Στρατηγική και Κόμμα
του Daniel Bensaid
Μετάφραση: Χρ. Βερναρδάκης και Δ. Κίτσιου


Α. Η βασική στρατηγική έννοια: Η Επαναστατική Κρίση

Η καθαρότερη εμφάνιση στο προσκήνιο των εννοιών της βασικής συζήτησης για τη στρατηγική ανάγεται στις μεγάλες πολεμικές που διέσχισαν την Δεύτερη Διεθνή στις αρχές του αιώνα.

Από το τέλος του 19ου αιώνα έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο βρισκόμαστε μπροστά σε μια ραγδαία καπιταλιστική επέκταση, όπως εκφράζεται στην ανάπτυξη της ναυπηγικής βιομηχανίας και των βαριών βιομηχανιών1. Στη Γερμανία κυρίως, η επέκταση αυτή μεταφράζεται στην ανάπτυξη της εργατικής τάξης και των οργανώσεων της. Αναπτύσσεται ο μαζικός συνδικαλισμός. Η σοσιαλδημοκρατία ανεβαίνει εκλογικά και έχει στη διάθεση της δεκάδες καθημερινές εφημερίδες όπως επίσης και ένα ισχυρό συνεταιριστικό και πολιτιστικό δίκτυο. Με δυο λόγια τείνει να αποτελέσει αυτό που αποκαλέστηκε πραγματική αντικοινωνία.

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκε μια συζήτηση, χαρακτηριστική κατά μια έννοια μιας περιόδου σχετικής ευημερίας και αύξησης της εργατικής τάξης. Προτού παρουσιάσουμε τους βασικούς πρωταγωνιστές, ας κρατήσουμε υπόψη ότι πρόκειται για μια συζήτηση προσανατολισμού στα πλαίσια μιας σοσιαλδημοκρατίας ενωμένης, η οποία φαντάζει ως το «μεγάλο κόμμα» της εργατικής τάξης, η οργανική και αξεπέραστη έκφραση της.

1. «Ενας σοσιαλισμός εκτός χρόνου»

Πάνω στη βάση αυτής της φάσης καπιταλιστικής επέκτασης και ανάπτυξης των εργατικών οργανώσεων εμφανίσθηκε ένα ρεύμα που πέρασε στην ιστορία με το όνομα «ρεβιζιονισμός». Το ρεύμα αυτό ανέπτυξε μια σειρά από βασικές ιδέες κλειδιά:

- Την ιδέα κατ' αρχήν μιας αναπότρεπτης και συνεχούς επέκτασης του εργατικού κινήματος: επέκταση οργανωτική, εκλογική, πολιτιστική. Αυτή η οπτική μιας ιστορικής πορείας διαρκούς προχωρήματος αναπτύσσεται στο έδαφος μιας ιδεολογίας της προόδου, της εξέλιξης της ανθρωπότητας, του οριστικού θριάμβου της επιστήμης και του λόγου. Εδράζεται πάνω σ£ μια επιστημονίστικη και βαθιά ντετερμινιστική ερμηνεία του μαρξισμού2.

- Το Κράτος θεωρείται βασικά (μέσα κυρίως στην παράδοση της γερμανικής σκέψης η οποία καλλιεργήθηκε επί μακρόν στο έδαφος της καθυστέρησης και του κατακερματισμού της πολιτικής δομής σε σχέση με τα υπόλοιπα σύγχρονα Κράτη) ως η έκφραση της εθνικής συνείδησης και κουλτούρας. Δεν πρόκειται σύμφωνα μ' αυτή την άποψη για ένα καταπιεστικό μηχανισμό που πρέπει να αποδιαρθρωθεί, αλλά για μια πολιτιστική κατάκτηση που πρέπει να εκδημοκρατιστεί, να καταληφθεί δηλαδή με στόχο να χρησιμοποιηθούν καλύτερα οι πολιτικές της λειτουργίες.

- Η οικονομία πρέπει να εξακολουθήσει από τη μεριά της να εξελίσσεται σύμφωνα με τους δικούς της νόμους. Βρίσκουμε ήδη στον Μπερνστάϊν τα χαρακτηριστικά του «φιλελεύθερου σοσιαλιστή», χαρακτηριστικά που επανήλθαν στην επιφάνεια από τον Ροκάρ: «Δεν υπάρχει καμιά φιλελεύθερη ιδέα που να μην ανήκει ταυτόχρονα στις σοσιαλιστικές ιδέες...»· «και ο πιο ελάχιστος νόμος περικλείει περισσότερο σοσιαλισμό από κάθε εθνικοποίηση...»· «εκεί όπου το Κράτος είναι λιγότερο αποδοτικό, πρέπει να δώσουμε τη προτεραιότητα στο ιδιωτικό...».

- Μέσα σε μια τέτοια οπτική η ίδια η έννοια της στρατηγικής δεν έχει θέση. Δεν υπάρχει κανένας στόχος που να πρέπει να επιτευχθεί και καμιά πρωτοβουλία που να πρέπει να παρθεί στο βαθμό που η εξελικτική κίνηση είναι το παν. Ανακαλύπτουμε ήδη εδώ την «ήρεμη δύναμη» που προχωρά με το αυτοκρατορικό της βήμα στον βασιλικό δρόμο της ιστορίας. Πρόκειται σύμφωνα με την έκφραση του Α. Tasca, για ένα «σοσιαλισμό εκτός χρόνου», χωρίς χρονικά όρια, χωρίς στόχους, χωρίς συνεχείς ρήξεις μήτε αλλαγές ρυθμού.

Η διαμόρφωση μιας στρατηγικής είναι λοιπόν το ακριβώς αντίθετο μιας ομοιόμορφης, ομοιογενούς και ευθύγραμμης πορείας. Συγκροτείται μέσα σε αντιπαραθέσεις, απότομες αλλαγές, μέσα σε στιγμές που χρειάζεται να κατανοηθούν.

Η ρεφορμιστική αυτή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας θα ξαναβρεθεί κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στο «κέντρο» του κόμματος, πλάι στον Κάουτσκυ και μέσα στο ρεύμα από το οποίο θα προκύψει το Σοσιαλιστικό Ανεξάρτητο Κόμμα (USPD). Κάτι τέτοιο είναι λογικό. Στην οπτική αυτής της πτέρυγας ο πόλεμος είναι μία δυσάρεστη παρένθεση στο νικηφόρο δρόμο της προόδου, που πρέπει να κλείσει το συντομότερο δυνατόν. Εξ ου και ο πασιφισμός: πρέπει να σταματήσει αυτή η σπατάλη ενέργειας· πρέπει να σταματήσει ο πόλεμος το συντομότερο για να ξαναπάρουν τα πράγματα τον δρόμο τους. Ο πασιφισμός αυτός δεν έχει τίποτα κοινό με τον διεθνιστικό προσανατολισμό της σκέψης του Λένιν, που οδηγεί όχι στον πασιφισμό αλλά στον επαναστατικό ντεφετισμό. Για τον Λένιν το ζήτημα δεν είναι - η διαφορά είναι πολύ σημαντική - να κλείσει μια παρένθεση για να ξαναγυρίσουμε σε μια υποτίθεται «φυσιολογική» ταξική πάλη. Ο πόλεμος είναι μέρος συνολικά της πάλης των τάξεων και το να ξέρουμε να χρησιμοποιήσουμε το ίδιο το γεγονός του πολέμου σαν εφαλτήριο, μπορεί να ανοίξει το δρόμο σε μια επαναστατική κατάσταση. Από εδώ ακριβώς πηγάζει η ιδέα του να μετατραπεί ο πόλεμος σε επαναστατικό εμφύλιο πόλεμο. Έχουμε ήδη εδώ δύο διαφορετικές απόψεις για τον κόσμο, για την ιστορία, για την πολιτική πάλη και κατά συνέπεια για το κόμμα.

2. «Η ορθοδοξία» ή ο «παθητικός ριζοσπαστισμός»

Μέσα στη συζήτηση αυτή στις αρχές του αιώνα ο Κάουτσκυ εμφανίζεται ως εκπρόσωπος της ορθοδοξίας.

Ας θυμηθούμε πώς ο Κάουτσκυ εκείνης της εποχής αποτελεί για τον Λένιν μια προσωπικότητα τεράστιου κύρους. Προσοχή, όχι από απροσεξία ή πολιτική μυωπία κάτι που συχνά λέγεται για να αποφευχθεί ένα ενοχλητικό ζήτημα. Ή τουλάχιστον όχι μόνο. Ο Λένιν είναι ένας κατεξοχήν άνθρωπος της προσεκτικής ανάγνωσης (μερικοί θα έλεγαν σήμερα σε «ακραία μορφή»), ένας αδυσώπητος κυνηγός των πολιτικών λάπσους. Παρ' όλα αυτά όμως υπάρχουν στον Κάουτσκυ υπερβολές που δεν «βλέπει», ακόμα και στα κείμενα για τα οποία του πλέκει το εγκώμιο όπως το περίφημο «Δρόμος της εξουσίας». Δεν πρόκειται για λάθος. Ο Λένιν διάβασε αυτά τα κείμενα. Και συμφωνούσε μ' αυτά.

Μέσα στο περίφημο αυτό βιβλίο του 1909 που χαιρετίστηκε σαν κλασικό από τον Λένιν, ο Κάουτσκυ αναπτύσσει μια άποψη που είναι κυρίαρχη στο σοσιαλιστικό κίνημα της εποχής: «Το σοσιαλιστικό κόμμα είναι ένα επαναστατικό κόμμα. Δεν είναι ένα κόμμα που κάνει επαναστάσεις. Γνωρίζουμε ότι ο στόχος μας δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο από μια επανάσταση, ξέρουμε όμως επίσης ότι δεν εξαρτάται από μας να κάνουμε την επανάσταση. Ούτε από τους αντιπάλους μας να την εμποδίσουν. Δεν προτιθέμεθα λοιπόν καθόλου να προκαλέσουμε ή να προετοιμάσουμε μια επανάσταση. Και όπως δεν μπορούμε να κάνουμε μόνο με την θέληση μας την επανάσταση, έτσι δεν μπορούμε να ορίσουμε επίσης πότε και κάτω από ποια μορφή θα πραγματοποιηθεί».

Ο Κάουτσκυ λέει εδώ κάτι που είναι σωστό: η ταξική πάλη έχει τη δική της λογική και οι αγώνες μπορεί να εκραγούν με απρόβλεπτους τρόπους που δεν μπορούν να προκαθορισθούν.

Είναι μια αλήθεια αγαπητή σ' όλους τους μεταρρυθμιστές γραφειοκράτες. Ο Κάουτσκυ όμως προσθέτει και κάτι άλλο, ακόμα πιο αγαπητό στους ίδιους, χθεσινούς και σημερινούς, γραφειοκράτες: ότι η επανάσταση είναι ένα είδος αντικειμενικού φαινομένου: «έρχεται», «φεύγει»... Όχι μόνο δεν μπορούμε να προκαλέσουμε τις επαναστάσεις, αλλά δεν μπορούμε και να τις «κάνουμε». Δεν έχουμε λοιπόν τίποτα να κάνουμε ώστε να τις «προετοιμάσουμε».

Οι συνέπειες μιας τέτοιας προσέγγισης είναι πολλαπλές (πέρα βέβαια από το ότι, αντίθετα απ' ό,τι πιστεύει η ίδια, δεν είναι παρά το θεωρητικό ένδυμα προφανών πολιτικών επιλογών):

α) Πάνω στο ζήτημα του Κράτους. Για τον Κάουτσκυ, η επανάσταση περιορίζεται σε «μια μετατόπιση δυνάμεων μέσα στο Κράτος». Δεν είναι παρά «η κατάκτηση των δημοσίων εξουσιών». Η δικτατορία του προλεταριάτου (που δεν μπορούσε βεβαίως να εξαφανισθεί εντέχνως όσο βάρυνε η άμεση επιρροή του Μαρξ) ανάγεται σε μια «κυρίαρχη θέση μέσα στο Κράτος» και στην «έκφραση της πολιτικής ηγεμονίας του προλεταριάτου». Η κατάκτηση της εξουσίας, στο τέλος του δρόμου, δεν είναι λοιπόν τίποτ' άλλο παρά η επένδυση του Κράτους και των ήδη υπαρχόντων θεσμών. Η ιδέα της καταστροφής του Κράτους είναι όχι μόνο απούσα αλλά και αδιανόητη σε μια τέτοια προβληματική. Και ας σημειώσουμε ότι ο Λένιν διάβασε και συμφώνησε μ' αυτήν την άποψη.

β) Αντίθετα με τον Μπερνστάϊν, ο Κάουτσκυ είναι ένας απ' αυτούς που εισάγουν τις επεξεργασίες της στρατιωτικής σκέψης μέσα στο εργατικό κίνημα. Αυτό το κάνει ξεκινώντας από τη διάκριση ανάμεσα στον πόλεμο φθοράς και στον πόλεμο εκμηδενισμού. Για τον Κάουτσκυ, χρειάζεται να φθείρουμε τον αντίπαλο, να κερδίσουμε θέσεις, να τον αποδυναμώσουμε και να θέσουμε τον εαυτό μας σε θέση νόμιμης άμυνας.

Μιλά λοιπόν για στρατηγική με την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα είμαστε εμείς αυτοί που θα ανοίξουμε τη μάχη.

Το πρακτικό τεστ γι' αυτή την άποψη είναι το ζήτημα της γενικής απεργίας που τίθεται μετά τις γενικές απεργίες του 19011902 στο Βέλγιο για το γενικό εκλογικό δικαίωμα, και κυρίως, μετά τις μαζικές απεργίες του 1905 στη Ρωσία. Η έκρηξη μη οργανωμένων 3*αι ελεγχόμενων μαζικών εργατικών απεργιών σ' ένα άλλο τερραίν απ' αυτό της κοινοβουλευτικής πάλης καθιστά δυνατή τη σκέψη ενός επαναστατικού εξωκοινοβουλευτικού δρόμου. Μαζί με τις απεργίες εμφανίζονται οι ιδέες της κρίσης, της μεταμόρφωσης των μαζών, της ορμητικής επιτάχυνσης της ιστορίας. Η εργατική τάξη αρχίζει να κινείται και βγαίνουμε πια από μια θεωρητική μελέτη της επανάστασης. Η μαζική πάλη προκαλεί τις δικές της μορφές οργάνωσης που κουβαλάνε οι ίδιες ένα στοιχείο απάντησης στο ζήτημα της πάλης για την εξουσία.

