Η περεστρόικα ξεκίνησε πριν από πέντε περίπου χρόνια σαν μια συγκροτημένη παρέμβαση από την πλευρά της ηγετικής ομάδας του ΚΚΣΕ με επικεφαλής τον Μ. Γκορμπατσόφ, μια παρέμβαση που διαφημίστηκε ως μια «νέα σκέψη για την ΕΣΣΔ και τον κόσμο». Στα χρόνια αυτά που πέρασαν έγιναν τόσες αλλαγές στη σοβιετική κοινωνία που έχουν στο μεταξύ συμπαρασύρει ένα μεγάλο μέρος από τα ιστορικά αγκυροβόλια των αριστερών μαζί με τις πολιτικές, θεωρητικές και ιδεολογικές σταθερές τους. Αν και οι αλλαγές κάθε άλλο παρά ολοκληρώθηκαν - είναι μάλλον σε διαρκή εξέλιξη - εντούτοις η ένταξη τους μέσα στο συνολικό σκηνικό της κατάρρευσης των (πάλαι ποτέ «λαϊκοδημοκρατικών») ανατολικών κοινωνιών επιβάλλει μια έστω και προσωρινή αποτίμηση της φάσης που βρίσκονται, της πορείας που έχουν δρομολογήσει, των επιπτώσεων που έχουν για το οργανωμένο εργατικό κίνημα, τις θεωρητικές και πολιτικές του εκφράσεις.
Σ' ένα προ διετίας άρθρο μας που επιχειρούσε μια πρώτη αποτίμηση των τάσεων που άφηνε να διαφανούν η περεστρόικα (Μηλιός / Κυπριανίδης 1988), ξεκινούσαμε με μια διαπίστωση και καταλήγαμε σ' ένα ερώτημα. Αξίζει να τα επαναφέρουμε εδώ, δίκην εισαγωγής. Η διαπίστωση πρώτα: «Το εγχείρημα δεν αποτελεί απλώς την καταγραφή ενός διαμορφούμενου νέου "τρόπου πολιτικής διακυβέρνησης" της ΕΣΣΔ, από τη σημερινή σοβιετική ηγεσία. Αποτελεί ταυτόχρονα αντανάκλαση και καταγραφή κάποιων οικονομικών και κοινωνικών μετασχηματισμών που συντελούνται τουλάχιστον κατά τα τελευταία τρία χρόνια στην ΕΣΣΔ. από τους οποίους προκύπτουν σημαντικές αλλαγές στο επίπεδο της ιδεολογίας, αλλά ακόμα και της θεωρίας (του "σοβιετικού μαρξισμού")». Το ερώτημα στη συνέχεια: «θα μπορέσει η σοβιετική εργατική τάξη να εκμεταλλευτεί τις νέες συνθήκες και τους εξελισσόμενους μετασχηματισμούς για να προωθήσει τους άμεσους (πολιτικούς και οικονομικούς) και τους στρατηγικούς της στόχους;» Η διαπίστωση δείχνει σήμερα, κάτω από την επήρεια των ραγδαίων εξελίξεων, κοινότυπα αυτονόητη, ενώ το ερώτημα για τους ίδιους λόγους φαίνεται τουλάχιστον αφελές. Ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε την αυτονόητα παράδοξη σημερινή κατάσταση.
Η εργατική τάξη (δεν) πάει στον παράδεισο
«Περεστόικα σημαίνει πρωτοβουλία των μαζών. Είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη της δημοκρατίας, της σοσιαλιστικής αυτοδιαχείρισης, η ενθάρρυνση της πρωτοβουλίας και της δημιουργικής δράσης, η βελτιωμένη τάξη και πειθαρχία. Σημαίνει ακόμα περισσότερη γκλάσνοστ, περισσότερη κριτική και αυτοκριτική σε όλους τονς τομείς της κοινωνίας μας. Σημαίνει υπέρτατο σεβασμό για το άτομο και εκτίμηση της ατομικής αξιοπρέπειας» (Γκορμπατσώφ 1987, σ. 54).
Πραγματικά σ' όλο αυτό το διάστημα είχαμε και πρωτοβουλία των μαζών, και περισσότερη κριτική των μαζών, και αγανάκτηση των μαζών που πήρε τη μορφή των απεργιών, των χωριστικών κινήσεων, της αναβίωσης και μαζικοποίησης των θρησκευτικών κινήσεων και του ρωσικού μυστικισμού, των εθνικιστικών εκρήξεων σ' όλη την έκταση της επικράτειας. Είχαμε όμως και στο εσωτερικό της εργατικής τάξης τη μορφοποίηση της αντίθεσης προς τους μετασχηματισμούς, η οποία ξεκίνησε από την παθητική αντίσταση και πήρε πολλές φορές ανοιχτή μορφή: η παραγωγή το 1990, π.χ. είναι κατώτερη από την προηγούμενη χρονιά, μέχρι τώρα υπάρχουν 9 εκατομμύρια ημέρες απεργίας (2 εκατομ. περισσότερες από το 1989), ενώ 700.000 εργάτες της σιδηρικής πετρελαιοπαραγωγικής περιοχής Τιούμεν απειλούν με απεργίες (Die Zeit, 20.4.90).
