1. Η κριτική και ο κρινόμενος.
Δεν θα ασχολούμασταν με τα προσφάτως γραφέντα από τον κ. Πέτρο Παραρά (και ιδίως με το βιβλίο του «Ελευθερία και Ισότης στη σύγχρονη Γαλλία. Η απόρριψη του εξισωτισμού. Τάσεις στην πρόσφατη γαλλική πολιτική θεωρία με αναφορές και στην Ελλάδα», Αθήνα 1989), εάν τα πονήματα του δεν είχαν το διπλό προνόμιο να εκφράζουν ένα απαράδεκτο όριο και ένα θλιβερό σημείο «συναίνεσης». Οι απόψεις του Π. Παραρά (στο εξής Π.Ι.Π, όπως ο ίδιος υπογράφει συχνά στο περ. «Το Σύνταγμα») εκφράζουν το όριο της προχειρότητας στο οποίο μπορούν να φτάσουν οι απολογητές της αστικής εξουσίας. Παράλληλα όμως - και μέσα από την ένδεια της προπαγάνδας τους - εκφράζουν τον πυρήνα που φαίνεται να οργανώνει σήμερα, υπό τη σκέπη των «νέων ιδεών» της εξουσίας, την «επιστημονική συναίνεση»: η νιοστή επανάληψη του ύμνου στον Άνθρωπο και την Ελευθερία «του», συγκινεί σήμερα όλο και μεγαλύτερο τμήμα της «επιστημονικής κοινότητας». Η φαινομενική ήττα του «αντιπάλου» επιτρέπει στους «φιλελεύθερους» όχι μόνο να θριαμβεύουν αλλά και να παραληρούν - χωρίς η ειλικρίνεια με την οποία γράφουν στα εξώφυλλα των βιβλίων τους «Ζήτω η ιδιοκτησία!», «Θρίαμβος του καπιταλισμού!» να γεννά τις αναμενόμενες αντιδράσεις. Η παράλειψη των «αρμοδίων» να εκφράσουν δημόσια τη διαφωνία τους με τα γραφόμενα από τον Π.Ι.Π. και τους αντάξιους του, δείχνει ότι κάτι έχει αλλάξει στο χώρο του πολιτικού ανταγωνισμού που ονομάζεται «επιστήμη». Αυτό καθιστά αναγκαίο να τοποθετηθούν ορισμένα πράγματα στη θέση τους: να υπενθυμισθεί ποια είναι η θέση και η στόχευση αντιλήψεων σαν κι αυτές που πρεσβεύει ο Π.Ι.Π. και ποια πρέπει να είναι η απέναντι σ' αυτές θέση όσων δεν αποβλέπουν στο να ενταχθούν στον «εσμό αυλοκολάκων... της "νέας εποχής"» (Συντακτική επιτροπή θέσεων, τ. 33). Και προκειμένου να δειχθεί κάτι τέτοιο, πρέπει να εξηγηθεί γιατί «οι γελωτοποιοί του βασιλιά είναι γυμνοί» και γιατί «έτσι γυμνοί θα πεταχθούν στο περιθώριο όταν η συγκυρία θα έχει αλλάξει» (Συντακτική επιτροπή θέσεων, τ. 32) - να εξηγηθεί δηλαδή για ποιο λόγο οι υλικές ανταμοιβές που παρέχει η εξουσία στους θεράποντες της δεν προσφέρονται για την αγορά θεωρητικών ενδυμάτων.
Πριν ασχοληθούμε με το βάρδο της Ελευθερίας Π.Ι.Π. (στο προαναφερθέν βιβλίο στο οποίο θα παραπέμπουμε με αναφορά της σελίδας), είναι αναγκαίο να γίνουν δύο διευκρινήσεις:
α) η κριτική που ακολουθεί εντάσσεται στην παράδοση της «κριτικής ιδεολογικών (θεωρητικών) πρακτικών» και διαφοροποιείται ριζικά τόσο από την υμνητική βιβλιοπαρουσίαση όσο και από την δια υποσημειώσεων κομψή διαφωνία με εκλεκτούς επιστήμονες και συναδέλφους. Άφθονα δείγματα της έχει δώσει ο Μαρξ από τα νεανικά του κείμενα (Κριτικές σημειώσεις στο περιθώριο για το άρθρο ενός Πρώσου (1844), Μαρξ 1990) μέχρι και τις τελευταίες του σημειώσεις (κριτική στον A.Wagner, MEW, τ. 19, σ. 355επ.).
Στο είδος αυτό, στο οποίο θήτευσαν οι μεγαλύτεροι μαρξιστές, ανήκει και σειρά κειμένων των θέσεων. Τα κείμενα αυτά αναλύουν - παράλληλα με το κύριο κριτικό τους αντικείμενο - την «ψευδογαλατική» άγνοια και την «μεταποιητική» υστεροβουλία που κυριαρχεί στην «θεωρητική» παραγωγή και επίσης καταδεικνύουν την ανάγκη και τις προϋποθέσεις άσκησης μιας «άλλης» κριτικής (Μηλιός 1983, Γ.Ν. 1985, Σταμάτης 1988, Σταμάτης 1989 - βλ. και Μάξιμο 1990).
6) στα πλαίσια του ιδιόμορφου πλέγματος τυπικής ή άτυπης κρατικής υπαλληλίας που φέρει το όνομα «νομική επιστήμη» - και θα πάρει την καταγέλαστη θέση που της αξίζει σε ένα μελλοντικό μουσείο κοινωνικών πρακτικών, ο Π.Ι.Π. κατέχει μια σημαντική θέση. Είναι Σύμβουλος Επικρατείας, διδάκτορας νομικής, «έχων την επιμέλεια της ύλης» στο νομικό περιοδικό «Το Σύνταγμα», συγγραφέας αξιόλογων νομικών μελετών και κατ' επιθυμίαν καθηγητής πανεπιστημίου (επιθυμία που εκπληρώνεται προς στιγμήν μόνο σε οπισθόφυλλα γερμανικών νομικών εγχειριδίων που τον αναφέρουν με την ιδιότητα αυτή). Σκοπός μας δεν είναι να «κρίνουμε» τον Π.Ι.Π. ως νομικό. Υπάρχουν γι αυτό άλλοι διοικητικά αρμόδιοι. Επισημαίνουμε απλώς τα παραπάνω δεδομένου ότι η εγκυρότητα της υπογραφής του και η δημοσίευση του βιβλίου του από έγκυρες νομικές εκδόσεις, τείνουν να «νομιμοποιήσουν» την «επιστημονικότητα» της πρόσφατης προπαγανδιστικής παραγωγής του.
Τι λέει ο Π.Ι.Π.; Και τι έννοια αξία έχουν τα όσα λέει; θα το δούμε στη συνέχεια.
2. Ευγενείς στόχοι.
Σκοπός του βιβλίου του Π.Ι.Π. είναι να παρουσιάσει και να εξάρει «το προοδευτικό κίνημα της επιστροφής στον φιλελευθερισμό, τον ατομικισμό και τον σεβασμό του ανθρώπου ατόμου, του οποίου αναγνωρίζεται η υπέρτατη αξία» (σ. 11-12). Για να το επιτύχει αυτό χρησιμοποιεί, εκτός από τις προσωπικές του συμβολές που θα αξιολογηθούν στη συνέχεια, και βιβλιογραφία αποτελούμενη από γαλλικούς τίτλους (πάνω από 400) αλλά και ελληνικούς (περίπου 50 βιβλία και άρθρα σε περιοδικά και άλλα τόσα άρθρα εφημερίδων). Η ελληνική βιβλιογραφία περιλαμβάνει έργα όπως «Ο θρίαμβος του δημοκρατικού καπιταλισμού» του Α. Ανδριανόπουλου και άρθρα (ιδίως της «Καθημερινής») όπως «Το κράτος μπακάλης εμπόδιο στην πρόοδο» της Β. Τσουδερού.
Θα ασχοληθούμε εδώ με τα ουσιωδέστερα και δεν θα συζητήσουμε ορισμένα λεπτά ζητήματα που δημιουργεί το βιβλίο του Π.Ι.Π. Είναι π.χ. επιτρεπτό να παραπέμπεται ένας συγγραφέας για τη στήριξη απόψεως στην αντίκρουση της οποίας έχει αφιερώσει ολόκληρο το παραπεμπόμενο βιβλίο - όπως συμβαίνει π.χ. στη σ. 175 με θύμα την S. de Brunhoff; Ένα βιβλίο που κυκλοφορεί στα ελληνικά για έλληνες αναγνώστες μπορεί να είναι γραμμένο κατά μεγάλο μέρος στα γαλλικά με αντιγραφές αποσπασμάτων από άλλες μελέτες ή και με ευθεία χρήση της φραγκολεβαντινικής από το συγγραφέα του; Ας μη συνεχίσουμε με ανάλογα ερωτήματα.
3. Ελεγεία για τις χαμένες τάξεις.
Το βιβλίο του Π.Ι.Π. διέτρεξε ένα θανάσιμο κίνδυνο στις σ. 23-4 όπου ο συγγ. ανακοίνωσε ότι «πλησιάζει, ή ήλθε κιόλας, το τέλος της ταξικής κοινωνίας στον δυτικό κόσμο» λόγω «αστικοποίησης» του πληθυσμού και «ισοπέδωσης» των αστών με τους, πρώην προλετάριους. Η έλευση της αταξικής κοινωνίας και της εξίσωσης συμβούλων επικρατείας και πληβείων θα είχε και το δυσάρεστο για τον Π.Ι.Π. αποτέλεσμα ότι θα καθιστούσε περιττή την απολογητική περί της ανισότητας ως φυσικού νόμου και περί ανάγκης διάκρισης των πιο «άξιων» με δημιουργία μιας σιδηράς κοινωνικής ιεραρχίας. Ωστόσο ο Π.Ι.Π. διασώζει το έργο του (και διατηρεί μια στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα) λέγοντας, σε άλλο σημείο, ότι η εξαφάνιση της ταξικής κοινωνίας είναι σε Ανατολή και Δύση αδύνατη γιατί «το προλεταριάτον... είναι άμεση συνέπεια... της εκβιομηχανίσεως εν γένει και συνεπώς αναπαράγεται υποχρεωτικά και στις ανατολικές χώρες» (σ. 133-4) και άνευ αυτού ουδέν των δι εκμετάλλευσιν αναγκαίων γενήσεται. Έτσι, με το τίμημα μιας μικρής αντίφασης (που αφήνει ωστόσο την αρχική εντύπωση ότι ζούμε σε αταξική κοινωνία ή πάντως η εκμετάλλευση αποτελεί μια ανάξια λόγου λεπτομέρεια), ο Π.Ι.Π. μπορεί να συνεχίσει ανενόχλητος την πολεμική του κατά των προς στιγμήν κινδυνευσάντων με εξαφάνιση «προλεταρίων».
Μας απαλλάσσει και εμάς από το να του αποδείξουμε ότι μια κοινωνία που έχει καπιταλιστές και μισθωτούς εργαζομένους και οι πρώτοι αγοράζουν την εργατική δύναμη των δεύτερων (ανεξάρτητα από το αν θα τη χρησιμοποιήσουν σε ορυχεία ή γραφεία με μοκέττες και κομπιούτερ - στην πραγματικότητα και στα δύο) και, εις αντάλλαγμα της χάρης που τους κάνουν, κρατούν ένα μέρος από την εργασία τους (το οποίο αποκαλείται απλήρωτη εργασία και επιτρέπει στον καπιταλιστή να απολαμβάνει εν μέσω των προϊόντων της ξένης εργασίας τα συνταγματικά δικαιώματα της «οικονομικής ελευθερίας» και της «ιδιοκτησίας»), σε μια τέτοια λοιπόν κοινωνία, όσες «αστικοποιήσεις» και παροδικές αυξήσεις μισθού και αν επέλθουν, θα υπάρχουν τάξεις, μηχανισμοί διατήρησης της συνολικής υποταγής των μισθωτών εργαζομένων και αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα που θα συγκροτούνται και θα εκφράζονται με εκείνο το «πεπαλαιωμένο μαρξιστικό σύνθημα» (σ. 53), την ταξική πάλη, είτε αρέσει είτε όχι στους απολογητές του καπιταλισμού και στον κ. Δασκαλάκη που από την υποσημείωση 29 αναγγέλλει το «τέλος» της ταξικής κοινωνίας. Άλλωστε όταν όντως επέλθει ένα τέτοιο τέλος, με τον προς τούτο αρμόδιο τρόπο, ουδείς δεξιός θα το αναγγείλει με χαρά στα «Πολιτικά Θέματα».
4. Ο Μιχαήλ και η Βιργινία.
Κατά τον Π.Ι.Π. ζούσαμε ως τώρα σε καθεστώς «κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού» (σ. 161). Είχε λοιπόν δίκαιο το ΚΚΕ, απλά δεν είχε εντοπίσει σωστά την αιτία και τα μέσα θεραπείας του κακού. Πραγματική αιτία ήταν οι κρατικοποιήσεις και, τώρα που τα πράγματα άλλαξαν, κοινό αίτημα είναι η ιδιωτικοποίηση των επιχειρήσεων. Προς τούτο υπάρχουν είκοσι δύο δοκιμασμένες μέθοδοι (σ. 161) και οι κυβερνώντες δεν έχουν, όπως θα έλεγε ο γαλλοτραφής Π.Ι.Π., παρά «Γ embarras du choix». Την ιδιωτικοποίηση δεν επιτάσσει μόνο ο φιλελευθερισμός αλλά τη ζητούν οι πάντες, από το «μαρξιστή» Μιχαήλ Γκορμπατσώφ μέχρι τη Βιργινία Τσουδερού που εμπνευσμένα θεμελιώνει το αίτημα της στο άρθρο «Το κράτος μπακάλης εμπόδιο στην πρόοδο». Έτσι θα αυξηθεί η ελευθερία και η δημοκρατία (γιατί η δημοκρατία; - μα γιατί οι «ιδιώτες» θα είναι πιο δυνατοί και θα δημιουργήσουν «αντίβαρα στην εξουσία»!), θα βασιλέψει η ηθική (γιατί στο εξομολογητήριο των κκ. Π.Ι.Π. και Ανδριανόπουλου η «αγορά» είναι ηθικά ανώτερη από το «πλάνο», με βάση μη αναφερόμενα κριτήρια αρετής και αγαθοεργίας) και, το κυριότερο, θα βελτιωθούν οι όροι διαπραγμάτευσης εργοδοτών και εργαζομένων (σ. 163). Το τελευταίο δεν διευκρινίζεται αλλά εννοείται προφανώς ότι οι «εργοδότες» ξέρουν πολύ καλύτερα από το κράτος να βάζουν τους εργαζομένους στην ηθική «θέση» τους.
