Αναζητώντας τη χαμένη τιμή του ελληνικού καπιταλισμού (Η Αριστερά της ήττας)
της Σύνταξης

«Η μετατροπή του επιχειρηματία σε κερδοσκόπο είναι μεγάλο χτύπημα για τον καπιταλισμό, γιατί καταστρέφει την ψυχολογική ισορροπία που επιτρέπει να διαιωνίζονται οι άνισες ανταμοιβές. Το οικονομικό δόγμα των κανονικών κερδών, όπως αόριστα το αντιλαμβάνονται όλοι, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της δικαίωσης τον καπιταλισμού». (J.M. Keynes, «Collective Works»; τ. 9, σελ. 69, Me Millan, London 1972. Παρατίθεται στο «Τα οικονομικά χωρίς προσωπείο», των Green - More. «Κάλβος» 1980, σελ. 303).

«Η Αριστερά ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και τον δημόσιον και ιδιωτικού τομέα, των συνεταιρισμών και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των ίδιων των εργαζομένων. Μέσα όμως σε νέα πλαίσια που διασφαλίζουν την ένταξη αυτής της επιχειρηματικότητας στην επίτευξη δημοκρατικά καθορισμένων κοινωνικών στόχων». (Από την προγραμματική συμφωνία KKE EAP, «Τα Νέα». 8.12.1988, σελ. 16).

της Σύνταξης

1. Μια «κρίση» μπορεί να κρύβει πολλές άλλες

Ενώ η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ καταρρέει σα χάρτινος πύργος μέσα σε ένα κλίμα αμοιβαίας υποψίας, δολοπλοκιών, αυτονόμησης επιμέρους μηχανισμών, γενικής ρευστότητας στην πολιτική σκηνή και ευρύτατης ιδεολογικής και πολιτικής σύγχυσης, μέσα δηλαδή σε αυτό που συνηθίστηκε να αποκαλείται γενική «κρίση» της «κοινωνίας μας» και ενώ οι πολιτικές εξελίξεις μέσα στους επόμενους μήνες είναι δύσκολο να προβλεφθούν, τίθεται επιτακτικό ερώτημα του ποια είναι τα αίτια που προκάλεσαν την κυβερνητική αστάθεια των τελευταίων μηνών. Πριν επιχειρήσουμε την απάντηση του ερωτήματος, θα ανιχνεύσουμε κάποιες όψεις τη: σημερινή: συγκυρίας που η «κρίση», τα «σκάνδαλα» και η «εθνική ομοψυχία για την κάθαρση» πιθανά συγκαλύπτουν. Γιατί πιστεύουμε ότι οι αθέατες αυτές όψεις της «κρίσης» δίνουν το πραγματικό στίγμα της και διαγράφουν και τις προοπτικές «διεξόδου». Η «κρίση» λοιπόν κρύβει μια σειρά από σοβαρές, πραγματικές κρίσεις.

1.1. Η συγκάλυψη της πολιτικής

Μια και η «κρίση» θεωρείται συνέπεια της γενικής πασοκικής φαυλότητας, της καμαρίλας των παρασκηνίων και της «εξουσίας των εγκαθέτων» δεν τίθεται ζήτημα ενός ιδιαίτερου πολιτικού πλαισίου για τη διέξοδο από την κρίση: αρκεί να σταματήσει η «διασπάθιση του δημοσίου χρήματος», και η όποια πολιτική «νοικοκυρέματος» θα φέρει την ανόρθωση. Η Ν.Δ. δεν χρειάζεται πλέον να μιλήσει για το νέο «πολιτικό συμβόλαιο» με το λαό μια και αρκεί το σύνθημα «έξω οι κλέφτες» και ίσως κάποιες βαθυστόχαστες αναλύσεις - οργανικών και μη - διανοουμένων της: «Η σήψη ξεπέρασε πια τα όρια... άλγη που τρέφονται από τα δηλητηριώδη απόβλητα... και μετατρέπουν και αυτό ακόμη το τέλμα σε χαβούζα που κυριαρχεί ο ηθικός και κοινωνικός θάνατος του έθνους». (Ι. Παλαιοκρασσάς Καθημερινή 2 10 88). Ακόμη, η σήψη έχει φθάσει σε τέτοιο σημείο ώστε γίνονται «ληστείες καταμεσήμερο με εκατοντάδες θεατές... κλοπές σε σπίτια... ξυλοδαρμοί πολιτών» (Γ. Ταμπακόπουλος, Καθημερινή 2 10 88). Δεν θα μπορούσε όμως η Ν.Δ. να εμπεδώσει μια παρόμοια γραμμή αν δεν πατούσε στο βάθρο της ευρύτατης δυνατής συναίνεσης του συνολικού πολιτικού φάσματος της χώρας. Όλοι οι αποχωρούντες, παραιτούμενοι αλλά και δυσαρεστημένοι του ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιούν ακριβώς τα ίδια ιδεολογήματα του συναινετικού οπλοστασίου: νέο «ήθος και ύφος της εξουσίας» θέλει ο Γ. Παπανδρέου, διαφωνεί με το «ύφος της κυβέρνησης» ο Κ. Σημίτης. καταγγέλλει τους καταχραστές και απατεώνες ο Στ. Γιώτας, θεωρεί «χουντικό» τον Ραυτόπουλο της ΓΣΕΕ ο Στ. Τζουμάκας. για εμπόδια στην «κάθαρση» μιλούν οι εγκαταλείποντες το κυβερνητικό άρμα. Μερικοί γραφικοί τύποι θα συνδέσουν βέβαια τα σημερινά με παλιότερες εμπειρίες τους όπως ο Ε. Γιαννόπουλος, που συνιστά στους διαδόχους του στο υπουργείο Ναυτιλίας να μη το κάνουν «κεραμιδαριό». Όμως η συνεκτίμηση και ιδεολογική ταύτιση αυτή δεν σταματά στα δυο μεγάλα κόμματα.

Για να μην παραθέσουμε τον Λ. Κύρκο που έχει μετατραπεί σε ιεροκήρυκα της δημόσιας και ιδιωτικής ηθικής ας δούμε τις ανακοινώσεις του ΚΚΕ που θεωρούν «ότι το θέμα της κάθαρσης αποτελεί εθνική ανάγκη και απαιτεί: να κατατεθεί αμέσως η Απλή Αναλογική και να πάμε σε εκλογές για να πάρει ο ίδιος ο λαός στα χέρια του την κάθαρση και την πορεία της χώρας». (7 11 88). Φαίνεται ότι η έκκληση αυτή είχε αρκετή απήχηση γιατί στις 30 11 88 ο «Ριζοσπάστης» θα διαπιστώσει ότι «οι εργαζόμενοι έδωσαν στο αίτημα της κάθαρσης ουσιαστικό περιεχόμενο, δεμένο με λύσεις σε εκρηκτικά λαϊκά προβλήματα (υγεία, παιδεία, ανεργία, συλλογικές συμβάσεις κ.λπ.) απαιτώντας ταυτόχρονα να φύγουν από τη ΓΣΕΕ, οι Κοσκωτάδες τον συνδικαλισμού». Ο Μ. Ανδρουλάκης θα συμπυκνώσει την όλη θέση πολιτικά στο επιγραμματικό: «Και ο Κοσκωτάς και ο "κοσκωτισμός" αποτελούν την αδιαφάνεια». Τέλος, το όλο πλαίσιο κλείνει με την πρόταση για σύσκεψη των αρχηγών των κομμάτων που έκανε ο Χ. Φλωράκης στα τέλη Νοέμβρη με στόχο τη «δημοκρατική διέξοδο από την κρίση». Είναι λοιπόν φανερό ότι η συνολική διολίσθηση του πολιτικού φάσματος προς τα δεξιά μετά την εφαρμογή της πολιτικής της «λιτότητας» (βλ. το άρθρο της Σύνταξης στις θέσεις 25) επισημοποιείται μέσα από την ομοιομορφία των προβαλλομένων «δημοκρατικών» διεξόδων, μέσα από την «εθνική ταύτιση» Αριστεράς και Δεξιάς με πρωτοβουλίες που το πολιτικό τους περιεχόμενο εξαντλείται στο αίτημα της κάθαρσης.

