Ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου συνεδριάζει, ψηφίζει, επανιδρύεται, ενοποιείται, επαναπροσδιορίζεται... Ως γνωστόν, οι λέξεις δεν έχουν μόνο μία σημασία. Ενίοτε δεν έχουν και καμία σημασία. Εξάλλου, αν «εξουσία είναι η δυνατότητα να δίνεις ονόματα στα πράγματα», η θέληση και δυνατότητα να δίνεις στον ίδιο σου τον εαυτό διάφορα ονόματα, ως εξουσία, δεν είναι ούτε επίζηλη ούτε ακαταγώνιστη...
Όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές, δεν ήταν γνωστό τι απέγινε το συνεδριακό επανιδρυτικό εγχείρημα. Γνωρίζαμε, όμως: α) ολόκληρο τον πρότερο βίο του Συνασπισμού, από την στιγμή της ίδρυσης του, β) την πορεία και λήξη της «κάθαρσης», τόσο σε δικαστικό, όσο και σε πολιτικό επίπεδο, γ) την πρόταση Πάγκαλου για ενοποίηση ΠΑΣΟΚ Συνασπισμού, αλλά και την έκδηλη αγωνία στελεχών του δευτέρου να επιτευχθεί οποιασδήποτε μορφής συναναστροφή ή συνεργασία με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και δ) ορισμένες επεξεργασίες και εξελίξεις που σχετίζονται με τις απόπειρες του Συνασπισμού να αποκτήσει - δημοψηφιματιχώς, συνεδριακώς κ.λπ. - ένα καινούριο πρόσωπο (ας θυμηθούμε, όμως, την εισαγωγική αναφορά μας στην εξουσία ως ονοματοδοσία, για να μη προσφύγουμε σε παραλληλισμούς με γηραιές, εύπορες και ματαιόδοξες κυρίες...)
Ας ανασκοπήσουμε, τηλεγραφικώς, την προϊστορία του Συνασπισμού, θεωρώντας την, όμως - χάριν συντομίας - σε γενικές γραμμές γνωστή. (Βλ. Χρ. Τυροβούζη «Η πενιχρή πρόοδος μιας αμελητέας Αριστεράς», στις «θέσεις», τεύχος 37 1991). Παρατηρούμε, απλώς, ότι η αισιοδοξία ορισμένων πως η χρεοκοπία του κομμουνιστικού προστάγματος θα λειτουργούσε αυτομάτως σε όφελος μιας πλατειάς, ελαφρώς θολής, ευρωπαϊκής κ.λπ. Αριστεράς αποδείχθηκε ολότελα αβάσιμη. Φαίνεται πως το προηγούμενο της ΕΑΡ (άραγε την θυμάται κανείς;) αντί να λειτουργήσει ως παράδειγμα προς αποφυγήν, λειτούργησε ως παράδειγμα προς μίμησιν... Βέβαια, ο Συνασπισμός δεν είχε την προνοητικότητα ή πονηρία να αποφύγει την εκλογική καταγραφή, πράγμα που συνέτεινε στον μετριασμό της ευφορίας ή αισιοδοξίας των στελεχών του. Επιπλέον, η ίδια η οργανωτική λογική του (χαλαρή συνομοσπονδία φορέων και προσώπων με διαφορετικό πολιτικό στίγμα και διαφορετικές στοχεύσεις) και υπονόμευε εξ' αρχής τη δυνατότητα συνεκτικής και αποτελεσματικής δράσης, και απέκλειε την διαμόρφωση μιας μετακομμουνιστικής έστω, ευρωποκεντρικής, μετριοπαθούς κ.λπ., (αλλά πάντως οριοθετημένης και διακριτής) αριστερής φυσιογνωμονίας (πρβλ. συμμετοχή Πρωτοπαππά, Μυλωνά κ.ά.).
