Αίτια και Προοπτικές του Απεργιακού Κινήματος στην ΕΣΣΑ, 1989 1991.
(Η εργατική αντίσταση στα «εκσυγχρονιστικά» οράματα της περεστρόικα)
του Λεωνίδα Ε. Μαρούδα*

Εισαγωγή


Η δραματική επιδείνωση της κρίσης της σοβιετικής οικονομίας, οι ραγδαίες εξελίξεις και ανακατατάξεις στην κορυφή της ηγεσίας του Κρεμλίνου και η έξαρση του εθνικισμού, είχαν ως συνέπεια την υποβάθμιση της σημασίας του απεργιακού κινήματος, το οποίο είχε ως κύριο στόχο του την άμβλυνση των δυσμενών επιπτώσεων για το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, του περάσματος από τη συγκεντρωτικά διευθυνόμενη οικονομία σε μια «ελεγχόμενη οικονομία της αγοράς». Οι αντιδράσεις της εργατικής τάξης και ιδιαίτερα οι απεργίες των ανθρακωρύχων έδειξαν όχι μόνο μια γενικευμένη απόρριψη του ισχύοντος γραφειοκρατικού μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης, αλλά κυρίως την αναγκαιότητα για πραγματικό εκδημοκρατισμό τόσο του πολιτικού συστήματος, όσο και των εργασιακών σχέσεων στο επίπεδο της παραγωγικής μονάδας.

Η έλλειψη εκ μέρους των εργαζομένων μιας απερίφραστης επιδοκιμασίας ή έστω συγκατάβασης στις αντιφατικές επιλογές των πολιτικών ομάδων της νομενκλατούρας μεταξύ μιας σοσιαλδημοκρατικής αναπαλαίωσης του υπό κατάρρευση γραφειοκρατικού ολοκληρωτικού οικοδομήματος και μιας φιλελεύθερου τύπου ανασυγκρότησης και μετασχηματισμού των οικονομικών δομών, ονομάστηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των σοβιετολόγων ως «παθητικότητα της εργατικής τάξης». Βέβαια, όπως θα δούμε κατωτέρω, η υποτιθέμενη αυτή «παθητικότητα» έγκειται στο γεγονός ότι η διατήρηση της πλήρους απασχόλησης, η προστασία των δικαιωμάτων της κοινωνικής ασφάλισης, το «σύνδρομο του εξισωτισμού», η τάση για εργατικό έλεγχο και η διεκδίκηση της αυτοδιαχείρισης της παραγωγικής διαδικασίας, αποτελούν βασικές, αν και συχνά υπολανθάνουσες, πολιτισμικές, κοινωνιολογικές και ιδεολογικές αναφορές της σοβιετικής εργατικής τάξης, οι οποίες βρίσκονται σε πλήρη δυσαρμονία με τους εκσυγχρονιστικούς οραματισμούς της περεστρόικα και τη γραφειοκρατική καπιταλιστική λογική που τους διέπει.

Η κοινωνική συναίνεση που επιτεύχθηκε μετά το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ και κυρίως κατά την μπρεζνιεφική περίοδο, δεν απέβλεπε στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, αλλά στην πολιτική σταθερότητα του γραφειοκρατικού καθεστώτος και στη στρατιωτική επέκταση του, με συνέπεια τη γενίκευση της κοινωνικής επιφυλακτικότητας και απάθειας, την παθητική αντίσταση των εργαζομένων («κάνουν τάχα πως μας πληρώνουν κι εμείς κάνουμε τάχα πως δουλεύουμε», είναι από τις πλέον κοινότυπες φράσεις των σοβιετικών εργατών), την ευρείας έκτασης αποδιοργάνωση σε όλους τους τομείς, την ανάπτυξη μιας στατικής κορπορατίστικης συμπεριφοράς και τέλος την πτώση της παραγωγικότητας και τη γενικευμένη κρίση της σοβιετικής οικονομίας. Η ανάκαμψη της οικονομίας και η διαμόρφωση νέων όρων κοινωνικής συναίνεσης, αποτέλεσαν τους κύριους στόχους των μεταρρυθμίσεων, η επίτευξη των οποίων θα πραγματοποιούνταν, είτε μέσω μιας μερικής ή ολοσχερούς κατάργησης των ήδη κεκτημένων δικαιωμάτων των εργαζομένων, είτε διαμέσου ενός ευρύτερου εκδημοκρατισμού των παραγωγικών σχέσεων.

Βασική επιδίωξη του παρόντος άρθρου είναι αφενός μεν να δείξει το ιδεολογικό υπόβαθρο του «μύθου» περί αδιαφορίας και παθητικότητας της σοβιετικής εργατικής τάξης ή του λαθεμένου ισχυρισμού περί της λαϊκής υποστήριξης που εξασφάλισε η πολιτική της περεστρόικα,1 αφετέρου δε να παρουσιάσει και να αναλύσει τις αντιδράσεις, τη δυσαρέσκεια και την αντίσταση της σοβιετικής εργατικής τάξης στην «εκσυγχρονιστική» προσπάθεια αναίρεσης των κεκτημένων δικαιωμάτων της και υποβάθμισης του βιοτικού της επιπέδου. Η αντίσταση αυτή της εργατικής τάξης - που ασφαλώς περιείχε και αντιφάσεις - συνοδεύτηκε από μια αυθόρμητη απόπειρα ανασυγκρότησης της συνδικαλιστικής της παρουσίας έξω από τα θεσμοποιημένα κομματικά κρατικά συνδικάτα και αυτοοργάνωσης της συλλογικής της δράσης.

Οι συνεχείς παλινδρομήσεις των μεταρρυθμίσεων, η σταδιακή εγκατάλειψη και εν συνεχεία η νομοθετική ακύρωση του δικαιώματος συμμετοχής των εργαζομένων στη διοίκηση της επιχείρησης τους καθώς και της άμεσης εκλογής του διευθυντή από την εργατική κολλεκτίβα, η αύξηση της ανεργίας, η άνοδος των τιμών και γενικότερα η πτώση του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων, που αποτέλεσαν τις βασικές παραμέτρους του κοινωνικοοικονομικού πλαισίου του απεργιακού κινήματος, παρουσιάζονται στην πρώτη ενότητα του άρθρου. Στη δεύτερη ενότητα, αναλύεται η κοινωνική σύνθεση και το πολιτισμικό ιδεολογικό υπόβαθρο της εργατικής τάξης, που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς της ως προς τις μεταρρυθμίσεις, ενώ τέλος, στην τρίτη ενότητα επιχειρούμε μια διεξοδική επισκόπηση και μια κριτική ανάλυση του χρονικού, των αιτημάτων και των οργανωτικών μορφών του απεργιακού κινήματος της περιόδου από τον Ιούλιο του 1989 έως και το Μάιο του 1991.

Αν και το παρόν άρθρο γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1991, εντούτοις οι δραματικές εξελίξεις που διεδραματίσθηκαν στην ΕΣΣΔ και οδήγησαν στη διάλυση της, δεν αναιρούν τη σημασία αλλά και την επικαιρότητα του απεργιακού κινήματος, καθώς εντείνεται η λαϊκή δυσαρέσκεια και αντίδραση ενάντια στην οικονομική πολιτική του Μπ. Γέλτσιν.

1. Το Κοινωνικοοικονομικό Πλαίσιο των Απεργιών

Μέχρι την έναρξη του μεταρρυθμιστικού προγράμματος της περεστρόικα το δικαίωμα της απεργίας δεν ήταν αναγνωρισμένο στη Σοβιετική Ένωση, καθώς σύμφωνα με το επίσημο ιδεολογικό δόγμα του ΚΚΣΕ, σ' ένα καθεστώς όπου τα μέσα παραγωγής βρίσκονταν υπό την ιδιοκτησία και τον έλεγχο (έστω τον έμμεσο, μέσω των αντιπροσώπων τους) της εργατικής τάξης, δεν ήταν δυνατόν οι εργαζόμενοι να απεργήσουν ενάντια στα ίδια τα ταξικά συμφέροντα τους, άρα οι κοινωνικές διαμάχες θα έπρεπε να επιλύονται με άλλες μεθόδους διακανονισμού. Εντούτοις, η απεργία δεν αποτελούσε ένα μέσο δράσης, άγνωστο στους εργαζόμενους, καθώς κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαπέντε ετών, αρκετές σποραδικές απεργίες έλαβαν χώρα σε διάφορες περιοχές της σοβιετικής επικράτειας, που αφορούσαν τους μισθούς, τις συνθήκες εργασίας και τη συστημική έλλειψη καταναλωτικών αγαθών. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι ανθρακωρύχοι του λεκανοπεδίου του Donbass, σχημάτισαν τον πυρήνα του πρώτου ανεξάρτητου συνδικάτου, το οποίο όμως δεν κατόρθωσε να προσελκύσει παρά μόνο μερικές εκατοντάδες μέλη.

Η ανάληψη της διακυβέρνησης της ΕΣΣΔ από τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ το Μάρτιο του 1985 και η σταδιακή εφαρμογή της πολιτικής της διαφάνειας (glasnost), του εκδημοκρατισμού (demokratizatsia) και της νέας σκέψης (novoye myshleniye), που αποφασίσθηκε στο 27ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, το Μάρτιο του 1986, και απέβλεπε στη δημιουργία των όρων ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ της άρχουσας γραφειοκρατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων - που θα βασιζόταν στην «αξιοκρατία» και όχι στον εξισωτισμό, ούτως ώστε να καταστεί εφικτή η παροχή υλικών κινήτρων για την αύξηση της παραγωγικότητας - 2 είχε ως αποτέλεσμα την de facto αναίρεση της απαγόρευσης του δικαιώματος της απεργίας. Βέβαια, η διερεύνηση των κοινωνικοπολιτικών και των οικονομικών αιτιών, που προκάλεσαν τις εργατικές απεργίες, οι οποίες έφθασαν στο απόγειο τους κατά την περίοδο 19891991, δεν είναι δυνατή χωρίς μια συνοπτική αναφορά στο ιστορικό πλαίσιο και τις επιδιώξεις της περεστρόικα.

Η σταδιακή συνειδητοποίηση μετά το θάνατο του Ι. Στάλιν, των εγγενών αντιφάσεων και δυσλειτουργιών του οικονομικού συστήματος του «υπαρκτού σοσιαλισμού» εκ μέρους της ηγεσίας του Κρεμλίνου, είχε ως συνέπεια την έναρξη μιας σειράς διαδοχικών προσπαθειών μεταρρύθμισης του σοβιετικού οικονομικού συστήματος,3 από τους Malenkov, Khrushchev, Kosygin, Brezhnev και Andropov. Οι βασικοί άξονες αυτών των άτολμων και αντιφατικών προσπαθειών της γραφειοκρατίας να «αυτομεταρρυθμιστεί», ήσαν συνοπτικά οι ακόλουθοι:

- η απόπειρα εξορθολογισμού του συγκεντρωτικά διευθυνόμενου συστήματος ρύθμισης των οικονομικών δραστηριοτήτων, ήτοι, η αντικατάσταση της άμεσης συγκεντρωτικής διεύθυνσης της οικονομίας από την έμμεση συγκεντρωτική διεύθυνση, που συνίσταται στην κεντρικά σχεδιασμένη καθοδήγηση των επιχειρήσεων διαμέσου παραμέτρων, οι οποίες προκύπτουν ως λογιστικές (σκιώδεις) τιμές από το optimal πλάνο.4

- η επίσημη αναγνώριση της σημασίας των «εμπορευματικών χρηματικών σχέσεων», συνοδεύτηκε από την ανοχή εκ μέρους των αρμοδίων κομματικών κρατικών οργάνων διαφόρων ατελών μορφών αγοράς5 - που αποτέλεσαν συμφυές τμήμα του σοβιετικού οικονομικού συστήματος - χωρίς όμως να υπάρξει ποτέ μια σαφής αποδοχή του ρόλου των πραγματικών τιμών στην κατανομή των πόρων.

- η ανεπιτυχής προσπάθεια περάσματος της σοβιετικής οικονομίας από την εκτατική στην εντατική ανάπτυξη, ήτοι διατηρήθηκε ένα μοντέλο ανάπτυξης περιοριζόμενης από τη διαθεσιμότητα των πόρων.6

Η παταγώδης αποτυχία «αυτομεταρρύθμισης» και τελειοποίησης του εγγενώς αναποτελεσματικού σοβιετικού οικονομικού συστήματος είχε ως συνέπεια, όχι μόνο την αύξηση των αρνητικών τάσεων («neblagopriyatnye tendentsii»), στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, σύμφωνα με την έκφραση του Μ. Γκορμπατσώφ,7 αλλά και την επιλογή ως μοναδικής διεξόδου από τη χρόνια κοινωνικοοικονομική κρίση, τη στρατοκρατική εξάπλωση του καθεστώτος.8 Οι φθίνοντες ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ, η πτώση της παραγωγικότητας, η έλλειψη αποδοτικότητας, η χωρίς προηγούμενο σπατάλη των παραγωγικών πόρων, η ανικανότητα προσαρμογής της σοβιετικής βιομηχανίας στις σύγχρονες τεχνολογικές απαιτήσεις, οι κραυγαλέες ελλείψεις προϊόντων και υπηρεσιών, η τάση γενίκευσης της διαφθοράς και κυρίως η αδυναμία του σοβιετικού στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος να ανταπεξέλθει κατά ικανοποιητικό τρόπο στον αμερικανικό επανεξοπλισμό και στον «πόλεμο των άστρων», καθώς και να επιβάλλει τις γεωπολιτικές του βλέψεις στην Πολωνία και στο Αφγανιστάν, είχαν ως αποτέλεσμα τη διαρκώς μειωνόμενη ικανότητα νομιμοποίησης των επιλογών της άρχουσας γραφειοκρατικής τάξης, δεδομένου ότι το ιδεολογικό της οικοδόμημα, της υποτιθέμενης πραγματοποίησης του σοσιαλιστικού ιδεώδους, είχε ήδη από καιρού καταρρεύσει στη συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας του σοβιετικού πληθυσμού.9

Κατά συνέπεια, η έλευση της περεστρόικα, υπό την αυστηρή εποπτεία του γραφειοκρατικού μηχανισμού από τον οποίο άλλωστε προερχόταν και ο Μ. Γκορμπατσώφ, οφείλεται αποκλειστικά στη γενικότερη οικονομική και πολιτική συγκυρία, η οποία υποχρέωσε ένα σημαντικό τμήμα της σοβιετικής ηγεσίας να προβεί σε νέες μεταρρυθμίσεις.10 Η ιδεολογική προπαγάνδα για την αναγκαιότητα της επιτάχυνσης (uskoreniye) και της εντατικοποίησης (intensifikatsiya), χρησιμοποιήθηκε ως πολιτικό πυροτέχνημα για να καλυφθεί η υιοθέτηση της μεταρρυθμιστικής πρακτικής του Yuri Andropov, που αποσκοπούσε κυρίως στην αύξηση της πειθαρχίας του εργατικού δυναμικού και συνακόλουθα στην εντατικοποίηση της εργασίας.