Και βέβαια, θα βασιλέψει η ορθολογικότητα, η τάξη και η υπευθυνότητα (αφού σκοπός των επιχειρήσεων θα είναι το κέρδος και όχι ο πατερναλισμός που δημιουργεί «ανεύθυνους πολίτες» - σσ. 163,166) ενώ θα υπάρξουν και δύο απροσδόκητα οφέλη. Πρώτον, μέσω της πώλησης μετοχών των ιδιωτικοποιούμενων επιχειρήσεων σε εργαζομένους, «στην παραγωγική διαδικασία (θα) μετέχουν πλέον, υπό μορφή κεφαλαίου, ακόμη και οι μισθωτοί» (σ. 164, σημ.76), οι οποίοι - φαίνεται καθαρά από τη φράση αυτή - πριν δεν μετείχαν καθόλου ή και αν μετείχαν δεν παρήγαγαν, όπως ως γνωστόν κάνουν οι μέτοχοι.
Το δεύτερο απροσδόκητο είναι ότι με τις αποκρατικοποιήσεις θα ενισχυθεί το κράτος πρόνοιας. Κατά τον Π.Ι.Π. το κράτος θα κάνει «οικονομίες» πουλώντας τις επιχειρήσεις και έτσι θα αυξήσει τις παροχές του στους πολίτες. Το λέει άλλωστε και η Βιργινία Τσουδερού! Εάν όμως το κράτος διέθετε τους ίδιους ακριβώς πόρους για κοινωνική πολιτική με άλλη μορφή, θα συγκέντρωνε τους ίδιους μύδρους του Π.Ι.Π. και συνεπώς το επιχείρημα του αντιφάσκει ευθέως με τα όσα κουραστικά επαναλαμβάνει για «περιορισμό των κοινωνικών δαπανών» (π.χ. σ. 179επ.). Επίσης, δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε το καινοφανές ότι «οι εθνικοποιήσεις μάχονται, τελικά, το κράτος προνοίας» (σ. 170). Αφού το κράτος έχει τη δυνατότητα να ασκεί ευνοϊκή πολιτική τιμών, προσλήψεων και μισθών μέσω των επιχειρήσεων που ελέγχει, δηλαδή να οργανώνει παροχές με τη μορφή άμεσου (σε ανέργους) ή έμμεσου (σε χρήστες «δημόσιων υπηρεσιών») μισθού, πώς είναι δυνατό αυτή η πολιτική να αντιμάχεται το κράτος πρόνοιας (και μάλιστα να προτείνεται στην ίδια σελίδα η χρησιμοποίηση των αυτών πόρων για τους ίδιους σκοπούς);
Εδώ όμως ο Π.Ι.Π. «ξεχνάει» στην αποεθνικοποιητική του μανία, και παρά τη νομομάθειά του, να μας αναφέρει ότι τις εθνικοποιήσεις δεν τις εφηύρε το ΠΑΣΟΚ αλλά, παραδόξως, το Σύνταγμα που ισχύει από το 1975 προβλέπει ως κρατικό σκοπό την εθνικοποίηση επιχειρήσεων που αποβλέπουν στην «παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο» (106 παρ.3 Σ). Τη «σκέψη» αυτή υλοποίησης του κράτους πρόνοιας, ο Π.Ι.Π. δεν την αποδίδει στο Σύνταγμα αλλά στον Αθ. Λιακόπουλο για να μας πει ότι δεν την επιδοκιμάζει (σ. 170)...
Φαίνεται ότι όλες οι αντιφατικότητες και οι παραλείψεις είναι καλές προκειμένου να αποδοθούν στους κερδοσκόπους δημόσιες επιχειρήσεις και να εξυπηρετηθεί η πολιτική της Νέας Δημοκρατίας, ιδίως εάν οι απολογητές της βρίσκουν στηρίγματα από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια.
Το φαινόμενο των κρατικοποιήσεων είναι όμως απολύτως «φυσικό» για το αστικό κράτος και αναγκαίο για την ομαλότητα της καπιταλιστικής συσσώρευσης - πολλές δεξιές κυβερνήσεις προέβησαν άλλωστε σε κρατικοποιήσεις, ακροώμενες τις επιταγές συγκυριών διαφορετικών από τη σημερινή - απαιτεί δε ανάλυση σοβαρή και συνομιλητές σοβαρότερους από τον Π.Ι.Π. Η κρατικοποίηση επιχειρήσεων αποτελεί, στον ανταγωνιστικό καπιταλισμό, μια συνηθισμένη διαδικασία κρατικής παρέμβασης που δεν έχει ουδεμία θεωρητική σχέση με το φαινόμενο κρατικής ιδιοκτησίας στον «υπάρξαντα σοσιαλισμό», όπως υπονοεί ο Π.Ι.Π. για να μας δείξει το αποτρόπαιο του μέτρου. Στον ανταγωνιστικό καπιταλισμό, οι κρατικοποιήσεις αποτελούν συχνά μέθοδο που «εξυπηρετεί» υποθέσεις κερδοσκοπίας και πολιτικοοικονομικά «παιχνίδια» αλλά και συχνότερα είναι μέσο άσκησης «κοινωνικής πολιτικής», δηλ. παρέμβασης του κράτους σε τομείς ή επιχειρήσεις που οι καπιταλιστές δεν θέλουν για ποικίλους λόγους να αναλάβουν. Ας ρωτήσει ο Π.Ι.Π. τον κ. Sorman αν τα ιδιωτικά κεφάλαια θα είχαν στη Γαλλία τη δυνατότητα να κατασκευάσουν το TGV και αν η κατασκευή του από το αποτρόπαιο κράτος (και η τωρινή δυνατότητα εξαγωγής της τεχνολογίας του) τα έβλαψε ή τα ωφέλησε.
Ο Π.Ι.Π. εκδίδει ως ανάλυση των φαινομένων αυτών το στόλισμα του προεκλογικού προγράμματος της Ν.Δ. με υμνητικές παραπομπές σ' αυτό που ο ίδιος ονομάζει «πολιτική θεωρία». Σε άλλη συγκυρία θα εύρισκε σίγουρα τα εντελώς αντίθετα επιχειρήματα. Μας είπε άλλωστε ότι, σε αντίθεση με τους δογματικούς σοσιαλιστές, οι φιλελεύθεροι είναι δυναμικοί και εύκαμπτοι (σ. 53 σημ.123, σ. 146).
5. Ο μαχαραγιάς και ο ακαδημαϊκός.
Η «αναδιανομή του εισοδήματος» αποτέλεσε και αποτελεί (ως λειψή πραγματικότητα ή ως καθαρή οφθαλμαπάτη) τη βάση των ρεφορμιστικών πολιτικών που προσωποποιήθηκαν ως «κεϋνσιανισμός». Ο Π.Ι.Π. όχι μόνο δεν συμφωνεί μ' αυτό το αίτημα (και σκιαμαχεί μαζί του σε μεγάλο μέρος του βιβλίου) αλλά και σε ένα εκπληκτικό απόσπασμα προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι απόλυτα χιμαιρικό. Μας προσφέρει την μαθηματική απόδειξη ότι η αναδιανομή είναι απολύτως αδύνατη και κάθε συζήτηση περιττεύει. Για τον απορούντα αναγνώστη παρουσιάζεται στη συνέχεια η «απόδειξη» ότι η αναδιανομή «θα είχε σαν συνέπεια να γίνουν οι πλούσιοι φτωχοί, όχι όμως και το αντίστροφο» (σ. 24) - και στη συνέχεια η αξιολόγησή της.
Το εύρημα - που υιοθετούν διάφορες διασημότητες όπως ο «καθηγ. Harouel», εγχώριοι υπουργοί κ.ά., δανείζεται ο Π.Ι.Π. από τον «ακαδημαϊκό Jean Fourastie», ο οποίος το παρουσίασε στο βαρυσήμαντο έργο του «Ο κήπος του γείτονα» (σ. 22 σημ.21). Η απόδειξη είναι η εξής: έστω ένας μαχαραγιάς. Εάν αυτός μοιράσει «τα εισοδήματα του» στους «φτωχούς ινδούς», τότε αυτοί δεν θα ωφεληθούν σε τίποτε γιατί ναι μεν «το εισόδημα τους θα εδιπλασιάζετο, περίπου» αλλά επειδή το ρύζι θα είχε τη διπλάσια ζήτηση, θα διπλασιαζόταν κατ' ανάγκην και η τιμή του και άρα δεν θα βελτιωνόταν η θέση των ινδών. Έτσι ο μεν αλτρουιστής μαχαραγιάς θα έμενε φτωχός, οι δε ήδη φτωχοί δεν θα έτρωγαν ούτε σπυρί ρυζιού παραπάνω. Όπερ έδει δείξαι! Ηθικό δίδαγμα: η αναδιανομή δεν ωφελεί σε τίποτε. Μόνη λύση είναι να γίνουν πιο παραγωγικοί οι εργάτες (εννοείται για το καλό του μαχαραγιά).
Θα δείξουμε γιατί είναι αστήρικτη, σε όλες τις δυνατές περιπτώσεις αναδιανομής, η άποψη του Π.Ι.Π. και του ακαδημαϊκού του, οι οποίοι έχουν απλώς ακούσει από τον μονεταρισμό των εφημεριδογράφων ότι αύξηση του χρήματος προκαλεί «πληθωρισμό» και πονηρά λένε ότι αν κυκλοφορεί περισσότερο «χρήμα» στην αγορά, θα αυξηθούν οι τιμές - κατά το ποσοστό αυξήσεως του χρήματος! - και άρα το «όφελος» είναι μηδενικό.
Η διάκριση περιπτώσεων γίνεται με βάση την κοινωνική προέλευση και προηγούμενη χρήση της «περιουσίας» του «μαχαραγιά». Αποκλείεται εξ ορισμού η περίπτωση ο μαχαραγιάς να κορόιδεψε τους ινδούς μοιράζοντας χαρτί από το νομισματοκοπείο γιατί ο Π.Ι.Π. μας λέει ότι ο μαχαραγιάς όντως θα φτωχύνει, θα «εξαφανισθεί». Άρα πρέπει να μοιράζει αγαθά με άμεσο αντίκρυσμα στην αγορά, αυτό που λέγεται «κοινωνικό υπερπροϊόν» και που ο μαχαραγιάς ιδιοποιήθηκε.
α) Ας υποθέσουμε κατ' αρχήν ότι η περιουσία του αποτελείται μόνο από πολύτιμα κινητά που είχε συσσωρεύσει στο παρελθόν και απλά αποθησαύρισε, δηλαδή δεν τα «κυκλοφορούσε» στην αγορά. Δεδομένου ότι οι «φτωχοί» θα σπεύσουν στην αγορά να πάρουν ρύζι, αυτή η «περιουσία» προφανώς θα ανταλλαγεί, μετατρεπόμενη σε ποσότητα χρήματος που θα βρίσκεται στα χέρια κάποιων που θέλουν να το χρησιμοποιήσουν. Σύμφωνα με τις υποθέσεις του Π.Ι.Π., η αγορά έχει μόνο ένα προϊόν διατροφής, το ρύζι (ερωτήματα όπως γιατί οι «φτωχοί ινδοί» δεν είναι, ως εύλογο, αγρότες και γιατί πρέπει να αγοράζουν το ρύζι τους, δεν απασχολούν τον Π.Ι.Π. άρα ούτε και εμάς) και επειδή το εισόδημα των αγοραστών είναι «περίπου διπλάσιο» (επιστημονική ακρίβεια!), οι τιμές θα διπλασιασθούν διότι «η παραγωγή παραμένει σταθερή». Αφού υπάρχει διπλάσια ζήτηση και ίδια προσφορά, λέει ο Π.Ι.Π., για να ισορροπήσει η αγορά θα διπλασιασθούν οι τιμές! Βέβαια εδώ δεν πρόκειται για «αγορά» αλλά για πλειστηριασμό: μαζεύεται όλο το ρύζι και όλο το διαθέσιμο χρήμα, γίνεται η διαίρεση (όλοι έχουν την ίδια ανάγκη σε ρύζι) και βγαίνει το συμπέρασμα ότι για να πάρουν όλοι πρέπει να δώσουν τα διπλάσια απ' ό,τι πριν. Οι πωλητές ρυζιού εισπράττουν βέβαια τα διπλάσια, αλλά προφανώς και τα προϊόντα που θα αγοράσουν στη συνέχεια θα έχουν διπλάσια τιμή και έτσι η περιουσία του μαχαραγιά εξαφανίζεται ως δια μαγείας. Ίσως επειδή βρισκόμαστε στον κόσμο της Χαλιμάς.
Εάν όμως εισέλθουν ξαφνικά στην αγορά χρήσιμα πράγματα, τα οποία είχαν παραχθεί στο παρελθόν, τα είχε ιδιοποιηθεί ένας «μαχαραγιάς» και τώρα θέτουν σε κυκλοφορία οι «φτωχοί ινδοί», δεν λειτουργεί ο μηχανισμός της διαίρεσης αλλά εκείνος της διεθνούς αγοράς. Έτσι μπορούν να γίνουν εισαγωγές της ζητούμενης ποσότητας ρυζιού, οι φτωχοί ινδοί μπορούν να αγοράσουν με το ανέλπιστο κεφάλαιο μέσα παραγωγής (δηλ. να αγοράσουν γη για καλλιέργεια, σπόρους, τρακτέρ και ό,τι άλλο επιθυμούν) κ.ο.κ. Εάν διαθέτουν «κεφάλαιο» μπορούν να κάνουν ό,τι και οι καπιταλιστές: να το επενδύσουν. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ο ελεήμων μαχαραγιάς μοιράζει σταδιακά την περιουσία του, αυξάνοντας στο διπλάσιο «περίπου» το μεροκάματο των «φτωχών ινδών», και πάλι θα μπορούν να γίνουν εισαγωγές και πάντως θα αυξηθεί η παραγωγή της χώρας εφόσον θα χρησιμοποιούνται σε ανταλλαγές τα «νέα» εμπορεύματα και με το αντάλλαγμα που θα προκύπτει από την πώληση τους θα μπορεί να δημιουργηθεί η εγχώρια υποδομή για να παράγεται ρύζι ή έστω παντεσπάνι.
