρωσης παραμένουν κεντρικές για τον οικοαναρχισμό και τις ατζέντες της ολικής απελευθέρωσης, αυτές βασίζονται στην προγενέστερη και πιο βασική διατύπωση θέσεων του Πέρλμαν για τον αναρχικό μαξιμαλισμό ως τέτοιο, ο οποίος βρίσκεται στον πυρήνα της αναρχικής αναβίωσης των τελευταίων δεκαετιών.
Αυτά για την ερμηνεία του γενικού πλαισίου του έργου του Πέρλμαν. Στο υπόλοιπο αυτής της ενότητας, θα ήθελα να στραφώ σε μια πιο αναλυτική προσέγγιση και να θέσω υπό κρίση το μοντέλο εξουσίας του Πέρλμαν και το πώς καταλήγει να παρακάμπτει τη συστατική βία. Επιστρέφοντας στο διπλό μοντέλο του Manual..., βρίσκουμε δύο διακριτές μορφές εξουσίας (παραγωγική και κοινοτική) με δύο διακριτές φετιχοποιημένες μορφές (εμπορεύματα και αξιώματα), οι οποίες αντιπροσωπεύουν δύο διακριτές αξίες (την ανταλλαγή και τη νομιμοποίηση) και συνεπώς αποτελούν μέρος δύο αναλυτικά διακριτών τομέων (κεφάλαιο και κράτος). Και στις δύο περιπτώσεις, είναι η καθημερινή πρακτική δραστηριότητα (εργασία και υπακοή) που αναπαράγει την αποξένωση αυτών των εξουσιών, την παραίτηση ή την αλλοτρίωση. Ένα πρόβλημα με αυτή την παρουσίαση είναι η μη πληρότητά της. Ενώ κατασκευάζει εύστοχα τον παραπάνω παραλληλισμό, σιωπά για το ποιες (άλλες) εξουσίες αλλοτριώνονται στην αναπαραγωγή της οικογένειας και των θρησκευτικών/διανοητικών θεσμών – και οι δύο φαίνεται να απαιτούν ίση προσοχή κατά την άποψη του Πέρλμαν. ως εκ τούτου, δεν προσφέρει καμία βάση για μια ανάλυση πρώτης-τάξης είτε της πατριαρχίας είτε της ιδεολογικής παραγωγής.
Πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι ότι υπάρχει ένα βασικό εννοιολογικό πρόβλημα στον συλλογισμό του Πέρλμαν. Ενώ η παραγωγική δύναμη αλλοτριώνεται μέσω της εργασιακής διαδικασίας, αυτό που λέει ότι αλλοτριώνεται στο κράτος είναι η κοινοτική δύναμη, «η δύναμη των ατόμων να αποφασίζουν συλλογικά για τις μεθόδους, τα μέσα και τον σκοπό της κοινωνικής τους δραστηριότητας» (Perlman 1972: 17). Ωστόσο, σύμφωνα με την ορολογία του Πέρλμαν, η παραγωγική εξουσία είναι μια αυτο - δύναμη (self-power) την οποία το άτομο συνεχίζει να ασκεί στην πράξη, ακόμη και αν αλλοτριωθεί ως μισθωτή εργασία, δουλοπαροικία ή δουλεία. Αντίθετα, η κοινοτική εξουσία ασκείται (τετριμμένα) από μια ομάδα και παύει εντελώς να ασκείται μόλις αντικατασταθεί από την υπακοή. Ο Πέρλμαν δεν είναι πολύ ακριβής εδώ – ο Velli λέει ότι η κρατική εξουσία πρέπει να καταληφθεί «κατά τη διάρκεια της σύντομης στιγμής μετά την απαλλοτρίωση των κυρίαρχων τάξεων από τον πληθυσμό», αλλά πριν αυτός «αποκτήσει εμπιστοσύνη στις δικές του αυτο-δυνάμεις» (Perlman and Perlman [ως M. Velli]: 184)· ο όρος αυτο-δυνάμεις εφαρμόζεται πλέον συλλογικά και γίνεται δυσδιάκριτος από την κοινοτική εξουσία. Ωστόσο, η ασυμφωνία πηγαίνει βαθύτερα. Σκεφτείτε ότι, ελλείψει της αλλοτρίωσης, «οι μέθοδοι, τα μέσα και ο σκοπός» της κοινωνικής δραστηριότητας που καθορίζονται μέσω της κοινοτικής εξουσίας θα κάλυπταν επίσης τον τρόπο οργάνωσης και κατανομής της παραγωγικής δύναμης. Ως εκ τούτου, η κοινοτική εξουσία εξαιρείται εξίσου στην περίπτωση της μισθωτής εργασίας όσο και στην περίπτωση της νομιμοποιημένης υπακοής.
