Καρλ Μαρξ, Εμπόρευμα και χρήμα.
(Πρώτο κεφάλαιο της α' γερμανικής έκδοσης του έργου «Το Κεφάλαιο. Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» (1867) με το παράρτημα «Η αξιακή μορφή»). Μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια Γιώργου Σταμάτη, εκδ. Κριτική, σειρά Κριτική Σκέψη, Αθήνα 1991, σ. 208.
Υπό τον τίτλο «Εμπόρευμα και χρήμα», ο Γ. Σταμάτης μετέφρασε και επιμελήθηκε την έκδοση τμήματος της α' εκδ. του «Κεφαλαίου» του Μαρξ. Η σύντομη αναφορά μας στον τόμο «Εμπόρευμα και χρήμα» επιδιώκει να επισημάνει την τριπλή - θεωρητική, πολιτική και μεταφραστική - σημασία της έκδοσης του.
Στον τόμο αυτό περιέχεται ο Πρόλογος και το πρώτο κεφάλαιο της α' γερμ. έκδοσης του «Das Kapital. Kritik der politischen Oekonomie. Erster Band» καθώς και το «Παράρτημα» που προσέθεσε in extremis o Μαρξ στην α' έκδοση του έργου του για να διασαφηνίσει το ζήτημα της αξιακής μορφής. Η μετάφραση των κειμένων αυτών στα ελληνικά πλουτίζει την «πρωτογενή» μαρξιστική βιβλιογραφία, παρέχοντας ταυτόχρονα στο αναγνωστικό κοινό ένα τμήμα της ιστορίας δημιουργίας του «Κεφαλαίου». Όπως σημειώνει ο Γ. Σταμάτης στην Εισαγωγή του, «δεν υπάρχει, απ' ό,τι γνωρίζουμε, καμιά εργασία που να πραγματεύεται τις διαφορές μεταξύ του μαρξικού τρόπου έκθεσης των περί αξίας στην πρώτη και στην δεύτερη έκδοση του τόμου Ι του Κεφαλαίου». Η παρούσα μετάφραση μπορεί, συνεπώς, να αποτελέσει την αφορμή για εργασίες που, ξεκινώντας από τις διαδοχικές επεξεργασίες και «εκθέσεις» της θεωρίας της αξίας στο μαρξικό έργο, θα διευκρινίζουν περαιτέρω τις επιστημονικές και φιλοσοφικές παραμέτρους του καίριου αυτού ζητήματος, στο οποίο έχει επικεντρωθεί σειρά αντιπαραθέσεων εντός και εκτός της μαρξιστικής θεωρίας.
Στο «πρώτο κεφάλαιο» περιλαμβάνονται τρία τμήματα: «Το εμπόρευμα», «Η διαδικασία ανταλλαγής των εμπορευμάτων» και «Το χρήμα ή η κυκλοφορία των εμπορευμάτων». Το πρώτο τμήμα εμφανίζεται με εντελώς διαφορετική μορφή στη δεύτερη έκδοση του Κεφαλαίου και η μετάφραση του από τον Γ. Σταμάτη (σ. 3784) προσθέτει στην ελληνική βιβλιογραφία ένα κείμενο του Μαρξ που είναι κατά τη μορφή και το περιεχόμενο «νέο» (και διεθνώς σχεδόν άγνωστο). Στο δεύτερο τμήμα («Η διαδικασία ανταλλαγής των εμπορευμάτων») (σ. 8495) εμφανίζονται μικρές μόνο διαφορές μεταξύ της πρώτης και των επόμενων εκδόσεων. Εν προκειμένω, η. μετάφραση του Γ.
Σταμάτη αποτελεί μέτρο σύγκρισης και εκτίμησης της ποιότητας των υπαρχουβών ελληνικών μεταφράσεων του «Κεφαλαίου». Πραγματοποιώντας αυτή τη σύγκριση, ο αναγνώστης διαπιστώνει τις υφολογικές ατέλειες και την προβληματικής ορθότητας απόδοση αρκετών σημείων στις παλιότερες μεταφράσεις1.