Οι μαζικές απεργίες της αρχής του αιώνα θέτουν τη συζήτηση της στρατηγικής στην ημερήσια διάταξη, όπως ακριβώς ο Μάης του '68, ο ιταλικός Μάης, οι απεργίες ενάντια στη δίκη Burgos στην Ισπανία θα την ξαναθέσουν στην ημερήσια διάταξη στις αρχές της δεκαετίας του '70. Τι μπορούμε λοιπόν να διαβλέψουμε μέσα από την έκρηξη του 1905;

Είναι η Ρόζα Λούξεμπουργκ που καταλαβαίνει ίσως καλύτερα και γρηγορότερα πως υπάρχει εκεί η έκφραση μιας συσσωρευμένης κοινωνικής ενέργειας που θα μπορούσε να ανατρέψει την ρουτίνα και τη συντηρητική αδράνεια του σοσιαλδημοκρατικού μηχανισμού.

Ο ίδιος ο Κάουτσκυ, σε αντίθεση με την συνδικαλιστική ηγεσία, παίρνει σ' αυτή την υπόθεση μια θέση ενδιάμεση. Στις συζητήσεις πάνω στο ζήτημα ψηφίζει υπέρ του να περιληφθεί η γενική απεργία μέσα στο πλαίσιο των δυνατών μεθόδων πάλης του κόμματος. Εισάγει όμως ταυτόχρονα μια διάκριση ανάμεσα στη γενική απεργία που οργανώνεται μέσα σε μια κατάσταση «καταστολής» και σ' αυτή που παίρνει χαρακτήρα «επίδειξης δυνάμεων».

Στις χώρες οι οποίες στερούνται δημοκρατικών ελευθεριών όπως η Ρωσία, η γενική απεργία θα μπορούσε να πάρει επιθετική μορφή, κατασταλτική, για να αποσπάσει ακριβώς αυτές τις κατακτήσεις. Στις χώρες αντίθετα όπου υπάρχουν δημοκρατικές κοινοβουλευτικές ελευθερίες και ένας δυνατός ισχυρός στρατός, η γενική απεργία θα ήταν απλώς μια ύστατη αμυντική κίνηση, «επίδειξη δύναμης», για να υπεραμυνθούν οι δημοκρατικές κατακτήσεις ενάντια σε κάθε δυναμική προσπάθεια εκ μέρους των αστικών μερίδων, αποφασισμένων να μην παίξουν πια το παιχνίδι των θεσμών που θα τις οδηγούσε αναπόφευκτα στο να υπομείνουν τον εκλογικό νόμο των αριθμών, στο μέτρο και στο βαθμό που η προλεταριακή πλειοψηφία (ήδη στη Γερμανία τότε μια κοινωνική πραγματικότητα) συνειδητοποιούσε τα πραγματικά της συμφέροντα.

Η ιδέα προφανώς είναι ότι το προλεταριάτο κερδίζει στο παιχνίδι της δημοκρατίας με όλες τις κινήσεις. Αν η αστική τάξη θελήσει να αλλάξει τους κανόνες, τότε η γενική απεργία μπορεί να παρέμβει ως η νόμιμη άμυνα. Διότι ο Κάουτσκυ ενδιαφέρεται και για κάτι άλλο: δεν σκοπεύει να παίξει το χαρτί της γενικής απεργίας διότι αυτή θέτει σε κίνηση τις πιο βαθιές, τις πιο στοιχειώδεις και τις λιγότερο οργανωμένες δυνάμεις της εργατικής τάξης. Ο Κάουτσκυ σκέφτεται πώς είναι επικίνδυνο να παίζεις με τα ένστικτα και τους σφυγμούς της εργατικής τάξης. Γι αυτόν ο πολιτισμός είναι συνώνυμο του λόγου. Και ο λόγος της τάξης είναι το κόμμα. Οτιδήποτε δεν είναι οργανωμένο και διαπαιδαγωγημένο είναι πρωτόγονο. Το κόμμα πριν απ' όλα είναι ένας μεγάλος παιδαγωγός.

Βρισκόμαστε εδώ μπροστά σε μια θέση αρκετά συστηματική και συνεκτική: η επανάσταση δεν κατασκευάζεται ούτε προετοιμάζεται, έρχεται...· εδράζεται πριν απ' όλα στην κατάκτηση των δημοσίων εξουσιών...· η στρατηγική της είναι μια στρατηγική φθοράς του αντιπάλου μέσα στην οποία η γενική απεργία μπορεί να παρεμβληθεί σαν τελευταίο καταφύγιο. Ο «δρόμος της εξουσίας» είναι ένας ήπιος δρόμος με αίσθηση της ιστορίας, της οποίας οι όροι είναι εξασφαλισμένοι.

Με τον όρο ότι δεν θα παρασυρθούμε σε επικίνδυνες προκλήσεις, δεν θα απελευθερώσουμε τα πρωτογενή ένστικτα των μαζών, δεν θα εμπλακούμε ούτε θα παγιδευτούμε σε παιδαριώδη λάθη, τη στιγμή βέβαια που θα αφήσουμε ελεύθερη την πορεία των πραγμάτων, η νίκη εγγράφεται στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας.

Το παράδοξο συμπέρασμα που δίνει στον Κάουτσκυ τη φαινομενική του ορθοδοξία είναι το εξής: ούτε να προκαλέσουμε ούτε να συνεργαστούμε. Διότι ο Κάουτσκυ πήρε θέση ενάντια στην κυβερνητική συμμετοχή του Millerand στη Γαλλία. Εκεί ακόμη η λογική είναι με το μέρος του. Επειδή η νίκη είναι αναπόφευκτη, σαν αποτέλεσμα της εκλογικής έκφρασης της αύξησης του προλεταριάτου, θα έρθει στην ώρα της: δεν υπάρχει κανένας λόγος να συμβιβαστούμε μέσα στα αστικά κυβερνητικά συμβούλια. Την μέρα που το προλεταριάτο θα γίνει πλειοψηφία θα είναι μόνο του, χωρίς συμβιβασμούς και συμμαχίες.

Αυτή ακριβώς είναι η λογική που συμφιλιώνει ένα συνεκτικό ρεφορμισμό με μια τυπική ορθοδοξία.

3. Το πρόπλασμα μιας απάντησης στην Ρόζα Λούξεμπουργκ και στον Πάνεκουκ.

Μπορούμε να πούμε ότι η Ρόζα, ήδη από την πολεμική της με τον Μπερνστάϊν το 19011902 στο «Μεταρρύθμιση και Επανάσταση», κατάλαβε πολύ νωρίς αυτό που βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων.

Βλέπει καλά ότι η σοσιαλδημοκρατία κερδίζει έδαφος και συσσωρεύει εν μέρει κάποιες κατακτήσεις αλλά και ότι περικλείει ταυτόχρονα μια συμπαγή γραφειοκρατία. Παρ' ό,τι δεν το διατυπώνει ακόμα μ' αυτή τη μορφή θα είναι αναμφίβολα η καλύτερα προετοιμασμένη για να κατανοήσει τη συνθηκολόγηση του Αυγούστου 1914 και να την απαντήσει μέσα στη μπροσούρα της για την κρίση της σοσιαλδημοκρατίας.

Στο κατώφλι του αιώνα, διαισθάνεται ότι η κομματική πειθαρχία δεν είναι μόνο η έκφραση των προλεταριακών αρετών και της αλληλεγγύης των εργαζομένων, αλλά επίσης η αντανάκλαση της στρατιωτικής πειθαρχίας και της διοίκησης μέσα σ' ένα αναπτυγμένο Κράτος.

Να γιατί σύμφωνα μ' αυτήν, μακριά από το να εκφράζει κίνδυνο, η αγωνιστική είσοδος νέων κομματιών της τάξης είναι πριν απ' όλα μια πηγή αναβάπτισης. Όπως λέει και η ίδια «το 1905 ανοίγει μια νέα εποχή στην ιστορία του εργατικού κινήματος». Βλέπει σ' αυτό μια τομή, την εκδήλωση ενός ποιοτικούς νέου στοιχείου, «την εκδήλωση της προλεταριακής πάλης μέσα στην επανάσταση». Η γενική απεργία δεν αναδεικνύει μόνο την νόμιμη άμυνα: είναι η ίδια η εισβολή που καθιστά δυνατόν το να σκεφθούμε πάνω στην επαναστατική στρατηγική.

Ας θυμηθούμε ότι μέσα στη συζήτηση αυτή για τη γενική απεργία ο Λένιν βρισκόταν ακόμα στο πλευρό του Κάουτσκυ και εναντίον της Ρόζας όσον αφορά στην περίπτωση της Γερμανίας. Υπάρχει λογική σχέση ανάμεσα σ' αυτή τη θέση και στην επιδοκιμασία στις απόψεις των «Δρόμων της εξουσίας», που δείχνει τα όρια των δικών του αντιλήψεων στην προηγουμένη του πολέμου. Ο Λένιν συμμερίζεται ουσιαστικά την αγαπητή στον Κάουτσκυ διάκριση μεταξύ Δύσης και Ανατολής, και κατά συνέπεια τη διάκριση μεταξύ των «ρωσικών» γενικών απεργιών και την λειτουργία της «δυτικής» γενικής απεργίας.

Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος για τον οποίο θα βρεθεί ανέτοιμος μπροστά στη χρεοκοπία της 4ης Αυγούστου 1914, γεγονός που θα είναι ουσιαστικά το σημείο αφετηρίας μιας επανατοποθέτησης των απόψεων του, θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε3.

Η Ρόζα προσπαθεί λοιπόν μέσα από τη συζήτηση για τη γενική απεργία να αναδείξει τους όρους μιας καταρχήν απάντησης στο στρατηγικό πρόβλημα: με ποιους όρους το προλεταριάτο μπορεί να συντρίψει το μηχανισμό της καταστολής και της αλλοτρίωσης που το εγκλωβίζει; Τι επιπλέον του λείπει;

Καταλαβαίνει καλά ότι υπάρχει μια απελευθέρωση ενέργειας των μαζών που επιτρέπει βίαιες μεταβολές των συσχετισμών δυνάμεων, και η οποία θέτει το πρόβλημα μ<: καινούργιους όρους. Παρ' όλα αυτά δεν συνελάμβανε αυτή τη μαζική πάλη σε σχέση με την αποδιάρθρωση του αστικού Κράτους. Δεν είναι εκεί που εντοπίζει την διαφωνία της με τον Κάουτσκυ. Στις συνθήκες εκείνες δεν συνδέει περισσότερο τη γενική απεργία με την ιδέα του δυαδισμού της εξουσίας.

Αυτός που πραγματικά αποτελεί σκάνδαλο στη γενική συμφωνία που υπάρχει στα 1912, είναι ο Πάνεκουκ, ο οποίος υποστηρίζει στο ζήτημα του Κράτους ότι δεν πρόκειται για την κατάκτηση των δημοσίων εξουσιών, του υπουργείου Παιδείας ή των Συγκοινωνιών αλλά για την καταστροφή του.

Είναι μια άποψη η οποία σήμερα δεν προκαλεί αίσθηση. Αλλά στα 1912 κάτι τέτοιο δεν είναι προφανές, κι ακόμη περισσότερο όταν μιλάμε για τη χώρα του Μπίσμαρκ και του Λασσάλ. του Φίχτε και του Χέγκελ... Δεν είναι τυχαίο ίσως που είναι ένας Ολλανδός που μπόρεσε να ξαναδιασχίσει τον Μαρξ σ' αυτό το σημείο. Για τον Κάουτσκυ αντίθετα πρόκειται για ένα τρομερό σκάνδαλο, ένα είδος πρωτόγονου αναρχισμού. ακόμη κι αν ο Πάνεκουκ υποστήριζε ότι δεν ανακάλυψε ο ίδιος τη θέση αυτή. αλλά, αντίθετα, φιγουράριζε μέσα στο Μαρξ.

4. Επανάσταση μέσα στην Επανάσταση

Στην πορεία αυτής της συζήτηση; ο Λένιν θα κατανοήσει και θα απελευθερώσει μια σκέψη που παραμένει για μας μεγάλης σημασίας, θα οδηγηθεί στη θέση της καταστροφής του αστικού κράτους.

Αλλά είναι αδύνατον να καταστρέψουμε αυτό το Κράτος όποτε το θελήσουμε χρονικά και ανεξαρτήτως των συνθηκών που επικρατούν. Το να ικανοποιούμαστε απ' αυτή τη διαχρονική επιταγή, θα ήταν απλώς σαν να βάζαμε τις βάσεις ενός βολονταριστικού αριστερισμού: αν το ζήτημα της εξουσίας ετίθετο διαρκώς στην ημερήσια διάταξη, δεν θα εξαρτιόταν παρά από την πολιτική βούληση του κόμματος να περάσει από την κοινοβουλευτική ή την συνδικαλιστική συγκέντρωση δυνάμεων στη στρατιωτική συγκέντρωση. Δηλαδή από μια εκλογική σταδιακή αύξηση σε μια στρατιωτική, θα αρκούσε κατά κάποιο τρόπο να κηρυχθεί ο πόλεμος στο Κράτος.

Όλα αυτά μπορεί να μοιάζουν στοιχειώδη και πολύ λογικά. Τα παραδείγματα ωστόσο δεν λείπουν, παραδείγματα που δείχνουν ότι το στοιχειώδες αυτό ξεχάστηκε σ' ένα πιο μακρινό ή πρόσφατο παρελθόν τόσο στη Λατινική Αμερική όσο και στην Ευρώπη.

Το Επαναστατικό Κόμμα των εργαζομένων στην Αργεντινή έτσι, που υπήρξε μέρος της 4ης Διεθνούς μετά το IV Παγκόσμιο Συνέδριο του 1969, κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στο αργεντίνικο Κράτος. Υπήρχαν στην ηγεσία του έμπειροι επαναστάτες μαρξιστές αγωνιστές, αλλά και πολλοί σύντροφοι της βάσης, που είχαν ζήσει τον Μάη του '68 στη Γαλλία και τις συζητήσεις για την ίδρυση της Κομμουνιστικής Λίγκας το 1969 όπου η έννοια της επαναστατικής κρίσης συζητήθηκε και πλατειά και σε βάθος. Ωστόσο όμως χάθηκε από την οπτική τους. θα εξηγήσουμε παρακάτω σύμφωνα με ποια λογική συνέβη αυτό, κρατώντας υπόψη βέβαια ότι επρόκειτο για επαναστάτες αγωνιστές που έφτασαν μέχρι το τέλος του σχεδίου τους με συνέπειες πολλαπλές. Ανεξάρτητα από τα λάθη, αυτό αξίζει όλο το σεβασμό μας.