Το ζήτημα είναι η αντικατάσταση από τον Πέρλμαν μιας δεύτερης-τάξης, συντονιστικής και συλλογικής μορφής εξουσίας με μια άλλη πρώτης-τάξης, συστατική αυτο-εξουσία που αντιστοιχεί στο κράτος. Αυτό εγείρει το ερώτημα: ποια «ειδική κοινωνική εξουσία» (όπ.π.: 18), εκτός από την παραγωγική εξουσία, περιέχει το κράτος στην αλλοτριωμένη του μορφή; Διαφορετικά μένουμε χωρίς μια μορφή εξουσίας πρώτης-τάξης, η οποία θα μπορούσε να ρυθμιστεί μέσω της κοινοτικής εξουσίας, αλλά η οποία σήμερα αλλοτριώνεται ειδικά ως κρατική εξουσία, στο ίδιο επίπεδο με την αλλοτρίωση της παραγωγικής εξουσίας ως εμπορεύματα και χρήμα. Το επιχείρημα του Velli ότι το κράτος είναι έτοιμο να αναλάβει από το κεφάλαιο τη διαχείριση της παραγωγής φαίνεται σχεδόν σχεδιασμένο για να εξαφανίσει αυτό το πρόβλημα. Όσο πειστικό και αν ήταν όσο η Σοβιετική Ένωση υφίστατο ακόμη, το επιχείρημα αυτό απλώς αποδυναμώνει τον ορισμό του μοντέλου.
Η απάντηση – η οποία θα έπρεπε ίσως να είναι προφανής για τον Πέρλμαν – είναι ότι η εξουσία δεν κρύβει συγκεκριμένα την ικανότητα οργάνωσης της ζωής (την οποία κάνουν επίσης τα εμπορεύματα), αλλά και την ικανότητα να σκοτώνει και να τραυματίζει. Ενώ η κρατική εξουσία είναι πάντα συνυφασμένη με την παραγωγική διαδικασία, το διακριτό της περιεχόμενο δεν έγκειται στις συντονιστικές της λειτουργίες αλλά στη βίαιη δύναμη που διέπει τις εντολές της. Ο Πέρλμαν, ο οποίος είναι έτοιμος να δίνει έμφαση στην καθημερινή αναπαραγωγή, καταλήγει να παραμερίζει τη βία από τον συστατικό της ρόλο:
Πράγματι, η βία δεν παράγει νομιμοποίηση. Αλλά κάνει επίσης κάτι περισσότερο από το να τη «συνοδεύει» – η βία είναι η θεσμοθετημένη φυσική δύναμη που εγγυάται την υπακοή, και η οποία αναδύεται εν όψει της αντίστασης στις εξαναγκαστικές απειλές – όπως είχαν αποκαλύψει οι Yippies. Ωστόσο, δουλεύοντας προς τα πίσω από τις φετιχοποιημένες μορφές των δυνάμεων, ο Πέρλμαν μπερδεύει έντονα την εμπειρική συχνότητα γεγονότων με την αναλυτική τάξη. Ενώ η νομιμοποίηση είναι η πιο κοινή πηγή της υπακοής, δεν αποτελεί την απόλυτη εγγύησή της.