Η εφαρμογή ενός νέου συστήματος ελέγχου της ποιότητας των παραγομένων προϊόντων, Gospriomka, που εισήχθηκε από την 1η Ιανουαρίου 1987 σε 1.500 επιχειρήσεις,11 αποτέλεσε μία από τις πρώτες αφορμές για απεργιακές κινητοποιήσεις, καθώς η μη επίτευξη του πλάνου παραγωγής σύμφωνα με τους καινούργιους κανονισμούς, είχε ως συνέπεια τη μείωση μέχρι και 30% των μισθών. Ο επανακαθορισμός των κριτηρίων για την απονομή των βραβείων υπεραπόδοσης (πριμ), η αμεσότερη σύνδεση αμοιβής και παραγωγικότητας, καθώς και η ανακατάταξη της ιεραρχίας των εξειδικεύσεων, συνέτειναν στην πτώση των αμοιβών σε αρκετές κατηγορίες εργαζομένων και στην αύξηση των απεργιών, ιδιαίτερα σε τομείς Όπως οι μεταφορές και η βιομηχανία εργαλειομηχανών.

Ως αντιστάθμισμα της προσπάθειας αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων και αναδιοργάνωσης των μεθόδων παραγωγής, καθώς και της συνακόλουθης εργατικής αντίστασης σ' αυτόν τον επιχειρούμενο εκσυγχρονισμό της οργάνωσης και του καταμερισμού της εργασίας,12 η σοβιετική ηγεσία παραχώρησε το δικαίωμα συμμετοχής του συνόλου των εργαζομένων της επιχείρησης στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Σύμφωνα με το «Νόμο για την Κρατική Επιχείρηση» - ο οποίος ψηφίσθηκε από το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ στις 30 Ιουνίου 1987 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1988, σ' ένα σημαντικό αριθμό επιχειρήσεων που εξασφάλιζαν το 60% της βιομηχανικής παραγωγής - n η εργασιακή κολλεκτίβα θεωρείται ως «ο υπέρτατος άρχων της επιχείρησης» και εξουσιοδοτείται να εκλέγει το διευθυντή της επιχείρησης και τα υπόλοιπα στελέχη της διοικητικής ιεραρχίας, ενώ το εργατικό συμβούλιο (sovet trudovogo kollektiva), που εκλέγεται από τη γενική συνέλευση του προσωπικού, αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν τη βελτίωση της οργάνωσης και διοίκησης της επιχείρησης.

Η παραχώρηση της «αυτοδιαχείρισης» - η οποία επιδίωκε τη μείωση της εξουσίας των υπουργείων και των τοπικών οργανώσεων του κομμουνιστικού κόμματος στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων της επιχείρησης, μέσω του διορισμού του διευθυντή της και στη διάβρωση του συστήματος της «γραφειοκρατικής αλληλεγγύης» - υπήρξε το αποτέλεσμα ενός προσωρινού συμβιβασμού μεταξύ των αντιτιθέμενων πολιτικών φραξιών της άρχουσας γραφειοκρατικής τάξης, οι οποίες έχουν γίνει γνωστές από τα δυτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, μάλλον κατ' ευφημισμό ως «ριζοσπάστες» και ως «συντηρητικοί». Άλλωστε, ο επαναπροσανατολισμός των εργασιακών σχέσεων προς την κατεύθυνση της «βιομηχανικής δημοκρατίας», αποτέλεσε το αντικείμενο μιας συνεχούς διαμάχης στο εσωτερικό της νομενκλατούρας, που είχε ήδη αρχίσει από το 1983 με την ψήφιση του «Νόμου για την εργατική κολλεκτίβα».14 Κατά συνέπεια, οι μεταρρυθμίσεις που αφορούσαν την εργατική συμμετοχή στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, εξαιτίας του αντιφατικού χαρακτήρα τους, ακριβώς επειδή ήσαν το αποτέλεσμα ενός συγκυριακού και πρόσκαιρου συμβιβασμού μεταξύ αλληλοσυγκρουόμενων τμημάτων της γραφειοκρατίας, δεν ήταν δυνατό να μετασχηματίσουν την άκαμπτη ιεραρχική δομή των σχέσεων μεταξύ διευθυνόντων και εκτελεστών στις σοβιετικές επιχειρήσεις, καθώς και την ενδογενή απολυταρχική πολιτική παράδοση.

Οι αρχικές απόπειρες μεταρρύθμισης του οικονομικού συστήματος, κατά την περίοδο 19851988 - οι οποίες δεν αποσκοπούσαν στην ανατροπή των κοινωνικών δομών του γραφειοκρατικού καθεστώτος, αλλά στην εύρεση μιας διεξόδου από την οικονομική στασιμότητα, μέσω της αναδιάρθρωσης του συστήματος - όχι μόνο δεν βελτίωσαν τη λειτουργία και την αποδοτικότητα της σοβιετικής οικονομίας, αλλά αντιθέτως επιδείνωσαν την κρίση της.15 Οι παρουσιασθείσες έντονες αποκλίσεις μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς αγαθών, μεταξύ της έκδοσης χρήματος και της σχεδιασμένης χρησιμοποίησης του και τέλος μεταξύ των δαπανών και των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού, σε συνδυασμό με τη σταδιακή απομάκρυνση των «συντηρητικών»16 από τους κεντρικούς μηχανισμούς λήψης των αποφάσεων της κομματικής κρατικής εξουσίας είχαν ως αποτέλεσμα την οριστική εγκατάλειψη της μετάβασης από το καθεστώς του γραφειοκρατικού συντονισμού των οικονομικών δραστηριοτήτων στο «καθεστώς του ευέλικτου συντονισμού μέσω της αγοράς», σύμφωνα με την ορολογία του J. Kornai και την υιοθέτηση ενός ριζικού μετασχηματισμού - και όχι πλέον μεταρρύθμισης - του σοβιετικού οικονομικού συστήματος, μέσω της διαδικασίας αποκρατικοποίησηςιδιωτικοποίησης,17 της φιλελευθεροποίησης της παραγωγικής και εμπορικής δραστηριότητας, της απελευθέρωσης νέων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και της ρύθμισης της οικονομίας κυρίως με τους μηχανισμούς της αγοράς.

Σύμφωνα με τον V. Medvedev, «H αγορά - εάν οι κερδοσκοπικές παραμορφώσεις εξαλειφθούν - είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού»,18 ενώ ο ακαδημαϊκός Stanislav Shatalin επιθυμώντας την προβολή του θετικού χαρακτήρα της διαδικασίας αποκρατικοποίησης ιδιωτικοποίησης, δήλωνε ότι «η πρόοδος στη Μ. Βρετανία είναι άμεσα συσχετισμένη με τη συντηρητική Μ. Θάτσερ. .. που αποκρατικοποίησε πρακτικά τα πάντα».19 Η βασική επιδίωξη των υποστηρικτών μιας «οικονομίας της ελεύθερης αγοράς» συνίσταται στην «απόδειξη» δια της εις άτοπον απαγωγής, του συμφυώς αντιδημοκρατικού χαρακτήρα κάθε μορφής κρατικής ρύθμισης και προγραμματισμού των οικονομικών δραστηριοτήτων, ήτοι μέσω της χρησιμοποίησης μιας de facto ταύτισης της αγοράς με την οικονομική ελευθερία του ατόμου. Οι μόλις πρόσφατα προσηλυτισμένοι στα νεοφιλελεύθερα ιδεώδη πρώην γραφειοκράτες, που διακηρύσσουν ότι η αγορά αποτελεί τη μοναδική «φυσική» εγγύηση για την ύπαρξη της πολιτικής δημοκρατίας, ταυτόχρονα προτείνουν, ιδιαίτερα μετά τις απεργίες των ανθρακωρύχων - χωρίς να θεωρούν καθόλου ότι αντιφάσκουν - ότι είναι απαραίτητο ένα αυταρχικό καθεστώς για να κάμψει την εργατική αντίσταση και να επιβάλλει τους «νόμους της αγοράς».20 Η μετάβαση προς την «οικονομία της ελεύθερης αγοράς», είχε ως συνέπεια τη δημιουργία ενός κλίματος αβεβαιότητας, ανησυχίας και συχνά πανικού σε ευρύτατα τμήματα του σοβιετικού πληθυσμού, για μια απότομη άνοδο στις τιμές των καταναλωτικών αγαθών - η οποία θα οδηγούσε, εάν δεν συνοδευόταν από μια πολιτική αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου, σε κατάσταση εξαθλίωσης τα σαράντα εκατομμύρια συνταξιούχους και τις δέκα έξι εκατομμύρια οικογένειες χαμηλού εισοδήματος21 - και για μια ευρείας κλίμακας δομική ανεργία, ιδιαίτερα των ανειδίκευτων ή ημιειδικευμένων εργαζομένων.22 Υπολογιζόταν, σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά δεδομένα, ότι οι συντελούμενες αναδιαρθρώσεις θα είχαν ως αποτέλεσμα την κατάργηση μέχρι το έτος 2000, δέκα έξι εκατομμυρίων θέσεων εργασίας στον τομέα υλικής παραγωγής και την απόλυση στο άμεσο μέλλον 700.000 υπαλλήλων των υπουργείων.23 Όπως αποδεικνύουν τα στατιστικά στοιχεία που παρουσιάζονται στην επόμενη ενότητα, οι ανησυχίες και οι φόβοι των εργαζομένων δεν άργησαν να γίνουν καθημερινή πραγματικότητα.

2. Η Αντιμετώπιση των Μεταρρυθμίσεων από την Εργατική Τάξη

Όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της ΕΣΣΔ ο Μ. Γκορμπατσώφ, το Μάρτιο του 1985, η σοβιετική εργατική τάξη αριθμούσε 94 εκατομμύρια εργαζομένων - εκ των οποίων 81,7 εκατομμύρια ήσαν βιομηχανικοί εργάτες και 12,5 εκατομμύρια ήσαν εργάτες στην αγροτική παραγωγή - και αποτελούσε το 72% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.24 Το μορφωτικό επίπεδο των εργατών ανήλθε από 23 χρόνια σχολικής εκπαίδευσης, κατά μέσο όρο, το 1941, σε 56 χρόνια το 1960 και σε σχεδόν 10 χρόνια περί τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Το ποσοστό των βιομηχανικών εργατών που ανήκουν στις υψηλά εξειδικευμένες κατηγορίες διπλασιάστηκε, από 14% (3 εκατομμύρια) σε 28% (8,8 εκατομμύρια) μεταξύ των ετών 1962 και 1985, ενώ το ποσοστό των ανειδίκευτων εργατών μειώθηκε από 52% σε 29%, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου.25