β) Πιθανότερο είναι όμως ο «μαχαραγιάς» να διαθέτει κάποια μέσα παραγωγής που τα εκμεταλλεύεται κατά εργατική κυριολεξία. Συνεπώς αν τα παραχωρήσει στους υπηκόους του, αυτοί θα μπορούν ή να τα χρησιμοποιούν συλλογικά ή - αν η ιδέα της κολλεκτίβας τρομάζει τον Π.Ι.Π., να αγοράσουν με τα «εισοδήματα» από ένα κομμάτι γης και να το καλλιεργούν παράγοντας το επιούσιο ρύζι. θα άλλαζε δηλαδή ο τρόπος ιδιοποίησης του υπερπροϊόντος και η κατεύθυνση της ζήτησης (περισσότερο ρύζι, λιγότερα είδη πολυτελείας). Αυτό θα συνέβαινε με τους σημερινούς μαχαραγιάδες π.χ. του Κουβέιτ. Αν η δυνατότητα εκμετάλλευσης των πετρελαιοπηγών, οι μετοχές σε όλο τον κόσμο και τα άλλα «εισοδήματα» των εμίρηδων και της περί αυτούς άρχουσας τάξης δίνονταν στους ξένους εργάτες που δουλεύουν στη χώρα, «η συνέπεια... είναι ότι θα αυξηθεί η τιμή του ρυζιού χωρίς να βελτιωθεί, ουσιαστικά, από την παραπάνω ανακατανομή, η θέση των εργαζομένων» (Π.Ι.Π., σ. 22); Για το τίποτε έγινε αυτός ο πόλεμος το χειμώνα του 1991;
γ) Τα ίδια και χειρότερα για τον Π.Ι.Π. συμβαίνουν αν υποθέσουμε ότι ο «ασιάτης» μαχαραγιάς εισέπραττε φόρους επί του κοινωνικού προϊόντος, οπότε το «μοίρασμα των εισοδημάτων» σημαίνει ότι θα έπαυε να υπάρχει ως τέτοια η άρχουσα τάξη και οι υποκείμενοι σε εκμετάλλευση θα είχαν στη διάθεση τους μεγαλύτερο μέρος ή και το σύνολο του κοινωνικού προϊόντος. Για να το καταλάβει και ο Π.Ι.Π.: είναι σαν να «παραχωρούσε» η οθωμανική άρχουσα τάξη στους Έλληνες τα «εισοδήματα της», δηλ. σαν να έπαυε να εισπράττει το χαράτσι, τη δεκάτη και τα άλλα «δοσίματα». Δεν θα ήταν καλύτερα για τους Έλληνες; Ή μήπως ο πληθωρισμός θα εκμηδένιζε το «υπερπροϊόν» που τους αφαιρούσαν με τη βία και άρα θα «συνέφερε» να το παίρνουν οι «Τούρκοι», όπως ο Π.Ι.Π. πιστεύει ότι είναι καλύτερα να κρατήσει τα πλούτη του ο μαχαραγιάς; Η ιστορία διαφωνεί με τους ακαδημαϊκούς.
Όπως έλεγε ο Μαρξ, κρίνοντας έναν άλλον Π(έτροΙ(ωσήφ) Π(ρουντόν) (Marx 1983), υπάρχουν ορισμένοι που μη μπορώντας να είναι ούτε φιλόσοφοι ούτε οικονομολόγοι, εμφανίζονται και με τις δύο ιδιότητες - ποντάροντας στο νόμο των πιθανοτήτων του κοινωνικού παιχνιδιού. Η «απόδειξη» του δικού μας Π.Ι.Π. δεν έχει καμιά λογική βάση και κανένα αντίκρισμα στην κοινωνική πραγματικότητα, αλλά δεν παύει να φαίνεται «εύλογη» και είναι πιθανό να ακούσουμε το επιχείρημα από κάποιον επιφανή πολιτικό. «Βλέπω γύρω μου τη βλακεία να αναγορεύεται σε αρετή». Αυτό το ωραίο απόσπασμα αποτελεί την προμετωπίδα του βιβλίου του Π.Ι.Π.
6. Εμβαθύνοντας στο μαρξισμό.
Για να μιλήσουμε για κάτι πρέπει να το γνωρίζουμε. Αυτό κάνει και ο Π.Ι.Π. κρίνοντας το μαρξισμό. (Δεν θα συζητηθούν εδώ λεπτομέρειες όπως το εάν η ταξική πάλη ανήκει στα «πεπαλαιωμένα μαρξιστικά συνθήματα» (σ. 53) ή αντιθέτως είναι ένα κοινωνικό γεγονός που το διαπιστώνει εμπειρικά όποιος βλέπει στο δρόμο διαδήλωση απεργών ή διαβάζει το βιβλίο του Π.Ι.Π. που εκφράζει μίσος και φόβο για τους ταξικούς αντιπάλους του και γράφτηκε στην προσπάθεια να τους κάνει δυσκολότερες τις συνθήκες ζωήσ. Το ίδιο γεγονός διαπιστώνουν οδυνηρότερα όσοι είναι θύματα της ταξικής πάλης στην κοινωνία μας, αλλά αυτό δεν αφορά τον Π.Ι.Π. και τη βιβλιογραφία του).
α. Λέει ο Π.Ι.Π.: «Σύμφωνα δηλαδή με την μαρξιστική αυτή θέση, πολιτικά συμφέρει περισσότερο η μη εκπαίδευση και η προώθηση των παιδιών στα εργοστάσια!» (σ. 84 σημ.12). Λέει ο Μαρξ: «"Είναι καλύτερο [σύμφωνα με τους αναρχικούς, Θ.Λ.] να αποβλακώνεται η εργατική τάξη από την αμάθεια και την δεκαεξάωρη καθημερινή εργασία παρά να θιγούν οι αιώνιες αρχές"... Κανείς δεν θα αρνηθεί ότι αν αυτοί οι απόστολοι της πολιτικής αδιαφορίας εκφράζονταν τόσο καθαρά, η εργατική τάξη θα τους έστελνε στο διάβολο και θα ένιωθε ότι χλευάζεται από αυτούς τους δογματικούς αστούς και ξεπεσμένους αριστοκράτες» (Marx 1981, σ. 300 1). Περιττά τα σχόλια.
6. Λέει ο Π.Ι.Π. ότι οι γαλλικές εκλογές του '81 «ανέτρεψαν την μαρξιστική θέση» ότι κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης. Αυτό συνέβη γιατί ενώ πριν το '81 στην εξουσία ήταν η Δεξιά και κυριαρχούσε η αριστερή ιδεολογία, μετά το '81 πήρε την εξουσία η Αριστερά αλλά κυριάρχησε η «φιλελεύθερη» ιδεολογία (σ. 71επ.).
Ο Π.Ι.Π. κάνει κριτική στη «μαρξιστική» θέση εκ των έσω, δηλ. δεν υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν τάξεις ή δεν υπάρχει ιδεολογία (ή δεν υπάρχει κυρίαρχη ιδεολογία), αλλά αποδέχεται τη θεωρητική θέση και καταγράφει την αναντιστοιχία της με την πραγματικότητα! Εάν όμως η συζήτηση περί καθυστέρησης της «συνείδησης» έναντι της «πραγματικότητας» (ή αντιστρόφως) έχει κάποιο ενδιαφέρον, εδώ πρόκειται μάλλον για διανοητική καθυστέρηση του συγγραφέα. Πράγματι, ο Π.Ι.Π. προϋποθέτει ότι υπάρχουν σε κάθε χώρα δύο τάξεις, η Δεξιά και η Αριστερή και δύο ιδεολογίες που τους αντιστοιχούν, η δεξιά και η αριστερή, η αγορά και το πλάνο, ο Μητσοτάκης και ο Στάλιν. Αφού δε η κυριαρχία της τάξης δεν συμπίπτει στη Γαλλία με την κυριαρχία της ιδεολογίας, συνάγεται ότι ο μαρξισμός έχει άδικο!
Ο μαρξισμός λέει όμως, για να μιλήσουμε στο επίπεδο του Π.Ι.Π., ότι όσο μια χώρα είναι καπιταλιστική, το κράτος της εκφράζει τα γενικά συμφέροντα των αστών και το κόμμα που είναι «στην εξουσία» υλοποιεί αυτά τα συμφέροντα, ενσωματώνοντας ανάλογα με το επίπεδο της ταξικής πάλης, εκείνες τις διεκδικήσεις των εργαζομένων που δεν θίγουν την κυριαρχία της αστικής τάξης και εξασφαλίζουν τη «συναίνεση» της κοινωνίας στη συνέχιση της εκμετάλλευσης. Παράλληλα, οι υπάλληλοι της ιδεολογίας αλλά και ολόκληρο το σύστημα της παραγωγής «διαχέουν» εκείνη την ιδεολογία που επιτρέπει στους φορείς κοινωνικών λειτουργιών να εκπληρώνουν τα καθήκοντα που η ταξική κοινωνία τους επιβάλλει.
Άρα στη Γαλλία το «κυβερνών» κόμμα θα εκφράζει, μέχρι τη συντριβή του καπιταλισμού και του κράτους του, ποικίλες εκδοχές κυριαρχίας της μίας και μόνης αστικής τάξης και οι υπάλληλοι της ιδεολογίας θα παίζουν με «νέες ιδέες» και «παραδείγματα» γιατί γι αυτό πληρώνονται. Αν ο Π.Ι.Π. πιστεύει ότι στη Γαλλία παρατηρείται το θαυμαστό φαινόμενο να υπάρχουν δύο τάξεις που συμπίπτουν με δύο κόμματα (κάτι θυμίζει αυτό!) και εναλλάσσονται στην εξουσία ενώ η καθεμιά έχει και την ιδεολογία της, η άποψη του δεν έχει σχέση με το μαρξισμό (ο οποίος φέρεται εδώ να πιστεύει ότι υπάρχουν ανά τετραετία εναλλασσόμενες κυρίαρχες τάξεις και ιδεολογίες!) αλλά αποτελεί ένδειξη απουσίας σκέψης. Φαίνεται ότι ο Π.Ι.Π. παίρνει κατά λέξη τη συμβουλή των αγαπητών του «μεταμοντέρνων» περί ανάγκης να υπάρξει «αδύνατη σκέψη». Άλλωστε, ο Π.Ι.Π. που τόσο επιμελώς (π.χ. σ. 209επ.) βρήκε τη «σύγκλιση» αριστερών και δεξιών ιδεολογιών στον «Ανθρωποάτομο», την «αύξηση της παραγωγικότητας» και τον ευλαβικό σεβασμό του «Κράτους-Δικαίου», δεν κατάλαβε τουλάχιστον ότι υπάρχει μία κυρίαρχη τάξη και μία κυρίαρχη ιδεολογία και ότι η άλλη γνωστή μαρξιστική θέση για τον αμετακίνητα αστικό χαρακτήρα του κράτους, του συνασπισμού εξουσίας και των εκάστοτε «διανοουμένων» του είναι απόλυτα σωστή; Passons.
γ. Λέει ο Π.Ι.Π. ότι οι Γάλλοι αριστεροί διανοούμενοι επιδίωξαν να κυριαρχήσουν «στον κόσμο του πνεύματος.. . κατ' εφαρμογήν, προφανώς, της διδασκαλίας του Gramsci, ότι έτσι μόνο θα κατακτηθεί και η πολιτική εξουσία, αφού, κατ' αυτόν οι "υπερδομές" προέχουν της "υποδομής"»(σ. 65).
Πρώτη συμβολή του Π.Ι.Π. στη μαρξιστική θεωρία: η «πολιτική εξουσία» αποτελεί την «υποδομή» της κοινωνίας και το πρόβλημα είναι αν «καταλαμβάνεται» πριν ή μετά την «υπερδομή». Λέει ο Μαρξ: «το σύνολο αυτών των παραγωγικών σχέσεων σχηματίζει την οικονομική υποδομή της κοινωνίας.. . πάνω στην οποία ορθώνεται μια νομική και πολιτική υπερδομή. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής επικαθορίζει την... πολιτική και πνευματική διαδικασία» (Μαρξ 1989, σ. 31 - αποδώσαμε τους όρους «βάση» και «εποικοδόμημα» ως «υποδομή» και «υπερδομή», για να τους προσαρμόσουμε στα γαλλικά γούστα του Π.Ι.Π.).
Δεύτερη συμβολή στη μαρξιστική θεωρία: κατά τον Γκράμσι μοχλός αλλαγής των σχέσεων παραγωγής είναι η αλλαγή των «υπερδομών». Όποιος όμως γράφει για τον Γκράμσι αφού τον διαβάσει, ξέρει ότι ο ιταλός μαρξιστής πίστευε πως «η ηγεμονία ξεκινάει από το εργοστάσιο» και ο ίδιος αγωνίστηκε στα εργατικά συμβούλια του Τορίνο για την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής και εκμετάλλευσης που είναι δυνατή - όπως λέει ο Γκράμσι και η λογική - με την επαναστατική εξέγερση του «ηγεμονικού» προλεταριάτου και των συμμάχων του και όχι με τη συγγραφή εγχειριδίων που παραπέμπουν οι πανεπιστημιακοί συνάδελφοι.