Αυτό δεν είναι απλώς μια αναρχική και βεμπεριανή προσέγγιση· ακόμη και ο Ένγκελς (σε μια στιγμή ειλικρίνειας) ορίζει το κράτος ως την «εγκαθίδρυση μιας δημόσιας εξουσίας που δεν συμπίπτει πια άμεσα με τον αυτοοργανωμένο σε ένοπλη δύναμη πληθυσμό [...] Οι δημόσιοι υπάλληλοι στέκονται σαν όργανα της κοινωνίας πάνω από την κοινωνία [...] είναι φορείς μιας εξουσίας που έχει αποξενωθεί από την κοινωνία» (Ένγκελς 2013: 211-212). Στο πλαίσιο της σύνθεσης που φαίνεται να επιδιώκει ο Πέρλμαν, η δυάδα της παραγωγικής και της κοινοτικής εξουσίας έχει πολύ λιγότερο νόημα από εκείνη της παραγωγικής και της καταστροφικής (ή βίαιης) εξουσίας, που ρυθμίζεται είτε μέσω της κοινοτικής εξουσίας είτε μέσω των αντίστοιχων διαδικασιών αλλοτρίωσης. Και οι δύο αντιπροσωπεύουν «τις αυτοδυνάμεις ενός ατόμου» (Perlman and Perlman [ως M. Velli]: 31), ανεξάρτητα από το αν το άτομο τις ασκεί στο πλαίσιο μιας αυτοδιευθυνόμενης κοινότητας ή ως μέρος της λειτουργίας τους σε μια διαδικασία αλλοτρίωσης. Στη δυάδα παραγωγική-βίαιη μπορούμε τώρα να προσθέσουμε μια δεύτερη, ρυθμιστική διάσταση, που κυμαίνεται από την πλήρη εξουσία της κοινότητας έως την πλήρη αιχμαλωσία από φετιχοποιημένες κοινωνικές μορφές.
Αν και αυτή η αναλυτική διόρθωση μπορεί να ενισχύσει την εννοιολογική συνοχή της παρουσίασης του Πέρλμαν, η ίδια η δυαδική δομή είναι σαφώς περιορισμένη: τόσο ως προς το πεδίο εφαρμογής, καθώς αποτυγχάνει να λάβει υπόψη το φύλο, τη θρησκεία κλπ., όσο και ως προς τον υπερβολικό ορισμό, καθώς η ευκρίνειά της συσκοτίζει τις περιπλοκές μεταξύ των δυνάμεων και των θεσμών που περιγράφει. Παρ’ όλα αυτά, η παραπάνω συζήτηση καταδεικνύει ήδη τη δυνατότητα αντιμετώπισης της ιδεολογικής έκφρασης του Πέρλμαν ως ουσιαστικής βάσης για μια σαφώς αναρχική πολιτική κοινωνιολογία. Προωθώντας άμεσα την αντι-αντιπροσωπευτική πρακτική, η προσέγγισή του παρέχει στους αναρχικούς τα βασικά στοιχεία του δικού τους συνεπούς φακού μέσω του οποίου μπορούν να αναλύσουν τις θεσμικές συγκεντρώσεις εξουσίας και τα καθεστώτα κυριαρχίας που διασταυρώνονται μέσω αυτών. Έτσι, επιτελεί το διπλό έργο της εξήγησης της δυναμικής της εξουσίας και της παροχής της λογικής για μια πολιτική άμεσης δράσης. Το κρίσιμο είναι ότι ο Πέρλμαν δεν αποδίδει αναλυτική πρωτοκαθεδρία σε κανέναν από αυτούς τους θεσμούς και τα καθεστώτα, προσκαλώντας έτσι τη σύνθεση με νεότερες θεωρίες διατομεακής, αναπαραγωγικής και κρατικής εξουσίας (Pritchard 2021, Angulo 2019, Laursen 2021), καθώς και με αποαποικιακές και ολικά απελευθερωτικές ατζέντες (Black Seed 2021, Nocella et al. 2015). Το κατά πόσον μια τέτοια σύνθεση μπορεί πραγματικά να διαφωτίσει τους κοινωνικούς αγώνες παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα.
5. Συμπέρασμα
Το έργο του Φρέντυ Πέρλμαν παραμένει πλούσιο για μελέτη. Ενώ αναμένει εδώ και καιρό να αναγνωριστεί σαν καινοφανής αστέρας (nova) στον αναρχικό χώρο, το παρόν άρθρο έχει μόνο περιγράψει επιφανειακά την ογκώδη και ποικίλη παραγωγή του. Αυτή τη στιγμή, η Λορέιν Πέρλμαν προετοιμάζει για έκδοση τον δεύτερο, ημιτελή τόμο του The Strait. Απομένουν πολλά να γραφτούν για τη λογοτεχνική επεξεργασία της επαναστατικής πολιτικής και των σταθερών πεποιθήσεων που εκφράζει ο Πέρλμαν στα Letters of Insurgents [Επιστολές στασιαστών] · για τις μεταγενέστερες ενασχολήσεις του με τις οικοφεμινιστικές και αποαποικιακές κριτικές· για τη συγκρουσιακή σχέση του με την εβραϊκή κληρονομιά του και το Ολοκαύτωμα· και για την ταχέως μεταβαλλόμενη εικαστική του γλώσσα. Τα αρχεία του Πέρλμαν, στα οποία δεν είχα πρόσβαση, μπορεί να προσφέρουν νέες πληροφορίες για όλα αυτά.