Όμως η σαφής βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου και της επαγγελματικής εξειδίκευσης των εργαζομένων, δεν συνοδεύτηκε από μια αντίστοιχη άνοδο του βιοτικού τους επιπέδου, καθώς η δοθείσα έμφαση στην ανάπτυξη του τομέα Ι (παραγωγή μέσων παραγωγής), είχε ως συνέπεια ότι ενώ οι κεφαλαιουχικές επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 2400% μεταξύ των ετών 1940 και 1985, η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών και το πραγματικό εισόδημα αυξήθηκαν μόνο κατά 1300% και 650% αντιστοίχως, στη διάρκεια της ίδιας περιόδου.26 Η αποδοχή εκ μέρους της εργατικής τάξης των δυσμενών συνθηκών διαβίωσης και εργασίας της - το 1987, ο αριθμός των εργατικών ατυχημάτων έφθασε τις 690.000, εκ των οποίων τα 14.600 ήσαν θανατηφόρα, αριθμός που είναι αναλογικά τριπλάσιος από τον αμερικανικό μέσο όρο εργατικών ατυχημάτων27 - και η «εργασιακή ειρήνη» στους χώρους εργασίας, επιτεύχθηκε με την παροχή του δικαιώματος στην πλήρη απασχόληση και την κοινωνική ασφάλιση, τη διατήρηση σε χαμηλό επίπεδο των τιμών στα καταναλωτικά αγαθά πρώτης ανάγκης, μέσω των κρατικών επιδοτήσεων και την ανοχή από τους αρμόδιους κομματικούς κρατικούς ιθύνοντες της «αρνητικής ενσωμάτωσης» στο σοβιετικό σύστημα σημαντικών τμημάτων της εργατικής τάξης, ήτοι της διαδεδομένης εργατικής πρακτικής για συμπλήρωση του βασικού εισοδήματος με την ανάληψη δραστηριοτήτων στην παράλληλη οικονομία. Η προσπάθεια της νέας ηγεσίας του Κρεμλίνου να καταργήσει το δικαίωμα της πλήρους απασχόλησης και να εντατικοποιήσει τους εργασιακούς ρυθμούς, χωρίς ταυτόχρονα να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός κλίματος αρνητικής αντιμετώπισης (ή έστω σκεπτικισμού και δυσαρέσκειας) των μεταρρυθμίσεων από τους εργαζόμενους και εν συνεχεία τη διαμόρφωση των κοινωνικοοικονομικών όρων για την εμφάνιση ενός μαζικού απεργιακού κινήματος. Όπως χαρακτηριστικά δήλωνε ο Georgii Shakhnazarov, σύμβουλος του Μ. Γκορμπατσώφ, «Στη χώρα μας, ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας φοβάται. Για δεκαετίες είχαν συνηθίσει να ζουν σε μια προκαθιερωμένη τάξη. Ακόμη και αν το βιοτικό επίπεδο δεν ήταν καλό, το σύστημα εξασφάλιζε ασφάλεια και σταθερότητα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι μόνο λίγοι γραφειοκράτες, αλλά ότι η τεράστια πλειοψηφία των εργατών εκφράζουν επιφυλάξεις και φόβους για την προοπτική των μεταρρυθμίσεων».28

Η εφαρμογή της περεστρόικα όχι μόνο δεν βελτίωσε τις ήδη υποβαθμισμένες συνθήκες διαβίωσης του σοβιετικού πληθυσμού, αλλά αντιθέτως τις επιδείνωσε,29 όπως αποδεικνύουν τα κατωτέρω στατιστικά δεδομένα:

- Οι τιμές στην κολχοζνική αγορά - όπου αγοράζεται λόγω της έλλειψης στα κρατικά καταστήματα, ένα σημαντικό μερίδιο του κρέατος, των φρούτων και των λαχανικών - αυξήθηκαν κατά 20% περίπου, κατά τη διάρκεια της περιόδου 19851988. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύτηκαν στην Ekonomicheskaya Gazeta, No 10, 1988, οι τιμές της κολχοζνικής αγοράς σε 9 βασικά είδη διατροφής ήσαν κατά μέσο όρο 3,5 φορές υψηλότερες από τις επίσημες κρατικές τιμές, τον Ιανουάριο του 1988 σε 21 πόλεις.30

- Σύμφωνα με δηλώσεις του πρωθυπουργού Ν. Ryzhkov, 43 εκατομμύρια άτομα ή το 15% του συνολικού πληθυσμού, ζούσαν το 1989 σε συνθήκες φτώχειας και εξαθλίωσης.31

- Όπως έδειξαν και οι δημοσκοπήσεις της κοινής γνώμης, το 82% του πληθυσμού θεωρεί «ότι κατά τη διάρκεια των 34 τελευταίων ετών η οικονομική κατάσταση της ΕΣΣΔ σαφώς επιδεινώθηκε»,32 ενώ σύμφωνα με το 49%, ο πληθωρισμός αποτελεί πλέον το κυριότερο οικονομικό πρόβλημα της χώρας.33

- Οι τιμές της λιανικής αγοράς αυξήθηκαν κατά 14% το 1990 και κατά 24% στη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 1991, ενώ μετά την έκδοση ενός προεδρικού διατάγματος για την απελευθέρωση ενός τμήματος της τάξης του 30% από τις τιμές χονδρικής και λιανικής πώλησης, στις 2 Απριλίου 1991, η γενική αύξηση των τιμών ξεπέρασε το 60% και σύμφωνα με εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο πληθωρισμός αναμένεται να προσεγγίσει το 1000% ως τα τέλη του 1991.34

Βέβαια, η αύξηση του πληθωρισμού, η άνοδος της ανεργίας και η εμφανέστατη έλλειψη καταναλωτικών αγαθών, δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ως οι αποκλειστικοί παράγοντες που προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια και τις αντιδράσεις των εργαζομένων, ενάντια στην επιχειρούμενη μετάβαση προς μια αμιγώς καπιταλιστική μορφή κοινωνικής οργάνωσης και ρύθμισης των οικονομικών δραστηριοτήτων, καθώς η απόπειρα εξάλειψης του εξισωτισμού (uravnilovka) και ακύρωσης - καταρχήν στην καθημερινή πρακτική των εργασιακών σχέσεων και εν συνεχεία με νομοθετικό διάταγμα - της «βιομηχανικής δημοκρατίας», αποτέλεσαν εξίσουν σημαντικά αίτια της εργατικής αντίστασης, που εκδηλώθηκε είτε έμμεσα, με το «συνειδητό περιορισμό της απόδοσης», είτε άμεσα, με τις μαζικές απεργίες. Η επιδίωξη της περεστρόικα για αύξηση της διαφοροποίησης των εισοδημάτων,35 προκάλεσε τις αντιδράσεις των λαϊκών στρωμάτων, καθώς ένα σημαντικότατο τμήμα του σοβιετικού πληθυσμού θεωρεί ότι η πρόοδος πρέπει να συνοδεύεται από μια μεγαλύτερη κοινωνικό - οικονομική ισότητα.36 Η δήθεν ανακάλυψη από τους συμβούλους του Μ. Γκορμπατσώφ (όπως ο V. Medvedev και ο S. Shatalin)37 και τους διανοούμενους (όπως η Τ. Zaslavskaia)38 της αξεπέραστης αντίφασης μεταξύ των σοσιαλιστικών αξιών - όπως η αλληλεγγύη, η κοινωνική αλληλοβοήθεια, η οικονομική ασφάλεια και ο εξισωτισμος - και της οικονομικής αποτελεσματικότητας,39 δεν αποτελεί παρά μια ραφιναρισμένη επανάληψη της ιδεολογικής εκστρατείας ενάντια στον εξισωτισμό, που ξεκίνησε ο Ι. Στάλιν το 1931 και άλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι παρά την ύπαρξη της glasnost και την ενδελεχή ιστορική ανασκόπηση της σταλινικής περιόδου, η εκστρατεία αυτή καλύφθηκε από ένα πέπλο σιωπής.40 Ο εξισωτισμός στη διανομή των οικονομικών ανταμοιβών, αποτελεί μια από τις βασικές κοινωνιολογικές και ιδεολογικές αναφορές της σοβιετικής εργατικής τάξης, καθώς ανάγεται όχι μόνο στο σοσιαλιστικό ιδεώδες της ισότιμης αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου, αλλά και στην πολιτιστική παράδοση του ρώσικου λαού,41 κατά συνέπεια κάθε προσπάθεια εξάλειψης του θα προκαλέσει έντονες λαϊκές αντιδράσεις, τουλάχιστον μέχρι να ολοκληρωθεί η πλήρης επικράτηση των φαντασιακών σημασιών του καπιταλισμού. Η απόρριψη των υπέρμετρων μισθολογικών ανισοτήτων, του ανταγωνισμού στους εργασιακούς χώρους και του άκρατου καταναλωτισμού, αποτελεί αφ' εαυτής μια πράξη ριζοσπαστικής κριτικής των κυρίαρχων ιδεολογικών αξιών και μια ένδειξη ενός αξιοσημείωτου βαθμού συλλογικής ταξικής συνείδησης, καθώς αντιπροσωπεύει μια σαφή άρνηση της εργατικής τάξης να γίνει συνένοχος σε μια διαδικασία «αυτουποταγής» της.

Αν και σύμφωνα με τον A. Aganbegyan, «το σύστημα της αυτοδιαχείρισης είναι ο κινητήριος άξονας της περεστρόικα»,42 ενώ οι άμεσες και γνήσιες εκλογές των διευθυντών και των ηγετικών στελεχών της επιχείρησης από την εργατική κολλεκτίβα, είχαν παρουσιαστεί ήδη από το 1987 ως αναπόσπαστο τμήμα των μεταρρυθμίσεων, εντούτοις, η πρακτική εφαρμογή της εργατικής συμμετοχής στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων και της «βιομηχανικής δημοκρατίας», κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία, καθώς συνάντησε εξαρχής τη σφοδρή αντίσταση της νομενκλατούρας, αλλά και την «αδιαφορία» ή «παθητικότητα» των εργαζομένων. Πιο συγκεκριμένα, τα αίτια της αποτυχίας αυτής, είναι συνοπτικά τα κάτωθι:

- Ο γραφειοκρατικός μηχανισμός των Υπουργείων και οι ιθύνοντες των τοπικών κομματικών οργανώσεων, ισχυρίσθηκαν ότι η αυτοδιαχείριση (samoupravlenie) και η δημιουργία των εργατικών συμβουλίων, περιείχε τον άμεσο κίνδυνο της εμφάνισης μιας «δυαδικής εξουσίας».43

- Οι διευθυντές των επιχειρήσεων αντιμετώπισαν τα εργατικά συμβούλια ως δυνητικούς «ανταγωνιστές στην κατανομή της εξουσίας»44 στο εσωτερικό των επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα διακήρυξαν ότι οι εργαζόμενοι δεν είναι δυνατόν, μέσω της εκλογικής διαδικασίας, να κρίνουν τις ικανότητες και να αποφασίζουν για τις αρμοδιότητες του διευθυντή τους.

Η «γραφειοκρατική αλληλεγγύη» που αναπτύχθηκε ανάμεσα στο διοικητικό μηχανισμό των Υπουργείων, στα κομματικά στελέχη των τοπικών οργανώσεων, στους διευθυντές των επιχειρήσεων και στα συνδικάτα - που η διαπραγματευτική τους ισχύς μειώθηκε εξαιτίας της εμφάνισης των εργατικών συμβουλίων - ενάντια στην αυτοδιαχείριση, είχε ως συνέπεια την υποβάθμιση των άμεσων εκλογικών διαδικασιών, καθώς μόνο το 20% από τους διευθυντές των σοβιετικών επιχειρήσεων είχε εκλεγεί με άμεση ψηφοφορία ως τον Ιούνιο του 1988, ενώ στο 70% έως 80% αυτών των περιπτώσεων η εκλογή δεν ήταν παρά μια τυπική τελετή, αφού ο μοναδικός υποψήφιος ήταν ο ήδη εγκατεστημένος διευθυντής της επιχείρησης.45

Η συνύπαρξη της αυτοδιαχείρισης με τη «διεύθυνση του ενός» (edinonachalie), η γραφειοκρατική ιεραρχική δομή της εξουσίας που περιορίζει τη συμμετοχή των εργαζομένων στη λήψη των αποφάσεων και οι άμεσες ή έμμεσες παρεμβάσεις των κομματικών κρατικών οργάνων στην εκλογική διαδικασία, αλλά και στην καθημερινή πραγματικότητα της επιχείρησης,46 είχαν ως συνέπεια τη μετατροπή της αυτοδιαχείρισης, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, σε μια συνδιαχείριση συμβουλευτικού χαρακτήρα και κατά συνέπεια την εμφάνιση μιας αδιαφορίας ή παθητικότητας εκ μέρους των εργαζομένων αναφορικά με την αυτοδιαχείριση, την οποία θεωρούν ως ένα μηάμεσα εφικτό στόχο.47 Σύμφωνα με τα συμπεράσματα μιας δημοσκόπησης που διεξήχθη υπό την αιγίδα του Πανενωσιακού Κέντρου Μελέτης της Κοινής Γνώμης - στην έρευνα χρησιμοποιήθηκε αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.100 ατόμων εκ των οποίων το 43% ήσαν εργάτες - πάνω από το 50% των συμμετεχόντων εκτιμούσε ότι τα εργατικά συμβούλια στις επιχειρήσεις τους είχαν έναν παθητικό ή ασήμαντο ρόλο στη διοίκηση και στη λήψη των αποφάσεων.48 Μια άλλη δημοσκόπηση σε μέλη των εργατικών συμβουλίων, από 500 και πλέον σοβιετικές επιχειρήσεις, έδειξε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εργατικών συμβουλίων διαδραματίζει μόνο ένα συμβουλευτικό ρόλο, ενώ ακόμη και οι αποφάσεις που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να λαμβάνονται αποκλειστικά από το εργατικό συμβούλιο, λαμβάνονται από κοινού με τα διευθυντικά στελέχη και το συνδικάτο, καθώς το 48,3% από τους ερωτηθέντες θεωρούσε ότι ο κύριος ρόλος των εργατικών συμβουλίων συνίσταται στην απλή μεταφορά των απόψεων των εργαζομένων προς τη διοίκηση της επιχείρησης και μόνο ένα μικρό ποσοστό της τάξης του 57% από τα μέλη των εργατικών συμβουλίων προετοιμάζεται για να λάβει αποφάσεις ανεξάρτητα από τη διεύθυνση και το συνδικάτο.49