Η απορία μας είναι όμως άλλη. Δεν φοβάται ο Π.Ι.Π. - που επίσης προσπαθεί να κυριαρχήσει «στον κόσμο του πνεύματος» για να επιβάλλει ακολούθως τις επείγουσες μεταρρυθμίσεις του στην «υποδομή», μήπως κατηγορηθεί ως «γκραμσιστής» και έτσι δεν του επιτραπεί να ξαναγράψει στην «Ευθύνη» από τις σελίδες της οποίας τόσο γλαφυρά καυτηρίασε το 1987 - χωρίς να αναφέρει ονόματα - την «πολιτικοκομματική άκαμπτη βούληση» του ΠΑΣΟΚ και δίδαξε στη Ν.Δ. την «τέχνη του κυβερνάν», δηλ. τον «ατομισμό» που εξαίρει «την ηθική ανωτερότητα του ανθρώπου»;
7. Οι φόροι στο λαό.
«Η φορολογική μεταρρύθμιση είναι το χόμπυ κάθε ριζοσπάστη αστού, το ειδοποιό στοιχείο κάθε αστικής οικονομικής μεταρρύθμισης.. . Ο αστός τρέχει πίσω από το χιμαιρικό ιδανικό της ίσης κατανομής των φόρων... Όλες οι έρευνες και συζητήσεις για τους φόρους προϋποθέτουν την εσαεί διατήρηση των αστικών σχέσεων... Με κάθε καινούριο φόρο, το προλεταριάτο συμπιέζεται ένα ακόμη σκαλοπάτι προς τα κάτω. Η κατάργηση ενός παλιού φόρου δεν αυξάνει τον εργατικό μισθό αλλά το κέρδος» (Μαρξ 1989, σ. 239-240). Αυτά που έλεγε ο Μαρξ για έναν «σοσιαλίζοντα» οπαδό της επιβολής ενιαίου φόρου επί του κεφαλαίου, τα επαληθεύει ο Π.Ι.Π., ο οποίος αντιπαθεί γενικά το «σπάταλο κράτος» αλλά θέλει μείωση μόνο για το φόρο επί του κεφαλαίου. Προέχει «η προσπάθεια μειώσεως του προοδευτικού φόρου στα ανώτατα (υπογρ. Θ.Λ.) εισοδηματικά κλιμάκια και γενικώτερα η ελαφρά μετατροπή της προοδευτικής φορολογίας σε αναλογική, ώστε να απομείνουν περιθώρια για επενδύσεις» (σ. 177).
Σκέπτεται πρακτικά ο Π.Ι.Π.: υπάρχει στασιμότητα της παραγωγής, χρειάζονται επενδύσεις και οι φτωχοί δεν φαίνεται να επενδύουν. Ας πληρώνουν για τιμωρία τους ίδιους άμεσους και περισσότερους έμμεσους φόρους (σ. 118) και ας μειώσουμε τους φόρους επί του κεφαλαίου μήπως και επενδύσουν «οι πλούσιοι». Έτσι με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια. Και μειώνονται οι πόροι του κράτους (δεν θα ικανοποιούνται πλέον «καθαρά δημαγωγικές.. . μη ουσιώδεις κοινωνικές ανάγκες, όπως είναι ο κοινωνικός τουρισμός» - σ. 179 και 206, θαυμάστε τον κυνισμό) και ταυτόχρονα θα έχουμε «επενδύσεις». Άλλοι, όμως (που είναι καθηγητές για να ικανοποιηθεί η ανάγκη ιεραρχίας του Π.Ι.Π.), έχουν δείξει ότι σε περιπτώσεις οικονομικής κρίσης και στασιμότητας της παραγωγής «τα μέτρα που προτείνουν οι καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις.. . δηλαδή χαμηλοί μισθοί..., φορολογικές ελαφρύνσεις για τα κέρδη και περικοπές ιδιαιτέρως των κοινωνικών παροχών του Δημοσίου, αυξάνουν μεν με απόλυτη βεβαιότητα τα κέρδη... (αλλά) ούτε το βαθμό απασχόλησης του κεφαλαίου ούτε τις επενδύσεις ούτε την απασχόληση του εργατικού δυναμικού αυξάνουν» λόγω της χαμηλής ζήτησης που αποτρέπει τις «επενδύσεις» ή και οδηγεί σε «αναδιαρθρώσεις» που αυξάνουν την ανεργία (Σταμάτης 1990, σ. 17επ.). Φόροι στο λαό, κέρδη στο κεφάλαιο. Αυτά διδάσκει η «πολιτική θεωρία».
8. Πληθωρισμός και Παρίσιοι.
«Κανένα επιχείρημα δεν είναι αρκετά ευτελές ώστε να μη μπορεί να εξυπηρετήσει τον ευγενή σκοπό» του «να επιταχυνθεί η ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας» με το χτύπημα των μισθωτών εργαζομένων (Σταμάτης 1990, σ. 180). Ο Π.Ι.Π. καταθέτει στο σκοπό τη δική του ευτέλεια. Αναφερόμενος στον πληθωρισμό μας εξηγεί ότι οι διεκδικήσεις για αύξηση μισθών «δεν είναι οικονομικώς επιθυμητές» (επιθυμητές για ποιόν;, Θ.Λ), διότι έτσι «διευκολύνονται σπουδαίως οι πληθωριστικές τάσεις» και στιγματίζει δεόντως το ότι τέτοιες αυξήσεις γίνονται «χωρίς ιδιαίτερη περίσκεψη» (σ. 117). Σεβαστείτε τους οικονομικούς νόμους, κύριοι των συνδικάτων!
Η ευτέλεια του επιχειρήματος μας απαλλάσσει από το να αναφερθούμε στο μηχανισμό, τις αιτίες και την ταξική λειτουργία του πληθωρισμού (π.χ. de Brunhoff 1979). θέτουμε απλά στον Π.Ι.Π. δύο αφελή ερωτήματα στα οποία δεν μπορεί να απαντήσει:
α) Ο Π.Ι.Π. δέχεται προφανώς ότι υπάρχει στην κοινωνία μας εκμετάλλευση, δηλαδή άμεση ή έμμεση ιδιοποίηση της ξένης υπερεργασίας (και εμμένει στη καθήλωση των μισθών, γιατί αλλιώς δεν μπορεί να θεμελιώσει το αίτημα του να αυξηθούν τα κέρδη των «άξιων» «ιδιωτών»). Εάν λοιπόν υπάρχει εκμετάλλευση και με το αίτημα της αύξησης μισθών κινδυνεύουν οι «οικονομικές ισορροπίες», αυτό δεν μπορεί να σημαίνει παρά ότι κινδυνεύει με μείωση το ποσοστό κέρδους των εκμεταλλευτών. Τι θράσος χρειάζεται όμως για να ζητάμε από αυτούς που υφίστανται την εκμετάλλευση να μην επιμένουν στη μείωση της έντασης της και να βαφτίζουμε οικονομικό νόμο τα ιδιαίτερα συμφέροντα ορισμένων, στην πάλη τους με τα συμφέροντα άλλων; Δυστυχώς ο Π.Ι.Π. δεν είναι μόνος σ' αυτό το δρόμο.
β) (Προϋποτίθεται ότι είναι γνωστές στον Π.Ι.Π. οι έννοιες ονομαστικός και πραγματικός μισθός που δεν αναφέρονται συχνά στην «Καθημερινή»). Εάν παρά την «περίσκεψη» που συστήνει ο Π.Ι.Π. συμφωνηθεί αύξηση των μισθών και στη συνέχεια με την αύξηση των τιμών αγοράς μέσων κατανάλωσης οδηγηθούμε σε εκ νέου μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, αυτό λέγεται οικονομικός νόμος και ευθύνη των συνδικάτων για τον πληθωρισμό ή ουσιαστική αθέτηση της συμφωνίας για αύξηση των μισθών παρά τις τελετουργικές χειραψίες που αντηλλάγησαν; Πώς μπορεί να διαμαρτύρεται ο κερδισμένος;
Ο Π.Ι.Π. έχει όμως έναν ισχυρό λόγο συγγνώμης για την ευτέλεια των επιχειρημάτων του: τα αυτά υποστηρίζει και ο κ. Crozier (σ. 117 σημ.123). Η γαλλική προέλευση της απολογητικής εμφανίζεται πάγια από τον Π.Ι.Π. ως λόγος για να υιοθετήσουμε τα δόγματα του που παρουσιάζονται με τη γαλλική «προφάνειά» τους χωρίς στοιχειωδώς να θεμελιώνονται. Το επιχείρημα «συμβαίνει και εις Παρισίους» διατρέχει όλο το βιβλίο του. Επειδή όμως ο Π.Ι.Π. είναι ευαίσθητος στα διδάγματα της λογοτεχνίας και ανατρέχει στον κ. Κούντερα για να μας πει με τον κυνισμό του δυνατού ότι η εξίσωση των ανθρώπων είναι «kitsch» (σ. 50), ας του απαντήσουμε λογοτεχνικά: «lebt' er in Paris so manchen Tag am Kluegerwerden ihm nicht viel lag . .. wenn er ein Bock ist oder Gauch so ist er in Paris es auch» (Bonerius).
9. Ο Πέτρος και ο Αργύρης.
Σε δύο σελίδες, ο Π.Ι.Π. ασχολείται με τον «πτωχό Τρίτο κόσμο» (σ. 140-1, απ' όπου και τα εντός εισαγωγικών ακόλουθα αποσπάσματα). Μας λέει ότι η προσπάθεια εξίσωσης του με τη Δύση «δεν μπορεί να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα» και πάντως η «πλούσια Δύση δεν μπορεί να θεωρείται η απολύτως υπεύθυνη» για την κατάσταση του τρίτου κόσμου. Υπεύθυνοι είναι αντιθέτως δύο ελάσσονες και ένας μείζων παράγοντας. Ελάσσονες παράγοντες αποτελούν, πρώτον, το χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο των χωρών του τρίτου κόσμου (που δεν τους επέτρεψε να παρακολουθήσουν την «τεχνική πρόοδο και την εντεύθεν οικονομική ανάπτυξη» της Δύσης) και, δεύτερον, η ταχύτατη αύξηση του πληθυσμού που έβλαψε το «επίπεδο της ζωής». Ο μείζων είναι όμως ότι δεν ακολούθησαν το παράδειγμα των «δυτικών ανοιχτών κοινωνιών» αλλά διάλεξαν το πλάνο, την κολλεκτιβοποίηση και την πολιτικοποίηση της οικονομίας. «Συνεπώς», η ανισότητα οφείλεται ιδίως στην επιλογή του «σοσιαλιστικού μοντέλου».
Για το πρώτο επιχείρημα επισημαίνουμε απλά στον Π.Ι.Π. ότι οδηγεί στη δυσάρεστη προφανώς γι αυτόν συνέπεια ότι η Ελλάδα είναι πολιτιστικά κατώτερη π.χ. από την Αυστραλία, ή το Λιχτενστάιν γιατί, όπως είναι γνωστό τοις πάσι, δεν έχει την ίδια «τεχνολογική πρόοδο». Για να μη μιλήσουμε για τη σχέση «πολιτισμού» της Κίνας και της Ταϊβάν και την «εντεύθεν ανάπτυξη» της καθεμιάς.
Για το δεύτερο επιχείρημα των Π.Ι.Π. και Μάλθους (make tractors not love), ας αναρωτηθεί απλά ο πρώτος αν μια χώρα στην οποία υποθετικά διπλασιάζεται η διαθέσιμη εργατική δύναμη και ανάλογα αυξάνεται η «ζήτηση» εμπορευμάτων, θα «φτώχαινε», και, αν αντίστροφα μειωνόταν κατά το ήμισυ το εργατικό δυναμικό μιας χώρας, οι εναπομένοντες θα είχαν τα διπλάσια έσοδα. Αφού θέσει αυτά τα ερωτήματα, και καταλάβει ότι ούτε εδώ η παραγωγή έχει σχέση με τη διαίρεση και την απογραφή, ας διαβάσει και όσα είπε ο Μαρξ για τον Μάλθους και τους νόμους του υπερπληθυσμού στο «Κεφάλαιο» και τις «θεωρίες για την Υπεραξία», για να δει ποια είναι η σχέση των προφυλακτικών με την πείνα και την αγριότητα της συσσώρευσης του κεφαλαίου.
Για το τρίτο επιχείρημα που συνδυάζει ζηλευτά την αμάθεια με την κακοπιστία ερωτάται: α) γιατί οι χώρες του τρίτου κόσμου, όσο ήταν αποικίες και ζούσαν σε καθεστώς κτηνώδους καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, - για το οποίο ο Π.Ι.Π. δεν λέει λέξη - δεν «ευημέρησαν», παρ' ότι ζούσαν μαζί με τόσους καπιταλιστές και είχαν όλο τον πολιτισμό των ιεραποστόλων και των δασκάλων στα πόδια τους (ή στη ράχη τους); και 6) γιατί τριτοκοσμικές χώρες που επί δεκαετίες προσπαθούν να δημιουργήσουν «φιλελεύθερο» καπιταλισμό είναι στην ίδια μοίρα με τις «σοσιαλιστικές» π.χ., γιατί η «κόκκινη» Υεμένη ήταν, όσο υπήρχε, περίπου στο ίδιο επίπεδο ανάπτυξης με τη «λευκή» (και γιατί το Κουβέιτ «αναπτύχθηκε» ενώ ούτε φιλελευθερισμό έχει, ούτε το άτομο σέβεται και η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του είναι αυστηρά μονοπωλιακή); Το γιατί στον τρίτο κόσμο κυριαρχεί ως αποτελεσματικότερη για τη δημιουργία καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής η στρατηγική επιβολής πολιτικής δικτατορίας με κορώνες «σοσιαλισμού» και σκληρή εκμετάλλευση από τους εγχώριους και πρώην αποικιοκράτες καπιταλιστές, δεν θα θιγεί διότι υπερβαίνει το επίπεδο του Π.Ι.Π. «πλάνο ή αγορά». Και εδώ η αναφορά στα καθεστώτα του τρίτου κόσμου προϋποθέτει τη γνώση τους που μπορεί να αποκτηθεί ακόμη και με την καθ' ημέραν αγορά και ανάγνωση εφημερίδων.