1.2. Η «πολιτική» του ιδιωτικού

Όσο όμως οι θέσεις των κομμάτων συγκλίνουν και περιορίζονται στο αίτημα της κάθαρσης άλλο τόσο πολιτικοποιείται το διαδικαστικό και προβάλλονται ως πολιτική ανάλυση «πραγματείες» για το «ιδιωτικό». Είναι φανερό ότι επειδή ακριβώς πρόκειται για την «ιδιωτική σφαίρα» προεξέχοντα ρόλο δεν έχουν εδώ τα κόμματα και οι οργανώσεις αλλά τα «άτομα»: ο «αυταρχικός και άπιστος πρωθυπουργός», ο «πατριώτης πρόεδρος», οι «κακοί» της εξουσίας και της οικονομίας. Τα σενάρια αυτά αναλαμβάνουν να μας διαμεσολαβήσουν οι διαχειριστές της κοινοτυπίας, δημοσιογράφοι κ.λπ. Έτσι διαβάζουμε: «Η υγεία του πρωθυπουργού, το "πολιτικό θέμα", καλύφθηκε από ένα πέπλο μυστηρίου... Έγινε, έτσι, αδιαφανές και γι' αυτό ιδιωτικοποιήθηκε... [Ο πρωθυπουργός] με μεθοδική και ελεγχόμενη πληροφόρηση, με πρωτοσέλιδες δηλώσεις και πράξεις, ψεκάζει τον ελληνικό λαό με τα ξεθωριασμένα και γραφικά υλικά του όψιμου ειδυλλίου του... Δημοσιοποίησε, σκανδάλισε και τελικά πολιτικοποίησε οριστικά μια υπόθεση που ο ίδιος όρισε ως ιδιωτική... Η ρευστοποίηση της διάκρισης ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο δημόσιο., δεν είναι ασφαλώς πρόσκαιρα ή περιστασιακά συμπτώματα του πολιτικού μας συστήματος. Υπογραμμίζουν τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ισχύος που συσσώρευσε μεθοδικά ο πρωθυπουργός. Η δύναμη αυτή κατέστρεψε, άλλοτε επιδεικτικά και άλλοτε ανεπαίσθητα, τη θεσμική σημασία κάθε κρατικής συλλογικότητας, του Κοινοβουλίου, του υπουργικού συμβουλίου, του κυβερνώντος κόμματος κ.λπ. Η πραγματική αυτή εξουσία είναι η ορατή άρνηση κάθε σαφούς διάκρισης ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό». (Γ. Πάσχος, Καθημερινή 25 9 88).

Παράλληλα μ' αυτή τη θεωρητικοποιημένη εκδοχή για το «μεσαιωνικό» χαρακτήρα του πολιτικού μας συστήματος, που δίνεται ως ερμηνευτικό κλειδί των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, ας δούμε και κάποιον που μιλάει πιο καθαρά μια και δεν ασχολείται με την «υψηλή θεωρία», το δημοσιογράφο Γ. Βότση. Ο Βότσης θα στηλιτεύσει την αναισχυντία της εξουσίας παραθέτοντας ως διερμηνεύοντα το κοινό αίσθημα τον Κ. Μητσοτάκη, με τις δηλώσεις που ο τελευταίος έκανε μετά την σύλληψη Κοσκωτά. θα έχει όμως και την ευκαιρία να παρουσιάσει μια συνολική σύνθεση των απόψεων του για την «πολιτική» στα σημειώματα - ανταποκρίσεις που έγραφε από τη Αυστραλία («Ελευθεροτυπία» 24 11 88): «Στην Αυστραλία στις επαφές του με τους Έλληνες μετανάστες ανακαλύπτουμε έναν άλλον Σαρτζετάκη:... Απλό, προσιτό, ευπροσήγορο... Μέσα στη σημερινή δυσωδία του δημόσιου βίου. πολλοί αρχίζουν να τον βλέπουν εξ αντιδιαστολής σαν όαση...». Ή πάλι αναφερόμενος στον αυστραλό πρωθυπουργό έχει την ακόλουθη «πολιτική» ανταπόκριση: «Εκτός από γκολφ, ο 60χρονος Αυστραλός πρωθυπουργός επιδίδεται ακόμη στο τένις, το κρίκετ και την ιππασία. Φαίνεται ότι εκτός από τη διαχείριση της εξουσίας, διοχετεύει τη ζωτικότητά του αποκλειστικά στα σπορ. Αποδεδειγμένα μονογαμικός, έχει ομήλικη σύζυγο - που τον περνάει μάλιστα κάτι μήνες...». Κι εδώ η «πολιτική» του ιδιωτικού καλείται λοιπόν να «ερμηνεύσει» τις παραμέτρους της «κρίσης». «Επαινείται» ένα άλλου τύπου ιδιωτικό, που δεν έχει να κάνει με τις «μεσαιωνικές» και «λαϊκίστικες» θηριωδίες του δικού μας πρωθυπουργού.

Τέλος για να κλείσουμε την αναφορά μας σ' αυτή την ιδιόρρυθμη φιλολογία περί «πολιτικής» του ιδιωτικού, φιλολογία που έρχεται να καλύψει το κενό πολιτικής ανάλυσης, αξίζει να αναφερθούμε στο γνωστό δίδυμο Στ. Κούλογλου - Α. Κοσώνα που ως «κυνηγοί κεφαλών» αναδεικνύουν τις ιδιωτικές παραμέτρους της πολιτικής, είτε ως private detective στο Ρίο (»ΒΗΜΑ» 2-11.11.88). είτε ως εμβριθείς ερευνητές για τη βία και τις καταστροφές στην κατάληψη του Πολυτεχνείου μετά την αθώωση του Μελίστα («ΒΗΜΑ» 2.10). ή για την «Αυλή του Χέρφιλντ» («ΒΗΜΑ» 9.10), είτε ως σεναριογράφοι των ντεσού της εξουσίας («ΒΗΜΑ» 4 -12.1.88). Σ' όλα αυτά τα εξαιρετικά επίκαιρα αναγνώσματα θεσμοθετείται ως έγκυρη δημοσιογραφία η πολιτική της κλειδαρότρυπας, της έρευνας προσώπων μέσω μαρτυριών («ένας αστυφύλακας μου είπε...») και της «απομυθοποίησης της εξουσίας» μέσα από τη μυθοποίηση των προσώπων [Ο διπρόσωπος «προικοθήρας», ο πειθήνιος «εκτελεστικός»]. Μέσα σ' ένα χρόνο η «πολιτική» του ιδιωτικού που περιοριζόταν στην «έρευνα» για το θάνατο της Τζ. Γκάλη γίνεται η πολιτική για τη μαζική κατανάλωση: Είναι πια η εξουσία σε μικροκοσμική, ατομική αναλώσιμη μορφή.