Τα δημιουργικά ταλέντα του Πέρλμαν ήταν τόσο ποικίλα και η εκφραστική του πηγή τόσο ατομική, ώστε δεν βρήκε λόγο να εξειδικευτεί. Το ένα μετά το άλλο κατακτούσε έναν επιστημονικό κλάδο ή ένα είδος έκφρασης και προχωρούσε σε κάτι άλλο. Αν ζούσε περισσότερο, ίσως να είχε βρει τον δρόμο του πίσω σε μια πιο συστηματική παρουσίαση της κοινωνικής του θεωρίας, αν και δεδομένης της προσωπικής και διανοητικής μεταμόρφωσής του αυτό είναι αμφίβολο.
«Η ελπιδοφόρα ευφορία που ένιωσε ο Fredy το 1968 διαλύθηκε κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών και η διακαής επιθυμία του να συμμετάσχει σε μια συλλογική προσπάθεια για την κατάργηση των καταπιεστικών κοινωνικών θεσμών έμεινε ανεκπλήρωτη. Η αναζήτησή του για έναν κατάλληλο φορέα κοινωνικής αλλαγής ήταν επίσης ανεπιτυχής. Παρ’ όλα αυτά παρέμεινε προσηλωμένος στους στόχους αυτούς τόσο στην προσωπική του ζωή όσο και στα πνευματικά του έργα. Εξέτασε, με συμπάθεια και προσοχή, τις προσπάθειες μιας ποικιλίας αντιστεκόμενων [στο σύστημα]· και χρησιμοποίησε τις παρορμήσεις του για δεξιοτεχνία για να παράγει ελκυστικές εκδόσεις ελπίζοντας, μέσω αυτών, να επικοινωνήσει με... (σύμφωνα με τα λόγια της Σοφίας [του χαρακτήρα των Επιστολών των εξεγερμένων]) “τους οπαδούς του”» (Perlman 1989: 139).
Σήμερα, το παλαιότερο έργο του Πέρλμαν επικοινωνεί τη συνεχή ανησυχία του για την καθημερινή αναπαραγωγή των πολύπλοκων καθεστώτων κυριαρχίας, αλλά και τη συνεχή πίστη του στη δύναμη των μαζικών εξεγέρσεων να ανοίξουν τον δρόμο για την κοινότητα και την αλληλοβοήθεια. Και τα δύο είναι κρίσιμα θέματα, τα οποία θα πρέπει να παραμείνουν στο επίκεντρο της προσοχής μας καθώς η πλανητική κατάρρευση συνεχίζει να εκτυλίσσεται. Όσο κι αν έχουμε αργήσει να αποφύγουμε τις βιοσφαιρικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, της απώλειας οικοσυστημάτων και της τοξικής μόλυνσης, μπορούμε ακόμα να αγωνιστούμε για να αντιμετωπίσουμε αυτές τις επιπτώσεις μέσα σε ελεύθερες ανθρώπινες κοινωνίες, βασισμένες στην ισότητα και την αλληλεγγύη.
Βιβλιογραφία
Angulo, Silvia (2019), The Feminist Third Wave: Social Reproduction, Feminism as Class Struggle, and Contemporary Women’s Movements, Los Angeles: California State University.
Artnoose (2014), ‘Love & Letters of Insurgents’. Fifth Estate 392.
Arshinov, Peter (1974/1923), History of the Makhnovist Movement, Detroit: Black & Red.
Aubert, Danielle (2019), The Detroit Printing Co-op, Los Angeles: Inventory Press.
Black, Bob (1998), Anarchy After Leftism, San Francisco: CAL Press.
— (2004), ‘We Have Met the Enemy and They are Us’, Social Anarchism 36.
Black Seed (2021), Not on Any Map, Berkeley: Black Seed.
Blauvelt, Andrew (2016), ‘All Printing Is Political’, The Gradient (6 December).
Boldyrev, Ivan and Martin Kragh (2015), ‘Isaak Rubin: Historian of Economic Thought during the Stalinization of Social Sciences in Soviet Russia’, Journal of the History of Economic Thought 37, 3: 363-386.