Αφού με τα παραπάνω ο Π.Ι.Π. εξήγησε τις πταίει στον τρίτο κόσμο (ο σοσιαλισμός και όχι οι εκμεταλλευτές) μας δίνει και την «άλλη όψη». «Οι παραπάνω θέσεις έρχονται βέβαια σε αντίθεση με την αποκληθείσα "θεωρία της άνισης ανταλλαγής"... (που) διατύπωσε το πρώτον ο Arghiri Emmanuel». Η θεωρία του Αργύρη υποστηρίζει, σύμφωνα με τον Πέτρο, ότι οι πλούσιες χώρες αγοράζουν τα προϊόντα των φτωχών «σε χαμηλές τιμές» και τους πουλάνε τα δικά τους «σε υψηλές τιμές», «έτσι δε εξηγείται ο πλούτος των μεν και η διαρκής φτώχεια των άλλων». Αυτό όμως δεν το λέει η θεωρία της «άνισης ανταλλαγής» (που ούτως ή άλλως είναι εσφαλμένη - βλ. αναλυτικά Μηλιός 1983α, 1983β), γιατί αλλιώς δεν θα «εγνώριζε μεγάλη απήχηση», όπως σωστά λέει ο Π.Ι.Π., αλλά μεγάλους χλευασμούς. Για τον εξής απλό λόγο. Η «υψηλή» τιμή πώλησης ενός προϊόντος (δηλαδή η υψηλή αγοραστική τιμή του προϊόντος) ορίζεται ως τέτοια προφανώς σε σχέση με κάποια άλλη μέση ή χαμηλή τιμή του ίδιου προϊόντος που ισχύει στην ίδια αγορά. Αυτό σημαίνει, στο σχήμα που ο Π.Ι.Π. εκλαμβάνει ως «θεωρία άνισης ανταλλαγής», ότι αν μια τριτοκοσμική χώρα (το Σουδάν) έχει ανάγκη από τρακτέρ (τα οποία παράγει π.χ. η Γαλλία), η Γαλλία θα του τα πουλήσει σε ψηλή τιμή, δηλαδή σε ψηλότερη από αυτή που συνήθως πουλιούνται. Αν η Ιταλία αγοράσει ένα τρακτέρ από τη Γαλλία θα καταβάλλει 20.000 φράγκα (εδώ δεν ισχύει η άνιση ανταλλαγή) ενώ αν το Σουδάν θέλει το ίδιο μοντέλο τρακτέρ θα το αγοράσει 25.000 φράγκα γιατί ανήκει στον τρίτο κόσμο. Υπάρχουν συνεπώς δύο ετικέτες τιμών και ο καθορισμός της ισχύουσας γίνεται με βάση το διαβατήριο ή πάντως το χρώμα του αγοραστού. Αντιστρόφως - αλλά εξίσου άνισα - το Σουδάν πουλά τα προϊόντα του στη Γαλλία σε τιμή χαμηλότερη από την ισχύουσα στις ανταλλαγές με την Αίγυπτο (εις ανταπόδοσιν του καλού; Εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης;).
Αυτό κατάλαβε ο Π.Ι.Π. από τα βιβλία των Εμμανουήλ και Αμίν που δεν διάβασε και παραπέμπει. Φαίνεται ότι οι θεωρητικοί της «άνισης ανταλλαγής» δεν λένε λέξη για την αποικιοκρατική βία, τον τρόπο παραγωγής σε κάθε χώρα, τις συνθήκες συσσώρευσης, τους μισθούς, τον ιμπεριαλισμό. Τίποτε που να είναι κάπως θεμελιωμένο. Μιλούν μόνο για απάτες του είδους «δίνεις δύο σου δίνω ένα», για διεθνείς ανταλλαγές με «υπανάπτυκτους» που είναι και ανόητοι ώστε να πουλάνε φτηνά και να αγοράζουν ακρίδα! Αυτά βέβαια δεν χαρακτηρίζουν τον Εμμανουήλ αλλά τον Π.Ι.Π. που «κατασκεύασε» έναν αντίπαλο για να δείξει εκ του αντιθέτου πόσο ωραία εξηγούνται τα αίτια «κοινωνικής αθλιότητας» (σ. 38) του τρίτου κόσμου με τα δικά του επιχειρήματα. Για την πλήρη δε αντίκρουση της θεωρίας του «Εμμανουήλ», μας παραπέμπει σε άρθρο του πάπα των αστών οικονομολόγων P. Samuelson, ο οποίος θα ξέρει τουλάχιστον ότι δεν γίνεται να πουλάς ακριβά και να αγοράζεις φτηνά εκτός κι αν κρατάς όπλο στο χέρι. Θα μπορούσε όμως ο Π.Ι.Π., αποφεύγοντας να ξαναπαίξει με την οικονομική φωτιά, να παραπέμψει εξ αρχής σε έναν αληθινό πάπα, τον Πίο IB', ο οποίος μας λέει στη σ. 104 του Π.Ι.Π. ότι «οι ανισότητες απορρέουν από τη φύση του πράγματος». Δεν είναι όλοι Άρειοι, ούτε όλοι το ίδιο πολιτισμένοι, άσε που ορισμένοι επιλέγουν το σοσιαλισμό. Μέσα στο κογκλάβιο θυμόμαστε και έναν διάσημο εχθρό ποντιφήκων, τον Ντάντε Αλιγκιέρι, που θα έλεγε εν προκειμένω για τις παπικές χρήσεις: ed egli avea fatto del cul trombetta.
10. Ο Μπακούνιν, η οικογένεια, ο Ράιχ, τα εξώγαμα και τα γηροκομεία.
Το να είσαι φιλελεύθερος στην Ελλάδα δημιουργεί χαριτωμένες αντιφάσεις λόγω του πατροπαράδοτου «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια». Αν μέχρι τώρα είχαν εντοπισθεί οι δυσχέρειες που δημιουργούν οι δύο πρώτοι πόλοι (Σταμάτης 1990, σ. 31), ο Π.Ι.Π. μας υπενθυμίζει ότι υπάρχει και ο τρίτος. Πώς να συμφιλιώσουμε το «άτομο καθεαυτό» (η κοινωνία σύνολο από άτομα, σ. 45) που είναι κατά τον Π.Ι.Π. «κυρίαρχο» και απόλυτα «ανεξάρτητο», με μόνο θεό και δεσμό την αγορά και την πραγμάτωση του στον ανταγωνισμό (και εδώ τα λυρικά αποσπάσματα του Π.Ι.Π. περισσεύουν), πώς να το συμφιλιώσουμε με τους τρυφερούς οικογενειακούς θεσμούς που μέσα στο ζηλευτό ολοκληρωτισμό τους, επιβάλλουν τη βίαιη ιεραρχία, την «πατρική εξουσία» και όλα τα συναφή; Ο Π.Ι.Π. δεν τα συμφιλιώνει, αλλά προτιμά τις αντιφάσεις.
Υμνεί ο Π.Ι.Π. τη θαλπωρή και τους «άρρηκτους δεσμούς» της οικογένειας που προσφέρει «ηθική συμπαράσταση» δίνοντας στους νέους «ηθικές αξίες», και μας επισημαίνει ότι χρειάζεται να τονώσουμε «τους θεσμούς του γάμου και της οικογένειας» (σ. 184). Μαστιγώνει δε με το χυμώδη λόγο του τους εχθρούς της οικογένειας που είναι δύο: α) ο Β. Ράιχ (εξαιτίας του οποίου οι νέοι πάνε στα κοινόβια και οι γέροι στα γηροκομεία - για το πρώτο μεν κατανοούμε την αγανάκτηση του Π.Ι.Π., παρ' ότι ο φιλελευθερισμός δεν είναι στοιχειωδώς αξιόπιστος αν δεν σεβαστεί τους «νέους» ως «κυρίαρχα άτομα». Για το δεύτερο όμως, πολλοί ιδιώτες γηροκόμοι θα ενοχληθούν από τα λεγόμενα του, τα οποία παρακωλύουν την επιχειρηματική τους ελευθερία και, ίσως, τους δυσφημούν ως ραϊχιστές), β) (και κυριότερο) το κράτος πρόνοιας που με τις παροχές του ευνοεί τη γέννηση εξωγάμων (σ. 185) (και εδώ εισέρχεται στην αντίφαση και η «θρησκεία») ενώ με τις συντάξεις που παρέχει «εξαρθρώνει» την οικογένεια, προφανώς γιατί όσοι δούλευαν σκληρά όλη τη ζωή τους και έδιναν εισφορές, πρέπει να εξαρτώνται από τη φιλανθρωπία των παιδιών τουσ. Στην pro familia πολεμική του κατά του κράτους ο Π.Ι.Π. ξεπερνά κάθε όριο λέγοντας μας ότι το κράτος είναι «πατερναλιστικό» και δημιουργεί στους πολίτες την «νοοτροπία παιδιών» (σ. 187, 186). Και το ομοιοπαθητικό φάρμακο που προτείνει ο Π.Ι.Π. είναι να επιστρέψουμε στην οικογένεια - που απ' ότι ξέρω έχει ως μέλη της τον πατέρα και τα παιδιά - για να αποφύγουμε την κατάσταση «πατερναλισμού» και «παιδικότητας» που δημιουργεί το κράτος. Έλεος! Ευτυχώς όμως που οι «νέοι της Γερμανίας» συμφωνούν με τον Π.Ι.Π. και, για να μην τους συμπεριφέρεται το κράτος σαν πατέρας, γυρίζουν στον αυθεντικό πατέρα και επιτρέπουν στον Π.Ι.Π. να πει ότι «είναι παρήγορο» που η νεολαία «επιστρέφει στο συντηρητισμό» και, όπως μας ενημερώνει η «Καθημερινή», οι νέοι «εξαρτώνται από τους γονείς τους» (σ. 190 σημ.172). Είναι φαίνεται και αυτό το «παρήγορο» ένας τρόπος να μην υπάρξει «απομείωση του συναισθήματος της ατομικής ευθύνης», ευθύνη που διεκδικήθηκε δύο σελίδες πριν. Υπάρχει η χείρα της αγοράς, υπάρχει και η χείρα του πατέρα. Ο φιλελευθερισμός είναι άλλωστε «δυναμικός» ή, όπως ειπώθηκε αλλού (σ. 194), Ordoliberalismus. Οι αντιφάσεις του φιλελευθερισμού με την αγάπη για την οικογένεια συνεχίζονται στο ζήτημα της, κληρονομιάς. Στα σημεία έκθεσης του φιλελεύθερου οικονομικού πιστεύω του, ο Π.Ι.Π. οδηγείται, από την ίδια τη λογική των απόψεων που υποστηρίζει, να αναφερθεί δειλά στην ανάγκη «ισότητας ευκαιριών» και κατάργησης διαφόρων «προνομίων» που νοθεύουν τον ανταγωνισμό και την ανάδειξη των «αξίων». Έτσι λέει ότι η «αξιοκρατία» (του Συντάγματος και του Συμβουλίου της Επικρατείας συμφωνούντων), απαιτεί την «ανάπτυξη κάθε ανθρώπου σύμφωνα με τις προσωπικές του ικανότητες» και, κατά λογική συνέπεια, αποκρούει την ιδέα «της κληρονομικής ή προνομιακής μεταβιβάσεως.. . δικαιωμάτων» (σ. 113). Εδώ ο Π.Ι.Π. ζητά προφανώς την κατάργηση του κληρονομικού δικαιώματος που τείνει στη νόθευση της αξιοκρατίας και της «ισότητας ευκαιριών». Και με τον τρόπο αυτό ο Π.Ι.Π. εντάσσεται σε μια ευγενή παράδοση που από τους σαινσιμονιστές ως τον Μπακούνιν θεωρεί την κατάργηση της κληρονομιάς ως βασικό μέτρο διόρθωσης της ανισότητας. Και η πολιτικά ετερόκλητη συντροφιά αντιμετωπίζει μεν τους σαρκασμούς του Μαρξ για την αφέλεια της (π.χ. MEW, τ. 32, σ. 674-675) αλλά ο Π.Ι.Π. επιδέξια τους αποφεύγει γιατί μόλις βρεθεί στην προστατευτική αγκαλιά της οικογένειας, ξεχνά την αξιοκρατία του και μας λέει πόσο σπουδαίο είναι για τους «νεώτερους» να τους κληρονομούνται «υλικά αγαθά» γιατί έτσι θα έχουν μια «οικονομική βάση» (προφανώς όλοι «οι νέοι», Θ.Λ.) και δεν θα εξαρτώνται από το κράτος (σ. 184) που θέλει να τους κάνει παιδιά. Έχει και η αξιοκρατία τα όρια της και μπορεί οι αντιφάσεις να είναι πολλές αλλά ο σκοπός μένει ένας.
11. Πλάνο και αγορά.
Μια από τις δόσεις της πολεμικής που ασκεί ο Π.Ι.Π. είναι το υστερικό αίτημα αποδόμησης του κράτους πρόνοιας. Μας εξορκίζει να δούμε «ρεαλιστικά τα πράγματα» (σ. 179). Κοινωνικό κράτος είναι η κρίση και η σπατάλη (μια γυναίκα «ελάμβανε 23 επιταγές κατά μήνα», σ. 180) με τις οποίες εξοργίζονται ο «νομπελίστας Milton Friedman», οι «νέοι φιλόσοφοι», οι «νεορομαντικοί» αλλά και αυτοί τούτοι οι «επαρχιώτες γάλλοι μικροαστοί» (σ. 200). Μπροστά στην ευρύτατη συναίνεση, ο Π.Ι.Π. προτείνει, μέσα στο ρυθμό «της μεταμοντέρνας εποχής που διανύουμε» (σ. 209), να προβούμε σε ιδιωτικοποιήσεις σε όλους τους τομείς.