1.3 Ένα σκάνδαλο «ύφους και ήθους» της εξουσίας. Μια οικονομία με τα παλιά της προβλήματα

Παρά τα όσα φοβερά συμβαίνουν στην πολιτική σκηνή με την κυβερνητική κρίση, τη ρευστότητα και τις διαφαινόμενες πολιτικές ανακατατάξεις, κανένα από τα κόμματα της Αριστεράς ή τους σχολιαστές που αναφέρονται σ' αυτήν δε φαίνεται να συνδέει τις ανακατατάξεις αυτές με κάποιες όψεις των οικονομικών διαδικασιών, με το χαρακτήρα και τη φάση της καπιταλιστικής κρίσης υπερσυσσώρευσης. Η Αριστερά εντοπίζει τη φαυλότητα και την κλεψιά, του; απατεώνες γενικότερα. Έτσι για μια ακόμα φορά θα διαπιστώσουμε την αποστασιοποίηση της οικονομίας από την πολιτική ή την υπαγωγή της πρώτη; στη «βούληση» της δεύτερης μέσα στο λόγο της Αριστεράς. Ο Κοσκωτάς και τα συν αυτώ είναι συνέπεια πολιτικών δυσλειτουργιών, ευνοιοκρατίας, στην καλύτερη περίπτωση αδιαφάνειας. Απόδειξη γι' αυτό; Τα προβλήματα της οικονομίας είναι τα ίδια όπως πάντα για την Αριστερά: ελλείμματα, πληθωρισμός, λειψή και στρεβλή ανάπτυξη κ.λπ. «Όλοι θα δουλεύουμε σύντομα για να πληρώνουμε τοκοχρεολύσια» θα πει ο Κύρκος στις 22 10 88 στο Ρέθυμνο, Ενώ ο Μ. Παπαγιαννάκης αφού στηλιτεύσει τη «νωθρότητα και λιπαρή παχυδερμία» εν όψει του 1992, καθώς και «τις γενικότερες αδυναμίες, ας πούμε προς αποφυγήν βαρύτερων χαρακτηρισμών του δημόσιου τομέα και των προγραμματιστών του» («ΒΗΜΑ» 12.9.88) θα επανέλθει εκ νέου στα ελλείμματα του Δημοσίου ως παράγοντα πληθωρισμού «που απορρυθμίζει τις συναλλαγές και εξαχρειώνει και εξαγριώνει τις σχετικές κοινωνικές συμπεριφορές...» («ΒΗΜΑ» 4 12 88) και θα προαναγγείλει τη «νέα λιτότητα», ενώ «στρατηγικά» θα διατυπώσει την άποψη ότι «πιο μακροχρόνια μόνη διέξοδος είναι βέβαια η ανάπτυξη και συνακόλουθα η διαφοροποίηση της ελληνικής παραγωγής» («ΒΗΜΑ», 25.9.88).

Η «κρίση» αυτή όμως θα χρησιμεύσει ακόμα ως αφορμή για τον πάγιο αφορισμό της οικονομικής βάσης της ελληνικής κοινωνίας: «πρωταρχική συσσώρευση χωρίς καπιταλισμό και σοσιαλισμό του κράτους ερήμην της κοινωνίας»... ή και για την καταδίκη του κρατισμού στην Ελλάδα μια και η κρατικοδίαιτη και κρατικοβίωτη οικονομία και η συναφής κρατικολατρική πολιτική είναι από πολύ παλιά εγκατεστημένη εδώ εν τοις πράγμασι και εμπεδωμένη στις συνειδήσεις ακόμη και ως σοσιαλισμός». Τέλος «η διαχείριση της οικονομίας και της ανάπτυξης μέσω της κρατικής παρέμβασης... μάλλον σταθεροποιεί και νομιμοποιεί με σύγχρονους όρους τη δομική ακινησία της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας». Ακινησία που ευτυχώς θα ταρακουνήσει το αναπόφευκτο νέο σταθεροποιητικό πρόγραμμα (Μ. Παπαγιαννάκκης «ΒΗΜΑ» 6 11 88). Αντίθετα το ΚΚΕ βλέπει όπως πάντα ότι το πλαίσιο «μεγαλύτερης απελευθέρωσης της δράσης της επιχείρησης... οξύνει τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις... [γιατί]... απελευθερώνονται πολύ λίγες καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Κύρια οι μεγάλοι ντόπιοι και ξένοι μονοπωλιακοί όμιλοι. Η κοινωνία, όπως θα δούμε, συνολικά βγαίνει ζημιωμένη. Η απελευθέρωση της. δράσης των καπιταλιστικών επιχειρήσεων σημαίνει μεγαλύτερη κατασπατάληση πόρων και κερδοσκοπία». (Μαγκλιβέρας, «Ριζοσπάστης» 30 10 88). Το ΚΚΕ επιπλέον με αφορμή την κατάθεση του προϋπολογισμού θα διαπιστώσει για άλλη μια φορά την «παραπέρα διεύρυνση των αντιλαϊκών και αντιαναπτυξιακών του στοιχείων», το γεγονός ότι «οι δαπάνες έχουν εντελώς αντιαναπτυξιακό προσανατολισμό» και θα καταλήγει στο ότι «το μόνο που κάνει ο προϋπολογισμός είναι να φορτώνει το λαό φόρους και ελλείμματα». («Ριζοσπάστης» 6 12 88).

Αν όμως στα παραπάνω αποσπάσματα φαίνεται καθαρά ότι οι γενικότερες εκτιμήσεις της Αριστεράς για την οικονομική συγκυρία δεν επηρεάζονται από την πολιτική οικονομία του «σκανδάλου Κοσκωτά», είναι δηλαδή περίπου σταθερές ανεξάρτητα και παράλληλα μ' αυτό, αυτό συμβαίνει γιατί θεωρείται ότι οι βασικές προϋποθέσεις του «σκανδάλου» δεν είναι οικονομικές αλλά πολιτικές. Η Αριστερά δεν έχει ανάγκη να επισημάνει την ιδιομορφία της σημερινής οικονομικής συγκυρίας και διαχείρισης για να συναγάγει τις παραμέτρους του σκανδάλου, παρά μόνο για να ζητήσει «κάθαρση», εκλογές και αλλαγή του πολιτικού σκηνικού. Όμως αυτός ο πολιτικισμός την αφήνει έκθετη από πολλές πλευρές που θα εξετάσουμε στη συνέχεια.

Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι σχολιαστές που τουλάχιστον δείχνουν «υποψιασμένοι» για κάποιες οικονομικές ρίζες της σύμπτωσης. Με τη διαφορά ότι η «υποψία» τους είναι η άλλη όψη του αγοραίου απολογητισμού του συστήματος. Έτσι ο Στ. Κούλογλου («Βήμα», 20 11 88) θα επιτιμήσει την «αδράνεια» της Αριστεράς μπροστά στο φαινόμενο Κοσκωτά και ιδιαίτερα τη θέση της ότι τα σκάνδαλα υπογραμμίζουν την ανάγκη για «ένα νέο ρόλο των εργαζομένων στη λήψη, την εκτέλεση και τον έλεχο των αποφάσεων». Ο Κούλογλου θα υπογραμμίσει ότι ειδικά στις επιχειρήσεις του Κοσκωτά οι εργαζόμενοι «ήταν μαζί του» μια και ο «μεγαλοαπατεώνας γνώριζε καλά την κουλτούρα της ελληνικής κοινωνίας στο σύνολο της: όλα μπορούν να εξαγορασθούν». Δεν αμφισβητούμε την δυνατότητα του Κούλογλου να γνωρίζει τα πράγματα «από τα μέσα», αλλά η απόδοση ευθυνών στους εργαζόμενους για το «σκάνδαλο Κοσκωτά» θα πρέπει μάλλον να είναι προέκταση ιδίων εμπειριών. Υπάρχει πάλι η απολογητική αθωότητα του κ. Τσουκαλά όταν παρατηρεί («Βήμα», 6 11 88) ότι για τα κόμματα εξουσίας «ο ασφαλέστερος τρόπος συσσώρευσης του χειραγωγούντος πολιτικού κεφαλαίου είναι η αυτοχρηματοδότηση.. . το πολιτικό χρήμα επενδύεται στην πολιτική: στόχος του είναι η εξουσία, που αναδεικνύεται σε αντικείμενο αυτοτροφοδοτούμενης συσσώρευσης». Τα αίτια λοιπόν βρίσκονται σ' αυτή την ιδιότυπη διαπλοκή πολιτικής εξουσίας και κεφαλαίου που όμως συνεπιφέρει τον κίνδυνο ότι η «ίδια η λειτουργία του [συστήματος των δημοκρατικών θεσμών] επιτρέπει την ουσιαστική αναίρεση του υποτιθέμενου περιεχόμενου τους». Η πολιτική χειραγωγείται τελικά από την οικονομία ή το αντίθετο;

Την πιο καθαρή όμως περίπτωση νεωτεριστικής απολογητικής αποτελεί ο Μ. Παπαγιαννάκης που αναζητώντας τα αίτια της «κρίσης» θα οδηγηθεί πάλι στην οικονομία από άλλη σκοπιά. θα μας πει λοιπόν για τη συμπαιγνία Κυβέρνησης - Κοσκωτά: «τι όμως διακινδύνευσε οικονομικά ο Κοσκωτάς όσο η ελευθερία επιλογών των άλλων, που θα μπορούσε να είναι το αντίπαλο δέος των δικών του επιλογών και πρωτοβουλιών είναι δεσμευμένη;». Δεν συντρέχει λοιπόν λόγος κριτικής των θεμελίων του συστήματος μια και στη σημερινή «διαπλοκή οικονομικής και πολιτικής εξουσίας με στόχο τη μείωση του ρίσκου και την απομάκρυνση των κυρώσεων, έχουμε καρικατούρα «ελεύθερης οικονομίας». Είναι λοιπόν ο βιασμός της «ελεύθερης οικονομίας» - που δεν είναι ταυτόσημη με τον «υπαρκτό καπιταλισμό» (sic) - που βρίσκεται στη βάση της κρίσης. Γιατί αναιρεί κάποια «κοινά... αποδεκτά στοιχεία "ελεύθερης οικονομίας"... Είναι ασφαλώς εκείνα που κατοχυρώνουν και αναδεικνύουν την αυτονομία και την υπευθυνότητα των οικονομικών υποκειμένων. Η ελευθερία επιλογής π.χ. Και βέβαια η πραγματική και συγκεκριμένη ελευθερία επιλογής για όλα τα οικονομικά υποκείμενα, γιατί τότε μόνο εξασφαλίζεται το θετικό αποτέλεσμα της δυναμικής που προκύπτει από τη αλληλεπίδραση των μεν και των δε...»

2. Τα φαντάσματα του παρελθόντος. Η επίκληση της αδύνατης διεξόδου

2.1. Η αναπαλαίωση της «Αλλαγής»

Η αμηχανία της επίσημης Αριστεράς και ο απολογητισμός των οριακών σχολιογράφων της ή επικριτών της δεν σταματά βέβαια στην εκτίμηση των «αιτίων» που οδήγησαν στη σημερινή συγκυρία, αλλά αποτυπώνεται και στην (παραδοσιακά πλέον απαραίτητη) πρόταση διεξόδου. Είναι χαρακτηριστικό ότι περισσότερο από κάθε άλλη φορά τα κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς και το ΠΑΣΟΚ (που διαχειρίστηκε μέχρι πρόσφατα τα οράματα της μέσα από το κράτος) εγγράφουν με ανάλογους τρόπους και στην «προοπτική διεξόδου» την προγραμματική αντίθεση των δύο πόλων της πολιτικής σκηνής: η αντίθεση Αριστεράς Δεξιάς σημαδεύει τον πολιτικό τους λόγο, αλλά είναι πια το φάσμα της ήττας που τον ηγεμονεύει: τα προτεινόμενα σχήματα είναι καρικατούρες του παρελθόντος, κακότεχνα σκιάχτρα παλαιών προσώπων.