Cafard, Max (1996), ‘The Dragons of Brno’, Fifth Estate 347.
Camatte, Jacques (1976), The Wandering of Humanity, Detroit: Black & Red.
Cohen, Mitchell (2009), Out In Front of a Dozen Dead Oceans, Brooklyn: Red Balloon.
Dauvé, Gilles (Jean Barrot) and François Martin (1974), Eclipse and Re-emergence of the Communist Movement, Detroit: Black & Red.
Debord, Guy (1970), Society of the Spectacle, Detroit: Black & Red.
el-Ojeili, Chamsy (2014), ‘Communism... is the affirmation of a new community’: Notes on Jacques Camatte, Capital & Class 38, 2: 345-364.
el-Ojeili, Chamsy and Dylan Taylor (2020), ‘“The Future in the Past”: Anarchoprimitivism and the Critique of Civilization Today’, Rethinking Marxism 32, 2: 168-186.
Ένγκελς, Φρίντριχ (2013), Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
Firth, Rhiannon and Andrew Robinson (2020), ‘Robotopias: mapping utopian perspectives on new industrial technology’, International Journal of Sociology and Social Policy 41, 3/4: 298-314.
Franks, Benjamin (2020), Anarchisms, Postanarchisms and Ethics, Rowman & Littlefield.
Franks, Benjamin, Nathan Jun and Leonard Williams (eds), (2018), Anarchism: a conceptual approach, London: Routledge.
Geras, Norman (1971), ‘Essence and appearance: aspects of fetishism in Marx’s Capital’, New Left Review 65, 1-2: 69-85.
Gordon, Daniel (2011), ‘Reaching Out to Immigrants in May ’68: Specific or Universal Appeals?’, in May 68: Rethinking France’s Last Revolution, Julian Jackson, Anna-Louise Milne & James S. Williams (eds), Palgrave Macmillan: 93-108.
Gordon, Uri (2018), ‘Prefigurative Politics Between Ethical Practice and Absent Promise’, Political Studies.
Gregoire, Roger and Fredy Perlman (1969), Worker-Student Action Committee s, Detroit: Black & Red.
Huba, Mark (2015), The Other Shore: On Politics and ‘Spirit’ in Fredy Perlman’s Against His-story, Against Leviathan, PhD, Monash University.
Ince, Anthony (2012), ‘In the Shell of the Old: Anarchist geographies of territorialisation’ Antipode 44, 5: 1645-1666.
Jarach, Lawrence (1999), ‘Anarchists, Don’t let the Left(overs) Ruin your Appetite’, Anarchy AJoDA 48.
Kinna, Ruth (2016), Kropotkin: Reviewing the Classical Anarchist Tradition, Edinburgh University Press.
Kropotkin, Peter (1903/1969), Modern Science and Anarchism, in Selected Works, London: Freedom Press.
Landstreicher, Wolfi (2002), ‘From Politics to Life: Ridding Anarchy of the Leftist Millstone’, Anarchy AJoDA 54.
Laursen, Eric (2021), ‘The Operating System: An Anarchist Theory of the Modern State’, Oakland: AK Press.
Lee, Unruh (2010), ‘Reading “Letters of Insurgents” 34 Years After its Publication’, Fifth Estate 383.
Lefebvre, Henri (2009a) (1940), Dialectical Materialism, Minneapolis: University of Minnesota Press.
— (2009b) (1966), ‘Theoretical Problems of Autogestion ’, in State, Space, World, Minneapolis: University of Minnesota Press: 138-152.
— (2014) (1947, 1962, 1981), Critique of Everyday Life, London: Verso.
Lenin, Vladimir (1917), ‘Letter to the Central Committee’, in Collected Works v. 26, Moscow: Progress Publishers
Λένιν, Β. Ι. (1981), «Γράμμα στην Κεντρική Επιτροπή», Άπαντα, τ. 34: 340-341, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
Malatesta, Errico (1899/2014), ‘An Anarchist Programme’, in The Method of Freedom, Davide Turcato (ed.), Oakland: AK Press.
Marx, Karl (1966), Capital vol. 3, Moscow: Progress Publishers.
Μαρξ, Καρλ (1978-β), Το Κεφάλαιο, τ. 3ος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
Mills, C. Wright (1942), ‘Locating the Enemy: The Nazi Behemoth Dissected (Review of Franz Neumann, Behemoth: The Structure and Practice of National Socialism)’, in Power, Politics and People: 170-178
— (1946/2009), From Max Weber: Essays in Sociology, London: Routledge.