Θα περίμενε κανείς ότι οι παραπάνω σκέψεις θα ήταν η αφετηρία για την ενεργοποίηση όλων εκείνων των κατ' όνομα λαϊκών αντιπροσωπευτικών θεσμών στο σοβιετικό καθεστώς ώστε η λαϊκή «πρωτοβουλία» ν' αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο και ειδικό βάρος μέσα στο παιχνίδι των κοινωνικών συσχετισμών δύναμης. Όμως οι μάζες δεν είναι τόσο «ώριμες» όσο θα έπρεπε. για ν' αναλάβουν στα χέρια τους την τύχη της ανασυγκρότησης. Αυτό πιστοποιείται κατ' αρχήν από μια σειρά αρνητικές διαπιστώσεις:
«Κατ' αρχήν, η ψυχολογία της αγοράς μας είναι ξένη. Δεν εννοώ μ' αυτό κάποια ιδεολογικά κλισέ, αλλά απλά την καθημερινή - ψυχολογία. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι τιμές θα πρέπει να είναι σταθερές ή να πέφτουν. Διατίθενται να κάθονται στην ουρά. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι γύρω στα 40% είναι υπέρ του δελτίου τροφίμων... Η πλειοψηφία του λαού πιστεύει ότι το κράτος ορίζει τις τιμές, άρα θα πρέπει να πιεσθεί για να πέσουν...» (Ν. Πετρακώφ, Die Zeit, 4.5.90).
Όμως δεν είναι μόνο η αυθόρμητη ψυχολογία του λαού που βάζει εμπόδιο στη «μεταρρύθμιση»: υπάρχουν και οι οργανωμένοι υποκινητές του: «Ορισμένοι δεν θέλουν καθόλου την αγορά. Αυτή τη θέση την υπερασπίζονται κυρίως τ' αφεντικά των συνδικάτων. Τα κρατικά συνδικάτα μας βρίσκονται σε κρίση μετά τις απεργίες της προηγούμενης χρονιάς και προσπαθούν να εμφανιστούν ως υπερασπιστές των λαϊκών συμφερόντων για να αποκομίσουν οφέλη στο πολιτικό παιχνίδι», (ό.π.) Το φάντασμα του λαϊκισμού πλανάται πάνω από τη Σοβιετική Ένωση.
Ο άνθρωπος που μιλάει στα παραπάνω αποσπάσματα που παραθέσαμε δεν είναι τυχαίο πρόσωπο. Είναι οικονομικός σύμβουλος του Γκορμπατσώφ από τους πιο στενούς του. Ο ίδιος θεωρεί ότι «ο λαός αποτελείται από παραγωγούς και καταναλωτές, και κάθε εργαζόμενος είναι και τα δυο ταυτόχρονα». Επειδή προφανώς με τις δυο αυτές του ιδιότητες δεν πρόκειται να έχει ελεύθερο χρόνο, χρειάζεται για τη δική του ευημερία κάποιος να φροντίζει για τη διαχείριση των κοινών. Και για τις περιόδους μετάδοσης, η ιστορία έχει δείξει ότι ο «Βοναπάρτης» είναι απαραίτητος. Έτσι στη θέση των πολυέξοδων, αντιπαραγωγικών και αναποτελεσματικών εκφράσεων της λαϊκής «πρωτοβουλίας» - που άλλωστε μπορεί εύκολα να παρασυρθεί σε ακρότητες - η Σοβιετική Ένωση απόκτησε Πρόεδρο με αυξημένες αρμοδιότητες και δεκαεξαμελές προεδρικό συμβούλιο με εκπροσώπους όλων των τάσεων της περεστρόικα, το οποίο φυσικά ορίζεται από τον ίδιο τον Μ. Γκορμπατσώφ.
Και για να γυρίσουμε στο αρχικό ζήτημα με το οποίο ξεκινήσαμε αυτή την παράγραφο. Την πρωτοβουλία των μαζών, σήμερα, δεν φαίνεται να την θυμάται κανείς. Η έννοια αυτή βρίσκεται παραπεταμένη κάπου ανάμεσα στο κομματικό πολιτικό μονοπώλιο, στην «ανωριμότητα του λαού» μπροστά στη «φωτισμένη κρατική διαχείριση» και στις διαμάχες των διευθυντικών μερίδων του κράτους για την εξουσία. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι η αναφορά σ' αυτήν εξαφανίζεται και η μνημόνευση της «πρωτοβουλίας των μαζών» εμφανίζεται σαν κομήτης σ' επετειακούς επικήδειους του Λένιν.
Χτίζοντας πύργους στην άμμο
«Περεστρόικα είναι η πολύπλευρη εντατικοποίηση της σοβιετικής οικονομίας, η αναζωογόνηση και η ανάπτυξη των αρχών τον δημοκρατικού συγκεντρωτισμού στη διεύθυνση της εθνικής οικονομίας, η γενική εισαγωγή οικονομικών μεθόδων, η αποκήρυξη της διαχείρισης κατ' εντολή και με διοικητικές μεθόδους και η γενική ενθάρρυνση της ανανέωσης και της σοσιαλιστικής πρωτοβουλίας». (Γκορμπατσώφ 1987, σ. 54).
