Η Αριστερά της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης
της Σύνταξης

Στο εισαγωγικό σημείωμα του προηγούμενου τεύχους των θέσεων, γράφαμε ότι «η δεκαετία του '80 σημαδεύτηκε ταυτόχρονα από μια αυταπάτη και μια χρεοκοπία. Την αυταπάτη μιας στρατηγικής Αλλαγής' με μοχλό το κράτος και με άξονα την αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου χωρίς να θιγούν οι σχέσεις παραγωγής. Την αυταπάτη μιας ήρεμης και εκλογικίστικης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, ικανής δήθεν να διασφαλίσει την κοινωνική αλλαγή».

Σήμερα, τρεις μήνες μετά και ενώ έχουμε ήδη μπει στην προεκλογική περίοδο, η χρεοκοπία της πολιτικής στρατηγικής της «Αλλαγής» ξεπερνάει πλέον κάθε προηγούμενο: Όχι μόνο με την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, του κόμματος που με σημαία την «Αλλαγή» συγκέντρωσε για δυο συνεχείς τετραετίες το μισό σχεδόν των ψήφων του εκλογικού σώματος. Ούτε ακόμα γιατί η πανθομολογούμενη ριζική μείωση της πολιτικής και εκλογικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ επιτρέπει σήμερα στη Δεξιά να διεκδικεί από θέση ισχύος την κυβερνητική εξουσία, και μάλιστα παρά το νέο εκλογικό νόμο: παρά το γεγονός δηλαδή ότι απαιτείται το 48% τουλάχιστον των ψήφων για να σχηματίσει ένα κόμμα ή ένας συνασπισμός αυτοδύναμη κυβέρνηση, ρύθμιση που αν ίσχυε και για τις εκλογές του 1985, θα είχε στερήσει αυτομάτως, δηλαδή πριν την εκλογική αναμέτρηση, από την ηγεσία, τα στελέχη, αλλά και τους οπαδούς της Δεξιάς την οποιαδήποτε ελπίδα μιας εκλογικής νίκης.

Η χρεοκοπία της «Αλλαγής» γίνεται σήμερα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο φανερή από την υποχώρηση και των πιο στοιχειωδών μεταρρυθμιστικών πολιτικών στόχων, που μια τετραετία πριν παρουσιάζονταν ως «προϋποθέσεις της Αλλαγής» (ποιος θυμάται σήμερα την «κοινωνικοποίηση», την «αυτοδιαχείριση», την «αναδιανομή του εισοδήματος», την «έξοδο από το στρατιωτικό σκέλος του NATO», για να μη μιλήσουμε για την έξοδο από την ΕΟΚ), από την εξαφάνιση ακόμα και αυτού του μεταρρυθμιστικού ιδεολογικού λόγου με βάση τον οποίο το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τα κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς «οραματίζονταν» την «Αλλαγή».

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα νέο πολιτικό συσχετισμό των δυνάμεων, χαρακτηριστικά του οποίου είναι από τη μια μεριά η άνοδος της πολιτικής και εκλογικής δύναμης της Δεξιάς και από την άλλη η «έκπτωση» του πολιτικού προγράμματος της Αριστεράς, η διολίσθηση όλου του πολιτικού σκηνικού προς τα δεξιά, η πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία της Δεξιάς στο σύνολο της πολιτικής σκηνής. Μέσα ακριβώς από αυτή την πολιτική ισχυροποίηση και ηγεμονία της Δεξιάς παράγεται και μια νέα «εθνική ομοψυχία» και «εθνική στοχοθεσία»: Η «ομοψυχία» που ορίζεται από την «αναγκαιότητα» να «αναβαθμιστεί η θέση της χώρας» στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, να «ανταποκριθούμε στην πρόκληση του 1992», του «1996» του «2000», των «νέων τεχνολογιών» κ.λπ., κ.λπ..

Αφετηριακό σημείο για τη διαμόρφωση του νέου πολιτικού συσχετισμού των δυνάμεων ήταν αναμφίβολα η πολιτική της λιτότητας που (σε ρήξη με τις προεκλογικές της εξαγγελίες) υιοθέτησε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αμέσως μετά την εκλογική της νίκη το 1985. Το κοινωνικό ταξικό υπόβαθρο αυτής της «νέας» πολιτικής ήταν η «αναγκαιότητα» για το κεφάλαιο να αποκατασταθεί και πάλι σε ψηλά επίπεδα η κερδοφορία του και, κυρίως, να αναδιαρθρωθεί προς όφελος του η συνολική παραγωγική διαδικασία (και αντίστοιχα η κρατική λειτουργία), ως μέσο και προϋπόθεση για να ξεπεραστεί η παρατεινόμενη οικονομική κρίση (η κεφαλαιοκρατική κρίση υπερσυσσώρευσης).