Το τρίτο τμήμα («Το χρήμα ή η κυκλοφορία των εμπορευμάτων») (σ. 96157) αποτελεί ένα «νέο» κείμενο διότι υπάρχουν αξιοσημείωτες διαφορές μεταξύ της πρώτης και των επόμενων εκδόσεων του «Κεφαλαίου» ως προς την έκταση και το περιεχόμενο, ιδίως στο μέρος Α που αναφέρεται στη λειτουργία του χρήματος ως μέτρου των αξιών. Το μεταφραστικό τμήμα του τόμου «Εμπόρευμα και Χρήμα» ολοκληρώνεται με το «Παράρτημα» στο κεφάλαιο 1,1 (σ. 175204) που περιλήφθηκε μόνο στην πρώτη έκδοση του «Κεφαλαίου» (1867) και δεν είχε μεταφρασθεί στα ελληνικά2, διότι όλες οι μεταφράσεις του έργου έγιναν από την δ' γερμανική έκδοση (1890). Το «Παράρτημα» θεωρήθηκε από τον Μαρξ ως «διδακτικό» και γράφηκε ως «εκλαΐκευση» της αξιακής μορφής. Η λιτότητα και η «λογική» ανάπτυξη των προσδιορισμών της αξιακής μορφής σε διαδοχικά βήματα, καθιστούν το κείμενο ιδιαίτερα σημαντικό. Η δε σύγκριση του με την αντίστοιχη «διαλεκτική» ανάπτυξη στο τμήμα «Το Εμπόρευμα» της α' έκδοσης - αλλά και με το κείμενο των επόμενων εκδόσεων του «Κεφαλαίου» που ενσωμάτωσαν το Παράρτημα - μπορεί να οδηγήσει σε πολύτιμα συμπεράσματα για τον τρόπο προσέγγισης από τον Μαρξ του ζητήματος της αξίας και τις συνέπειες της «ερωτοτροπίας» με εγελιανές εκφράσεις στο κεφάλαιο για την αξία.
Εξίσου σημαντική είναι η «παιδαγωγική» πλευρά της συγκριτικής μελέτης του «Παραρτήματος» με την αντίστοιχη ανάπτυξη στο κύριο τμήμα του «Κεφαλαίου», δεδομένου ότι οι αναπτύξεις για το «Εμπόρευμα και χρήμα» συνιστούν το πιο «δυσνόητο» τμήμα του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου», όπως ο ίδιος ο Μαρξ είχε προειδοποιήσει.
Η υφή του αντικειμένου και του τρόπου έρευνας του Μαρξ στο «Κεφάλαιο», δηλαδή η πρωτοτυπία, ο πλούτος αλλά και η πολυπλοκότητα των αναλύσεων του καθιστά αδύνατη - ή πάντως άσκοπη - την «περιληπτική» παρουσίαση τους, στα πλαίσια της σύντομης αναφοράς μας. Η μετάφραση του Γ. Σταμάτη δίνει μια ακόμη ευκαιρία για να μελετηθούν τα έργα του Μαρξ που, όπως δείχνει η παρελθούσα και παρούσα ελληνική παραγωγή, είναι κατ' όνομα μόνο γνωστά σε πολλούς από τους διεκδικούντες τον τίτλο του μαρξιστή ή του κριτικού της μαρξιστικής θεωρίας.
Όσον αφορά όμως τη γνώση του έργου του Μαρξ, η παρουσιαζόμενη έκδοση εμφανίζει πολλαπλή σημασία. Η σημασία της είναι εν πρώτοις «αρνητική», διότι καλύπτοντας ένα κενό στην «πρωτογενή» μαρξιστική βιβλιογραφία, επισημαίνει τις ελλείψεις που εξακολουθούν να υφίστανται: μεγάλο μέρος των έργων του Μαρξ παραμένει ανέκδοτο στα ελληνικά3 ενώ η ποιότητα της μετάφρασης μειζόνων οικονομικών, πολιτικών και φιλοσοφικών έργων του δεν είναι πάντοτε ικανοποιητική. Για την κάλυψη του κενού αυτού είναι σήμερα αναγκαία η υιοθέτηση μιας διπλής «στρατηγικής»: πρώτον, η μετάφραση των έργων του Μαρξ με χρονολογική σειρά - στο πρότυπο των γερμανικών εκδόσεων MEW και MEGA - και, δεύτερον, η έκδοση θεματικών συλλογών που θα παρουσιάζουν με πληρότητα τις αναλύσεις του Μαρξ σε επιμέρους «πεδία γνώσης».