Αν αυτές οι αρχικές διατυπώσεις ακροβατούν ανάμεσα στην παράδοση του «σχεδίου», της «σοσιαλιστικής οικονομίας» και στη συγκαλυμμένη εισαγωγή της έννοιας του κεφαλαιακού ανταγωνισμού, οι σημερινές δηλώσεις των ιθυνόντων του καθεστώτος έχουν ξεπεράσει πολλά ταμπού και ονοματίζουν τη σημερινή πραγματικότητα με αρκετά οικείες σε μας έννοιες. Ας αρχίσουμε όμως με αρνητικές οριοθετήσεις δίνοντας το λόγο πάλι στον Πετρακώφ: «Είμαι αντίθετος σε ετικέτες όπως "σοσιαλιστική αγορά" ή "σοσιαλιστική επιχείρηση". Ακούγεται σαν σοσιαλιστικός ήλιος ή σοσιαλιστικός ουρανός. Εκείνο που υπάρχει πραγματικά, είναι ο σοσιαλιστικός πληθωρισμός...» (Die Zeit, 4.5.90). Υπάρχει βέβαια και η θετική κατεύθυνση προς την οποία θα πρέπει να βαδίσουν οι μεταρρυθμίσεις: «Η αγορά χρειάζεται ανταγωνισμό και σκληρό νόμισμα. Δεν πρόκειται να λειτουργήσει αν λείπουν αυτές οι δύο συνιστώσες. Γιατί η αγορά δεν είναι βέβαια μόνο η ισορροπία προσφοράς και ζήτησης. Αυτή την ισορροπία μπορούμε αύριο κιόλας να την εξασφαλίσουμε... Εκείνο που μετράει είναι η αγορά κεφαλαίου, δηλαδή η σχέση ανάμεσα σε υψηλά κέρδη και μεγάλες επενδύσεις. Μπορούν να εισαχθούν ισορροπημένες τιμές αν όμως όλα τα κέρδη συνεχίσουν να εισρέουν στον κρατικό προϋπολογισμό και το κράτος τα διανέμει κατά βούληση - τότε το διοικητικό σύστημα παραμένει αλώβητο» (ό.π.). Αν όμως η αγορά θα κάνει τη μισή δουλεία, το «σχέδιο» - ή μάλλον η απουσία του - θα πρέπει να κάνει τα υπόλοιπα. Ο Πετρακώφ θα μας πει πάλι: «Πιστεύω ότι όλα τα εξειδικευμένα υπουργεία πρέπει να εξαφανιστούν. Δεν έχει νόημα να μειωθεί ο αριθμός τους, γιατί θα συνεχίσουν να δουλεύουν όπως έκαναν μέχρι σήμερα... Η οικονομία της αγοράς πρέπει να κάνει χωρίς υπουργεία... θα πρέπει να μετασχηματίσουμε την κρατική ιδιοκτησία ή ακριβέστερα: την ιδιοκτησία των υπουργείων - σε μετοχική ιδιοκτησία...» (ό.π.).
Έτσι λοιπόν αποκαλύπτεται και γίνεται ορατή δια γυμνού οφθαλμού ακόμα και για τους αδαείς, η κοινωνική πραγματικότητα του «σχεδίου», μιας έννοιας που οι σοβιετικοί δανείσθηκαν από τους κλασικούς του μαρξισμού και συμπυκνώνει την έννοια του συνολικού κοινωνικού σχεδιασμού. Ήταν απλά η ιδιοκτησία των παραγωγικών μονάδων από τη «διοίκηση» (Υπουργεία και κατώτερες βαθμίδες), και η διαχείριση των επιχορηγήσεων από την κρατική οικονομική διεύθυνση. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι τα περίφημα «πλάνα» και η υπερεκπλήρωσή τους δεν ήταν παρά η - καθόλου ευγενής - άμιλλα των κρατικών διαχειριστών να πλουτίσουν το βιογραφικό τους (και ίσως και άλλες πιο υλικές όψεις της ζωής τους) με ακόμα μεγαλύτερες επιτυχίες. Έτσι στο οικονομικό πλάνο του 1990 ο πρωθυπουργός Ρίσκοφ αναγγέλλει την αύξηση της προσφοράς εμπορευμάτων κατά 66 δις ρούβλια, ενώ οι πρώτες ενδείξεις τοποθετούν την αύξηση στο 1 2 περίπου, και ενώ η κατάσταση στις επενδύσεις και τις πρώτες ύλες είναι ακόμα χειρότερη. Ακόμα, ο πραγματοποιούμενος εκσυγχρονισμός του τεχνικού εξοπλισμού των επιχειρήσεων υπολείπεται κατά 80% του προβλεπόμενου... (Die Zeit, 20.4.90). Δεν είναι ακόμα απορίας άξιο το ότι η κοινωνία, οι εργαζόμενοι, που στο όνομα τους υπήρχε το «παλλαϊκό» κράτος και η «σχεδιασμένη» διαχείριση των κοινών, δεν θέλουν να ξέρουν τίποτε για την «επανάσταση» που συντελείται «εκεί πάνω», για τη «ρυθμιζόμενη αγορά» όπως λένε τα τελευταία σλόγκαν. Ο λαός, προς μεγάλη απογοήτευση των μαθητευόμενων μάγων της αγοράς, δίνει τα πάντα προκειμένου να μείνουν σταθερές οι τιμές. Μήπως οι τιμές, το χρήμα, δεν ήταν αυτό που, παρά τις θεωρητικές και πρακτικές αλχημείες των επίσημων ταγών, αποκλειστικά τον έφερνε σ' επαφή με το «συνολικό κοινωνικό σχεδιασμό», το πολυδιαφημισμένο «σχέδιο» της «σοσιαλιστικής» οικονομίας; Σήμερα του ζητούν να αγνοήσει αυτό στο οποίο είχαν θεμελιώσει επί δεκαετίες τη «σοσιαλιστική κοινωνικοποίηση» του: τη συναλλαγή για την υπαγωγή του στην παραγωγική διαδικασία ως διευθυνόμενου και στην κοινωνία ως ακρωτηριασμένου καταναλωτή. Το μόνο ενδιαφέρον στα παραπάνω βρίσκεται στο ότι δεν αποτελούν θεωρητικά συμπεράσματα στοχαστών, αλλά πρωτόλειες εξωτερικεύσεις των πρωταγωνιστών των εξελίξεων, των φορέων της (κοινωνικής και πολιτικής) εξουσίας, που, όπως και σ' άλλες ιστορικές περιόδους, δεν καταλαβαίνουν γιατί ο λαός δεν αναγνωρίζει την πρωτοποριακή τους έμπνευση που ξαναγράφει την ιστορία με το «υλικό του παρελθόντος».