Άνοιξε έτσι μια ολόκληρη ιστορική φάση, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στις δυνάμεις της εργασίας, με στόχο την προς όφελος της κεφαλαιοκρατίας αναδιάρθρωση της παραγωγής, και με βασικό όπλο την ίδια την κυβερνητική πολιτική. Η επίθεση αυτή του κεφαλαίου μπορεί να μην κατάφερε να συντρίψει το εργατικό κίνημα και τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης στο βαθμό που το έχει ήδη πετύχει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εντούτοις ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτελεσματική: Αναδιένειμε το κοινωνικό προϊόν προς όφελος του κεφαλαίου (των κερδών) και σε βάρος της εργασίας (των μισθών), δημιούργησε κάποιους νέους αποτελεσματικούς απεργοσπαστικούς μηχανισμούς ενάντια στο εργατικό κίνημα, κινητοποίησε σε μόνιμη βάση το δικαστικό μηχανισμό και τους άλλους κλάδους της κρατικής καταστολής ενάντια στους εργαζόμενους. Τέλος, διαμόρφωσε τους ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους, στους οποίους ήδη αναφερθήκαμε στην αρχή αυτού του σημειώματος, όχι απλώς για τη συνέχιση της επίθεσης του κεφαλαίου, αλλά για το πέρασμα της σε μια νέα περισσότερο ανοικτή φάση.

Η Αριστερά μέσα στα πλαίσια της νέας αυτής φάσης, μέσα στα πλαίσια του νέου πολιτικού συσχετισμού των δυνάμεων, στον οποίο και η ίδια εντάσσεται, εγκατέλειψε λοιπόν τη μεταρρυθμιστική ουτοπία της «Αλλαγής». Το (πολιτικό και ιδεολογικό) κενό ήρθε να καλύψει η ίδια η στοχοθεσία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης: Η «ανάπτυξη» και το «1992», η «αναβάθμιση» και η «επιχειρηματικότητα», η «πρόοδος», και το «2000». Πρόκειται για μια πολιτική και μια ιδεολογία που είναι μόνο κατ' όνομα αριστερές. Στην πραγματικότητα έρχονται να συσκοτίσουν την όξυνση της ταξικής αντιπαράθεσης στη σημερινή συγκυρία, όξυνση που έχει ως κύριο επίδικο ζήτημα τους συσχετισμούς δύναμης μέσα στην ίδια την παραγωγή, τη διαδικασία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.

Από την «Αριστερά της ήττας» φτάνουμε έτσι στην «Αριστερά της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης». Η μεταρρυθμιστική ουτοπία χρησιμοποιείται και πάλι για να γίνει ομαλά η μετάβαση: Σύμφωνα με τη νέα μυθολογία, η καπιταλιστική αναδιάρθρωση της παραγωγής (δηλ. η «ανάπτυξη», η «επιχειρηματικότητα», η διεθνής «αναβάθμιση», το «1992», το «1996», το «2000» κ.ο.κ.) θα συντελεστεί σε συνθήκες παραγωγικής αρμονίας και κοινωνικής ειρήνης: Αρκεί γι' αυτό να βρίσκεται στην «εξουσία» μια «προοδευτική κυβέρνηση» (μια κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ Αριστεράς, προφανώς) που θα μπορέσει να «οδηγήσει» σωστά την οικονομία ασκώντας οικονομική πολιτική...

Η συγκυρία των σκανδάλων έπαιξε εδώ καταλυτικό ρόλο για τη διαμόρφωση αυτών των πολιτικών και ιδεολογικών προϋποθέσεων της καπιταλιστικής επίθεσης. Ο διαχωρισμός των διαχειριστών της καπιταλιστικής εξουσίας και των υπουργών της λιτότητας σε έντιμους και μη, σε κλέφτες και μη, και η άσκηση αντιπολίτευσης στη βάση της αντιδιαστολής ανάμεσα στην «έντιμη» και τη «μη έντιμη» διαχείριση του συστήματος προσιδιάζει, όπως είναι προφανές, προς την πολιτική και την ιδεολογία της Δεξιάς. Όταν όμως στην ίδια πολιτική και στην ίδια ιδεολογία εγκλωβίζεται και η Αριστερά, τότε το πράγμα είναι διαφορετικό: τότε η πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία της Δεξιάς στην πολιτική σκηνή συνολικά (συμπεριλαμβανομένης δηλαδή και της Αριστεράς) έχει φτάσει στο απόγειο της.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο, που, όταν υπουργοί ή υπουργίσκοι της πασοκικής λιτότητας και καταστολής (που επί επτά χρόνια ήταν άφωνοι, ή, στην καλύτερη περίπτωση, η φωνή τους δεν ήταν παρά η ηχώ της φωνής του Ανδρέα Παπανδρέου) αποχωρούν από το ΠΑΣΟΚ επειδή, λένε, αισθάνονται κεντρώοι και τίμιοι (αποχωρούν δηλαδή χωρίς την παραμικρή αυτοκριτική για την πολιτική της λιτότητας και της καταστολής) ο «Συνασπισμός των δυνάμεων της Αριστεράς και της προόδου» σπεύδει να τους προσφέρει μια θέση στην ηγεσία του. Πολύ περισσότερο, σπεύδει να θεωρήσει τις πολιτικές θέσεις τους ως θέσεις και της Αριστεράς.