Η ιδιωτικοποίηση, στην οποία προαναφερθήκαμε, αποτελεί την άλλη όψη της διάλυσης αυτού που στομφωδώς αποκαλείται «κράτος πρόνοιας». Γνώμονας είναι η αρχή «επικουρικότητος του κράτους» (σ. 155) που επιβάλλει την «αδιαμφισβήτητη... θεωρία της autoregulation sociale» (σ. 156), δηλ. της αγριότητας. Αφού σημειώσουμε ότι ο Π.Ι.Π. παρέλειψε, λόγω άγνοιας, να μας πει ότι και αυτή η αρχή είναι αλάθητη εφόσον την έχει προτείνει ένας πάπας Πίος (ο ενδέκατος, Constantinesco 1990, σ. 167επ.), πρέπει να υπενθυμισθούν μερικά αυτονόητα.
Ο μύθος του κράτους νυχτοφύλακα, που έχει ως αρμονικό συμπλήρωμα το μύθο της «δημιουργίας» ενός «παρεμβατικού κράτους», δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στην ιστορία των καπιταλιστικών κοινωνιών, δεδομένου ότι πάντα το κράτος παρενέβαινε για να αναλάβει «μη κερδοφόρες» επιχειρήσεις και για να διαχειρισθεί την εργατική δύναμη με ιστορικά κυμαινόμενους θεσμούς «πρόνοιας» και με πάγιους θεσμούς ιδεολογικής χειραγώγησης - ενώ η παρέμβαση του για τη διαχείριση του νομισματικού συστήματος ήταν εξίσου σταθερή και αναγκαία (συνοπτικά και πειστικά, ντε Μπρυνόφ 1983). Το γιατί μια συγκυριακή αλλαγή της «ποσότητας» παρέμβασης του κράτους γιορτάσθηκε και πολεμήθηκε τόσο ως κράτος πρόνοιας είναι αρμοδιότητα των ιστορικών της «θεωρίας».
Ο Π.Ι.Π. όχι μόνο αποδέχεται τους μύθους περί κράτους πρόνοιας και ανάγκης αποδόμησής του, αλλά και υιοθετεί την πλέον ακραία μορφή των σχετικών αιτημάτων. Παρ' ότι αποδέχεται την ανάγκη κάλυψης κοινωνικών απαιτήσεων (π.χ. στέγαση, εκπαίδευση), είναι φανερό ότι στην πραγματικότητα ζητά να πάψει το κράτος να ασκεί κοινωνική πολιτική διότι οι σχετικοί τομείς «λειτουργούν άριστα με ιδιωτικούς φορείς» (σ. 156) και όλοι καταλαβαίνουν με τι κριτήριο προκύπτει το «άριστον». Αυτή η έκδοση των σημερινών αιτημάτων «απορύθμισης» - που δεν περιλαμβάνουν, παρ' ότι «κριτική του κρατικού φαινομένου» (σ. 144), καμιά απολύτως «κριτική» στην κρατική «ρύθμιση» τομέων όπως η καταστολή - επικαλείται την ανάγκη να μην παρεμβαίνουν οι δημόσιες υπηρεσίες «στην ιδιωτική ζωή» γιατί κάτι τέτοιο μειώνει τις «ελευθερίες» (σ. 157-8). Εάν το νοσοκομείο μειώνει την «ελευθερία» αυτού που ζητά να εισαχθεί και εάν η ιδιωτική κλινική δεν μειώνει την ελευθερία του διότι μειώνει την περιουσία του, αυτό μόνο ο Π.Ι.Π. το γνωρίζει.
Αυτή η προσπάθεια ελευθέρωσης των ανθρώπων από τα μέσα συντήρησης τους δεν έχει το πλεονέκτημα της πρωτοτυπίας αλλά διατηρεί έναν εντυπωσιακό κυνισμό. Διατηρεί επίσης μια υψηλή αφέλεια με την πίστη της στην αγορά και το «φόβο» για το «ολοκληρωτικό» κλπ. κράτος. Πράγματι, η «αφέλεια» της πρόσφατης φιλελευθερίτιδας ανάγκασε ορισμένους να υπενθυμίσουν το ευνόητο ότι η αγορά - επιθυμητή ή ανεπιθύμητη - χαρακτηρίζεται κυρίως από μειωμένη παροχή «πληροφοριών» και μια σειρά οικονομικών κοινωνικών προβλημάτων (τρόπος διανομής του υπερπροϊόντος, εκπλήρωση αναγκών κοινωνικής αναπαραγωγής μέσω ιδεολογικών και πολιτικών θεσμών, λειτουργίες κοινωνικής και «εθνικής» άμυνας, νομισματικά ζητήματα κοκ.) δεν είναι εξ ορισμού δυνατό να «ρυθμισθούν» από την αγορά και τους «ιδιώτες» της (π.χ. Di Ruzza 1991). Βέβαια το κράτος και οι καπιταλιστές χρησιμοποιούν τους φιλελεύθερους συγγραφείς για σκοπούς προπαγάνδας λίγο συγκινούμενοι από τους εξορκισμούς τους. Άλλωστε και οι φιλελεύθεροι συγγραφείς ξεχνούν την ιδιότητα τους αυτή όταν (ξανα)γίνουν υπουργοί, θα συμβουλεύαμε δε φιλικά τον Π.Ι.Π. πριν ξαναγράψει (και αφού διαβάσει το βιβλίο της de Brunhoff 1986 που άστοχα παραπέμπει) να σκεφθεί μήπως η υπερβολή της αντικρατικής προπαγάνδας του, δώσει και σε άλλους ιδέες να σκεφθούν τι πραγματικά κάνει το αστικό κράτος και να αρχίσουν να αμφισβητούν τη συνολική λειτουργία του ως «ρυθμιστή» των αστικών συμφερόντων.
Όμως το πιο ενδιαφέρον σε σχέση με τον Π.Ι.Π. δεν είναι το ότι αγνοεί και λατρεύει την αγορά και επίσης αγνοεί αλλά στιγματίζει την (αναγκαία) παρέμβαση του κράτους, ζητώντας την «απελευθέρωση» των μισθωτών από την κρατική «κηδεμονία» για να υποταχθούν ευκολότερα στην αγριότητα της αγοράς που δεν είναι ποτέ «αγορά δικαίου». Κατ' αυτά ακολουθεί απλώς τους καταναγκασμούς της προπαγάνδας του. Το ζήτημα είναι ότι επιμένει να διαλέγεται με το κράτος και να επικεντρώνεται στην «αναδιανομή» του εισοδήματος, θεωρώντας ότι κάθε αλλαγή περνά μέσα από το κράτος, το. οποίο ως Ρόμπιν Χουντ παίρνει από τους μεν και δίνει στους δε και δια τούτο πρέπει να τίθεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος όλων, ως εφιάλτης ή ως επιθυμία. Στον κόσμο του Π.Ι.Π. όχι μόνο δεν υπάρχουν τάξεις (και δομικές ανισότητες), αλλά δεν υπάρχει ούτε παραγωγή. Μόνο μια «λογιστική» αγορά στην οποία οι ιδιώτες συναντώνται και ανταλλάσσουν εμπορεύματα, ακούγοντας το γλυκόλαλο τραγούδι των ατομικών δικαιωμάτων. Το (εν προκειμένω κακό) κράτος παίρνει το χρήμα από ορισμένους και το δίνει σε άλλους ή «κλείνει» αγορές επιβάλλοντας την παρουσία του. Αυτή η βαθύτατη κατανόηση του πραγματικού, της ταξικής κοινωνίας και του τρόπου (ανα)παραγωγής της, δείχνει ότι ο Π.Ι.Π. ως απολογητής της αστικής εξουσίας δεν είναι παρά μικροαστός διανοούμενος. Αναμένει τα πάντα από το κράτος και την αναδιανομή. Ενόσω όμως με πρωταγωνιστές τους μικροαστούς υπαλλήλους της ιδεολογίας και της πολιτικής διεξάγεται ο συναρπαστικός διάλογος «κράτος ή αγορά», «κρίση ή ανάπτυξη», οι αστοί απολαμβάνουν την εκμετάλλευση της ξένης εργασίας, δευτερευόντως μόνο ενδιαφερόμενοι για τους εξορκισμούς περί κράτους και γνωρίζοντας καλά τους νόμους της συσσώρευσης του κεφαλαίου που βρίσκονται πολύ βαθύτερα από τους πανηγυρικούς για τον «ολοκληρωτισμό» και την «ελευθερία».
Σε βιβλιοκρισία που έκανε ο Π.Ι.Π. στο «Σύνταγμα», αναφέρει τη φράση le petit-bourgeois nouveau est arrive (1988, σ. 194), η οποία δείχνει το λεπτό γούστο του, αφού θυμίζει τη διαφήμιση κρασιού «le beaujolais nouveau est arrive». Δεν αντιλήφθηκε προφανώς ότι αυτοχαρακτηριζόταν, με μόνη ανακρίβεια ότι το εμφανιζόμενο ως «νέο» είναι πολύ παλιό - και τόσο κακής ποιότητας όσο και το παλιό beaujolais.
12. Πρώτοι στα μαθήματα (ρατσισμός και «φιλότιμο»).
Ο Π.Ι.Π. αναφέρεται με κουραστική επιμονή και κοινοτυπία στην ανάγκη να βασιλέψει η «αξιοκρατία», να φύγουν οι κομπλεξικοί λαϊκιστές και να βραβευθούν οι άξιοι με περισσότερα κέρδη ή έστω με διδακτορικούς τίτλους που ανήκουν «σε επιστήμονες λίαν υψηλής στάθμης» (σ. 87). Προσπαθεί δε να μας πείσει ότι το καπιταλιστικό σχολείο εκπληροί την αγγελική λειτουργία επιβράβευσης των άξιων και παραλείπει την άσκηση κάθε ταξικής λειτουργίας. Δεν κουράζεται να στιγματίζει, πρώτον, τους Γάλλους «εκδημοκρατιστές» του σχολείου που (επηρεασμένοι από τον Αντόρνο ως αποκαλύπτει ο κ. Χατζηδίνας στη σ. 83) θέλουν να φέρουν το «σκοταδισμό» και, δεύτερον, τους Έλληνες δημοδιδασκάλους που επιδιώκουν την ισότητα στο σχολείο και αγνοούν ότι: α) ο καθηγητής Χρ. Γιανναράς μας διέταξε εκ του «Βήματος» να μην ισοπεδώσουμε «κάθε παραγωγική ιεραρχία» γιατί έτσι «επιπλέουν οι ανίκανοι» (σ. 97) ενώ χριστιανικής ευχής έργο είναι να βουλιάξουν επιτέλους και 6) η ακαδημαϊκός κ. Ρομιγύ είπε ότι άλλο τα παιδιά των μαύρων κι άλλο τα ανώτερα γαλλόπουλα (σ. 96). Εξ ιδίας εμπνεύσεως ο Π.Ι.Π. τονίζει ότι δεν μπορούν οι απόφοιτοι των νυχτερινών σχολείων να «πριμοδοτούνται με μόρια» γιατί αλλιώς θα θυμώσει ο ίδιος και οι όμοιοι του και θα «γράψουμε όλοι τα παιδιά μας σε νυκτερινά σχολεία!» (σ. 98 σημ.63). Ιδού η Ρόδος.
Και πώς να κουραστεί ο Π.Ι.Π. αν είναι να μας αποκαλύψει ότι πρέπει να τιμωρούνται «αυτοί που "δεν παίρνουν τα γράμματα" (η βιολογία διδάσκει ότι σε κάθε σχολείο υπάρχουν και τέτοιοι) ή είναι μονίμως αμελείς» (σ. 92, παραπομπή για τη βιολογία στην ιστορικό ντε Ρομιγύ και τον ακαδημαϊκό μαχαραγιά κ. Φουραστιέ). Και αφού ταύτισε τα χρωμοσώματα με την κοσμογραφία όπως άλλοι ταύτιζαν το χρώμα με την ευφυΐα, μας θυμίζει ότι ο γνωστός μεταφραστής εκ των γερμανικών Κωνσταντίνος Τσάτσος είχε πει στις Κυβερνήσεις να μην καταργήσουν τους βαθμούς στα δημοτικά σχολεία γιατί έτσι «καταργούν το φιλότιμο, την αρετή που χαρακτηρίζει τα ελληνόπουλα... Και έρχονται σε αντίθεση με τον βασικό νόμο της φύσεως την ανισότητα» (σ. 93 σημ.46) που επιβάλλει στα παιδιά της πρώτης δημοτικού να αλληλοϋποβλέπονται πριν τους το διδάξει έμπρακτα η κοινωνία των μεγάλων. Αυτοί οι αμερόληπτοι επιστήμονες οδηγούν τον Π.Ι.Π. τη στιγμή που «ο σοσιαλιστικός οδοστρωτήρας» (ενν. του ΠΑΣΟΚ) «παραγνωρίζει σταθερά τον παράγοντα "άτομο"» και γίνεται «διαλυτήριον πάσης αξίας» (σ. 94-5).
Για το τι σχολείο θέλουν τα «ελληνόπουλα» και πόσο «φιλότιμο» έχουν για να διώξουν κλωτσηδόν τους υπουργίσκους που ονειρεύονται να προσαρμόσουν τα σχολεία στους νόμους της φύσης ζούγκλας, οι απαντήσεις δόθηκαν ήδη στο δρόμο και ο Π.Ι.Π. θα θυμάται τα σχετικά άσεμνα συνθήματα. Για το ότι το σχολείο τείνει στην πραγματικότητα να αναπαράγει την ταξική διάκριση που δημιουργεί η ύπαρξη συγκεκριμένων θέσεων παραγωγής και, περαιτέρω, η περίφημη «αξιοκρατία» λειτουργεί μεν αποτελεσματικά ως ιδεολόγημα και εξασφαλίζει μια περιορισμένη «ταξική κινητικότητα» αλλά βέβαια δεν αίρει την αρχική «ανισότητα ευκαιριών» που προκύπτει από την προϋπάρχουσα ταξική θέση και δεν έχει καμιά σχέση με τη «δημοκρατία» και την «ισότητα», αυτά τα έχει αποδείξει - αν υποτεθεί ότι δεν είναι ευνόητα - σειρά αρμοδίων «καθηγητών» (ένας από αυτούς διδάσκει στο College de France, αν αυτό συγκινεί τον Π.Ι.Π.), οι οποίοι δεν είναι αρκετά χριστιανοί για να κηρύσσουν το ρατσισμό στην πιο κραυγαλέα, δηλ. τη διαλογική μορφή του (βλ. π.χ. στα ελληνικά Μηλιός 1984, Φραγκουδάκη 1985, Βλάχου 1991).