Η μαφία και ο λούστρος
Μιλήσαμε πιο πάνω για την πραγματικότητα της οικονομικής συναλλαγής, με τον εργαζόμενο ως παραγωγό και ως καταναλωτή. Η έννοια είναι απλή αλλά συλλαμβάνει τον πυρήνα των κοινωνικών σχέσεων, της συναίνεσης στο εργοστάσιο, στην κάλυψη των κοινωνικών αναγκών, στην κατανάλωση. Ας δώσουμε το λόγο πρώτα στον Γκορμπατσώφ για την κρυπτογραφική διατύπωση αυτού του θέματος και στη συνέχεια στους σύγχρονους οικονομικούς ιθύνοντες που μιλάνε απερίφραστα για την κατάσταση και τις διεξόδους.
«Οι επεκτατικές μέθοδοι αύξησης του παγίου κεφαλαίου είχαν ως αποτέλεσμα μια τεχνητή στενότητα σε εργατικό δυναμικό. Σε μια προσπάθεια να διορθωθεί κάπως η κατάσταση, άρχισαν να παρέχονται μεγάλα, αδικαιολόγητα και εν μέρει καταχρηστικά πριμ, και κάτω από την πίεση αυτής της έλλειψης, δόθηκαν κάθε είδους αδικαιολόγητα κίνητρα, τα οποία οδήγησαν, σ' ένα κατοπινό στάδιο, στην πρακτική να "παραφουσκώνονται" οι απολογισμοί με σκοπό απλώς και μόνο το κέρδος. Αυξήθηκαν οι παρασιτικές τάσεις, η ενσυνείδητη και υψηλής ποιότητας εργασία άρχισε να χάνει το κύρος της και εξαπλώθηκε η νοοτροπία της "ισοπέδωσης των μισθών". Η έλλειψη ισορροπίας ανάμεσα στην ποσότητα εργασίας και την ποσότητα κατανάλωσης, που είχε γίνει κάτι σαν περόνη του μηχανισμού τροχοπέδησης, όχι μόνο εμπόδιζε την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, αλλά οδηγούσε και στη διαστρέβλωση της αρχής της κοινωνικής δικαιοσύνης». (Μ. Γκορμπατσώφ 1987, σ. 27).
Ας ακούσουμε όμως τώρα τη σημερινή καθαρή γλώσσα των ειδικών: «Πρόσφατα γίναμε πιο ευέλικτοι. Όμως η θέση ότι ο λαός δεν πρέπει να υποστεί απώλειες αν αυξηθούν οι τιμές, συνεχίζει να ισχύει. Τώρα δημοφιλής είναι η ιδέα της αντισταθμιστικής παρέμβασης... ότι χρειάζεται κοινωνική προστασία, ότι οι μισθοί πρέπει να εξομοιωθούν με τις τιμές. Υπάρχουν προτάσεις να αντισταθμιστεί το ακριβότερο κρέας και το ακριβότερο ψωμί - αυτό θα ήταν σίγουρα μια επιπρόσθετη πληθωριστική πίεση. Δεν επιτρέπεται να πληρώνουμε στους ανθρώπους ψηλότερους μισθούς για να τρωνε κρέας. Πρέπει να πληρώνουμε την εργασία τους... Παίρνουμε 20% ως 30% των μισθών μας σε λεφτά, τα υπόλοιπα είναι κοινωνικές παροχές. Αν βαδίσουμε το δρόμο της αντιστάθμισης, τότε δεν πηγαίνουμε στην οικονομία της αγοράς.. . Ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα της μετάβασης σε ελεύθερες τιμές είναι να δεσμεύσουμε το χρήμα του λαού και να εμποδίσουμε τους ανθρώπους να το ξοδεύουν όλο αμέσως... Επιπρόσθετα το κράτος θα πρέπει να προστατεύει τον καταναλωτή κυρίως με το να δημιουργεί ανταγωνισμό...» (Ν. Πετοακώφ, Die Zeit 4.5.90).
Η διαχείριση λοιπόν της εργασιακής δύναμης επιβάλλει την εξαφάνιση των κοινωνικών συμμαχιών, στο εργοστάσιο, στο κόμμα, στη διοίκηση και την πάταξη της συναλλαγής που αυτές οι κοινωνικές συμμαχίες είχαν εγκαθιδρύσει ως θεμελιακό στοιχείο ρύθμισης των κοινωνικών λειτουργιών. Το φάρμακο για όλα αυτά είναι το σπάσιμο του κρατικού μονοπωλίου και η εμφάνιση του ατομικού μεμονωμένου κεφαλαίου. Εδώ μπορούν να ορισθούν με απόλυτη σαφήνεια, δηλαδή με όρους αγοράς και ανταγωνισμού, το εμπόρευμα εργασιακή δύναμη, με τη διττή του υπόσταση: ο εργάτης ως παραγωγός και ως καταναλωτής. Η συναλλαγή στα κρατικοκαπιταλιστικά καθεστώτα νόθευσε αυτή την υπόσταση και ως προς τα δυο της σκέλη: και στην παραγωγή με την αυξημένη παρουσία του «κοινωνικού μισθού» και στην κατανάλωση με την απουσία ανταγωνισμού και με το καταναλωτικό συμβόλαιο που έπαιρνε τη μορφή των φθηνών αλλά δυσεύρετων καταναλωτικών αγαθών. Το χρήμα θα κοινωνικοποιήσει στη συνέχεια τη νέα διττή υπόσταση της εργασιακής δύναμης: το χρήμα και το άνοιγμα της ψαλίδας των αμοιβών θ' αποκαταστήσει τον ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας, ο ανταγωνισμός στην αγορά των εμπορευμάτων θ' αποκαταστήσει τον εργαζόμενο στη λειτουργία του ως καταναλωτή. Ήταν ανάγκη να περάσουμε από την Οκτωβριανή Επανάσταση για να ανακαλύψουμε το αδιαίρετο των δύο όψεων της «αιώνιας και πανανθρώπινης αξίας» που ακούει στο όνομα της «Ελευθερίας του Ανθρώπου»;
Ιβάν ο τρομερός.
