Θ. Παπαχρίστου (επιμ.), Νεοφιλελευθερισμός και δίκαιο. Μια κριτική προσέγγιση (μελέτες Θ. Παπαχρίστου, Φ. Βασιλόγιαννη, Δ. Σαραφιανού, Τ. Βιβάλη, Α. Τάκη. Πρόλογος Αρ. Μάνεση), εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα 1991, σ. 171.
Ο «θάνατος του μαρξισμού» ανακοινώνεται με τέτοια επιμονή και πολεμική διάθεση, ώστε λίγοι κινδυνεύουν να πιστέψουν μια «είδηση», η οποία αποτελεί μάλλον εκφορά επιθυμιών σε οριστική έγκλιση και παρελθοντικό χρόνο. Αυτή η «αναγγελία» επισημαίνει, ωστόσο, μια μεταβολή της συγκυρίας που έχει πολιτικά και θεωρητικά αποτελέσματα, θα ασχοληθούμε εδώ με μια συλλογή κειμένων που κινείται ενάντια στο ρεύμα της θεωρητικής μεταβολής, αλλά και δεν εμφανίζει σημεία συνέχειας με ατυχείς στιγμές του παρελθόντος.
Η προσπάθεια του μαρξισμού να αντιμετωπίσει «με το όπλο της κριτικής» τις αντίπαλες ερμηνείες, εκδηλωνόταν συχνά στο παρελθόν ως «κριτική» σε μια γελοιογραφία αντιπάλου, ο [οποίος κατατροπωνόταν από τους [«νόμους» ή τη «ζωή». Αυτή η θεωρητική οκνηρία - που υποδήλωνε το φόβο [ουσιαστικής αντιπαράθεσης με αντίπαλα επιχειρήματα - τείνει να εκλείψει [στην παρούσα συγκυρία.
Η κυρίαρχη μορφή μαρξιστικής [κριτικής τίθεται πλέον υπό τα προ(σ)τάγματα του πλουραλισμού. Πληθαίνουν οι μελέτες με τίτλο «Μαρξ και...», στις οποίες εκτίθενται δύο θεωρίες με πραγματικό σκοπό να «συναιρεθούν» σε μια παραλλαγή της αστικής επιχειρηματολογίας που επικαλείται μαρξιστικές ρήσεις μετά από το τελετουργικό ανάθεμα στο «δογματισμό», το «λενινισμό» κοκ. Η μελέτη τέτοιων πονημάτων δείχνει ότι οι συντάκτες τους έχουν οξύτατη αίσθηση των καιρών και των υπαλληλικών καθηκόντων τους, αλλά και ότι ο «μοντέρνος» μαρξισμός είναι ασυμβίβαστος με τις θεμελιώδεις έννοιες του θεωρητικού σχηματισμού που επικαλείται.
Οι μελέτες του τόμου «Νεοφιλελευθερισμός και δίκαιο» διαφοροποιούνται τόσο από την τρέχουσα όσο και από την παλιότερη τάση «κριτικής». Προτείνουν μια ανάγνωση των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων, η οποία έχει ως αφετηρία τη μαρξιστική οπτική (και γνώση) και θεμελιώνεται σε αναλυτική έκθεση και κριτική των αντιλήψεων αυτών. Δίνουν το λόγο στο θεωρητικό αντίπαλο πριν προχωρήσουν στην κριτική του, η οποία βασίζεται σε σαφείς (αντί)θέσεις. Στην εποχή της συναίνεσης και της ομοφωνίας «του κέντρου», οι μελέτες αυτές αποτελούν εξαίρεση που ο υπογράφων θεωρεί τιμητική.
Το κριτικό αντικείμενο της συλλογής ίσως ξενίσει ορισμένους μια και η απήχηση του νομικού νεοφιλελευθερισμού είναι μικρή, ενώ δεν έχουν εμφανισθεί στην Ελλάδα αξιόλογες μελέτες που να επικαλούνται αυτή τη θεωρητική κατεύθυνση1. Πέραν του ότι ο τόμος αυτός αποτελεί «προκαταβολική» κριτική σε μελέτες νεοφιλελεύθερης έμπνευσης που ήδη ετοιμάζονται, θεωρούμε την επιλογή αντικειμένου ιδιαίτερα εύστοχη διότι ενημερώνει για τις διεθνείς θεωρητικές τάσεις και συμβάλλει στην κριτική του νεοφιλελευθερισμού πέραν της νομικής του απόφυσης. Τη σημασία της δείχνει και το ότι η πρόσφατη φιλολογία για ενίσχυση του ρόλου του δικαστή και για «ρευστή» ερμηνεία του δικαίου πηγάζει από τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη, χωρίς να την επικαλείται ρητά.
Το κύριο μέρος της συλλογής ξεκινά με συνθετική παρουσίαση και κριτική των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων από τον θ. Παπαχρίστου. Σε ένα καθαρό και διεισδυτικό κείμενο - από αυτά που νοσταλγεί ο αναγνώστης κειμένων που πολυλογούν χωρίς να τοποθετούνται - παρουσιάζεται το νεοφιλελεύθερο αίτημα (συρρίκνωση της κρατικής νομικής ρύθμισης), η θεωρητική του αφετηρία (η ρευστή ρύθμιση της «κοινωνίας των ιδιωτών» υπερέχει των καταναγκαστικών κρατικών κανόνων), η βασική απόρροια της προβληματικής αυτής (αντιστροφή της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου με πρόταξη της «ελεύθερης» δικαστικής απόφασης) και, τέλος, η «αντιεξουσιαοτική» ρητορική του νεοφιλελευθερισμού. Ο θ. Παπαχρίστου επισημαίνει ότι βασικός στόχος του νεοφιλελευθερισμού είναι η αποδόμηση του κράτους πρόνοιας: πρόκειται για πολιτική στάση που δεν στοχεύει στην απελευθέρωση των ατόμων από τον κρατικό καταναγκασμό αλλά στην άνευ όρων παράδοση τους στους μηχανισμούς δομικής ανισότητας των σχέσεων παραγωγής χωρίς έστω την εγγύηση του γραπτού και «διαφανώς» θεσπιζόμενου εφαρμοζόμενου δικαίου.