Millett, Steve (2004), ‘Technology is Capital: Fifth Estate ’s critique of the Megamachine’, in Jonathan Purkis and James Bowen (eds), Changing Anarchism, Manchester University Press: 73-98.
Moore, John (1995/2016), ‘Prophets of the New World: Noam Chomsky, Murray Bookchin, & Fredy Perlman’, in Anarchist Speculations, Berkeley: Ardent Press: 343-366.
— (1998/2016), ‘Maximalist Anarchism/Anarchist Maximalism’, in Anarchist Speculations: 9-14.
Musto, Marcello (2015), ‘The “Young Marx” Myth in Interpretations of the Economic-Philosophic Manuscripts of 1844’, Critique 43, 2: 233-260.
Nocella, Anthony, Richard White and Erika Cudworth (eds.) (2015), Anarchism and Animal Liberation: Essays on complementary elements of total liberation, Jefferson, NC: McFarland.
P.R. (2020), The self-abolition of the proletariat as the end of the capitalist world, Quito: Proletarios Revolucionarios.
Perlman, Fredy (1969a), The Reproduction of Daily Life, Detroit: Black & Red.[Eλλ.: Η αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής, μτφρ. Νίκος Β. Αλεξίου, Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος 1980].
––– (1969b), The Incoherence of the Intellectual: C. Wright Mills’ Struggle to Unite Knowledge and Action, Detroit: Black & Red.
––– (1970), ‘Essay on Commodity Fetishism’, Telos 6: 244-273.
––– (1976), Letters of Insurgents, Detroit: Black & Red.
––– (1979), ‘Progress and Nuclear Power’, Fifth Estate 14, 2.
––– (1982), ‘Anti-Semitism and the Beirut Pogrom’, Fifth Estate 17, 3.
––– (1983), Against His-story, Against Leviathan!, [AHAL], Detroit: Black & Red.
––– (1984), ‘The Continuing Appeal of Nationalism’, Fifth Estate 19, 4.
––– (1988), The Strait, Detroit: Black & Red.
Perlman, Fredy and Lorraine Perlman (1968a), Black & Red 2: Chicago, 1968.
— (1968b), Black & Red 4: We Called a Strike and No One Came.
Perlman Fredy and Lorraine Perlman (as M. Velli) (1972/1974), Manual for Revolutionary Leaders, Detroit: Black & Red.
Perlman, Lorraine (1989), Having Little, Being Much: A Chronicle of Fredy Perlman’s Fifty Years, Detroit: Black & Red.
Poynton, Darren (2018), ‘Introduction’ to The Machine and its Discontents: A Fredy Perlman Anthology, London: Theory and Practice / Active Distribution.
Pritchard, Gareth (2021), ‘Modelling Power in Anarchist Perspective’, Anarchist Studies 28, 1: 9-32.
Proletarios Revolucionarios (2020), The self-abolition of the proletariat as the end of the capitalist world, Quito: P.R.
Rubin, Issak Illich (1971), Essays on Marx’s Theory of Value, Miloš Samardžija and Fredy Perlman (trans.), Detroit: Black & Red.
Scott, James (2017), Against the Grain, Yale University Press.
Tucker, Kevin (2017), ‘Introduction’ to Fredy Perlman, Anything Can Happen, Salem, MO: Black and Green.
Watson, David (1981), ‘Against the Megamachine’, Fifth Estate 306, (July)
— (1997), ‘Homage to Fredy Perlman’, in Against the Megamachine, Brooklyn: Autonomedia.
Wengrow, David and David Graeber (2015), ‘Farewell to the “childhood of man”: Ritual, seasonality, and the origins of inequality’, Journal of the Royal Anthropological Institute 21, 3: 597-619.
Zerzan, John (1974/1999), ‘Organized Labor versus “The Revolt Against Work”’, in Elements of Refusal, Columbia, MO: Paleo Editions: 185-198.
1 Το κείμενο υπέβαλε στις Θέσεις για δημοσίευση ο συγγραφέας του. Πρώτη δημοσίευση Anarchist Studies, 31.1 (2023) σ. 58-81 (ΣτΜ).