«... Ας αφήσουμε κάθε έθνος να αποφασίσει ποιο σύστημα και ποια ιδεολογία είναι η καλύτερη... Οι επαναστάσεις και τα απελευθερωτικά κινήματα γεννιούνται στο εθνικό έδαφος. Και παρουσιάζονται όταν η φτώχεια και η καταπίεση των μαζών γίνεται ανυπόφορη, όταν η εθνική αξιοπρέπεια ταπεινώνεται κι όταν αρνούνται σ' ένα έθνος το δικαίωμα ν' αποφασίζει το ίδιο για την τύχη του...» (Μ. Γκορμπατσώφ 1987, σσ. 261, 268).
Το παραπάνω απόσπασμα αναφέρεται στην «παγκόσμια αντιπαράθεση των δύο συστημάτων» και την τροποποίηση που φαίνεται να υφίσταται στη σημερινή εποχή. Όμως, μπορεί να διατυπωθεί εξίσου καλά αναφορικά με τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων στην πάλαι ποτέ ζώνη επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης, την ανατολική Ευρώπη, αλλά και στο εσωτερικό του σοβιετικού «ιμπέριουμ». Η κατάρρευση των ανατολικών κοινωνιών, η επικείμενη προσάρτηση της πάλαι ποτέ "Λαϊκής Δημοκρατίας" της Γερμανίας στη Δυτ. Γερμανία, αλλά και η επίσης επικείμενη απόσχιση των βαλτικών Δημοκρατιών, οι εθνικιστικές ταραχές στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ, η αναβίωση του ρωσικού εθνικισμού έρχονται άθελα τους να εικονογραφήσουν τα παραπάνω λόγια που γράφονταν απλά για να αποκλιμακώσουν την καχυποψία για «δάκτυλο της Μόσχας» σε κάθε εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα.
Είναι αναπόφευκτο σήμερα, που γίνεται ένας αδυσώπητος αγώνας για ανακατανομή των πόλων εξουσίας μέσα στο. κράτος, να αναδύονται και οι εθνικές αντιθέσεις και να διαπλέκονται άμεσα με τις κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, μερίδες και στρώματα της σοβιετικής κοινωνίας. Είναι επίσης φανερό ότι στον αγώνα αυτό ο Μ. Γκορμπατσώφ στηρίζεται άμεσα πια στους κρατικούς μηχανισμούς υποσκάπτοντας την ισχύ του κόμματος το οποίο τείνει να μεταβληθεί σε αρένα διαπάλης των σταλινικών και των σοσιαλδημοκρατών. Είναι τέλος προφανές ότι στον αγώνα αυτό σημαντικό ρόλο θα παίξουν οι εγγυήσεις που θα δώσει η μια ή η άλλη μερίδα ότι είναι σε θέση να εξασφαλίσει τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα του κράτους, πέρα από τους δευτερεύοντες και πολλές φορές εφήμερους μετασχηματισμούς του πολιτικού συστήματος.
Στο σημείο αυτό η κρατική διαχείριση με τον Γκορμπατσώφ επικεφαλής έχει αναμφισβήτητα το προβάδισμα και βρίσκεται σε ευνοϊκή θέση. Κι αυτό παρά την έντονη αμφισβήτηση από το κόμμα. Μ' αυτή την έννοια, τοποθετήσεις αρχής, που στηρίζονται στη φαινομενολογία της κρίσης όπως αυτή του Γ. Λιγκατσώφ που ακολουθεί, έχουν μάλλον φιλολογική σημασία: «Στην κοινωνία μας εκφράστηκαν δυνάμεις και άνθρωποι, που με το πρόσχημα των παραπλανητικών επιλογών τους καταστρέφουν το κόμμα και την κοινωνία και θέλουν να εκμηδενίσουν τις λενινιστικές αρχές της οργάνωσης και λειτουργίας της... Δείχνουν λοιπόν το παράδειγμα της ανατολικής Ευρώπης... Προφανώς εκεί πραγματοποιείται η απομάκρυνση από το σοσιαλισμό... Το μπλοκ του NATO δυναμώνει, η σοσιαλιστική κοινότητα διαλύεται.. . Είμαι πεισμένος ότι η χώρα μας οδηγήθηκε στην κρίση κύρια λόγω της οργανωτικής και ιδεολογικής αποδυνάμωσης του κόμματος...» (Die Zeit, 30.3.90). Η μάχη αυτή των σταλινικών είναι μια μάχη οπισθοφυλακής που δίνεται μέσα στο κόμμα, το οποίο βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς και συνολικής υποχώρησης.
Αντίθετα οι πιο διορατικοί από τους σταλινικούς αναζητούν τις κοινωνικές τους συμμαχίες εκεί όπου φυσιολογικά μπορούν να τις ορούν: στο ιδεολογικό μέτωπο της καθυστέρησης που αντιπροσωπεύει ο ρωσικός εθνικισμός, που αναβιώνει σε μαζική κλίμακα. Εδώ αξιοπρόσεκτη είναι η όλο και περισσότερο πραγματοποιούμενη σύμφυση ανάμεσα στο εθνικιστικό ρωσικό κίνημα Παμιάτ και την κομματική σταλινική τάση, γεγονός που εκφράζεται με κοινές συνδιασκέψεις, με επικλήσεις για τη συνοχή της Αυτοκρατορίας, για επιστροφή στην κραταιά ρωσική ισχύ, για πάταξη των αντιφρονούντων κλπ., ενώ οι ρατσιστικές αιχμές γίνονται όλο και πιο φανερές. Ο «πατριωτισμός» είναι πάλι στην πρώτη γραμμή και η ιδεολογική σύγχυση γίνεται φανερή από τα ακόλουθα λόγια εθνικιστή διανοούμενου. «Εμείς οι ρώσοι πατριώτες πάντα διστάζουμε, ενώ με τις εκκλήσεις του Χομεϊνί εκατοντάδες άνθρωποι θυσίαζαν τη ζωή τους στις συγκρούσεις με την αστυνομία». Αλλά και η οργάνωση Παμιάτ κάνει δηλώσεις του τύπου: «Ένας αρχηγός θα εξυγιάνει το έθνος και θα το ενώσει για υψηλότερους στόχους». (Die Zeit, 4.5.90).