Όμως ακόμη και η ύπαρξη εμβρυωδών μορφών της «δημοκρατίας των παραγωγών» θεωρήθηκε από τους εμπνευστές των «ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων» ως δυνητική απειλή για την ομαλή πορεία μετάβασης προς μια καπιταλιστικής μορφής ρύθμιση των οικονομικών δραστηριοτήτων και ως εκ τούτου κατέστη αναγκαία - σύμφωνα με δηλώσεις του πρωθυπουργού Ν. Ryzhkov στην ομιλία του στο Συνέδριο των Λαϊκών Αντιπροσώπων το Δεκέμβριο του 1989 - η επανεξέταση της υποτιθέμενης υπερβολικής έμφασης που δόθηκε στην αυτοδιαχείριση, ιδιαιτέρως δε, στην πρακτική της άμεσης εκλογής των διευθυντών και των ηγετικών στελεχών. Παρά τη δριμύτατη κριτική που ασκήθηκε από αρκετά μέλη του συνεδρίου σ' αυτές τις πρωθυπουργικές δηλώσεις,50 τον Απρίλιο του 1990, το Υπουργικό Συμβούλιο υπέβαλε στο Ανώτατο Σοβιέτ το προσχέδιο ενός Νόμου «Για το Διορισμό και την Απόλυση Διευθυντικών Στελεχών και άλλων Υπαλλήλων των Επιχειρήσεων», το οποίο ακύρωνε και ανέτρεπε όλες τις διατάξεις του «Νόμου για την Κρατική Επιχείρηση» (1987), που αφορούσαν την αυτοδιαχείριση και την άμεση εκλογή των διευθυνόντων, καθώς βασιζόταν στη «θεωρητική αντίληψη» ότι μόνο οι «ιδιοκτήτες» των μέσων παραγωγής θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα του διορισμού εκείνων των διευθυντικών στελεχών, που θα εξυπηρετούν καλύτερα τα οικονομικά τους συμφέροντα. Σύμφωνα με τις απόψεις του Υπουργικού Συμβουλίου, οι ιδιοκτήτες των κρατικών επιχειρήσεων είναι τα υπουργεία, άρα οι άμεσες εκλογές των managers μπορούν να διεξαχθούν μόνο στις επιχειρήσεις, που έχουν ενοικιασθεί από τους εργαζόμενους σ' αυτές51 και οι οποίες αντιπροσωπεύουν, κυρίως λόγω των ποικιλόμορφων αντιδράσεων των υπουργείων, ένα μηδαμινό ποσοστό του συνόλου των σοβιετικών επιχειρήσεων. Με την ψήφιση του «Νόμου για τις Επιχειρήσεις»,52 τον Ιούνιο του 1990, επικυρώθηκε και νομοθετικώς η προαναγγελθείσα ευθανασία της αυτοδιαχείρισης, προκαλώντας για μια ακόμη φορά τη λαϊκή δυσαρέσκεια, καθώς σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης, το 4455% του πληθυσμού υποστήριζε τις άμεσες εκλογές των στελεχών σε όλες τις βαθμίδες της ιεραρχικής κλίμακας, ενώ μόνο το 712% δεν συμφωνούσε με τη διεξαγωγή τέτοιας μορφής εκλογικών διαδικασιών.53

3. Εμφάνιση, Εξέλιξη και Μορφές Οργάνωσης των Απεργιακών Κινητοποιήσεων

Καθόλη τη διάρκεια της περιόδου 19851988, η απογοήτευση, η δυσαρέσκεια και η αντίδραση των εργαζομένων, λόγω της διαρκούς διάψευσης των ελπίδων τους για μια βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου και έναν ουσιαστικό εκδημοκρατισμό των παραγωγικών σχέσεων, εκδηλώθηκαν και μέσω της συνεχούς αύξησης του αριθμού των απεργιών.54 Η επιδείνωση της οικονομικής κρίσης και η αύξουσα όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων, κατέληξαν στη διαμόρφωση των όρων εμφάνισης του μεγαλύτερου απεργιακού κινήματος στην ΕΣΣΔ μετά την επανάσταση του 1917, το οποίο έφθασε να αριθμεί 400.000 απεργούς στα μέσα Ιουλίου του 1989. Το μαζικό απεργιακό κίνημα, μέσω του οποίου η εργατική τάξη έδειξε τη σαφή της αντίθεση στην πολιτική των μεταρρυθμίσεων που εφάρμοζε η σοβιετική κυβέρνηση, είχε ως σημείο αφετηρίας του τη Δυτική Σιβηρία, όπου οι ανθρακωρύχοι του Kuzbass (22% της συνολικής εθνικής παραγωγής άνθρακα), αποφάσισαν να προσφύγουν στην κήρυξη απεργίας μετά την απροθυμία και την αδιαφορία που επέδειξαν το Υπουργείο Βιομηχανίας του Άνθρακα, οι τοπικοί κυβερνητικοί ιθύνοντες, το Ανώτατο Σοβιέτ (ήτοι το σοβιετικό κοινοβούλιο) και το Υπουργικό Συμβούλιο, για την επίλυση των αιτημάτων τους που ήσαν: η αναδιάρθρωση, μετά από συζήτηση με τους εργαζόμενους του χρόνου εργασίας, η καθιέρωση της Κυριακής ως ημέρας αργίας, η επανεξέταση της αμοιβής στις απογευματινές και νυχτερινές βάρδιες, η αντιμετώπιση του οξύτατου οικιστικού προβλήματος και η λήψη μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος.

Η απεργία στο Kuzbass άρχισε στις 10 Ιουλίου από μια ομάδα 77 ανθρακωρύχων και εξαπλώθηκε με ταχύτατους ρυθμούς, καθώς την επόμενη ημέρα απεργούσαν 15.900 εργαζόμενοι, ενώ έπειτα από μια εβδομάδα είχε σταματήσει η εργασία σε όλα τα ορυχεία (περίπου 180.000 απεργοί). Επειδή τα αιτήματα των ανθρακωρύχων δεν είχαν κορπορατίστικο χαρακτήρα, οι εργαζόμενοι και των υπολοίπων εκατόν εξήντα περίπου επιχειρήσεων της Σιβηρίας, συμμετείχαν στις απεργιακές κινητοποιήσεις. Ο απεργιακός ιός προσέβαλε στις 17 Ιουλίου και τους ανθρακωρύχους του Donbass στην Ουκρανία (36% της συνολικής εθνικής παραγωγής άνθρακα), όπου «παρέλυσαν» τα 112 από τα 121 ορυχεία της περιοχής ως την 21η Ιουλίου, ενώ η εξάπλωση του συνεχίστηκε και σε άλλες περιοχές, εξόρυξης γαιάνθρακα, όπως η Vorkouta στο βόρειο τμήμα της Ευρωπαϊκής Ρωσίας, η Karaganda στο Καζακστάν, κλπ.

Σε πανενωσιακό επίπεδο τα αιτήματα των ανθρακωρύχων ήσαν σχεδόν πανομοιότυπα, καθώς αναφέρονταν κυρίως στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας, ενώ οι μισθολογικές αυξήσεις αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο τη νυκτερινή βάρδια. Αναλυτικότερα, οι διεκδικήσεις των εργαζομένων στα ορυχεία ήσαν οι ακόλουθες:

- Βελτίωση των συνθηκών στέγασης: Η ανεπάρκεια των επενδύσεων στον κοινωνικό τομέα, κατά τη διάρκεια ολόκληρης της μεταπολεμικής περιόδου, είχε ως συνέπεια τη δημιουργία ενός οξύτατου οικιστικού προβλήματος, το οποίο η περεστρόικα φάνηκε ανίκανη να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, καθώς το 1988, εκκρεμούσαν 13,6 εκατομμύρια αιτήσεις για τη χορήγηση κατοικίας, ενώ σε ορισμένες πόλεις, μεταξύ των οποίων ήσαν και αρκετά από τα βιομηχανικά κέντρα των ανθρακωρύχων, η έλλειψη κατοικιών αφορούσε το 3032% του πληθυσμού.55 Στην πόλη Kemerovo (Δυτική Σιβηρία) το 20% του πληθυσμού ζούσε σε ανθυγιεινές κατοικίες, ενώ στην πόλη Novokuznetsk (στην κοιλάδα του Kuzbass), οι απεργοί έθεσαν στην είσοδο της μια τεράστια επιγραφή με τίτλο: «Καλώς ήλθατε στη Λίθινη Εποχή», εκφράζοντας με αυτόν τον παραστατικό τρόπο τις συνθήκες διαβίωσης στην πόλη τους, για την οποία ο πρωθυπουργός Ν. Ryzhkov είχε δηλώσει, κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης του την άνοιξη του 1989, «δεν έχω δει ποτέ χειρότερη πόλη».56 Σύμφωνα με μια έκθεση του Υπουργείου Βιομηχανίας του Άνθρακα για τον οικισμό των ανθρακωρύχων του Vorochilovgrand (Ουκρανία), οι ελλείψεις στον εξοπλισμό του ήσαν οι ακόλουθες: 20% των κατοικιών δεν είχαν ύδρευση, 28% στερούνταν κεντρικής θέρμανσης, 63% δεν είχαν ζεστό νερό και 49% δεν είχαν γκάζι.57 Όπως άλλωστε, χωρίς ιδιαίτερη δόση υπερβολής, δήλωσε ένας εργάτης στα ορυχεία του Donetsk (Ουκρανία): «Πολλοί ανθρακωρύχοι ζουν σε τέτοιες συνθήκες, που εάν μια κινηματογραφική ταινία γυριζόταν εδώ, θα νόμιζες ότι βρισκόμασταν στο 1905».58

- Βελτίωση του εφοδιασμού σε τρόφιμα και καταναλωτικά αγαθά: Η εξάπλωση των απεργιών υποχρέωσε τον Μ. Γκορματσώφ να δηλώσει στις 19 Ιουλίου 1989 σε τηλεοπτική του εμφάνιση, ότι θα διατεθούν αποκλειστικά για την αγορά καταναλωτικών αγαθών από το εξωτερικό 10 δις ρούβλια σε μετατρέψιμο συνάλλαγμα, ήτοι διπλασιασμός του ποσού που είχε προγραμματισθεί πριν από την έναρξη των απεργιών.

- Λήψη άμεσων μέτρων για την καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης:59 Ενδεικτικά αναφέρουμε, ότι σύμφωνα με τα «Νέα της Μόσχας» οι πόλεις Kemerovo και Novokuznetsk είναι επικεφαλείς στα δέκα πιο μολυσμένα περιβαλλοντικώς πολεοδομικά συγκροτήματα της υφηλίου. Εξαιτίας της ρύπανσης του περιβάλλοντος, το 50% των εργαζομένων στο Kemerovo υποφέρουν από χρόνιες ασθένειες, ενώ στην Karaganda, τα απόβλητα και οι ρύποι των εργοστασίων - που ανέρχονται σε τέσσερις τόνους ανά κεφαλή ετησίως - προκαλούν «νεκρές ζώνες» δεκάδων χιλιομέτρων γύρω από τα βιομηχανικά κέντρα.60

- θέσπιση και σεβασμός των κανόνων ασφαλείας στους εργασιακούς χώρους: Η έλλειψη εκσυγχρονισμού των σοβιετικών ορυχείων και η μητήρηση των κανονισμών ασφαλείας, καθώς η αποκλειστική μέριμνα των διευθυντών ήταν η εκπλήρωση των στόχων του πλάνου, είχαν ως συνέπεια ο αριθμός των εργατικών ατυχημάτων στα σοβιετικά ορυχεία να είναι κατά είκοσι περίπου φορές μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο στα ορυχεία των δυτικών κρατών. Τα ατυχήματα στους εργασιακούς χώρους προκάλεσαν το θάνατο 10.000 ανθρακωρύχων κατά τη διάρκεια της περιόδου 19801988 και 670 στους έξι πρώτους μήνες του 1989.

- Αύξηση των πρόσθετων παροχών προς τους εργαζόμενους: Αναθεώρηση των όρων χορήγησης των συντάξεων, ήτοι οι εργαζόμενοι στις υπόγειες στοές να λαμβάνουν ως σύνταξη το 70% του τελευταίου τους μισθού μετά από 25 χρόνια απασχόλησης, αύξηση των αποζημιώσεων αναπηρίας και θανάτου, βελτίωση της παρεχόμενης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, επιμήκυνση του χρόνου αδείας, ήτοι 42 ημέρες για τους εργάτες των υπόγειων στοών και 24 ημέρες για τους υπολοίπους, αύξηση του χρόνου αδείας που χορηγείται λόγω εγκυμοσύνης, διανομή 800 γραμμαρίων σαπουνιού μηνιαίως αντί 400 γραμμαρίων που διανέμονταν σύμφωνα με μια νόρμα που είχε καθοριστεί το 1923, κλπ.

- Αιτήματα θεσμικής αναδιάρθρωσης: Πλήρης οικονομική ανεξαρτησία των ορυχείων, δικαίωμα πώλησης σε μετατρέψιμο συνάλλαγμα της επιπλέον από τους στόχους του πλάνου παραχθείσας εκροής και απόλυτη αυτονομία του κάθε ορυχείου να επιλέγει τις οργανωτικές μεθόδους εργασίας και να καθορίζει τις νόρμες παραγωγής (ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο Alexey Stakhanov ήταν ανθρακωρύχος).