Η αποχώρηση του ΚΚΕ, διευκόλυνε αντικειμενικά την πορεία προς την «μετεξέλιξη» του Συνασπισμού σε ενιαίο κόμμα. Και την διευκόλυνε, όχι τόσο ιδεολογικά και πολιτικά - αφού η συμμετοχή του ΚΚΕ κάθε άλλο παρά είχε εμποδίσει συμπλεύσεις σε minimum βάση, κυβερνητικές συνεργασίες, προγραμματικό «εκσυγχρονισμό» κ.λπ. - όσο λειτουργικά - πρακτικά: λιγότερα κεντρικά στελέχη, λιγότεροι διεκδικητές εδρών και πόστων, συν η αποτίναξη του ενοχλητικού ιδεολογικοπολιτικού βάρους που συνοψίζει η φράση «κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού». Αλλά και στη διαδικασία ενοποίησης, τις φυγόκεντρες τάσεις και την απουσία συνοχής ή αποτελεσματικότητας δεν τις προξενούσαν οι διαφοροποιημένες ιδεολογικές και προγραμματικές προτάσεις, αλλά ορισμένες προτάσεις ή κινήσεις τακτικής, οι οποίες και αδιέξοδες αποδείχθηκαν, και το ενοποιητικό ανανεωτικό εγχείρημα δυναμίτισαν.
Είναι ευνόητο ότι αναφερόμαστε στο ιδιόρρυθμο φλερτ Συνασπισμού ΠΑΣΟΚ. Και το χαρακτηρίζουμε ιδιόρρυθμο, όχι μόνον γιατί έρωτες φτωχοκόριτσων για πλουσιόπαιδα μόνο σε παλιές ελληνικές ταινίες ευδοκιμούσαν, όχι μόνον γιατί ο συγκεκριμένος έρωτας είναι μυστικός ή μυστικοπαθής, αλλά και γιατί τοποθετείται υπεράνω και της αυτοσυντήρησης, ακόμη, του (ερωτευμένου) Συνασπισμού:
για ορισμένα στελέχη του φαίνεται να προέχει η εξασφάλιση κάποιας σύμπλευσης με το ΠΑΣΟΚ, έναντι της οικοδόμησης ενός ενιαίου και αναπροσδιορισμένου Συνασπισμού. Ας πούμε ευθέως τις σκέψεις μας: α) οι όροι υπό τους οποίους προβλέπεται να διεξαχθούν οι επόμενες εκλογές (κοινωνική δυσαρέσκεια από την σκληρή διαχείριση της ΝΔ και επάνοδος του ΠΑΣΟΚ στον ρόλο του λυτρωτή σοσιαλδημοκράτη) καθιστούν οριακή της αξία μιας συνεγγυήτριας Αριστεράς, β) οι παρασκηνιακές κινήσεις, διερευνητικού τακτικού χαρακτήρα, και τα υπονοούμενα (ερήμην, φυσικά, της κοινωνικής δυναμικής και της «λαϊκής βάσης») δεν συνιστούν στοιχείο μιας μετακομμουνιστικής ή «άλλης» ή «νέας» ή αριστερής αντίληψης, και γ) το ίδιο ισχύει και για την πρόταξη της «πολιτικής συμμαχιών», στα πλαίσια ενός «αριστερού» λειτουργισμούπραγματισμού, βασισμένου στην απόλυτη αυτονομία της (κεντρικής) πολιτικής βαθμίδας - ζήτημα που θα σχολιάσουμε και στην συνέχεια. Υπενθυμίζουμε, ακόμη, ότι η αισιοδοξία σχετικά με το ελπιδοφόρο του Συνασπισμού, κατά την πρώτη περίοδο της πολιτικής παρουσίας του, δεν εκκινούσε μόνον από το βολονταρισμό και την αυτοπροβολή του ίδιου, αλλά τροφοδοτήθηκε ποικιλοτρόπως από τα MME και άλλους φορείς ισχύος. Ο νέος αριστερός φορέας (συμπεριλαμβανομένων των παλαιοκομμουνιστών) αναγνωρίσθηκε, προσωρινά αλλά σε ευρεία κλίμακα, ως παράγοντας σταθερότητας, εκσυγχρονισμού, καθεστωτικής ομαλότητας κ.λπ. Προς στιγμήν, φάνηκε ότι ο Συνασπισμός θα μπορούσε να κρατήσει, και μακροπρόθεσμα, τον ρόλο του ασθενέστερου εταίρου, στα πλαίσια ενός ιδιότυπου τρικομματισμού. Επειδή, όμως, εξ' αρχής η παρουσία του συναρτήθηκε με κυμαινόμενους και ασταθείς παράγοντες, όπως η εκλογική αριθμητική και η αναγκαστική προσφυγή του αστισμού σε συναινετικά σενάρια, ο παραπάνω ρόλος του ήταν και παραμένει εξαρτημένος και περιστασιακός. Και, σήμερα, τίποτε δεν εγγυάται την επανεπιβεβαίωσή του, αν και δεν απουσιάζουν οι πρόθυμοι σεναριογράφοι (Ενδεικτικό το άρθρο του Σπύρου Λιναρδάτου, στο «Βήμα», της 15.3.1992).