Το σόφισμα «μέρες του '65» που ανεπιτυχώς προπαγανδίζει ο Α. Παπανδρέου είναι ένα '65 (μια «αποστασία») χωρίς το λαό στο πεζοδρόμιο. Είναι μια κρίση που περιορίζεται στους μηχανισμούς, και γι' αυτό μόνο στο επίπεδο των μηχανισμών μπορούν να διατυπωθούν «ρεαλιστικέ:» λύσεις: Όταν ο ίδιος ο «έντιμος» Στ. Γιώτας («Βήμα», 18 12 88) μιλάει «για ορισμένους που μας τους έφεραν από το εξωτερικό, τους τοποθέτησαν σε θέσεις κλειδιά και έπραξαν αυτά που έπραξαν», όταν ο Κ. Σημίτης («Βήμα», 18 12 88) θα πει oτι το ΠΑΣΟΚ «ακολουθώντας τη σκέψη της παραδοσιακής αριστεράς που θεοποιεί τις κομματικές σκοπιμότητες, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στους πειρασμούς της εξουσίας. Δεν τήρησε τη σωστή απόσταση από τους επιχειρηματίες, δεν άσκησε αυτοκριτική, παρασύρθηκε στην αλαζονεία κα τον αυταρχισμό». Όταν τέλος ο Δ. Παπαδημητρίου θα διαγνώσει ότι το ΠΑΣΟΚ «για να περισωθεί πρέπει να περάσει στα χέρια των έντιμων δουλευτών του, που έχουν μέσα τους το λαό... πρέπει να είμαστε έτοιμοι να λογοδοτήσουμε στο δημοκρατικό κόσμο, που το "κατηγορώ" του. γιατί αφήσαμε και μας έκλεψαν τις δάφνες του "81 και '85, θα είναι αμείλικτο». (Πρώτη. 12 12 88). Οι εκδοχές όλων των αποχρώσεων έχουν (υς κοινή αφετηρία την τόνωση των θεσμών και των μηχανισμών. Γι αυτό και η επίκληση του "65 είναι πλασματική και δεν λειτουργεί: Είναι ένα μη' λειτουργικό φάντασμα από το παρελθόν. Στην ίδια συχνότητα συντονίζεται όμως και η Αριστερά. Το «κοινό πρόγραμμα», η «υπέρβαση» της διάσπασης, η «μεγάλη Αριστερά»... είναι το «Συμβόλαιο της ήττας» και όχι το «Συμβόλαιο με το λαό». Είναι η αναπαλαίωση της «Αλλαγής», μόνο που στη θέα των διαχειριστικών αντιλήψεων «παράλληλης εξουσίας» («λαϊκά συμβούλια», «λαϊκές επιτροπές για το 5ετές» κλπ.) του προ του '81 ΠΑΣΟΚ προβάλλεται τώρα ο καθαρόαιμος κυβερνητισμός με την επιμονή στον «εκδημοκρατισμό του Κράτους, των Σωμάτων Ασφαλείας....» Για μια ακόμα φορά η Αριστερά παίρνει το δρόμο της διαχείρισης του συστήματος (ή έστω τη λεωφόρο προς το αδιέξοδο: «Οι αριστερές εναλλακτικές μορφές διακυβέρνησης αποκλείουν την ύπαρξη άτυπων, γραφειοκρατικών και άλλων κέντρων εξουσίας υπεράνω του λαϊκού και κοινοβουλευτικού ελέγχου... Για να προωθήσουμε την αναδιοργάνωση της οικονομίας για να επιτύχουμε το μικρότερο κοινωνικό κόστος για τις αναγκαίες αναδιαρθρώσεις, απαιτείται ένα δημοκρατικό αναπτυξιακό πρόγραμμα...» κ.λπ. κ.λπ. Η υποχώρηση σαλπίζεται χωρίς καν να υπάρξει μάχη: η Αριστερά χρεώνει την ήττα της «Αλλαγής» στον εαυτό της. Η«]ττα της «Αλλαγής», οδηγεί στην Αριστερά της ήττας.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι τη διαμόρφωση (και πάνω απ' όλα τη σύνεση και τη μετριοπάθεια) της «μεγάλης Αριστεράς» σπεύδουν να χαιρετήσουν όλοι οι ανερμάτιστοι υπάλληλοι και υπαλληλίσκοι του αστικού κράτους, που βιάζονται τώρα να εγκαταλείψουν το πλοίο της «Αλλαγής» που βυθίζεται, ανακαλύπτοντας ξαφνικά και πάλι τον «κεντρώο χώρο» και την τιμιότητα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι από τις προγραμματικές θέσεις ΚΚΕ ΕΑΡ έλκονται κυρίως εκείνοι οι «αριστεροί» που είναι από επάγγελμα υμνητές του αγοραίου εθνικισμού αλλά και του «εκσυγχρονισμού» (ιδίως αν πρόκειται για τον «εκσυγχρονισμό» που προώθησε ο Καραμανλής). Έτσι, λοιπόν, ο Γ. Βότσης βρίσκει στο κείμενο ΚΚΕ ΕΑΡ «ψήγματα αμφισβήτησης, ακόμα και αυτοαναίρεσης και υπέρβασης της ίδιας της παραδοσιακής Αριστεράς», που «μπορεί να ανακτήσει τη χαμένη αίγλη της μέσα από το αδιαμφισβήτητο ήθος της τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την εξαχρείωση, την εξαγορά, τη διαφθορά με το χρηματισμό, το κυνήγι του ευδαιμονισμού με την απάτη και τη ρεμούλα». («Ελευθεροτυπία». 12 12 88).

Όμως με αυτού του τύπου τη συναίνεση που εξασφαλίζει η παραδοσιακή Αριστερά δεν μετατρέπεται κατά κανένα τρόπο και σε «μεγάλη Αριστερά». Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι ο Κύρκος βάζει το πολιτικό πρόγραμμα και το ΚΚΕ τους ψηφοφόρους. Αν μάλιστα ο Παπανδρέου ήταν τελικά σε θέση να βάλει μετά τις εκλογές του 1989 την κυβέρνηση, ο κύκλος θα έκλεινε: θα προέκυπταν «οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση κυβερνητικών λύσεων συνεργασίας προοδευτικού προσανατολισμού». (Πόρισμα ΚΚΕ ΕΑΡ, «Τα Νέα», 8 12 1988, σελ. 14).

2.2. Η επέλαση της Ν.Δ.: ένα γήινο σεληνιακό τοπίο

Η πολιτική αμηχανία και ο ιδεολογικός αποπροσανατολισμός που περιγράψαμε προηγούμενα δεν είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό του αριστερού χώρου. Η Ν.Δ. επίσης απορεί μπροστά στην καλπάζουσα αλληλοδιαδοχή τω "γεγονότων, σχεδόν δυσπιστεί μπροστά στην κατάρρευση της «Αλλαγής» και ψελλίζει κάποια κακέκτυπα της εκλογικής στρατηγικής του ΠΑΣΟΚ του 1981. Έτσι ο Κ. Μητσοτάκης θα σημειώσει χαιρέκακα στη συζήτηση του Προϋπολογισμού στη Βουλή: «Η Ν.Δ. δεν μπορεί να δώσει πίσω στο λαό το χαμένο του εισόδημα. Αφού ψήφισε το ΠΑΣΟΚ, που τον οδήγησε σ' αυτή την οικονομική κατάσταση, θα πρέπει να υποστεί κάποιες θυσίες». («Ελευθεροτυπία», 17 12 88). Ο Γ. Βαρβιτσιώτης θα διευκρινίσει ότι «η Ν.Δ. ως κυβέρνηση θα έχει να αντιμετωπίσει τη συνασπισμένη αντίδραση ΠΑΣΟΚ - ΚΚΕ. Γι αυτό το λόγο θα πρέπει να εξακολουθήσει την τακτική που ακολουθεί τώρα, της μη παροχής δηλαδή υποσχέσεων. Τακτική εντελώς αντίθετη από το ΠΑΣΟΚ το 1981. Μόλις αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας η Ν.Δ., πρέπει να κάνει σε σύντομο διάστημα μια πλήρη απογραφή του τι παρέλαβε. Είμαι βέβαιος ότι δεν θα πρόκειται για "καμένη γη" που έλεγε το ΠΑΣΟΚ το 1981 αλλά για "σεληνιακό τοπίο"» («Νέα», 17 12 88). Πραγματικά αντιδιαμετρικά αντίθετες θέσεις, όσο αντιδιαμετρικά αντίθετες είναι οι θέσεις γης και σελήνης.