Ο τόμος «Εμπόρευμα και Χρήμα» αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για το λόγο ότι συνδέεται χρονικά - αλλά και εκδοτικά, μια και οι εκδόσεις «Κριτική» έχουν αναλάβει ένα μέρος αυτής της προσπάθειας - με τις δημοσιευόμενες τα τελευταία χρόνια μεταφράσεις έργων του Μαρξ στα ελληνικά (βλ. την παρουσίαση της όλης προσπάθειας από τη Σύνταξη των θέσεων, τ.36, σ. 21επ.). Οι συμβολές στην κατεύθυνση αυτή έχουν προφανή σημασία και από «υλική» άποψη, αν ληφθεί υπόψη η προβληματική χρηματοδότηση των εκδόσεων αυτών και η παντελής «θεσμική απροθυμία» για τη δημιουργία των οργανωτικών δομών που θα επέτρεπαν την ταχεία και συλλογική υλοποίηση ενός τέτοιου μεταφραστικού προγράμματος.
Το γεγονός ότι «τα έργα του Μαρξ παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό άγνωστα και στους διανοούμενους της Αριστεράς, που επί δεκαετίες τρέφονταν με την κρατική ιδεολογία των χωρών του ανατολικού συνασπισμού» (θέσεις, τ.36, σ. 21) αποτελεί αναμφίβολα μια από τις αιτίες που καθόρισαν το επίπεδο μαρξιστικής ανάλυσης στη χώρα μας. Μια άλλη αιτία είναι η εγγενής δυσχέρεια των έργων και της «γλώσσας» που χρησιμοποιούσε ο Μαρξ. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να θεωρηθούν ως πρόσθετο «εμπόδιο» πρόσληψης του μαρξικού έργου οι μεταφράσεις που ανακριβώς «εκλαϊκεύουν» ή είναι ακατανότητες για τον αναγνώστη λόγω της ανεπάρκειας του μεταφραστή ή των αντίξοων συνθηκών μετάφρασης (διότι, βεβαίως, η ιστορία μετάφρασης του Μαρξ και διαμόρφωσης των ελλήνων μαρξιστών δεν μπορεί να διαχωρισθεί από τις συνθήκες διαβαθμισμένης καταστολής που κυριάρχησαν από τις αρχές εμφάνισης του κομμουνιστικού κινήματος)4.
Εδώ εντοπίζεται η σημασία της μεταφραστικής εργασίας του Γ. Σταμάτη και των - εισαγωγικών και συνοδευτικών - σχολίων του στο κείμενο του Μαρξ. Ο Γ. Σταμάτης προτάσσει της μετάφρασης μια ιδιαίτερα κατατοπιστική Εισαγωγή, στην οποία με ακρίβεια και πληρότητα σκιαγραφεί την εκδοτική και μεταφραστική ιστορία του «πρώτου κεφαλαίου», τους λόγους συγγραφής του «Παραρτήματος» στην α' έκδοση και το διάλογο των Μαρξ Ένγκελς για τον τρόπο έκθεσης της αξιακής μορφής. Η μελέτη της Εισαγωγής αυτής παρέχει πολύτιμες πληροφορίες και επιτρέπει στον αναγνώστη να εντάξει το μεταφραζόμενο κείμενο στην άμεση συγκυρία συγγραφής του, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα δρόμους μελέτης και συνδέσεις με τις λοιπές εργασίες του Μαρξ.
Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα σχόλια που παραθέτει ο Γ. Σταμάτης για το κείμενο του Μαρξ. Πρόκειται για έναν άγνωστο στις ελληνικές μεταφράσεις εκτενή σχολιασμό (σ. 3334, 158174, 205208), ο οποίος περιλαμβάνει διευκρινίσεις για πρόσωπα, έργα και έννοιες που αναφέρονται στο κείμενο του Μαρξ, παραπομπές σε παλιότερες μαρξικές εργασίες και, το σημαντικότερο, υποδεικνύει τη σύνδεση του κειμένου με τις φιλοσοφικές αφετηρίες διαμόρφωσης του. Οι πολλαπλές αναφορές του Γ. Σταμάτη σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής και της γερμανικής φιλοσοφικής παράδοσης και τα επεξηγηματικά του σχόλια δίνουν στον αναγνώστη ένα «γενεαλογικό» πανόραμα εννοιών που χρησιμοποιεί ο Μαρξ (π.χ. Bestimmtheit, Einheit, Reflexionsbestimmung, Realisierung), σκιαγραφώντας το πνευματικό «περιβάλλον» στο οποίο δημιουργήθηκε το μαρξικό εννοιολογικό πλαίσιο με τον επηρεασμό από έννοιες και παραστάσεις της φιλοσοφικής παράδοσης. Τα σχόλια αυτά διευκολύνουν τον αναγνώστη στο να ανασυγκροτήσει τη (μη ευθεία) γραμμή καταγωγής του «Κεφαλαίου» και δίνουν ερεθίσματα για συστηματική έρευνα του status των μαρξικών εννοιών και αναλύσεων.