Το αίτημα της οικονομικής και δοικητικής αυτονομίας του κάθε ορυχείου θεωρούμε ότι δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως ένδειξη υποστήριξης της κυβερνητικής πολιτικής, όπως αυτή είχε εκφρασθεί μέσω της ψήφισης του «Νόμου για την Κρατική Επιχείρηση» ή ως ένδειξη αποδοχής του φιλελεύθερου δόγματος για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη οικονομική ανεξαρτησία των επιχειρήσεων από τον οιασδήποτε μορφής κρατικό έλεγχο. Αντιθέτως, με τη διεκδίκηση του αιτήματος αυτού, οι εργαζόμενοι αφενός μεν επεδίωκαν τη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών που θα επέτρεπαν τη λειτουργία μιας αυθεντικής αυτοδιαχείρισης, αφετέρου δε αποσκοπούσαν στην απελευθέρωση τους από τα δεσμά της γραφειοκρατίας, την οποία θεωρούσαν ως τη βασική αιτία της οικονομικής αναποτελεσματικότητας και της κοινωνικής αδικίας. Ειρήσθω εν προόδω ότι η γραφειοκρατία έλεγχε μέσω του Gosplan, το 95% της παραγωγής των ορυχείων το 1989, με προοπτική το ποσοστό αυτό να μειωθεί στο 90% την επόμενη χρονιά.61

Η κυβερνητική προσπάθεια εκφυλισμού του εν δυνάμει ριζοσπαστισμού που περιείχε το αίτημα της οικονομικής και διοικητικής αυτονομίας, καθώς και η ενορχηστρωμένη προπαγάνδα των ελεγχόμενων μέσων μαζικής ενημέρωσης, ενάντια σε κάθε μορφή αναζήτησης συλλογικών εναλλακτικών λύσεων στα προβλήματα της σοβιετικής κοινωνίας, αποτελούν έμμεσες, πλην όμως σαφείς, ενδείξεις της ορθότητας του ανωτέρω ισχυρισμού μας. Καθόλη τη διάρκεια του απεργιακού κινήματος, το καλοκαίρι του 1989, η κυβέρνηση του Μ. Γκορμπατσώφ προσπάθησε να προσδώσει στις κοινωνικές και οικονομικές διεκδικήσεις των ανθρακωρύχων έναν κορπορατίστικο χαρακτήρα και ταυτόχρονα σε συνεργασία με τα επίσημα κρατικά συνδικάτα κατάφερε ν' αναβάλλει για έναν ολόκληρο χρόνο μια εθνική συνδιάσκεψη των ανθρακωρύχων.62 Η πραγματοποίηση ενός συνεδρίου των απεργών σε πανενωσιακό επίπεδο, ενείχε τον κίνδυνο για το υπό αυτομεταρρύθμιση γραφειοκρατικό καθεστώς ότι θα παρείχε στους ανθρακωρύχους τη δυνατότητα να επεξεργαστούν συλλογικά, προτάσεις για την επίλυση των οξύτατων προβλημάτων του κλάδου τους, καθώς και να διατυπώσουν δημόσια τις απόψεις τους για την πορεία των οικονομικών μεταρρυθμίσεων.

Αν και οι ανωτέρω διεκδικήσεις των απεργών δεν είχαν αποκλειστικά και μόνο οικονομικό περιεχόμενο,63 εντούτοις οι πρώτες σαφώς πολιτικές διεκδικήσεις δεν άργησαν να εμφανιστούν καθώς ο κατάλογος των αιτημάτων των ανθρακωρύχων της Vorkuta (περιοχή που κατά το παρελθόν είχε χρησιμοποιηθεί ως ζώνη γκουλάγκ), περιελάμβανε μεταξύ των άλλων αιτημάτων, την αφαίρεση του Άρθρου 6 από το Σύνταγμα (το οποίο ορίζει ρητώς τον κυρίαρχο ρόλο του ΚΚΣΕ), την άμεση εκλογή των προέδρων των σοβιέτ σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Μ. Γκορμπατσώφ, την κατάργηση των προνομίων της νομενκλατούρας και την επίσπευση των εκλογών για την ανάδειξη τοπικών κυβερνητικών οργάνων. Η οικειοποίηση και η πολιτική εκμετάλλευση στις εκλογικές αναμετρήσεις των διεκδικήσεων αυτών, από τους νεοφιλελεύθερους πρώην γραφειοκράτες - με χαρακτηριστικότερο εκπρόσωπο τους τον Μπ. Γέλτσιν - οφείλεται στο γεγονός ότι το απεργιακό κίνημα, αλλά και οι υπό διαμόρφωση πολιτικές οργανώσεις που πρεσβεύουν ένα αυθεντικό μοντέλο της σοσιαλιστικής κοινωνίας,64 δεν διαθέτουν μια σταθερή και συνεκτική κοινωνική βάση, καθώς και ένα συνολικό πρόγραμμα διεξόδου από την πολύμορφη κρίση του σοβιετικού συστήματος.

Ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας του απεργιακού κινήματος - τουλάχιστον αναφορικά με το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίστηκε - δεν προκύπτει μόνο από τα αιτήματα που προβλήθηκαν, αλλά και από τις οργανωτικές μορφές που χρησιμοποιήθηκαν για τη διεξαγωγή της απεργιακής δράσης των ανθρακωρύχων. Παρά τον αυθόρμητο χαρακτήρα δημιουργίας του κινήματος, οι πρώτες απεργιακές επιτροπές εμφανίστηκαν την επαύριο της έναρξης των απεργιών στο Kuzbass, ενώ πολύ σύντομα οι απεργιακές επιτροπές μετατράπηκαν μέσω της ομοσπονδιοποίησής τους, σε εργατικές επιτροπές των πόλεων και των περιφερειών, οι οποίες ιδιαίτερα στο Kuzbass, αλλά και στην Vorkuta οργάνωσαν διάφορες μορφές λαϊκής πολιτοφυλακής για την προστασία από δολιοφθορές των βιομηχανικών εγκαταστάσεων, για τον αυστηρό έλεγχο της διακίνησης οινοπνευματωδών ποτών κατά τη διάρκεια της απεργίας και για την εξασφάλιση της ομαλής διανομής των τοπικών αποθεμάτων τροφίμων. Τα τυπικά και θεσμοποιημένα όργανα συλλογικής διαπραγμάτευσης των εργαζομένων, όπως τα συνδικάτα και οι κομματικές επιτροπές των εργοστασίων, τέθηκαν ταχύτατα στο περιθώριο από τις προαναφερθείσες άτυπες μορφές της θεσμίζουσας συλλογικής δράσης των απεργών και είναι ενδεικτικό επί του θέματος το γεγονός, ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση, οι αντιπρόσωποι των απεργών διεκδίκησαν και πέτυχαν τη διεξαγωγή νέων εκλογών για τα εργατικά συμβούλια, υπό την επίβλεψη των απεργιακών επιτροπών.

Η μαζικότητα και η μαχητικότητα των απεργιακών κινητοποιήσεων κατέστησε πολιτικώς ανέφικτη την καταστολή τους και υποχρέωσε τη σοβιετική κυβέρνηση - μετά την αποτυχία των προσπαθειών της να τις αποπροσανατολίσει ή (και) να τις οικειοποιηθεί - 65 ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις, να ικανοποιήσει, με την Απόφαση 608 του Υπουργικού Συμβουλίου της ΕΣΣΔ, που ελήφθη στις 3 Αυγούστου 1989, σχεδόν στο σύνολο τους τα αιτήματα των απεργών. Η αναμενόμενη επέκταση του απεργιακού κινήματος και σε άλλους τομείς της σοβιετικής οικονομίας - ιδιαίτερα στις σιδηροδρομικές συγκοινωνίες και την αυτοκινητοβιομηχανία, όπου παρατηρούνταν έντονη εργατική αναταραχή (vystupleniya) - ώθησε την ηγεσία του Κρεμλίνου να προβεί, ήδη από τις 18 7 1989, στην επεξεργασία μιας νομοθεσίας, η οποία αφενός μεν να αναγνωρίζει για πρώτη φορά επισήμως το δικαίωμα της απεργίας, αφετέρου δε να το περιορίζει σημαντικά, μέσω του καθορισμού μιας πολύπλοκης νομοθετικής διαδικασίας για το χαρακτηρισμό των απεργιών ως νόμιμων ή παράνομων. Με την απόρριψη από το Ανώτατο Σοβιέτ, της πρότασης του Μ. Γκορμπατσώφ για δεκαπεντάμηνη απαγόρευση κάθε μορφής απεργιακής κινητοποίησης, το προσχέδιο νόμου για τις απεργίες που είχε δημοσιευθεί στην Izvestiya, 16 8 1989, ψηφίστηκε με αρκετές τροποποιήσεις ως «Νόμος της ΕΣΣΔ για τη Διαδικασία Επίλυσης των Συλλογικών Εργασιακών Διενέξεων» στις 9 10 1989 και τέθηκε σε ισχύ στις 24 10 1989.

Η «παράνομη» και σαφώς πολιτικοποιημένη απεργία των ανθρακωρύχων της Vorkuta, η πλέον μακρόχρονη στην πρόσφατη σοβιετική ιστορία,66 που ξεκίνησε στις 23 10 1989 και έληξε στις 2 12 1989, ανάγκασε την κυβέρνηση στην εγκατάλειψη των σχεδίων της να θέσει νομοθετικούς περιορισμούς στην απεργιακή δραστηριότητα και ο νέος αντιαπεργιακός νόμος περιήλθε σύντομα σε αχρηστία, καθώς στη διάρκεια της περιόδου από το Νοέμβριο του 1989 μέχρι τον Αύγουστο του 1990, μόνο δύο απεργίες, περιορισμένης άλλωστε έκτασης, διευθετήθηκαν μέσω της δικαστικής οδού. Σύμφωνα με τα δεδομένα που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την Κρατική Υπηρεσία Στατιστικής (Goskomstat),67 η έκταση, η διάρκεια και οι επιπτώσεις των απεργιακών κινητοποιήσεων, κατά τους πρώτους 11 μήνες του 1989, ήσαν οι ακόλουθες:

- Οι απεργίες επεκτάθηκαν σε 1.500 επιχειρήσεις,

- Ο αριθμός των απεργών ανήλθε σε 1.400.000,

- Οι ημέρες εργασίας που χάθηκαν ανήλθαν σε 7,5 εκατομμύρια,

- Οι συνολικές οικονομικές απώλειες έφθασαν τα 2 δις ρούβλια.

Ο απολογισμός των απεργιών για το 1989, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του Υπουργείου Άνθρακα, που δημοσιεύθηκαν από την εφημερίδα Tmd, είναι ο κατωτέρω:

- Οι απεργίες αφορούσαν 621 επιχειρήσεις αυτού του τομέα,

- 1.897.000 εργαζόμενοι συμμετείχαν στις απεργίες,

- Οι οικονομικές απώλειες ανήλθαν σε:

- 7,6 εκατομμύρια τόνους στην εξόρυξη,

- 295 εκατομμύρια ρούβλια στην εμπορεύσιμη παραγωγή,

- 60,4 εκατομμύρια ρούβλια στον κρατικό προϋπολογισμό,

- 1,1 εκατομμύρια τόνους στις εξαγωγές.

Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω στατιστικά δεδομένα, υπάρχουν ορισμένες αντιφάσεις και ασάφειες, αναφορικά με το συνολικό αριθμό των απεργών και τις οικονομικές απώλειες στην παραγωγή, καθώς δεν διευκρινίζεται η μέθοδος εκτίμησης αυτών των απωλειών, ήτοι εάν υπολογίζονται σε σχέση με τους στόχους του πλάνου ή σε σχέση με την πραγματική δυναμικότητα παραγωγής των ορυχείων.

Οι ημέρες εργασίας που χάθηκαν κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών του 1990 ανήλθαν σε 9,4 εκατομμύρια, ενώ το 1989 ήσαν όπως προαναφέραμε 7,5 εκατομμύρια και ως κύριο αίτιο της εντυπωσιακής αυτής αύξησης θεωρήθηκε η έξαρση του εθνικισμού,68 καθώς όπως δείχνει ο κατωτέρω πίνακας - όπου συσχετίζεται το μερίδιο κάθε δημοκρατίας στο συνολικό αριθμό απασχολουμένων στον κρατικό τομέα με το μερίδιο της στο συνολικό αριθμό των ημερών εργασίας που χάθηκαν εξαιτίας των απεργιών - η απεργιακή δραστηριότητα ήταν ιδιαίτερα αυξημένη στις δημοκρατίες που συνέβησαν έντονες εθνικιστικές συγκρούσεις, όπως το Αζερμπαϊτζάν, η Μολδαβία και η Γεωργία.

Χωρίς αμφιβολία, η όξυνση των εθνικιστικών συγκρούσεων αποτέλεσε ένα από τα βασικά αίτια της αύξησης του αριθμού των απεργιών, εντούτοις η θεώρηση ότι οι απεργιακές κινητοποιήσεις στις δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης, εκτός βέβαια της Ρωσικής Δημοκρατίας, έχουν αποκλειστικά και μόνο εθνικιστικό χαρακτήρα, είναι μάλλον υπερβολική και ενδεικτικά αναφέρουμε τις απεργίες των ανθρακωρύχων του Καζακστάν τον Απρίλιο του 1990, ενάντια στις συνεχιζόμενες υπόγειες πυρηνικές δοκιμές στο Semipalatinsk, την απεργία 53 εργοστασίων στη Λευκορωσία στις 26 4 1990 με στόχο τη λήψη μέτρων από τους κυβερνητικούς ιθύνοντες για ν' αντιμετωπιστούν οι υπάρχουσες συνέπειες από το πυρηνικό ατύχημα του Τσερνομπίλ

και επίσης ότι το ποσοστό της ανεργίας στις Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας όπου παρατηρούνται έντονα εθνικιστικά φαινόμενα - είναι διπλάσιο από τον εθνικό μέσο όρο.