Ο ίδιος ο Λένιν αντιλαμβανόταν αυτό τον κίνδυνο γλιστρήματος από τον κοινοβουλευτισμό στον αριστερισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πάνεκουκ θα αναδειχθεί στα πρώτα χρόνια της Κομμουνιστικής Διεθνούς σαν ένας από τους θεωρητικούς του κομμουνισμού των συμβουλίων. θα εξηγήσει τότε, μέσα σε μια τυπικά εξελικτικιστική οπτική, ότι η εργατική τάξη πέρασε από την παιδική ηλικία στην εφηβεία, και από αυτήν στην ωριμότητα. Σε κάθε περίοδο ανταποκρίνεται μια ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης: τα κόμματα της 1ης Διεθνούς για τα χρόνια του σχηματισμού της· τα συνδικάτα για τα χρόνια της εφηβείας, όπου σφυρηλατείται η μαζική της εμπειρία· με την ωριμότητα της σήμανε η ώρα των συμβουλίων, όργανα των οποίων η λειτουργία είναι ταυτόχρονα οικονομική και πολιτική, όργανα που εκφράζουν αφενός μια νέα σύνθεση και αφετέρου το ξεπέρασμα των παλιών συνδικάτων και κομμάτων. Κι αυτό ανεξάρτητα από τους κύκλους της πάλης των τάξεων, θα ξαναβρούμε την προβληματική αυτή στην άκρα Αριστερά της δεκαετίας του '70.

Ο Λένιν λοιπόν είναι που διατυπώνει με τη μεγαλύτερη ακρίβεια αυτή την έννοια κλειδί για μια στρατηγική, την έννοια της «επαναστατικής κρίσης». Υπάρχουν ειδικές και σχετικά έκτακτες περιστάσεις όπου το Κράτος γίνεται τρωτό και είναι δυνατόν να αποδιαρθρωθεί. Όχι οποτεδήποτε. Το να σκεφθούμε με όρους κρίσης σημαίνει να ξέρουμε ότι υπάρχει ένας ρυθμός μέσα στην πάλη των τάξεων, υπάρχουν ρήξεις και ασυνέχειες, θα ξαναβρούμε αυτή την ιδέα και τη σημασία της στην αντίληψη για το κόμμα και τον ρόλο του. Η Ρόζα σε τελική ανάλυση, κατανοεί τις δυναμικές της γενικής απεργίας, αλλά χωρίς να τις εντάσσει σε μια συνολική προοπτική πάλης για την αποδιάρθρωση του Κράτους, την εμφάνιση μιας κατάστασης διπλής εξουσίας και την εγκαθίδρυση μιας επαναστατικής εξουσίας. Η δικιά της άποψη από το πώς πρέπει να διεξαχθούν ή όχι οι πολιτικές μάχες μέχρι το οργανωτικό πρόβλημα στα πλαίσια της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας είναι συνδεδεμένη προφανώς μ1 αυτή την προσέγγιση.

Η εξέλιξη των αντιλήψεων του Λένιν, κάτω από το σοκ του Αυγούστου 1914, έκανε ένα ποιοτικό βήμα με την έννοια ότι οι απόψεις αυτές συστηματικοποιήθηκαν με μεγαλύτερη συνοχή. Μέσα σε δύο χρόνια πολλοί άξονες προβληματισμού συγκλίνουν στα έργα του:

1) Μια συνειδητοποίηση της Χρεωκοπίας της II Διεθνούς και μια ερμηνεία των αίτιων της (εργατική αριστοκρατία, γραφειοκρατικοποίηση),

2) μια ανάλυση πάνω στον ιμπεριαλισμό (Ο Ιμπεριαλισμός το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού),

3) Κυρίως όμως μια στροφή πάνω στο ζήτημα του Κράτους, στροφή που σημαδεύει μια βαθιά τομή με την καουτσκιστική προβληματική των «Δρόμων της Εξουσίας». Δεν υπάρχει για το θέμα αυτό τίποτα πιο ψεύτικο από τη μυθοποιητική περιγραφή της ταινίας «Οκτώβρης» μέσα στην οποία βλέπουμε ένα πυρετώδη Λένιν κατά την εξορία του στη Φιλανδία μετά τις μέρες του Ιούλη '17 να συντάσσει τα χειρόγραφα του «Κράτος και Επανάσταση» σαν να επρόκειτο για ξαφνική επιφοίτηση. Αυτό το κλασικό κείμενο γεννήθηκε μέσα από μια συστηματική επανάγνωση του Μαρξ πάνω στο ζήτημα και δεν έχει τίποτα κοινό μ' ένα πρόχειρο αυτοσχεδιασμό. Πρόκειται για την έκβαση μιας συζήτησης δύο χρόνων, μέσα στην οποία ο Λένιν υπεραμυνόταν αρχικά τις θέσεις του Κάουτσκυ εναντίον του Μπουχάριν. Δουλεύοντας όμως για να αναιρέσει τον αριστερισμό του Μπουχάριν πάνω στο Κράτος, αλλάζει ο ίδιος ριζοσπαστικά τις θέσεις του. Αυτό δεν σημαίνει ότι πριν το 1914 ήταν ρεφορμιστής. Το πρόβλημα όμως που ετίθετο μέσα στα πλαίσια της πάλης ενάντια στην τσαρική αυτοκρατορία ήταν άλλο. Εξ' ου άλλωστε και η αμφιλογία των όρων του πάνω «στη δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» που εκφράζει τη βαθύτερη αμφιλογία του πάνω στο ζήτημα του κράτους. Να γιατί θα ήταν επιπόλαιο να ξαναπιάσουμε τα προβλήματα αυτά σε τσιτατολογική βάση, χωρίς να επιστρέψουμε στην εξέλιξη μιας σκέψης που αντιπαρατίθεται διαρκώς με την ιστορία και δεν είναι ολοκληρωμένη από τα νεανικά έργα. Για περισσότερα στο θέμα αυτό υπάρχει ένα ενδιαφέρον άρθρο στο Socialist Register, ο συγγραφέας του οποίου αναλύει την γέννηση του «Κράτος και Επανάσταση». Αποδεικνύει, με βάση την αλληλογραφία του Λένιν, ότι αυτός επενέβη στις συζήτηση πολεμώντας τις θέσεις του Μπουχάριν, που τις θεωρούσε σχεδόν αναρχικές, και υπερασπιζόμενος τις θέσεις του Κάουτσκυ. Δουλεύοντας πάνω στα κείμενα του Μαρξ είναι που τροποποιεί ριζικά τη θέση του(4).

4) Όπως πάντα στις μεγάλες περιστάσεις, από μεθοδολογικής πλευράς η στροφή αυτή είναι συνδεδεμένη με την σύνταξη των «Φιλοσοφικών Τετραδίων», με την ανάγνωση δηλαδή της μεγάλης Λογικής του Χέγκελ. Αυτή ήταν επίσης η περίπτωση του Μαρξ όταν έγραφε τα Grundrisse το 185758. (βλέπε για περισσότερα πάνω σ' αυτό το άρθρο του Μισέλ Λεβύ: «De la grande logique de Hegel a la gare de Finlande a Petrograd» στο περιοδικό Γ Homme et la societe).

Ο Λένιν λοιπόν ανακαλύπτει και συστηματοποιεί από το 1915 στην «χρεοκοπία της II Διεθνούς» την έννοια της «επαναστατικής κρίσης». Η έννοια θα είναι παρούσα καθ' όλη τη διάρκεια του 1917. Ο Λένιν θα ξαναγυρίσει σ' αυτήν μετά την επανάσταση και συγκεκριμένα στην «Παιδική αρρώστια». Είναι η έννοια που καθιστά αντιληπτή τη κατάληψη της εξουσίας από μια κυριαρχούμενη τάξη όπως είναι το προλεταριάτο.

Η περιγραφή της επαναστατικής κρίσης όπως διαγράφεται κυρίως μέσα στη «χρεοκοπία της II Διεθνούς» είναι γνωστή: όταν αυτοί που κυβερνούν δεν1 μπορούν πια· όταν αυτοί που καταπιέζονται δεν θέλουν πια· όταν αυτοί που βρίσκονται στο μέσον διστάζουν και ταλαντεύονται... Τα στοιχεία αυτά πρέπει να θεωρούνται αδιαχώριστα. Δεν αρκεί αυτοί που καταπιέζονται να εκρήγνυνται, να εξεγείρονται, «να μην θέλουν πια»· χρειάζεται και αυτοί που κυβερνούν να μη μπορούν πια. Για να το πούμε διαφορετικά η επαναστατική κρίση δεν βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη και στον ορίζοντα κάθε διεκδικητικού αγώνα, ούτε ακόμα και κάθε διεκδικητικής γενικής απεργίας. Γιατί πρόκειται για μια πολιτική κρίση του συστήματος κυριαρχίας.

Ο Λένιν διαμορφώνει για την πολιτική, το κόμμα και τη πολιτική δράση απόψεις αρκετά καινούργιες σε σχέση με όσα πίστευε για τη παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία. Η επαναστατική κρίση είναι λοιπόν: \) μια συνολική κρίση των κοινωνικών σχέσεων 2) μια εθνική κρίση (η έκφραση εμφανίζεται με πολλές όψεις): είναι το Κράτος σαν σύστημα κυριαρχίας που τραντάζεται. Αν κρατήσουμε υπόψη το συνολικό σχήμα των μεγάλων οικονομικών επεκτάσεων στον 19ο και στον 20ο αιώνα, θα διαπιστώσουμε ότι σε κάθε μεγάλη κάμψη αντιστοιχεί μια πραγματική κρίση του κρατικού συστήματος στις κεντρικές καπιταλιστικές χώρες, και ενίοτε και μια μετατόπιση του ιμπεριαλιστικού επικέντρου: 1848 είναι η διάδοση του επαναστατικού κύματος σε πανευρωπαϊκό επίπεδο· 1870 ο γαλλογερμανικός πόλεμος και η Κομμούνα· 1914 ο ευρωπαϊκός πόλεμος, η ρώσικη Επανάσταση και η άνοδος της αμερικανικής ηγεμονίας· 1937 ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η αναδιαμόρφωση όλου του κρατικού κεντροευρωπαϊκού μηχανισμού (τέλος της Αυστροουγγαρίας, διαίρεση της Γερμανίας...). Χωρίς να θέλουμε να εισάγουμε ένα αυστηρό μηχανιστικισμό, πρέπει να διαπιστώσουμε ότι σε κάθε μεγάλη καμπή δημιουργείται μια σημαντική αναδιαμόρφωση του κρατικού μηχανισμού σε διεθνή κλίμακα.

Γιατί η έννοια της «εθνικής κρίσης», και όχι μόνο της «επαναστατικής κρίσης» είναι τόσο σημαντική;

Η ιδέα του δυαδισμού της εξουσίας εκφράζει την αντιπαράθεση ασυμφιλίωτων εξουσιών. Πρέπει να αποδιαρθρώσουμε το αστικό Κράτος, αλλά με τι θα το αντικαταστήσουμε; Εδώ επεμβαίνει η εθνική κρίση. Γιατί ο δυαδισμός εξουσίας δεν είναι πρόβλημα συνείδησης. Είναι σαν να λέμε απλώς ότι οι εργαζόμενοι δεν διατίθενται να οικοδομήσουν συνειδητά το δικό τους κράτος γιατί δεν τους πείσαμε ότι το άλλο είναι κακό και πρέπει να το ξεφορτωθούν. Το πρωτοπόρο κόμμα μπορεί βέβαια να σκέφτεται με βάση την ιδέα αυτή. Δεν μπορεί όμως μ' αυτή να φτάσει στις μάζες.

Σ την πραγματικότητα, ο δυαδισμός εξουσίας (που προϋποθέτει τη κινητοποίηση πλατειών μαζών) δεν είναι δυνατός παρά μόνο αν εμφανισθούν εργαλεία που αρχίζουν να εκπληρώνουν καλύτερα τις λειτουργίες που ο παλιός κρατικός μηχανισμός, παραλυμένος ή μπλοκαρισμένος, δεν καταφέρνει να εκπληρώσει. Πρέπει να μπλοκαρισθούν ορισμένες ζωτικές λειτουργίες του Κράτους για να εμφανισθούν λειτουργικά εργαλεία, όχι μόνο πιο δημοκρατικά στη πραγματικότητα, αλλά και που να επιτελούν απαραίτητες λειτουργίες στη κοινωνία, λειτουργίες που έχουν ανασταλεί.

Αυτή είναι η πραγματικότητα μέσα σε κάθε αληθινά επαναστατική κρίση, με βάση τα πιο διαφορετικά προβλήματα. Στη Χιλή είναι το πρόβλημα του ανεφοδιασμού σε τρόφιμα, ή στη Πορτογαλία το να κρατηθούν σε λειτουργία τα εγκαταλελειμμένα από τους εργοδότες εργοστάσια. Το σημείο αφετηρίας δεν είναι προβλέψιμο όπως επίσης και οι μορφές οργάνωσης: τοπικές επιτροπές, επιτροπές συνοικίας ή εργοστάσιων, πολύ περισσότερο μετασχηματισμός των παλιών συνδικαλιστικών δομών (βλ. και τη μελέτη πάνω στις ρίζες των σοβιέτ στο βιβλίο του Anweiler, εκδ. Gallimard). Δεν υπάρχουν ούτε συγκεκριμένες νόρμες ούτε μοντέλα προς αντιγραφή.

Ο Λένιν περιγράφει λοιπόν την επαναστατική κρίση με τρία χαρακτηριστικά. Αλλά για να μπορέσει να ξεσπάσει πάνω σε μια νικηφόρα διέξοδο χρειάζεται και ένα τέταρτο στοιχείο: σχέδιο και συνειδητή δύναμη. Μια επαναστατική κρίση μπορεί να εκραγεί αλλά μπορεί να τελειώσει με μια ήττα· Δεν θα επιλυθεί θετικά παρά μόνο διαμέσου μιας συνειδητής δύναμης. Το κόμμα δεν είναι λοιπόν ένας απλός παιδαγωγός ή μια απλή αντανάκλαση των κοινωνικών κινημάτων. Δεν περιορίζεται σ' ένα φορέα ιδεών. Είναι αντίθετα το κεντρικό σημείο του στρατηγικού οργάνου για την προλεταριακή επανάσταση. Γιατί όταν μιλάμε για στρατηγική μιλάμε για απόφαση και πρωτοβουλία, δηλαδή σχέδιο, δικτύωση, συσχετισμό δυνάμεων. Σ' αυτόν το κύκλο η διαπαιδαγώγηση εισέρχεται, αλλά μόνο σαν μια διάσταση της δραστηριότητας του κόμματος. Όταν μιλάμε για στρατηγική μιλάμε επίσης για μάχη, και οι μάχες είναι στιγμές όπου ο χρόνος μετράει διπλά και τριπλά, όπου η κατάληξη εξαρτάται από τις ικανότητες απόφασης των πρωταγωνιστών. Βέβαια, σε μια κοινωνική επανάσταση οι μάζες βρίσκονται σε δράση. Δεν πρόκειται για ελιγμούς ενός επιτελείου. Το κόμμα δεν αποφασίζει ούτε μόνο του, ούτε αυθαίρετα. Μα αν η επανάσταση είναι κατ' αρχήν και πριν απ' όλα κοινωνική, η μοίρα της αποφασίζεται επίσης, και σε τελική ανάλυση, στρατιωτικά: η εξέγερση - και ο ίδιος ο Οκτώβρης άλλωστε το επιβεβαίωσε - είναι μια πράξη γρήγορης απόφασης, όπου οι ώρες και οι μέρες μετράνε.