Η εκτενής μελέτη του Δ. Σαραφιανού εκθέτει κριτικά τις αντιλήψεις κυκλοφοριακώς επιφανών εκπροσώπων του νεοφιλελευθερισμού (Hayek, Nozik, CohenTanugi). Παρουσιάζονται τα θεμέλια της «αυθόρμητης τάξης» πού ανταποκρίνεται στην εξελικτικά ρυθμιζόμενη «Μεγάλη Κοινωνία», αναλύεται η αντιφατική σχέση των νεοφιλελεύθερων με το κράτος (ποικίλου εύρους και αιτιολόγησης αποδοχή της κρατικής επέμβασης), η υποκειμενιστική αντίληψη περί δικαιοσύνης (κριτήριο η αξία που ο καθένας αποδίδει στις υπηρεσίες των λοιπών και απόρριψη κάθε αναδιανεμητικής παρέμβασης), η αντίληψη περί ρευστότητας του δικαίου (οι νομικοί «εξομαλύνουν» με βάση μια διάχυτη συναίνεση) και το αίτημα για αντικατάσταση της κρατικής δικαιοσύνης από την άτυπη ιδιωτική επίλυση διαφορών, η οποία εμφανίζεται από, τους νεοφιλελεύθερους, λαϊκιστικό τω Ι τρόπω, ως φθηνότερη, «αυτοδιαχειριστική», αντισταθμίζουσα τη συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων κ.τ.λ.
Μετά από μια αναδρομή στις ρίζες του φιλελευθερισμού που δείχνει ότι οι σημερινοί θεωρητικοί αναπαράγουν πιστά τις κλασικές φιλελεύθερες θέσεις, ο συγγραφέας ασκεί κριτική στις προεκτεθείσες αντιλήψεις. Εκτός από επιμέρους αντιφάσεις των νεοφιλελεύθερων θέσεων (που οφείλονται στην προσπάθεια συμβιβασμού του μύθου μιας αρμονικά εξελισσόμενης κοινωνίας με τα φαινόμενα σύγκρουσης και βίας που αντανακλώνται στη νεοφιλελεύθερη απολογητική, σχετικοποιώντας την ειδυλλιακή εικόνα), τονίζεται, αφ' ενός, η ανιστορικότητα του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος προβάλλει στο ιστορικό παρελθόν τη μορφή των αστικών κοινωνιών με γενίκευση και διαστρέβλωση ιστορικών στοιχείων και, αφ' ετέρου, η σύνδεση του με αντιλήψεις περί του κράτους ως Υποκειμένου, οι οποίες παραβλέπουν το σχεσιακό χαρακτήρα του δικαίου και της κρατικής δραστηριότητας και, θα λέγαμε, κυμαίνονται διαρκώς μεταξύ βουλησιαρχίας (διάπλαση του κόσμου δια του δικαίου) και αντανάκλασης (αναγνώριση των κοινωνικά επιβληθέντων κανόνων).
Ο συγγραφέας διατυπώνει στη συνέχεια καίριες θέσεις για τη σχέση δικαίου πολιτικής (η μήτρα του τρόπου παραγωγής αποτελεί όριο αλλαγών του νομικού συστήματος, το δίκαιο δεν εκφράζει συμφέροντα αλλά αντικειμενικές σχέσεις που καθορίζουν τη μεταβλητότητα του, η σχέση δικαίου πολιτικής έχει χαρακτήρα επαλληλίας, οι «αναγκαίες» εξουσιαστικές σχέσεις δεν αντανακλώνται πλήρως στην επιλεκτική παγίωση κανόνων δικαίου). Με αυτή τη θεωρητική αφετηρία,
επισημαίνεται ο απολογητικός χαρακτήρας του νεοφιλελεύθερου αντικρατισμού: οι νεοφιλελεύθεροι αφ' ενός διεκδικούν την παντοδυναμία (αυθαιρεσία) του δικαστή (άρα αποτυγχάνουν στο διακηρυσσόμενο στόχο να δημιουργήσουν «αντίβαρα» στην κρατική αυθαιρεσία) και αφ' ετέρου προσφέρουν επιχειρήματα για την «ηθικότητα» της αγοράς και την ανεξέλεγκτη δράση των εκπροσώπων «ιδιωτικών» συμφερόντων. Η προώθηση τέτοιων αντιλήψεων από τους «φορείς» της κρατικής εξουσίας δείχνει in actu τις αντιφάσεις του νεοφιλελευθερισμού και το χαρακτήρα του ως συμπληρωματικής ιδεολογίας που ανασύρεται όταν χρησιμεύει και λησμονιέται όταν η απορρύθμιση αντενδείκνυται πολιτικά.
Η μέθοδος έκθεσης που επέλεξε ο Δ. Σαραφιανός επιτρέπει στον αναγνώστη να διαβάσει «αυτόνομα» τα δύο κύρια μέρη της μελέτης. Το πρώτο μέρος μπορεί να χρησιμεύσει ως πηγή πληροφοριών και οδηγός μελέτης των νεοφιλελεύθερων και να επιτρέψει τη διατύπωση προσωπικής κριτικής στις επιμέρους θέσεις τους που ο Δ. Σαραφιανός εκθέτει χωρίς σχολιασμό, αλλά με πληρότητα που δεν συναντάται ως τώρα στη σχετική ελληνική βιβλιογραφία. Το δεύτερο μέρος μπορεί να θεωρηθεί ως επεξεργασία μαρξιστικών. θέσεων για το δίκαιο, ενώ η κριτική στους νεοφιλελεύθερους χρησιμεύει ως αντίστιξη, που καθιστά σαφέστερους τους στόχους και το περιεχόμενο της μαρξιστικής παρέμβασης. Στο τμήμα αυτό διακρίνεται ωστόσο ένα «έλλειμμα» θεμελίωσης και συστηματικότητας των αναλύσεων ενώ αρκετές έννοιες εισάγονται χωρίς τις αναγκαίες διασαφήσεις (π.χ. ο αυταρχικός κρατισμός). Δεδομένου ότι η μαρξιστική θεωρία του
κράτους είναι πλέον οτιδήποτε άλλο εκτός από «αυτονόητη», θα ήταν ίσως σκόπιμο να υπάρξει πληρέστερη σύνδεση με τις πηγές της και να υποδειχθούν οι μελέτες που αναλύουν τα στοιχεία της. Ορισμένες αμφίβολης ορθότητας απόψεις (όπως η αναφορά στην ενίσχυση «μονοπωλιακών μερίδων» με τον ελεύθερο ανταγωνισμό και η συσχέτιση της με την ενίσχυση του εκτελεστικού) οφείλονται ίσως στην παράλειψη αυτή - που βέβαια δεν μειώνει τη σημασία της μελέτης και των θέσεων που προτείνονται για τη σχέση δικαίου - οικονομίας - πολιτικής.