Μέσα από αυτό το συνασπισμό του ΚΚΕ αρχικά με τον Κύρκο και στη συνέχεια με τους υπουργούς (και παράγοντες) της λιτότητας και της καταστολής δεν διαμορφώθηκε απλώς ένα μετριοπαθές πολιτικό πρόγραμμα συγκυριακού εκλογικού χαρακτήρα. Πολύ περισσότερο άνοιξε ο δρόμος για την «ανανέωση» της πολιτικής και της ιδεολογίας του ΚΚΕ σε δεξιά μεταρρυθμιστική βάση.

Στο σημείο αυτό είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική η ολοσέλιδη πολεμική του θεωρητικού οργάνου του ΚΚΕ ενάντια στις «θέσεις» (Βλ. Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τ. 2, Φλεβάρης 1989, σελ. 2631). Στο κείμενο αυτό μας κατηγορούν για «οπορτουνισμό» γιατί, ισχυρίζονται, απορρίπτουμε «την ενασχόληση με κάθε ευρύτερο και νέο πεδίο πάλης, κάθε ανάπτυξη των διεκδικήσεων της εργατικής τάξης, κάθε επαναστατική αξιοποίηση των γενικότερων κοινωνικών αναγκών, στο όνομα του κινδύνου 'ενσωμάτωσης' από το κεφάλαιο» (σελ. 31). Ποιο είναι όμως αυτό το «ευρύτερο πεδίο», οι «γενικότερες κοινωνικές ανάγκες» κ.λπ.; Σε καμιά περίπτωση δεν είναι, για το ΚΚΕ, η καπιταλιστική επίθεση και αναδιάρθρωση. Δεν είναι το καθήκον να οικοδομηθεί ένας νέος διεθνισμός, ακριβώς ενάντια στη λιτότητα και την καταστολή που προωθούν με σημαία το «1992» οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις της Ευρώπης. Είναι «πρώτο, τα μεγάλα προβλήματα της ειρήνης και της συλλογικής ασφάλειας (...). Δεύτερο, η χώρα μας αντιμετωπίζει προβλήματα όπως αυτά του εξωτερικού χρέους, το πρόβλημα της εμπορικής της πολιτικής, της οικονομικής αναδιάρθρωσης και της διεθνούς εξειδίκευσης της οικονομίας της, που είναι κρίσιμα για την αναπτυξιακή προοπτική της (...). Τρίτο, σήμερα τα ζητήματα της κατανομής και εκμετάλλευσης των πόρων, της ορθολογικότητας της παραγωγής, της ολοκληρωμένης έρευνας και εφαρμογής των επιστημονοτεχνικών κατακτήσεων, αποκτούν μια ιδιαίτερη διεθνή διάσταση» (σελ. 28). Τα σχόλια νομίζουμε περιττεύουν. Αξίζει μόνο να παρατηρήσουμε ότι αυτά τα πεδία «πάλης» είναι τόσο «νέα», που εδώ και 8 χρόνια τα αναλύει σε κάθε λόγο του ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Σε μια συγκυρία τέτοιας έκπτωσης της επίσημης αριστερής πολιτικής, η συσπείρωση όλων των δυνάμεων που στρατεύονται για την υπεράσπιση των αυτόνομων ταξικών συμφερόντων των εργαζομένων, που στρατεύονται δηλαδή ενάντια στην «νέα» εθνική συναίνεση «για το 1992» και την «ανάπτυξη», είναι περισσότερο απαραίτητη από ποτέ. Μια τέτοια συσπείρωση των εργατικών δυνάμεων και των κοινωνικών κινημάτων είναι απαραίτητη όχι μόνο ενόψει των εκλογών. Πολύ περισσότερο είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση της καπιταλιστικής επίθεσης, που θα ενταθεί μετά τις εκλογές.

27.3.1989