Η συνεχιζόμενη πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων κατά τη διάρκεια του 1990 και η αναμενόμενη μεταρρύθμιση του συστήματος των τιμών στις 2 4 1991 (βλέπε προηγουμένως), προκάλεσε την αναζωπύρωση του απεργιακού κινήματος των ανθρακωρύχων, το οποίο ξεκίνησε την 1η Μαρτίου στο Donbass και επεκτάθηκε συντόμως στη Vorkuta, στο Kuzbass και στην Karaganda.70 Η σαφής πολιτικοποίηση των διεκδικήσεων, όπως η παραίτηση του Μ. Γκορμπατσώφ, η διάλυση του Ανωτάτου Σοβιέτ και η προκήρυξη νέων δημοκρατικών βουλευτικών εκλογών, οφείλεται στη γενικευμένη έλλειψη εμπιστοσύνης των ανθρακωρύχων προς τη σοβιετική κυβέρνηση, που αθέτησε τη δέσμευση της να εφαρμόσει την Απόφαση 608. Η απεργία έληξε στις 7 5 1991, μετά την απόφαση του Μ. Γκορμπατσώφ να μεταβιβάσει στις δημοκρατίες την εποπτεία και τον έλεγχο των ανθρακωρυχείων που βρίσκονταν στην επικράτεια τους.

Επίλογος

Οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις στην ΕΣΣΔ μετά την «αποτυχία» ενός εξαιρετικά ύποπτου πραξικοπήματος, το αβέβαιο μέλλον της σοβιετικής ομοσπονδίας, και κυρίως οι αντιφάσεις του απεργιακού κινήματος του 1991, καθιστούν εξαιρετικά δυσχερή κάθε προσπάθεια εκτίμησης των μεσοπρόθεσμων προοπτικών του. Εντούτοις, από την προηγηθείσα περιγραφή και ανάλυση του κοινωνικοοικονομικού πλαισίου, των αιτιών και της εξέλιξης των απεργιακών κινητοποιήσεων, θεωρούμε ότι προκύπτουν οι ακόλουθες επισημάνσεις:

1. Οι απεργίες των ανθρακωρύχων, αλλά και των υπόλοιπων τμημάτων της εργατικής τάξης, που σύμφωνα με την Izvestiya αποτέλεσαν «την πιο δημοφιλή μορφή επικοινωνίας με την κυβερνητική εξουσία»,71 δεν είναι δυνατόν να εκληφθούν ως μία λαϊκή κινητοποίηση για την υπεράσπιση της περεστρόικα.72 Όπως δείξαμε, οι διεκδικήσεις για κατάργηση του πολιτικού μονοπωλίου του ΚΚΣΕ και αύξηση της αυτονομίας των επιχειρήσεων, σαφώς δεν αποσκοπούσαν στην ολοκλήρωση των πολιτικών πλάνων της σοβιετικής ηγεσίας για τη δημιουργία ενός πολυκομματικού πλουραλισμού δυτικού τύπου και μετάβασης στην «ελεύθερη οικονομία της αγοράς». Αντιθέτως, είχαν ως στόχο τους, την κατάργηση της κυριαρχίας του κόμματοςκράτους επί της εργατικής τάξης, ενώ όσον αφορά τη μετάβαση προς μία οικονομία της αγοράς, οι απόψεις των εκλεγμένων αντιπροσώπων στο συνέδριο των ανθρακωρύχων - στο Donetsk - τον Ιούνιο του 1990, είναι χαρακτηριστικές: το 60% υποστήριζε διάφορες μορφές ενός συστήματος διανομής με δελτίο των καταναλωτικών αγαθών που σπανίζουν, ενώ μόνο το 11% υποστήριζε την τιμολόγηση των αγαθών αυτών, μέσω των μηχανισμών της αγοράς.73

2. Η ικανότητα της σοβιετικής εργατικής τάξης για συλλογική δράση, η απόρριψη των θεσμοποιημένων συνδικαλιστικών οργανώσεων74 και η δημιουργία νέων

δημοκρατικών μορφών οργάνωσης και συντονισμού των απεργιακών αγώνων, σε συνδυασμό με τις διεκδικήσεις για αυτοδιαχείριση της διαδικασίας παραγωγής και την απόρριψη των υπέρμετρων μισθολογικών ανισοτήτων, καταρρίπτουν το «μύθο» περί παθητικότητας της σοβιετικής εργατικής τάξης και αποτελούν ενδείξεις δημιουργίας ενός εργατικού κινήματος, το οποίο, σε συνεργασία με διανοούμενους όπως για παράδειγμα ο βουλευτής στο Συμβούλιο των Λαϊκών Αντιπροσώπων Oleg Rumyantsev και ο καθηγητής Boris Rakitskiy της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, αναζητά εναλλακτικές μορφές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης.

3. Αν και παρά τις σαφείς ενδείξεις ριζοσπαστικής συμπεριφοράς ενός σημαντικού τμήματος της σοβιετικής εργατικής τάξης, ο κίνδυνος εκφυλισμού και ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος σε μια κορπορατίστικη λογική75 δεν θα πρέπει καθόλου γα αποκλειστεί, εντούτοις η αμφισβήτηση, τόσο των γραφειοκρατικών μηχανισμών του σοβιετικού καθεστώτος, όπως οι κομματικές οργανώσεις, τα συνδικάτα και οι θεσμοθετημένες δομές της «εργατικής συμμετοχής», όσο και των υποτιθέμενων επαναστατικών οραμάτων της περεστρόικα, αποτελεί χωρίς αμφιβολία μια σημαντική συνεισφορά των απεργιακών κινητοποιήσεων στην κατανόηση των πρόσφατων εξελίξεων της σοβιετικής κοινωνίας, αλλά και του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Αθήνα, Ιανουάριος 1992

Επιλογή Βιβλιογραφίας

- Aage Hans, «Popular Attitudes and Perestroika», Soviet Studies, Vol. 43, No 1, σελ. 325.

- Crosnier MarieAgnes, «Union Sovietique: Greves et loi sur la greve», Chronique Internationale de l'IRES, No 2, Janvier 1990, σελ. 812.

- Crosnier MarieAgnes, «Union Sovietique: Greves des mineurs», Chronique Internationale de l'IRES, No 10, Mai 1991, σελ. 2325.

- Davies R.W., «Gorbachev's Socialism in Historical Perspective», New Left Review, No 179, JanuaryFebruary 1990, σελ. 527.

- Flaherty Patrick, «Perestroika and the Soviet Working Class», Studies in Political Economy, No. 29, Summer 1989, σελ. 3961.

- Friedgut Theodore - Siegelbaum Lewis, «Perestroyka from Below: The Soviet Miners' Strike and Its Aftermath», New Left Review, No 181, Summer 1990, σελ. 532.

- Laubier de Patrick, «Syndicalisme et reforme en U.R.S.S. et en Tchecoslovaquie», Revue Francaise des Affaires Sociales, Vol. 44, No 4, OctobreDecembre 1990, σελ. 85107.

- Mandel David, «Impressions of Perestroika: A Diary», Studies in Political Economy, No 29, Summer 1989, σελ. 738.

- Mandel David, «Market without Thorns: The Ideological Struggle for the Soviet Working Class», Studies in Political Economy, No 33, Autumn 1990, σε, λ. 738.

- Μαρούδας Ε. Λεωνίδας, «Η επιστροφή των μεικτών επιχειρήσεων στη Σοβιετική Ένωση: Κίνητρα, Εμπειρίες και Προοπτικές», Επιθεώρηση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Vol. 8, No 7, 1990, σελ. 175198.

- Μηλιός Γιάννης, «Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ. (Μια πρώτη προσέγγιση στην οικονομική ανάπτυξη και τις σχέσεις εξουσίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού»)», θέσεις, No 33, ΟκτώβριοςΔεκέμβριος 1990, σελ. 1954.

- Moses C. Joel, «Worker Self Management and the Reformist Alternative in Soviet Labour Policy, 197885», Soviet Studies, Vol. XXXIX, No 2, April 1987, σελ. 205228.

- Nove Alec, Glasnost in Action: Cultural Renaissance in Russia, Unwin Hyman, Boston, 1989.

- Oxenstierna Susanne, «The Soviet Labour Market: Developments 19851990», Rapport presente au Colloque de l'IRSES (Institutions et Regulations dans les Systemes Economiques Socialistes): La Grande Transformation des Economies a L'Est, Paris, 15 Juin 1990, 33 σελίδες.

- Rittersporn T. Gabor, «Reforming the Soviet System», Telos, Special Issue: Perestroika in Eastern Europe, No 79, Spring 1989, σελ. 927.

- Ronald Gerald, «Regulation et reforme en URSS», Revue d' etudes comparatives EstOuest, Vol. 20, No 3, Septembre 1989, σελ. 3970.

- Rutland Peter, «Labor Unrest and Movements in 1989 and 1990», Soviet Economy, Vol. 6, No 3, 1990, σελ. 345384.

- Sapir Jacques, «Le rapport salarial sovietique au risque des lectures occidentales», Rapport presente au Colloque de l'IRSES (Institutions et Regulations dans les Systemes Economiques Socialistes): La Grande Transformation des Economies a l'Est, Paris, 15 Juin 1990, 37 σελίδες.

- Scanlan P. James, «Known Directions, Unknown Goals: Social Justice vs. Equality in Soviet "New Thinking"». Paper presented in the IV World Congress for Soviet and East European Studies, Harrogate, England, 2126 July 1990, 16 σελίδες.

- Slider Darrell, «Political Reform at the Workplace», Paper presented in the IV World Congress for Soviet and East European Studies, Harrogate, England, 2126 July 1990, 39 σελίδες.

- Teague Elizabeth, «Workers' Self Management and the Enterprise Law», Radio Liberty Research, No 486 88, 9 11 1988, 10 σελίδες.

- Teague Elizabeth, «Soviet Workers Find a Voice», Radio Liberty, Report on the USSR, Vol. 2, No 28, July 1990, σελ. 1317.


Υποσημειώσεις

1.. Ενδεικτικά αναφέρουμε, ότι στην ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα ανάλυση του, για την οικονομική ανάπτυξη και τον κοινωνικό χαρακτήρα του σοβιετικού καθεστώτος, ο Γ. Μηλιός ισχυρίζεται ότι: «Η σταθερότητα της όλης διαδικασίας μετασχηματισμού σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στη λαϊκή υποστήριξη που εξασφάλισε, καθώς προωθήθηκε παράλληλα με τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της χώρας. Έτσι η λαϊκή υποστήριξη προς τους πλέον "ανανεωτικούς" και "μεταρρυθμιστές" σοβιετικούς ηγέτες δεν ανακόπηκε, παρότι με την αυστηρότερη σύνδεση μισθών κερδών το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων δέχθηκε ένα ακόμη πλήγμα». Βλέπε, Γιάννης Μηλιός, «Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ. (Μια πρώτη προσέγγιση στην οικονομική ανάπτυξη και τις σχέσεις εξουσίας του "υπαρκτού σοσιαλισμού")», θέσεις, No 33, Οκτώβριος Δεκέμβριος 1990, σελ. 1954.

2. Βλέπε ενδεικτικά, Ralph Clem, «Perestroika: The Social Context of Reform in the Soviet Union», in, Ronald D. Liebowitz (ed.), Gorbachev's New Thinking: Prospects for Joint Ventures, Ballinger Publishing Company, Cambridge, Massachusetts, 1988, σελ. 922 και Peter Hauslohner, «Gorbachev's Social Contract», Soviet Economy, Vol. 3, No 1, January March 1987, σελ. 5489.

3. Βλέπε αναλυτικότερα, William Conyngham, The Modernization of Soviet Industrial Management, Cambridge University Press, Cambridge, 1982, σελ. 66154. Γιάννης Μηλιός, ο.π., σελ. 3743. Peter Rutland, The Myth of the Plan, London, Hutchinson and Co., 1985, σελ. 188215.

4. Με άλλα λόγια, στην άμεση συγκεντρωτική διεύθυνση η κεντρική κρατική υπηρεσία προγραμματισμού, επιδιώκει να δώσει λεπτομερείς εντολές στις επιχειρήσεις για το τι πρέπει να κάνουν, ενώ στην έμμεση συγκεντρωτική διεύθυνση, οι επιχειρήσεις διαθέτουν τη σχετική ελευθερία να βρουν οι ίδιες τις δραστηριότητες που προτιμούνται από το κέντρο, χρησιμοποιώντας οικονομικές παραμέτρους ή «εμπορευματικές χρηματικές σχέσεις». Βλέπε ενδεικτικά, Pekka Sutela, «Rationalising the Centrally Managed Economy: The Market», Discussion Paper, No 297, University of Helsinki, 1990, 51 σελίδες.

5. Όπως η κολχοζνική αγορά και διάφορες μορφές ημιπαράνομης ή παράνομης παράλληλης ή (και) μαύρης αγοράς, που όμως δεν ελήφθησαν ποτέ κάποια ουσιαστικά μέτρα περιορισμού ή κατάργησης τους. Βλέπε αναλυτικότερα, Gerard Duchene, «L'officiel et le parallele dans l' economie sovietique», Libre, No 7, 1980, σελ. 151188 και Aron Katseneliboigen, Studies in Soviet Economie Planning, Sharpe, New York, 1978.

6. H διατήρηση αυτή αποτελεί συνέπεια της συσσώρευσης του κεφαλαίου υπό την απουσία, αυτού που ο Κ. Μαρξ αποκαλεί «συνεχείς αναδιαρθρώσεις» των μεθόδων παραγωγής. Βλέπε ενδεικτικά, Ρ. Chattopadhyay, «La dynamique de l'economie sovietique a la lumiere de l'analyse marxienne de l'accumulation du capital», Economie Appliquee, Tomme XLIII, No 2, 1990, σελ. 532.

7. Pravda, 26 Φεβρουαρίου 1986, σελ. 41.

8.. Βλέπε αναλυτικά, Antonio Carlo, «The Crisis of Bureaucratic Collectivism», Telos, No 43, Spring 1980, σελ. 331 και Κορνήλιος Καστοριάδης, Μπροστά στον Πόλεμο, (γαλλική έκδοση 1981), Imago, 3η έκδοση, Αθήνα, 1985.