Η μελέτη του Τ. Βιβάλη για τη νεοφιλελεύθερη θεωρία περί των πηγών του δικαίου αναλύει ένα καίριο στοιχείο της όλης προβληματικής: πρόκειται για τον «εξωσυστηματικό» χαρακτήρα του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος δεν αποδέχεται το σύστημα της νομικής δογματικής, τοποθετούμενος εξ ορισμού στο περιθώριο των νομικών θεωριών. Αυτό δεν εμποδίζει την πολιτική χρήση του για απονομικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων με βάση τη συναίνεση των «ελεύθερων ατόμων» και για κατά βούληση ερμηνεία του δικαίου. Αναλύοντας τις νεοφιλελεύθερες θέσεις για τους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς, για τον αποδιδόμενο στο κράτος ρόλο επιβολής της «αυθόρμητης» τάξης και για την εισδοχή της μη κρατικής ρύθμισης σε κλάδους του δικαίου, η μελέτη δείχνει ότι τέτοιες επιδιώξεις «απονομικοποίησης» είναι μεθοδολογικά ασύμβατες με το νομικό σύστημα. Στην επισήμανση αυτή, ο Τ. Βιβάλης προσθέτει έναν δεύτερο, πολιτικό άξονα κριτικής: αναλύει τους κινδύνους από την άρση της ασφάλειας δικαίου και δείχνει ότι ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί μια μορφή κρατισμού, διότι πραγματικό αντικείμενο των επιθέσεων του δεν είναι το κράτος - το οποίο γίνεται αποδεκτό ως «διαιτητής» με ευρέα περιθώρια παρέμβασης -, αλλά η δημοκρατική αρχή: στο νεοφιλελεύθερο σύμπαν, η διαδικασία νομοθέτησης δεν διαμεσολαβείται από την αντιπροσωπευτική (έστω) δημοκρατία αλλά από το νόμο της ισχυρότερης «ομάδας πίεσης», θυμίζοντας μας την πάλαι ποτέ τιμηματική ψήφο που διαβάθμιζε (και) την τυπική δυνατότητα καθορισμού της πολιτικής με κριτήριο την περιουσιακή κατάσταση.
Η κριτική μπορεί να συνοψισθεί στο ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι μια πολιτικά συντηρητική θεωρία που επιδιώκει να εγκαταστήσει την «αρχή του ισχυρότερου» στο κέντρο του νομικού συστήματος, το οποίο λειτουργεί παραδοσιακά με βάση σαφείς και γενικούς κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς. Η προσπάθεια των νεοφιλελεύθερων να εμφανίσουν ως νομικό Λόγο μια μάλλον ρεαλιστική διάγνωση της λειτουργίας των ταξικών κοινωνιών (το νόμο της ζούγκλας) έχει μικρές πιθανότητες επικράτησης διότι διαλύει τα θεμέλια της ιδεολογίας περί ελεύθερων και ίσων ατόμων, αντικαθιστώντας το κράτος δικαίου από τους γυμνούς μηχανισμούς της «αγοράς αδίκου».
Το καίριο ερώτημα είναι εάν το νεοφιλελεύθερο σχήμα μπορεί να βρει εφαρμογή στα πλαίσια του ισχύοντος δικαίου, οδηγώντας σε αλλαγή των μεθόδων απονομής δικαιοσύνης και αοριστοποίηση των κανόνων δικαίου. Εδώ] φαίνεται αναγκαία, πρώτον, η κριτική! των μεθόδων ερμηνείας που διεκδικούν! την «προκατανόηση» ή τον «συγκαθορισμό» των κανόνων δικαίου και, δεύτερον, η κριτική των θέσεων γιο «ελεύθερη» διάπλαση του δικαίου, oil οποίες επικαλούνται συγκεκριμένα παραδείγματα «αόριστων εννοιών» ή νομολογιακών αρχών. Μια τέτοια έρευνα θα διευκρινίσει εάν υπάρχει αλλαγή παραδείγματος στη δικαστική και ερμηνευτική πρακτική και, περαιτέρω, εάν κάτι τέτοιο συμβιβάζεται με τη δομή του ισχύοντος δικαίου.
Θα υποστηρίξουμε - με την επιφύλαξη περαιτέρω αναλύσεων - ότι στη νομική πραγματικότητα ανταποκρίνεται η επιλογή του νομικού πολιτικού πραγματισμού (αφ' ενός συστηματική ερμηνεία του δικαίου με πολιτική γνώση των συνεπειών και των ορίων του και αφ' ετέρου ανάλυση της ιδεολογικής υφής και της πολιτικής «προκατάληψης» του δικαίου κατόπιν της συστηματικής ερμηνείας). Η επιλογή αυτή προβάλλει τον εγγυητισμό ως διεκδίκηση εφαρμογής (ασφάλεια δικαίου) και όχι, όπως στο παρελθόν, ως μέσο ερμηνευτικής μεταβολής. Μπορεί δε να βασισθεί στη θέση ότι το δίκαιο περιβάλλει κανονιστικά το σύνολο της εκάστοτε νόμιμης πολιτικής, αλλά δεν αποτελεί όριο της πολιτικής. Μια τέτοια επιλογή συνδυάζει τις εγγυήσεις της ασφάλειας δικαίου με την πραγματιστική αποδοχή της υφής του (οι πολιτικές επιδιώξεις του ερμηνευτή αποτελούν αίτημα μεταβολής των ισχυόντων κανόνων και όχι πρόσχημα ερμηνευτικής ρευστοποίησης τους). Μια τέτοια επιλογή είναι, άλλωστε, προοδευτικότερη από τις υποστηριζόμενες και στα «αριστερά» αντιλήψεις περί ρευστής ερμηνείας και «ουσιαστικοποίησης» του κράτους δικαίου, οι οποίες συνδέονται ανομολόγητα με το νεοφιλελευθερισμό.