Πρέπει λοιπόν να έχουμε οικοδομήσει προηγουμένως κάποιο όργανο που να μας επιτρέπει να αποφασίζουμε μ' ένα μάξιμουμ φερεγγυότητας.

Η απόφαση αυτή δεν είναι στιγμιαία. Η Οκτωβριανή επανάσταση μας δίνει ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Η επιλογή της στιγμής ανταποκρίνεται σε μια εκτίμηση για τη πολιτική ικανότητα του μαζικού κινήματος σ' όλα τα επίπεδα, εκτίμηση που περιλαμβάνει όχι μόνο την εξέλιξη των συσχετισμών μέσα στα σοβιέτ αλλά και στα συνδικάτα, στους δήμους, στις κοινότητες από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο. Όταν όλα αυτά τα στοιχεία είναι γνωστά και αναλυμένα όσο πιο λεπτομερώς γίνεται, μπορούμε να διαγνώσουμε την στρατηγική στιγμή, την ευκαιρία δηλαδή που μπορεί να ανατρέψει τη κατάσταση και η οποία μπορεί να μην ξαναπαρουσιαστεί. Όλες οι σημειώσεις και τα τηλεγραφήματα του Λένιν στην κεντρική επιτροπή από τις παραμονές του Οκτώβρη εκφράζουν την αγωνία του γι' αυτή την κατανόηση. Αυτό που επιτρέπει την απόφαση και την δράση δεν είναι μόνο η συγκέντρωση δυνάμεων και η διαπαιδαγώγηση του κόμματος, είναι ο τύπος σχέσεων που έχει διαπλακεί ανάμεσα στο κόμμα και στο μαζικό κίνημα, το πολιτικό κύρος και η κατακτημένη φερεγγυότητα· όλα αυτά δηλαδή που θα επιτρέψουν στη γραμμή του να κατανοηθεί και να ακολουθηθεί από μάζες που βρίσκονται πολύ μακριά από τις γραμμές του.

Μια επαναστατική στρατηγική αξονισμένη πάνω στην έννοια της εθνικής κρίσης εισάγει λοιπόν μια αντίληψη για το κόμμα τελείως διαφορετική απ' αυτή του Κάουτσκυ. Εδώ πρόκειται, τελείως αντίθετα από τον Κάουτσκυ, να προετοιμάσουμε την επανάσταση. Δεν μπορούμε να αποφασίσουμε την έναρξη ούτε την πορεία, μα για να την προσανατολίσουμε και για να μπορέσουμε να επηρεάσουμε την επίλυση της πρέπει να την έχουμε προετοιμάσει. Σε μια τέτοια προοπτική το κόμμα ενεργεί διαρκώς. Κάνει. Ενεργεί πολιτικά και κοινωνικά. Δεν είναι ένας απλός καταχωρητής της οργανικής δύναμης και της ωρίμανσης της ταξικής συνείδησης. Παίρνει πρωτοβουλίες προσπαθεί να τροποποιήσει τους συσχετισμούς δύναμης, οργανώνει και συσφίγγει τις απαραίτητες συμμαχίες.

Κάνει πολιτική. Το να κάνεις πολιτική σημαίνει ότι υπεραμύνεσαι σταθερά της ανεξαρτησίας της εργατικής τάξης και ταυτόχρονα θέτεις το πρόβλημα των συμμαχιών που τροποποιούν μια κατάσταση, θα επανέλθουμε.

Για να τελειώνουμε αυτό το μέρος θα ήθελα ακόμη να υπογραμμίσω ότι η πορεία που βλέπει ο Λένιν δεν είναι αριστερίστικη. Διαφέρει ριζικά από την «θεωρία της επίθεσης» που άνθησε στους κόλπους της Κομμουνιστικής Διεθνούς μετά την ίδρυση της. Για τους υπέρμαχους αυτής της θεωρίας έχουμε εισέλθει, οριστικά κατά κάποιο τρόπο, στην εποχή της επικαιρότητας της επανάστασης, με την πιο άμεση σημασία του όρου.

Δεν δικαιολογούνται πλέον οι όροι των κύκλων, των προωθήσεων και των υποχωρήσεων. Η στρατηγική ανάγεται σε μια επίθεση σ1 όλα τα μέτωπα, οργανωτικό, πολιτικό, ακόμα και στρατιωτικό. (βλ. την περίπτωση του Μαρτίου '21 στη Γερμανία, ή την εξέγερση του Revai όπως αναλύεται στο βιβλίο του Neuberg(5)) .

Από πολιτικής και οργανωτικής πλευράς πρόκειται για την αντικατάσταση των εργαλείων, που ολοκλήρωσαν το κύκλο τους κατά την προεπαναστατική περίοδο του εργατικού κινήματος, από καινούργια εργαλεία, πολιτικά και συνδικαλιστικά ταυτόχρονα, που είναι τα εργαλεία της ίδιας της επανάστασης: τα συμβούλια.

Είναι μια άποψη που κάτω από διαφορετικές μορφές γίνεται αποδεκτή από την ολλανδική αριστερά (Goiter και Pannekoek), από τον Μπορντίγκα, από το γερμανικό ΚΑΡΟ.

Το ζήτημα δεν είναι καθαρά ιστορικό, έτσι που να εξηγείται από την άνοδο του ενθουσιασμού στη δεκαετία του '20. Ανάλογα επιχειρήματα άνθισαν στις αρχές της δεκαετίας του '70. Στην Ιταλία στο όνομα της επικείμενης επαναστατικής κρίσης είδαμε να αντιπαρατίθεται η σοβιετική προοπτική των συμβουλίων αντιπροσώπων, που γεννήθηκαν μέσα στο εργατικό κύμα του '69'70. στην «ανάρρωση» των επίσημων συνδικάτων. Είναι αλήθεια ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες χρησιμοποιήθηκαν στα 197275 στο να ενσωματώσουν θεσμικά αυτά τα συμβούλια μέσα στα πλαίσια των ίδιων των συνδικάτων. Αλλά, με δεδομένη την απουσία άμεσης επαναστατικής διεξόδου, επρόκειτο ταυτόχρονα για έκφραση της διεισδυτικότητας και της ανάπτυξης του συνδικαλισμού μέσα στην επιχείρηση, συνδικαλισμός που στηριζόταν σε όργανα με βαθιές ρίζες στη βάση και δημιουργημένα μέσα στην πάλη, που είναι στη ρίζα κάθε σθεναρούς αντίστασης που ακόμα και σήμερα εκδηλώνεται μέσα στο ιταλικό εργατικό κίνημα, όπως το 1984 η πάλη για την αυτόματη αύξηση των μισθών.

Στην Ισπανία παραλίγο να συμβάλλουμε σ' ένα ανάλογο λάθος.

Στην εισαγωγή του για την ανθολογία πάνω στον εργατικό έλεγχο ο Ε. Μαντέλ στέκεται πολύ πάνω στο γεγονός ότι οι εργατικές επιτροπές, όργανα πάλης γεννημένα μέσα στη παρανομία, έξω από κάθε θεσμικό πλαίσιο, θα μπορούσαν να μετασχηματισθούν γρήγορα κατά τη πτώση της δικτατορίας σε βασικό στήριγμα ενός συστήματος διπλής εξουσίας. Ήταν σε τελική ανάλυση αρκετά πιθανό.

Αλλά μετά το θάνατο του Φράνκο η κατάσταση χάρις σε μεγάλο βαθμό στο ρόλο των παραδοσιακών κομμάτων, δεν εξελίχθηκε προς την κατεύθυνση της επαναστατικής κρίσης μα προς την «δημοκρατική» θεσμοποίηση. Ο κατασταλτικός μηχανισμός της δικτατορίας δεν εξαρθρώθηκε. Το πρόβλημα δεν ήταν πια ο μετασχηματισμός των εργατικών επιτροπών σε όργανα σοβιετικού τύπου αλλά η οικοδόμηση ενός δυνατού συνδικαλιστικού κινήματος ενωτικού και δημοκρατικού. Σ' αυτή τη περίπτωση διορθώσαμε σωστά τον στόχο μας.

Πρόκειται πάντα για ένα ζήτημα πολιτικής εκτίμησης. Στη Χιλή έτσι, αντίθετα, υπήρχε μια μεγάλη συζήτηση τον χειμώνα του '73 πάνω στο ρόλο των «βιομηχανικών συντονιστικών επιτροπών» που είχαν συγκροτηθεί στη πάλη εναντίον των απειλών πραξικοπήματος, από τον Οκτώβριο του '72 έως και τον Ιούνιο του '73. Επρόκειτο βασικά για περιφερειακές επιτροπές των συνδικάτων που υπήρχαν σ' όλες τις μεγάλες πόλεις, θα μπορούσαν να διευρυνθούν, να γίνουν ο τόπος συγκεντροποίησης των άλλων μορφών λαϊκής κινητοποίησης, να αναλάβουν αυτές την αυτοάμυνα η να εγγραφούν αντίθετα στη διαδικασία μιας απλής μεταρρύθμισης των συνδικαλιστικών δομών. Η πρώτη κατεύθυνση ήταν αναμφισβήτητα η σωστότερη. Το Κομμουνιστικό Κόμμα υπεραμύνθηκε φανατικά τη δεύτερη κατεύθυνση. Το MIR την αποδέχτηκε (θα δούμε πιο κάτω γιατί). Εκεί επίσης, το ουσιαστικό ήταν η εκτίμηση πάνω στη πολιτική· κατάσταση και στα περιθώρια της.

Β. «Μοντέλα» και στρατηγικά σχέδια

Δεν πρόκειται εδώ να στοιχηματίσουμε ή να περιγράψουμε κάποιο σενάριο, να προφητεύσουμε ότι μια επαναστατική κρίση σε μια σύγχρονη αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα θα πάρει αυτή ή την άλλη μορφή.

Το μόνο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε είναι να εξαγάγουμε τα γενικότερα μαθήματα των εμπειριών που έχουν υπάρξει, νικηφόρων ή μη, λιγότερο ή περισσότερο αναπτυγμένων να κρατήσουμε αυτό που μπορεί να γενικευθεί μέσα από τις μεγάλες δοκιμές του Μεσοπολέμου (Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, λαϊκά μέτωπα), της Αντίστασης και της Απελευθέρωσης (Γαλλία. Ιταλία, Ελλάδα), ή πάλι τις μεταπολεμικές (Μάης '68, Ιταλικός Μάης, Ισπανία, Πορτογαλία, βρετανικές απεργίες...).

Πέρα απ' αυτά, πρέπει να δούμε την πορεία που θα πάρουν οι μελλοντικές κρίσεις όπως και τα διδάγματα τους. Πολύ λίγο θα μπορούσαμε να προβλέψουμε σήμερα τις μορφές που μπορεί να πάρει η κρίση ενός σύγχρονου αναπτυγμένου καπιταλιστικού Κράτους, τέτοιου όπως το γνωρίζουμε. Η εμπειρία πρέπει να προέλθει μέσα από την πράξη.

Άλλωστε θα ήταν ψέμα και παιδαριώδες να σκεφθούμε πως πέρα από δυνατές οργανωτικά γραμμές οι μπολσεβίκοι διέθεταν ένα λεπτομερές σενάριο πριν την καθαρά δική τους συνάρθρωση εμπειριών.

1. Ανατολή και Δύση

θα αρχίσουμε λέγοντας λίγα λόγια πάνω στην παλιά συζήτηση, που την συναντήσαμε ήδη στον Κάουτσκυ, πάνω στην Ρωσία και στην Ευρώπη, θα την ξαναβρούμε στον Γκράμσι με τη μορφή της αντιπαράθεσης μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Πρόκειται δηλαδή για μια συγκριτική αντιπαράθεση ήδη αρκετά παλιά, ανάμεσα σε Κράτη αρχαϊκά, κράτη που χαρακτηρίζονται από ισχυρά αυταρχικά και προκαπιταλιστικά στοιχεία, και κράτη σύγχρονα, χαρακτηριζόμενα από δημοκρατικές ελευθερίες και κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση.

Μέσα στη Κομμουνιστική Διεθνή η συζήτηση αναπτύχθηκε γρήγορα πάνω στην πραγματική σημασία της ρώσικης Επανάστασης: προϊόν της ανατολικής ιδιαιτερότητας ή «μοντέλο» γενικής αποδοχής; Στον «Αποστάτη Κάουτσκυ» όπως και στη «Παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» ο Λένιν υπογραμμίζει τα διδάγματα και τα γενικά μαθήματα της πρώτης νικηφόρας προλεταριακής επανάστασης. Συγκρατείται όμως από το να εξαγάγει ένα μοντέλο. Σε τι άλλωστε θα συνίστατο αυτό;

Μήπως στις εξελίξεις Φλεβάρη Οκτώβρη; Μα μπορεί να διανοηθεί η μορφή της κρίσης χωρίς το 1905 και τα σοβιέτ, χωρίς τις στρατιωτικές εμπειρίες που ακολούθησαν (περιλαμβάνοντας και το αντάρτικο στα Ουράλια), χωρίς τον πόλεμο;

Πολύ νωρίς παράλληλα, αντιμέτωποι μέσω της Διεθνούς, με νέες εμπειρίες, ο Ράντεκ, ο Πωλ Λεβί, ο Γκράμσι και πολλοί άλλοι, προσπάθησαν να σκεφθούν την ιδιαιτερότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια κοινωνία και ένα κράτος πιο αναπτυγμένο απ' αυτό που ήταν η Ρωσία πριν το '17. Βρίσκονται σε αναζήτηση μιας στρατηγικής που αναμετρείται μ' ένα σύνθετο Κράτος, διακλαδωμένο, που επεμβαίνει στο σύνολο της κοινωνίας και όχι μ' ένα κράτος αδύναμης νομιμότητας, οι κατασταλτικές λειτουργίες του οποίου είναι ανοιχτά εκτεθειμένες.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην ύπαρξη ενός κοινοβουλευτικού συστήματος και του εκλογικού δικαιώματος. Το σύστημα αυτό υλοποιείται μέσω μιας συγκεκριμένης σχέσης του Κράτους με την κοινωνία, σχέση που θεμελιώνει τη νομιμοποίηση του. Αυτή ήταν ήδη η κατάσταση στην εποχή αυτών των συζητήσεων και είναι ακόμα περισσότερο μετά από σχεδόν μισό αιώνα Κράτους - Πρόνοιας στη διάρκεια του οποίου το Κράτος συγκέντρωσε στα χέρια του διευρυμένες κοινωνικές λειτουργίες σε ζητήματα υγείας, εκπαίδευσης, οργάνωσης του χώρου κ.λπ. Στην αντιπαράθεση της δεκαετίας του '20 η αντιπαραβολή Ανατολής και Δύσης έθετε τον τόνο της κυρίως πάνω στον τύπο του Κράτους: ένοπλος πυρήνας, πιστός στο ρόλο της καταστολής και του νυχτοφύλακα, στην πρώτη περίπτωση αναπτυγμένο και αρθρωμένο στην δεύτερη. Μια διαφορετική σχέση μεταξύ καταστολής και συγκατάθεσης. Η συζήτηση αυτή περιγράφεται αναλυτικά σ' ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Πέρρυ Άντερσον για τον Γκράμσι(6).