Όσο για την προτεινόμενη λύση είναι και αυτή πραγματικά καινοφανής και συγκεκριμένη: «θα πρέπει ακόμα να εμπνεύσει αμέσως αίσθημα εμπιστοσύνης, ώστε να αρχίσει να δουλεύει η οικονομία. Όλα τα σοβαρά μέτρα που πρέπει να πάρει θα πρέπει να τα πάρει στους πρώτους έξι μήνες, όταν θα είναι νωπή η λαϊκή εντολή και ετυμηγορία, οι οποίες θα εκφράζουν και τη δεδομένη "κοινωνική συναίνεση" που απαιτείται για τη λήψη και αποδοχή ριζικών μέτρων» («Νέα», 17 12 88).

Η γενική φιλοσοφία; Πληκτική επανάληψη του «Συμβολαίου» χωρίς το «λαό», της νύχτας που εναλλάσεται με το χάος, της «Απαλλαγής» με τη μορφή του Αγνώστου. Το μόνο που είναι σίγουρα είναι ότι το «πραξικόπημα» θα είναι μόνο εξάμηνο και η τιμιότητα των διαχειριστών δεδομένη: ο Παπανδρέου βάζει τη Συνταγή και ο Μητσοτάκης την προσωπική εντιμότητα και την κυβέρνηση. Η πολιτική είναι από καιρό δοσμένη.

3. Η φωνή του κράτους: Η μάχη είναι αλλού

Όσο τα κόμματα και οι πολιτικοί σχολιαστές μοιάζουν την περίοδο αυτή σα μαριονέτες που δεν έχουν καν τη δυνατότητα να απαγγείλουν το ρόλο τους, αλλά απλά τον υποδηλώνουν με παντομίμα, υπάρχει εντούτοις μια φωνή που ως «αόρατη χειρ» επιτιμά τους πρωταγωνιστές και χαράσσει την ακολουθητέα γραμμή. Ας διαβάσουμε λοιπόν την αρθρογραφία του «Βήματος» για τη ροή των πολιτικών εξελίξεων:

Η ηθική της εξουσίας

«Ο μεγαλύτερος κίνδυνος από την "υπόθεση Κοσκωτά" δεν ήταν η διασπάθιση του δημοσίου χρήματος και των ιδιωτικών καταθέσεων. Αλλ' η προσπάθεια υπονομεύσεως των ηθικών φραγμών και η αλλοίωση του ηθικού κλίματος...»

«[Η] εφημερίδα... πάντοτε θεώρησε ως πρώτιστο καθήκον της τον εκσυγχρονισμό και την εξυγίανση της ελληνικής πολιτείας της οποίας το ΒΗΜΑ ήταν, είναι και θα είναι παράγων σταθερότητας». (6 11 89). Η ηθική των διαχειριστών

«Το ενδιαφέρον της κοινοβουλευτικής συζητήσεως τη Δευτέρα το βράδυ ήταν ασήμαντο αφού επρόκειτο για μιαν αντιπαράθεση "προς το θεαθήναι" πρωταγωνιστών που συμφώνησαν μεταξύ τους... έστω, για το τι θα πουν, και ιδίως, για το μέχρι που θα φθάσουν».

«θα ήταν λάθος [τα κόμματα] να νομίσουν πως στις εκλογές του 1989. το μείζον πρόβλημα παραμένει η μεταξύ τους αναμέτρηση όπως στο παρελθόν. Στόχος είναι βέβαια η εκλογή τους. Πρόβλημα όμως άμεσο είναι, η "ταυτότης" τους».

«Κάθε κόμμα έχει να αποφασίσει ποιες θέσεις θα υιοθετήσει και ποια πρότυπα θα τις εκφράσουν: θεωρητικά, είναι αυτό που γίνεται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Με τη διαφορά πως η απογοήτευση από την πρόσφατη κοινοβουλευτική περίοδο, σε συνδυασμό με την ανετοιμότητα της ελληνικής κοινωνίας για την ευρωπαϊκή πρόκληση, καθιστούν τις εκλογές του 1989 από τις πιο σημαντικές της μεταπολεμικής περιόδου» (6 11 88). Η «κάθαρση» και η «ανανέωση»

«Πρέπει να ατενίζουμε με διάθεση δραστηριοποίησης ΚΑΙ ΕΠΕΜΒΑΣΗΣ την μελλοντική πορεία του τόπου μας... Και όχι μονάχα την επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση».

«Εφόσον, όμως, τα κόμματα δεν προβούν σε τέτοια θαρραλέα ανασύνταξη, τούτο σημαίνει πως δυνάμεις της νέας γενιάς οφείλουν να οργανωθούν παράλληλα με προοπτική να καλύψουν κάποτε το κενό που τυχόν θα παρουσιασθεί». (20 11 88).

«Πρέπει όμως να γίνει συνείδηση ότι, πέρα από την απαραίτητη κάθαρση, οι εκλογές του 1989, δεν πρέπει να διενεργηθούν με τη νοοτροπία της εις άτοπον απαγωγής... απλώς για να υπερψηφισθούν οι ολιγότερο διασυρθέντες από το βρωμερό πολιτικοοικονομικό σκάνδαλο... Ο εξαναγκασμός των πολιτών σε ΕΚΛΟΓΗ ΔΙΧΩΣ ΕΠΙΛΟΓΗ., θα στραφεί τελικά εναντίον όλων μας, εναντίον της πολιτείας». (4 12 88).

«Η συντριπτική πλειοψηφία της Κοινής Γνώμης απαιτεί ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ με νέα πρόσωπα στο κράτος και τα κόμματα» (Τίτλος στις 11 11 88).

Το ΒΗΜΑ που ήταν ενεργός παράγων στη μορφοποίηση της κρίσης η οποία είχε ως αιχμή το «σκάνδαλο» Κοσκωτά και πήρε ανοιχτή μορφή μετά το καλοκαίρι του '88 εμφανίζεται ως «δίκης οφθαλμός» του ίδιου του κράτους και ψελλίζει κάποια πολιτική άποψη για την «κρίση των κομμάτων και της παλαιάς φρουράς των πολιτικών» για να μεταβληθεί σύντομα σε «αόρατο χέρι» που υποδεικνύει λύση στην κατεύθυνση της ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού. Είναι φανερό ότι η γραμμή της εφημερίδας δεν έχει να κάνει με κάποιες επιδιώξεις ευκαιριακών ρυθμίσεων αλλά συνιστά παρέμβαση για συνολική επανεξέταση των κανόνων του παιχνιδιού.

Έχουμε, λοιπόν, μια συνολική κρίση εκπροσώπησης; Κλονίστηκε το σύστημα αντιπροσώπευσης, και αν ναι από ποιους παράγοντες; Ποιου τύπου αναδιάταξη προωθείται;. Ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος του εργατικού κινήματος στις διαφαινόμενες εξελίξεις; Τι είναι αυτή η όψιμη εμμονή σε «κόμματα αρχών» και η αναγγελία του τέλους των «.χαρισματικών ηγετών».

Σ' αυτά τα ερωτήματα που επισημαίνει η αρθρογραφία του «Βήματος» και που αναδείχθηκαν από τα προηγούμενα, με διαφορετικό βέβαια τρόπο, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στη συνέχεια.