Στο πλαίσιο αυτό, θα ήταν αναγκαίο να διευκρινισθεί εάν το νεοφιλελεύθερο αίτημα που ο Τ. Βιβάλης ονομάζει «μήτρες μη κρατικού δικαίου» εκφεύγει των ορίων του δικαίου. Επ' αυτού διαπιστώνεται διάσταση απόψεων μεταξύ του συγγραφέα - που θεωρεί ότι το μη κρατικό δίκαιο είναι ασυμβίβαστο με τη σημερινή έννομη τάξη - και του Αρ. Μάνεση, ο οποίος στον πρόλογο του θεωρεί την απονομικοποίηση ως εν μέρει πραγματοποιηθείσα. Εντονότερη είναι βέβαια η διάσταση με τις τοποθετήσεις άλλων συλλογικών εργασιών (π.χ. μερικές μελέτες σε Κ. Σταμάτη (επιμ.), Όψεις του κράτους δικαίου), όπου η απονομικοποίηση θεωρείται όχι μόνο δυνατή αλλά και ευκταία ως «μεταλλαγή της μεθοδολογίας του δικαίου». Η μελέτη του Τ. Βιβάλη έχει το πλεονέκτημα ότι εντοπίζει τα μεθοδολογικά προβλήματα, συνδέοντας την προβληματική της ρευστοποίησης του δικαίου με την πολιτική θεωρία του νεοφιλελευθερισμού. Ο μελλοντικός διάλογος αποκτά μια σταθερή αφετηρία - και η μαρξιστική οπτική που στηρίζει την τοποθέτηση του συγγραφέα δεν είναι ανεξάρτητη της συνεισφοράς του.
Το κείμενο του Α. Τάκη για τη σχέση του νεοφιλελευθερισμού με την απονομή του δικαίου προσφέρει μια ασυνήθιστη σε νομικές μελέτες «απόλαυση της ανάγνωσης» και διευρύνει τον ορίζοντα της κριτικής. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται με καθαρότητα η κλασική αντίληψη για τη λαϊκή κυριαρχία και την - αιτιακά συνδεόμενη μαζί της - παντοδυναμία του νομοθέτη (πληρότητα των «δηλώσεων βούλησης» του μέσω κανόνων που έχουν αξίωση καθολικής εφαρμογής σε ένα χώρο που διαπλάθουν με τις προσταγές τους). Κατά την αντίληψη αυτή, ο δικαστής αποτελεί το «στόμα του νόμου»: διεκπεραιώνει εφαρμόζων και δεν αποφασίζει διαπλάθων.
Ως αμφισβήτηση της κλασικής αντίληψης εμφανίζονται οι αντιφορμαλιστικές τάσεις που προβάλλουν την κεντρικότητα της δικαστικής λειτουργίας στο σύστημα του «ελευθέρου δικαίου». Ο Α. Τάκης δείχνει ότι δεν διαφοροποιούνται ριζικά από την κλασική ιεράρχηση νόμου δικαστή: η αλλαγή κέντρου βάρους πραγματοποιείται στο επίπεδο του «εργαλειακού Λόγου» που έχει ως αίτημα τη «διάπλαση» των κοινωνικών σχέσεων από ένα βουλητικό όργανο «κοινωνικής μηχανικής», το οποίο τοποθετείται έξω από την επίδικη σχέση (και - συμπληρώνουμε - εξακολουθεί να εμφανίζεται ως υπεράνω των αντικειμενικών καταναγκασμών μιας ταξικής κοινωνίας). Η παρατήρηση περί θεμελιώδους ενότητας των δύο κατευθύνσεων είναι ορθή αν διευκρινισθεί ότι η αναγόρευση του δικαστή σε όργανο διάπλασης των κανόνων δικαίου αναιρεί το δημοκρατικό κεκτημένο της κλασικής αντίληψης με την εκτός δημοκρατικού ελέγχου ρευστοποίηση του νομικού επιπέδου από μη εκλεγμένα (και πάντως πολιτικά «ανεύθυνα») όργανα: η κατά περίπτωση απόφαση ενέχει λογικά μεγαλύτερους κινδύνους αυθαιρεσίας από το γενικό κανόνα που εφαρμόζεται πιστά. Ή, ακριβέστερα, η αντιφορμαλιστική κατασκευή ελαφρύνει το βάρος νομιμοποίησης μιας ταξικής απόφασης ως καθολικά αναγκαίας.