Καλό θα ήταν, όμως, να εμβαθύνουμε κάπως στο ιδεολογικοπολιτικό στίγμα που όριζε η ονομασία «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου», αλλά και στην πολιτική ουσία της οργανικής ενοποίησης του χώρου αυτού. Μια τέτοια ανάλυση, βέβαια, δεν μπορεί να έχει, απλώς, δημοσιογραφικό περιγραφικό χαρακτήρα, αλλά συνδέεται με την - όχι και πολύ ελπιδοφόρα, σήμερα - προοπτική διαμόρφωσης μιας Αριστεράς πρωτίστως κοινωνικής και δυνάμει αντικαπιταλιστικής
Κατ' αρχήν, ο όρος «Αριστερά» είναι γενικός και αφηρημένος - για να μην προσφύγουμε σε εκδοχές πολιτικής γεωγραφίας που είναι γνωστές από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης: Αριστερά, σε ευρεία έννοια, μπορεί να ονομαστεί και το Εργατικό Κόμμα της Αγγλίας ή το ΠΑΣΟΚ ή κάποια πτέρυγα τέτοιων κομμάτων, για να μην επιχειρήσουμε αναδρομές στο Κόμμα Φιλελευθέρων ή στην Ένωση Κέντρου. Επίσης, σήμερα όλοι μιλάνε για «εξωκοινοβουλευτική Αριστερά», ενώ κάποτε οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ προβληματίζονταν περί μπολσεβίκων μενσεβίκων κ.λπ.
Ειδικότερα, ο όρος «Αριστερά» δεν αντιστοιχεί, συνήθως, σε τομές και διαιρέσεις του κοινωνικού χώρου, αλλά ανήκει στην «σημειολογία» του πολιτικού πεδίου, αντιμετωπιζόμενου, μάλιστα, ως απόλυτα διακριτού και αυτόνομου. Για τα αμιγώς αστικά κόμματα, «αριστερός» είναι και ο (επιφυλακτικός έναντι των αποκρατικοποιήσεων κ.λπ.) μετριοπαθής οπαδός του «κοινωνικού κράτους», ενώ στον πολιτικό λόγο των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων οι αναφορές στην «αριστερή» προοπτική καλύπτουν την ανάγκη οικοδόμησης σχέσεων εκπροσώπησης με το χώρο της μισθωτής εργασίας, συνυπάρχοντας με διαχειριστικές λογικές, εθνικιστικά ιδεολογήματα κ.λπ. Πρόσθετες ασάφειες δημιουργεί η αποσύνδεση των «αριστερών» από οτιδήποτε σχετίζεται με τον «ατυχήσαντα υπαρκτό σοσιαλισμό», ο οποίος όμως λειτουργούσε ως σαφής προσδιορισμός ορισμένης «αριστεροσύνης».
Υποστηρίζουμε, λοιπόν, ότι ο όρος «Αριστερά» αδυνατεί να χαράξει σαφείς οριοθετήσεις, αλλά και να εκφράσει θετικά ορισμένα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα. Ανήκει στα στερεότυπα της δημοσιογραφικής και παραπολιτικής φιλολογίας, δεν επαρκεί όμως, ως προσδιορισμός της αντικαπιταλιστικής πρότασης ή δυναμικής, ιδίως στα πλαίσια του νεοελληνικού ιστορικοκοινωνικού σχηματισμού και της συγκυρίας που διανύουμε. Πάντως, θα συνεχίσουμε την «σημειολογική» προσέγγιση μας στον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, και θα σχολιάσουμε και τα άλλα συστατικά του, φρονώντας ότι και το πεδίο των συμβόλων ή αυτοπροσδιορισμών είναι δηλωτικό της «ουσίας» των πολιτικών σχηματισμών.