Για να γίνει αντιληπτή η θεωρητική σημασία της κατεύθυνσης έρευνας που διανοίγουν τα σχόλια του Γ. Σταμάτη σχετικά με τις φιλοσοφικές πηγές του «Κεφαλαίου», αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι σε ανάλογη έρευνα των διαδοχικών επιρροών ρήξεων της μαρξικής σκέψης βασίσθηκε ο L. Althusser, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα της «επιστημολογικής τομής», αφού μελέτησε (αλλά υπαινικτικά μόνο έδειξε) τη φιλοσοφική πορεία του Μαρξ και τις, εγελιανές κυρίως, επιρροές που «επανέρχονται» σε ορισμένα σημεία του «ώριμου» μαρξικού έργου. Στην προοπτική αυτή, τα σχόλια του Γ. Σταμάτη επισημαίνουν στον αναγνώστη του «Κεφαλαίου» τη γενεαλογία εννοιών που χρησιμοποιεί ο Μαρξ και αποτελούν μια πολύτιμη πρώτη ύλη ανάλυσης.
Στη συμβολή του Γ. Σταμάτη για τον κριτικό σχολιασμό του κειμένου του Μαρξ προστίθεται η σημασία των μεταφραστικών επιλογών, οι οποίες χαρακτηρίζουν και τις προηγούμενες μεταφράσεις του (βλ. ιδίως Κ. Μαρξ, Για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, εκδ. Εξάντας 1990, εισαγωγή, μτφ., σχόλια Γ. Σταμάτη). Σε σύντομο εισαγωγικό σημείωμα, ο Γ. Σταμάτης αναφέρει: «προσπαθήσαμε να μεταφράσουμε όσο το δυνατόν πιστότερα. Όποιος βρει δυσκολίες κατά την ανάγνωση, θα τις είχε σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό και κατά την ανάγνωση του πρωτοτύπου» (σ. 21). Από την επισήμανση αυτή - αλλά και από την ανάγνωση του κειμένου - προκύπτει ότι η «πιστή» μετάφραση των κειμένων του Μαρξ, που δεν γίνεται φυσικά «κατά λέξη»5, είναι γόνιμη και ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά και τις μεταφραστικές απαιτήσεις των μαρξικών κειμένων.
Οι δυσχέρειες προσέγγισης και κατανόησης του κειμένου του Μαρξ μπορούν να αποδοθούν εκ πρώτης όψεως στον τρόπο μαρξικής γραφής που ο Ένγκελς είχε χαρακτηρίσει «συμπυκνωμένο γερμανικό ύφος». Αυτό το ιδιαίτερο ύφος - που αποδίδει άψογα ο Γ. Σταμάτης - δεν οφείλεται στην εκζήτηση ενός διδάκτορα φιλοσοφίας - παρότι, βέβαια, ο Μαρξ επεξεργαζόταν εξαντλητικά τα κείμενα του και απέδιδε ιδιαίτερη βαρύτητα στον τρόπο διατύπωσης, διαβλέποντας την ιστορική σημασία τους και το εκδοτικό και αναγνωστικό μέλλον που τους επιφυλασσόταν. Οι δυσχέρειες και το «ασυνήθιστο» ύφος καθορίζονται προπάντων από την ιδιαίτερη θεωρητική «θέση» των οικονομικών γραπτών του Μαρξ, στην οποία οφείλονται οι δυσκολίες μετάφρασης (αλλά και η περιπέτεια των Μαρξ Ένγκελς με τις διορθώσεις των μεταφράσεων του «Κεφαλαίου», καθώς ανακαλύπτουν ότι η μετάφραση του κειμένου αυτού δεν μπορεί να αρκείται στη μεταγλώττιση ούτε να επαφεθεί στην «απόδοση του νοήματος»). Όπως επισήμανε ο Ένγκελς, η δυσχέρεια της μετάφρασης προκύπτει από το ότι «ο Μαρξ χρησιμοποιεί ευχαρίστως εκφράσεις της καθημερινής ζωής και ιδιωματικές φράσεις, δημιουργεί νέες λέξεις, αντλεί παραδείγματα από όλους τους κλάδους της επιστήμης και υπαινιγμούς από τη λογοτεχνία μιας δωδεκάδας ευρωπαϊκών γλωσσών»6.