Σε μια συνέντευξη το 1977 στο «Critique Communiste» πάνω στην επαναστατική στρατηγική στη Δ. Ευρώπη, ο Μαντέλ υπογραμμίζει τη διαφορά που υπάρχει στο ίδιο το εργατικό κίνημα: πιο ενεργητικό, πιο συγκεντρωμένο, πιο αναπτυγμένο στη «Δύση». Αυτό σημαίνει ότι οι συνθήκες της πάλης του είναι πιο ευνοϊκές απ' ότι στην Ανατολή. Αυτό άλλωστε επεσήμαιναν με τον τρόπο τους ο Λένιν και ο Τρότσκι όταν έλεγαν ότι η εξουσία θα ήταν πιο δύσκολο να παρθεί στη Δύση απ' ότι στην Ανατολή, μα πιο εύκολο να κρατηθεί.

Σε τελική ανάλυση είτε βλέπουμε το ζήτημα από τη πλευρά του Κράτους, είτε το βλέπουμε από τη πλευρά του εργατικού κινήματος, το πρόβλημα σε γενικές γραμμές είναι το ίδιο: ένα Κράτος πιο δυνατό και μια εργατική τάξη πιο αναπτυγμένη είναι οι δυο όψεις της ίδιας κατάστασης. Υπάρχει σχέση μεταξύ των δύο αυτών στοιχείων;

Είναι αδύνατον να φανταστούμε μια νικηφόρα διέξοδο σ' αυτήν την περίφημη επαναστατική εθνική κρίση παρά μόνο αν η εργατική τάξη θα είχε καταφέρει από πριν, μέσα από τις δραστηριότητες της και τις μορφές οργάνωσης της, να επιβεβαιώσει την ικανότητα της να αναδιοργανώσει και να ηγηθεί στο σύνολο της κοινωνίας. Αυτό είναι το ζήτημα που τίθεται από την έννοια της ηγεμονίας που χρησιμοποίησε ο Γκράμσι. Πρέπει μέσα από το σύνολο της πάλης της η εργατική τάξη να επιβεβαιώνει ότι είναι σε θέση να επιλύσει όλα τα ζωτικά προβλήματα. Ο αγώνας για την κατάκτηση διεκδικητικών αιτημάτων και την συγκράτηση των κατακτήσεων της είναι προφανώς μια προϋπόθεση γι' αυτό. Αλλά δεν είναι αρκετό..

2. Δύο υποθέσεις του Τρότσκι

Στα κείμενα του για τη Γερμανία, στις αρχές του '30, ο Τρότσκι προχώρησε δύο υποθέσεις επαναστατικής κρίσης για τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Αυτός που επιμένει σταθερά στη γενικότερη σημασία των «Μαθημάτων του Οκτώβρη» δεν έχει παρόλα αυτά την άποψη ενός ενιαίου μοντέλου.

Αντιμετωπίζει από τη μία πλευρά την πιθανότητα μιας βίαιης κατάρρευσης του εθνικού Κράτους που θα άφηνε πολιτικό κενό ικανό να καλυφθεί σύντομα από ένα άλλο χώρο. Αντιμετωπίζει από την άλλη πλευρά την πιθανότητα μιας κρίσης πιο αργής, πιο παρατεταμένης, πιο συγκαλυμμένης.

Στη Γερμανία έτσι. η κρίση διήρκεσε από το 1918 έως το 1923' στην Ισπανία (ακόμα κι αν δεν επρόκειτο την εποχή εκείνη για μια τυπική αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα) διήρκεσε από το 1931 έως το 1937 ή το 1939. Σ' αυτή τη δεύτερη περίπτωση υπάρχει συσσώρευση κριτικών εμπειριών και ωρίμανση των επαναστατικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια της κρίσης, πριν υπάρξει μια ανοιχτή εξέλιξη πάνω σε μια ανοιχτή επαναστατική κρίση και μία κατάσταση διπλής εξουσίας. Ο εργατικός έλεγχος έτσι. αντίθετα με την πολιτική που υπεραμύνονταν οι σταλινικοί και που ήταν πάντα διστακτική σε μεταδοτικές κατακτήσεις, δεν εντασσόταν στην ύπαρξη μια καθαρής κατάστασης διπλής εξουσίας. Μερικές εμπειρίες ελέγχου μπορούν να αρχίζουν από πριν. σε τοπικό επίπεδο, σ' ένα πλαίσιο συγκρούσεων και ανισορροπιών: με δυο λόγια η αμφισβήτηση της εργοδοτικής εξουσίας μέσα στο εργοστάσιο μπορεί να προηγείται για ένα χρονικό διάστημα της γενικευμένης αμφισβήτησης της αστικής πολιτικής εξουσίας. Η πιθανότητα μιας παρατεταμένης κρίσης (διαφορετικής απ' αυτή της κρίσης κατάρρευσης) μα: οδηγεί στο να σκεφθούμε τη δυνατότητα μιας εργατικής κυβέρνησης. ή μιας κυβέρνησης εργαζομένων, που θα εγγραφόταν ακόμη, μερικώς τουλάχιστον, στο θεσμικό πλαίσιο του αστικού κράτους. Μπορούμε τελικά να φαντασθούμε μια κρίση μέσα στην οποία αυτό το σύγχρονο Κράτος, το πολύπλοκο και διακλαδωμένο, δεν θα καταρρεύσει απότομα στο σύνολο του, ούτε με ομογενή τρόπο· μέσα στην οποία το Κράτος τραντάζεται από δυνατά σοκ, από διαρκή οικονομική και κοινωνική κρίση, κατά τη διάρκεια της οποίας το εργατικό κίνημα αρχίζει να κατακτά και να σταθεροποιεί θέσεις, «Γενικότερα, η προβληματική του ενιαίου μετώπου και των μεταβατικών κατακτήσεων κατέχει μια ιδιαίτερη σπουδαιότητα σε μια τέτοια προοπτική. Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε εκ των υστέρων ότι επρόκειτο για μια σαφή και μη συζητημένη στα πρώτα χρόνια της Κομμουνιστική Διεθνούς. Αντίθετα, οι συζητήσεις πάνω στο πρόγραμμα της Κ.Δ., οι αντιθετικές εισηγήσεις στο σημείο αυτό του Μπουχάριν και του Ταλχάιμερ, μεταξύ του τέταρτου και του έκτου συνεδρίου, δείχνουν ότι η υπόθεση της κατάρρευσης κυριαρχούσε στη συζήτηση και ευνοούσε μια αδυναμία κατανόησης τόσο στο ζήτημα του ενιαίου μετώπου όσο και του μεταβατικού προγράμματος (βλ. για αυτό το θέμα Ernesto Raggioneri: La Programme de Γ Internationale communiste, Cahiers, de l'Institut Maurice Thorez, 22, 1977.

3. Από μια ιδέα του Andres Nin

Οι ιδέες δεν καθοδηγούν την συγκεκριμένη πολιτική. Πολλά πράγματα παρεμβαίνουν: κοινωνικές πιέσεις, συσχετισμοί δυνάμεων, ειδικές περιστάσεις. Αλλά μια υπόθεση εργασίας προετοιμάζει και διαπαιδαγωγεί: κάνει μερικές επιλογές να είναι πιο εύκολες στο να γίνουν, ή πιο δικαιολογημένες από κάποιες άλλες. Ο Αντρέ Νιν έτσι, που υπήρξε ένας καλός γνώστης της ρωσικής επανάστασης και από τους καθοδηγητές της κόκκινης συνδικαλιστικής Διεθνούς, αναγνωρίζοντας τις δομικές διαφορές Δύσης και Ανατολής, έγραψε μια πολύ καλή μικρή μπροσούρα πάνω στα σοβιέτ (ουσιαστικά η μπροσούρα αυτή δημοσιεύθηκε μόλις στα 1977).

Ο Νιν. λοιπόν, λέει ουσιαστικά: προσοχή, η Ισπανία είναι μια κοινωνία πολιτικά - αλλά και κοινωνικά - πιο αναπτυγμένη απ' ό,τι η Ρωσία· αυτό που κατέστησε δυνατή την εμφάνιση των σοβιέτ στη Ρωσία σαν μορφή ενωτικής και μαζικής αυτoοργάvωσης, ήταν η αδυναμία των παράνομων πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων τον εργατικού κινήματος στο σύνολο τους· στην Ισπανία υπάρχει ήδη ένα πολύπλοκο οργανωμένο εργατικό κίνημα, με πολλά κόμματα (PSOE. P.C., F AI, POUM...), με πολλά συνδικάτα (UGT. CNT)· όταν η εργατική τάξη είναι ήδη τόσο πλατειά οργανωμένη, είναι πολύ δύσκολο, αν όχι απίθανο να εμφανισθούν ξαφνικά οργανικές ενωτικές μορφές (σοβιέτ ή συμβούλια), ανώτερες από τις υπάρχουσες οργανώσεις. Από δω βγαίνει το εξής συμπέρασμα: η μορφή με την οποία η εργατική τάξη μπορεί να θέσει υποψηφιότητα για την εξουσία είναι η συσπείρωση, λιγότερο η περισσότερο μετωπική, των οργανώσεων που υπάρχουν, όπως οι εργατικές Συμμαχίες στις Αστουρίες το 1934.

Αν και οι ιδέες δεν καθοδηγούν τον κόσμο, είναι εντούτοις σημαντικές για την προετοιμασία της δουλειάς μιας πρωτοπορίας. Ο Νιν προσεγγίζει την επαναστατική κατάσταση μ' αυτές τις ιδέες. Όταν τον Σεπτέμβριο του 1936 σχηματίζεται η Γενική κυβέρνηση της Καταλωνίας, το POUM εισέρχεται σ' αυτήν με τον Νιν υπουργό Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την οπτική του Νιν πρόκειται για μια λογική πράξη μια και πιστεύει ότι το πρόβλημα της εξουσίας είναι ήδη διευθετημένο εφόσον η κυβέρνηση αυτή συσπειρώνει ουσιαστικά τα εργατικά κόμματα και τις μαζικές οργανώσεις.

Υπήρχε βέβαια μέσα στην κυβέρνηση η περίφημη «σκιά» της αστικής τάξης, εκπροσωπούμενης από την καταλανική εθνικιστική αριστερά. Μα ο Τρότσκι δεν εντοπίζει το κεντρικό πρόβλημα τουλάχιστον, στην Καταλανική περίπτωση. Εδώ θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη την ιδιαιτερότητα του εθνικού ζητήματος.

Αντίθετα, αν θεωρήσουμε την Γενική αυτή κυβέρνηση σαν την ήδη πραγματοποιημένη μορφή της επαναστατικής εξουσίας, θα δούμε ότι αυτή αντιπαρατίθεται με τη δική της επαναστατική νομιμότητα στα στρατιωτικά συμβούλια και στις εξωκρατικές μορφές αυτοοργάνωσης που γεννήθηκαν από την εξέγερση του Ιουλίου 1936. Αυτές οι μορφές εμφανίζονταν από κει και πέρα σαν ένα είδος «αναρχολαϊκιστικού» κατάλοιπου (για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο που σαράντα χρόνια αργότερα θα χρησιμοποιήσει ο Μάριο Σοάρες στην Πορτογαλία, τον Μάη του 1975).

Υπάρχει λοιπόν μια αλυσιδωτή λογική. To POUM μπαίνει στην κυβέρνηση και υποστηρίζει, αν όχι τη διάλυση των μορφών αυτοοργάνωσης τουλάχιστον τη διάλυση της συγκεντροποίησης τους. Δηλαδή ό,τι θα τους επέτρεπε να αρχίσουν να αναδεικνύονται σε εναλλακτική εξουσία.

Υπάρχει άρα εδώ ένα γενικό πρόβλημα. Μέσα σε κάθε επαναστατική κρίση πρέπει να ψάχνουμε τη μορφή οργάνωσης, μέσα στην οποία θα μπορούν να εκφραστούν με πιο άμεσο και καθαρό τρόπο οι συσχετισμοί δυνάμεων μέσα στην οποία θα μπορούν να τροποποιηθούν οι σχέσεις ανάμεσα στις μάζες και στις παραδοσιακές τους οργανώσεις· διαμέσου της οποίας μια ρήξη ανάμεσα στις μάζες και στις παραδοσιακές ηγεσίες θα μπορεί να γίνει χωρίς να προκληθούν μεγάλες διαιρέσεις στο ίδιο το μαζικό κίνημα. Για να το πούμε διαφορετικά ένα πλαίσιο όπου οι ενωτικές διαθέσεις θα βαρύνουν στο μάξιμουμ, όπου η ριζοσπαστικοποίηση της βάσης που σε τέτοιες στιγμές αναπτύσσεται πιο γρήγορα απ' αυτή των μηχανισμών θα αντανακλάται καλύτερα και πιστότερα.

Το Μάη του 1937 έτσι, τη στιγμή της εξέγερσης στη Βαρκελώνη, οι αγωνιστές του POUM και ένα μέρος των αναρχικών αγωνίζονται κυρίως ενάντια στους σταλινικούς. Αλλά δεν υπάρχει μια ενωτική χοάνη που θα επέτρεπε να αντιπαρατεθεί στην πολιτική του Κ.Κ. και της ηγεσίας της FAI μια ανώτερη νομιμότητα, αυτή των ενωτικών οργάνων και της κατακτημένης τους μέσα στην πάλη φερεγγυότητας. Γιατί αυτή η χοάνη είχε διαλυθεί οκτώ μήνες νωρίτερα.

Ο δυαδισμός εξουσίας εισάγει τη νομιμότητα των ενωτικών μορφών αυτοοργάνωσης, νομιμότητα που είναι ανώτερη απ' αυτή των κομμάτων και των ρευμάτων που συμμετέχουν σ' αυτές.