4. Η «κατάσταση των πραγμάτων» και οι στόχοι του εργατικού κινήματος

Η συγκυρία των δύο τελευταίων μηνών που σημαδεύτηκε αρχικά από το «σκάνδαλο» Κοσκωτά και στη συνέχεια από τον πολιτικό παροπλισμό του λόγου του ΠΑΣΟΚ και των στρατηγικών επιλογών του Α. Παπανδρέου, δεν είναι κάτι που συναρτάται με δυσλειτουργίες των κομμάτων, των πολιτικών ιδεολογικών μηχανισμών γενικότερα. Είναι αποτέλεσμα θεμελιακών πολιτικών και ιδεολογικών ανακατατάξεων, που έχουν να κάνουν με τον τρόπο που μπορεί να «κάνει» κανείς πολιτική μέσα σε συνθήκες κρίσης υπερσυσσώρευσης. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσπαθούν να συγκαλύψουν οι εκτιμήσεις που χρεώνουν την παρούσα κρίση στον τρόπο άσκησης κυβερνητικής πολιτικής: στο «ήθος και ύφος» της εξουσίας, στην αδιαφάνεια ή σε μια όψη του δίπολου ηθική ανήθικη διαχείριση (που δεν είναι παρά η ιδεολογική έκφανση του θεμελιακού αστικού οικονομικού ιδεολογήματος νόμιμο κέρδος παράνομη κερδοσκοπία). Οι αντιφατικές λειτουργίες του συστήματος καπιταλιστικής εκμετάλλευσης χρεώνονται στις ατομικές στάσεις των φορέων της. Είναι αξιοσημείωτο ότι το ρόλο του κράχτη σ' αυτή τη διαδικασία έχει επωμισθεί η Αριστερά, με την ψευδαίσθηση ότι έτσι απευθύνεται σε ευρύτατο εθνικό ακροατήριο, ενώ στην ουσία έχει τα ίδια περιθώρια πρωτοβουλιών που έχουν οι φιγούρες στο θέατρο σκιών. Δεν είναι λοιπόν ασύνδετη αυτή η πρωτοβουλία της Αριστεράς με τη γενικότερη πορεία της πάνω στο κοινωνικά συγκεκριμένο, με την υιοθέτηση από τη μεριά της της έννοιας της «επιχειρηματικότητας», με τους γενικούς προσανατολισμούς του «κοινού προγράμματος» ΚΚΕ-ΕΑΡ κ.λπ.

Αυτή η καθαρά «πολιτική» ερμηνεία της κρίσης φαίνεται να ξεχνάει ότι η πολιτική κρίση εμφανίζεται στο φόντο της κρίσης υπερσυσσώρευσης και μετά από τρία χρόνια αυστηρής πολιτικής λιτότητας, που συνάντησε την - έστω όχι απόλυτα αποτελεσματική αλλά πάντοτε - ασυμφιλίωτη εχθρότητα του εργατικού και μαζικού κινήματος.

Υπάρχει βέβαια και κάποια άλλη άποψη που δεν ξεχνάει την οικονομική κρίση και που υποστηρίζει ότι η πολιτική κρίση ανάγεται στη διαμάχη κάποιων αστικών μερίδων: τα νέα τζάκια ενάντια στα παλιά. Η κρίση του πολιτικού είναι για την άποψη αυτή, απευθείας αντανάκλαση της δυναμικής της οικονομικής αυτής αναμέτρησης. Η κυβέρνηση συντάχθηκε με τα νέα τζάκια που έχασαν το παιχνίδι, γι' αυτό και χάνει το έδαφος κάτω) από τα πόδια της. Αν προσθέσουμε μάλιστα ότι η εμπλοκή του ΠΑΣΟΚ σ' αυτή τη λογική είναι απόρροια της απόστασης που πήρε από το «λαό», τότε το σχήμα αυτό ενέχει θέση «αριστερής» ερμηνείας της κρίσης.

Εκείνο που όλες αυτές οι προσπάθειες «ερμηνείας» δεν κατορθώνουν να αναγνωρίσουν είναι η διπλή κρίση της πολιτικής της «Αλλαγής» σε κάθε εκδοχή με την οποία μέχρι σήμερα προτάθηκε και εφαρμόστηκε. Η σοσιαλδημοκρατικού τύπου διαχείριση για «αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος του λαού» καταλήγει στη λιτότητα και το νεοφιλελευθερισμό. Η πολιτική βούληση λίγο έχει να κάνει με την πολιτική και την οικονομία. Αντίθετα η οικονομία φαίνεται τελικά να υπαγορεύει την «πολιτική βούληση».

Η πολιτική του ΠΑΣΟΚ στάθηκε αδύναμη να οργανώσει τη λαϊκή συναίνεση στην πολιτική της λιτότητας και δέχθηκε ένα ισχυρό ράπισμα από τη διόγκωση του απεργιακού και διεκδικητικού κινήματος τα τελευταία τρία χρόνια. Μπορεί τυπικά η λιτότητα να πέρασε, όμως το κοινωνικό και πολιτικό της κόστος είναι αρκετά σημαντικό και το τραύμα που προξένησε στο κυβερνητικό «συμβόλαιο με το λαό» φάνηκε να μην επουλώνεται.

Όμως φαίνεται ακόμα ότι το ΠΑΣΟΚ παρασύρθηκε και σε μια δίνη που προκάλεσε την ανοικτή αντίθεση και ορισμένων κεφαλαιακών μερίδων στην πολιτική του. Τα «σκάνδαλα» έδειξαν ότι το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση θέλησε να θέσει σε λειτουργία το πλεονάζον (κερδοσκοπικό) κεφάλαιο σε μια «κατευθυνόμενη συσσώρευση» που ερχόταν σε αντίθεση με τις τάσεις που αναδεικνύει η κρίση υπερσυσσώρευσης. Η αντίδραση του κεφαλαίου που καταγράφουμε δεν προέρχεται λοιπόν από την ανάπτυξη κλασικών ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων ανάμεσα στις διάφoρες μερίδες, αλλά από κάτι πολύ βαθύτερο: είναι, απάντηση στην παραβίαση από τη μεριά της κυβέρνησης των ιερών κανόνων τη; κεφαλαιακή; συσσώρευσης και της λειτουργίας του κράτους. Το κεφάλαιο δεν μπορεί να αξιοποιηθεί επειδή το αποφασίζει η πολιτική εξουσία, και το κράτος δεν μπορεί να παραβεί τη λειτουργία του ως «συλλογικού κεφαλαιοκράτη» και να παρέμβει «επιλεκτικά» στη διαδικασία κεφαλαιακής συσσώρευσης. Και οι δυο όψεις συνιστούν καταπάτηση του θεμελιακού στοιχείου που εγκαθιδρύει την κεφαλαιακή σχέση, του ανταγωνισμού. Η τάση αυτή δεν ήταν δυνατόν να γίνει ανεκτή για καιρό και η περίπτωση Κοσκωτά στάθηκε η αφορμή για την ανατροπή της. Σήμανε, πέρα από την αναχαίτιση αυτού του επικίνδυνου για την κεφαλαιοκρατική και κρατική συνοχή φαινομένου, και την πολιτική απαξίωση των διαχειριστών της εξουσίας.