Με άλλη διατύπωση, οι «φιλολογικές» δυσχέρειες δημιουργούνται από το γεγονός ότι το εννοιολογικό πλαίσιο του Μαρξ είναι ασυμβίβαστο με την κοινή και την «κοινώς επιστημονική» γλώσσα της εποχής του και της δικής μας. Για να κατανοήσει ο αναγνώστης τις νέες έννοιες και την πυκνή κριτική που ο Μαρξ ασκεί στους προκατόχους τους, με έμμεση συνήθως αναφορά σε γεγονότα και στοιχεία του διανοητικού περιβάλλοντος του, οφείλει να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια, η οποία δημιουργεί την αυθόρμητη εντύπωση ότι ο Μαρξ γράφει «στριφνά». Στην πραγματικότητα όμως δύσβατος δεν είναι ο τρόπος έκφρασης, αλλά το «αντικείμενο», δηλαδή η ρήξη που συντελείται μέσα από τις αναλύσεις του Μαρξ, οι οποίες δεν «μοιάζουν» με τα όσα συνήθως διαβάζουμε.
Όσοι αναμένουν «ρευστή γλώσσα» και «καθαρότητα» στην έκφραση θα «απογοητευθούν» από την ανάγνωση της μετάφρασης του Γ. Σταμάτη που αποδίδει το ύφος, τις έννοιες και τις εκφράσεις του Μαρξ με την οφειλόμενη σε ένα τέτοιο μεταφραστικό έργο ακρίβεια. Χωρίς παραχωρήσεις στο πλέγμα της γραφειοκρατικής - «επικοινωνιακής»σχολικής γλώσσας που αναγορεύεται σήμερα σε «σωστά ελληνικά» και χωρίς υποχωρήσεις στο φαινόμενο συντακτικού παλιμπαιδισμού που ονομάζεται παραπλανητικά «γλώσσα του λαού μας», η μετάφραση του Γ. Σταμάτη εκφράζει την πολυπλοκότητα του μαρξικού κειμένου. Δεν διστάζει να δυσχεράνει τη σύνταξη όπου αυτό είναι αναγκαίο, να «αναμείξει» τα στυλ έκφρασης, ακολουθώντας την «ανομοιογένεια» του μαρξικού κειμένου και να δημιουργήσει νέους όρους και εκφράσεις, αντίστοιχες με τα «δυναμικά γερμανικά» (Ένγκελς) του Μαρξ.
Η μη υποχώρηση στον κομφορμισμό της κυρίαρχης «δημοτικής» - που με ανεξήγητη βδελυγμία απορρίπτει τη γενική πτώση, τις μετοχές, τα υπερβατά σχήματα και τα λοιπά «καθαρεύοντα» μέσα έκφρασης που εξασφαλίζουν γλωσσική ακρίβεια - συνιστά μια επιλογή μετάφρασης που ταιριάζει απόλυτα στα οικονομικά κείμενα του Μαρξ και «αντανακλά» την ιδιαίτερη θέση τους στο θεωρητικό χώρο: την ιδιομορφία της πολλαπλής ρήξης με το θεωρητικό παρελθόν και τη δημιουργικότητα, συμπεριλαμβανομένης και της γλωσσικής.
Πλεονέκτημα αυτής της μεταφραστικής επιλογής είναι και το ότι η ορολογική πρωτοτυπία - και η «ασυνήθιστη» για τα επιβληθέντα γλωσσικά ήθη σύνταξη - αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα για την ανάγνωση του κειμένου. Επισημαίνει στον αναγνώστη ότι «εισέρχεται» σε ένα διαφορετικό θεωρητικό περιβάλλον και του επιβάλλει
ιδιαίτερη προσοχή στη μελέτη των αναλύσεων του Μαρξ, ο οποίος απευθυνόταν ρητά σε «αναγνώστες οι οποίοι θέλουν να μάθουν κάτι νέο και επίσης να σκεφθούν και οι ίδιοι». Απαιτούσε δε μεταφραστές που να έχουν τις γνώσεις και τις εκφραστικές ικανότητες που διαπιστώνονται στην εν λόγω μετάφραση.