Η νεοφιλελεύθερη θεωρία αποκλίνει από τη διαφωτιστική κατεύθυνση: αμφισβητεί την απαίτηση (και δυνατότητα) του «υποκειμένου» να «διασκευάσει» την πραγματικότητα (άρα απορρίπτει το σχήμα του κυρίαρχου δικαστή ή νομοθέτη) και επικρίνει τις «ολοκληρωτικές» τάσεις κάθε κυριαρχίας, συμβουλεύοντας να αφεθούμε στην «αυθόρμητη τάξη» των ατόμων που «διαισθητικά» υπακούουν σε πρακτικούς και ασαφείς κανόνες για το καλό εαυτών και αλλήλων. «Βοηθοί» στη διάγνωση των κανόνων είναι οι νομικοί που αίρουν τις «δυσλειτουργίες» με την εφαρμογή της λύσης που κρίνουν ως προσφορότερη. Όπως με λεπτή ειρωνεία γράφει ο Α. Τάκης, «αν ένας κανόνας... αποδειχθεί σε ορισμένες περιστάσεις δυσλειτουργικός ως προς τη διασφάλιση της τάξης, ο δικαστής θα αρνηθεί την εφαρμογή του και θα θέσει νέο κανόνα» (σ. 143). Ο δικαστής αναγορεύεται σε «εξαιρετική προσωπικότητα που διαθέτει... την ενορατική βεβαιότητα για την αξία του Όλου» (σ. 145). Κάτι σαν τους ανώτατους κατηγόρους και δικαστές της σημερινής Ελλάδας... Η κριτική του Α. Τάκη επισημαίνει ότι η νεοφιλελεύθερη «κανονικότητα χωρίς υποκείμενο» παραπέμπει σε μυστικιστικές προλήψεις περί φυσικής αρμονίας και παρεμβάσεων που μαγικά αποκαθιστούν την απόλυτη τάξη. Το κύριο είναι όμως ότι ο νεοφιλελευθερισμός υιοθετεί τα πάγια στοιχεία της αστικής φιλοσοφίας: ο κριτικός αναγνώστης διαβλέπει στη νεοφιλελεύθερη απολογητική το αξίωμα περί κανονικότητας του κοινωνικού Είναι, το οποίο εμφανίζεται ως συνεκτικό Όλο και εκφράζει το κοινό συμφέρον (εδώ βέβαια όχι κατόπιν κατασκευής αλλά με την ανορθολογική πίστη σε μια φυσική κανονικότητα). Κι ακόμη, δεν απουσιάζει το κοινωνικό συμβόλαιο (ως κοινή γνώμη) ή ο κυρίαρχος, «πίσω από τη μάσκα του δικαστή» (σ. 147). Οι νεοφιλελεύθεροι καινοτομούν μόνο ως προς το συντηρητισμό: η δικαστική παντοδυναμία και ο ανταγωνισμός των ατομικών «δικαίων» συγκροτούν μια αυταρχική θεωρία που λειτουργεί, σε αντίθεση με τις εξαγγελίες της, ως ολοκληρωτική. Η δημοκρατική διάσταση ελέγχου της κυριαρχίας και τα «αντίβαρα» του κλασικού φιλελευθερισμού απουσιάζουν από τη «Μεγάλη Κοινωνία». Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι αν υποτεθεί η ύπαρξη «απόλυτης τάξης» και αναλογισθούμε ταυτόχρονα τον ταξικό κατακερματισμό των πραγματικών κοινωνιών, η ενότητα εξασφαλίζεται μόνο με την καταστολή των «διαφορών» και την επικράτηση του κυρίαρχου μέσω του δικαστή που αποφασίζει σε χώρο άβατο για τη δημοκρατία: ο δικαστής επιβάλλει «την άρνηση της διαφοράς και την εγγύηση της συνέχειας μιας αδιαμεσολάβητης κοινωνικής κυριαρχίας» (σ. 149).
Ο Α. Τάκης επικαλείται τη μαρξιστική ανάλυση για την επαναστατικοποίηση της διαδικασίας παραγωγής και τη «νεωτερικότητα ως υποστήριγμα των σχέσεων εξουσίας» (σ. 150) για να υποστηρίξει ότι οι ιλλιγιώδεις αλλαγές μπορούν να βρουν το φορέα επιβολής τους στον παντοδύναμο δικαστή και όχι στη σχετική ακινησία του γραπτού δικαίου. Στο σημείο αυτό διαβλέπει την «υπεροχή» του νεοφιλελευθερισμού για την «απολογία και διαιώνιση της κοινωνικής κυριαρχίας» (σ.151). θα μοιραζόμασταν την ανησυχία του για επικράτηση του δικαστικού μοντέλου αν δεν υπήρχαν δύο στοιχεία που μειώνουν τον κίνδυνο: α) ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί μια απολογητικά ενδεή θεωρία που δεν διαθέτει τα νομιμοποιητικά πλεονεκτήματα του κράτους δικαίου, διότι ο κυνισμός του καθιστά διαφανέστερη τη λειτουργία των ταξικών κοινωνιών που το δίκαιο αποκρύπτει (πρβλ. την παρατήρηση του Α. Τάκη για το «πάθος ομολογίας» των νεοφιλελεύθερων - σημ.69) και β) η αναγκαία στην καπιταλιστική συσσώρευση ασφάλεια δικαίου δεν μπορεί να επιτευχθεί με «διαισθητικές» ρυθμίσεις (που ενέχουν τον κίνδυνο αντισυστημικής αυθαιρεσίας) και πάντως οι δικαστές δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως συνεκτικό σώμα που επιδεικνύει την απαραίτητη δουλικότητα (ενώ η επιβολή της ευκαμψίας αυτής θα τους μετέτρεπε σε αμοιβόμενους από το ιδιωτικό κεφάλαιο ρυθμιστές των δημόσιων σχέσεων, αναιρώντας το ρόλο τους πριν τους καταστήσει χρήσιμους).
Η μαρξιστική προσέγγιση δείχνει ότι ο Οργουελ ήταν ένας καλός μυθιστοριογράφος που αγνοούσε την ταξική πάλη. Γι αυτό θεωρούμε υπερβολικό το φόβο για «εμφύτευση ενός πολυκερματισμένου Λεβιάθαν στους μύχιους ιστούς της Μεγάλης Κοινωνίας» (σ. 152). Παραμένει το σημαντικότερο: η κατάδειξη της «συνέχειας στη διαφορά» που συνιστά ο νεοφιλελευθερισμός μέσα από μια γενεαλογία της (αστικής) φιλοσοφίας που σκιαγραφείται με γνώση και ευρηματικότητα.
Παρουσιάζουμε τελευταία τη μελέτη του Φ. Βασιλόγιαννη για την κρίση του νόμου και το νεοφιλελευθερισμό, διότι το κείμενο του συνδέει την οξυδερκή κριτική στο νεοφιλελευθερισμό με το γενικό πρόγραμμα προώθησης της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους που, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, έχει τεθεί πολιτικά και θεωρητικά σε κίνδυνο, στερούμενο των «φυσικών» φορέων του2.