9. Βλέπε, Λεωνίδας Ε. Μαρούδας, «Η επιστροφή των μεικτών επιχειρήσεων στη Σοβιετική Ένωση: Κίνητρα, Εμπειρίες και Προοπτικές», Επιθεώρηση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Vol. 8, No 7, 1990, σελ. 175198.

10. Οι πολιτικές διαμάχες μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών ομάδων που συνθέτουν τη γραφειοκρατική τάξη, αναφορικά με τους αρχικούς στόχους των μεταρρυθμίσεων, δεν είναι δυνατόν να περιγραφούν ούτε και συνοπτικά - ούτε άλλωστε εμπίπτουν - στα πλαίσια του παρόντος άρθρου. Βλέπε ενδεικτικά, Cornelious Castoriadis, «L'improbable Gorbatchev et ses impossibles reformes», Liberation, 9, 10 και 11 Νοεμβρίου 1987. Alec Nove, «Radical Reform: Problems and Prospects», Soviet Studies, Vol. XXXIX, No 3, July 1987, σελ. 452467 και Gabor T. Rittersporn, «Reforming the Soviet System», Telos, Special Issue: Perestroika in Eastern Europe, No 79, Spring 1989, σελ. 927.

11. Για το σύστημα της Gospriomka, βλέπε αναλυτικότερα, Marie Agnes Crosnier, «L' economie sovietique en 1986: une image brouillee», Le Courrier des Pays de l'Est, No 318, Mai 1987, σελ. 2638 και Gerard Duchene, «Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις του Γκορμπατσώφ», Ο Πολίτης, No 95, Οκτώβριος 1988, σελ. 2632, αναδημοσιεύθηκε από το Pouvoirs, No 45, Απρίλιος 1988.

12. Βλέπε αναλυτικότερα, Jacques Sapir, «Le rapport salarial sovietique au risque des lectures occidentales», Rapport presente au Colloque de l'IRSES (Institutions et Regulations dans les Systemes Economiques Socialistes): La Grande Transformation des Economies a l'Est, Paris, 15 Juin 1990, 37 σελίδες.

13. Για έναν κριτικό σχολιασμό του νόμου, βλέπε Michele Kahn, «Vers une Autonomie de l'Entreprise Sovietique: Loi du 30 Juin 1987 et commentaires», Le Courrier des Pays de l'Est, No 328, Avril 1988, σελ. 314.

14. Βλέπε αναλυτικά, Joel C. Moses, «Worker Self Management and the Reformist Alternative in Soviet Labour Policy, 197885», Soviet Studies, Vol. XXXIX, No 2, April 1987, σελ. 205228 και Murray Yanowitch, Work in the Soviet Union: Attitudes and Issues, M.E. Sharpe, Armonk, New York, 1985.

15. Για τα αίτια της αποτυχίας των άτολμων και αντιφατικών μεταρρυθμίσεων, βλέπε, Gerald Ronald, «Regulation et reforme en URSS», Revue d'etudes comparatives EstOuest, Vol. 20, No 3, Septembre 1989, σελ. 3970, ενώ για τα οικονομικά αποτελέσματα της αποτυχίας αυτής, βλέπε, Marie Lavigne, «Inflation, deficit budgetaire, fuite devant la monnaie: la perestroika a le fievre», Chroniques d'actualite de la SEDEIS, 15 Mai 1989, αναδημοσίευση, Problemes Economiques, No 2133, 12 Juillet 1989, σελ. 310.

16. Ενδεικτικά αναφέρουμε την αντικατάσταση του υπευθύνου της ιδεολογικής προπαγάνδας του ΚΚΣΕ, Ε.Κ. Ligachev, από τον V. Medvedev, που είναι ένας από τους ένθερμους υποστηρικτές της «ελεύθερης αγοράς». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι ως «συντηρητικούς» χαρακτηρίζουμε το κοινωνικό στρώμα της γραφειοκρατικής τάξης που επιθυμούσε τη διατήρηση των βασικών μορφών συγκεντρωτικής διεύθυνσης της συσσώρευσης του κεφαλαίου ή έστω τη βαθμιαία αναπαραγωγή του στο υπό διαμόρφωση νέο καθεστώς, είτε σ' έναν ευρύτατο δημόσιο τομέα και στους μηχανισμούς του πολιτικού συστήματος, είτε στις διευθυντικές θέσεις των επιχειρήσεων που υπόκεινταν στη διαδικασία αποκρατικοποίησης - ιδιωτικοποίησης.

17.. Βλέπε, Χαράλαμπος Α. Βλαχούτσικος, «Το Νομικό Πλαίσιο της Αποκρατικοποίησης Ιδιωτικοποίησης στη Σοβιετική Ένωση», Επίκεντρα, No 67, Σεπτέμβριος 1991, σελ. 5061.

18.. Kommunist, No 17, 1988, σελ. 17, Αναφέρεται από τον R.W. Davies, «Gorbachev's Socialism in Historical Perspective», New Left Review, No 179, JanuaryFebruary 1990, σελ. 527.

19.. Literaturnaya Gazeta, 11 10 1989. Πιο πρόσφατα ο S. Shatalin, υποστήριξε με έμφαση την ευρείας κλίμακας ιδιωτική ιδιοκτησία, Ogonyok, No 20, 1990. Αναφέρεται από τον Anders Asiund, «Changes in Soviet Economic PolicyMaking in 1989 and 1990», Working Paper, Institute of Soviet and East European Economics, Stockholm School of Economics, 1990, 25 σελίδες.

20.. Βλέπε ενδεικτικά τις απόψεις των Andranik Migranian, Igor Kliamkin και Irina Zorina στο «An Authoritatian Perestroika? A Roundtabie», που πρωτοδημοσιεύθηκε στο Latinskaia Amerika, Vol. 1, No 3, 1990 και μεταφράστηκε από τον P. Flaherty για το περιοδικό Telos, Special Issue: The Future of the USSR, No 84, Summer 1990, σελ. 125141. Για μια κριτική ανάλυση των απόψεων αυτών, βλέπε, Ewa BerardZarzicka «Quelques propositions pour une perestroika autoritaire», Les Temps Modernes, Vol. 45, No 523, February 1990, σελ. 1122.

21.. H πρόβλεψη μας αυτή, δυστυχώς επιβεβαιώθηκε από τις εξελίξεις στη σοβιετική οικονομία. Βλέπε, Λεωνίδας Ε. Μαρούδας, ο.π., σελ. 184.

22.. Βλέπε αναλυτικότερα, Alistair McAuley, «Employment», in, Martin McAuley (ed.), Gorbachev and Perestroika, Macmillan, London, 1990, σελ. 106115 και Elizabeth Teague, «Perestroika: Who Stands to Gain, Who Stands to Lose?», in Susan L. Clark (ed.), Gorbachev's Agenda, Westview Press, Boulder, Colorado, 1989, σελ. 5684.

23.. Βλέπε συνέντευξη του Ι. Prostiakov, αντιπροέδρου του Γραφείου Κοινωνικής Ανάπτυξης του Υπουργικού Συμβουλίου της ΕΣΣΔ, Pravda, 21 1 1988, αναφέρεται από την Michele Kahn, «La nouvelle politique de l'emploi: redeploiment ou risque de chomage?», Le Courrier des Pays de l'Est, No 334, Novembre 1988, σελ. 2026. Βλέπε επίσης, Pravda, 31 10 1989. Με την εφαρμογή του προγράμματος σταθεροποίησης της οικονομίας, ήδη το 1988, καταργήθηκαν στη δημόσια διοίκηση 600.000 θέσεις εργασίας, ενώ από τις κρατικές επιχειρήσεις απολύθηκαν 1.100.000 εργαζόμενοι. Για πιο πρόσφατα στατιστικά δεδομένα στοιχεία με την ανεργία, βλέπε, John Tedstrom, «Economic Crisis Deepens», RFE RL Research Report, Vol. 1, No 1, 3 January 1992, σελ. 2226.

24.. Vestml Statistiki, (Στατιστικό Δελτίο), No 8, 1986, σελ. 64.

25.. L. Gordon et. .al., Sotsialnoe i Kulturnoe Ravitie Rabochego Klassa, (H Κοινωνική και Πολιτιστική Ανάπτυξη της Εργατικής Τάξης), Vol. I, Moscow, 1982, σελ. 69 και Agitator, No 5, 1987, σελ. 15. Αναφέρονται από τον Patrick Flaherty, «Perestroika and the Soviet Working Class», Studies in Political Economy, No 29, Summer 1989, σελ. 3961.

26.. Sotsialisticheskaia Industriya, 11 Φεβρουαρίου 1988.

27.. Izvestiya, 27 1 1988 και Sotsialisticheskaia Industriya, 2 10 1988.

28.. Corners delia Sera, 31 5 1990. Αναφέρεται από την Elizabeth league, «Soviet Workers Find a Voice», Radio Liberty, Report on the USSR, Vol. 2, No 28, July 1990, σελ. 1317.

29.. Βλέπε ενδεικτικά, To Βήμα, 11 1 1990, 9 12 1990, 27 1 1991 και 18 8 1991 και Central Intelligence Agency Defence Intelligence Agency, «Beyond Perestroyka: The Soviet Economy in Crisis», Paper prepared for presentation to the Technology and National Security Subcommittee of the Joint Economic Committee, Congress of the United States, 14 May 1991, 41+V σελίδες, και Marie Lavigne, ο.π.

30.. Αναφέρεται από τον Alec Nove, Glasnostin Action: Cultural Renaissance in Russia, Unwin Hyman, Boston, 1989. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα Το Βήμα, 12 3 1989 οι αποκλίσεις μεταξύ των κρατικών τιμών και των τιμών της ελεύθερης αγοράς αυξήθηκαν σημαντικά στη διάρκεια του 1988.

31.. Βλέπε, C.I.A.D.I.A., «The Soviet Economy in 1988: Gorbachev Changes Course», Report presented to the Subcommittee on National Security Economics of the Joint Economic Committee, 14 April 1989, 44+VI σελίδες.

32.. Βλέπε, Moscow News, No 2, 14 January 1990, σελ. 9. Παρόμοια αποτελέσματα δημοσκοπήσεων της κοινής γνώμης δημοσιεύθηκαν στο Ogonek, No 43, Οκτώβριος 1989, σελ. 5 και στο Voprosy ekonomiki, No 4, Απρίλιος 1990, σελ. 3839.

33.. Βλέπε, Izvestiya, 4 02 1990, σελ. 3. Βλέπε επίσης, Moscow News, No 8, 19 02 1989, σελ. 10, No 48, 26 11 1989, σελ. 8 και No 49, 03 12 1989, σελ. 10.

34.. Βλέπε, C.I.A.D.I.A., (1991), ο.π., σελ. 2, Η Καθημερινή, 4 8 1991, σελ. 11 και Liberation, 21 8 1991, σελ. 9. Η επέκταση των διαφόρων μορφών παράλληλης ή (και) μαύρης αγοράς, καθώς και η πλήρης αποδιοργάνωση του κρατικού μηχανισμού της πρώην ΕΣΣΔ, καθιστούν τον ακριβή προσδιορισμό των ρυθμών του πληθωρισμού, εξαιρετικά δυσχερή. Βλέπε, «Economy of the USSR: overcoming the totalitarian system's heritage», Summary of the Report by Grigorii Yavlinskii, Head of the Official Delegation of the USSR at the annual meeting of the IMF and World Bank, Bangkok, 1517 October 1991.

35.. Η εξάλειψη του «εξισωτικού συνδρόμου» των εργαζομένων, αποτέλεσε μια από τις βασικές επιδιώξεις και της Ένωσης Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών μετά τις μεταρρυθμίσεις του 1965, καθώς σύμφωνα με το επίσημο ιδεολογικό δόγμα, οι εισοδηματικές ανισότητες αποτελούν ένα απαραίτητο υλικό κίνητρο. Βλέπε αναλυτικότερα, Λεωνίδας Ε. Μαρούδας, Η Διαμόρφωση και η Λειτουργία του Σιιστήματος της Αυτοδιαχείρισης στη Γιουγκοσλαβία, Εκδόσεις Ιδρύματος Μεσογειακών Μελετών, Αθήνα, 1989.

36.. Η ευρύτατη διάδοση των ιδεών της uravnilovka και της sotsial'naya spravedlivost (κοινωνικής δικαιοσύνης), σε σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης, θεωρήθηκε από τους «φιλελεύθερους» Σοβιετικούς οικονομολόγους ως ένας από τους κυριότερους ανασταλτικούς παράγοντες για τη μετάβαση στην «ελεύθερη οικονομία της αγοράς». Βλέπε αναλυτικότερα, Hans Aage, «Popular Attitudes and Prestroika», Soviet Studies, Vol. 43, No 1, 1991, σελ. 325.

37.. To άρθρο του V. Medvedev δημοσιεύθηκε στην Pravda, 22 4 1989 και αναφέρεται από τον R.W. Davies, ο.π., σελ. 18, ενώ το άρθρο του S. Shatalin, «Sotsial'noe razvitie ί ekonomicheskii rost», (Κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη), Kommunist, No 14, 1986, αναφέρεται από τον James P. Scanlan, «Known Directions, Unknown Goals: Social Justice vs. Equality in Soviet "New Thinking". Paper presented in the IV World Congress for Soviet and East European Studies, Harrogate, England, 2126 July 1990, 16 σελίδες.