13. Ισοελευθερία.
Δεν θα παρακολουθήσουμε το παραλήρημα περί ατόμου (πάνω από πενήντα πέντε φορές αναφέρθηκε η λέξη «άτομο» και τα παράγωγα της σε τρεις σελίδες σε μελέτη του Π.Ι.Π. στο «Σύνταγμα», 1989, σ. 79) ούτε και το πώς ξιφούλκησε ο Π.Ι.Π. εναντίον του «λαϊκισμού» των «ανικάνων» για να μας πείσει μαζί με τον Αλ. Παπαδόγγονα ότι σοσιαλισμός είναι η «ψυχοθεραπεία ή διέξοδος των αποτυχημένων» (σ. 138 σημ. 198), και άρα όποιος ζητάει να αυξηθεί ο μισθός του και να του εξασφαλίσει το κράτος των εκμεταλλευτών του ένα μίνιμουμ παροχών και ουσιαστικού «δικαιώματος στη ζωή» είναι τρελός, «ζηλεύει» τους «άξιους» και επιθυμεί τον «ολοκληρωτισμό».
Είναι προφανές πού αποβλέπουν οι έπαινοι για το άτομο και την «αξία» του σε μια ταξική κοινωνία εκμετάλλευσης των μισθωτών εργαζομένων, η οποία προσπαθεί με τη βία και την ιδεολογία που γεννάει να διατηρήσει την καταστατική «ιεραρχία» του Π.Ι.Π. και - ταυτίζοντας με λήψη του ζητουμένου τους «άξιους» με τους κυρίαρχους - να συντρίψει με την «πολιτική θεωρία» και τη ράβδο τις προσπάθειες οργανωμένης αμφισβήτησης της αιώνιας τάξης που αυτή επιβάλλει. Δεν πειράζει που ο Π.Ι.Π. δεν ορίζει τι είναι «σοσιαλισμός». Αποφεύγει να μας πει αν φοβάται τη σοσιαλδημοκρατία που αποτελεί μια κάπως ευνοϊκότερη για τα λαϊκά στρώματα εκδοχή της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης ή τον «αδύνατο κομμουνισμό». Η απάντηση είναι ότι φοβάται και τα δύο γιατί ο μεγάλος επιστήμονας τείνει να τα εξομοιώσει, εφαρμόζοντας τη δοκιμασμένη από όλους τους ηθικολόγους θεωρία του «κατήφορου», ο οποίος ξεκινά από το κράτος πρόνοιας, μετατρέπει τα άτομα σε «απλά εξαρτήματα της κρατικής μηχανής», και έπειτα «η μείωση των ανισοτήτων δημιουργεί αντιδράσεις που μπορούν να εξουδετερωθούν με προσβολή των ελευθεριών (ενν. των καπιταλιστών που θα αντιδράσουν στη μείωση της ανισότητας, Θ.Λ.)... ήτοι οδηγούμεθα σε καθεστώς ολοκληρωτικό» (σ. 80).
Δεν πειράζει που ο Π.Ι.Π. δεν εξηγεί στοιχειωδώς γιατί τα άτομα είναι αυτόνομα και δεν εξαρτώνται απόλυτα από την ταξική τους θέση και δεν πειράζει που απορρίπτει ολόκληρο το έργο του «αντιανθρωπιστή» Φουκώ με μια φράση της ακόλουθης γνωστικής αξίας: «μα, είναι σαφές ότι υπάρχει μόνον κοινωνία ατόμων, και όχι κοινωνία σκέτη», αφήνοντας τον Φουκώ με το «πείσμα» του (σ. 45 σημ. 95), γιατί ο Π.Ι.Π. ούτε κοινωνία «σκέτη» βλέπει στο περίπτερο ούτε τάξεις στη στάση του λεωφορείου. Δεν πειράζει που δεν αναλύει έστω και λίγο την πορεία κατασκευής «αξίων» ή το πώς μεταχειρίζονται οι κοινωνίες μας την «αξιοπρέπεια του ανθρώπου» που τα δημόσια νοσοκομεία και η κρατικοποιημένη ΕΑΣ τόσο απειλούν και ο «αριστερόστροφος» Αρ. Μάνεσης υποβαθμίζει ως προς τη συνταγματική της «αξία» (σ. 115, όπου δεν υπάρχει, βέβαια, αντίκρουση της πειστικής επιχειρηματολογίας του Μάνεση - 1982, σ. ΙΙβ επ. - για το χαρακτήρα των διατάξεων περί «αξίας του ανθρώπου»). Τα δόγματα του Π.Ι.Π. έχουν σήμερα τέτοια «προφάνεια» που δεν χρειάζονται άλλη απόδειξη, εκτός από την υπογραφή ενός «επιστήμονα». Αρκεί μια μυστηριώδης δημοσκόπηση για το ότι οι Γάλλοι προτιμούν την «ελευθερία» από την «ισότητα» (σ. 245 σημ. 53) και προπάντων η ταυτόχρονη κυκλοφορία βιβλίου του χυδαίου καντιανού Alain Renaut και περιοδικού με λεζάντα «Ατομισμός - η μεγάλη επιστροφή» για να αναφωνήσει ο Π.Ι.Π.: «τούτο είναι η πιο απτή απόδειξη... για τις εν προκειμένω υποστηριζόμενες θέσεις μου» (σ. 48). Τούτο και μόνο τούτο, γιατί αλλιώς θα έπρεπε να διαβάσει και κανένα βιβλίο της προκοπής.
Επειδή θα απαιτούσε πολύ χώρο η αναφορά στη θεωρητική ανυπαρξία του «ατόμου» και της «αυτονομίας» του, θα περιοριστούμε στο να δείξουμε την ανυπαρξία του θεμελίου της σκέψης του Π.Ι.Π., δηλαδή να δείξουμε ότι είναι ασύστατο το «ισότητα ή ελευθερία, διαλέξτε», από το οποίο συνάγει ότι πρέπει να προτιμήσει την «ελευθερία», την ποιητική ελευθερία της Διακήρυξης του 1789, την κερδοφόρο ελευθερία των ιδιωτικών κλινικών και τη θανατηφόρο ελευθερία του αστικού κράτουσ.
Ο Π.Ι.Π. αφιερώνει στο ζήτημα το «Κεφάλαιον Τέταρτον», θέση του είναι ότι υπάρχει «υπεροχή της ελευθερίας έναντι της ισότητας». Επιχειρήματα:
α) αυτό λέει η Διακήρυξη του 1789. θεμελίωση: πρώτον, η ισότητα δεν περιλαμβάνεται στα «φυσικά δικαιώματα» του άρθρου 2. Δεύτερον, οι Γάλλοι επαναστάτησαν ενάντια στην τυραννία για να αποκτήσουν την ελευθερία τους και η ισότητα «έπεται», γιατί δεν ήθελαν να είναι ίσοι όντες ανελεύθεροι (δεν τολμά πάντως να πει ότι ήθελαν να είναι ελεύθεροι όντες άνισοι). Τρίτον, η ελευθερία υπερέχει γιατί αναφέρεται πριν την ισότητα και την αδερφοσύνη στο σχετικό «τρίπτυχο», στα άρθρα 1 και 2 της Διακήρυξης του 1789 και σε διάφορα Συντάγματα,
β) η ιεράρχηση υπέρ της ελευθερίας επιβάλλεται από τη «φύση του πράγματος» (βλ. και Πάπα Πίο). Η ελευθερία παίρνει το πλήρες νόημα της στην «αστική κοινωνία» ενώ η ισότητα είναι μόνο «νομική», δηλ. ισότητα ευκαιριών που αποκλείει κάθε ουσιαστική εξίσωση, θεμελίωση: πρώτον, ο «άνθρωπος» χάνει την «αξιοπρέπεια», τις «ελπίδες» του κτλ. αν δεν προέχει η ελευθερία. Δεύτερον, χωρίς πρωτοκαθεδρία της ελευθερίας, «η κοινωνία διολισθαίνει στον ολοκληρωτισμό» (σ. 239). (Ο δικολάβος Π.Ι.Π. λέει ότι οι «αξίες» ελευθερίας, ισότητας, αδερφοσύνης διαπλέκονται «στο σύστημα του... φιλελευθερισμού με την πολύ ανθρώπινη μορφή που εμφανίζεται αυτό σήμερα» (σ. 241) - ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη! - αλλά και καθοδηγούν τα «προοδευτικά ανοίγματα» (σ. 242). θα μας επιτραπεί όμως να απορρίψουμε πάραυτα αυτή τη χριστιανική ρητορεία γιατί ρητώς ο Π.Ι.Π. προτιμάει την ελευθερία - «συμφέρει να είμαστε λοιπόν πρώτα ελεύθεροι, για να μπορούμε κατά το δυνατόν να είμαστε και ίσοι» εάν «υπάρχουν, βεβαίως, ευνοϊκές οικονομικές συγκυρίες» - σ. 245 και 26. Άρα μένουμε στα αρχικά επιχειρήματα).
Ας δούμε και την αξία των επιχειρημάτων.
α) Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ έδειξε με τρόπο αναμφισβήτητο ότι η Διακήρυξη του 1789 χαρακτηρίζεται από μια «ενοποιητική» τάση διότι δεν διακρίνει μεταξύ δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη και ταυτίζει για πρώτη φορά στην ιστορία την ισότητα με την ελευθερία ως κοινωνικές διεκδικήσεις (για τα επόμενα Balibar 1989 και Balibar 1990). Κατ' αρχήν, όποιος διαβάζει (ή διαβάσει τώρα) τη Διακήρυξη χωρίς τα γυαλιά της νομικής θεωρίας βλέπει ότι δεν υπάρχει πουθενά διάκριση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου από αυτά του Πολίτη (ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα και πολίτης και με αυτή την ενιαία ιδιότητα του ασκεί ορισμένα δικαιώματα) και επίσης δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ «φυσικών» και «θετικών» δικαιωμάτων. Τα δικαιώματα που η Διακήρυξη αναγνωρίζει ως προϋπάρχοντα-φυσικά, τα παρέχει θετικά με τη δημιουργία μιας τάξης δικαίου που τα εγγυάται και συνεπώς η διάκριση φυσικό θετικό δεν έχει νόημα. Όσον αφορά τώρα την ισότιμη κατοχύρωση και την άμεση σύνδεση ισότητας και ελευθερίας - που ο Π.Ι.Π. δεν βλέπει στο άρθρο 2, αυτή συνάγεται πανηγυρικά από το άρθρο 1 «όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται και παραμένουν ελεύθεροι και ίσοι σε δικαιώματα» και θεμελιώνεται στο άρθρο 6 όπου ο νόμος θεωρείται ότι όχι μόνο πρέπει να είναι ίσος για όλους αλλά και να δημιουργείται με την ισότιμη συμμετοχή όλων. Έτσι η ισότητα καθίσταται ο κανόνας δόμησης της έννομης τάξης και της δημιουργίας όλων των άλλων δικαιωμάτων.
Εκείνο που συνάγεται από τη Διακήρυξη είναι η ουσιαστική ταύτιση ισότητας και ελευθερίας (ισοελευθερία). Αυτό ερμηνεύεται ιστορικά από το χαρακτήρα της γαλλικής Επανάστασης ως ταυτόχρονης εξέγερσης ενάντια στην ανελευθερία του απολυταρχισμού και την ανισότητα των προνομίων μιας κατά etats δομημένης κοινωνίας. Ας μας συγχωρέσει η μυωπία του Π.Ι.Π., αλλά η γαλλική Επανάσταση οδηγήθηκε στην ισοελευθερία γιατί η προηγούμενη κοινωνία συνέδεε αξεδιάλυτα την ανελευθερία και την ανισότητα και μόνο η ταυτόχρονη εξέγερση ήταν δυνατή, διότι η κατάργηση του ενός χωρίς το άλλο θα επέφερε (σε μεγάλο βαθμό επέφερε) την επανασύσταση και των δύο αφού προφανώς κάθε ανισότητα επιβάλλει την καταπίεση της ελευθερίας για διατήρηση της ανισότητας και αντιστρόφως. Ο Π.Ι.Π. μπορεί να μέμφεται τη φεουδαρχία ή έστω τους επαναστάτες που την αμφισβήτησαν και όχι να επικαλείται στην απολογητική του τη Διακήρυξη με την αυθεντία του «ειδικού».
Η «πρόταση της ισοελευθερίας» προκύπτει και θεωρητικά αν προσεγγίσουμε την ελευθερία και την ισότητα όχι ως ιδέες αλλά ως «αιτήματα» που αντανακλούν ορισμένες ιστορικές συνθήκες. Πράγματι, στις κοινωνίες μας η ελευθερία αμφισβητείται μαζί με την ισότητα και δεν υπάρχει παρά ένας βαθμός ισότητας που επιτρέπει την παροχή ελευθεριών σε όλους και ένας βαθμός ελευθερίας που καθιστά δυνατή την «αντίστοιχη» ισότητα, γιατί οι κοινωνικές ανισότητες επιβάλλουν την καταστολή της ελευθερίας προκειμένου να αναπαραχθούν παρά τις αντιστάσεις. Όπως έγραφε το 1833 ο Φρ. Πυλαρινός, η ισότητα «είναι η αληθινή έκφρασις της ελευθερίας και το αληθινόν και ακρίδες μέτρον της» (το κείμενο σε Νούτσο 1990, σ. 121). Σε Ανατολή και Δύση, οι κοινωνίες εκμετάλλευσης (ανισότητας) προϋποθέτουν την έλλειψη ελευθερίας, ως «μέθοδο» για την ενίσχυση των ανισοτήτων. Εκείνο που διαφοροποίησε τα καθεστώτα του 20ου αιώνα δεν ήταν παρά οι μεθοδεύσεις της ταυτόχρονης άρνησης. Όπως λέει ο Μπαλιμπάρ «εάν η ελευθερία δεν είναι ισότητα, τότε ή είναι υπεροχή, "κυριαρχία" ή είναι υποταγή και εξάρτηση από κάποια δύναμη, πράγμα παράλογο» (Balibar 1989, σ. 18).