Για να ερμηνεύσει την κρίση του νόμου ως ανασφάλεια δικαίου και συρρίκνωση της ρυθμιστικής ισχύος του νόμου (άρση γενικότητας και αφαιρετικότητας), ο συγγραφέας πραγματοποιεί εκτενή αναφορά στα χαρακτηριστικά του «Νόμου», ο οποίος «αντιστοιχεί» στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αποτελώντας ένα ιστορικά νέο φαινόμενο. Με βάση προηγούμενες μαρξιστικές αναλύσεις επισημαίνεται ότι ο γενικός και αφηρημένος χαρακτήρας του νόμου αντιστοιχεί α) στο χωρισμό των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής και τη συνακόλουθη ανάγκη «εξατομίκευσης» με την εμφάνιση της σχέσης εκμετάλλευσης ως σχέσης ανταλλαγής μεταξύ νομικά αδιαφοροποίητων και ίσων «υποκειμένων», β) στην έμμεση παρουσία της βίας στις αστικές κοινωνίες (αποσύνδεση του καταναγκασμού από την παραγωγή και άσκηση του από το κράτος με τον κώδικα του νόμου που αυτονομείται σχετικά από το οικονομικό επίπεδο), γ) στην ανάγκη ορθολογικής πρόβλεψης των συνθηκών συσσώρευσης που επιβάλλει την παγίωση τους στον σχετικά αναλλοίωτο «Νόμο» και, δ) στην ιδεολογική εικόνα συγκρότησης της κοινωνίας από άτομα που θεσπίζουν δια του δημοκρατικά εκλεγόμενου κοινοβουλίου το «Νόμο» ως κανόνα που είναι παντοδύναμος διότι θεσπίζεται από «όλους» και ισχύει καθολικά (αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε διπλό πλεονέκτημα (ιδεολογικής) γενικότητας της διαδικασίας και του αποτελέσματος της χάρη στο μεταλλακτήριο των ατομικών βουλήσεων που αποκαλείται κοινοβούλιο). Ο αστικός νόμος εγκαλεί τα ταξικά προσδιορισμένα άτομα ως υποκείμενα μονάδες του είδους Ανθρωπος.
Στη συνέχεια παρουσιάζεται η διαδικασία προσαρμογής του Νόμου σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό. Η κοινωνική ιστορία επηρεάζει τον τρόπο εφαρμογής του από την κρατική εξουσία και η κρατική δράση προσαρμόζεται στον εκάστοτε συσχετισμό. Είναι, συνεπώς, ενδεχόμενο να επέλθει «υποβάθμιση» του νόμου και της νομικής ιδεολογίας προς όφελος μορφών «ουσιαστικής» νομιμοποίησης που θέτουν σε πρώτο πλάνο την ανάγκη ρύθμισης (και πρόληψης) γεγονότων από κρατικά όργανα. Η κρατική δράση αποσυνδέεται, με ποικίλους τροπισμούς, από το «Νόμο», χωρίς όμως να αμφισβητείται η αναγκαιότητα του και η επιταγή «αντιπροσωπευτικότητας». Ο συγγραφέας αναλύει τη σημερινή κρίση της δημοκρατίας που ευνοεί την αυτόνομη διοικητική και δικαστική δράση εις βάρος της γενικής και αφηρημένης ρύθμισης. Η ανάλυση βασίζεται στην έννοια του αυταρχικού κρατισμού που επεξεργάσθηκε ο Ν. Πουλαντζάς επικαλούμενος την αύξηση του κρατικού αυταρχισμού και την πολυειδή παρέμβαση του κράτους στη διαδικασία κεφαλαιακής συσσώρευσης. Ανεξάρτητα από τις αντιρρήσεις για την στρατηγική σε συνθήκες αυταρχικού κρατισμού που πρότεινε ο Πουλαντζάς, η αναφορά στην έννοια αυτή είναι προβληματική διότι, πρώτον, υποδηλώνει ότι η «ανταγωνιστική» οικονομία δεν είναι αυταρχική, δεύτερον, συνδέει την κρατική παρέμβαση με τις θεωρίες περί μονοπωλιακού καπιταλισμού και, τρίτον, επικαλείται εμπειρικά στοιχεία που είναι ανεπαρκή για τη θεμελίωση μιας ποιοτικής μεταλλαγής του ρόλου των κρατικών μηχανισμών και για υποστήριξη της άποψης ότι υπάρχει - παράλληλα με τον κατασταλτικό και τον ιδεολογικό - ένας οικονομικός κρατικός μηχανισμός (που κατά τον Πουλαντζά της ευρωκομμουνιστικής περιόδου θα «κατακτηθεί» τελευταίος). Παρά ταύτα, η διαυγής τοποθέτηση του Φ. Βασιλόγιαννη παρέχει βάση συζήτησης για τις αντικειμενικές σχέσεις που «παράγουν» τις τάσεις της νομικής ερμηνείας για ρευστοποίηση του δικαίου. Οι αναλύσεις του υποδεικνύουν ότι οι θεωρητικοί νεωτερισμοί δεν οφείλονται σε φιλοσοφικά και μεθοδολογικά «ευρήματα», αλλά ερμηνεύονται με βάση τάσεις εξέλιξης τον σημερινού καπιταλισμού.
Εξάλλου, η θεμελιωμένη αναφορά του συγγραφέα στα δομικά όρια της κρίσης και στη διατήρηση του προτύπου κυριαρχίας του τυπικού νόμου λόγω της αντιστοιχίας του με τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής (σ.38επ.) δεν βρίσκεται μόνο σε εύστοχη αντίθεση με τα συνήθως προβαλλόμενα «αποκαλυπτικά» σχήματα, αλλά αποτελεί και αναγκαία καταγγελία του ερμηνευτικού φαινομένου που αποκαλεί «προαντί(κατά)ληψη», υπενθυμίζοντας την ανάγκη επανόδου στην αυστηρότητα της «συστηματικής» νομικής ερμηνείας. Πρόκειται για υποστήριξη της άποψης περί νομικού πολιτικού πραγματισμού που προηγουμένως υπαινιχθήκαμε - και ο Φ. Βασιλόγιαννης έχει υποδειγματικά εφαρμόσει σε νομικές μελέτες του.