Η σύζευξη, λοιπόν, «αριστεράς» και «προόδου», μαρτυρεί - εκτός των άλλων - δυσπιστία, ανασφάλεια και αίσθηση κενού, σε σχέση με την καταλληλότητα και επάρκεια του είναι ή γίγνεσθαι Αριστερά... Αντιπαρερχόμενοι, προσωρινά, το γεγονός ότι και ως «αριστερά» και ως «πρόοδος» νοούνταν αποκλειστικά φορείς και πρόσωπα του επαγγελματικού πολιτικού στερεώματος (και όχι δυνάμεις κοινωνικές, όπου πάντως θα ήταν δυσδιάκριτη η διαφοροποίηση αριστερών και φιλοπρόοδων) παρατηρούμε - και εμπειρικά - ότι η εν λόγω διατύπωση κάλυψε, απλώς, την συμπόρευση ΚΚΕ, ΕΑΡ και οποιουδήποτε άλλου είχε λόγους, στην συγκυρία της ίδρυσης του Συνασπισμού, να στοιχηματίσει περί την πολιτική (διάβαζε: εκλογική) επιβίωση του. Δηλαδή, κάλλιστα θα μπορούσε, αντί του Φίλια και του Πρωτοπαππά, να πολιτογραφηθούν ως «Πρόοδος» ο Ζίγδης, ο Τρίτσης ή ο Λεβέντης - ενδεχομένως, όμως, και κάποια παραφυάδα φυτοζωούσας εξωκοινοβουλευτικής οργάνωσης (αυτή, μάλλον θα κανοναρχούσε από το «αριστερό» αναλόγιο...). Κατά συνέπεια, όποιος ανήκε, γενικώς, στην Αριστερά (μαοϊκός, οπαδός του «υπαρκτού», αποκομμουνιστικοποιημένος εξανθρωπισμένος σοσιαλιστής, Πασοκογενής, σοσιαλδημοκράτης κ.λπ.), αλλά και όποιος φορέας ή πολιτικός άνδρας μπορούσε να επικαλείται την «πρόοδο» (μη δεξιός, κεντρώος, ανεξάρτητος, δυσαρεστημένος από τον «τριτοκοσμισμό» ή τις «κοινωνικοποιήσεις» του ΠΑΣΟΚ κ.λπ.) αποτελούσε δυνάμει συντελεστή του Συνασπισμού: επειδή, κατά βάθος, η ιδεολογία δεν είναι τσιμέντο, αλλά χυλός, και επειδή το οργανωτικό και εκλογικό προηγούνται του κοινωνικού και διεκδικητικού για την «άλλη» Αριστερά, με λίγη καλή θέληση, «χίλιοι καλοί χωράνε». Εκσυγχρονισμός των θεσμών, περισσότερο ήθος και καλύτερο ύφος, ιδιωτική πρωτοβουλία και ολίγον κράτος πιλότος, περισσότερος τηλεοπτικός χρόνος στα κόμματα... Ιδού το πρόγραμμα της «άλλης» Αριστεράς, εμπλουτισμένο και με ψήγματα «προόδου»
Βέβαια, οι ιδεολογικοπολιτικές συντεταγμένες του τέως ΣΥΝ είναι δυνατό να κριθούν καθεαυτές (ως προς την σχέση τους με την κυρίαρχη ιδεολογία, ως προς τα στοιχεία τομής ή συνέχειας σε σχέση με αυτήν, ως προς την δυνατότητα τους να πλαισιώσουν κινήματα, τάσεις και πρωτογενείς αμφισβητήσεις, ως προς την πρωτοτυπία τους έναντι της παλαιοκομμουνιστικής παράδοσης κ.λπ.), επίσης, όμως, είναι δυνατό να κριθούν και ως προς την συγκυριακή πολιτική λειτουργικότητα τους. Συγκεκριμένα, μπορούμε, έστω και αναδρομικώς, να αναρωτηθούμε κατά πόσο το προφίλ μιας Αριστεράς κριτικής έναντι του «υπαρκτού», ανοικτής στις «νέες ιδέες» (βλέπε άτεχνη σύζευξη σοσιαλδημοκρατίας και αποδοχής των «νόμων της αγοράς»), αυτοκριτικής σε θέματα εσωκομματικής δημοκρατίας κλ.π. προσδιόρισε - έστω και κατ' αντανάκλασιν - τα πολιτικά αποτελέσματα της αριστεροδεξιάς και της οικουμενικής συγκυβέρνησης...