38.. Tatiana I. Zaslavskaia, «Social Justice and the Human Factor in Economic Development», in T.I. Zaslavskaia, A Voice of Reform. Essays, M.E., Sharp, Armonk, New York, 1989, σελ. 85103, πρωτοδημοσιεύθηκε στο Kommunist, No 13, 1986, σελ. 6173.

39.. Η θεωρητική τεκμηρίωση της αντίφασης μεταξύ της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της σοσιαλιστικής ηθικής, αλλά και η δριμύτατη κριτική της αντίληψης αυτής, αποτέλεσαν τα θέματα δύο άρθρων του J. Kornai και του Y. Soukhotine, που δημοσιεύθηκαν στη σοβιετική επιεθώρηση, Ekonomike i matematischeskie Metodi, (Οικονομία και μαθηματικές μέθοδοι), No 6, 1987, και αναόημοσιεύθηκαν υπό τους τίτλους, Janos Kornai, «Efficacite et Principes d'Ethique Socialiste» και Youri Soukhotine, «Efficacite Economique ou Ethique Socialiste?», Interventions Economiques, Nos 2223, Automne 89 Hiver 90, σελ. 241253 και σελ. 255270. Ειρήσθω εν παρόδω, ότι η ευρείας κυκλοφορίας σοβιετική οικονομική επιθεώρηση ΕΚΟ, αναδημοσίευσε μόνο το άρθρο του J. Kornai.

40.. Μοναδική εξαίρεση, όπως μας αναφέρει ο R.W. Davies, ο.π., σελ. 18, αποτέλεσε ένα άρθρο του A. Venednitskii, στο περιοδικό Nedelya, No 21, 1989.

41.. Βλέπε ενδεικτικά, Dorothy Atkinson, «Egalitarianism and the Commune», Paper prepared for a conference on the Peasant Commune and Communal Forms in Russia, University of London, 711 July 1986, 28 σελίδες.

42.. Βλέπε, Abel Aganbegyan, Perestroika ou le double defi sovietique, Economies, Paris, 1987.

43.. Moscou - News, No 15, 1988.

44.. Trud, 13 9 1988, αναφέρεται από την Elizabeth league, «Workers' Self Management and the Enterprise Law», Radio Liberty Research, No 486 88, 9 11 1988, 10 σελίδες.

45.. Financial Times, 23 11 1988.

46.. Για παράδειγμα, εάν οι εργαζόμενοι εκλέξουν ένα διευθυντή, ο οποίος δεν είναι αρεστός στους κομματικούς ιθύνοντες ή στο διοικητικό μηχανισμό των Υπουργείων, τότε είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί ο ομαλός εφοδιασμός με τις απαραίτητες για την αποτελεσματική λειτουργία της επιχείρησης τους εισροές ή να εξασφαλιστούν οι αναγκαίες συμπληρωματικές πιστώσεις.

47.. Κατ' ανάλογο τρόπο εκφυλίστηκαν σταδιακά τα περιορισμένα δικαιώματα αυτοδιαχείρισης, που παραχωρήθηκαν στους Γιουγκοσλάβους εργαζόμενους. Βλέπε αναλυτικότερα, Λεωνίδας Ε. Μαρούδας, (1989), ο.π.

48.. Rabochaia Tribuna, 10 1 1990. Αναφέρεται από τον Darrell Slider, «Political Reform at the Workplace», Paper presented in the IV World Congress for Soviet and East European Studies, Harrogate, England, 2126 July 1990, 39 σελίδες.

49.. Ekonomika i Zhizn, No 7, Φεβρουάριος 1990, σελ. 18. Οι μεταφράσεις κειμένων από σοβιετικές εφημερίδες προέρχονται από την Foreign Broadcast Information Service: Daily Report, Soviet Union, και το The Current Digest of the Soviet Press.

50.. Izvestiya, 16 12 1989, σελ. 9.

51.. Sovetskaya Rossiya, 6 4 1990. Αναφέρεται από τον Darrell Slider, ο.π., σελ. 20.

52.. Βλέπε, Izvestiya, 12 6 1990, αναφέρεται από την Elizabeth Teague, (1990), ο.π., σελ. 15.

53.. Παρά την εξαιρετικά περιορισμένη εφαρμογή της, η ιδέα της αυτοδιαχείρισης ήταν δημοφιλής σε αρκετές κοινωνικές ομάδες, όπως έδειξε η δημοσίευση των συνεντεύξεων που έλαβε ο D. Mandel, από εργάτες, επιστημονικά στελέχη και διανοούμενους. Βλέπε αναλυτικότερα, David Mandel, «Impressions of Perestroika: A Diary», Studies in Political Economy, No 29, Summer 1989, σελ. 738.

54.. Σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις, δεν υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα για τα αίτια, την έκταση και τον αριθμό των απεργιών της περιόδου 19851988. Βλέπε, Ekonomicheskaya Gazera, No 18, 1989, σελ. 17. Όπως ανέφερε ο Oleg Kalugin, πρώην υποστράτηγος της KGB, η συλλογή πληροφοριών για τις απεργίες, ανήκει στις αρμοδιότητες της KGB, αν και σε ορισμένες περιοχές οι τοπικοί κομματικοί ιθύνοντες ήσαν τόσο ισχυροί ώστε κατόρθωναν να εμποδίζουν τα στελέχη της KGB στη μεταφορά των πληροφοριών τους στις κεντρικές υπηρεσίες της Μόσχας, Moscow News, No 25, 1990, σελ. 13.

55.. Βλέπε, Ρ. Krylov, «Sotsial'naya pereorientatsiya ekonomiki v 19861988», Planovoe Khozyaistvo, No 3, 1989, σελ. 5362. Αναφέρεται από την Susanne Oxenstierna, «The Soviet Labour Market: Developments 19851990», Rapport presente au Colloque de l'IRSES (Institutions et Regulations dans les Systemes Economiques Socialistes): La Grande Transformation des Economies a" L'Est, Paris, 15 Juin 1990, 33 σελίδες.

56.. Βλέπε, Ν. Makashova, «Zabastovka», Ekonomika i organizatsiya promyshlennogo proizvodstva, No 11, 1989, σελ. 6579. Αναφέρεται από τον Peter Rutland, «Labor Unrest and Movements in 1989 and 1990», Soviet Economy, Vol. 6, No 3, 1990, σελ. 345384.

57.. Βλέπε. Marie Agnes Crosnier, «Union Sovietique: Greves et loi sur la greve», Chronique Internationale de l'IRES, No 2, Janvier 1990, σελ. 812.

58.. Βλέπε, Argumenty i Fakty, No 30 (459), 28 Ιουλίου - 4 Αυγούστου 1989, σελ. 7.

59.. Για την καταστροφή του περιβάλλοντος στη Σοβιετική Ένωση και, την ανεπάρκεια των πολιτικών περιβαλλοντικής προστασίας, βλέπε ενδεικτικά, Φάνης Μαυριδάκης, «ΕΣΣΔ: Προβλήματα Περιβαλλοντικής Προστασίας. (Πώς ένα πολιτικό σύστημα καταστρέφει ένα φυσικό)», Νέα Οικολογία, No 75, Ιανουάριος 1991, σελ. 5863 και του ιδίου, «Η Περιβαλλοντική Προστασία στα χρόνια της Περεστρόικα, Μα Οικολογία, No 83, Σεπτέμβριος 1991, σελ. 2429. Βλέπε επίσης, Charles Ε. Ziegler, «Environmental Politics and Policy under Perestroika», Chpapter 7 in a forthcoming book by Judith Sedaitis and Jim Butterfield, Perestroika from Below: Social Movements in the Soviet Union, Boulder, Colorado: Westview Press.

60.. Βλέπε, Pravda, 01 07 1988 και 21 08 1989.

61.. Βλέπε, Vechernyi Donetsk, 07 08 1989. Αναφέρεται από τους Theodore Friedgut - Lewis Siegelbaum, «Perestroyka from Below: The Soviet Miners' Strike and Its Aftermath», New Left Review, No 181, Summer 1990, σελ. 532.

62.. Βλέπε, David Mandel, «"A Market without Thorns": The Ideological Struggle for the Soviet Working Class», Studies in Political Economy, No 33, Autumn 1990, σελ. 738.

63.. Παρά το γεγονός ότι ο V. Dimidov, επικεφαλής της απεργιακής επιτροπής του Novokuznetsk, δήλωνε ότι οι απεργίες δεν είχαν πολιτικό αλλά οικονομικό χαρακτήρα (Financial Times, 24 7 1989), εντούτοις η μη δυνατότητα ουσιαστικής ικανοποίησης των θεσμικών και οικονομικών αιτημάτων των ανθρακωρύχων, εξαιτίας της πλήρους αποδιοργάνωσης και της χρόνιας κρίσης του σοβιετικού οικονομικού συστήματος, δεν ήταν δυνατό να μην προκαλέσει μια σαφή αμφισβήτηση των οικονομικοκοινωνικών και πολιτικών δομών του. Αλλωστε, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο βουλευτής Aleksey Boyko, πρώην καθηγητής στο Donetsk (Ουκρανία), «ήταν η έλλειψη δικαιοσύνης, και όχι η έλλειψη σαπουνιού που οδήγησε τους ανθρώπους να κατέβουν στους δρόμους», Trud, 25 7 1989, σελ. 2.

64.. Βλέπε αναλυτικότερα, Patrick Flaherty, «The Making of the New Soviet Left», Telos, Special Issue: The Future of the USSR, No 84, Summer 1990, σελ. 88114.

65.. Η αρχική αντίδραση του κομματικά κρατικά ελεγχόμενου τύπου, σε περιφερειακό ή κεντρικό επίπεδο, ήταν η αγνόηση των απεργιών ή η δημοσίευση μιας κραυγαλέας παραπληροφόρησης, όπως επί παραδείγματι, η αναφορά της Trud, 20 7 1989, σελ. 1, ότι οι ανθρακωρύχοι του Pavlodar ψήφισαν ενάντια στη συμμετοχή τους στο απεργιακό κίνημα, ενώ είχαν πράξει στην πραγματικότητα ακριβώς το αντίθετο ή «οι πληροφορίες» για την πολιτική εκμετάλλευση των απεργιών από «εξτρεμιστές», όπως η Δημοκρατική Ένωση, Trud, 16 7 1989, σελ. 1. Εν συνεχεία, η σοβιετική ηγεσία προσπάθησε να αποδείξει τον «ανεπίκαιρο» χαρακτήρα των απεργιών, οι οποίες σε τελευταία ανάλυση αντιπροσώπευαν, σύμφωνα με την κυβερνητική προπαγάνδα, την «περεστρόικα από τα κάτω» και κατά συνέπεια αποτελούσαν την επαναβεβαίωση της ορθότητας των πολιτικών επιλογών του Μ. Γκορμπατσώφ.

66.. Βλέπε αναλυτικότερα τις εκτενείς αναδημοσιεύσεις από το σοβιετικό τύπο, στο The Current Digest of the Soviet Press, Vol. XLI, No 45, σελ. 510, No 47, σελ. 1317 και No 48 (1989), σελ. 2123.

67.. Η γαλλική μετάφραση των στατιστικών αυτών δεδομένων, μας παραχωρήθηκε από το κέντρο τεκμηρίωσης για τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, CEDUCEE της Documentation Francaise.

6.8. Βλέπε, Elizabeth TeaguePhilip Hanson, «Most Soviet Strikes Politically Motivated», Radio Liberty, Report on the USSR, Vol. 2, No 34, August 1990, σελ. 12 και Elizabeth Teague, «Ethnic Tensions Remain Main Cause of Work Stoppages», Radio Liberty, Report on the USSR, Vol. 2, No 41, October 1990, σελ. 2122.

69.. Βλέπε, Pravda, 28 1 1990 και Susanne Oxenstierna, ο.π., σελ. 16.

7.0. Βλέπε αναλυτικότερα, MarieAgnes Crosnier, «Union Sovietique: Greves des mineurs», Chronique Internationale de l'IRES, No 10, Mai 1991, σελ. 2325 και «Οι ωδίνες των εργαζομένων στη Σοβιετική Ένωση: Οι αγώνες των ανθρακωρύχων και οι αντιφάσεις τους», Πριν, 15 9 1991, σελ. 8.

71.. Izvestiya, 01 09 1989.

7.2. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν έμμεσα οι Theodore FriedgutLewis Siegelbaum, ο.π. Διαφορετικές επί του θέματος προσεγγίσεις διατυπώνονται στα άρθρα των David Marples, «Turmoil in the Donbass», Radio Liberty, Report on the USSR, Vol. 2, No 41, October 1990, σελ. 1316 και David Seppo, «Miners' Strike Opens New Act in Prestroika», International Viewpoint, No 170, 2 October 1989, σελ. 1017.

73.. Αναφέρεται από τον Peter Rutland, (1990), ο.π., σελ. 378. Ανάλογες δημοσκοπήσεις αναφέρο|νται και από την Elizabeth league, (1990), ο.π., σελ. 15.

74.. Βλέπε ενδεικτικά, Patrick de Laubier, «Syndicalisme et reforme en U.R.S.S. et en Tchecoslovaquie», Revue Francaise des Affaires Sociales, Vol. 44, No 4, OctobreDecembre 1990, σελ. 85|07 και David Mandel, (1990), ο.π.

75.. θα πρέπει να αναφερθεί ότι χωρίς τις κρατικές επιδοτήσεις, τα περισσότερα ανθρακωρυχεία θα . είσουν στο άμεσα προσεχές μέλλον. Βλέπε αναλυτικότερα, Vladislav Ratnikov, «Coal Miners: What h'ext?», Business in the USSR, No 13, June 1991, σελ. 1618.