2 Εννοείται η ενσωμάτωση στο σύστημα του «φύσει» αυτόνομου υποκειμένου. Στην αναρχική προβληματική, η «εξημέρωση» αποτελεί έννοια που αναφέρεται στους τρόπους με τους οποίους οι ανθρώπινες κοινωνίες έχουν οργανωθεί για να ελέγχουν και να υποτάσσουν τόσο τη φύση όσο και τα άτομα. Η ιδέα της εξημέρωσης σε αυτό το πλαίσιο υπερβαίνει την παραδοσιακή έννοια της εξημέρωσης των ζώων ή των φυτών για ανθρώπινη χρήση, και επεκτείνεται για να συμπεριλάβει τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δομές που διαμορφώνουν τις ανθρώπινες σχέσεις όπως και τις σχέσεις των ανθρώπων με το περιβάλλον. Τα συστήματα κυριαρχίας και ελέγχου, έχουν οδηγήσει στην «εξημέρωση» των ανθρώπων περιορίζοντας την «φυσική» τους αυτονομία, δημιουργικότητα και ελευθερία. Επιβάλλοντας νόρμες, κανόνες και δομές εξουσίας, τα συστήματα αυτά υποβιβάζουν τα «φύσει» ελεύθερα άτομα σε παθητικά υποκείμενα που πρέπει να συμμορφώνονται με προκαθορισμένους ρόλους και προσδοκίες (ΣτΜ).
3 Η διατομεακότητα, μια έννοια που εισήχθη στα τέλη της δεκαετίας του 1980 από την Αμερικανίδα καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Columbia και του UCLA, Kimberlé Crenshaw, υπογραμμίζει τη διασυνδεδεμένη φύση των κοινωνικών κατηγοριοποιήσεων, όπως η φυλή, η τάξη, το φύλο, η σεξουαλικότητα και η ικανότητα, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο επικαλύπτονται και διασταυρώνονται για να δημιουργήσουν μοναδικές μορφές καταπίεσης και προνομίων. Ο διατομεακός αναρχισμός αναγνωρίζει ότι τα συστήματα καταπίεσης είναι αλληλένδετα και διασταυρώνονται με πολύπλοκους τρόπους, και ως εκ τούτου επιδιώκει να αντιμετωπίσει αυτές τις διασταυρούμενες μορφές καταπίεσης στην ανάλυση και τον ακτιβισμό του. Επίσης, μια διατομεακή προσέγγιση του αναρχισμού αναγνωρίζει και επιδιώκει να αντιμετωπίσει, πέρα από τις μορφές καταπίεσης και εξουσίας στην κοινωνία, και τα προνόμια και τις ανισορροπίες αρμοδιοτήτων και εξουσίας μέσα στα αναρχικά κινήματα (ΣτΜ).
4 Η μετά-τη-σπανιότητα (post-scarcity) κατάσταση αναφέρεται σε μια οικονομική συνθήκη κατά την οποία σχεδόν όλα τα αγαθά μπορούν να παράγονται σε αφθονία με ελάχιστη ανθρώπινη εργασία και μπορούν να διατίθενται στους πάντες σε πολύ χαμηλές τιμές ή και δωρεάν. Βλ. και το βιβλίο του Murray Bookchin, Post-Scarcity Anarchism, Ramparts Press, 1971 (ΣτΜ).
5 Ενάντια στην ιστορία (του)! Ενάντια στον Λεβιάθαν. His-story: Λογοπαίγνιο για την Ιστορία [History] και την ιστορία του ή το παραμύθι του [his story] (ΣτΜ).
6 Το συγκρότημα Censier του Πανεπιστημίου της Σορβόνης βρίσκεται στο Quartier Latin (ΣτΜ).
7 Κείμενα του I. I. Rubin έχουν δημοσιευθεί στα τεύχη 44, 46, 47, 123, 125, 126 και 127 των Θέσεων (ΣτΜ).
8 Στην ελληνική έκδοση του 3ου τόμου του Κεφαλαίου, το απόσπασμα στο οποίο αναφέρεται ο συγγραφέας έχει ως εξής: «Όπως στο κεφάλαιο και στον κεφαλαιοκράτη – που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά το προσωποποιημένο κεφάλαιο – τα προϊόντα μετατρέπονται σε μια αυτοτελή απέναντι στους παραγωγούς δύναμη, έτσι και στον γαιοκτήμονα προσωποποιείται η γη [...]» (Μαρξ 1978-β: 1012· ΣτΜ).