Το ενιαίο μέτωπο μπορεί να είναι ένας σημαντικός μοχλός μ' αυτή την έννοια. Μα ο μοχλός δεν πρέπει να συγχέεται με το στόχο. Ο στόχος είναι να ευνοηθεί η δημιουργία μιας εξουσίας της οποίας η νομιμότητα αντιπαρατίθεται σ' αυτή του Κράτους που πρέπει να καταστραφεί. Στην περίπτωση της Καταλωνίας, δεν ήταν μόνο ότι η κυβέρνηση αντιπαρατέθηκε στο κεντρικό συμβούλιο των συμβουλίων, αλλά και ότι ανασυγκρότησε τους τοπικούς θεσμούς ενάντια στα όργανα εξέγερσης και τους απέδωσε τις εξουσίες που είχαν στερηθεί.

Γ. Οι μεγάλες στρατηγικές υποθέσεις

Οι μεγάλες επαναστατικές εμπειρίες, νικηφόρες ή μη, αναδεικνύουν σε γενικές γραμμές δυο στρατηγικές υποθέσεις:

- Αυτήν της γενικής ενεργητικής απεργίας, που ανταποκρίνεται σε ένα συγκεκριμένο τύπο αντιπαράθεσης μεταξύ του αστικού Κράτους και του εργατικού κινήματος... Είναι η περίπτωση που αποκρυσταλλώνουν, με διαφορετικούς τρόπους, η γερμανική ή η ρώσικη Επανάσταση.

- Η άλλη είναι αυτή της δυαδικής εδαφικής και διαρκούς εξουσίας, με βάση απελευθερωμένες ζώνες. Την βρίσκουμε με διαφορετικές μορφές στις περιπτώσεις της Κίνας, της Γιουγκοσλαβίας, του Βιετνάμ. Τα συστατικά μιας τέτοιας στρατηγικής τέθηκαν από το Μάο ήδη από το 1926 στο «Pourquoi le pouvoir rouge peut exister en Chine»: πρόκειται για μια στρατηγική που ανταποκρίνεται ειδικότερα στην περίπτωση ενός Κράτους αδύναμου και λίγο συγκεντροποιημένου, με πλατειές γεωγραφικές εκτάσεις και με έντονο το αγροτικό ζήτημα. Εξ' ου και η ιδέα των απελευθερωμένων ζωνών στις οποίες ο επίσημος στρατός δυσκολεύεται να ξαναπάρει τον έλεγχο.

1. Ο παρατεταμένος επαναστατικός πόλεμος

Από τις αρχές ακόμη της δεκαετίας του '30 στο εσωτερικό της Κίνας, και μετά το 1937 με την δημοκρατία του Yenan, υπάρχουν αυτές οι απελευθερωμένες ζώνες. Αποτελούν από τη μια μικρά κράτη με το κόμμα και τον κόκκινο στρατό αλλά επίσης, από την άλλη, το ξεκίνημα μιας αυτάρκους και αυτοδιοικούμενης οικονομίας με πληθυσμό ήδη σημαντικότερο απ' αυτόν της Νικαράγουας σήμερα'8 '. Η εμπειρία αυτή είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική. Ωστόσο στην Κίνα, στην Γιουγκοσλαβία ή στο Βιετνάμ βρίσκουμε πέρα από τις πολύ έντονες διαφορές ένα κοινό στοιχείο. Η επαναστατική διαδικασία, στην αποφασιστική της φάση, συνδέεται άμεσα με τον αγώνα για εθνική απελευθέρωση. Είναι θεμελιώδες αυτό: η κοινωνική επανάσταση συμπίπτει μ' ένα πραγματικό απελευθερωτικό αγώνα. Ενάντια στη γιαπωνέζικη κατοχή στην Κίνα, ενάντια στη γερμανική στη Γιουγκοσλαβία, ενάντια στη γαλλική και στη συνέχεια στην αμερικανική στο Βιετνάμ.

Αυτό το στρατηγικό δεδομένο έχει σημαντικές συνέπειες: ευρεία υποστήριξη από τον υπόλοιπο πληθυσμό, δυνατότητες συμμαχιών, στρατιωτικός αγώνας ενάντια σ' ένα εξωτερικό εχθρό. Πρόκειται για τυπική περίπτωση. Ωστόσο δεν έγινε κατανοητή σ' όλες της τις συνέπειες από το αργεντίνικο PRT στις αρχές της δεκαετίας του '70. αλλά ούτε και από το Μέτωπο των σαντινίστας τουλάχιστον μέχρι το 1974.

Το αργεντίνικο PRT ανέπτυσσε μια λανθασμένη αλλά συνεκτική στρατηγική που δεν περιοριζόταν στον «ένοπλο αγώνα». Ο ένοπλος αγώνας αυτός καθ' εαυτός είναι μια γενικότητα. Η στρατηγική του PRT απέβλεπε στο να δημιουργήσει μια κατάσταση εδαφικής δυαδικότητας εξουσίας μέσα στη χώρα και να εγκαταστήσει απελευθερωμένες ζώνες, κυρίως στη περιοχή του Tucuman στο βορρά. Για να γίνει αυτό ήταν αναγκαίος ένας στρατός. Εξ' ου και η απόφαση που πάρθηκε στο 5ο συνέδριο (τον Ιανουάριο του 1970) για τη δημιουργία του λαϊκού επαναστατικού στρατού (ERP). Ήταν αναγκαίο να αναγνωριστούν σαν εμπόλεμη δύναμη από τους διεθνείς οργανισμούς, εξ ου και η προσπάθεια για απόκτηση αιχμαλώτων πολέμου. Ήταν αναγκαίο να προστατεύουν τις απελευθερωμένες ζώνες τους από τις επιθέσεις του τακτικού στρατού, εξ' ου και οι μεγάλες επιχειρήσεις ενάντια στα στρατόπεδα για να εφοδιαστούν με βαρύ πολεμικό υλικό και αντιαεροπορικά... κ.λπ.

Όλ' αυτά καθορίζουν προφανώς τις συγκεκριμένες μορφές της κομματικής οικοδόμησης. Παρεμβαίνει στα εργοστάσια και στρατολογεί εργάτες. Αλλά οι αγωνιστές, εφ' όσον βρίσκονται σε πόλεμο, πάνω απ' όλα είναι στρατιώτες καλυμμένοι και ναι μεν παρεμβαίνουν στα εργοστάσια, πρόκειται όμως τις περισσότερες φορές για μια παρέμβαση «αυτοπεριοριζόμενη» για να αποφύγουν το χαρακτηρισμό του υποκινητή ή του συνδικαλιστή.

Η ιδέα που υποβόσκει είναι ότι μια επανάσταση σε εξαρτημένη χώρα, ακόμα κι αν είναι αναπτυγμένη όπως η Αργεντική, θα έρθει αναπόφευκτα αντιμέτωπη με μια άμεση επέμβαση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Πρέπει να πούμε ότι η απόβαση του 1965 στη Δομινικανή Δημοκρατία δεν είναι μακριά. Ο αγώνας λοιπόν γίνεται αντιληπτός ταυτόχρονα σαν κοινωνική επανάσταση και σαν απελευθερωτικός αγώνας. Αρχίζει από την πρώτη στιγμή σαν απελευθερωτικός αγώνας, στο όνομα της πεποίθησης ότι θα υπάρξει αύριο μια ξένη επέμβαση.

Το σχήμα αυτό ήταν αρκετά διαδεδομένο στις λατινοαμερικάνικες επαναστατικές οργανώσεις. Μπορούμε να διαβάσουμε τώρα τα τοτινά κείμενα των σαντινίστας, συγκεντρωμένα στις εισηγήσεις του Wheelock που παρατίθεται απ' τον Ρίsani στο «Les Muchachos<i;)» . Αυτή ήταν αρχικά η αντίληψη που επικρατούσε στη Νικαράγουα. Μετά την αποτυχία των πρώτων εμπειριών ανταρτοπόλεμου το 1962 και το 1967, το FSLN τάχθηκε υπέρ μιας γραμμής παρατεταμένου επαναστατικού πολέμου, εμπνευσμένου περισσότερο από το παράδειγμα του Βιετνάμ παρά από τις φοκιστικές θεωρητικοποιήσεις. Γιατί; Επειδή υπάρχει μια μακριά παράδοση άμεσων στρατιωτικών επεμβάσεων των Ηνωμένων Πολιτειών στη Νικαράγουα.

Κοινωνική επανάσταση και εθνική απελευθέρωση θεωρούνταν λοιπόν αδιαχώριστες. Για να κερδίσουν την τελική νίκη έπρεπε να συνθλίψουν ταυτόχρονα την δικτατορία και τον εισβολέα. Εξ' ου, από την αρχή ακόμα, η έννοια του παρατεταμένου πολέμου.

Στα 1974 όμως, με πρωτοβουλία κατά τα φαινόμενα του Carlos Fonseca, γίνεται μια συζήτηση και μια αναπροσαρμογή. Άλλο πράγμα είναι να πολεμήσεις έναν εχθρό, ένα στράτευμα κατοχής με σάρκα και οστά, και άλλο πράγμα να οργανωθείς ενάντια σ' ένα εχθρό που παραμένει εικονικός, έστω κι αν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα εξωτερικής επέμβασης. Η στρατηγική λοιπόν διορθώθηκε:

- Ο καθημερινός εχθρός είναι η δικτατορία και πρέπει να προετοιμαστεί ένας ανατρεπτικός ξεσηκωμός για οριστική απαλλαγή από την τυραννία·

- Η κοινωνική επανάσταση από την άλλη μεριά οφείλει να θριαμβεύσει κατά την πιθανή ιμπεριαλιστική επέμβαση, και αυτό δεν θα το κατορθώσει παρά στο τέλος ενός παρατεταμένου πολέμου. Αυτό που τίθεται αμέσως σε ημερήσια διάταξη (για τα δύο από τα τρία ρεύματα που διαμορφώνονται*) είναι λοιπόν η επαναστατική ανατροπή της δικτατορίας. Μόνο έπειτα απ' αυτό θα άρχιζε ο πόλεμος ενάντια στην πιθανή εισβολή.

Από πρακτικής απόψεως αυτή η διόρθωση της στρατηγικής αλλάζει πολλά πράγματα. Για τη λεγόμενη «προλεταριακή» τάση μια επαναστατική προοπτική προϋποθέτει να δοθεί μια διαφορετική σημασία στην πολιτική δραστηριότητα, στη μαζική οργάνωση στους κοινωνικούς χώρους, στα συνδικάτα... Για την «τρίτη» τάση, η προετοιμασία ενός μαζικού ξεσηκωμού με καλές προοπτικές προϋποθέτει στρατιωτικές πρωτοβουλίες κυρίως στον τομέα των συμμαχιών με σκοπό να διαιρεθεί και να αποδυναμωθεί η αστική τάξη, να στερηθεί πρωτοβουλιών. Η δημιουργία της «ομάδας των 12» και η λειτουργία με την οποία επιφορτίσθηκε εντάσσονται μέσα σ' αυτό το πλαίσιο.

Το - φαινομενικά μόνο - παράδοξο είναι ότι εκείνα τα ρεύματα που τοποθετούνται σε μια μακροπρόθεσμη ιστορική προοπτική παρατεταμένου πολέμου με νικηφόρο τέλος, είναι περισσότερο αδιάλλακτα στο ζήτημα των συμμαχιών. Η προοπτική της συνολικής εκμηδένισης του αντιπάλου στο τέλος ενός παρατεταμένου πολέμου καθιστά το ζήτημα αυτό σχετικά δευτερεύον. Αντίθετα, όσοι θέλουν να καταλήξουν σε μια γρήγορη λύση είναι υποχρεωμένοι να αντιδράσουν και να πάρουν επιπλέον πρωτοβουλίες στο πολιτικό επίπεδο. Αυτό μπορέσαμε επίσης να το διαπιστώσουμε και στις συζητήσεις στο εσωτερικό των σαλβαδοριανών οργανώσεων.

Όλα αυτά μπορεί να μοιάζουν αρκετά μάκρυνα ή εξωτικά, θα μπορούσαμε ωστόσο να πάρουμε κάποιο μάθημα. Όταν μια επαναστατική οργάνωση παίρνει στα σοβαρά τη στρατηγική πάνω στην οποί «δουλεύει, οι συνέπειες δεν φαίνονται μόνο την τελευταία στιγμή. Βαραίνουν πάνω σ' όλες τις μορφές οργανωτικής οικοδόμησης και καθημερινής δραστηριότητας.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ακόμα κι αν αυτό μοιάζει ξένο ή παιδιάστικο μέσα στο σημερινό κλίμα, ότι αρκετά ρεύματα στη δυτική Ευρώπη τη δεκαετία του 70, υιοθέτησαν ιδέες εμπνευσμένες από τον παρατεταμένο πόλεμο. Μια οργάνωση σαν τη Lotta Continua, που αριθμούσε πολλές χιλιάδες μέλη και εξέδιδε μια καθημερινή εφημερίδα, δούλευε πάνω σε μια υπόθεση που είναι ένας από τους λόγους (βεβαίως όχι ο μοναδικός) της εξάπλωσης της τις χρονιές 76-77. Η θέση του συνεδρίου της τον Ιανουάριο του 1976 είναι ότι υπήρχε μια κατάσταση «παρατεταμένης επαναστατικής κρίσης» δηλαδή ανοιχτής και παρατεταμένης αντιπαράθεσης με τον αστικό κρατικό μηχανισμό. Αυτό πρακτικά μεταφραζόταν στη δυνατότητα να ψηφίσουν υπέρ μιας δημοκρατικής κυβέρνησης ή μιας αριστερής (χωρίς άλλη διευκρίνιση) κυβέρνησης, σαν το λιγότερο κακό, έχοντας σαν βασικό πρόβλημα το να διευρύνουν το χώρο της αυτόνομης δράσης της εργατικής τάξης, να προετοιμάσουν το σκελετό μιας προλεταριακής εξουσίας, να καταπιαστούν με επιμέρους πειραματισμούς βίαιης αντιπαράθεσης. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ένα από τους πυροδοτικούς μηχανισμούς της κρίσης της Lotta Continua (μαζί με την αλλαγή συγκυρίας το 1976 και τον εκρηκτικό αντίκτυπο του γυναικείου ζητήματος σε μια οργάνωση ισχυρά ιεραρχική) ήταν η αυτονόμηση του ένοπλου τμήματος της. Η επίσημη πολιτική γραμμή ενεθάρρυνε αυτή τη δυναμική όπως και το να φτάνουν κάποιοι τομείς της στα πιο ακραία όρια της λογικής τους. Πράγματι, ανεξάρτητα από τα λάθη πολιτικής εκτίμησης της κατάστασης, η στρατηγική υπόθεση που αξονιζόταν με βάση την έννοια της «παρατεταμένης επαναστατικής κρίσης» άνοιγε τη δυνατότητα μιας στρατιωτικής συγκέντρωσης δυνάμεων""'.