Η Διακήρυξη του 1789 και τα ατομικά δικαιώματα γεννούν ανεπίλυτες ιστορικές αντιφάσεις, έχουν σημαντική δυναμική κριτικής του καπιταλισμού και δείχνουν τα προβλήματα μιας προς οικοδόμηση θεωρίας ατομικών δικαιωμάτων ως θεωρίας του γενικού ταξικού περιορισμού της άσκησης όλων των δικαιωμάτων, ο οποίος να ενοποιεί τους υπάρχοντες περιορισμούς στη βάση της κοινωνικής αιτίας τους και να αναδεικνύει νέους, οδηγώντας όχι σε μεγαλύτερη «προστασία του ατόμου» αλλά σε μια έστω και λίγο εγγύτερη στην πραγματικότητα νομική θεωρία (που αντιμετωπίζει βέβαια τις παγίδες του νομικού λόγου), θα κάναμε μεγάλη τιμή στον Π.Ι.Π. να τα αναλύσουμε εδώ. Μας αρκεί να δείξουμε ότι η απολογητική του οδηγεί στην κακόπιστη «ερμηνεία» της Διακήρυξης, την οποία επιχειρεί να συνετίσει καπιταλιστικά για να ιδιοποιηθεί τη δυναμική τησ. Και βέβαια χρειάζεται όλο το δικολαβικό θράσος για να μας πει ο Π.Ι.Π. ότι η ελευθερία είναι ανώτερη από την ισότητα επειδή οι Γάλλοι λένε συνήθως liberte-egalite και όχι το αντίστροφο, ξεχνώντας παρ' ότι γαλλοτραφής, ότι οι Γάλλοι για να δηλώσουν την ταύτιση δύο πραγμάτων λένε «blanc bonnet et bonnet blanc». Αφερίμ.
β) Το κατά πόσο η «ελευθερία» υπερέχει, και πού οδηγεί ο περιορισμός της ισότητας σε «νομική ισότητα» έχει αναλυθεί από πολλούς που έδειξαν επιπρόσθετα πόσο η «ανθρώπινη» κοινωνία του καπιταλισμού σέβεται την αξία και τη «νομική ισότητα» των ανθρώπων. Ο Π.Ι.Π. άλλωστε μας είπε, με την καραμέλα του «ολοκληρωτισμού», ότι κάθε προσπάθεια να περιορισθεί η «ελευθερία» των καπιταλιστών θα προκαλέσει εκ μέρους τους αντιδράσεις και προκειμένου να τους δυσαρεστήσουμε ή να εξεγερθούν οι υφιστάμενοι την εκμετάλλευση, είναι καλύτερο να αφήσουμε τα πράγματα και τους ανθρώπους στη μοίρα τους. Το «ιστορικό κνούτο» έχει και εδώ το λόγο.
Σε ένα γνωστό και σε συμβούλους Επικρατείας κείμενο, ο Μαρξ γράφει ότι αν εγκαταλείψουμε τη σφαίρα της ανταλλαγής εμπορευμάτων όπου βασιλεύει η ισότητα και η ελευθερία των αυτεξούσιων ιδιοκτητών, γίνεται σαφές ότι σε μια ταξική κοινωνία, ο «ελεύθερος» καπιταλιστής «προπορεύεται κρυφογελώντας όλο νόημα και πολυάσχολος» και ακολουθεί «συνεσταλμένος και διστακτικός» αυτός που του πουλά (υπό την πατρική προστασία του Συντάγματος) την εργατική του δύναμη (Μαρξ 1989, σ. 42-3). Το πρόβλημα αυτής της κοινωνίας δεν είναι συνεπώς η πρωτοκαθεδρία της ελευθερίας - για χάρη της οποίας ορισμένοι θα ξεχνούσαν προς στιγμή την ισότητα - αλλά η απουσία αμφοτέρων, απέναντι στη συνθλιπτική δύναμη μιας δομής ταξικής εκμετάλλευσης που ο Π.Ι.Π. και οι όμοιοι του αποσιωπούν. Το να υποστηριχθεί ότι υπάρχει ελευθερία είναι εξίσου ανακριβές με το να υποστηριχθεί ότι υπάρχει ισότητα. Εκείνο που θα έπρεπε να μας απασχολήσει στο μέλλον είναι γιατί η «ελευθερία» προσφέρεται, ως ιδέα, περισσότερο από την ισότητα για την εξύμνηση του καπιταλισμού - ίσως γιατί η ισότητα είναι μόνο συλλογική ενώ η ελευθερία μπορεί να εμφανισθεί από τους απολογητές και ως ατομική.
14.. ..και ο δικολάβος
Ο Π.Ι.Π. είναι νομικός. Διαισθανόμενος την αντιφατικότητα των γραφέντων και αντιγραφέντων, προσθέτει στο τέλος του βιβλίου μια γενική ρήτρα: «δεν επιδοκιμάζει» όλες τις θέσεις που εξέθεσε, απλώς μας ενημέρωσε για την νέα «ατλαντική επανάσταση» που έκανε «η αστική τάξη» για να ξεπεράσει «αναίμακτα» την οικονομική κρίση εκδηλώνοντας «μια δεξιόστροφη τάση» (σ. 228). Επειδή όμως ο Π.Ι.Π. συνδυάζει τη δικηγορική ευφυΐα με την απαίτηση «επιστημονικότητας», ακυρώνει πάραυτα τη ρήτρα του, λέγοντας ότι «ήδη ανελύθη» σε ποια σημεία διαφωνεί με την «απόλυτη διατύπωση ορισμένων από τις θέσεις αυτές» (σ. 228).
Εμείς, σεβόμενοι τη διάθεση του να εκθέσει όσα λένε οι νεοναζιστές του «GRECE» χωρίς να συμφωνεί μαζί τους, περιλάβαμε στην κριτική μας μόνο απόψεις ως προς τις οποίες όχι μόνο «δεν ανελύθη» διαφωνία αλλά αντίθετα ο συγγραφέας «ανελύθη» σε επαίνους για την ορθότητα και πανθομολόγηση των όσων τα «κλασικά» έργα των ακαδημαϊκών και νομπελιστών του θιάσου του μας διδάσκουν. Αναίμακτοι και καλοπληρωμένοι επαναστάτες στη Γαλλία «και στις αμερικανικές ακτές του Ατλαντικού» (σ. 229).
15. Άνθρωπος και θεωρία.
Ολοκληρώνοντας την αναφορά μας στον Π.Ι.Π. και τη «σκέψη» του, μπορούμε να διαπιστώσουμε την προχειρότητα και τις τεράστιες θεωρητικές ελλείψεις του ανδρός. Δεν πρόκειται μόνο για «ευεξήγητες» ελλείψεις, όπως η απουσία των τάξεων. Αυτή την έλλειψη είχε θεωρήσει ο Μαρξ ως ίδιο όλων των απολογητών, οι οποίοι θέλουν να λύσουν τα «προβλήματα» από τη σκοπιά των καπιταλιστών και υποθέτουν ότι ολόκληρη η κοινωνία αποτελείται από καπιταλιστές, άτομα ελεύθερα και ίσα, με κοινά γενικά συμφέροντα (π.χ. Μαρξ 1989, σ. 246-7), γιατί την ιδανική εικόνα θα κατέστρεφε κάθε αναφορά στη θεμελιώδη «ετερότητα» που υπάρχει στις ταξικές κοινωνίες και, φυσικά, δεν επιτρέπει καμιά αναγωγή σε συνταγματικά ή άλλα «κοινά πλαίσια».
Δεν πρόκειται μόνο για τη συνήθη στους «φιλελεύθερους» φίλους της βιομηχανίας και του εμπορίου αποσιώπηση της πολιτικής δημοκρατικής διάστασης του «φιλελευθερισμού», ο οποίος παίρνει τη μορφή της χωρίς περιορισμούς ανάπτυξης της ζούγκλας του καπιταλισμού. Αν στον Π.Ι.Π. καταλογίσθηκε υπέρ το δέον το μη δημοκρατικό παρελθόν του, αυτό που συνάγεται εδώ είναι το αντιδημοκρατικό παρόν του, η βαθιά περιφρόνηση και η τάση αποκλεισμού των «αδύνατων» από το δικαίωμα στη ζωή και την πολιτική - υπό το ένδυμα πάντα της «ελευθερίας» των καπιταλιστών.
Το πιο χαρακτηριστικό για τον Π.Ι.Π. είναι ότι η κυνική «αριστοκρατία» του συνδυάζεται με την έλλειψη κάθε αναφοράς στα μείζονα έργα «φιλελευθέρων». Καμιά σοβαρή κατασκευή και επιχειρηματολογία δεν βρίσκεται στις σελίδες του βιβλίου του. Αν ο Π.Ι.Π. διαβάσει στο μέλλον τη φιλελεύθερη σκέψη όχι από τις εφημερίδες και τους υπουργούς της δεξιάς, αλλά από τα σημαντικά έργα της και θελήσει να μας τη μεταφέρει σε νέο σύγγραμμα ή έστω στην «Ευθύνη», του υποσχόμαστε να επανέλθουμε - ελπίζοντας προς γενική απόλαυση.
Η απολογητική του Π.Ι.Π. εντάσσεται στην «κοινή» απολογητική, στην οποία δίνει μορφή πολιτικά ακραία αλλά και «έγκυρη» δια της ορολογίας και των παραπομπών. Το γεγονός ότι ο νοηματικός της πυρήνας συμπίπτει με τα όσα ακούμε καθημερινά, την καθιστά επικίνδυνα «οικεία», «προφανή». Η προηγούμενη αντίκρουση απέβλεψε στη μείωση του κινδύνου εξάπλωσης τέτοιων προφανειών ως μιας «επιστημονικής αλήθειας» που παίρνει την εγγύηση ελληνικών και γαλλικών «υπογραφών», ενώ με τον «Άνθρωπο» και την «αξία» του τείνει να νομιμοποιήσει την αγριότητα της εκμετάλλευσης. Μη αρκούμενη στη διάχυτη σήμερα «συναίνεση», προσπαθεί να καταστρέψει κάθε συλλογικότητα, κάθε πυρήνα αντίστασης και αλληλεγγύης. Η απολογητική του Π.Ι.Π. εντάσσεται στην εκλαϊκευμένη και καλοπληρωμένη απολογητική «των εφημερίδων». Δεν είναι συνεπώς - για να χρησιμοποιήσουμε μια γαλλική λέξη, όπως και ο Π.Ι.Π., όταν αναφέρεται στα «εις Παρισίους» μυστηριώδη και άθλια - τίποτε άλλο παρά vulgaire. Υπάρχουν περιπτώσεις που η λέξη vulgaire (αγοραίος) πρέπει να μεταφράζεται «χυδαίος» ακόμη και αν αναφέρεται σε ένθερμους υποστηρικτές της «αγοράς». Η απολογητική που ασκεί και εκδίδει ο Πέτρος Παραράς είναι πάνω απ' όλα χυδαία.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βλάχου Α. (1991), Επαναπροσδιορίζοντας τη διαδικασία εκπαίδευσης στον καπιταλισμό, θέσεις τ. 35
Γ.Ν. (1985), Κασετοπειρατίας έπαινος, Θέσεις, τ. 13
Μάνεσης Αρ. (1982), Συνταγματικά δικαιώματα α', Θεσσαλονίκη
Μάξιμος Σ. (1990), Η οικονομική επιστήμη και ο Ξ.Ζολώτας, Θέσεις, τ. 30
Μαρξ Κ. (1989), Για το κράτος, Αθήνα
Μαρξ Κ. (1990), Για τη γαλλική επανάσταση, Αθήνα
Μηλιός Γ. (1983), Η «φάρμα» των ορθολογιστών και η κιβωτός της ρωμιοσύνης (με αφορμή την εκλογή του Χρ. Γιανναρά στην έδρα Φιλοσοφίας της Παντείου), θέσεις, τ. 3
Μηλιός Γ. (1983α), Ο ιμπεριαλισμός και οι θεωρίες μητρόπολης-περιφέρειας, Θέσεις, τ. 4
Μηλιός Γ. (19836), Ο ιμπεριαλισμός και οι θεωρίες μητρόπολης-περιφέρειας, Θέσεις, τ. 5
Μηλιός Γ. (1984), Εκπαίδευση και εξουσία, Αθήνα
Μπρυνόφ ντε Σ. (1983), Κράτος και κεφάλαιο, Αθήνα
Νούτσος Π. (1990), Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, τ. Α', Αθήνα
Σταμάτης Γ. (1988), Για την ποιότητα της ελληνικής μετάφρασης του «Η έννοια του Πολιτικού», θέσεις, τ. 25
Σταμάτης Γ.(1989), Αγροτικό πλεόνασμα, παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, άνιση ανταλλαγή και παραοικονομία: Η θαυμαστή καριέρα ορισμένων εννοιών της μαρξικής πολιτικής οικονομίας στις σημερινές κοινωνικές επιστήμες στη χώρα μας, θέσεις, τ. 27
Σταμάτης Γ. κ.ά. (1990), Οικονομική κρίση και κοινωνική πολιτική, Αθήνα
Φραγκουδάκη Α. (1985), Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, Αθήνα
Balibar Ε. (1989), La proposition de l'egaliberte, Les conferences du Perroquet, no 22, Paris
Balibar E. (1990), Droits de l'homme et droits du citoyen, Actuel Marx, no 8
Brunhoff de S. (1979), Les rapports d' argent, Paris
Brunhoff de S. (1986), L'heure du marche, Paris
Constantineco V. (1990), Subsidiaritaet, Integration, τ. 4
Marx K. (1983), Das Elend der Philosophie, MEW, τ. 4.
Marx K. (1981), Der politische Indifferentismus, MEW, τ. 18
Ruzza di R. (1991), Le marche, quelques observations theoriques, Actuel Marx, no 9