Πόση μαζική απήχηση έχουν αυτού του τύπου οι ιδεολογίες είναι δύσκολο να διατυπωθεί με βεβαιότητα. Εκείνο που γνωρίζουμε, βέβαια, γενικά είναι ότι σε περιόδους κρίσης και αβεβαιότητας παρόμοια ρεύματα έχουν κατ' αρχήν προϋποθέσεις για να γίνουν ακουστά. Το ότι δεν είναι εντελώς αμελητέα η επιρροή τους φαίνεται από το γεγονός ότι ένας εκπρόσωπος του Παμιάτ βρίσκεται μέσα στο δεκαεξαμελές προεδρικό συμβούλιο του Γκορμπατσώφ. Η επιρροή τους όμως θα κριθεί κύρια από την πορεία που θα λάβουν οι εξελίξεις από δω και στο εξής και από τη δυνατότητα της πολιτικής εξουσίας να διασφαλίζει την κρατική συνοχή, την υπόσταση του ιμπέριουμ.
Το φάντασμα της ελευθερίας
Είχαμε επισημάνει ήδη στο άρθρο μας του 1988 ότι η περεστρόικα έθεσε σε κίνηση μια διαδικασία μετασχηματισμού του «σοβιετικού μαρξισμού, που ξεκινούσε από την αναγνώριση της κρίσης του ίδιου και την υποχώρηση θεμελιακών του θεωρητικών πόλων και έφθανε μέχρι την ανοιχτή κριτική και απόρριψη ορισμένων θέσεων. Εκεί αναφερόμασταν συγκεκριμένα στην υποχώρηση του κλασικού οικονομισμού («θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων») και του καταστροφισμού (η «γενική κρίση» του καπιταλισμού) επισημαίνοντας ότι δεν πρόκειται για επιστροφή στο μαρξισμό: επρόκειτο για μια στρατηγική αναβάθμιση της «παραγωγής και της παραγωγικότητας», για την ιδεολογία του τέλους της πάλης των τάξεων, της ευτυχίας του Ανθρώπου, των κοινών συμφερόντων της κοινωνίας, που πραγματώνονται με την «ανάπτυξη», κοντολογίς για τον πυρήνα του οικονομισμού, τον παραγωγισμό. (Μηλιός-Κυπριανίδης 1987).
Τι μετατοπίσεις πραγματοποιήθηκαν στα δυο χρόνια που μεσολάβησαν; Πρόκειται πραγματικά για θεαματικές εξελίξεις όπως πιστοποιούν τα αποσπάσματα που παραθέτουμε αμέσως. Ας δώσουμε λοιπόν το λόγο στους ίδιους τους πρωταγωνιστές.
Ας αρχίσουμε από τη θεωρητική και πρακτική απορία ενός ηγετικού στελέχους της ΚΕ του ΚΚΣΕ, του Κ. Bruteuz: «Πώς μπορούν να εισαχθούν τέτοιες εμπορευματικές χρηματικές σχέσεις που να διανοίγουν σε όλους που συμμετέχουν στην οικονομική ζωή ένα ευρύ πεδίο δραστηριοτήτων με πλήρη ισοτιμία, και οι οποίες από την άλλη θα δημιουργούν μια βάση για έλεγχο και κοινωνική δικαιοσύνη;» (Die Zeit, 6.4.90). Είναι μια ερώτηση στην οποία κάθε σοσιαλδημοκρατικό επιτελείο θα έχει άνετα τη δυνατότητα για παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών.