2. Η γενική ενεργητική απεργία

θεωρώντας αυτή τη στρατηγική υπόθεση σαν καθοδηγητικό μίτο δεν σημαίνει ότι για την κατάκτηση της εξουσίας θα υπάρξει μια γενική απεργία ή μια εξέγερση ή και τα δύο μαζί. Η ιστορία αποδεικνύεται πάντα πιο πλούσια από τις υποθέσεις.

Έχουμε καταδείξει ήδη ότι η γενική απεργία του Μάη '68, με μια χωρίς προηγούμενο μαζικότητα, ξαναέθεσε στην ημερήσια διάταξη τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε την επαναστατική κρίση στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, στο τέλος μια εποχής ευημερίας και σταθερότητας. Η διαφορά των όρων για μια στρατηγική συζήτηση είναι πολύ καθαρή πριν και μετά το '68 στη Δυτική Ευρώπη. Έτσι, η συζήτηση αυτή δεν περιορίζεται στις οργανώσεις της άκρας αριστεράς. Διαπερνά επίσης τα συνδικάτα (CGIL στην Ιταλία, Commissions Ovrieres στην Ισπανία, CFDT στη Γαλλία...), και σε σημαντικό βαθμό τα παραδοσιακά κόμματα (ευρωκομουνισμός, εργατική αριστερά...).

Τροφοδοτείται βέβαια και από σημαντικά γεγονότα: όχι μόνο από τη γαλλική γενική απεργία αλλά και από το απεργιακό κύμα 69-70 στην Ιταλία, την απεργία των βρετανών ανθρακωρύχων που ανέτρεψε τη συντηρητική κυβέρνηση το 1974, το απεργιακό κύμα ενάντια στη δίκη Burgos το 1970, στις γενικές απεργίες που πολλαπλασιάζονται κυρίως στη χώρα των Βόσκουν.

Το αποκορύφωμα είναι η επαναστατική εμπειρία της Πορτογαλίας 1974-1975. Ας θυμίσουμε επίσης, για να μην πέφτουμε σε μια λαθεμένη εικόνα όπως συχνά γίνεται, ότι αν το γαλλικό κίνημα του Μάη Ιούνη '68 με τα δέκα εκατομμύρια απεργούς είναι άνισα αναπτυγμένο, το επίπεδο των αγώνων είναι σημαντικά πιο ανεβασμένο μεταξύ '69 και '76 στην Ιταλία, στην Μεγάλη Βρετανία ή στην Ισπανία απ' ότι στη Γαλλία.

Ξεκινάμε λοιπόν απ' αυτήν την πραγματικότητα, που εκφράζει μια ποιοτική αλλαγή των συσχετισμών δύναμης υπέρ της εργατικής τάξης. Ως προς τι μέσα σ' αυτή τη συγκυρία είναι λειτουργική μια υπόθεση στρατηγικής πάνω στην ενεργητική γενική απεργία;

Θα πάρουμε εν συντομία τρία παραδείγματα: την Χιλή, την Γαλλία, την Ισπανία. Βεβαίως η Χιλή δεν είναι μια αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα. Αλλά μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα για πολλούς λόγους: από τη μια πλευρά, η δομή του εργατικού κινήματος (ένα δυνατό σοσιαλιστικό και ένα δυνατό κομμουνιστικό κόμμα, και μια σημαντική επαναστατική οργάνωση)· από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι η Χιλιανή εμπειρία βάρυνε ιδιαίτερα στους προβληματισμούς του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος στα μέσα της δεκαετίας του '70. Ξεκινώντας από τον απολογισμό της κατάστασης στη Χιλή ο Μπερλίνγκουερ επιχειρηματολογεί υπέρ της αναγκαιότητας του «ιστορικού συμβιβασμού», ενώ αρκετοί κύκλοι της άκρας αριστεράς συμπεραίνουν την αδυναμία των μικρών ανεξάρτητων επαναστατικών οργανώσεων.

Σ την περίπτωση της Χιλής, κάτω από κυβέρνηση Λαϊκής Ενότητας (1970-73), βλέπουμε ποιες είναι οι πρακτικές συνέπειες μιας στρατηγικής υπόθεσης για μια μειοψηφική επαναστατική οργάνωση. Ας πούμε συνοπτικά ότι πριν την εκλογική νίκη της Λ.Ε. το MIR (Κίνημα Επαναστατικής Αριστεράς) δούλευε πάνω στην προοπτική ενός παρατεταμένου λαϊκού πολέμου, με τη σύσταση απελευθερωμένων ζωνών στην ύπαιθρο ή στα βουνά. Η εκλογική νίκη του Αλλιέντε παρεμβαίνει σ' αυτό το πλαίσιο σαν μια παρένθεση, ένα διάλειμμα που πρέπει να χρησιμοποιηθεί όσο το δυνατόν καλύτερα για την ενίσχυση, την εξάπλωση και τη συσσώρευση δυνάμεων. Η πεποίθηση που κυριαρχεί στο MIR είναι ότι η εμπειρία Αλλιέντε θα καταλήξει πιθανώς σε μια μερική και περιορισμένη ήττα· θα έχει έτσι σαν αποτέλεσμα να καταρρίψει τις αυταπάτες του ρεφορμιστικού δρόμου και να βάλει σε ημερήσια διάταξη τα σημαντικά πράγματα.

Οι συνέπειες μιας τέτοιας προσέγγισης εμφανίζονται σε πολλά επίπεδα: α) Δεν μπορούμε να πούμε ότι το 1972 και 1973 το MIR έκανε μια συστηματική δουλειά προπαγάνδας και προετοιμασίας ώστε η γενική απεργία να γίνει η σχεδόν ενστικτώδης και αυθόρμητη απάντηση των μαζών σε μια επίθεση της αντίδρασης·. Ωστόσο, μπροστά στην απειλή ενός αντιδραστικού πραξικοπήματος (κίνημα Kapp το 1920 στη Γερμανία, Χιλή 1972-73, Πορτογαλία 1974-75) αυτό μπορεί να αποβεί αποφασιστικό στο να είναι οι εργαζόμενοι μαζικά εξοικειωμένα με μια άμεση απάντηση γενικής απεργίας. Η ιδέα της γενικής απεργίας συνεπάγεται περισσότερα από μια απλή παράλυση της παραγωγής. Την ημέρα του πραξικοπήματος του Πινοσέτ, ο Αλλιέντε πολιορκημένος στο Προεδρικό μέγαρο είχε ακόμα στη διάθεση του το ραδιόφωνο. Αλλά τα τελευταία του μηνύματα συμβούλευαν να μείνουν όλοι στις θέσεις εργασίας τους και να μη κουνηθούν. Δεν πρότειναν μια άλλη προοπτική αντίστασης. Άρα η γενική απεργία, όταν γίνει αντιληπτή σαν ένα σύνθημα δράσης και όχι μόνο σαν απλή διαπίστωση, απαιτεί μια μορφή συγκεντροποίησης του αγώνα.

β) Η προοπτική του MIR δεν οδηγούσε στη συστηματοποίηση των εμβρυακών στοιχείων δυαδικής εξουσίας προς την κατεύθυνση ενός γενικευμένου ξεσηκωμού. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που εξηγούν τη θέση του κατά τη συζήτηση πάνω στην πορεία των βιομηχανικών συντονιστικών επιτροπών. Αντί να πιέζει προς την κατεύθυνση της διεύρυνσης των λειτουργιών τους σαν κέντρο μιας εναλλακτικής λαϊκής εξουσίας (όπως προπαγάνδιζαν αρκετά τμήματα της σοσιαλιστικής αριστεράς), αποδεχόταν να τις περιορίσει στο συνδικαλιστικό τους ρόλο, κρατώντας για τον εαυτό του, σαν κόμμα, τα καθήκοντα της στρατιωτικής προετοιμασίας.

γ) Σε μια προοπτική γενικής απεργίας και μαζικής αυτοάμυνας είναι λογικό τα προβλήματα του εξοπλισμού (έστω και στοιχειώδους) και της περιφρούρησης να είναι οργανικά συνδεδεμένα με το μαζικό κίνημα. Η μέριμνα είναι να βοηθηθεί ό,τι πριμοδοτεί συσσώρευση εμπειριών μέσα στα συνδικάτα, στις συνοικίες.

Σε κάθε συναγερμό ή φήμη για πραξικόπημα αντίθετα, το MIR έδινε την προτεραιότητα στη δίκη του κομματική επιχειρησιακή ετοιμότητα, «επιστράτευε» τα μέλη του, οργάνωνε τις δικές του γραμμές.

δ)Αν το ζήτημα είναι να προετοιμάσουμε μια αντιπαράθεση, η δουλειά μέσα στο στρατό αποβλέπει στο να τον διαιρέσει οργανώνοντας μαζικά τους στρατιώτες πάνω σε δημοκρατικές και υλικές διεκδικήσεις, δίπλα στο εργατικό κίνημα. Αν αντίθετα φρονούμε ότι η προοπτική είναι αυτή μιας περιορισμένης ήττας, που δεν θα είναι παρά μια περιπέτεια, πρέπει πρωταρχικά να κάνουμε μια δουλειά συνωμοτική, διεισδυτική και έξυπνη, όχι για άμεση δράση αλλά για την προετοιμασία των αυριανών ή μεθαυριανών αναμετρήσεων.

Ιδού λοιπόν τέσσερα ζητήματα που δείχνουν καθαρά πώς μεταφράζεται πρακτικά μια στρατηγική επιλογή. Εν ολίγοις, μπορεί κανείς να καταλήξει να προετοιμάζει τα υποθετικά μεθαυριανά καθήκοντα σε βάρος των τωρινών καθηκόντων. Αυτός είναι ένας από τους λόγους (προφανώς όχι ο μόνος, με δεδομένο έτσι κι αλλιώς το πολύ περιορισμένο βάρος του MIR) για τους οποίους παρά τις απεργίες και την άοπλη αντίσταση των εργαζομένων, το πραξικόπημα επιβλήθηκε σχετικά εύκολα (αν το συγκρίνουμε με άλλες ιστορικές εμπειρίες) σ' ένα μαζικό κίνημα ακόμα δυνατό αλλά στερημένο κεντρικής καθοδήγησης.

Το MIR ήταν μια οργάνωση της οποίας η θέληση και η επαναστατική ειλικρίνεια είναι αναμφίβολα. Αλλά δρώντας σε μια λανθασμένη προοπτική, βρέθηκε εν μέρει παραλυμένο μέσα στη δοκιμασία, κακά προετοιμασμένο γι' αυτόν τον τύπο της ήττας και για τις καινούργιες συνθήκες αγώνα που απορρέουν απ' αυτόν. Κάτι για το οποίο μαρτυρά πολύ καλά το βιβλίο με τις αναμνήσεις του Carmen Castillo (Un jour d' octobre a Santiago, εκδ. Stock).

Έχουμε ήδη υπογραμμίσει ότι η γενική απεργία σαν στρατηγική προοπτική δεν είναι μια απλή γενίκευση της απεργίας, θέτει ένα διπλό ζήτημα νομιμοποίησης και συγκεντροποίησης: κοινωνική νομιμοποίηση της καθοδήγησης της απέναντι στους θεσμούς του κράτους και συγκεντροποίησης των δυνάμεων που κινητοποιεί. Γιατί ένα κοινωνικό κίνημα φαινομενικά ισχυρό, μπορεί να ηττηθεί βιαίως αν το Κράτος διατηρεί μια αδιαφιλονίκητη νομιμότητα και μπορεί να πάρει πρωτοβουλίες ακόμα και με περιορισμένες δυνάμεις αλλά πιστές και αποτελεσματικές. Η αστική τάξη που έχει πολλές σχετικές εμπειρίες, γνωρίζει τη χρησιμότητα σε κρίσιμες καταστάσεις των έκτακτων σωμάτων, που μπορούν ακριβώς να της επιτρέψουν να ξαναπάρει την πρωτοβουλία. Από το 1919 ακόμα, στη Γερμανία, για να αντιμετωπίσει την αποσύνθεση του στρατού οργανώνει τα περίφημα «τάγματα εθελοντών». Στην Πορτογαλία, οι κομάντος του Amadora που του επέτρεψαν να καταγάγει μια αποφασιστική νίκη (περισσότερο πολιτική παρά στρατιωτική) στις 25 Νοεμβρίου 1975, δεν αριθμούσαν παρά μερικές εκατοντάδες στρατιώτες. • Η πραγματική λειτουργία της γενικής απεργίας μπορεί να διαφανεί από το παράδειγμα του Μάη '68 στη Γαλλία. Περιέργως, με μια πρώτη ματιά, τα εργατικά συνδικάτα δεν κάλεσαν ποτέ σε γενική απεργία. Αρκέστηκαν στη γενίκευση της απεργίας. Και αφού η απεργία γενικευόταν, ποιος ο λόγος να καλέσουν σε μια γενική απεργία; Υπάρχει ωστόσο μια διαφορά και μάλιστα σημαντική. Αν η CGT, η CFDT ή ένα κοινό συνδικαλιστικό μέτωπο είχε ρίξει το σύνθημα της γενικής απεργίας:

α) θα όφειλαν να καθορίσουν μια κοινή εθνική πλατφόρμα, αφού, σ' αυτή την περίπτωση, δεν μπορεί πια να λυθεί η απεργία εργοστάσιο με εργοστάσιο, αφού δεν άρχισε έτσι. Επικεντρώνουμε λοιπόν το στόχο πάνω στον οποίο παλεύουμε και που θέλουμε από κοινού να κατακτήσουμε. Έτσι, η αποχώρηση του Ντε Γκωλ θα μπορούσε να έχει τεθεί σαν όρος για την έναρξη των διαπραγματεύσεων. Γιατί, από το γεγονός και μόνο της συγκεντροποίησης της η γενική απεργία γίνεται πολιτική. Παύει να είναι ένα άθροισμα από διεκδικητικές απεργίες.

β) Πάνω σε ποια κεκτημένα αποτελέσματα η γενική απεργία μπορεί να σταματήσει μια και δεν θα μπορούσε να ξεφτίσει στη βάση τοπικών διαπραγματεύσεων;

γ) Η συγκεντρωποίηση, τέλος, της απεργίας θέτει το ερώτημα: ποιος την καθοδηγεί; Οι κανονικές ηγεσίες, μια κεντρική απεργιακή εκλεγμένη επιτροπή, ή ένας συνδυασμός και των δύο;

Το θέμα λοιπόν δεν είναι να γίνει η γενική απεργία ένα φετίχ, αλλά μια πορεία πλούσια σε στρατηγικές συνέπειες. Στη Ισπανία το σύνθημα της γενικής επαναστατικής απεργίας ενάντια στη δικτατορία, ήταν το καθοδηγητικό νήμα των συντρόφων της LCR μεταξύ 1974-1976. Μπορούμε να το συζητήσουμε εκ των υστέρων, πιστεύω όμως ότι ήταν σωστό.