Υπονοούμε ότι η προϋπόθεση της ύπαρξης οποιασδήποτε Αριστεράς (πλην της - αυτονόητης - στοίχισης της προς τις αμφισβητησιακές κοινωνικές ροπές ή πρακτικές) είναι η ικανότητα της να γεφυρώνει τις ιδεολογικές με τις πολιτικές πρακτικές συμβολές της. Και δεν αξιώνουμε, φυσικά, ολική και άμεση υλοποίηση του συνολικού προγράμματος κοινωνικοπολιτικής μεταβολής που (υποτίθεται ότι) προωθεί η Αριστερά, αλλά κάτι πιο «ρεαλιστικό» και αυτονόητο: για παράδειγμα, καλή η καταδίκη του «δογματισμού» κ.λπ., αλλά η υπόκλιση στην ιδιωτική ραδιοτηλεόραση δεν συνιστά «νέα» αριστερή αντίληψη, όπως η πρόταση για αγορά της ΑΓΕΤ από όμιλο ιδιωτικών ή κρατικών τραπεζών (και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις) δεν συνιστά αξιόπιστη αντιπρόταση ούτε έναντι της καπιταλιστικής διαχείρισης, ούτε έναντι της σοβιετικής εμπειρίας... Δεν νοείται, δηλαδή, αναντιστοιχία ιδεολογικών ή προγραμματικών στοχεύσεων και τακτικών επιλογών - διαφορετικά έχουμε ή ΐακτικισμό ή σύμπλευση με την τρέχουσα αστική διαχείριση ή και τα δύο...
Ας περιοριστούμε στα δύο παραδείγματα που μόλις αναφέραμε, για να εξηγήσουμε αυτό που εννοούμε: δεν αρκεί, ως άλλοθι, ότι η κρατική γραφειοκρατική διαχείριση των μέσων παραγωγής οδήγησε στην πείνα ή την αποτυχία. Η τοποθέτηση μας έναντι των υπαρκτών σχέσεων ιδιοκτησίας ιδιοποίησης στην σημερινή Ελλάδα δεν μπορεί να είναι και αρνητική κριτική (αποκάλυψη του εκμεταλλευτικού χαρακτήρα τους, ανάδειξη των σύγχρονων εκφάνσεων αυτών των σχεδίων, όπως η ανεργία, η απαξίωση της εργατικής δύναμης, το φασόν, η όξυνση που προκύπτει από την λογική και πρακτική των ιδιωτικοποιήσεων κ.ά.), και θετική εποικοδομητική, αλλά πρέπει να κινείται σε κατεύθυνση αντικαπιταλιστική, με άξονα τον έλεγχο του άμεσου παραγωγού επί των μέσων και διαδικασιών της παραγωγής και ενδιάμεσα τακτικά βήματα όχι την συνδιαχείριση της κρίσης (λ.χ. απολύσεις με αντιστάθμισμα την συνέχιση της λειτουργίας κάποιας μονάδας), αλλά, κατά βάση, όσα θέτουν οι ίδιοι οι εργατικοί κοινωνικοί αγώνες: όχι αποκρατικοποιήσεις, όχι απολύσεις, όχι μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών.