Ο οικονομολόγος και μέλος του προεδρικού συμβουλίου Σ. Σατάλιν θα πει στην ολομέλεια της Κ.Ε. του Μαρτίου 1990: «Μετά την ομιλία μου στην ολομέλεια του Φεβρουαρίου με κατηγόρησαν ως σοσιαλδημοκράτη. Τότε είπα, και το ξαναλέω και τώρα επειδή δεν αλλάζω τις απόψεις μου από τη μια μέρα στην άλλη, ότι υποστηρίζω τις σοσιαλδημοκρατικές θέσεις. Και δεν έχω πρόθεση ν' αλλάξω σ' αυτό το σημείο. Όμως θα εξακολουθήσω ν' ανήκω σ' αυτούς που δεν εγκαταλείπουν το κόμμα στις δυσκολότερες στιγμές». (Die Zeit, 30.4.90). Έχουμε λοιπόν εδώ να κάνουμε με την αναβίωση των προεπαναστατικών τάσεων μέσα στο κόμμα; Και πώς μετά από δεκαετίες «κομμουνιστικής» παράδοσης στην κοινωνία και το κόμμα, βρίσκονται τόσοι «σοσιαλδημοκράτες» στα υψηλά κομματικά και κρατικά οφίκια;
Για την κατεύθυνση που πρέπει να πάρουν τα πράγματα θα μας μιλήσει τώρα ο οικονομολόγος και σύμβουλος του Γκορμπατσώφ Μ. Πετρακώφ: «Πρέπει ν' απομακρυνθούμε από την κρατική ιδιοκτησία. Στην κρατική ιδιοκτησία δεν υπάρχει καμιά σχέση ανάμεσα στο δικαίωμα να λαμβάνονται αποφάσεις και στην ευθύνη που απορρέει απ' αυτές. Αυτό είναι το μεγαλύτερο αμάρτημα του διοικητικού μας συστήματος. Η ατομική ιδιοκτησία ανήκει σε μένα και τα παιδιά μου, δηλαδή είναι μακροπρόθεσμη. Όποιος έχει ατομική ιδιοκτησία ενδιαφέρεται πάντα να την πολλαπλασιάσει. Η κοινωνική ιδιοκτησία δεν είναι υπ' αυτό το πρίσμα μακροπρόθεσμη... Ο άνθρωπος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα είτε να δρα ως μισθωτός εργάτης σε μια κρατική ή ατομική επιχείρηση, είτε να γίνει ελεύθερος παραγωγός. Εδώ έγκειται πρακτικά η πραγματική ελευθερία». (Die Zeit, 4.5.90). Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας ή πώς να εφεύρετε την πυρίτιδα στο κατώφλι του 21ου αιώνα. Και να κλείσουμε με μια θεωρητική συμπύκνωση που προέρχεται από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Λ. Αμπάλκιν: «Ο εικοστός αιώνας απέδειξε τελειωτικά ότι μόνο η οικονομία της αγοράς είναι σε θέση να εγγυηθεί την ύψιστη αποδοτικότητα. Χωρίς την αγορά δεν υπάρχει μέλλον γι' αυτή τη χώρα» (Die Zeit, 20.4.90). Το μόνο που μπορεί να προσθέσει κανείς σ' αυτό το φυσικό νόμο είναι ένα απλό ερώτημα: χρειάζονταν πάνω από 80 χρόνια «σοσιαλιστικής» εξουσίας, για να «κατανοήσουμε» αυτή την απλή αλήθεια;
Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη
Όσα σχηματικά παρατίθενται στις προηγούμενες ενότητες απέχουν πολύ από το να «αποδεικνύουν» κάτι το συγκεκριμένο. Τεκμηριώνουν όμως με τρόπο αδιάσειστο, ότι στην εποχή της περεστρόικα και σε διάστημα πέντε περίπου χρόνων κατέρρευσαν μύθοι δεκαετιών, και στην πτώση τους συμπαρασύρουν μια σειρά «σταθερές» και «κεκτημένα» του οργανωμένου εργατικού κινήματος, αυτού που αποτέλεσε τον στρατηγικό πυρήνα της Αριστεράς μετά τα πρώτα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης και μέχρι σήμερα. Μαρτυρούν επιπρόσθετα ότι η πολιτική εξουσία σ' έναν κοινωνικό σχηματισμό, οι ταξικές συμμαχίες που τη στηρίζουν, το κράτος που δημιουργείται ως υλική συμπύκνωση των ταξικών σχέσεων εξουσίας και οι (κρατικοί) μηχανισμοί που την πραγματώνουν, υπόκεινται σε μετασχηματισμούς που απορρέουν από τους νέους όρους που διαμορφώνει η πάλη των τάξεων, όπως αυτή εξελίσσεται στο εσωτερικό του κοινοτικού σχηματισμού. Δείχνουν τέλος ότι εξαφανίζονται οι ακλόνητες βεβαιότητες εκείνης της Αριστεράς που είχε «φυλακίσει» την ιστορική εξέλιξη στο σχηματικό εξελικτισμό των εγχειριδίων (πέρα από το ότι είχε κυριολεκτικά φυλακίσει και εξοντώσει τους φορείς της ταξικής πάλης που δεν ήταν της αρεσκείας της, σ' αυτά τα δημιουργήματα που ονομάστηκαν ευφημιστικά «στρατόπεδα αναμόρφωσης», «ψυχιατρικά κέντρα» κλπ.). Τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα δεν θα υποχρεωνόμαστε να ακούμε εκείνα τα υποτιμητικά «αιώνια φιλία με την ΕΣΣΔ», «ακλόνητοι νόμοι της σοσιαλιστικής συσσώρευσης», και άλλα ηχηρά και κακόγουστα. Είναι κι αυτό κάτι, όταν έχεις ν' αντιμετωπίσεις καθημερινά την καπιταλιστική βαρβαρότητα που, πλέον, αναγορεύεται σε φυσικό νόμο.
Αν όμως η νέα κατάσταση που διαμορφώνεται μας απαλλάσσει από την πολιτική και θεωρητική σαβούρα που άθελα μας είχαμε φορτωθεί, μια και δεν θέλαμε ούτε μπορούσαμε ν' αποκόψουμε τους εαυτούς μας από την ιστορική παράδοση του οργανωμένου εργατικού κινήματος, είναι σήμερα ενδιαφέρουσα και από μια άλλη σκοπιά. Επιτρέπει να διατυπώσουμε θέσεις και να δοκιμάσουμε την ισχύ τους, σχετικά με αυτές τις κοινωνίες που είχαν σταθεί εχθρικές προς εκείνο που υποτίθεται ότι τις συγκροτούσε: μπορούμε σήμερα περισσότερο παρά ποτέ να επιχειρήσουμε την «απαγορευμένη» μαρξιστική ανάλυση της ιστορίας και της πραγματικότητας των κοινωνιών αυτών, ιστορίας και πραγματικότητας που γράφτηκε και παγιώθηκε αντίστοιχα στο όνομα του μαρξισμού και της εργατικής τάξης. Μ' αυτό τον τρόπο μπορούν να έχουν πρακτικό και αναλυτικό αντίκρισμα (και πεδίο εφαρμογής) οι επεξεργασίες των κλασικών του μαρξισμού, οι αναλύσεις του Λ. Αλτουσέρ και των συνεργατών του, οι θέσεις των κινέζων κομμουνιστών της εποχής της Πολιτικής Επανάστασης και του γάλλου θεωρητικού Σ. Μπετελέμ, το γενικό θεωρητικό πλαίσιο συζήτησης στο οποίο αναφέρθηκε η Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού μας στις θέσεις 31, στο σημείωμα «Πέντε θέσεις για το σοσιαλισμό».