Η επεξεργασία στοιχείων της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους (ταξική πάλη, ενοποίηση της κυρίαρχης τάξης, (υπό)αντιπροσώπευση των λαϊκών τάξεων, λειτουργία του «κράτους πρόνοιας» ως ασταθούς συμβιβασμού που εγγυάται την ταξική κυριαρχία) επιτρέπει στο συγγραφέα να ορίσει την επικυριαρχία του (εν κρίσει) νόμου και να αναλύσει τα πολιτικά αποτελέσματα που έχει η νεοφιλελεύθερη αντικρατική ουτοπία ως ακαδημαϊκή θεωρία σε εφεδρεία. Η θεωρία αυτή μπορεί να ενεργοποιηθεί όταν η παρατεταμένη οικονομική κρίση επιβάλλει την πολιτική λιτότητας και συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους. Ο πολιτικός νεοφιλελευθερισμός εμφανίζεται στο απολογητικό προσκήνιο, προβάλλοντας την εκδοχή του για τα αίτια (και τα μέσα θεραπείας) της κρίσης: συνδέεται με μια συγκυριακή κρίση του νόμου, εναρμονίζεται με την τάση για «υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης» (σ.45) και συνδυάζεται με την επικράτηση ανορθολογικών ιδεολογιών. Επισημαίνοντας την ιδεολογική διαστροφή του νεοφιλελευθερισμού (περιγραφή του καπιταλισμού ως μορφής ιδιοκτησίας «που θεμελιώνεται πάνω στην προσωπική εργασία και όχι στην ιδιοποίηση αλλότριας εργασίας» - σ.47), ο συγγραφέας υποδεικνύει την απολογητική ρίζα του νεοφιλελευθερισμού και την ομοιότητα του με τις λοιπές αστικές ουτοπίες. Απέναντι τους προβάλλει η μαρξιστική προσέγγιση απαλλαγμένη από τον κρατισμό και κατανοούσα την ακριβή σημασία του νομικού επιπέδου. Οι αναλύσεις του Φ. Βασιλόγιαννη καταλήγουν σε δύο «συνθήματα»: «να αποκαταστήσουμε την μαρξιστική σκέψη... ως θεωρία τον μαρασμού τον (σοσιαλιστικού) κράτους, της εξάλειψης τον κράτους εν γενεί και τον νόμου κατά συνέπειαν!» (σ.48) και να εννοηθεί ορθά η εγγυητική σημασία του δικαίου που δεν μπορεί ωστόσο να υπερβεί τα όρια των αστικών εκμεταλλευτικών σχέσεων, θα λέγαμε, με άλλη διατύπωση, ότι οι (αστικές) νομικές εγγυήσεις είναι σημαντικές επειδή είναι λίγες αλλά και αξιόλογες επειδή είναι πάγιες, ως δομικά εντεταγμένες στην αστική τάξη πραγμάτων. Ο Φ. Βασιλόγιαννης συνοψίζει την «εμμένεια» αυτή (και την κριτική στη νεοφιλελεύθερη ουτοπία για εξάλειψη του νόμου εν μέσω του καπιταλισμού) τονίζοντας αυτό που οι περισσότεροι θέλουν να λησμονούν: «η εξάλειψη του Νόμου... και του κράτους εν γένει ή θα συντελεστεί στην αναπτυγμένη αταξική κοινωνία της αφθονίας ή δεν θα συμβεί ποτέ» (σς.49 50). Μια μελέτη που δεν απαιτεί τον έπαινο γιατί τον υπερβαίνει.
Αν εξαιρέσουμε το δυσδιάκριτο υποσύνολο των μαρξιστών νομικών, ο συνδυασμός της «ερμητικότητας» του μαρξισμού με τη «στριφνότητα» των νομικών αναλύσεων θα δυσχεράνει, ίσως, την προσέγγιση των παρουσιαζόμενων μελετών από τις δύο κατηγορίες αναγνωστών στις οποίες απευθύνονται. Εδώ βρίσκεται η σημασία του εκτενούς προλογικού σημειώματος του Αρ. Μάνεση, το οποίο συνοψίζει τα ερωτήματα, τις αναλύσεις και τα συμπεράσματα κάθε κειμένου, προσφέροντας στον αναγνώστη μια πολύτιμη δίοδο.
Στο δεύτερο μέρος της εισαγωγής του, ο Αρ. Μάνεσης προτείνει μια καίρια ανάλυση που καταδεικνύει το νεοφιλελεύθερο απολογητικό κύκλο (συνηγορία στην αυτονόμηση της ιδιωτικής εξουσίας, επιδίωξη άρσης των εγγυήσεων του κράτους δικαίου με θέσπιση μιας οπισθοδρομικής «ελαστικής νομιμότητας», συνδυασμός ανορθολογικών με τεχνοκρατικές αντιλήψεις που στηρίζουν το αίτημα για ανέλεγκτη δικαστική δράση, άρνηση του διαφορετικού με επίκληση της «αυθόρμητης τάξης» που τείνει στην καταστολή αντιστάσεων που γεννά η ταξική κοινωνία). Τοποθετούμενος στον αντίποδα τέτοιων αντιλήψεων, ο Αρ. Μάνεσης υπενθυμίζει ότι το αληθινό πρόβλημα δεν βρίσκεται (μόνο) στο «κακό» κράτος που καταγγέλλει ο νεοφιλελευθερισμός, αλλά στην εξουσία που συνέχει τις ταξικές κοινωνίες. Επισημαίνει έτσι τη διπλή ανάγκη να μην παραγνωρίζεται η εγγυητική λειτουργία του κράτους δικαίου, αλλά και να υπάρξει - ως ουσιαστικός όρος εξέλιξης - «εξωθεσμική αντιεξουσιαστική αγωνιστικότητα των αυτόνομων κοινωνικών κινημάτων και... προϊούσα λειτουργία της λεγόμενης δημοκρατίας της βάσης» (σ. 15).