9 Αυτή είναι η τελευταία φορά που μπόρεσα να βρω τον Πέρλμαν να χρησιμοποιεί γενικά τα «man» και «men» [άνθρωποι αλλά και άνδρες]. Θα μπορούσαν να γραφτούν πολύ περισσότερα για την αυξανόμενη χρήση γυναικείων αντωνυμιών και γυναικών πρωταγωνιστών και για τη μετέπειτα ενασχόλησή του με τον οικολογικό φεμινισμό.
10 Η προεικονιστική πολιτική είναι εκείνη η πολιτική που προωθεί τη δημιουργία μέσα στην τρέχουσα κοινωνία του είδους των διαδικασιών λήψης αποφάσεων, των κοινωνικών σχέσεων και των δομών που οραματίζονται οι φορείς της για μια μελλοντική κοινωνία (ΣτΜ).
11 Οι Yippies, γνωστοί και ως Youth International Party (Διεθνές Κόμμα Νεολαίας), ήταν ένα «αντιπολιτισμικό» και πολιτικό κίνημα που εμφανίστηκε στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960. Οι Yippies ήταν γνωστοί για τις αντιεξουσιαστικές και αντικαθεστωτικές πεποιθήσεις τους, καθώς και για τη χρήση θεατρικών και συχνά χιουμοριστικών τακτικών για να διαμαρτυρηθούν κατά του καπιταλισμού, του πολέμου του Βιετνάμ και άλλων κοινωνικών ζητημάτων. Οι Yippies ιδρύθηκαν από ακτιβιστές όπως η Abbie Hoffman και ο Jerry Rubin, οι οποίοι προσπάθησαν να συνδυάσουν τον πολιτικό ακτιβισμό με το «αντιπολιτισμικό» πνεύμα της εποχής (ΣτΜ).
12 Επικό ποίημα του John Milton, 1608-1674· (ΣτΜ).
13 SDS: Students for a Democratic Society. Φοιτητικό ακτιβιστικό κίνημα που είχε εξέχουσα θέση στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960. Ιδρύθηκε το 1960 στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν στο Αν Άρμπορ και έπαιξε σημαντικό ρόλο στο αντιπολεμικό κίνημα της δεκαετίας του 1960 (ΣτΜ).
14 Αναφέρεται στο βιβλίο του F. Neumann, Behemoth: The Structure and Practice of National Socialism, London: Victor Gollancz 1942. Ο Βεεμώθ ( Behemoth) είναι βιβλικό πλάσμα που περιγράφεται στο βιβλίο του Ιώβ. Συχνά απεικονίζεται ως ένα μεγάλο και πανίσχυρο ζώο της ξηράς, που μερικές φορές συνδέεται με το χάος και τις αρχέγονες δυνάμεις (ΣτΜ).
15 Αυτό υποδηλώνει ότι ο τίτλος του Νόιμαν, και όχι μόνο ο τίτλος του Χομπς, αποτέλεσε έμπνευση για τη μεταγενέστερη επιλογή του «Λεβιάθαν» από τον Πέρλμαν. Η δήλωση του Mills αντηχεί σαφώς στις πρώτες σελίδες του AHAL! όπου ο Πέρλμαν, έντονα επηρεασμένος από τον Σολζενίτσιν, διαγράφει σκόπιμα τις διακρίσεις μεταξύ των σύγχρονων καταναλωτικών κοινωνιών, των νεολιθικών δουλοκτητικών κρατών και του σοβιετικού συστήματος των γκουλάγκ.
16 Πρόκειται για την περίοδο της ιαπωνικής ιστορίας επί βασιλείας του αυτοκράτορα Μέιτζι από το 1868 έως το 1912. Η εποχή αυτή σηματοδότησε μια σημαντική καμπή στην ιαπωνική ιστορία, καθώς τότε έλαβε χώρα η ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας και η κάλυψη του αναπτυξιακού χάσματος με τις μεγάλες δυνάμεις της Δύσης (ΣτΜ).
17 Σιντ Καισαρισμός και Γκράουτσο Μαρξισμός. Λογοπαίγνιο με αναφορά στους Αμερικανούς κωμικούς Sid Caesar (1922-2014) και Groucho Marx (1870-1977) (ΣτΜ).
18 Στην ελληνική έκδοση των Απάντων του Λένιν το απόσπασμα βρίσκεται στον τ. 34, σελ. 340-341, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981 (ΣτΜ).