Η μεταφραστική επιλογή του Γ. Σταμάτη δεν είναι, βεβαίως, η μόνη δυνατή και, ενδεχομένως, σε πολιτικά κείμενα του Μαρξ - ιδίως δε σε εκείνα που γράφηκαν για το ευρύ κοινό - να είναι σκόπιμη η διαφοροποίηση από την ακριβή μαρξική διατύπωση, υπό την προϋπόθεση ότι η απόκλιση αυτή δεν θα χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για απλουστεύσεις και ως μέσο «παράκαμψης» των δυσχερειών. Σε κάθε περίπτωση, η μεταφραστική επιλογή του Γ. Σταμάτη αποτελεί - για την ακρίβεια αλλά και την άρτια εφαρμογή της - την εγκυρότερη πρόταση μετάφρασης των οικονομικών κειμένων του Μαρξ, με ανάδειξη της ιδιαιτερότητας τους: της θεωρητικής και πολιτικής σημασίας τους και της θέσης που καταλαμβάνουν ως κριτική της πολιτικής οικονομίας.
Ο έπαινος που οφείλεται στον Γ. Σταμάτη για την εξαιρετική - με την κυριολεκτική και αξιολογική έννοια του όρου - εργασία του ως επιμελητή και μεταφραστή, μπορεί να εκφρασθεί εδώ με δύο τρόπους: με την ανεπιφύλακτη σύσταση μελέτης του τόμου «Εμπόρευμα και Χρήμα» και με την προσδοκία ότι θα υπάρξουν μελλοντικά ανάλογου επιπέδου εκδόσεις για τα λοιπά γραπτά του Μαρξ.
Δημήτρης Δημούλης
1. Ενα παράδειγμα από το «δεύτερο τμήμα». Ο Γ. Σταμάτης μεταφράζει: «Παρατηρήσαμε πρωτύτερα, ότι η μορφή ισοδυνάμου ενός εμπορεύματος δεν εμπερικλείει τον ποσοτικό προσδιορισμό του αξιακού μεγέθους του» (σ. 94). Στην πιο πρόσφατη μετάφραση του «Κεφαλαίου» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978) ο Π. Μαυρομμάτης αποδίδει: «Προηγούμενα σημειώσαμε ότι η ισοδύναμη μορφή ενός εμπορεύματος δεν περικλείνει τον ποσοτικό χαρακτηρισμό τον μεγέθους τον» (σ. 105) (υπογρ. Δ.Δ).
2. Το «Παράρτημα» μεταφράσθηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά με εισαγωγή και σχόλια του Γ. Σταμάτη (Καρλ Μαρξ, Για την αξία, εκδ. Κριτική, 1989) (βλ. παρουσίαση της έκδοσης σε θέσεις, τ. 29, 1989). Η τωρινή (δεύτερη) έκδοση του «Παραρτήματος» - στην οποία έχουν προστεθεί ορισμένες διευκρινίσεις και διορθώθηκαν τα τυπογραφικά λάθη της πρώτης - παρέχει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να παραβάλει το κείμενο αυτό με την κυρίως διαπραγμάτευση της αξιακής μορφής στο «πρώτο κεφάλαιο».
3. Η ιστορική μελέτη του «σοβιετικού μαρξισμού» στην Ελλάδα δεν θα παραλείψει, πιστεύουμε, να απαντήσει στο ερώτημα γιατί. δεν κατέστη δυνατό να μεταφρασθούν με πληρότητα τα έργα του Μαρξ από τον επί δεκαετίες παραγωγικότατο εκδοτικό μηχανισμό του Κομμουνιστικού Κόμματος.
4. Το τελευταίο - και καθοριστικότερο - εμπόδιο δημιουργείται από τις κυρίαρχες ιδεολογικές συνθήκες. Ωστόσο, η πολλαπλώς «καλλιεργούμενη» άγνοια για το μαρξισμό και η διάχυτη «απέχθεια» για την ενασχόληση με μια κριτική σκέψη που συγκρούεται με τις κυρίαρχες αντιλήψεις δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά με επιμελημένες εκδόσεις και συστηματική κριτική εργασία.
5. Η εντύπωση της κατά λέξη μετάφρασης μπορεί να δημιουργηθεί στον αναγνώστη, ο οποίος ξενιζόμενος από τις διαφορές μεταξύ του κειμένου αυτού και των σημερινών γλωσσικών συμβάσεων, ενδέχεται να εκλάβει τις διαφορές ως «ατέλειες», οφειλόμενες σε κατά λέξη μεταφορά του γερμανικού πρωτοτύπου. Η συστηματική παραβολή του πρωτοτύπου με τη μετάφραση δείχνει ωστόσο τη δημιουργική εργασία του μεταφραστή που δεν ακολουθεί το «γράμμα» αλλά το γλωσσικό παράδειγμα του μαρξικού κειμένου.
6. F.Engels, Wie man Marx nicht uebersetzen soll, MEW, t.2l, σ. 229.