Ας αναφερθούμε και στο παράδειγμα των MME: ο Συνασπισμός ευκολύνεται να απορρίπτει το κρατικό μονοπώλιο σ' αυτά (είτε στα πλαίσια του πρώην «υπαρκτού», είτε στον αστερισμό της ΕΡΤ). Επίσης, αποδέχεται σαν πραγματικότητα την «επικοινωνιακή επανάσταση» και την ατομική ιδιοκτησία επί των MME. Εμείς, πάντως, δεν θα μεμφθούμε την (όποια) Αριστερά μόνο και μόνο επειδή δεν διακηρύσσει ή υλοποιεί ένα μοντέλο διαχείρισης αυτών των μέσων δομικά διαφορετικό από το ισχύον. Παρατηρούμε, επιπλέον, και σε αρμονία με την λογική του εφικτού που φαίνεται να ασπάζονται οι «αριστεροί», ότι απουσιάζει η κριτική προσέγγιση του «επικοινωνιακού φαινομένου». Αλήθεια, ως προς τι μας έκανε σοφότερους, τα τελευταία χρόνια, η Αριστερά, σε σχέση με τις ιδεολογικές λειτουργίες των σύγχρονων «μέσων επικοινωνίας», την διαφήμιση, την επίσημη κυρίαρχη οριοθέτηση της πολιτικής πληροφορίας, τον χαρακτήρα και τη δυναμική των παραγωγικών και εργασιακών σχέσεων στα πλαίσια της ραδιοτηλεόρασης κ.λπ.; Και τι προτείνει γύρω από όλα αυτά, εκτός από την αναδιανομή του κομματικού ραδιοτηλεοπτικού χρόνου;*
Ας ολοκληρώσουμε με ένα ακόμη παράδειγμα, το οποίο θεωρούμε αποκαλυπτικό. Αναφερόμαστε στην τοποθέτηση (ή απόδραση) της επίσημης Αριστεράς έναντι του Στρατού. Αντιπαρερχόμενοι την ιδεολογική και στρατηγική διάσταση του ζητήματος (φύση και αποστολή του Στρατού, εσωτερικές σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης, τοποθέτηση σε σχέση με το θέμα του πολέμου και της ειρήνης ή την προοπτική μιας κοινωνίας χωρίς Στρατό κ.ά.), θα χαρίσουμε, ακόμη, στον φορέα της Μαρίας και του Λεωνίδα το επιχείρημα ότι δεν τίθεται, «εδώ και τώρα», θέμα κατάργησης του στρατεύματος ή δομικών μεταβολών στον χώρο του. θα παρατηρήσουμε, όμως, ότι όσοι ιεραρχούν την ενασχόληση τους με τον Στρατό πολλές θέσεις πίσω από την πολιτική συμμαχιών και την κατανομή των αξιωμάτων και κονδυλίων (αποδεχόμενοι ταυτόχρονα τον κυρίαρχο εθνικόαμυντικό λόγο) είναι αδύνατο να προσφέρουν οτιδήποτε αμφισβητησιακό: στο επίπεδο των εξουσιαστικών σχέσεων στο δεδομένο ελληνικό Στρατό, των ρευμάτων ή κινημάτων κριτικής ή διεκδίκησης, ή έστω - και δια της κοινοβουλευτικής οδού - κάποιες συμβολές σε ζητήματα όπως ή μείωση της θητείας, η διερεύνηση των «ατυχημάτων» και η διαφάνεια στις προμήθειες και την αγορά εξοπλισμού.
Οι συμπερασματικές σκέψεις που διατυπώθηκαν προηγουμένως αναφορικά με την πορεία του προσυνεδριακού Συνασπισμού θεμελιώνουν, ίσως, και την πρόγνωση μας ότι ο (όποιος) ενιαίος φορέας της Αριστεράς δεν έχει μέλλον, όχι μόνον ως πολιτική δύναμη αμφισβήτησης ή ανατροπής, αλλά και ως καθεστωτικό κοινοβουλευτικό σχήμα. Συνοψίζουμε εδώ, χωρίς πρόθεση ιεράρχησης, τα βασικότερα σημεία της κριτικής μας:
1. Ο προσδιορισμός «Αριστερά» δεν έχει νόημα αν δεν συνδέεται - και όχι μόνο σε συμβολικό επίπεδο - με σαφέστερους προσδιορισμούς, ικανούς να ορίσουν το κοινωνικό δυναμικό και τις στρατηγικές στοχεύσεις του όποιου πολιτικού φορέα (επομένως και ικανούς να συνοψίσουν την στάση του έναντι των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και του αστικού πολιτικού συστήματος).
2. Επιπλέον, οποιαδήποτε σύμπραξη συλλειτουργία (είτε στα πλαίσια ομοσπονδίας είτε στα πλαίσια ενιαίου σχήματος) με δυνάμεις κεντρώες, κεντροδεξιές ή γενικώς «προοδευτικές» σημαίνει ρητή παραίτηση από οποιοδήποτε εγχείρημα οριοθέτησης, χάραξης οποιουδήποτε «σχίσματος» στο κοινωνικό και πολιτικό φάσμα, άρνηση του συγκρουσιακού χαρακτήρα της πολιτικής δράσης και στοίχισης προς εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις που - παρά τους όποιους «εκσυγχρονισμούς», «συμβιβασμούς» κ.λπ. - παραμένουν υπό εκμετάλλευση και, κατά συνέπεια, δυνάμει ανατρεπτικές.