Προσυπογράφοντας ανεπιφύλακτα, θα εκφράσουμε την απορία μας για τη θέση του Αρ. Μάνεση ότι ο «λενινιστικός μαρξισμός» υποτιμά τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται ως πολιτική στρατηγική. Πέρα από το αυτονόητο ότι ο Λένιν δεν μπορούσε να «εκμεταλλευθεί» τις εγγυήσεις αστυνομικής αυθαιρεσίας και κρατικής τρομοκρατίας του τσαρισμού - και το εξίσου αυτονόητο ότι κανείς, λενινιστής ή όχι, δεν παραλείπει να επωφεληθεί από τις εγγυήσεις που του παρέχονται και να διεκδικήσει αυτό που ρητά κατοχυρώνεται -, η καταδίκη του λενινισμού δεν φαίνεται εύλογη στο επίπεδο αυτό. Καίρια θέση του «λενινισμού» είναι η ανάγκη καταστροφής του αστικού κράτους παράλληλα με τη (βίαιη στο μέτρο που το επιβάλλει η αντίδραση των εκμεταλλευτών) διάλυση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και με το μαρασμό του νομικού συστήματος που τις εγγυάται. Εάν συμφωνεί κανείς με τα παραπάνω, το πρόβλημα των νομικών εγγυήσεων δεν τίθεται καν: πριν την επαναστατική διαδικασία η διεκδίκηση τους είναι δεδομένη, ενώ κατά τη μετάβαση στο σοσιαλισμό η τήρηση των δημοκρατικών διαδικασιών και η ουσιαστική κατοχύρωση των δικαιωμάτων του πολίτη αποτελούν ανάγκες που συνάγονται από το σκοπό της διαδικασίας μετάβασης και επιβεβαιώθηκαν, εκ του ιστορικού αντιθέτου, ως sine qua non προϋπόθεση κάθε απελευθερωτικής κίνησης. Μια τέτοια διεργασία κοινωνικής δημοκρατίας διαθέτει βέβαια ευρύτητα που θα οδηγήσει στην «έκρηξη» του αστικού δικαίου.
Εάν αμφισβητηθούν - όπως συνηθίζεται - οι παραπάνω θέσεις, τότε το πρόβλημα προσχηματικά μόνο εντοπίζεται στις εγγυήσεις του κράτους δικαίου και την τήρηση τους: αφορά κατ' ουσίαν τη μαρξιστική θεωρία και τις προϋποθέσεις ιστορικής αλλαγής που αυτή διαγιγνώσκει - τουλάχιστον για όσους δεν την αντιλαμβάνονται ως «ειρηνική σύνθεση των αντιθέτων» και ως αλλαγή του «παλιού καθεστώτος» με ευλαβική διαφύλαξη των προνομίων της φεουδαρχίας και σεβασμό του νομικού συστήματος της.
Και στις δύο περιπτώσεις όμως, ο «νομικός μηδενισμός» δεν αποτελεί το ουσιαστικό πρόβλημα (αντιθέτως πρόβλημα αποτελεί τόσο η προσκόλληση του σταλινισμού στην τήρηση της «σοσιαλιστικής νομιμότητας» και του δικαίου της όσο και ο πολιτικισμός ατομικισμός της «αριστερής» θεωρίας που σιωπά για το ουσιαστικό της αντικείμενο: τις παραγωγικές σχέσεις και την κοινωνική δημοκρατία). Το καίριο πρόβλημα τίθεται στο επίπεδο των κοινωνικών εξελίξεων που οδηγούν στο μαρασμό του αστικού κράτους και δικαίου ή, αντίθετα, συντηρούν το σύστημα υποταγής και εκμετάλλευσης... Χωρίς να παρέχεται εκ των προτέρων εγγύηση για τη διαδικασία μετάβασης και χωρίς να αποκλείονται οι ιστορικές επαναλήψεις, θα πρέπει - τουλάχιστον - να εντοπισθεί η πραγματική διάσταση των ζητημάτων πίσω από την αγαθή συνείδηση του εξελικτισμού.
Θα τελειώσουμε με μια επισήμανση: το μόρφωμα «μαρξιστική θεωρία του δικαίου» είχε πάντοτε μικρή απήχηση στην Ελλάδα3: περιορίσθηκε σε προσωπικές εξαιρέσεις, ενώ οι περισσότεροι από τους φορείς του είτε εγκατέλειψαν το νομικό πεδίο είτε, συνηθέστερα, άλλαξαν θεωρητικό στρατόπεδο στο εσωτερικό του. Αναμένεται, συνεπώς, ότι αρκετοί αναγνώστες του τόμου «Νεοφιλελευθερισμός και δίκαιο» θα απορήσουν (ή θα «αγανακτήσουν») διαπιστώνοντας ότι νομικοί της «νεότατης γενιάς» επιμένουν στη σημερινή συγκυρία να είναι μαρξιστές. Η επισήμανση εκφράζει εκ του αντιθέτου τις ελπίδες που παρέχουν οι μελέτες της συλλογής «Νεοφιλελευθερισμός και Δίκαιο».
Δημήτρης Δημούλης
1. Για την κριτική μιας αγοραίας εκδοχής του νεοφιλευθερισμού, βλ. θρ. Λεβαδίτη, Η αθλιότητα Ι της αθλιότητας. Η απολογητική θεωρία του Π. Παραρά, χαρακτηριστικό δείγμα τεκμηρίωσης των «νέων | ιδεών» της Δεξιάς, θέσεις, τ. 37, 1991.
2. Δεδομένου ότι αναφερόμαστε σε νομικά ζητήματα, ας μας επιτραπεί μια παρέκβαση: οι ακαδημαϊκές περιπέτειες των μαρξιστών διανοούμενων αποτελούν εμπειρικό υλικό για μια ιστορία του συνταγματικού δικαιώματος «ελεύθερης έκφρασης των στοχασμών» που θα έπρεπε να γραφεί με βάση την πρακτική των «αξιωματούχων της γνώσης». Μια ιστορία που θα ενσωματώνει την πολύμορφη επιβάρυνση όσων επιμένουν να υπερβούν το ακαδημαϊκό γνωστικό εμπόδιο, αναζητώντας και διαμορφώνοντας μια γνώση «κρυμμένη στο βυθό» (Foucault).
3. Η διαπίστωση δεν κινδυνεύει να διαψευσθεί αν ως μαρξιστές νομικούς χαρακτηρίσουμε όσους στήριξαν τη θεωρητική πρακτική τους στο μαρξισμό και όχι εκείνους που συνδυάζουν τον απόλυτο κομφορμισμό της θεωρητικής παραγωγής μ£ τη μεγαλόφωνη διεκδίκηση αριστερής ταυτότητας (και οι οποίοι κινήθηκαν ή κινούνται ως «προσωπικότητες» στα πλαίσια κομμάτων, κινημάτων ειρήνης, πολιτικών πρωτοβουλιών κοκ.). Το τελευταίο - σχιζοειδές - φαινόμενο επιδέχεται και μια πεζή ερμηνεία εάν αναλογισθούμε την κοινωνική λειτουργία των νομικών και της «επιστήμης» που διεκδικούν.