Το σφάλμα ήταν άλλο: ήταν η πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία η πτώση του φρανκισμού θα σήμαινε την άμεση διάνοιξη μιας επαναστατικής κρίσης. Το στοίχημα αυτό ήταν συνδεδεμένο με μια γενικότερη ανάλυση για την εμφάνιση μιας εκρηκτικής κατάστασης σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Το πρακτικό όμως πρόβλημα προσανατολισμού ήταν η δημιουργία των πιο ευνοϊκών για το εργατικό κίνημα όρων ανατροπής της δικτατορίας, όποια κι αν ήταν η μετέπειτα εξέλιξη της κατάστασης.

Ποια ήταν λοιπόν η πιο επιθυμητή εξέλιξη; Αυτό που τελικά έγινε; ο αργός θάνατος του τύραννου και η ελεγχόμενη μετάβαση η οποία, υπό την αιγίδα της επανεγκατεστημένης μοναρχίας, θεσμοποίησε τη δημοκρατία διατηρώντας βέβαια ανέπαφο τον κατασταλτικό μηχανισμό; Ή αντίθετα, αυτό που ήταν ρεαλιστικό, η ανατροπή της δικτατορίας από τη μαζική δράση; Δεν πρόκειται για μια αφηρημένη ιδέα. Τη στιγμή που υπάρχει η πείρα μαζικών κινητοποιήσεων ενάντια στη δίκη Burgos, των μεγάλων τοπικών απεργιών και η μεγαλύτερη απεργιακή έκρηξη στην Ευρώπη (εκτός του Μάη '68) στο πρώτο εξάμηνο του 1976, μια τέτοια δυνατότητα ήταν πραγματικά ανοιχτή.

Το γεγονός ότι τα πράγματα δεν έγιναν δεν σημαίνει ότι η γραμμή σ' αυτό το ζήτημα ήταν λανθασμένη. Τα λάθη, οπωσδήποτε υπαρκτά, που διαπράχθηκαν δεν προέρχονται μηχανιστικά απ' αυτή τη διαμάχη σχετικά με τη γενική επαναστατική απεργία που θα επέτρεπε στο εργατικό κίνημα να φτάσει στον μεταφρανικισμό με καλύτερες θέσεις, ό,τι κι αν γινόταν στη συνέχεια. Δεν πρέπει ποτέ να συγχέουμε ένα σύνθημα με μία πρόβλεψη, όπως δεν πρέπει να θεωρούμε αυτό που συνέβη στην πραγματικότητα σαν τη μόνη ιστορική πιθανότητα. Από την άλλη μεριά η λάθος εκτίμηση δεν υπήρξε χωρίς πρακτικές συνέπειες από τη στιγμή που προσπαθήθηκε να βγει απ' αυτήν μια γραμμή πλεύσης.

Με το να υποθέτεις ότι η επαναστατική κρίση είναι σχεδόν σίγουρη βραχυπρόθεσμα (άλλο πράγμα είναι να παλεύεις για να πραγματοποιηθεί μια γενική απεργία, κι άλλο πράγμα να θεωρείς ότι θα πραγματοποιηθεί και θα καταλήξει σε επαναστατική κρίση) κινδυνεύεις να περιορίσεις στο ελάχιστο τις δημοκρατικές και εθνικές διεκδικήσεις, οι οποίες θεωρήθηκαν ένα πάρεργο σε σχέση με την προετοιμασία του αγώνα για την εξουσία σε πανεθνική κλίμακα.

3. Για ποιο λόγο γενική ενεργητική απεργία;

Σε μια ανοιχτή επαναστατική κρίση η ιδέα της γενικής απεργίας είναι στενά δεμένη με την ιδέα της εξέγερσης. Έχουμε εδώ να κάνουμε με καταστάσεις κρίσιμες και όχι απλά με μια μέρα συνδικαλιστικής δράσης. Δεν έχει λοιπόν μεγάλη σχέση με τα άμεσα καθήκοντα μας. Αλλά σε ακραίες καταστάσεις το ένα δύσκολα πάει χωρίς το άλλο.

Ένας από τους λόγους για τους οποίους απέτυχε η γενική απεργία στο Σαλβαδόρ τον Ιανουάριο του 1981 είναι ότι μέσα σε μια κατάσταση μιας ήδη ανοιχτής αντιπαράθεσης, οι εργαζόμενοι διστάζουν να ριψοκινδυνεύσουν μια γενική πολιτική απεργία, αν δεν έχουν την εγγύηση ότι μπορούν να προστατευθούν από τη καταστολή.

Αντίστροφα, μια εξέγερση χωρίς γενική απεργία (ή μαζική κοινωνική κινητοποίηση) αντιμετωπίζει τον κρατικό μηχανισμό με όπλα τουλάχιστον άνισα. Οι διηγήσεις του Jan Valtin (Sans patrie ni frontieres), του Neuberg (L'Insurrection armee) ή του συντρόφου μας Jungclass σχετικά με την εξέγερση του Οκτώβρη 1923 στο Αμβούργο είναι εύλογες. Για τρεις μέρες οι αγωνιστές του κόμματος μάχονταν στους δρόμους και στις συνοικίες ενώ η πλειοψηφία των εργαζομένων συνέχιζε να πηγαίνει στη δουλειά. Είναι το κόμμα μόνο του που μάχεται, έστω κι αν βρίσκει κάποια αλληλεγγύη. Το ίδιο ισχύει και για την εξέγερση του Schutzbund στη Βιέννη το 1934. Στα 1927 η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία άφησε να χαθεί η ευκαιρία να καλέσει σε γενική απεργία και να πάρει έτσι τη πρωτοβουλία απέναντι σε μια άκρα δεξιά ακόμη αδύναμη. Όλα τα σχέδια ήταν έτοιμα. Σύμφωνα όμως και με τη σχετική διήγηση του Ερνστ Φίσερ, η ηγεσία το έσκαγε από τη πίσω σκάλα τη στιγμή που η ηγεσία των εργατών ανέβαινε τη κυρίως σκάλα για να πάρει τη γραμμή. Σ' αυτό το διάστημα η οπλισμένη εργατική εμπροσθοφυλακή συνέχιζε τις κυριακάτικες προπονήσεις της. Στα 1934 αντίθετα, σε μια τελευταία κίνηση σωτηρίας το Schutzbund πολέμησε, αλλά αυτή τη φορά σαν το ψάρι έξω από το νερό. Δεν υπήρξε πια γενική απεργία. Ο αποσυγχρονισμός αυτών των δύο σφράγισε την ήττα. Αυτό το αδιαχώριστο - αναπόφευκτο εν μέρει - μαζικού κινήματος και στρατιωτικών προετοιμασιών είναι ένα κομβικό πρόβλημα. Ας δούμε τι λέει η Κλάρα Τσέτκιν το 1924 στο 5ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς πάνω στα λάθη και στις αδυναμίες του γερμανικού Οκτώβρη το 1923: «Βλέπω τις αιτίες της ήττας του Οκτώβρη σε μια σειρά γεγονότα που απαιτούν μια αυστηρή κριτική της προηγούμενης στάσης του κόμματος. Η κατάληψη του Ruhr καθιστούσε την κατάσταση επαναστατική. Το κόμμα όφειλε να κατευθύνει τις επαναστατικές δυνάμεις που αναδεικνύονταν, να τις οδηγήσει στη πάλη για την κατάληψη της εξουσίας. Αλλά δεν μπόρεσε να καταλάβει έγκαιρα την κατάσταση, θα έπρεπε να δράσει στο κοινοβούλιο, στα δημοτικά συμβούλια, στις συγκεντρώσεις, στις διαδηλώσεις, στα εργοστασιακά συμβούλια, θα έπρεπε να προσδώσει στα εργοστασιακά συμβούλια ένα ρόλο πολιτικό και να τα καταστήσει, όπως στα προηγούμενα χρόνια, σημείο στήριξης μιας μαζικής δράσης. Όταν η ηγεσία συνειδητοποίησε το σφάλμα της βάλθηκε να οργανώνει πυρετωδώς τον εξοπλισμό του κόμματος. Αλλά ο εξοπλισμός πρέπει να συμβαδίζει με την συνείδηση της αναγκαιότητας του ένοπλου αγώνα. Οι ηθικοί παράγοντες πρέπει να αντισταθμίζουν την ανεπάρκεια των όπλων. Μέσα στον αγώνα το προλεταριάτο θα καταλάβει την αναγκαιότητα του να οπλιστεί καλύτερα για να νικήσει τον αντίπαλο. Το κόμμα έκανε πολύ λίγα για να το εξηγήσει αυτό. Η πολιτική του και η δράση του δεν συνδέονταν με τις μάζες. Γι αυτό η κυβέρνηση του Saxe έκανε ένα φοβερό λάθος. Η εργατική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να έχει κάποια σημασία παρά μόνο αν ήταν το επιστέγασμα ενός μαζικού κινήματος στηριγμένου πάνω στα όργανα του προλεταριάτου... Πίστεψαν αντίθετα ότι η εργατική κυβέρνηση θα είναι το σημείο εκκίνησης ενός μαζικού κινήματος και του εξοπλισμού του προλεταριάτου. Έγιναν έτσι ποικίλα λάθη στην εφαρμογή της τακτικής του ενιαίου μετώπου. Το αποτέλεσμα ήταν: ούτε άντρες, ούτε όπλα. Ειπώθηκε εδώ ότι η συγκροτημένη υποχώρηση του κόμματος δεν ταίριαζε με την επαναστατική θέληση των μαζών και του κόμματος. Αυτό δεν είναι σωστό. Οι μάζες δεν ήταν προετοιμασμένες. Το κόμμα δεν μπόρεσε να χρησιμοποιήσει της κατάσταση του επαναστατικού πνεύματος. Ακόμα και η εξέγερση του Αμβούργου δείχνει αυτό που λέω. Όλος μου ο θαυμασμός για τις εκατοντάδες των ηρώων που πολέμησαν στο Αμβούργο δεν μ' εμποδίζει να διαπιστώσω ότι ούτε τα άλλα μέλη του κόμματος ούτε το υπόλοιπο του προλεταριάτου του Αμβούργου εκδήλωναν την αλληλεγγύη τους. Και ωστόσο, υπήρχαν 14.000 κομμουνιστές στο Αμβούργο...»

Όλες αυτές οι εμπειρίες και τα διδάγματα τους αποτελούν την κληρονομιά μας. Οπωσδήποτε πολλά πράγματα άλλαξαν από τότε ως προς τις μορφές του Κράτους, τους στρατιωτικούς μηχανισμούς, τη βαρύτητα των διεθνών παραγόντων. Πιθανότατα οι αυριανές κρίσεις να προσκομίσουν πολλά νέα στοιχεία. Αλλά αν δεν θέλουμε να πλέουμε χωρίς μπούσουλα, κάθε προβληματισμός για την επαναστατική στρατηγική πρέπει να ξεκινά όχι από τις θεωρίες για το μέλλον αλλά από την κατακτημένη εμπειρία διακινδυνεύοντας στην πορεία τη διόρθωση, την τροποποίηση, τον εμπλουτισμό της. Είναι αλήθεια άλλωστε ότι στην περίπτωση μας η σχέση βρίσκεται ανάμεσα στη στρατηγική γραμμή και τα καθημερινά μας καθήκοντα: σχέση χαλαρή, αλλά όχι ουδέτερη. Γιατί για να ακολουθήσει κάποιος αποφασιστικά ένα επαναστατικό πρόγραμμα χρειάζεται πάντα να βρει τη σχέση ανάμεσα στο κίνημα και στον τελικό στόχο, ακόμα κι αν οι διαμεσολαβήσεις ανάμεσα σ' αυτά τα δυο είναι πολλαπλές και σύνθετες. Αυτή είναι η σχέση που ορίζει το κοινό πλαίσιο μιας επαναστατικής οργάνωσης και της επιτρέπει να ξεπερνά όλες τις διαφωνίες που αναπόφευκτα προκύπτουν σ' ένα μεγάλο αριθμό τακτικών ζητημάτων.

Σημειώσεις

1. Βλέπε στο θέμα αυτό Les crises, la crise1, 1' enjeu, ed. La Breche.

2.. H επιστημονίστικη αυτή αντίληψη για τον μαρξισμό βρίσκεται τόσο στη σοσιαλδημοκρατία της 2ης Διεθνούς όσο και στη σταλινική παράδοση. Βλέπε γι' αυτό το θέμα το «Theses» sur le concept d' Histoire» του w. Benjamin. Επίσης «Le marxismel'eninisme» του G. Labiera.

3. Στις επιθέσεις του Λένιν προς τη Λούξεμπουργκ επεμβαίνουν προφανώς τότε και οι διαφωνίες τους πάνω στο ζήτημα της συσσώρευσης του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Οι θέσεις της Ρόζας αποδέχονταν τελικά μια αντικειμενική προοπτική κατάρρευσης του συστήματος όταν ο ιμπεριαλισμός θα έφτανε στο απόλυτο όριο του ανάπτυξης, όταν δηλαδή ο τελευταίος αγρότης της τελευταίας αποικιοκρατούμενης χώρας θα ενσωματωνόταν στην μισθωτή εργασία.

4. Socialist Register, 1977: The genesis of «State and Revolution» του Marian Sawer

5. H. Neuberg: L' iusurrection armee (ed. Maspero)

6. Perry Anderson: Sur Gramsci (ed. Maspero)

7.. Βλέπε επίσης Pierre Franck: Histoire de Γ Internationale communise (ed. La Breche), και Giacomo Marramao: Critica del capitalismo a ideologias de la crisis en los anos 20 y 30 (ed. Passade y presente).

8. Βλέπε τα δυο Τετράδια του Pierre Roussel πάνω στη Κινέζικη Επανάσταση (cahiers de l' I.I.R.F. d' Amsterdam)

9.. Για περισσότερες λεπτομέρειες πάνω στη στρατηγική συζήτηση στη Νικαράγουα, βλέπε το βιβλίο «La Revolution nicaraguaenne par les textes», εκδ. La Breche.

* To F.S.L.N. (Σαντινίστας) είναι η επαναστατική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1961 κάτω κυρίως από την επιρροή της Κουβανέζικης Επανάστασης. Από τα μέσα της δεκαετίας του '70 η οργάνωση περιλαμβάνει τρία διαφορετικά ρεύματα: 1) το ρεύμα του «παρατεταμένου λαϊκού πολέμου» με εκπρόσωπο τον Tomas Borge, 2) την «προλεταριακή» τάση με κύριο εκπρόσωπο τον Jaime Wheelock, 3) την «τρίτη» τάση την επονομαζόμενη «terceriste», με βασικούς εκπροσώπους τους αδελφούς Ortega· (σημείωση μεταφραστών).

10. Βλέπε και το άρθρο «Les avatars d' un certain realisme (a propos d' un congres de Lotta Contina)» του D. Bensaid, στο Quatrieme Internationale, No 20 21, 1975.