3. Οι οργανωτικοί αναπροσδιορισμοί - ιδίως όταν παίρνουν την μορφή εγχειρήσεων και γίνονται ερήμην της κοινωνικής δυναμικής - δεν αλλάζουν την μοίρα των πολιτικών φορέων. Σε ό,τι αφορά, ειδικότερα, την συνοχή και ενότητα έκφρασης θα παρατηρούσαμε, ενδεικτικά, ότι ο Γαλανός θα διαφωνούσε στο θέμα του Ειδικού Δικαστηρίου, έστω και αν είχε προλάβει ο Συνασπισμός να μετεξελιχθεί σε ενιαίο κόμμα... Εξάλλου, το διαζύγιο με το ΚΚΕ δεν αναμένεται να λειτουργήσει θετικά, όχι μόνο γιατί η παρουσία του τελευταίου καθόλου δεν μείωνε την πολιτική «ευελιξία» του ΣΥΝ, αλλά και διότι η αποκομιδή του «υπαρκτού σοσιαλισμού» δεν φαίνεται να είναι, σήμερα, το πρώτο πράγμα που ενδιαφέρει τους Έλληνες εργαζόμενους
4. Προηγούμενες και τωρινές τακτικές κινήσεις του χώρου που εξετάζουμε - μετεκλογικές συνεργασίες, εμπλοκή στο θέμα της «κάθαρσης», αμήχανη επάνοδος στην προβληματική των (λοιπών;) «δημοκρατικών δυνάμεων» κ.λπ. - είναι πλέον εμφανές ότι δεν λειτουργούν ενισχυτικά γι' αυτόν. Κάθε άλλο: επιβεβαιώνουν την ισχύ του «δικομματισμού» - για να χρησιμοποιήσουμε όρο του δημοσιογραφικού και «αριστερού» λεξιλογίου.
5. Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, αρνητικότατα αναμένεται να επιδράσει η ταυτόχρονη εκδήλωση εσωστρέφειας (τακτοποίηση του οργανωτικού, προγραμματικές αποσαφηνίσεις) και δύσκολα ελεγχόμενης εξωστρέφειας (ερωτοτροπίες με το ΠΑΣΟΚ, πριν καλά καλά αρχίσει η αντιμετώπιση των δύο προηγούμενων, υποτίθεται κορυφαίων, προαπαιτούμενων).
6. Και αν, όμως, θέσουμε τις προτεραιότητες που αναγνωρίζει ο ίδιος ο χώρος αυτός σε παρένθεση (οργανωτικό, συμμαχίες) και δεχθούμε ότι θα γίνει δυνατή μια συστηματική προγραμματική ανασύνταξη, παρατηρούμε ότι, στην ελληνική πολιτική σκηνή, ένας δεύτερος εν ευρεία έννοια σοσιαλδημοκρατικός φορέας (εκτός του σταθεροποιημένου και μαζικού ΠΑΣΟΚ) δεν έχει πολλές ελπίδες αξιοπρεπούς καταγραφής και μακροπρόθεσμης επιβίωσης. Όχι μόνο εξαιτίας του γνωστού «έρωτα», όχι μόνο γιατί σήμερα είναι δύσκολη μια πειστική προγραμματική διαφοροποίηση Πασοκικής και μετακομμουνιστικής, ευρωποκεντρικής κ.λπ. Αριστεράς, αλλά γιατί διαγράφεται και μια προοπτική την οποία ευχαρίστως διακινδυνεύουμε να μαντέψουμε: στις επόμενες εκλογές, ο νέος αριστερός φορέας θα αντιπαρατίθεται στο ΠΑΣΟΚ όχι θετικά και ποιοτικά, με άλλες θέσεις ή προτάσεις, αλλά εντελώς αμυντικά, θα το θεωρεί, δηλαδή, ασυνεπές ως εγγυητή των «κοινωνικοποιήσεων» ή της απλής αναλογικής, θα το δείξει η ίδια η ζωή
* (Πρβλ. κριτική μου, στο τεύχος 31 1990 των «θέσεων»).