Κάτω από αυτό το πρίσμα πολλά ενδιαφέροντα ζητήματα μπορούν να προσεγγιστούν. Ας αναφέρουμε ενδεικτικά ορισμένα:
1) Ποιοι ήταν οι οικονομικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί όροι που συντέλεσαν στη μακροβιότητα της «μονοπωλιακής ρύθμισης» της οικονομίας, στο γεγονός ότι κάθε προσπάθεια μεταρρυθμιστικής παρέμβασης εκφυλιζόταν πάντοτε σε μια αναπαραγωγή του υπάρχοντος, αποκλείοντας εκ προοιμίου είτε μια επαναστατικοποίηση των παραγωγικών σχέσεων στην κατεύθυνση της εργατικής εξουσίας, είτε μια αναπαλαίωση προς την κατεύθυνση του κλασικού καπιταλισμού της ανοιχτής αγοράς, με τον ανταγωνισμό των μεμονωμένων ατομικών κεφαλαίων;
2) Ποια ήταν η ταξική διάρθρωση της κοινωνίας στην ΕΣΣΔ, πώς διαμορφωνόταν συγκεκριμένα η διαπλοκή της «νέας αστικής τάξης» με τους κρατικούς μηχανισμούς, ποια η ταξική διαπερατότητα και ποιες οι ταξικές συμμαχίες και τα «κοινωνικά συμβόλαια» στη μακρά ιστορία των ανατολικών κοινωνικών σχηματισμών και ιδιαίτερα της ΕΣΣΔ:
3) Πώς εγκαθιδρύθηκε, εμπεδώθηκε και άντεξε όλη αυτή την ιστορική περίοδο η ανοιχτή «πολιτική δικτατορία» των αρχουσών τάξεων και ταξικών μερίδων στην ΕΣΣΔ και για ποιο λόγο υποβαθμίστηκαν ή εκμηδενίστηκαν οι πολιτικοί ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους και εκφυλίστηκαν από την πανίσχυρη παρουσία των «μυστικών υπηρεσιών ασφαλείας», που λειτούργησαν ως υποκατάστατο τους, πέρα από την άμεση κατασταλτική τους λειτουργία;
4) Ποια είναι τα αίτια της κατάρρευσης του συνόλου των κρατικών μηχανισμών στις χώρες αυτές και ποιες όψεις αυτής της διαδικασίας μπορούν ν' αποδειχθούν χρήσιμες για το στρατηγικό, πολιτικό και ιδεολογικό επαναπροσανατολισμό του εργατικού κινήματος.
Σταματάμε εδώ. Είναι φανερό ότι και η φωτογραφική αποτύπωση της σημερινής πραγματικότητας στην ΕΣΣΔ, αλλά και τα ερωτήματα που θέτει η αλλαγή των συντεταγμένων που προσδιόριζαν την ιστορική πορεία του εργατικού κινήματος είναι ελλιπή και αποσπασματικά. Είναι όμως και χρήσιμα γιατί προσπαθούν να σταθούν σε αντιπαλότητα προς τις συντριπτικές προφάνειες που αναδεικνύουν οι διαδικασίες και οι φορείς τους. Σήμερα που ο καπιταλισμός «αποδεικνύεται» ως κοινωνική «νομοτέλεια της φύσης», είναι χρήσιμο να υπενθυμίζει κανείς πρακτικά και παραδειγματικά ότι οι «νομοτέλειες» υπόκεινται στην πρωταρχικότητα της ταξικής πάλης. Σήμερα που οι χθεσινοί δήμιοι του εργατικού κινήματος ανασύρουν «τον Άνθρωπο που ορίζει τις τύχες του» και που κάνει την ιστορία, είναι χρήσιμο να υπενθυμίζει κανείς ότι «οι άνθρωποι», δηλαδή οι μάζες, «κάνουν» την ιστορία μέσω της ταξικής πάλης, που αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ιστορικής εξέλιξης. Σήμερα που όλοι προσπαθούν να προσγειώσουν όλους στην «αποδοτικότητα των δυτικών κοινωνιών», στις «κοινωνικές κατακτήσεις» του εργαζόμενου, στο ανθρώπινο πρόσωπο της σοσιαλδημοκρατίας, είναι χρήσιμο να υπενθυμίζει κανείς την καπιταλιστική βαρβαρότητα που γεμίζει την καθημερινή μας ζωή.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι «νέοι άνθρωποι» των ανατολικών κοινωνιών, που οι άρχουσες τάξεις «πραγματοποίησαν» τον «κομμουνιστικό» παράδεισο για λογαριασμό τους, είναι εκείνοι που πείσθηκαν σε μηδενικό χρόνο ότι όλο τον καιρό βρισκόντουσαν ανατολικά της Εδέμ. Γι αυτό και η μόνη ελπίδα εξακολουθεί να βρίσκεται στη δύναμη των μαζών. Παρά τα φαινόμενα, το ιστορικό στοίχημα εξακολουθεί να εντοπίζεται στη συγχώνευση του μαρξισμού με το εργατικό κίνημα, στην επανάσταση και ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, στην «ουτοπία» της εργατικής εξουσίας. Αυτές είναι οι υποθήκες για το μέλλον.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
Γκορμπατσώφ Μ. (1987): Περεστρόικα, εκδ. Νέα Σύνορα, Αθήνα
Μηλιός Γ. & Κυπριανίδης Τ. (1988): Η «Περεστρόικα», ο μαρξισμός και η Αριστερά, «Θέσεις», τ. 23-24.