Έχουμε λοιπόν μια ιδιότυπη κρίση του μοντέλου διαχείρισης, μια κρίση της πολιτικής πρότασης διαχείρισης, μια πολιτική κρίση που εμφανίζει πλέον τα γνωστά φαινόμενα αυτονόμησης του πολιτικού, της ρευστότητας στην πολιτική σκηνή. Το ΠΑΣΟΚ αποδεικνύεται ανίκανο αυτή τη στιγμή να οργανώνει την κοινωνική συναίνεση λόγω της διατάραξης των κοινωνικών του στηριγμάτων. Ακόμα περισσότερο, κλονίζεται από τη διατάραξη των σχέσεων ισορροπίας του αστικού μπλοκ. Μ' αυτή την έννοια τίθεται πάλι το ζήτημα του τρόπου και του μοντέλου διαχείρισης, πολιτικές προτάσεις μπαίνουν στο πολιτικό χρηματιστήριο, η πολιτική γίνεται πάλι ρευστή.

Όμως ας μη γελιόμαστε: οι βασικοί άξονες έχουν ήδη τεθεί και οι θεμελιακές κατευθύνσεις είναι δεδομένε;. Εκείνο που συζητιέται είναι πως θα αποφευχθεί στο μέλλον η παραβίαση των κανόνων του παιχνιδιού και με ποιο τρόπο θα διασφαλισθεί καλύτερα η επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία. Με μια διαφορά: ότι αυτή τη yoga η Αριστερά φιλοδοξεί να παίξει κεντρικό ρόλο στη νομή και διαχείριση της αστικής εξουσίας.

Συνεπώς έχουμε προς το παρόν να κάνουμε με μια πολιτική κρίση αλλά όχι με γενικευμένη κρίση εκπροσώπησης. Το κενό που πρόκυψε από την ανοιχτή κρίση της πολιτικής της «Αλλαγής» σπεύδει να καλύψει όχι μόνο η Δεξιά αλλά και η Αριστερά με τη στρατηγική της συντηρητικής αναπαλαίωσης της «Αλλαγής», με την τόνωση του κυβερνητισμού, με το σύνθημα «εκλογές τώρα με απλή» για την αποκάθαρση των δυσλειτουργιών του συστήματος, με αυτό που θα αποκαλούσαμε συνολικά ως «το πολιτικό σκέλος του σταθεροποιητικού προγράμματος», την πολιτική λιτότητα. Όραμα της η συνδιαχείριση, στόχος που στο διάβα του καταρρίπτονται ιστορικά, πολιτικά και κοινωνικά ταμπού.

Στο πλαίσιο αυτό προκύπτει το ζήτημα της αναγκαιότητας μιας νέας πολιτικής στρατηγικής που θα απεγκλωβίσει την εργατική τάξη από την ανάγκη να απαντάει κάθε φορά στο ίδιο ασφυκτικό δίλημμα: ποια είναι η λιγότερο επώδυνη γι' αυτήν πολιτική εκμετάλλευσης του μόχθου της. Μιας πολιτικής που θα ακυρώνει τα ιδεολογήματα tow «εθνικών κινδύνων», «στοιχημάτων» κ.λπ., μιας πολιτικής που δε θα παρουσιάζει την καπιταλιστική αναδιάρθρωση σαν «το συμφέρον όλης της κοινωνίας». Μιλάμε για μια πολιτική που θα είναι έξω από τη λογική της συνδιαχείρισης του συστήματος, μια αντικαπιταλιστική πολιτική.

Όλα αυτά βέβαια σημαίνουν την ανάγκη για την αυτόνομη πολιτική εκπροσώπηση των εργαζομένων, μια στρατηγική που θα τείνει να δώσει την πολιτική πρωτοβουλία στους εργαζόμενους και να ακυρώσει την επίθεση του κεφαλαίου: Επίθεση που εντοπίζεται στην κεφαλαιοκρατική αναδιάρθρωση της παραγωγής και των υπηρεσιών και περνάει μέσα από την ανεργία, την ιδιωτικοποίηση, την εγκατάλειψη παραγωγικών δραστηριοτήτων, την αναδιάταξη του κρατικού μηχανισμού με ενίσχυση των κατασταλτικών λειτουργιών του και την αποδυνάμωση του «κράτους πρόνοιας», την αναδίπλωση στον εθνικισμό και την απαίτηση θυσιών από τις λαϊκές τάξεις στο όνομα της «εθνικής ενότητας» και της «εθνικής οικονομίας».

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια διαφορετική πολιτική παρέμβαση που να ξεπερνάει τα παραδοσιακά διεκδικητικά πλαίσια του κινήματος, μια παρέμβαση που να αναφέρεται στην κρίση της διαδικασίας εργασίας, της κοινωνικής οργάνωσης της, της διαίρεσης της σε διανοητική και χειρωνακτική, διευθυντική και εκτελεστική, της ιεραρχικής δόμησης της. Μια παρέμβαση απαλλαγμένη από το μύθο του κυβερνητισμού, από την αυταπάτη ότι αρκεί να πάρουν απλά οι οργανώσεις των εργαζομένων την κυβέρνηση για να αρχίσει το κράτος να εκφράζει τα συμφέροντα τους. Μια παρέμβαση που θα στοχεύει επομένως να απελευθερώσει την επαναστατική πρωτοβουλία των εργαζόμενων μαζών. Χρειάζεται παράλληλα να ανοίξουμε ένα μέτωπο στον εθνικισμό, που θα αποτελέσει το ιδεολογικό όπλο της αστικής τάξης στην πάλη της για την καπιταλιστική αναδιάρθρωση της παραγωγής και της κοινωνίας. Πολύ περισσότερο που η επίκληση του «εθνικού συμφέροντος» αποτελεί ένα από τα λίγα πολιτικά ιδεολογήματα της αστικής τάξης που δεν έχουν σήμερα χάσει την αξιοπιστία τους από τα σκάνδαλα και τη διαφθορά.

Αυτή είναι η πολιτική πρόταση και η στρατηγική του «ΜΕΤΩΠΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ», ενός πολιτικού φορέα που συγκροτήθηκε από στρατευμένους αγωνιστές του εργατικού κινήματος στις 10 Δεκέμβρη 1988. Είναι η πολιτική πρόταση που φιλοδοξεί να οργανώσει τη δύναμη των εργαζόμενων μαζών για να αντιμετωπίσουν νικηφόρα την ένταση των ταξικών αγώνων και την επίθεση του κεφαλαίου που θα ακολουθήσει τις εκλογές του 1989 όποια κυβέρνηση κι αν σχηματισθεί τελικά. Είναι η πρόταση που θα σταθεί αντιμέτωπη στην όποια κυβερνητική πλειοψηφία θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές, κυβέρνηση η οποία στο όνομα της ανάπτυξης και του «1992» απλά πρόκειται να συντονίσει πολιτικά την εντεινόμενη επίθεση του κεφαλαίου. Η Συντακτική Επιτροπή των «θέσεων» αποφάσισε όχι μόνο να υποστηρίξει την προσπάθεια αυτή, αλλά και να στρατευθεί πολιτικά στην υπόθεση της αυτόνομης πολιτικής εκπροσώπησης των εργαζομένων στο «ΜΕΤΩΠΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ».

20.12.88